FIBROTERMICA HELLAS AE ν. ΘΟΜΟΠΟΛ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 2491/15, 15/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A23 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Παναγιώτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2491/15 Μεταξύ: FIBROTERMICA HELLAS AE, εξ' Ελλάδος Ενάγουσας και ΘΟΜΟΠΟΛ ΛΤΔ, εκ Λευκωσίας Εναγομένης Αίτηση ημερ. 8.9.15 υπό ενάγουσας - αιτήτριας για έκδοση συνοπτικής απόφασης Ημερομηνία: 15 Ιανουαρίου 2016 Για ενάγουσα - αιτήτρια: κος Αργύρης Παντελή Για εναγόμενη - καθ' ης η αίτηση: κα Σοφία Νεοφύτου ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση της ενάγουσας ανέρχεται στο ποσόν των 193.324,05 και αφορά υπόλοιπο λογαριασμού από πώληση εμπορευμάτων δυνάμει κατ' ισχυρισμόν αντίστοιχων παραγγελιών της εναγομένης. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης για κάθε παραγγελία η ενάγουσα εξέδιδε τιμολόγιο της μετρητοίς στο όνομα της εναγομένης και παράλληλα διατηρούσε κατάσταση λογαριασμού στο όνομα της. Κατά τον Απρίλιο του 2014, το χρεωστικό υπόλοιπο του εν λόγω λογαριασμού ανερχόταν σε €193.324,05. Επιπρόσθετα, στις 12.9.2014 δυνάμει συναλλαγματικής και/ή εγγράφου αναγνώρισης χρέους και/ή συμφωνίας, η εναγομένη αναγνώρισε ότι η οφειλή της προς την ενάγουσα ανέρχεται στο εν λόγω ποσόν, το οποίο ανέλαβε να εξοφλήσει σε 48 μηνιαίες δόσεις. Όμως η εναγομένη κατά παράβαση της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας αμελεί να εξοφλήσει το πιο πάνω ποσόν, το οποίο εξακολουθεί να οφείλει μέχρι σήμερα. Μετά την επίδοση της αγωγής, η εναγομένη καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης. Ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας αίτησης με την οποία η ενάγουσα ζητά την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της εναγομένης καθότι αυτή στερείται υπερασπίσεως. Η αίτηση στηρίζεται στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 ΘΘ.1&2 και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση διευθυντή της ενάγουσας. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση, ο ομνύων ισχυρίζεται ότι γνωρίζει προσωπικά και άριστα τα γεγονότα της υπόθεσης και έχει προσωπική και θετική γνώση γι' αυτά. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Όσον αφορά τα νομικά θέματα της υπόθεσης στα οποία αναφέρεται στην ένορκη του δήλωση, λαμβάνει συμβουλή από τους δικηγόρους της ενάγουσας Στη συνέχεια, ο ενόρκως δηλών επιβεβαιώνει ότι η εναγόμενη οφείλει στην ενάγουσα το ποσό των €193.324,05, πλέον τόκους. Η πιο πάνω αναφερομένη οφειλή, προκύπτει ως χρεωστικό υπόλοιπο λογαριασμού για εμπορεύματα που πωλήθηκαν από την ενάγουσα προς την εναγομένη, στα πλαίσια εμπορικής δραστηριότητας και κατόπιν παραγγελιών της εναγομένης. Επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση ως τεκμήριο 1, κατάσταση λογαριασμού που περιέχει αναλυτικά τις χρεοπιστώσεις και τα εκάστοτε υπόλοιπα της εναγομένης όπως προκύπτει από τη μεταξύ των διαδίκων συνεργασία. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι έχει ελέγξει προσωπικά το τεκμήριο 1 και βεβαιώνει ότι αυτό είναι ορθό και σύμφωνο με τις καταχωρήσεις που γίνονταν στην κατάσταση λογαριασμού της ενάγουσας. Για τις εν λόγω οφειλές εκδίδονταν επίσης και αριθμημένα τιμολόγια, στα οποία αναγράφονταν οι λεπτομέρειες των πωλήσεων. Επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση ως τεκμήριο 2, δέσμη τριάντα τεσσάρων αντιγράφων τιμολογίων, τα οποία αντιστοιχούν στην πιο πάνω κατάσταση λογαριασμού (τεκμ.1). Στις 12.9.2014 δυνάμει γραπτού εγγράφου με τίτλο «Συμφωνία», η εναγομένη