ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. ΔΑΝΙΗΛ ΧΑΤΖΗΤΤΟΦΗΣ, Αρ. Αγωγής: 2240/09, 26/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A271 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Ν. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2240/09 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ Ενάγουσα -και- ΔΑΝΙΗΛ ΧΑΤΖΗΤΤΟΦΗΣ Εναγόμενος ΚΑΙ ΔΙ΄ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ ΔΑΝΙΗΛ ΧΑΤΖΗΤΤΟΦΗΣ Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντας -και-
- ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ
- EMF INVESTORS LTD
- CLR STOCKBROKERS LTD
- ΚΩΣΤΑΣ ΤΟΥΜΠΟΥΡΗΣ Εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 26 Απριλίου,
- Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα-εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 και εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2: κα Δέσποινα Τταουξιή για Τάσσος Παπαδόπουλος και Σία Δ.Ε.Π.Ε.. Για τον εναγόμενο-εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντα: κ. Κ. Γεωργίου για Α. Σ. Παπαντωνίου. Για την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 3: καμία εμφάνιση. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή, η ενάγουσα τράπεζα διεκδικεί από τον εναγόμενο το ποσό των €100.045,23 σεντ πλέον τόκο προς 10.5% ετησίως από 1.1.
- Τα γεγονότα που δημιουργούν το υπόβαθρο για την πιο πάνω διεκδίκηση - σύμφωνα με τους διαλαμβανόμενους στην Έκθεση Απαιτήσεως ισχυρισμούς - έχουν ως ακολούθως: Στις 17.10.2008, η ενάγουσα υπέγραψε συμφωνία με την Euroinvestment & Finance Public Ltd (η οποία μέχρι τις 21.7.2005 ονομαζόταν Euroinvestment & Finance Ltd) - εφεξής η Euroinvestment - για την εξαγορά των τραπεζικών και πλείστων άλλων της εργασιών. Ο χρόνος ολοκλήρωσης της μεταβίβασης των πιο πάνω, καθορίστηκε ως η 5.12.
- Η μεταβίβαση των εργασιών δημοσιεύθηκε και στην Επίσημη Εφημερίδα στις 13.2.
- Με τον τρόπο αυτό, η ενάγουσα έχει αποκτήσει τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της Euroinvestment, που απορρέουν από τα επίδικα θέματα και συγκεκριμένα από τις συμφωνίες μεταξύ Euroinvestment και εναγομένου. Τα επίδικα αυτά γεγονότα έχουν ως ακολούθως: Με γραπτή συμφωνία χρηματοδότησης επενδυτικού σχεδίου, που έγινε στις 23.4.1998, μεταξύ Euroinvestment και εναγόμενου, συμφωνήθηκε όπως ο εναγόμενος συμμετάσχει στο «επενδυτικό σχέδιο» της Euroinvestment και στο πλαίσιο τούτο, τύχει χρηματοδότησης και/ή τραπεζικών διευκολύνσεων. Βάσει της εν λόγω συμφωνίας, η Euroinvestment παραχώρησε στον εναγόμενο πιστωτικές διευκολύνσεις με αρχικό όριο £20.000, το οποίο αυξήθηκε, κατόπιν αιτήματος του εναγόμενου στις 9.7.1999, σε £30.
- Οι διευκολύνσεις, παραχωρήθηκαν με σκοπό την από μέρους του εναγόμενου αγορά και πώληση αξιών που ήταν εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, μέσω αδειούχων χρηματιστηριακών γραφείων. Μερικοί ουσιώδεις όροι που διέπουν την εν λόγω συμφωνία, παρατίθενται στην παράγραφο 9 της Έκθεσης Απαίτησης. Με βάση τη συμφωνία των μερών, η Euroinvestment άνοιξε λογαριασμό προς όφελος του εναγόμενου, στον οποίο γίνονταν οι διάφορες χρεώσεις και πιστώσεις σχετικά με την αγορά και πώληση αξιών στο Χ.Α.Κ. Τις χρηματιστηριακές πράξεις εκ μέρους του εναγόμενου, τις εκτελούσε το χρηματιστηριακό γραφείο CLR Stockbrokers Ltd, το οποίο, διόρισε ο εναγόμενος, δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου. H Euroinvestment απέστελλε στον εναγόμενο καταστάσεις λογαριασμού σε τακτά χρονικά διαστήματα και ο τελευταίος ουδέποτε αμφισβήτησε ή αρνήθηκε οποιεσδήποτε πράξεις, χρεώσεις ή και πιστώσεις που γίνονταν στον εν λόγω λογαριασμό. Περαιτέρω, η Euroinvestment πληροφόρησε κατ' επανάληψη τον εναγόμενο, ότι, οι εξασφαλίσεις που είχε συνεισφέρει υπό μορφή μετρητών ή μετοχών δυνάμει της συμφωνίας, είχαν μειωθεί κάτω από το ποσοστό κάλυψης του υπολοίπου του λογαριασμού, παραβιάζοντας έτσι ουσιώδη όρο της συμφωνίας. Παρόλα ταύτα, ο εναγόμενος παρέλειψε να συμμορφωθεί και να παράσχει την αναγκαία εξασφάλιση, με αποτέλεσμα, η Euroinvestment, με επιστολή της ημερ. 15.6.2006, να τερματίσει τη λειτουργία του εν λόγω λογαριασμού, καλώντας συνάμα τον εναγόμενο, να εξοφλήσει το χρεωστικό υπόλοιπο. Κατά την ημερομηνία τερματισμού ο λογαριασμός του εναγόμενου παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους £53.326,05 (€91.112,77) πλέον τόκο προς 10.5% από 1.1.
- Η Euroinvestment όμως, μέσω της EMF Investors Ltd, προχώρησε, δυνάμει της συμφωνίας, στην εκποίηση αξιών, με αποτέλεσμα το υπόλοιπο να μειωθεί στις £50.282,05 πλέον τόκο από 1.1.
- Το οφειλόμενο ποσό, με βάση την ισοτιμία μεταξύ Κυπριακής Λίρας και Ευρώ και της προσθήκης τόκων μέχρι τη 1.1.2008, ανέρχεται σε €100.045,23, ως δηλαδή η σχετική αξίωση που υποβάλλεται δια της παρούσας αγωγής. Από πλευράς του, ο εναγόμενος δεν περιορίστηκε στην υποβολή Υπεράσπισης στα όσα του καταλογίζονται. Τουναντίον, με ένα πολυσέλιδο, πολύπλοκο και σε πολλά σημεία, επαναλαμβανόμενο δικόγραφο, προέβαλε και ανταπαίτηση, όχι μόνο εναντίον της ενάγουσας, αλλά και εναντίον των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 2, 3 και
- Το δικόγραφο αυτό δεν συνάδει με τα όσα επιτάσσει η Διαταγή 19, θ.2 και 4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ο θεσμός 2, αναφέρεται σε δικόγραφα τόσο σύντομα, όσο το επιτρέπει η φύση της υπόθεσης και ο θεσμός 4, σε δικόγραφα που να περιέχουν σε συνοπτική μορφή μια έκθεση των ουσιωδών γεγονότων, στα οποία στηρίζεται η αξίωση του διαδίκου. Το συγκεκριμένο δικόγραφο, δεν συνέβαλε στην αποκρυστάλλωση των επιδίκων θεμάτων, αντίθετα, τα περιέπλεξε. Στην πορεία της υπόθεσης, η ανταπαίτηση εναντίον του εξ ανταπαιτήσεως εναγομένου 4 αποσύρθηκε. Παρέμεινε όμως εναντίον των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 1, 2 και
- Στο σημείο αυτό, θα επιχειρήσω να καταγράψω κάποιες, κύριες, δικογραφημένες θέσεις του εναγομένου, οι οποίες αποκρυσταλλώνονται σε ικανοποιητικό βαθμό συνοχής και συγκρότησης, τονίζοντας συνάμα, ότι, το δικόγραφο ως σύνολο, παρά την απουσία εκτενούς αναφοράς, το διεξήλθα με κάθε προσοχή. Ο πρώτος ισχυρισμός που διαλαμβάνεται στην παράγραφο 1(α), χαρακτηρίζεται ως προδικαστική ένσταση - αν και επαναλαμβάνεται σε ανασκευασμένη μορφή και σε άλλα σημεία του δικογράφου. Σύμφωνα λοιπόν με τον εν λόγω ισχυρισμό, υπήρξε ασύγγνωστη ολιγωρία από πλευράς ενάγουσας από το 2000 που ανετράπη το περιθώριο ασφαλείας μέχρι το 2006 που τερματίστηκε ο επίδικος λογαριασμός και ακόμα περισσότερη μέχρι το 2009 που καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή. Η ολιγωρία αυτή, δημιουργεί κώλυμα για συνέχιση της διαδικασίας και/ή για διεκδίκηση οποιουδήποτε ποσού. Πέραν τούτου, αποτελεί θέση του εναγομένου, ότι, η Euroinvestment, κατά τον ουσιώδη χρόνο, παράνομα ασχολείτο με εργασίες χρηματοδότησης επενδύσεων στο Χ.Α.Κ. και δεν κατείχε άδεια άσκησης τραπεζικών εργασιών. Τέτοια άδεια απέκτησε μόλις στις 29.8.
- Περαιτέρω, ο εναγόμενος ισχυρίζεται, ότι, η Euroinvestment με δόλιο και παραπλανητικό τρόπο, του παρουσίασε ένα επενδυτικό σχέδιο με υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις για την οικονομική του επιτυχία, πείθοντας τον, με τον τρόπο αυτό, να συμμετάσχει. Λεπτομέρειες των υποσχέσεων και διαβεβαιώσεων που δόθηκαν από την Euroinvestment, παρατίθεται στην παράγραφο 10 του δικογράφου. Οι υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις αυτές, ουδέποτε τηρήθηκαν, με αποτέλεσμα ο εναγόμενος να υποστεί ζημιά και απώλεια. Η Euroinvestment και η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 3 - αναφέρεται σε άλλο σημείο - χωρίς να του αποστέλλουν οποιεσδήποτε καταστάσεις λογαριασμού, προέβαιναν σε επεμβάσεις, αλλοιώσεις και εγγραφές στον εν λόγω λογαριασμό, εν αγνοία και/ή χωρίς την έγκριση ή συγκατάθεση του εναγομένου. Περαιτέρω, η Euroinvestment, με σκοπό την επέκταση των δραστηριοτήτων της και αύξηση των κερδών της, σε βάρος του εναγόμενου, τροποποίησε μονομερώς τη συμφωνία, ώστε να καταστεί ουσιώδης όρος της, ότι, οι εξασφαλίσεις του εναγόμενου, θα υπερκάλυπταν κατά 200% το χορηγηθέν όριο και σε αντίθετη περίπτωση, αν ο εναγόμενος δεν προσκόμιζε αντίστοιχες πρόσθετες εξασφαλίσεις ώστε να τηρείται η συμφωνηθείσα αναλογία, τότε η Euroinvestment, υποχρεούτο να πωλήσει τις δεσμευμένες μετοχές, οι οποίες, εγγράφοντο για σκοπούς εξασφάλισης, επ' ονόματι της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 2, ώστε να αποκαθίστατο η αναλογία αυτή. Προβαίνοντας στις εν λόγω μονομερείς τροποποιήσεις, η Euroinvestment, αποστέρησε από τον εναγόμενο το δικαίωμα να λειτουργεί ελεύθερα και ειδικά να ρευστοποιεί στο χρόνο που αυτός ήθελε. Επιπλέον, η Euroinvestment, απέκρυψε από τον εναγόμενο την ύπαρξη Εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας, με τις οποίες, αφενός, απαγορεύετο το άνοιγμα νέων επενδυτικών λογαριασμών και αφετέρου, σε περίπτωση υφιστάμενων λογαριασμών, επιβαλλόταν υποχρέωση κλεισίματος τους. Στο πλαίσιο τούτο, ο λογαριασμός του εναγόμενου, θα έπρεπε να κλείσει, το αργότερο μέχρι τις 31.10.1999 και να του αποδοθεί η αξία του χαρτοφυλακίου του, αφού αφαιρούσε οποιοδήποτε υπόλοιπο του ορίου. Το ποσό αυτό, το ανταπαιτεί ο εναγόμενος. Επιπλέον, ο εναγόμενος ισχυρίζεται, ότι, η επίδικη συμφωνία και τα πληρεξούσια έγγραφα είναι εξ υπαρχής άκυρα, ως παράνομα, αφού αντιβαίνουν και/ή καταστρατηγούν το άρθρο 19
(18)των Κανονισμών που εκδόθηκαν δυνάμει του Περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Νόμου. Αναφορικά με την αύξηση του ορίου από £20.000 σε £30.000 που αναφέρεται στην παράγραφο 12 της Έκθεσης Απαίτησης, ο εναγόμενος την παραδέχεται μεν, αλλά επισημαίνει, ότι, για επίτευξη τούτου, η Euroinvestment απαίτησε και έλαβε απ' αυτόν, επιπλέον εξασφαλίσεις, έτσι που συνολικά, οι εξασφαλίσεις να ανέλθουν σε £60.
- Άλλος συναφής ισχυρισμός του εναγόμενου, είναι, ότι, η ευθύνη του θα περιοριζόταν μέχρι του ποσού των μετοχών που κατέθεσε ως εξασφάλιση, με αντίστοιχη υποχρέωση της Euroinvestment να πωλήσει αμέσως αυτές τις μετοχές, μόλις το όριο του δεν καλύπτετο. Αυτή την υποχρέωση, δεν την έχει τηρήσει η Euroinvestment, με αποτέλεσμα να φέρει η ίδια αποκλειστικά την ευθύνη για τυχόν ζημιά στο λογαριασμό του εναγόμενου. Μάλιστα, η Euroinvestment, σκόπιμα δεν προχώρησε στην πώληση των μετοχών κατά το χρόνο που έπρεπε, για να μπορεί να χρεώνει το λογαριασμό με παράνομους τόκους και έξοδα, προσποριζόμενη με τον τρόπο αυτό, αθέμιτη και παράνομη ωφέλεια. Την υποχρέωση πώλησης των μετοχών την έφερε παράλληλα τόσο η εμπιστευματοδόχος εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2 όσο και ο χρηματιστής εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη
- Σε άλλο σημείο του δικογράφου, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η συμφωνία είχε καταρτιστεί και/ή συνέχισε να εφαρμόζεται παράνομα, με δόλο και/ή ψευδείς παραστάσεις εκ μέρους της Euroinvestment. Επί τούτου, παρατίθενται λεπτομέρειες στην παράγραφο 34 του δικογράφου. Η Euroinvestment, επέδειξε και αμέλεια ως προς τη διατήρηση του λογαριασμού στην καθορισμένη αναλογία. Επ' αυτού παρατίθενται λεπτομέρειες στην παράγραφο 35 του δικογράφου. Άλλος ισχυρισμός του εναγόμενου, είναι, ότι, η Euroinvestment γνώριζε και/ή όφειλε να γνωρίζει ότι η σχέση του εναγόμενου μαζί της και της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 2 ήταν σχέση εμπιστεύματος και/ή εξ υπαγωγής εμπιστεύματος (constructive trust) αλλά, παρ' όλα ταύτα, παρέλειψαν να διαχειριστούν την περιουσία του, με βάση αυτή τη σχέση, προκαλώντας του ζημιά. Για όλους τους λόγους αυτούς, ο εναγόμενος αρνείται ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην ενάγουσα και ανταπαιτεί εναντίον της ενάγουσας και της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 2 διάφορες δηλωτικές αποφάσεις, που απολήγουν σε ακύρωση της πιο συμφωνίας, του επενδυτικού λογαριασμού και/ή του επενδυτικού σχεδίου εν γένει. Περαιτέρω, ζητά απόφαση για επιστροφή από την ενάγουσα και/ή την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2 του ποσού των £60.000 (€102.529) το οποίο, αντιπροσώπευε την αξία των υπό παρακαταθήκη, με την ευρεία έννοια/εγγύηση μετοχών και των μετρητών, όπως απαιτούσε η Euroinvestment και το οποίο ο εναγόμενος απώλεσε. Διαζευκτικά, ζητά απόφαση για το ποσό το οποίο αντιπροσώπευε την αξία του χαρτοφυλακίου του στις 31.12.1999 μείον το ποσό του χρησιμοποιηθέντος ορίου. Περαιτέρω, ζητά συνεισφορά για παράνομες και αντισυμβατικές ενέργειες και/ή παραλείψεις της Euroinvestment και/ή της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 2 ως καταπιστευματοδόχου. Περαιτέρω, ζητά και αποζημίωση για παράβαση συμφωνίας, για αμέλεια και/ή για παράβαση νόμιμων καθηκόντων. Θεραπείες ζητά και εναντίον της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης
- Η ενάγουσα και η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2 καταχώρισαν κοινή Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, εμμένοντας ουσιαστικά στη θεώρηση των γεγονότων, όπως εκτίθεται στην Έκθεση Απαίτησης και απορρίπτοντας όλους τους ισχυρισμούς του εναγόμενου. Κοινό δικόγραφο καταχώρισαν και οι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 3 και 4, με το οποίο, επίσης απορρίπτουν όλους τους κύριους ισχυρισμούς του εναγόμενου. Αξίζει να σημειωθεί, ότι, η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 3 δεν εκπροσωπήθηκε στην ακρόαση, αφού οι δικηγόροι της, είχαν από προηγούμενο στάδιο της δικαστικής διαδικασίας, αποσυρθεί. Όσον αφορά τον εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενο 4, όπως ήδη έχω αναφέρει, η εναντίον του απαίτηση, αποσύρθηκε. Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν τρεις μάρτυρες. Ο Γενικός Διευθυντής της ενάγουσας, Μάριος Σαββίδης (Μ.Ε.1), ο εναγόμενος - Δανιήλ Χατζηττοφής (Μ.Υ.1) και ο λειτουργός του Χ.Α.Κ., Πανίκος Χριστοφόρου (Μ.Υ.2). Συνάμα, κατατέθηκε, χωρίς ένσταση, μεγάλος αριθμός εγγράφων. Πρόκειται για τα εξής: Τεκμήριο 1 Πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35
(3)του Ν.31(Ι)/
- Τεκμήριο 2 Αντίγραφο πιστοποιητικού αλλαγής ονόματος. Τεκμήριο 3 Αντίγραφο συμφωνίας ημερ. 17.10.
- Τεκμήριο 4 Επιστολή ημερ. 5.12.
- Τεκμήριο 5 Αντίγραφο δημοσίευσης Γνωστοποίησης του Εφόρου Εταιρειών. Τεκμήριο 6 Επιστολή ημερ. 27.8.
- Τεκμήριο 7 Επιστολή ημερ. 11.10.
- Τεκμήριο 8 Επιστολή ημερ. 12.10.2004 για την αλήθεια του περιεχομένου της. Τεκμήριο 9 Αντίγραφο της αίτησης του εναγομένου ημερ.24.3.1998 για συμμετοχή στο επενδυτικό σχέδιο. Τεκμήριο 10 Συμφωνία χρηματοδοτήσεως επενδυτικού σχεδίου ημερ. 23.4.
- Τεκμήριο 11 Αντίγραφο Πληρεξούσιου Εγγράφου. Τεκμήριο 12 Δέσμη Contract Notes σελίδες 1-
- Τεκμήριο 13 Επιστολή ημερ. 17.6.
- Τεκμήριο 14 Επιστολή ημερ. 9.7.
- Τεκμήριο 15 Επιστολή-Ειδοποίηση ημερ. 18.7.
- Τεκμήριο 16 Δέσμη αποτελούμενη από 14 επιστολές. Τεκμήριο 17 Δέσμη αποτελούμενη από 3 επιστολές. Τεκμήριο 18 Αντίγραφο επιστολής ημερ. 19.4.
- Τεκμήριο 19 Κατάσταση λογαριασμού ημερ. 16.5.2006 αποτελούμενη από 16 σελίδες. Τεκμήριο 20 Κατάσταση λογαριασμού ημερ. 12/2007 αποτελούμενη από τρεις σελίδες. Τεκμήριο 21 Κατάσταση λογαριασμού ημερ. 4/
- Τεκμήριο 22 Κατάσταση λογαριασμού ημερ. 2/
- Τεκμήριο 23 Κατάσταση λογαριασμού ημερ. 10.3.
- Τεκμήριο 24 Κατάσταση λογαριασμού ημερ. 1.1.2014- 31.12.
- Τεκμήριο 25 Επιστολή ημερ. 19.10.
- Τεκμήριο 26 Δέσμη αντιγράφων 2 επιστολών ημερ. 13.7.2000 και 18.7.
- Τεκμήριο 27 Δέσμη αντιγράφων αποτελούμενη από 8 επιστολές. Τεκμήριο 28 Αντίγραφο επιστολής ημερ. 24.5.
- Τεκμήριο 29 Αντίγραφο επιστολής τερματισμού ημερ. 15.6.
- Τεκμήριο 30 Contract Notes σελίδες 1-
- Τεκμήριο 31 Δέσμη Εγκυκλίων Κεντρικής Τράπεζας (για την αλήθεια του περιεχομένου τους). Τεκμήριο 32 Κατάλογος χρηματιστηριακών πράξεων από 1.10.1999-30.9.
- Τεκμήριο 33(α) Τρεις συναλλαγές ημερ. 8.10.
- Τεκμήριο 33(β) Συναλλαγή ημερ. 2.5.
- Ο Μ.Ε.1 υιοθέτησε μακροσκελή γραπτή δήλωση (έγγραφο 1), καταθέτοντας παράλληλα και πολλά τεκμήρια Ο μάρτυρας αυτός, από το 1996 - 2006 ήταν Εκτελεστικός Πρόεδρος της Euroinvestment και από το 1997 Εκτελεστικός Πρόεδρος της EMF Investors Ltd, η οποία μέχρι τις 5.12.2008 ήταν θυγατρική εταιρεία της Euroinvestment. Από το 2008 είναι Γενικός Διευθυντής της ενάγουσας. Αναφέρθηκε εκτενώς, τόσο στις λεπτομέρειες της εξαγοράς των εργασιών της Euroinvestment από την ενάγουσα, όσο και στα όσα αφορούσαν τη συμμετοχή του εναγομένου στο επενδυτικό σχέδιο της Euroinvestment και στο άνοιγμα, τους όρους και γενικά τη λειτουργία του επενδυτικού του λογαριασμού. Αναφορά έκανε και στις επιμέρους συναλλαγές και την εξελικτική διαμόρφωση της οφειλής του εναγομένου προς την ενάγουσα. Γενικά, η κυρίως του εξέταση, κινήθηκε στις γραμμές της Έκθεσης Απαίτησης της ενάγουσας. Κατά την αντεξέταση, ανέφερε, ότι, δεν ήταν σε θέση να αναφέρει πότε ανατράπηκε η εξασφάλιση του 100% και του 200%, αφού οι αξίες μεταβάλλονταν καθημερινά και δεν είχε στοιχεία αυτών των μεταβολών σε συνάρτηση με το εκάστοτε υπόλοιπο του λογαριασμού. Πάντως, επέμενε, ότι, ο εναγόμενος ενημερωνόταν με σειρά επιστολών για τις ανατροπές του περιθωρίου εξασφάλισης. Η Euroinvestment δεν προέβη τότε σε πωλήσεις μετοχών, πρόσθεσε, διότι δεν είχε τέτοια υποχρέωση. Επί τούτου, αρνήθηκε, υποβολές, ότι, ο λόγος που δεν το έπραξε ήταν για να συνεχίσει να χρεώνει με τόκους και προμήθειες τον λογαριασμό του εναγομένου. 'Ολες οι χρεώσεις, έγιναν βάσει της σύμβασης. Πρόσθεσε δε, ότι, ο ίδιος ο εναγόμενος, είχε κάθε δικαίωμα να προβεί σε πωλήσεις μετοχών, αλλά επέλεξε να μην το πράξει. Γνώμονας της Euroinvestment ήταν να ειδοποιήσει τον πελάτη της και να του δώσει την ευκαιρία να λάβει διορθωτικές κινήσεις, είτε προβαίνοντας σε πωλήσεις μετοχών είτε καταθέτοντας επιπλέον εξασφάλιση. Σε σχέση με την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2, δέχθηκε, ότι, ενεργούσε ως καταπιστευματοδόχος της Euroinvestment (όχι του εναγομένου), αφού στην πράξη, οι μετοχές που αγόραζαν οι πελάτες, εγγράφονταν επ' ονόματι της. Σε υποβολή, ότι, ο εναγόμενος δεν έδωσε καμία εντολή για τον επίδικο λογαριασμό και ότι όλες οι πράξεις γίνονταν από την CLR, ο μάρτυρας, ανέφερε, ότι, δεν γνωρίζει αν οι εντολές δόθηκαν από τον ίδιο τον εναγόμενο ή από τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του, CLR. Υποδειχθείς δέσμη εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας (το μετέπειτα τεκμήριο 31), ανέφερε, ότι, τέθηκαν υπόψη του και σε άλλη δίκη, αλλά, οι εγκύκλιες αυτές, ουδέποτε απεστάλησαν στην Euroinvestment. Οι εγκύκλιες δεν δέσμευαν την Euroinvestment, κατά την εν λόγω περίοδο. Ο Μ.Υ.1 υιοθέτησε και αυτός μακροσκελή γραπτή δήλωση (έγγραφο 2). Μεταξύ άλλων, παραδέχεται τη συμμετοχή του στο επενδυτικό σχέδιο της Euroinvestment, χαρακτηρίζοντας τη CLR πληρεξούσιο αντιπρόσωπο, όχι μόνο του ιδίου αλλά και της ΕΜF και της Euroinvestment. Δέχεται, ότι, με βάση το πληρεξούσιο (όρος (α) του τεκμηρίου 11) η CLR ήταν εξουσιοδοτημένη να αγοράζει και να πωλεί εκ μέρους του μετοχές, χωρίς την εντολή του. Ισχυρίστηκε, όμως, ότι, με βάση τον όρο 5 του τεκμηρίου 9 αλλά και του τεκμηρίου 11, ο ίδιος δεν είχε δικαίωμα να προβεί σε πωλήσεις μετοχών μετά την ανατροπή του ποσοστού κάλυψης. Με βάση δε το τεκμήριο 11, δεν είχε ούτε δικαίωμα να αλλάξει χρηματιστή. Περαιτέρω, ανέφερε, ότι, όλες τις χρεώσεις τις δέχτηκε και τις προσυπέγραψε, αλλά με βασική προϋπόθεση, η Euroinvestment να επιμείνει στη μη ανατροπή του όρου 5 του τεκμηρίου
- Στο πλαίσιο τούτο καυτηρίασε την επιλογή της Euroinvestment να μην προχωρήσει στην πώληση μετοχών και στο κλείσιμο του λογαριασμού κατόπιν ανατροπής του περιθωρίου εξασφάλισης. Αν το έπραττε, δεν θα υπήρχε σήμερα επίδικο θέμα, συμπλήρωσε. Αντίθετα, με την καταχρηστική της αδράνεια, μεγιστοποίησε το δικό της κέρδος, σε βάρος του ιδίου. Υποχρέωση πώλησης των μετοχών, υπήρχε δυνάμει και του καταπιστεύματος (trust), όπου από τη μια η Euroinvestment και EMF ήταν οι καταπιστευματοδόχοι (trustees) και ο ίδιος, o πραγματικός ιδιοκτήτης (beneficial owner) των μετοχών. Ισχυρίστηκε επίσης, ότι, είναι με καθυστέρηση που τον ενημέρωσαν για την ανατροπή του περιθωρίου, κάτι που του αποστέρησε το δικαίωμα, να καταθέσει μετρητά ή να προσφέρει μετοχές για αποκατάσταση του ορίου. Σε σχέση με τις Οδηγίες και Εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας, ανέφερε, ότι, η Euroinvestment, ως τραπεζικός οργανισμός, είχε υποχρέωση να τις ακολουθεί και να συμμορφώνεται με αυτές. Στο πλαίσιο τούτο έκανε αναφορά σε διάφορες σχετικές Εγκυκλίους (μέρος του τεκμηρίου 31). Τελικώς ισχυρίστηκε, πως, δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην ενάγουσα ή αν οφείλει, δικαιούται συνεισφορά ή εξόφληση του χρέους από την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη
- Αντεξεταζόμενος και αφού αναφέρθηκε στα ακαδημαϊκά και επαγγελματικά του προσόντα, δέχθηκε, ότι, γνώριζε πώς λειτουργούσε ο επίδικος λογαριασμός και τους κινδύνους που υπήρχαν τόσο για τον ίδιο όσο και για την τράπεζα. Διατηρούσε μάλιστα και άλλους τέτοιους λογαριασμούς. Περαιτέρω δέχθηκε υποβολή, ότι, όλες οι χρεώσεις του επίδικου λογαριασμού ήταν νόμιμες και συμβατικές (αν και υπέρμετρες) αλλά, κατά τα λεγόμενα του, η Euroinvestment, δεν εξετέλεσε το δικό της μέρος της συμφωνίας. Βασικά, ό,τι ήθελε έκανε, κατέληξε. Ο Μ.Υ.2 - λειτουργός του Χ.Α.Κ. κατάθεσε τον κατάλογο χρηματιστηριακών συναλλαγών στο όνομα και ταυτότητα του εναγομένου από 1.10.99 - 30.9.06 (τεκμήριο 32) καθώς και τρεις άλλες συναλλαγές στο όνομα του (χωρίς αριθμό ταυτότητας) ημερ.8.10.99 (τεκμήριο 33(α)) και μια ακόμα ημερ. 2.5.00 (τεκμήριο 33(β)). Αντεξεταζόμενος, αναγνώρισε, τις τέσσερις τελευταίες συναλλαγές στη δέσμη (τεκμήριο 12) ενώ σε σχέση με συναλλαγές πριν την 1.10.1999, ανέφερε, ότι, δεν γνωρίζει αν έγιναν ή όχι, καθ' ότι, τότε, δεν διατηρούντο στοιχεία. Μετά το πέρας της μαρτυρίας του Μ.Υ.2, σειρά πήραν οι δικηγόροι των μερών για να παραθέσουν την επιχειρηματολογία τους. Αμφότεροι, ετοίμασαν, υιοθέτησαν και κατέθεσαν εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις. Τις αγορεύσεις αυτές τις μελέτησα με προσοχή και ενδελέχεια. Ζητήματα, πραγματικά και νομικά, τα οποία άπτονται των επιδίκων θεμάτων, θα τα σχολιάσω στον βαθμό που απαιτείται, σε κατοπινό στάδιο αυτής της απόφασης. Προέχει όμως να αξιολογηθεί η προσκομισθείσα μαρτυρία για να διαφανεί η πορεία πλεύσης της υπόθεσης και η σειρά των θεμάτων που θα πρέπει να εξετασθούν. Ο μάρτυρας της ενάγουσας, Μ.Ε.1 μου προξένησε εξαιρετική εντύπωση. Η μαρτυρία του ήταν συμπαγής και τεκμηριωμένη, καλύπτοντας σημείο προς σημείο την απαίτηση της ενάγουσας, ξεκινώντας από την όλη διαδικασία ανάληψης των εργασιών της Euroinvestment από την ενάγουσα μέχρι το άνοιγμα, τους όρους και την εν γένει λειτουργία του επενδυτικού λογαριασμού (margin account) από τον εναγόμενο. Η μαρτυρία του πλαισιώθηκε και από τα ανάλογα γραπτά πειστήρια (τεκμήρια 1-29), τα οποία κατατέθηκαν χωρίς αμφισβήτηση ή ένσταση. Αναλυτική υπήρξε και η περιγραφή των καταστάσεων λογαριασμού του εναγομένου από το άνοιγμα του μέχρι και την 31.12.2014 (τεκμήρια 19-24), περιγραφή, η οποία, ανέδειξε και απέδειξε το οφειλόμενο ποσό με βάση την Έκθεση Απαίτησης. Ούτε και επ' αυτού υπήρξε αμφισβήτηση. Αντίθετα, ο εναγόμενος, ρητά ανέφερε, ότι, δεν αμφισβητεί τη νομιμότητα των χρεώσεων. Οι θέσεις του εναγομένου είχαν να κάμουν περισσότερο με κατ' ισχυρισμό (συμβατικές και άλλες) παραλείψεις της προκατόχου της ενάγουσας (όπως το μη κλείσιμο του λογαριασμού και την πώληση μετοχών έγκαιρα, τη μη συμμόρφωση με Εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας κ.α.) και όχι με στοχευμένους ισχυρισμούς για ανατοκισμό ή υπερχρεώσεις. Όπως και να έχει, ο μάρτυρας απάντησε με επάρκεια σε όσες τις υποβολές που του έγιναν, χωρίς αμφιταλαντεύσεις και χωρίς να υποπέσει σε καμία αντίφαση ουσίας. Ως εκ των ανωτέρω, αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του. Ο εναγόμενος - Μ.Υ.1 δεν μου προξένησε καλή εντύπωση. Χωρίς να θεωρώ το σύνολο των λεγομένων του αναληθές, διαπίστωσα μια έντονη και έκδηλη προσπάθεια να απαλλαγεί ευθύνης με κάθε τρόπο και να την μετακυλήσει στους ώμους της ενάγουσας και των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 2 και
- Στην προσπάθεια του αυτή, θεωρώ, ότι, κατέφυγε και σε ψεύδη, όπως παραδείγματος χάρη, όταν ισχυρίστηκε ότι η κατ' εξακολούθηση αγοραπωλησία μετοχών στο Χ.Α.Κ, γινόταν αυτόβουλα από τους χρηματιστές (εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 3) - χωρίς την εντολή, συγκατάθεση ή γνώση του. Τον ισχυρισμό αυτό, τον εντάσσω στο γενικότερο πλαίσιο της ανεπιτυχούς προσπάθειας του, να πείσει, ότι, όλα γινόντουσαν εν αγνοία του και αυτός - περίπου - ήταν το αμέριμνο και αμέτοχο θύμα της όλης υπόθεσης. Ο ισχυρισμός αυτός, με κάθε εκτίμηση, δεν πείθει, αφού αντιστρατεύεται της λογικής αλλά και της ροής των γεγονότων που κατέδειξε η μαρτυρία. Δηλαδή του αιτήματος του για αύξηση του ορίου από £20.000 σε £30.000 για να έχει περισσότερα χρήματα να επενδύει. Την από μέρους του ανάληψη χρημάτων από τον εν λόγω λογαριασμό. Την αδιαμαρτύρητη ανοχή του για κάθε αγοραπωλησία και τη μη αντικατάσταση ή έστω προσπάθεια αντικατάστασης των χρηματιστών - τους οποίους, ειρήσθω εν παρόδω, ο ίδιος επέλεξε. Έτσι κι αλλιώς με βάση το πληρεξούσιο έγγραφο (τεκμήριο 11) - όπως εξάλλου δέχθηκε και ο ίδιος - δεσμευόταν, από κάθε πράξη που γινόταν εξ ονόματος του από τους πληρεξούσιους αντιπροσώπους του - χρηματιστές. Απορρίπτω επί τούτου, τον ισχυρισμό, ότι, δήθεν, δεν είχε το δικαίωμα να προβεί σε αντικατάσταση των χρηματιστών και ότι δεν μπορούσε δήθεν - διαρκούσης της ανατροπής του περιθωρίου εξασφάλισης - να προβαίνει σε αγοραπωλησίες μετοχών. 'Οπως εξήγησε και ο Μ.Ε.1, αυτό, όχι απλώς δεν ίσχυε, αλλά στην πράξη γινόταν το αντίθετο. Δηλαδή, σε πολλές περιπτώσεις - καθ' ον χρόνο υπήρχε ανατροπή του περιθωρίου - ο εναγόμενος συνέχιζε να προβαίνει σε πράξεις. Ενόψει των πιο πάνω και στον βαθμό που η μαρτυρία του αντιστρατεύεται της αξιόπιστης μαρτυρίας του Μ.Ε.1, απορρίπτω τη μαρτυρία του Μ.Υ.
- Τέλος, η μαρτυρία του Μ.Υ.2 ήταν ουδέτερη και αναμφισβήτητη και ως τέτοια την αποδέχομαι πλήρως. Η αποδοχή της εφ' όλης της ύλης μαρτυρίας του Μ.Ε.1 και η απόρριψη της μαρτυρίας του Μ.Υ.1 ουσιαστικά σφραγίζει και την τύχη της υπόθεσης, αφού η απαίτηση βαίνει προς αποδοχή και η ανταπαίτηση προς απόρριψη. Ωστόσο, η ανάλυση κάποιων νομικών θεμάτων είναι αναγκαία και χρήσιμη. Ξεκινώ από τον δικογραφημένο ισχυρισμό του εναγομένου, ότι, η Euroinvestment παράνομα ασχολείτο κατά τον ουσιώδη χρόνο με εργασίες χρηματοδότησης επενδύσεων, διότι, τότε, δεν κατείχε άδεια για εξάσκηση τραπεζικών εργασιών. Στην προκειμένη περίπτωση, αντικείμενο της επίδικης συμφωνίας ήταν η δανειοδότηση του εναγόμενου για σκοπούς επένδυσης σε αξίες εισηγμένες στο Χ.Α.Κ., με αντάλλαγμα την πληρωμή τόκων και δικαιωμάτων. Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από αυτό (βλ. Παπαδόπουλος ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2091). Μια τέτοια διευκόλυνση δεν συνιστά τραπεζική εργασία, βάσει των προνοιών του άρθρου 2 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου 66(Ι)/97. Ο δανεισμός χρημάτων δεν αποτελεί αφ' εαυτού τραπεζική εργασία, εκτός αν τα χρήματα που χορηγούνται ως δάνειο προέρχονται από την ανάληψη υποχρεώσεων έναντι του κοινού υπό τη μορφή καταθέσεων, αξιογράφων ή άλλων στοιχείων αποδεικτικών οφειλής (βλ. United Dominions Trust v. Kirkwood [1966] 1 All E.R. 968 και Έλληνας Χρηματοδοτήσεις Λτδ v. Γιάλλουρου
(2006)1 Α.Α.Δ. 120). Καμία μαρτυρία δεν υπάρχει, πως, η πιστωτική διευκόλυνση που παραχωρήθηκε στον εναγόμενο από την Euroinvestment, προερχόταν από την ανάληψη υποχρεώσεων έναντι του κοινού υπό μορφή καταθέσεων. Σχετική είναι και η επιστολή (τεκμήριο 8) η οποία έγινε παραδεκτή από τον εναγόμενο για την αλήθεια του περιεχομένου της. Ως εκ των ανωτέρω, η επί τούτου θέση του εναγομένου απορρίπτεται. Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό του εναγομένου για παράβαση και/ή μη συμμόρφωση της Euroinvestment με τις Οδηγίες και εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας - όπως ξεκαθάρισε και ο Μ.Ε.1 - οι εν λόγω Οδηγίες και Εγκύκλιοι δεν απευθύνονταν και δεν απεστάλησαν στην Euroinvestment (σχετικό είναι το τεκμήριο 8) και επομένως καμία υποχρέωση δεν τις δημιουργούσαν. Έτσι κι αλλιώς, οι Εγκύκλιοι δεν δημιουργούν δημόσια πολιτική. Στην υπόθεση Καλλικάς v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1238 αποφασίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι μια συμφωνία δεν είναι παράνομη ως αποτέλεσμα παραβάσεως εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας και της παράλειψης της εμπορικής τράπεζας να αποκαλύψει την ύπαρξη των εγκυκλίων στους πελάτες της. Οι εγκύκλιοι δεν διαμορφώνουν δημόσια πολιτική. Ομοίως στην υπόθεση Λανίτης v. Hellenic Bank Public Ltd Πολ. Έφεση 339/2009, ημερ. 21.11.2013 αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Όπως επισημάνθηκε στην απόφαση Στέλιος Μαρκίδης v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Κύπρου, Π.Ε. 303/08, ημερ. 8.3.2012, η φύση των Εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας εξετάστηκε και στην υπόθεση Γιάλλουρου v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ κ.α., Π.Ε. 50/2008, ημερ. 22.9.2011, στην οποία τονίστηκε ότι οι Εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας που εκδόθηκαν μετά τη σύναψη μιας συμφωνίας, δεν επηρεάζουν αναδρομικώς τη νομιμότητα μιας συμφωνίας. Υιοθετώντας τις πιο πάνω αποφάσεις καταλήγουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά έκρινε τη φύση των Εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας, τις ερμήνευσε και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε παραβίαση των Εγκυκλίων από τους εφεσίβλητους, αλλά ούτε και οποιαδήποτε ακυρότητα της επίδικης συμφωνίας εξ αιτίας της μη συμμόρφωσης με τις πιο πάνω Εγκυκλίους. Όπως επιβεβαιώθηκε στη Συρίμη, (ανωτέρω): «.οι Εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας δεν απαγόρευαν το άνοιγμα επενδυτικού λογαριασμού και ούτε υπαγόρευαν το κλείσιμο τους. Περιορίζονται στο να παράσχουν υποδείξεις προς τις τράπεζες για καλύτερο χειρισμό διαφόρων θεμάτων, χωρίς να εγείρεται θέμα δημόσιας πολιτικής. Λόγος έφεσης 17. Ο 17ος λόγος έφεσης συναρτάται ουσιαστικά εκ του αποτελέσματος των αμέσως ανωτέρω λόγων έφεσης, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αποφάσισε ότι η ενάγουσα επέδειξε επαγγελματική αμέλεια ως προς τη λειτουργία του επενδυτικού της σχεδίου, ισχυρισμός που τεκμηριώνεται επί των παραλείψεων των εφεσιβλήτων να αποκαλύψουν τις σχετικές εγκυκλίους και οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας και να λάβει διορθωτικά μέτρα για αποτροπή ζημιών στο λογαριασμό του εφεσείοντα ενώ είχε την ευθύνη παρακολούθησης του. Στη βάση των όσων έχουμε αναφέρει ανωτέρω και υιοθετώντας τις παρατηρήσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου, απορρίπτουμε τις πιο πάνω θέσεις και επαναλαμβάνουμε ότι η θέση αυτή είναι αντίθετη και ασυμβίβαστη με τις συμβατικές και νομικές υποχρεώσεις των εφεσιβλήτων. Στο τέλος της ημέρας το Δικαστήριο ενήργησε στη βάση της ενώπιον του μαρτυρίας και ορθά κατέληξε στα συμπεράσματά του.». Για τους ίδιους ουσιαστικά λόγους, κρίνω, ότι καμία επαγγελματική αμέλεια ή άλλη μεμπτή συμπεριφορά αντανακλά στην ενάγουσα, λόγω της όποιας μη εφαρμογής από μέρους της προκατόχου της, των Εγκυκλίων ή Οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας. Ούτε και τούτο επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο την εγκυρότητα και νομιμότητα της συμφωνίας και γενικά τις συναλλαγές των μερών. Απορριπτέα κρίνεται και η θέση του εναγομένου που τέθηκε, κατά κόρον, ότι, η Euroinvestment και η EMF, ως εκ της συμφωνίας και γενικά της σχέσης τους, κατέστησαν διαχειριστές του χαρτοφυλακίου του και γενικά, ότι, δημιουργήθηκε μεταξύ τους σχέση καταπιστεύματος, όπου από τη μια καταπιστευματοδόχοι (trustees) ήταν οι προαναφερθέντες και από την άλλη, δικαιούχος (beneficial owner), ήταν ο ίδιος. Κανένας ρητός ή εξυπακουόμενος όρος δεν υπάρχει στη συμφωνία που να δημιουργεί μια τέτοια σχέση, με τις ανάλογες υποχρεώσεις και ευθύνες που εισηγείται ο εναγόμενος. Ούτε και διαμορφώθηκαν συνθήκες δημιουργίας εξ υπαγωγής εμπιστεύματος (constructive trust). Σε ότι αφορά το κλείσιμο του λογαριασμού και την πώληση των μετοχών, είναι απόλυτα σαφές, ότι, είναι δικαίωμα που υπήρχε για κάτι τέτοιο και όχι υποχρέωση. Η Euroinvestment, δυνάμει των όρων 1 και 5 της συμφωνίας (τεκμήριο 10), είχε δικαίωμα να προβεί στην πώληση των μετοχών και όχι υποχρέωση. Η μόνη υποχρέωση που είχε, ήταν, όταν ασκούσε το δικαίωμα πώλησης, το οποίο εδώ άσκησε εκ των υστέρων, να το πράξει επιδεικνύοντας εύλογη επιμέλεια ώστε να εξασφαλίσει την τιμή αγοράς τη δεδομένη στιγμή (βλ. Συρίμης v. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακή Λτδ,
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1131, Καλλικάς (ανωτέρω), Ζερβού v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Πολ. Έφεση 42/2009, ημερ.14.1.2013 και Λανίτης (ανωτέρω). Στη θεμελιακή επί του ζητήματος υπόθεση China and South Sea Bank Ltd v. Tan [1989] 3 All E.R. 839 (P.C.) όπου συζητήθηκε κατά πόσο ένας πιστωτής είχε καθήκον, όπως εισηγείτο ο εγγυητής, να πωλήσει μετοχές που κρατούσε σε εγγύηση χρέους, οι οποίες, λόγω μείωσης της αξίας τους, κατέστησαν, τελικά, άνευ αξίας, λέχθηκαν τα ακόλουθα: ".......The creditor does not become a trustee of the mortgaged securities and the power of sale for the surety unless and until the creditor is paid in full and the surety, having paid the whole of the debt is entitled to a transfer of the mortgaged securities to procure recovery of the whole or part of the sum he has paid to the creditor...... No creditor could carry on the business of lending if he could become liable to a mortgagee and to a surety or to either of them for a decline in value of mortgaged property, unless the creditor was personally responsible for the decline. Applying the rule as specified by Polloock CB in Watts -v- Shuttleworth
(1860)5 H & N 235 at 247-248, 157 E.R. 1171 at 1176, it appears to their Lordships that in the present case the creditor did no act injurious to the surety, did no act inconsistent with the rights of the surety and the creditor did not omit any act which his duty enjoined him to do. The creditor was not under a duty to exercise his power of sale over the mortgaged securities at any particular time or at all.» Ως εκ των ανωτέρω, ο προβληθείς ισχυρισμός, σε κάθε του έκφανση, κρίνεται ανεδαφικός και απορρίπτεται. Τέλος, ο δικογραφημένος ισχυρισμός του εναγομένου, ότι, δεν έγιναν όλες οι χρηματιστηριακές πράξεις (ως το τεκμήριο 12), για λογαριασμό του, δεν ευδοκίμησε κατά την ακρόαση, αφού η ορθότητα των εν λόγω πράξεων ουδόλως αμφισβητήθηκε κατά τον αντεξέταση του Μ.Ε.1. Αντίθετα, η ορθότητα, επιβεβαιώθηκε και από τη μαρτυρία του Μ.Υ.2, τουλάχιστον για πράξεις από τις 7.10.1999 και έπειτα. Ακόμα και ο εναγόμενος, δέχθηκε, τη νομιμότητα των χρεώσεων του λογαριασμού του. Έτσι και αλλιώς, από τη στιγμή που οι πινακίδες συναλλαγών (contract notes) αποστέλλονταν στην Euroinvestment από την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 3 πληρεξούσιο αντιπρόσωπο (χρηματιστή) του εναγομένου, η Euroinvestment δεν είχε ρόλο και λόγο να τα αμφισβητήσει και να ασχοληθεί με το κατά πόσο ο εναγόμενος έδωσε ή όχι, πράγματι, εντολής στον χρηματιστή του, για εκτέλεση αυτών των πράξεων. Η Euroinvestment, συμβατικά εδικαιούτο και προέβαινε στην ανάλογη χρέωση ή πίστωση του λογαριασμού. Επί του ιδίου ζητήματος αναφέρθηκαν στην υπόθεση Χατζηγαβριήλ v. Ellinas Finance Public Company Ltd, Πολ. Έφεση 209/2009, ημερ. 20.3.2013 τα ακόλουθα: «Όσον αφορά τη θέση ότι οι εφεσίβλητοι δεν προσκόμισαν καμία εντολή του εφεσείοντος ώστε να υποστηριχθεί η κατάσταση λογαριασμού στα Τεκμ. 5 και 12, είναι ορθή η τοποθέτηση των εφεσιβλήτων ότι παρανοήθηκε η όλη υπόσταση των ιδίων των εφεσίβλητων, οι οποίοι ήταν εν τέλει απλώς οι δανειστές του εφεσείοντος και όχι οι εντολοδόχοι της διαβίβασης εντολών για την αγοραπωλησία των μετοχών και αξιών, εργασία που εκτελείτο από τον χρηματιστή, όπως ακριβώς συμφωνήθηκε με την υπογραφή της συμφωνίας χρηματοδότησης επενδυτικού σχεδίου ημερ. 2.6.2000, Τεκμ. 3, όπου, όπως εξηγήθηκε ανωτέρω, οι εφεσίβλητοι καθορίστηκαν ως χρηματοδότες, και η Share Link Securities Ltd ως χρηματιστής. Στη βάση αυτής της συμφωνίας, η οποία συνάφθηκε όχι μόνο με τους εφεσίβλητους, αλλά και με την Custodian και τη Share Link, το μόνο που ανέλαβαν οι εφεσίβλητοι ήταν την παροχή στον εφεσείοντα πιστωτικών διευκολύνσεων και/ή δανείων, διευκολύνσεις που θα παρέχονταν στο λογαριασμό που θα ανοιγόταν από τους εφεσίβλητους στο όνομα του εφεσείοντος και ο οποίος λογαριασμός «.θα χρησιμοποιείται αποκλειστικά και μόνο από το Χρηματιστή για σκοπούς της Συμφωνίας». (παρ. 1Γ)). Επομένως, δεν εναπόκειτο στους εφεσίβλητους να παρουσιάσουν τις οποίες εντολές του ιδίου του εφεσείοντος, οι οποίες εν πάση περιπτώσει δίδονταν προς την Share Link και όχι προς τους εφεσίβλητους.». Ομοίως στην υπόθεση Λουλλά v. CISCO LTD, Πολ. Έφεση 275/08, ημερ. 3.9.2014, αναφέρονται τα ακόλουθα: «...Το άνευ αποχρώσας σημασίας στοιχείο, αναδύεται πολύ πιο έντονα σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, όπου ο επενδυτής διοχετεύει τις εντολές του μέσω χρηματιστή ο οποίος ενεργεί ως αντιπρόσωπος του κατά τη διοχέτευση των εντολών του, όπως και σε περιπτώσεις όπου το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ενεργεί ως δανειοδότης του επενδυτή, του ρόλου του μη επεκτεινομένου και στη διεξαγωγή των χρηματιστηριακών πράξεων συνεπεία των οποίων προέκυψε η επίδικη διαφορά.». Οι υπόλοιπες υπερασπίσεις, ουσιαστικά δεν προωθήθηκαν και εν πάση περιπτώσει, καμία εξ αυτών, δεν έχει αποδειχθεί. Επί τούτου, επισημαίνω, κλείνοντας, ότι, κανενός συμβατικού του δικαιώματος δεν αποστερήθηκε ο εναγόμενος, ούτε και η Euroinvestment τροποποίησε αντισυμβατικά οποιοδήποτε όρο της συμφωνίας. Στο σημείο επομένως αυτό, εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου για το ποσό των €100,045,23 σεντ πλέον τόκο προς 10.5% ετησίως από 1.1.2008 μέχρι εξοφλήσεως. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται στο σύνολο της. Τα έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 2 (ένα σετ εξόδων στο βαθμό που υπάρχει σύμπτωση εμφανίσεων και διαβημάτων) και εναντίον του εναγομένου - εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντα. (Υπ.) ........... Στ. Ν. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο