← Κύπρος

Athinakis Theoharous κ.α. ν. Εύρου Ευριπίδου κ.α., Αρ. Αγωγής: 5944/12, 8/1/2016

Athinakis Theoharous κ.α. ν. Εύρου Ευριπίδου κ.α., Αρ. Αγωγής: 5944/12, 8/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A5 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Παναγιώτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5944/12 Μεταξύ:

  1. Athinakis Theoharous, από την Αυστραλία
  2. Hazel Theoharous, από την Αυστραλία Εναγόντων και
  3. Εύρου Ευριπίδου, από την Λευκωσία
  4. Μαρίας Ευριπίδου, από την Λευκωσία Εναγομένου Αίτηση ημερ. 9.9.14 υπό εναγόντων - αιτητών για πώληση ακίνητης περιουσίας της εναγομένης
  5. Ημερομηνία: 8 Ιανουαρίου 2016 Για ενάγοντες - αιτητές: κα Μαρίνα Φιλίππου Για εναγόμενη 2 - καθ' ης η αίτηση: κος Αλέξανδρος Κληρίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 3.12.2012 εκδόθηκε απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1 & 2, για το ποσόν των €169.872,00 πλέον τόκους και έξοδα. Σύμφωνα με τους ενάγοντες δεν πληρώθηκε οτιδήποτε έναντι του πιο πάνω ποσού και ως εκ τούτου κατεχώρησαν την παρούσα αίτηση με την οποία ζητούν την πώληση ακινήτου περιουσίας της εναγομένης 2 προς ικανοποίηση του εξ' αποφάσεως χρέους. Επιζητείται συγκεκριμένα η πώληση δια δημοσίου πλειστηριασμού, 18 χωραφιών ιδιοκτησίας της εναγομένης 2 που βρίσκονται στο Μαρώνι της Επαρχίας Λάρνακας καθώς και ενός ακινήτου στην περιοχή Αγίων Ομολογητών στην Λευκωσία. Είχε προηγηθεί μετά την έκδοση απόφασης, η καταχώρηση από τους ενάγοντες στα Επαρχιακά Κτηματολόγια Λάρνακας και Λευκωσίας, η εγγραφή επιβάρυνσης (memo) επί των πιο πάνω ακινήτων για εξασφάλιση του εξ' αποφάσεως χρέους. Επιζητείται επίσης καθορισμός επιφυλαχθείσας τιμής, ίσης με το εξ' αποφάσεως χρέος. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, αναφέρεται ότι η εναγομένη 2 είναι ιδιοκτήτρια της υπό κρίση ακίνητης περιουσίας που περιγράφεται στην επιβάρυνση (memo) 296/13 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας και της επιβάρυνσης (memo) 5944/12 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας. Με άδεια του Δικαστηρίου, καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση στην οποία επισυνάπτεται έκθεση εκτίμησης της αξίας των υπό κρίση 19 ακινήτων. Σύμφωνα με αυτή, η αγοραία αξία των ως άνω κτημάτων, ανέρχεται σε €1.248.000,00 ενώ η καταναγκαστική τιμή πώλησης τους, ανέρχεται σε €831.900,
  6. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, το καταναγκαστικό ποσόν σύμφωνα με την ένορκη δήλωση, καλύπτει πλήρως το εξ' αποφάσεως χρέος. Η καθ' ης η αίτηση - εναγομένη 2, καταχώρησε ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Ισχυρίζεται στους λόγους ένστασης ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έγκρισης του αιτήματος και ότι η αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική, δεδομένου ότι η αξία των ακινήτων υπερβαίνει κατά πολύ το εξ' αποφάσεως χρέος. Αναφέρεται επίσης στους λόγους ένστασης ότι η αίτηση δεν μπορεί να προχωρήσει γιατί η περιουσία της εναγομένης 2 εξετάζεται από την υπηρεσία αφερεγγυότητας. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, επαναλαμβάνεται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στο Κεφ. 6 για την πώληση ακίνητης περιουσίας προς ικανοποίηση εξ' αποφάσεως χρέους. Δεν έχει επισυναφθεί αντίγραφο της υπό εκτέλεση απόφασης, δεν έχει επιστραφεί ανεκτέλεστο ένταλμα κινητής περιουσίας ούτε και παρουσιάστηκαν στοιχεία κατά πόσον η εν λόγω περιουσία είναι δεσμευμένη από οιονδήποτε άλλο βάρος. Επισυνάπτεται επί του προκειμένου στην ένορκη δήλωση της ένστασης, πιστοποιητικό έρευνας του Κτηματολογίου Λευκωσίας σύμφωνα με το οποίο τα υπό κρίση ακίνητα δεσμεύονται με πολλά εμπράγματα βάρη. Ως εκ τούτου, οι δικαιούχοι των ως άνω επιβαρύνσεων θα έπρεπε να συνενωθούν στην παρούσα αίτηση ούτως ώστε να ακουστούν οι απόψεις τους. Ένας επιπρόσθετος λόγος για τον οποίο θα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση είναι σύμφωνα με την ένορκη δήλωση, το γεγονός ότι η περιουσία της εναγομένης 2 είναι υπό εξέταση από την υπηρεσία αφερεγγυότητας. Όπως προκύπτει από το τεκμήριο 2 της ένστασης, έχει διοριστεί σύμβουλος αφερεγγυότητας της εναγομένης 2, ο οποίος έχει ήδη αποταθεί για έκδοση προστατευτικού πιστοποιητικού αναφορικά με την περιουσία της. Αγορεύσεις Η συνήγορος των εναγόντων - αιτητών στην αγόρευση της, ισχυρίστηκε ότι οι λόγοι που προβάλλονται με την ένσταση δεν στοιχειοθετούνται επαρκώς με την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει. Έγινε επιπλέον αναφορά σε κατ' ισχυρισμό κωλυσιεργία της εναγομένης 2 αφού υπήρξε δυσκολία επίδοσης της παρούσας αίτησης που εκκρεμεί από τον Σεπτέμβριο του 2014 αλλά και στην συνέχεια, εσκεμμένη καθυστέρηση στην καταχώρηση ένστασης. Είναι δε ενδεικτικό ότι η διαδικασία αναφορικά με την Υπηρεσία Αφερεγγυότητας, ξεκίνησε μόλις τον Ιούλιο του
  7. Αν λάβει κανείς υπόψη ότι ο Νόμος 65(Ι)/2015 Περί Αφερεγγυότητας τέθηκε σε ισχύ στις 7.5.15, είναι φανερό κατά την συνήγορο ότι η εναγομένη 2 εσκεμμένα καθυστερούσε στην καταχώρηση της ένστασης της ώστε να ζητήσει προστασία δυνάμει του πιο πάνω Νόμου και να αποφύγει την πληρωμή τους εξ' αποφάσεως χρέους της. Ανεξαρτήτως τούτου, είναι η θέση της συνηγόρου ότι η εξέταση και μόνο της σχετικής αίτησης από την Υπηρεσία Αφερεγγυότητας δεν συνιστά ικανό λόγο για απόρριψη του αιτήματος. Σε σχέση με τον ισχυρισμό της ένστασης για μη καταχώρηση εντάλματος κινητών, η συνήγορος παρέπεμψε στην αίτηση έρευνας ημ. 9.12.13 σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της οποίας, επεστράφη ανεκτέλεστο ένταλμα κινητών που εκδόθηκε εναντίον της εναγομένης
  8. Η εν λόγω αίτηση έρευνας επιδόθηκε δεόντως στην εναγομένη 2 και ως εκ τούτου αυτή γνώριζε πολύ καλά για την έκδοση και επιστροφή του εντάλματος κινητών εναντίον της. Ως εκ τούτου δεν δικαιολογείται ο λόγος ένστασης ότι δεν έχει προηγηθεί της παρούσας αίτησης η έκδοση και επιστροφή ως ανεκτέλεστου, εντάλματος κινητής περιουσίας της εναγομένης
  9. Αναφορικά με τον ισχυρισμό για παράλειψη επισύναψης αντιγράφου της απόφασης για το εξ' αποφάσεως χρέος, η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι αυτό δεν επηρεάζει τα δικαιώματα της καθ' ης η αίτηση εναγομένης 2, η οποία γνωρίζει πολύ καλά από διαδικασίες εκτέλεσης που προηγήθηκαν για την έκδοση απόφασης εναντίον της. Επισυνάφθηκε επί του προκειμένου στην γραπτή αγόρευση της συνηγόρου, αντίγραφο εντάλματος κινητής περιουσίας στο οποίο επισυνάπτεται η απόφαση του Δικαστηρίου στην παρούσα αγωγή. Σε σχέση με τα ενυπόθηκα βάρη της υπό κρίση περιουσίας, η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι αυτά αμφισβητούνται και εν πάση περιπτώσει δεν προηγούνται των επίδικων επιβαρύνσεων (memo) που καταχώρησε η αιτήτρια. Έκαμε επί του προκειμένου αναφορά σε έρευνα στο Κτηματολόγιο ημ. 17.1.13 που επεσύναψε με την γραπτή της αγόρευση, σύμφωνα με την οποία δεν είχε μέχρι τότε καταχωρηθεί, κανένα εμπράγματο βέρος επί της περιουσίας της εναγομένης
  10. Στην συνέχεια η συνήγορος με αναφορά στις διατάξεις του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6) και σε σχετική νομολογία, εισηγήθηκε ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την έγκριση του αιτήματος. Ο συνήγορος της καθ' ης η αίτηση στην δική του αγόρευση αφού αναφέρθηκε στο ιστορικό της υπόθεσης, ανέλυσε τους λόγους ένστασης που επικαλείται η εναγομένη 2 για απόρριψη του αιτήματος. Ήταν η θέση του ότι προϋπόθεση για να πετύχει η υπό κρίση αίτηση, είναι να τηρούνται με αυστηρότητα όλα τα προαπαιτούμενα που καθορίζει ο περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος (Κεφ.6) και η Δ.42 Θ.1 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Στην παρούσα περίπτωση, η αιτήτρια δεν επεσύναψε στην αίτηση της όλα εκείνα τα τεκμήρια που είναι αναγκαία για να αποδειχθούν οι προϋποθέσεις έγκρισης του αιτήματος. Συγκεκριμένα δεν επεσύναψε επίσημο αντίγραφο της απόφασης που θα εκτελεστεί και τα πιστοποιητικά του Κτηματολογίου που αποδεικνύουν την έγγραφή των υπό κρίση κτημάτων στο όνομα της καθ' ης η αίτηση. Επίσης δεν έχει αποδειχθεί η καταχώρηση και επιστροφή εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας καθώς και πιστοποιητικό του Κτηματολογίου στο οποίο να εμφαίνονται οι επιβαρύνσεις επί των ακινήτων των οποίων ζητείται η πώληση. Ήταν ακόμη η θέση του συνηγόρου ότι η αιτήτρια όφειλε να επιδόσει την παρούσα αίτηση σε όλους τους ενυπόθηκους δανειστές των ακινήτων, προκειμένου αυτοί να εκφέρουν την γνώμη τους επί του αιτήματος πώλησης της επίδικης περιουσίας. Ο συνήγορος παρέπεμψε σε σχετική νομολογία σύμφωνα με την οποία όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη θα πρέπει να ειδοποιηθούν για την διαδικασία από την στιγμή που αυτή θα επηρεάσει άμεσα τα δικαιώματα τους πάνω στην επίδικη περιουσία. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι οι πιο πάνω παραλείψεις είναι καθοριστικές για απόρριψη του αιτήματος και δεν μπορούν να διορθωθούν με την Διαταγή 64 αφού δεν συνιστούν απλές παρατυπίες αλλά ουσιαστικές παραβάσεις του σχετικού Νόμου και των Κανονισμών. Στην συνέχεια, ο συνήγορος ανέφερε ότι η αξία της ακίνητης περιουσίας υπερβαίνει κατά πολύ το εξ' αποφάσεως χρέος. Ως εκ τούτου, η καταναγκαστική πώληση θα δημιουργήσει αδικία στην καθ' ης η αίτηση αφού η αιτήτρια μπορεί να ασκήσει ικανοποιητικά άλλα μέσα εκτέλεσης προς εξόφληση του εξ' αποφάσεως χρέους. Σκοπός κατά τον συνήγορο δεν είναι η πώληση της ακίνητης περιουσίας της οφειλέτιδας αλλά η εξόφληση του εξ' αποφάσεως χρέους που μπορεί να επιτευχθεί με άλλα μέσα εκτέλεσης. Είναι γι' αυτόν τον λόγο που κατά τον συνήγορο, η παρούσα διαδικασία είναι κακόπιστη και ασκείται καταχρηστικά και εκδικητικά εναντίον της καθ' ης αίτηση. Ήταν τέλος η θέση του συνηγόρου ότι η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να προχωρήσει από την στιγμή που όλη η περιουσία της καθ' ης η αίτηση εξετάζεται από την Υπηρεσία Αφερεγγυότητας. Ο συνήγορος δέχθηκε ότι δεν υπάρχει ρητή πρόνοια με την οποία να αναστέλλονται διαδικασίες αναγκαστικής πώλησης σε περίπτωση αίτησης για σχέδιο αποπληρωμής δυνάμει του Περί Αφερεγγυότητας Νόμου 65(Ι)/
  11. Εν τούτοις, ισχυρίστηκε ότι μπορούν να εφαρμοστούν κατ' αναλογία παρόμοιες διατάξεις όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις πτωχευτικών διαδικασιών, οι οποίες αναστέλλονται για περίοδο 3 μηνών στην περίπτωση που υποβάλλεται από τον χρεώστη, αίτηση σχεδίου αποπληρωμής δυνάμει του Περί Αφερεγγυότητας Νόμου 65(Ι)/
  12. Νομική Πτυχή Οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου αναφορικά με την έκδοση διατάγματος αναγκαστικής πώλησης, καθορίζονται στα άρθρα 22, 23, 24, 28(α), (β) και (γ) και 40 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6). Επιπλέον στην Δ.42 ΘΘ. 1,2,3 προβλέπεται ο τύπος της αίτησης και τι πρέπει να συμπεριλαμβάνεται σ' αυτήν. Αναφέρεται συγκεκριμένα ότι η αίτηση: (α) Πρέπει να γίνεται δια κλήσεως (β) Σ' αυτήν θα αναφέρεται η περιουσία που επιδιώκεται η πώληση της, ο αριθμός εγγραφής, η τοποθεσία, το είδος της περιουσίας και η έκταση της. (γ) Θα αναφέρονται τα κονδύλια που δημιουργούν το ποσό που θα αναληφθεί και θα επισυνάπτονται σχετικές αποδείξεις ή μαρτυρία για υποστήριξη τους. (δ) Θα επισυνάπτεται επίσημο αντίγραφο της απόφασης. (ε) Θα επισυνάπτεται πιστοποιητικό του Κτηματολογικού Γραφείου που να δείχνει ότι η περιουσία που πρόκειται να πωληθεί είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του χρεώστη. (στ) Η αίτηση θα υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση που θα βεβαιώνει ότι το εξ αποφάσεως χρέος οφείλεται ακόμη, (ζ) Τα ποσά που απαιτούνται για τη δαπάνη της εκτέλεσης. (η) Στην ένορκο δήλωση θα πρέπει να παρατίθενται λεπτομερώς ο αριθμός των μελών της οικογένειας του οφειλέτη, η οικία που παραμένει για διαμονή και όπου είναι αναγκαίο η γη που θα εξαιρεθεί σαν αναγκαία για τη συντήρηση του χρεώστη και της οικογένειας του. (θ) Αντίγραφο της αίτησης και της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει πρέπει να επιδοθεί στον χρεώστη. Ορισμένες από τις πιο πάνω προϋποθέσεις, ενσωματώνονται και στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο (Κεφ.6). Στα άρθρα 22, 23, 24, 28 και 40 του Κεφ. 6 αναφέρεται ότι για να διατάξει το Δικαστήριο την πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας σε αίτηση εξ αποφάσεως πιστωτή πρέπει να πληρούνται οι πιο κάτω προϋποθέσεις:

(1)Αντίγραφο της δια κλήσεως αίτησης για πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας και της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει πρέπει να επιδοθεί στον καθ' ου η αίτηση εξ αποφάσεως χρεώστη.
(2)Να έχει εκδοθεί απόφαση Δικαστηρίου υπέρ του αιτητή και εναντίον του καθ' ου η αίτηση για χρέος το οποίο δεν έχει εξοφληθεί.
(3)Να έχει συναινέσει ο εκ δικαστικής αποφάσεως χρεώστης στην πώληση της ακίνητης ιδιοκτησίας του ή να έχει προηγηθεί ένταλμα πώλησης κινητής ιδιοκτησίας το οποίο επιστράφηκε ανεκτέλεστο ή όταν φαίνεται ότι πράγματι δεν έχει στην κατοχή του κινητή ιδιοκτησία.
(4)Η ακίνητη ιδιοκτησία να είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του εκ δικαστικής αποφάσεως χρεώστη στα βιβλία του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου.
(5)Όταν πρόκειται για ακίνητη ιδιοκτησία στην οποία συμπεριλαμβάνεται ολικά ή μερικά κατοικία πρέπει να αφήνεται στον οφειλέτη χρέους τέτοια στέγαση η οποία κατά την κρίση του Δικαστηρίου είναι απόλυτα αναγκαία γι' αυτόν και την οικογένεια του.
(6)Όταν ο εξ αποφάσεως χρεώστης είναι γεωργός πρέπει να εξαιρείται από την πώληση τέτοια γη, που κατά την κρίση του Δικαστηρίου είναι απόλυτα αναγκαία για τη συντήρηση αυτού και της οικογένειας του.
(7)Όταν η ακίνητη ιδιοκτησία που πρόκειται να πωληθεί βαρύνεται με υποθήκη και ο αιτητής δεν πληρώσει ή προσφέρει στον ενυπόθηκο δανειστή τα ασφαλισμένα με την υποθήκη χρήματα, ως δύναται να πράξει, τότε πρέπει να γνωστοποιήσει στον ενυπόθηκο δανειστή την πρόθεση του να ζητήσει από το Δικαστήριο διάταγμα πώλησης της ενυπόθηκης ακίνητης ιδιοκτησίας.
(8)Να ορίζεται επιφυλαχθείσα τιμή από το Δικαστήριο για την εξασφάλιση των χρημάτων τα οποία οφείλονται ή θα οφείλονται δυνάμει της υποθήκης. Οι πιο πάνω προδικαστικές προϋποθέσεις είναι επιτακτικής φύσης προκειμένου το Δικαστήριο να διατάξει την πώληση της ακίνητης περιουσίας. Το γεγονός αυτό προκύπτει από την λέξη shall που αναγράφεται στο αρχικό Αγγλικό κείμενο τόσο της Δ.42 αλλά και στις πιο πάνω διατάξεις του Κεφ. 6. Προαπαιτούμενο της έκδοσης εντάλματος πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας είναι σύμφωνα με το άρθρο 22 του Κεφ. 6, η συναίνεση του χρεώστη που όμως δεν υπάρχει στην παρούσα περίπτωση. Διαζευκτικά η συναίνεση δεν χρειάζεται σύμφωνα με το ίδιο άρθρο αν έχει προηγηθεί ένταλμα πώλησης κινητών, το οποίο επεστράφη ανεκτέλεστο. Όπως προκύπτει από την διατύπωση του άρθρου 22, αυτό που ουσιαστικά επιζητείται είναι ότι πριν εκδοθεί ένταλμα πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο χρεώστης στερείται κινητής περιουσίας (βλ. Osman & another v. Bourdji (1959-1960) 24 C.L.R 136). Στην ίδια υπόθεση αποφασίστηκε ότι περιουσία που εξακολουθεί να ευρίσκεται επ' ονόματι αποθανόντος χρεώστη μπορεί να πωληθεί για εξόφληση εξ' αποφάσεως χρέους του αποβιώσαντος. Στην υπόθεση Triantafylides v. Solomo and others 6 C.L.R 93, επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο η πρωτόδικη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε αίτηση εξ' αποφάσεως πιστωτή για πώληση της οικίας του χρεώστη που ήταν υποθηκευμένη σε τρίτο πρόσωπο για τον λόγο ότι ήταν η μόνη κατοικία του χρεώστη και δεν γινόταν πρόνοια για την στέγαση του αλλού. Αντιθέτως στην Tofallides & another v. Dervish Ali 11 C.L.R 3, αποφασίστηκε ότι ο χρεώστης με το να υποθηκεύσει την κατοικία του στον δανειστή, του έδωσε την δυνατότητα να προχωρήσει στην πώληση της και να εισπράξει το ενυπόθηκο δάνειο από την πώληση. Στην περίπτωση αυτή, ο χρεώστης δεν μπορεί να επικαλεστεί τις πρόνοιες του Κεφ. 6 που προβλέπουν την εξασφάλιση στέγασης του χρεώστη και της οικογένειας του με σκοπό να αποφύγει την πληρωμή του εναπομείναντος ποσού προς όφελος άλλου εξ' αποφάσεως χρεώστη. Η ίδια αρχή επιβεβαιώθηκε και στις μεταγενέστερες αποφάσεις Michalides v. Demetriades
(1968)1 C.L.R 211 και Djevedian & another (in re)
(1971)1 C.L.R 360) Στην υπόθεση Michalides (ανωτέρω) 1 C.L.R 211, αποφασίστηκε ότι ο χρεώστης απεμπόλησε τα δικαιώματα του να επικαλεστεί εξαίρεση για την κατοικία του που υποθηκεύτηκε από τον ίδιο, όχι μόνο έναντι του ενυπόθηκου δανειστή αλλά και έναντι των άλλων πιστωτών του. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής στην σελίδα 226: «For these reasons we are of the view that (subject to what will be stated with regard to the other grounds of appeal) the bankrupt waived his rights to claim exemption for the house accommodation which was mortgaged by him, not only vis-a-vis his mortgagee but, generally, vis-a-vis his other creditors and the trustee in bankruptcy.» Επομένως, η ύπαρξη υποθήκης υπέρ τρίτου δεν αποτελεί εμπόδιο για την έκδοση εντάλματος πώλησης ακίνητης περιουσίας είτε πρόκειται για κατοικία είτε για άλλα ακίνητα όπως η παρούσα περίπτωση. Όμως το ζήτημα δεν τελειώνει εδώ. Για να εκδοθεί το ένταλμα πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου, θα πρέπει σύμφωνα με το άρθρο 28 του Κεφ. 6, να έχει προηγηθεί πληρωμή ή προσφορά των ασφαλισμένων χρημάτων στον ενυπόθηκο δανειστή ή σε αντίθετη περίπτωση ο αιτητής να του γνωστοποιήσει την πρόθεση του να ζητήσει από το Δικαστήριο την έκδοση εντάλματος πώλησης. Από την ανάγνωση του άρθρου 28 του Κεφ. 6 προκύπτει ότι ο νομοθέτης σκοπό έχει όπως ικανοποιηθεί κατά προτεραιότητα ο ενυπόθηκος δανειστής. Η ικανοποίηση αυτή μπορεί να γίνει είτε με την πληρωμή ή προσφορά πληρωμής του ενυπόθηκου χρέους (εδάφια α & β) ή με τον καθορισμό από το Δικαστήριο επιφυλαχθείσας τιμής που να ικανοποιεί το ενυπόθηκο χρέος (εδάφιο γ). Είναι εμφανές από την διατύπωση του άρθρου 28 (γ) ότι η επιφυλαχθείσα τιμή δεν καθορίζεται για να εξασφαλιστεί ο εξ' αποφάσεως πιστωτής αλλά οι ενυπόθηκοι δανειστές. Στο ίδιο πνεύμα εντάσσεται και η υποχρέωση που καθορίζει το εδάφιο δ του άρθρου 28 ότι το προϊόν της πώλησης θα καλύψει πρώτα το ενυπόθηκο χρέος, ύστερα τα έξοδα πώλησης και μετά το εξ' αποφάσεως χρέος προς τον αιτητή. Συμπεράσματα Η συνήγορος των αιτητών στην γραπτή της αγόρευση την οποία παρέδωσε στο Δικαστήριο, κάνει αναφορά σε 4 παραρτήματα τα οποία επισυνάπτει. Πρόκειται για:
  1. Την αίτηση περιοδικών πληρωμών εναντίον των εναγομένων που καταχωρήθηκε μετά την έκδοση απόφασης στην παρούσα αγωγή. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αυτή, γίνεται αναφορά σε ένταλμα εκποίησης κινητών που επεστράφη ανεκτέλεστο.
  2. Το διάταγμα του Δικαστηρίου για υποκατάστατο επίδοση της παρούσας αίτησης,
  3. Αντίγραφο εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας, και
  4. Πιστοποιητικό έρευνας του Κτηματολογίου αναφορικά με την περιουσία της καθ' ης η αίτηση. Τα πιο πάνω παρατέθηκαν προκειμένου να απαντήσουν οι αιτητές στις θέσεις της υπεράσπισης ότι δεν πληρούνται προϋποθέσεις του Κεφ. 6 και της Δ.42 για έγκριση του αιτήματος. Πρέπει από την αρχή να επισημάνω ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να δώσει καμία αποδεικτική αξία στα πιο πάνω παραρτήματα. Οι αγορεύσεις των συνηγόρων σε καμία περίπτωση δεν συνιστούν μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν είναι ως εκ τούτου επιτρεπτό, η συνήγορος με την αγόρευση της να καταθέτει μαρτυρικό υλικό, το οποίο μόνο με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση θα μπορούσε να κατατεθεί. Κανένα από τα πιο πάνω έγγραφα δεν επισυνάφθηκε με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και ως εκ τούτου αυτά δεν συνιστούν μαρτυρία που θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Το επόμενο ζήτημα που θα με απασχολήσει είναι η θέση της καθ' ης η αίτηση ότι η παρούσα δεν μπορεί να προχωρήσει γιατί η περιουσία της είναι υπό εξέταση στην Υπηρεσία Αφερεγγυότητας. Δεν έχει αμφισβητηθεί ότι η καθ' ης η αίτηση υπέβαλε σχετικό αίτημα για έγκριση σχεδίου αποπληρωμής δυνάμει του Περί Αφερεγγυότητας Νόμου 65(Ι)/
  5. Ο ίδιος όμως ο συνήγορος της καθ' ης η αίτηση, δέχθηκε στην αγόρευση του ότι δεν υπάρχει ρητή πρόνοια στον εν λόγω Νόμο για αναστολή εκτέλεσης εκδοθείσας εναντίον του χρεώστη απόφασης, στην περίπτωση που καταχωρείται αίτηση για έγκριση σχεδίου αποπληρωμής χρεών. Η θέση ότι θα μπορούσαν να εφαρμοστούν κατ' αναλογία οι πρόνοιες του άρθρου 4.2 του Περί Πτωχεύσεως Νόμου που σε τέτοια περίπτωση αναστέλλουν για περίοδο 3 μηνών τις πτωχευτικές διαδικασίες δεν με βρίσκει σύμφωνο. Αν η πρόθεση του νομοθέτη ήταν να δώσει τέτοια αναστολή θα το ανέφερε ρητά όπως έπραξε στην περίπτωση του άρθρου 4.2 του Περί Πτωχεύσεως Νόμου (Κεφ.5). Από την στιγμή που τέτοια πρόνοια δεν έγινε στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο (Κεφ. 6), κρίνω ότι δεν μπορεί να ισχύσει αναστολή εκτέλεσης απόφασης με μόνη την καταχώρηση αίτησης για έγκριση σχεδίου αποπληρωμών δυνάμει του Περί Αφερεγγυότητας Νόμου 65(Ι)/
  6. Ως εκ τούτου δεν ευσταθεί η θέση της οφειλέτιδας ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί γι' αυτό το λόγο. Τούτου λεχθέντος, θα προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του Κεφ. 6 και της Δ.42 για έγκριση του αιτήματος. Το πρώτο στοιχείο που παρατηρώ είναι ότι ορθά η αίτηση γίνεται δια κλήσεως και ότι στην ένορκη δήλωση που την συνοδεύει, αναφέρεται η προϋπόθεση που καθορίζεται στην Δ.42 για αναγραφή των στοιχείων της περιουσίας που θα πωληθεί καθώς και τα ποσά που επιδιώκεται να εισπραχθούν. Όμως δεν επισυνάπτεται στην αίτηση ως ρητά καθορίζεται στην Δ.42, επίσημο αντίγραφο της απόφασης ούτε και πιστοποιητικό του Κτηματολογικού Γραφείου που να δείχνει ότι η περιουσία που πρόκειται να πωληθεί, είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του χρεώστη. Η εκ των υστέρων κατάθεση πιστοποιητικού έρευνας με την αγόρευση της συνηγόρου των αιτητών δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις της Δ.
  7. Επιπλέον παρατηρώ ότι δεν έχει αποδειχθεί με ικανοποιητική μαρτυρία ότι η οφειλέτιδα στερείται κινητής περιουσίας όπως ρητά καθορίζεται στο άρθρο 22 του Κεφ.
  8. Δεν γίνεται καμία αναφορά επί τούτου στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση. Η συνήγορος των αιτητών με παρέπεμψε σε αίτηση μηνιαίων δόσεων που καταχωρήθηκε στην παρούσα υπόθεση, στην ένορκη δήλωση της οποίας γίνεται αναφορά για επιστροφή εντάλματος κινητών. Όμως η απλή αυτή αναφορά δεν είναι ικανοποιητική ώστε να εκπληρώσει την προϋπόθεση του άρθρου
  9. Ούτε και η κατάθεση αντιγράφου του εντάλματος κινητών με την γραπτή αγόρευση της συνηγόρου δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για τους λόγους που προανέφερα. Από την στιγμή που αποδεδειγμένα δεν υπάρχει συναίνεση της οφειλέτιδας για την πώληση, οι αιτητές είχαν υποχρέωση να αποδείξουν ότι πράγματι δεν έχει στην κατοχή της κινητή ιδιοκτησία. Αυτό θα μπορούσε να γίνει με την επισύναψη στην ένορκη δήλωση της παρούσας αίτησης, εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας που επεστράφη ανεκτέλεστο. Η αιτητές όχι μόνον δεν επισύναψαν στην παρούσα τέτοιο αποδεικτικό στοιχείο αλλά σε καμία αναφορά δεν προβαίνουν στην ένορκη δήλωση της αίτησης σε σχέση με την έλλειψη κινητής περιουσίας εκ μέρους της οφειλέτιδας. Πέραν των πιο πάνω, η αίτηση πάσχει για ακόμη ένα λόγο. Σύμφωνα με το άρθρο 28 του Κεφ.6 όταν η ακίνητη περιουσία βαρύνεται με υποθήκη και ο αιτητής δεν πληρώσει ή προσφέρει στον ενυπόθηκο δανειστή τα ασφαλισμένα με την υποθήκη χρήματα, τότε πρέπει να γνωστοποιήσει στον ενυπόθηκο δανειστή την πρόθεση του να ζητήσει από το Δικαστήριο διάταγμα πώλησης της ενυπόθηκης ακίνητης ιδιοκτησίας. Στην παρούσα περίπτωση, οι αιτητές δεν έχουν κάνει καμία αναφορά στην αίτηση τους για την ύπαρξη οιασδήποτε υποθήκης αναφορικά με τα επίδικα κτήματα. Η οφειλέτιδα όμως στην ένορκη δήλωση της ένστασης της, επισυνάπτει πιστοποιητικό έρευνας του Κτηματολογίου, σύμφωνα με το οποίο η υπό κρίση περιουσία βαρύνεται με σειρά εμπραγμάτων βαρών, συμπεριλαμβανομένων και υποθηκών. Επισυνάπτονται επίσης έγγραφα υποθήκης που αφορούν την υπό κρίση περιουσία υπέρ διαφόρων πιστωτικών ιδρυμάτων. Η συνήγορος των αιτητών δεν αμφισβήτησε το γεγονός ότι οι αιτητές δεν ενημέρωσαν οιονδήποτε ενυπόθηκο δανειστή για την πρόθεση τους να ζητήσουν την πώληση της υπό κρίση περιουσίας. Εισηγήθηκε όμως ότι η επιβάρυνση (memo) που καταχωρήθηκε από τους αιτητές για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, προηγείται όλων των υπολοίπων επιβαρύνσεων που επικαλείται η οφειλέτιδα. Ως εκ τούτου δεν υπάρχει υποχρέωση ενημέρωσης των ενυπόθηκων δανειστών που οι υποθήκες τους, έπονται του επίδικου memo των αιτητών. Η πιο πάνω θέση δεν ευσταθεί. Κατ' αρχάς δεν έχει αποδειχθεί με οιονδήποτε τρόπο ότι το επίδικο memo προηγείται των υπολοίπων επιβαρύνσεων, της υπό κρίση ακίνητης περιουσίας. Δεν κρίνεται επί του προκειμένου ως ικανοποιητική η θέση της συνηγόρου των αιτητών ότι αυτό προκύπτει από το γεγονός της ανυπαρξίας επιβαρύνσεων όταν ζητήθηκε η καταχώρηση memo για την παρούσα υπόθεση. Αλλά και έτσι να ήταν τα πράγματα, το άρθρο 28 αναφέρεται γενικά σε υποχρέωση ενημέρωσης των ενυπόθηκων δανειστών για όλες τις υποθήκες επί του ακινήτου και όχι μόνο για υποθήκες που προηγούνται χρονικά της επιβάρυνσης (memo) των αιτητών. Έπεται ότι δυνάμει του άρθρου 28, όλες οι υποθήκες ανεξαρτήτως της ημερομηνίας καταχώρησης τους, προηγούνται των επιβαρύνσεων που καταχωρούνται προς εκτέλεση εξ' αποφάσεως χρέους (memo) δυνάμει του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Η προϋπόθεση που καθορίζει το άρθρο 28 του Κεφ. 6 είναι επίσης επιτακτικής φύσης, ώστε σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με αυτήν, να μην παρέχεται ευχέρεια στο Δικαστήριο να εγκρίνει το αίτημα για έκδοση εντάλματος πώλησης ακίνητης περιουσίας. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι οι αιτητές δεν έχουν ικανοποιήσει όλες τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο Κεφ. 6 και στην Δ.42 ώστε να δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της καθ' ης η αίτηση και εναντίον των αιτητών ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.