αναγνώρισε την ύπαρξη του πιο πάνω χρέους της προς την ενάγουσα. Περαιτέρω συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών τρόπος αποπληρωμής, τον οποίο η εναγομένη παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της ενάγουσας δεν έχει τηρήσει. Επισυνάφθηκε ως τεκμήριο 3, αντίγραφο της πιο πάνω συμφωνίας. Στη συνέχεια, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι η εναγομένη δεν έχει καμία υπεράσπιση στην αγωγή καθότι τόσον πριν την καταχώρηση της αγωγής όσον και μετά, ουδέποτε αμφισβήτησε ότι οφείλει το πιο πάνω ποσόν στην ενάγουσα ενώ ρητά προέβη σε παραδοχή τούτου με την συμφωνία (τεκμ.3). Ήταν η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι η καταχώρηση εμφάνισης στην παρούσα διαδικασία, έχει ως μοναδικό σκοπό την πρόκληση καθυστέρησης στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων της εναγομένης έναντι της ενάγουσας. Η εναγομένη καταχώρησε ένσταση με την οποία προβάλει διάφορους λόγους για απόρριψη του αιτήματος. Αναφέρεται συγκεκριμένα ότι η εναγομένη έχει πολύ καλή υπεράσπιση και βάσιμη ανταπαίτηση και ως εκ τούτου θα πρέπει να της δοθεί το δικαίωμα να προβάλει τις θέσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου. Τυχόν έγκριση του αιτήματος σύμφωνα με την ένσταση θα παραβίαζε το δικαίωμα της εναγομένης για δίκαιη δίκη αφού θα ισοδυναμούσε με άρνηση του Δικαστηρίου να ακούσει και εκδικάσει την υπεράσπιση και ανταπαίτηση της. Αναφέρεται επιπλέον ότι η αιτήτρια έχει παραβιάσει την μεταξύ των διαδίκων συμφωνία ημερ.12.9.2014 και δεν έχει συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από αυτή. Επί της εν λόγω συμφωνίας θα στηριχθεί η ανταπαίτηση της εναγομένης. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγομένης, ο οποίος αναφέρει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Ισχυρίζεται στην συνέχεια ότι μέχρι και το 2012, η εναγομένη ήταν αποκλειστική αντιπρόσωπος στην Κύπρο, αναφορικά με την προώθηση θερμομονωτικών υλικών που κατασκευάζει η ενάγουσα. Με βάση την ως άνω συνεργασία, η εναγομένη διαφήμιζε τα συγκεκριμένα προϊόντα τόσον με τη διανομή διαφημιστικών φυλλαδίων σε πελάτες της όσον και με την προώθηση των εμπορευμάτων της ενάγουσας στην Κρατική Έκθεση Κύπρου. Κατά τις 12.9.2014 υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων η συμφωνία (τεκμ.3), η οποία από τη μια προέβλεπε ένα σχέδιο αποπληρωμής του οφειλόμενου ποσού προς την ενάγουσα και από την άλλη μια εμπορική συνεργασία τιμολογιακής πολιτικής που θα ακολουθείτο με βάση την εμπορική πρόταση που έγινε μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων, τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας ως Παράρτημα Β. Η ενάγουσα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση της, απέφυγε κατά τον ενόρκως δηλούντα να αναφερθεί στο εν λόγω παράρτημα και τις δεσμεύσεις της που προκύπτουν από αυτό. Συγκεκριμένα, δεσμεύτηκε να προσφέρει στην εναγομένη ανταγωνιστικές τιμές με την έννοια ότι αυτές θα παραμένουν χαμηλές ακόμα και όταν ανεβαίνουν οι τιμές στις πρώτες ύλες για όσο χρονικό διάστημα θα ίσχυε η αποπληρωμή του χρέους αφού ουσιαστικά η καθ' ης η αίτηση με τη διαφορά αυτή θα μπορούσε να εξοφλήσει το χρέος της. Η πρόταση συνεργασίας αναφέρει ότι οι τιμές αυτές θα ήταν οι χαμηλότερες σε όλη την αγορά της Κύπρου για να αρχίσει ξανά η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων και για να μπορέσει έτσι η εναγομένη να εξοφλήσει το χρέος της προς την ενάγουσα. Η ενάγουσα όμως παρέβηκε την εν λόγω συμφωνία αφού προσέφερε τα προϊόντα της σε άλλες εταιρείες στην Κύπρο, στις ίδιες και/ή σε πολύ χαμηλότερες τιμές από τις συμφωνηθείσες με την εναγομένη. Οι εταιρείες αυτές, πώλησαν τα εν λόγω προϊόντα σε τιμές πολύ χαμηλότερες από αυτές που θα μπορούσε να πωλήσει η εναγομένη, προκαλώντας έτσι στην εναγομένη σοβαρή οικονομική ζημιά αφού η ίδια δεν μπορούσε να έχει ανταγωνιστικές τιμές. Επισυνάφθηκε επί του προκειμένου ως τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση της ένστασης, τιμολόγιο αγοράς πολυστερίνης που κατασκεύασε η ενάγουσα και που αγόρασε η αιτήτρια από άλλη Κυπριακή εταιρεία, σε τιμή πολύ μικρότερη από αυτή που πωλούσε η ενάγουσα στην εναγομένη. Επισυνάπτεται επίσης στην ένορκη δήλωση της ένστασης ως τεκμήριο 2, αναλυτική κατάσταση εξόδων για την αγορά και προώθηση στην Κύπρο των εν λόγω προϊόντων από την εναγομένη. Σύμφωνα με αυτή, το κόστος αγοράς και μεταφοράς του προϊόντος στην Κύπρο ανέρχεται για την αιτήτρια σε €83,70 το κυβικό μέτρο ενώ με βάση τη συμφωνία των διαδίκων η συνολική τιμή που θα έπρεπε να επιβαρύνεται η εναγομένη είναι €63,00 το κυβικό μέτρο. Η εναγομένη μέχρις ότου αντιληφθεί την πιο πάνω αντισυμβατική συμπεριφορά της ενάγουσας, συνέχιζε να διαφημίζει και να προωθεί τα προϊόντα της καταβάλλοντας μεγάλα χρηματικά ποσά, τα οποία ανταπαιτεί από την ενάγουσα. Ήταν η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι ενόψει των πιο πάνω, η εναγομένη έχει καλή υπεράσπιση, η δε προβαλλόμενη ανταπαίτηση θα πρέπει να εξεταστεί υπό τη μορφή της καλόπιστης υπεράσπισης στην αγωγή. Εγείρεται επίσης καλή υπεράσπιση όσον αφορά την απαίτηση της ενάγουσας αφού τυχόν έκδοση απόφασης στο στάδιο αυτό χωρίς να προηγηθεί ανάλυση των γεγονότων, θα στερούσε από την εναγόμενη του δικαιώματος προβολής των ισχυρισμών της. Εξάλλου, η ανταπαίτηση στηρίζεται στην ίδια συμφωνία μεταξύ των μερών (τεκμ.3), επί της οποίας στηρίζεται και η απαίτηση της ενάγουσας. Αγορεύσεις Ο συνήγορος της ενάγουσας στην αγόρευση του, αναφέρθηκε στις προϋποθέσεις έγκρισης του αιτήματος όπως αυτές καθορίζονται στη Δ.18 Θ.1(α). Ήταν η θέση του ότι στην παρούσα περίπτωση, πληρούνται όλες ανεξαιρέτως οι προϋποθέσεις για έγκριση του αιτήματος. Εισηγήθηκε επί του προκειμένου ότι με την ένσταση δεν προβάλλεται οποιοδήποτε επιχείρημα που να υποστηρίζει ότι δεν πληρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις για εξέταση του αιτήματος όπως καθορίζονται στη Δ.18. Επί της ουσίας, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι με την ένορκη δήλωση της αίτησης επιβεβαιώνεται η αιτία αγωγής αλλά και το γεγονός ότι η εναγομένη εταιρεία δεν έχει καλόπιστη υπεράσπιση. Όσον αφορά την ένσταση της εναγομένης, ο συνήγορος επεσήμανε ότι σε κανένα σημείο δεν αμφισβητείται η ύπαρξη του οφειλόμενου ποσού που αξιώνει η ενάγουσα. Με παραπομπή σε σχετική νομολογία, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι δεν έχει καταδειχθεί καμία καλόπιστη υπεράσπιση αναφορικά με την αγωγή. Επιπλέον, λανθασμένα συνδέεται η υποχρέωση της εναγομένης για αποπληρωμή του οφειλόμενου ποσού με την ανταπαίτηση που έχει για κατ' ισχυρισμόν παράβαση της συμφωνίας (τεκμ.3). Λανθασμένα η εναγομένη εκλαμβάνει το τεκμήριο 3 ως αιτία αγωγής αφού αυτό καταρτίστηκε πολύ αργότερα ήτοι τον Σεπτέμβριο του 2014 από τη δημιουργία του τελικού οφειλόμενου ποσού που έγινε τον Φεβρουάριο του 2012. Η συμφωνία (τεκμ.3) κατά το συνήγορο, αποτελεί υποστηρικτικό έγγραφο της μιας και μοναδικής αιτίας αγωγής που είναι το οφειλόμενο προς την ενάγουσα χρέος δυνάμει υπολοίπου λογαριασμού. Το εν λόγω έγγραφο αποτελείται από δύο μέρη εκ των οποίων το ένα αφορά το προϋπάρχον οφειλόμενο ποσό και το άλλο ένα σχέδιο επανεκκίνησης της συνεργασίας των μερών. Αλλά ακόμα και αν κάποιος αποδεχθεί την θέση της εναγομένης για παράβαση του δεύτερου μέρους της συμφωνίας εκ μέρους της ενάγουσας, το γεγονός αυτό σε τίποτε δεν θα άλλαζε το αδιαμφισβήτητο και παραδεκτό γεγονός του χρέους της εναγομένης. Εν κατακλείδι, ήταν η θέση του συνηγόρου ότι στην υποστηρικτική της ενστάσεως ένορκη δήλωση δεν περιέχονται συγκεκριμένες λεπτομέρειες που να θεμελιώνουν τους ισχυρισμούς για καλόπιστη υπεράσπιση. Η συνήγορος της εναγομένης στη δική της αγόρευση, αναφέρθηκε στα γεγονότα της υπόθεσης με έμφαση στις διαβουλεύσεις των μερών που οδήγησαν στην υπογραφή της συμφωνίας (τεκμ.3). Τα ηλεκτρονικά μηνύματα που αναφέρονται στη συμφωνία και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της, δεσμεύουν την ενάγουσα για προσφορά των προϊόντων της προς την εναγομένη, σε ανταγωνιστικές τιμές. Η παράβαση της συμφωνίας εκ μέρους της ενάγουσας είχε ως αποτέλεσμα τη μεγάλη ζημιά της εναγομένης, την οποία αξιώνει με την ανταπαίτηση της. Η ενάγουσα εσκεμμένα και παραπλανητικά δεν προέβηκε σε πλήρη ανάλυση της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, η παράβαση της οποία από την ενάγουσα, είχε ως αποτέλεσμα την οικονομική ζημιά της εναγομένης. Στη συνέχεια, η συνήγορος παρέπεμψε το Δικαστήριο σε νομολογία ερμηνευτική της Δ.18, αναφορικά με την εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Με παραπομπή στην πιο πάνω νομολογία, εισηγήθηκε ότι όπου εγείρεται καλόπιστη ανταπαίτηση που προκύπτει από τα ίδια τα γεγονότα της αγωγής και συνδέεται άμεσα με τους λόγους υπεράσπισης, πρέπει να δίδεται άδεια ακόμα και αν ο εναγόμενος παραδέχεται μέρος ή ολόκληρη την απαίτηση. Επιπλέον με παραπομπή σε νομολογία, η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι συνοπτική απόφαση εκδίδεται σε πολύ εξαιρετικές περιστάσεις και μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Ήταν η θέση της συνηγόρου ότι στην παρούσα περίπτωση, η εναγομένη όχι μόνο έχει αποκαλύψει συζητήσιμη υπεράσπιση αλλά εγείρει και θέμα ανταπαίτησης, το οποίο πηγάζει από την ίδια τη συμφωνία των μερών (τεκμ.3). Ως εκ τούτου, η εναγομένη δεν θα πρέπει να χάσει το δικαίωμα της να καταχωρήσει ολοκληρωμένο και με λεπτομέρεια, το δικόγραφο της υπεράσπισης και ανταπαίτησης της. Άσκηση εκ μέρους της εναγομένης οιουδήποτε άλλου ένδικου μέσου αναφορικά με την ανταπαίτηση που προβάλλει δεν θα ήταν σε καμία περίπτωση προς το συμφέρον της δικαιοσύνης αλλά αντίθετα θα χρειαζόταν ο διπλάσιος δικαστικός χρόνος για να εκδικαστεί ένα ζήτημα, το οποίο αφορά άμεσα την παρούσα αγωγή. Νομική πτυχή Η αίτηση στηρίζεται στην Δ.18 Θ1 (α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που έχει ως ακολούθως: "1 - (
- a)Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2 rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land, (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend." Από την διατύπωση της Δ.18 Θ1 (α) προκύπτει ότι: 1. Ο ενάγων θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι καταχωρήθηκε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και ο εναγόμενος καταχώρησε σημείωμα εμφανίσεως. Πρέπει επίσης να συνοδεύει την αίτηση του με ένορκη δήλωση από τον ίδιο ή από άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. 2. Στην ένορκη δήλωση του, ο ενάγων θα πρέπει να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και να δηλώνει ότι εξ' όσων γνωρίζει, ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην Αγωγή. (βλ. Σταυρινίδης ν. Chekoslovenska Obchondi Banka A.S. [1972] 1 AAΔ 130). Παράλειψη εκπλήρωσης των πιο πάνω προϋποθέσεων, στερεί από το Δικαστήριο, την εξουσία εξέτασης αιτήματος έκδοσης συνοπτικής απόφασης. (Βλ. Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ [1997] 1 Α.Α.Δ. 782). Όταν και εφόσον ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος μετατίθεται στον εναγόμενο να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή. H συνοπτική απόφαση (summary judgement) θα πρέπει να εκδίδεται με πολύ φειδώ και ως εξαίρεση στον βασικό κανόνα ότι το Δικαστήριο ακούει και τις δύο πλευρές προτού καταλήξει στην ετυμηγορία του. Δεν πρέπει να εμποδίζεται ο εναγόμενος να υπερασπιστεί εκτός σε περιπτώσεις όπου είναι αναμφίβολο ότι δεν έχει συζητήσιμη υπεράσπιση. Επίσης δεν εκδίδεται συνοπτική απόφαση όπου προκύπτει σοβαρή διαφωνία ως προς τα γεγονότα και τον Νόμο (βλ. Annual Practice
(1958)σελ. 243). Το γεγονός ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικό στην έκδοση συνοπτικής απόφασης θα πρέπει να ειδωθεί και κάτω από το πρίσμα των προνοιών του άρθρου 30 του Συντάγματος όπου ορίζεται ότι κάθε διάδικος έχει δικαίωμα να προσφύγει στο Δικαστήριο αλλά και να του δοθεί το δικαίωμα στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας να προβάλει τις θέσεις και τα επιχειρήματα του. Η ιδιαίτερη φύση της αίτησης για συνοπτική απόφαση, τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Trans Middle East Trading Ltd v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 AAΔ 239, όπου αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα εξής: " Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο Εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην Ένορκη του Δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (CY.E.M.S. Co. Ltd v. The Central Co- Operative Co Ltd
(1982)1 AAΔ 879). Έτσι, είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο." Για τους πιο πάνω λόγους, η υποχρέωση του ενάγοντα να ικανοποιήσει με την ένορκη του δήλωση τις προϋποθέσεις της Δ.18 Θ1(α), πρέπει να εξετάζεται αυστηρά και με απόλυτη σχολαστικότητα. Σχετική είναι η απόφαση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (ανωτέρω), στην οποία παρατέθηκε στην σελ.789, το πιο κάτω απόσπασμα από την Αγγλική απόφαση Simon and Co v. Palmers Store
(1912)1 ΚΒ 259, 266: "Trial as a rule must precede judgment. Order 14 provides an extraordinary procedure in certain cases; it is a procedure in which, instead of trial first and then judgment, there is judgment at once and never any trial such as procedure must be strictly confined to the specific cases for which it is provided, as set forth in the order" Σχετική είναι επίσης η απόφαση Νεάρχου και Άλλου ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου)
(2005)1 Α.Α.Δ. 818. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την απόφαση αυτή, το οποίο υιοθετήθηκε στην μεταγενέστερη απόφαση Ανδρονίκου κ.α ν. Τράπεζας Κύπρου
(2007)1Β Α.Α.Δ 977: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου.» Στην ίδια απόφαση, τονίζεται ότι η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης συνοπτικής απόφασης πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία, το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ. 136-138) όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία). Σε ενδιάμεσες αιτήσεις δυνάμει της Δ.39 Θ2, αρκούν δηλώσεις πεποίθησης του ενόρκως δηλούντα ότι πιστεύει τα γεγονότα ως αληθινά ή ότι αυτά ευσταθούν από πληροφορίες που έχει. Δεν ισχύει όμως το ίδιο και στις αιτήσεις για συνοπτική απόφαση. Ο ενόρκως δηλών θα πρέπει να έχει δυνάμει της Δ.18 Θ1(α), προσωπική γνώση των γεγονότων και να μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς αυτά. (βλ. Stavrinides - ανωτέρω- σελ. 166 - 167). Επίσης, η αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει να συνοδεύεται από όλα τα τεκμήρια που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση. Γνώση από έγγραφα συνταγμένα χωρίς την συμμετοχή του ενόρκως δηλούντα δεν είναι προσωπική. Βασίζεται σε πληροφορίες και δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις της Δ.18. (Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (ανωτέρω) και The Chain Gulf Traders Ltd κ.α ν. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ 1168). Αφού ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος μετατίθεται στον εναγόμενο να αποκαλύψει συζητήσιμη υπεράσπιση. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει απόφαση υπέρ του ενάγοντα, εκτός εάν ικανοποιηθεί ότι ο εναγόμενος έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή (CY.E.M.S. Co. Ltd v. Central Cooperatives Industrial
(1982)1 CLR 897). Δεν αρκεί ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς για ανυπαρξία αντιπαροχής. Θα πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκη του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο τις υπεράσπισης του επί της ουσίας της αγωγής και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί (Hermes Insurance Co Ltd v. Θεοδωρίδης
(1983)1 CLR 333). Το Δικαστήριο στην παρούσα διαδικασία δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών για να προβεί σε ευρήματα όσον αφορά την υπεράσπιση του εναγομένου, ως να εκδίκαζε την ουσία της αγωγής. Αρκεί να αποκαλυφθεί συζητήσιμο θέμα προς εκδίκαση ούτως ώστε να δοθεί άδεια για υπεράσπιση. ( Βλ. Λαζάρου ν. Μακεδόνας
(1999)1 Α.Α.Δ 817). Σχετική με το πιο πάνω θέμα είναι επίσης η απόφαση Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.α ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε
(2001)1 Α.Α.Δ 418, 423, όπου στην σελίδα 6 λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν την διεξαγωγή κανονικής Δίκης. Εφ' όσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο Εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και σχετικής επί του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο Δίκης στην Αγωγή." Η αγγλική νομολογία καθιέρωσε ως βασική αρχή ότι όπου υπάρχει ειλικρινής διαφωνία αναφορικά με την ερμηνεία ενός εγγράφου στο οποίο βασίζεται η αξίωση ή διαφωνία ως προς τις συμβατικές υποχρεώσεις των μερών είτε ακόμα αβεβαιότητα ως προς το οφειλόμενο ποσόν, πρέπει να δίδεται στον εναγόμενο άδεια για υπεράσπιση (Annual Practice
(1958)σελ. 264, παρ. "Question of fact"). Η προβολή καλόπιστης ανταπαίτησης από τον εναγόμενο, μπορεί από μόνη της να συνιστά υπεράσπιση για τους σκοπούς της Δ.18. Στην υπόθεση Subotic ν. Στυλιανίδη
(1998)1Α Α.Α.Δ 22 λέχθηκαν επί του προκειμένου τα εξής: «Είναι καθιερωμένο ότι όπου εγείρεται καλή τη πίστει ανταπαίτηση που προκύπτει από τα ίδια γεγονότα της αγωγής και συνδέεται άμεσα με τους λόγους υπεράσπισης πρέπει να δίδεται τέτοια άδεια, ακόμα και αν ο εναγόμενος παραδέχεται μέρος ή ολόκληρη την απαίτηση (Βλέπε: Morgan & Son Ltd. v. S. Martin Johnson & Co. [1949] 1 K.B. 107). Η ανταπαίτηση είναι αγωγή (cross action) αλλά για τους σκοπούς της Δ. 18 πρέπει να θεωρείται ως Υπεράσπιση (Βλέπε: Zoedone Co. v. Barrett [1882] 26 S.J. 657).» Προϋποτίθεται βέβαια ότι η ανταπαίτηση είναι καλόπιστη και συνδέεται άμεσα με τα γεγονότα της αγωγής. Η ανάγκη για σχετικότητα μεταξύ ανταπαίτησης με την απαίτηση του ενάγοντα, τονίστηκε και στην παλιότερη υπόθεση CY.E.M.S. Co. Ltd v. Central Cooperatives Industrial (ανωτέρω). Στην ίδια υπόθεση λέχθηκε ότι αν δεν καταδειχθεί συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή αλλά ο εναγόμενος προβάλει εύλογη ανταπαίτηση, το Δικαστήριο δεν θα δώσει άδεια για υπεράσπιση αλλά δύναται να δώσει άδεια για καταχώρηση ανταπαίτησης. Στην περίπτωση αυτή, το Δικαστήριο διατηρεί την δυνατότητα να εκδώσει απόφαση στην αγωγή με έξοδα εναντίον του εναγομένου και να αναστείλει την εκτέλεση της μέχρι την εκδίκαση της ανταπαίτησης. Παρά ταύτα, η άδεια για ανταπαίτηση θα απορριφθεί αν η ανταπαίτηση είναι εντελώς ξένη με την αγωγή ή στην περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει για οποιοδήποτε λόγο στα πλαίσια της διακριτικής του ευχέρειας ότι η ανταπαίτηση θα μπορούσε να εκδικαστεί με ξεχωριστή αγωγή. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής στην σελίδα 905 της πιο πάνω απόφασης CY.E.M.S. Co. Ltd v. Central Cooperatives Industrial « In Anglo-Italian Bank v. Wells (supra) it was held that the right to bring a counterclaim is not a right of course but depends on the discretion of the Judge. Where, therefore, there is clearly no defence to the plaintiff's claim so that the plaintiff should not be put to the trouble and expense of proving it, but the defendant seas up a plausible counterclaim for an amount not less than the plaintiff's claim, the order should not be for leave to defend but should be for judgment for the plaintiff on the claim with costs, with a stay of execution until the trial of the counterclaim or pending further order. (Sheppards & Co. v. Wilkinson & Jarvis, [1889] 6 T.L.R. 13, C.A.). The counterclaim will be disregarded if it is totally foreign to the action or it ought for any reason in the discretion of the Judge to be disposed of by a separate action.» Συμπεράσματα Σε σχέση με τις προδικαστικές προϋποθέσεις της Δ.18, κρίνω ότι αυτές έχουν αποδειχθεί από την ενάγουσα - αιτήτρια. Έχει καταχωρηθεί ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο και επιπλέον έχω ικανοποιηθεί ότι ο ενόρκως δηλών είναι πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Αυτό γιατί είναι διευθυντής της ενάγουσας και εκ της θέσεως του, γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω, στην ένορκη δήλωση της αίτησης επιβεβαιώνεται η αιτία αγωγής με την επισύναψη των σχετικών τεκμηρίων όπως τα τιμολόγια και η κατάσταση λογαριασμού στο όνομα της εναγομένης (τεκμ.1&2). Επισυνάπτεται επίσης η γραπτή σύμβαση μεταξύ των διαδίκων (τεκμ.3), στην οποία μεταξύ άλλων η εναγομένη παραδέχεται ότι οφείλει προς την ενάγουσα το επίδικο ποσόν. Τέλος, δηλώνεται με την ένορκη δήλωση ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση εκ μέρους της εναγομένης. Ενόψει των πιο πάνω, το βάρος έχει μετακινηθεί στους ώμους της εναγομένης για να αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπεράσπιση. Από προσεκτική μελέτη της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση, το πρώτο στοιχείο που διαπιστώνεται είναι ότι δεν παρατίθεται κανένας ισχυρισμός με τον οποίο να αμφισβητείται η οφειλή προς την ενάγουσα όπως αυτή εμφανίζεται στην έκθεση απαίτησης. Αντιθέτως στην ένορκη δήλωση της ένστασης, γίνεται εκτενής αναφορά στην σύμβαση (τεκμ.3), στην οποία μεταξύ άλλων η εναγομένη παραδέχεται την οφειλή της και συμφωνεί σε σχέδιο αποπληρωμής με μηνιαίες δόσεις. Η ενάγουσα με την αγωγή της αλλά και με την ένορκη δήλωση της αίτησης, ισχυρίζεται ότι η εναγομένη παρέβηκε την πιο πάνω συμφωνία αφού δεν συμμορφώθηκε με την υποχρέωση της για πληρωμή μηνιαίων δόσεων. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αμφισβητήθηκε με την ένορκη δήλωση της ένστασης. Η εναγομένη περιορίστηκε στην ένσταση της να προβάλει την θέση ότι έχει καλόπιστη ανταπαίτηση, ισχυριζόμενη ότι η ενάγουσα παρέβηκε το μέρος της σύμβασης με το οποίο συμφωνήθηκε να τις παραχωρούνται εμπορεύματα σε χαμηλές τιμές. Ισχυρίζεται συγκεκριμένα ότι η ενάγουσα παρά την δεσμεύσεις της που πηγάζουν από την πιο πάνω σύμβαση, πώλησε σε ανταγωνιστικές εταιρείες στην Κύπρο, εμπορεύματα σε πολύ χαμηλότερη τιμή από αυτή που πωλούσε τα ίδια εμπορεύματα στην ενάγουσα. Ως αποτέλεσμα, η εναγομένη υπέστη ζημιές τις οποίες ανταπαιτεί από την ενάγουσα λόγω κατ' ισχυρισμό παράβασης της πιο πάνω σύμβασης. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, η ενάγουσα δικαιούται κατά την κρίση μου σε έκδοση συνοπτικής απόφασης αφού δεν έχει καταδειχθεί εκ μέρους της εναγομένης ότι έχει οιανδήποτε υπεράσπιση στην αγωγή. Το μόνο θέμα που απομένει να εξεταστεί από το Δικαστήριο, είναι το κατά πόσον η προβληθείσα ανταπαίτηση, σχετίζεται άμεσα με τα γεγονότα και την νομική βάση της απαίτησης της ενάγουσας ώστε να δοθεί άδεια για να καταχωρηθεί και ακουστεί στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Από προσεκτική μελέτη όλων των δεδομένων που τέθηκαν ενώπιον μου, κρίνω ότι η προβληθείσα ανταπαίτηση δεν σχετίζεται άμεσα με την απαίτηση της ενάγουσας ώστε να ενδείκνυται να ακουστεί στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Η μη αμφισβητηθείσα απαίτηση της ενάγουσας είναι ξεκάθαρη και στηρίζεται σε κατάσταση λογαριασμού, στην βάση συνεργασίας των διαδίκων με την οποία η ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε στην εναγομένη διάφορα εμπορεύματα. Η ανταπαίτηση της ενάγουσας δεν σχετίζεται σε κανένα σημείο με τις πιο πάνω αγοραπωλησίες εμπορευμάτων δυνάμει των οποίων οφείλεται το αξιούμενο ποσόν. Αφορά μελλοντικές πωλήσεις και κατ' ισχυρισμό αποδοχή εκ μέρους της ενάγουσας, υποχρέωσης να προμηθεύσει στο εξής την εναγομένη, εμπορεύματα σε ανταγωνιστικές τιμές. Το γεγονός ότι η ανταπαίτηση στηρίζεται στην συμφωνία (τεκμ.3) δεν σημαίνει ότι σχετίζεται άμεσα με την απαίτηση. Θα συμφωνήσω επί του προκειμένου με τον συνήγορο της αιτήτριας ότι η βάση της αγωγής είναι κατάσταση λογαριασμού για πωληθέντα και παραδοθέντα εμπορεύματα και όχι η σύμβαση (τεκμ.3), η οποία αποτελεί μεταξύ άλλων αποδεικτικό στοιχείο παραδοχής του αιτούμενου χρέους. Επιπλέον, δυνάμει της πιο πάνω νομολογίας και στα πλαίσια της διακριτικής μου ευχέρειας, κρίνω ότι δεν θα ήταν προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να δοθεί άδεια για καταχώρηση ανταπαίτησης στην παρούσα αγωγή με ταυτόχρονη έκδοση συνοπτικής απόφασης, η εκτέλεση της οποίας θα αναστελλόταν μέχρι την εκδίκαση της ανταπαίτησης. Πέραν του γεγονότος ότι η προβληθείσα ανταπαίτηση δεν σχετίζεται άμεσα με τα γεγονότα και την βάση αγωγής, κρίνω ότι θα ήταν άδικο για την πλευρά της ενάγουσας να αναμένει την εκδίκαση της ανταπαίτησης προκειμένου να εκτελέσει μια απόφαση για την οποία δεν υπάρχει αμφισβήτηση εκ μέρους της εναγομένης ως προς το ύψος αξία των οφειλομένων ποσών. Η πιο πάνω κατάληξη, σχετίζεται και με το γεγονός ότι τίποτα δεν εμποδίζει την εναγομένη να προβάλει τις θέσεις στις οποίες στηρίζει την ανταπαίτηση της με ξεχωριστή αγωγή. Ενόψει όλων των πιο πάνω, εκδίδεται συνοπτική απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγομένης για το ποσόν των €193.324,05 πλέον νόμιμο τόκο. Τα έξοδα της αγωγής όπως και τα έξοδα της παρούσας αίτησης να τα επιβαρυνθεί η εναγομένη ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο