GEOGAS TRADING LTD ν. GRANDE P. THERM LIMITED, Αγωγή Αρ. 5384/2012, 26/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A311 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Προσ. Ε. Δ. Αγωγή Αρ. 5384/2012 ΜΕΤΑΞΥ: GEOGAS TRADING LTD Εναγόντων και GRANDE P. THERM LIMITED Εναγομένων ------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 26 Μαΐου, 2016 Για τους αιτητές - εναγόμενους: κα Φαίη Θεοχάρους για κ.κ. Κούσιο, Κορφιώτη, Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε. Για τους καθ' ων η αίτηση - ενάγοντες: κος Ανδρέας Ενταφιανός ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτηση ημερ. 10.3.2016 για αποκάλυψη εγγράφων) Εισαγωγή Η αγωγή καταχωρήθηκε επί ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος στις 2.8.2012 και με αυτή οι ενάγοντες αξιώνουν το ποσό των €18.434,66 ως υπόλοιπο οφειλόμενο από πώληση και παράδοση ηλεκτρικών συσκευών από τους ενάγοντες στους εναγόμενους, πλέον τόκο και έξοδα. Οι εναγόμενοι με την Υπεράσπιση που καταχώρησαν στις 24.9.2013 αρνούνται ότι οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στους ενάγοντες. Παραδέχονται ότι αγόρασαν ηλεκτρικές συσκευές από τους ενάγοντες, απορρίπτουν, όμως, τον ισχυρισμό ότι ο σχετικός λογαριασμός που τηρούσαν οι ενάγοντες για τις μεταξύ των μερών δοσοληψίες δείκνυε χρεωστικό υπόλοιπο εκ €18.434,66 περί το Μάρτιο του
- Είναι επίσης ο ισχυρισμός τους ότι έχουν απόδειξη από τους ενάγοντες για καταβολή ποσού ύψους €18.000 έναντι του λογαριασμού τους. Στις 4.10.2013 οι ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση ορισμού της αγωγής με βάση τη Δ.31 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η αγωγή ορίστηκε ακολούθως για Οδηγίες με βάση τη Δ.30 των Θεσμών στις 21.11.
- Την εν λόγω ημερομηνία αμφότεροι συνήγοροι ζήτησαν τον ορισμό της υπόθεσης για Ακρόαση. Η υπόθεση ορίστηκε για Ακρόαση στις 9.5.2014 (οπότε και αναβλήθηκε προκειμένου να καταβληθεί προσπάθεια διευθέτησης), 28.1.2015 (οπότε ζητήθηκε αναβολή από τους εναγόμενους λόγω κωλύματος της δικηγόρου που χειρίζεται την υπόθεση), 17.6.2015 (οπότε η υπόθεση αναβλήθηκε λόγω του ότι το Δικαστήριο θα ήταν απασχολημένο με την εκδίκαση παλαιότερης, συνεχιζόμενης ακρόασης), και στις 10.2.
- Στις 10.2.2016 οι συνήγοροι των εναγομένων υπέβαλαν αίτημα αναβολής δηλώνοντας παράλληλα την πρόθεση τους να υποβάλουν αίτηση για αποκάλυψη εγγράφων. Ο συνήγορος των εναγόντων δεν έφερε ένσταση στο αίτημα αναβολής, δηλώνοντας παράλληλα την πρόθεση του να ενστεί στην αίτηση για αποκάλυψη εγγράφων. Η ακρόαση αναβλήθηκε για το λόγο αυτό και λόγω του ότι το Δικαστήριο θα ήταν απασχολημένο με την εκδίκαση παλαιότερης, συνεχιζόμενης ακρόασης. Στις 10.3.2016 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση με την οποία οι εναγόμενοι - αιτητές ζητούν: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου διά του οποίου να διατάττεται η Ενάγουσα όπως προβεί σε ένορκη αποκάλυψη (discovery on oath) των εγγράφων τα οποία ευρίσκονται και/ή ευρίσκοντο στην κατοχή και/ή εξουσίαν και/ή έλεγχον της και έχουν σχέση με την πιο πάνω υπόθεση εντός 15 ημερών από την έκδοση του Διατάγματος. Β. Οποιαδήποτε άλλη διαταγή ή θεραπεία την οποία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιη και εύλογη. Γ. Έξοδα της παρούσης αίτησης.» Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.28 Θ.1, 2 και 3 και Δ.48 Θ.1 και
- Τα γεγονότα επί την οποίων η αίτηση βασίζεται καταγράφονται στην αίτηση ως ακολούθως: «Οι ενάγοντες έχουν και είχαν στην κατοχή και εξουσία τους διάφορα έγγραφα που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση, η αποκάλυψη των οποίων είναι αναγκαία για την ομαλή και δίκαια διεξαγωγή της δίκης και για τη διευκόλυνση της διαδικασίας.» Στις 16.3.2016 οι ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση προβάλλοντας τους εξής λόγους ένστασης: «(α) Η αίτηση υποβάλλεται πρόωρα καθότι θα πρέπει πρώτα να προηγηθεί η απόδειξη της οντότητας και υπόστασης της ενάγουσας-καθ' ης η αίτηση, ισχυρισμοί που αμφισβητούνται διά της παραγράφου 1 της έκθεσης υπεράσπισης και η απόδειξη των οποίων αποτελεί αναγκαίο υπόβαθρο της αγωγής ενώπιον του Δικαστηρίου. (β) Παράλληλα, η αίτηση υποβάλλεται με τεράστια καθυστέρηση και εκτός των θέσμιων σχετικά με το θέμα χρόνου αφού τα επίδικα θέματα έχουν αποκρυσταλλωθεί ένεκα του κλεισίματος των δικογράφων. (γ) Η αίτηση θα έχει ως αποτέλεσμα την ατελέσφορη υπερδιόγκωση των εξόδων της παρούσας υπόθεσης. (δ) Η αίτηση θα έχει ως αποτέλεσμα τον περαιτέρω εκτροχιασμό της υπόθεσης από την εντός εύλογου χρόνου αποπεράτωσης της και απονομής της δικαιοσύνης με αποτέλεσμα να επηρεάζονται δυσμενώς τα συνταγματικά δικαιώματα των εναγόντων. (ε) Η αίτηση υποβάλλεται υστερόβουλα με σκοπό «ψαρέματος» μαρτυρίας. (ζ) Ένεκα των (α), (β), (γ), (δ) και (ε) ανωτέρω, η παρούσα αίτηση είναι αχρείαστη και ενοχλητική (frivolous and vexatious) και αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. (η) Η αίτηση των εναγομένων-αιτητών στερείται ολοκληρωμένου νομικού και πραγματικού υποβάθρου και δεν αποκαλύπτονται ούτε στοιχειοθετούνται επαρκείς λόγοι για το νομικά και πραγματικά βάσιμο της αίτησης. (θ) Οι εναγόμενοι-αιτητές, οι οποίοι όφειλαν να ήταν σε δικονομική εγρήγορση, δεν ενήργησαν με την αναγκαία ταχύτητα και σπουδή αλλά επέδειξαν βραδύτητα, κωλυσιεργία και αδιαφορία αφού όσα επιθυμούν και αιτούνται με την παρούσα αίτηση ήταν εξ' υπαρχής γνωστά σε αυτούς από τα αρχικά στάδια της διαδικασίας και, εν πάση περιπτώσει, από την ημερομηνία επίδοσης σε αυτούς της αγωγής. (ι) Η αίτηση τυγχάνει γενική και αόριστη. (κ) Η αίτηση δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης ούτε και εξυπηρετεί την ορθή απονομή της. (λ) Δεν πληρούνται οι εφαρμοστέες και πλήρως αποκρυσταλλωμένες αρχές της νομολογίας για έγκριση της αίτησης.» Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.28, Δ.39, Δ.48, Δ.57, Δ.59 Θ.7 και 13 και Δ.64, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, στο Άρθρο 30.2 του Συντάγματος, στο Άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν. 14/60, στη νομολογία, τη διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η ένσταση είναι τα εξής. «Ως οι λόγοι ένστασης ανωτέρω, δεν αποκαλύπτονται από πλευράς αιτητών τα απαραίτητα γεγονότα επί της αίτησης αναφορικά με τις αιτούμενες θεραπείες. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση είναι καταγεγραμμένα στο φάκελο του Δικαστηρίου όπως αυτά εκτυλίχθηκαν από την καταχώρηση της αγωγής μέχρι σήμερα.» Η ακροαματική διαδικασία Στις 12.5.2016, ημερομηνία κατά την οποία η ως άνω αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση, ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση δήλωσε στο Δικαστήριο ότι έδωσε στη συνήγορο των αιτητών ένα σετ από έγγραφα που αφορούν την υπόθεση και ότι το μόνο που απομένει είναι το Πιστοποιητικό Σύστασης της ενάγουσας εταιρείας. Παρά την εξέλιξη αυτή, έκαστος διάδικος επέμεινε στις θέσεις του ως αυτές παρατέθηκαν ανωτέρω, και η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Κατά την ακροαματική διαδικασία, οι συνήγοροι των δύο πλευρών κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των θέσεων τους, τις οποίες υποστήριξαν περαιτέρω αγορεύοντας προφορικά. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί και αναφορά στις θέσεις που υποστηρίχθηκαν μέσω αυτών, θα γίνει στα πλαίσια αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, κατωτέρω, και στο βαθμό που χρειάζεται. Νομική πτυχή Η υπό κρίση αίτηση, η οποία έγινε διά κλήσεως, στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.28, Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προβλέπει τα εξής: «
- Any party may, without filing any affidavit, apply to the Court or a Judge for an order directing any other party to any cause or matter to make discovery on oath of the documents which are or have been in his possession or power relating to any matter in question therein. On the hearing of such application the Court or Judge may either refuse or adjourn the same, if satisfied that such discovery is not necessary, or not necessary at that stage of the cause or matter, or make such order, either generally or limited to certain classes of documents, as may, in the Court's or Judge's discretion, be thought fit : provided that discovery shall not be ordered when and so far as the Court or Judge shall be of opinion that it is not necessary either for disposing fairly of the cause or matter or for saving costs. If an order is made for discovery, such order shall specify the time within which the party directed to make discovery shall file his affidavit.» Στο σύγγραμμα Odgers' Principles of Pleading and Practice, 21η έκδοση, σελ. 213 σημειώνεται ότι το αίτημα για παροχή όλων των σχετικών εγγράφων τα οποία είναι ή ήσαν στην κατοχή ή έλεγχο ή φύλαξη του αντιδίκου είναι γνωστό ως «γενική αποκάλυψη». Σημειώνεται ακόμη στο εν λόγω σύγγραμμα πως το διάταγμα αποκάλυψης εγγράφων μπορεί να περιοριστεί/εξειδικευτεί σε ορισμένες κατηγορίες εγγράφων ή για ορισμένα επίδικα θέματα της αγωγής ή η εφαρμογή και λειτουργία του να αναβληθεί μέχρις ότου συγκεκριμένα επίδικα θέματα επιδικαστούν. Στην υπόθεση Ανδρέας Χριστοδούλου Τηλλυρή ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ.
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2271, 2274-2275, συνοψίστηκαν οι αρχές που διέπουν το θέμα της αποκάλυψης εγγράφων, ως ακολούθως: «Η αποκάλυψη εγγράφων, υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και στοχεύει, όπως αναφέρθηκε στην G.A.P. Navigation Ltd v. Merzario Marrittima SRL,
(1998)1 Α.Α.Δ. 1624, στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που σχετίζονται με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση και μπορεί να ζητηθεί από οποιοδήποτε από τους διαδίκους. Αίτημα για αποκάλυψη απορρίπτεται όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί κάτω από τις περιστάσεις ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης. Τέτοια έγγραφα είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη, είτε να προωθήσει την υπόθεσή του, είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του, είτε που να μπορούν δίκαια (fairly) να οδηγήσουν στις πιο πάνω συνέπειες και είναι άσχετο με το κατά πόσο μπορούν ή όχι να δοθούν σαν μαρτυρία. Κάθε έγγραφο που μπορεί να ρίξει φως στην υπόθεση είναι σχετικό. Επίσης, θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν επιτρέπεται η αποκάλυψη για σκοπούς "ψαρέματος" μαρτυρίας ή όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί κάτω από τις περιστάσεις ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης. Ο χρόνος που διατάσσεται η αποκάλυψη των εγγράφων δεν προσδιορίζεται περιοριστικά στη Δ.28 αλλά συνήθως γίνεται μετά την ολοκλήρωση των εγγράφων προτάσεων, γιατί τότε διαφαίνονται τα επίδικα θέματα. Είναι σημαντικό για ένα διάδικο να έχει την πρέπουσα αποκάλυψη πριν προχωρήσει στη δίκη. (βλ. μεταξύ άλλων O΄Rourke v. Darbishire [1920] A.C. 581, H.L., 630, Compagnie Financiere v. Peruvian Guano Co. [1882] 11 Q.B.D. 55, Board v. Thomas Hedley & Co Ltd [1951] 2 All E.R. 43, Lagos Ltd v. Πλοίου FT Zolotets κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ., σελ. 600, The National Bank of Greece S.A. v. Paraskevas Mitsides Debtor and Another
(1962)C.L.R. 40).» Και πιο πρόσφατα, στην απόφαση ημερομηνίας 11.3.2014 στην Έφεση αρ. 15/2012, Κωνσταντίνου ν. Ξιούρου, λέχθησαν τα εξής: «Σκοπός της Διαταγής 28, θεσμός 1, που είναι αντίστοιχη στην παλιά αγγλική Διαταγή 31, είναι όπως, με την παρουσίαση των σχετικών εγγράφων, αυτών δηλαδή που σχετίζονται με την επίδικη διαφορά, καταστεί ευκολότερη η προετοιμασία των διαδίκων για την ακρόαση. Σχετικά είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη, είτε να προωθήσει την υπόθεση του, είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου. Η απόφαση στην υπόθεση GAP Navigation Ltd. v. Merzario Marrittima Srl
(1998)1 Α.Α.Δ. 1624, είναι κατατοπιστική για το ζήτημα αυτό. Δεν επιτρέπεται όμως η αποκάλυψη για σκοπούς ψαρέματος μαρτυρίας. Η αποκάλυψη υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, διάταγμα αποκάλυψης, όμως, δεν εκδίδεται αν το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι αυτό δεν είναι αναγκαίο για τη δίκαιη επίλυση της αιτίας της αγωγής, ή ενός επίδικου θέματος ή για εξοικονόμηση εξόδων.» Όπως προκύπτει από τη νομολογία, ο ρόλος της αποκάλυψης εγγράφων είναι η παροχή προς τους διαδίκους όλου του σχετικού έγγραφου υλικού πριν τη δίκη έτσι ώστε να υποβοηθηθούν να αξιολογήσουν τη δύναμη ή την αδυναμία των αντίστοιχων υποθέσεων τους και να τους δοθεί έτσι η βάση για τη δίκαιη επίλυση της υπόθεσης πριν ή κατά τη δίκη. Χαρακτηριστικό ως προς το στόχο της αποκάλυψης εγγράφων είναι το ακόλουθο απόσπασμα από τη σειρά Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 13, παρ. 1, σελ. 2: «The function of the discovery of documents is to provide the parties with the relevant documentary material before the trial so as to assist them in appraising the strength or weakness of their respective cases, and thus to provide the basis for the fair disposal of the proceedings before or at the trial. Each party is thereby enabled to use before the trial or to adduce in evidence at the trial relevant documentary material to support or rebut the case made by or against him, to eliminate surprise at or before the trial relating to documentary evidence and to reduce the costs of the litigation.» Περαιτέρω, το θέμα επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο, εξετάζοντας την αίτηση, θα πρέπει να κρίνει κατά πόσο και σε ποια έκταση το αίτημα για αποκάλυψη θα γίνει αποδεκτό αφού προηγουμένως λάβει υπόψη του παραμέτρους όπως η αναγκαιότητα ή χρησιμότητα έκδοσης τέτοιου διατάγματος στο στάδιο που ζητείται, το κατά πόσο θα βοηθήσει στη δίκαιη επίλυση του επίδικου ζητήματος ή της αιτίας αγωγής ή γενικά για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης, καθώς και στην εξοικονόμηση εξόδων. Στο Annual Practice του 1958, στη σελ. 713 και στα πλαίσια των σχολίων σχετικά με το τότε ισχύον O.31 r.12, που αντιστοιχεί στη δική μας Δ.28 Θ.1 διαφέροντας µόνο σε µια αναφορά που αφορά σε δυσφήμιση, αναφέρονται τα εξής: «"Refuse, adjourn . . . not necessary . . . limited to certain classes of documents." — Under the original Rule the Order was almost matter of course or of right: under the Rule after the addition of these words (and still more since the addition of the proviso at the end) there is a real (but judicial, and therefore subject to appeal, Williams v. Bird, 34 S. J. 347) discretion to refuse it where the Court can see that no good is reasonably to be expected from ordering it, or to limit it. The discretion is of the broadest kind, and the Court will not limit the generality of the language of the Rule (Cory v. Cory, [1923] 1 Ch. 90); and in order to see whether there may be material documents, the pleadings, affidavits and any proceedings in the action may be looked at, and the Court ought not to require affidavits in support of the application; see Downing v. Falmouth Board, 37 Ch. D., p. 242, where it was limited to particular documents; and see Lindley, L.J., in Re Wills' Trade Mark, [1892] 3 Ch. 207. Or leave might be given to interrogate (A.-G. v. North Met. Tram Co., cited supra, p. 511). Or an order for inspection of particular documents may be made, see Pardy's Mozambique Synd. v. Alexander, infra, r. 14, (n.) " It shall be lawful ".» Αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων Ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση εγείρει ως λόγο ένστασης (α) τον ισχυρισμό ότι η παρούσα αίτηση υποβάλλεται πρόωρα επειδή οι αιτητές, μέσω της Υπεράσπισης τους, αγνοούν και αρνούνται τον ισχυρισμό ότι οι καθ' ων η αίτηση είναι ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης νομίμως εγγεγραμμένη, και συνεπώς, είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση, της αίτησης για αποκάλυψη θα πρέπει να προηγηθεί η απόδειξη της νομικής οντότητας τους, παραπέμποντας σχετικώς στην υπόθεση G.A.P. Navigation Ltd v. Merzario Marrittima SRL
(1998)1 Α.Α.Δ. 1624. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με τη σχετική εισήγηση των καθ' ων η αίτηση. Η υπόθεση G.A.P. Navigation Ltd διακρίνεται, κατά την κρίση μου, από την παρούσα. Στην υπόθεση εκείνη αιτητές ήταν οι ενάγοντες και ζητούσαν έγγραφα τα οποία θα είχαν σημασία για την αγωγή αν οι ενάγοντες κατάφερναν πρώτα να αποδείξουν την ύπαρξη της συμφωνίας επί της οποίας η αγωγή τους βασίζετο, την ύπαρξη της οποίας οι εναγόμενοι αρνούντο. Αποφασίστηκε υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης εκείνης ότι η αποκάλυψη που ζητείτο δεν ήταν αναγκαία στο στάδιο που ζητήθηκε. Στην παρούσα υπόθεση η αίτηση γίνεται από τους εναγόμενους οι οποίοι αρνούνται τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι οι τελευταίοι είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, μόνο επειδή τον αγνοούν (παράγραφος 2 της Υπεράσπισης), αποδεχόμενοι από την άλλη ότι αγόραζαν ηλεκτρικές συσκευές από τους ενάγοντες επί πιστώσει και/ή έναντι τιμολογίων (παράγραφος 4 της Υπεράσπισης). Οι εναγόμενοι ζητούν την αποκάλυψη των εγγράφων που οι ενάγοντες έχουν στην κατοχή τους και είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα στην αγωγή, και το κατά πόσο οι ενάγοντες είναι νομότυπα εγγεγραμμένη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, αποτελεί τέτοιο επίδικο θέμα. Κρίνω ότι η αποκάλυψη των εγγράφων που σχετίζονται με το θέμα αυτό είναι αναγκαία και χρήσιμη στο στάδιο που ζητείται, ενδέχεται δε να οδηγήσει σε εξοικονόμηση δικαστικού χρόνου και περιορισμό των επίδικων θεμάτων, καθότι, ως αναφέρεται και στην αγόρευση της συνηγόρου των αιτητών, με τη μελέτη των εγγράφων που θα αποκαλυφθούν, οι αιτητές θα είναι σε θέση να αποφασίσουν ποια έγγραφα μπορεί να γίνουν αποδεκτά από αυτούς. Ομοίως θα πρέπει ν' απορριφθεί και ο λόγος ένστασης (ε), καθότι, όπως προκύπτει από την αγόρευση του συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση, ο λόγος για τον οποίο προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι με την παρούσα αίτηση επιδιώκεται το «ψάρεμα μαρτυρίας» είναι το πρόωρο αυτής, ισχυρισμό με τον οποίο, για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω, δεν μπορώ να συμφωνήσω. Πέραν του ισχυρισμού ότι η υπό κρίση αίτηση υποβάλλεται πρόωρα, οι καθ' ων η αίτηση εγείρουν επίσης, ως λόγο για απόρριψη της αίτησης, τον ισχυρισμό ότι αυτή υποβλήθηκε καθυστερημένα. Σχετικοί είναι οι λόγοι ένστασης (β) και (θ) οι οποίοι αναπτύσσονται μαζί στην αγόρευση του συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση. Σχετικώς, σημειώνω τα εξής. Στην ίδια τη Δ.28 Θ.1 δεν καθορίζεται περιοριστικά ο χρόνος εντός του οποίου μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διατάγματος για αποκάλυψη εγγράφων. Στην υπόθεση Ανδρέας Χριστοδούλου Τηλλυρή, ανωτέρω, αναφέρεται συγκεκριμένα ότι «ο χρόνος που διατάσσεται η αποκάλυψη των εγγράφων δεν προσδιορίζεται περιοριστικά στη Δ.28 αλλά συνήθως γίνεται μετά την ολοκλήρωση των εγγράφων προτάσεων, γιατί τότε διαφαίνονται τα επίδικα θέματα.». Και στο Annual Practice του 1958, στα πλαίσια των σχολίων για το αγγλικό O. 31 r.12, γίνεται παραπομπή (βλ. σελ. 711) στις σελ. 683 - 684, στις οποίες αναφέρεται ότι, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, αποκάλυψη διατάζεται μετά την αποσαφήνιση των επίδικων θεμάτων. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου, ανωτέρω, στην οποία η αίτηση απορρίφθηκε πρωτόδικα, μεταξύ άλλων, γιατί υποβλήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση, το Ανώτατο Δικαστήριο, ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση, είπε τα εξής: «Όσον αφορά το χρόνο καταχώρισης της αίτησης, παρατηρούμε ότι η αίτηση καταχωρήθηκε έξι περίπου μήνες μετά την απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου σε αίτητη για διαγραφή μέρους της ανταπαίτησης και περίπου έξι μήνες πριν τον ορισμό της υπόθεσης για ακρόαση. Βεβαίως, η ακρόαση της υπόθεσης είχε οριστεί και προηγουμένως, αλλά αναβλήθηκε για διάφορους λόγους. Εν πάση περιπτώσει, η Διαταγή 28, θεσμός 1, δεν καθορίζει αυστηρά το χρόνο καταχώρισης της αίτησης για αποκάλυψη και επιθεώρηση εγγράφων. Ο χρόνος, όμως, καταχώρισης τέτοιας αίτησης και ιδιαίτερα αν υπάρχει μεγάλη καθυστέρηση, λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Στην προκείμενη περίπτωση δεν μας φαίνεται ότι ο χρόνος καταχώρισης της αίτησης ήταν τέτοιος, που θα έπρεπε να είχε στερήσει από την εφεσείουσα-αιτήτρια το δικαίωμα σε αποκάλυψη και επιθεώρηση εγγράφων.» Και στην αγωγή ναυτοδικείου Vector Onega A.G. v. Πλοίου Μ/V Girvas κ.ά. (Αρ. 4)
(2000)1(B) Α.Α.Δ. 823, 827, διατάχθηκε αποκάλυψη παρόλη την καθυστέρηση στην υποβολή της σχετικής αίτησης. Από την άλλη, στην αγωγή ναυτοδικείου Lagos Yachting Center Ltd v. Του Πλοίου F/T Zolotets κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 600, 603, η αίτηση για αποκάλυψη η οποία καταχωρήθηκε μετά την έναρξη της ακρόασης και συγκεκριμένα μετά το κλείσιμο της υπόθεσης των εναγόντων και αφού ακούστηκαν δύο μάρτυρες των εναγομένων, απορρίφθηκε, μεταξύ άλλων, επειδή «η αίτηση θα μπορούσε και όφειλε να γίνει πριν την έναρξη της ακρόασης» και η έκδοση διατάγματος για αποκάλυψη στο πολύ προχωρημένο στάδιο που υπεβλήθη, «μόνο καθυστέρηση στην ακρόαση μπορεί να προκαλέσει». Στην προκειμένη περίπτωση, όντως η αίτηση των αιτητών υποβάλλεται με σημαντική καθυστέρηση. Η υπόθεση ορίστηκε ήδη πέντε φορές για ακρόαση, η οποία αναβλήθηκε για διάφορους λόγους, οι οποίοι αναφέρθηκαν πιο πάνω. Ως ορθώς αναφέρει ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση τα επίδικα θέματα αποκρυσταλλώθηκαν μετά την έλευση της επταήμερης προθεσμίας μετά από την καταχώρηση της Υπεράσπισης, όταν τα δικόγραφα συμπληρώθηκαν (Δ.26 Θ.11) και οι αιτητές μπορούσαν να ζητήσουν διάταγμα αποκάλυψης εγγράφων, όταν κλήθηκαν στο Δικαστήριο στα πλαίσια της Δ.30 στις 21.11.2013. Όμως, η Δ.30, ως αυτή ήτο διαμορφωμένη πριν την τροποποίηση που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 26.9.2014 και εφαρμόζεται στην παρούσα αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε πριν την 1.1.2015, δεν αποκλείει τη μεταγενέστερη υποβολή αιτήματος που θα μπορούσε να υποβληθεί στο στάδιο των Οδηγιών. Η συνολική καθυστέρηση των δύο και πλέον ετών, είναι όντως μεγάλη, πλην όμως θεωρώ ότι από μόνη της δεν θα πρέπει να οδηγήσει στην απόρριψη της αίτησης, εάν κατά τα άλλα οι προϋποθέσεις προς έγκριση της αίτησης πληρούνται και αν οι καθ' ων η αίτηση δεν θα υποστούν κάποια αδικία ή επηρεασμό των δικαιωμάτων τους λόγω του καθυστερημένου σταδίου στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση, και λαμβάνοντας, περαιτέρω, σοβαρά υπόψη το γεγονός ότι αν και η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 2.8.2012, η ακρόαση αυτής δεν έχει ακόμη αρχίσει. Τέτοια αδικία θα μπορούσε να λεχθεί ότι θα προκαλείτο, αν οι καθ' ων η αίτηση είχαν δίκαιο στο λόγο ένστασης (δ) με τον οποίο προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι τυχόν έγκριση της αίτησης εκτροχιάζει την υπόθεση από τη συνταγματική επιταγή για εντός ευλόγου χρόνου αποπεράτωση της. Έχω, όμως, την άποψη ότι η μικρή καθυστέρηση που πράγματι θα προκληθεί στην παρούσα υπόθεση από την έγκριση της αίτησης δεν θα ήταν ικανή, από μόνη της, να πλήξει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα των καθ' ων η αίτηση για γρήγορη διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων τους, κατά τρόπο που θα υπαγόρευε την απόρριψη του αιτήματος. Άλλωστε το κατά πόσο η όποια καθυστέρηση θα απέληγε σε στέρηση του συνταγματικού δικαιώματος των καθ' ων η αίτηση για εκδίκαση της αγωγής εντός ευλόγου χρόνου συνιστά ζήτημα ενταγμένο στο πλαίσιο της δίκης (Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Σιακόλα
(1999)1(Α) ΑΑΔ 44, 54), το οποίο δεν μπορεί να ειδωθεί κατ' απομόνωση. Σύμφωνα με το λόγο ένστασης (ζ), ένεκα των λόγων ένστασης (α) έως (ε), η αίτηση είναι αχρείαστη, ενοχλητική και αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, και σύμφωνα με το λόγο ένστασης (γ) η αίτηση θα έχει ως αποτέλεσμα την ατελέσφορη υπερδιόγκωση των εξόδων. Θα ασχοληθώ κατ' αρχάς με τον ισχυρισμό ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι αχρείαστη, καθότι, σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο κέκτηται διακριτικής εξουσίας να απορρίψει αίτηση για αποκάλυψη εγγράφων, εάν κρίνει ότι το διάταγμα αποκάλυψης δεν είναι αναγκαίο για τη δίκαιη επίλυση της αιτίας της αγωγής, ή ενός επίδικου θέματος ή για εξοικονόμηση εξόδων (υπόθεση Ανδρέας Χριστοδούλου Τηλλυρή, ανωτέρω), έχοντας κατά νου το σκοπό της αποκάλυψης εγγράφων ως αυτός παρατέθηκε στα πλαίσια της «νομικής πτυχής», ανωτέρω. Στην υπό κρίση αίτηση αναφέρεται ότι οι καθ' ων η αίτηση είχαν και έχουν στην κατοχή και εξουσία τους διάφορα έγγραφα που σχετίζονται με την παρούσα αγωγή, η αποκάλυψη των οποίων είναι αναγκαία για την ομαλή και δίκαιη διεξαγωγή της δίκης και για τη διευκόλυνση της διαδικασίας. Περαιτέρω, στην αγόρευση της συνηγόρου των αιτητών αναφέρεται ότι με την ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων θα υπάρξει μια ολοκληρωμένη εκτίμηση της δύναμης ή της αδυναμίας των αιτητών και θα οδηγήσει σε ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης αφού θα βοηθηθεί η ακροαματική διαδικασία. Αναφέρει επίσης ότι η αποκάλυψη που επιζητείται είναι χρήσιμη και αναγκαία για τη διεκπεραίωση της δίκης και ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι σημαντική για την κατάλληλη προετοιμασία για την ακρόαση και περαιτέρω είναι απαραίτητη για να μην βρεθούν προ εκπλήξεως οι αιτητές, γνωρίζοντας τι θα αντιμετωπίσουν κατά το στάδιο της Ακρόασης. Αναφέρει, τέλος, ότι αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα οι αιτητές θα έχουν την ευκαιρία να μελετήσουν τα έγγραφα τα οποία θα αποκαλυφθούν, για να αποφασίσουν πριν την ακρόαση ως προς το ποια έγγραφα μπορούν να γίνουν δεκτά από τους αιτητές, γεγονός που θα εξοικονομήσει δικαστικό χρόνο και έξοδα. Το ότι οι καθ' ων η αίτηση έχουν έγγραφα στην κατοχή τους που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής, δεν αμφισβητείται από τους καθ' ων η αίτηση. Αντίθετα, ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, στο στάδιο της ακρόασης της παρούσας αιτήσεως δήλωσε ότι έδωσε στη συνήγορο των αιτητών ένα σετ από έγγραφα που αφορούν την υπόθεση, λέγοντας ότι το μόνο που απομένει είναι στο Πιστοποιητικό Σύστασης των καθ' ων η αίτηση. Με προβλημάτισε το κατά πόσο, μετά από αυτή την κίνηση του συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση, ο οποίος, σημειώνω, σε κάθε περίπτωση επέμεινε στην ένσταση του στην έκδοση σχετικού διατάγματος, η έκδοση σχετικού διατάγματος κατέστη μη αναγκαία. Είναι, όμως η κρίση μου, ότι δεν έχει καταστεί μη αναγκαία. Η οικειοθελής παραχώρηση κάποιων εγγράφων που έστω μέχρι σήμερα έχει στην κατοχή της η πλευρά των καθ' ων η αίτηση στη συνήγορο των αιτητών δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ικανοποιεί πλήρως τους σκοπούς της παρούσας αιτήσεως, ούτε και μπορεί να οδηγήσει σε αποκλεισμό της πιθανότητας αιφνιδιασμού των αιτητών κατά τη δίκη, εφόσον χωρίς την έκδοση σχετικού διατάγματος, το οποίο θα είχε, μεταξύ άλλων, τις συνέπειες που προνοούνται στη Δ.28 Θ.3, τίποτε δεν εμποδίζει τους καθ' ων η αίτηση από του να παρουσιάσουν περαιτέρω έγγραφα κατά τη δίκη, ούτε και γεννάται η υποχρέωση αποκάλυψης η οποία συνεχίζεται, εφόσον εκδοθεί σχετικό διάταγμα, μέχρι και την ολοκλήρωση της διαδικασίας (βλ. σχετικά, Mitchell v. Darley Main Colliery Co.
(1884)Cab & El 215, Supreme Court Practice 1987, τόμος 1 παρ. 24/1/2, Vernon v. Bosley (No. 2)
(1997)1 All ER 614). Των ανωτέρω δοθέντων και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη την παραδοχή των καθ' ων η αίτηση στην αγόρευση του συνηγόρου τους ότι τα έγγραφα που οι καθ' ων η αίτηση έχουν στην κατοχή τους είναι ουσιαστικής σημασίας και θα παρουσιαστούν στη δίκη, κρίνω ότι ούτε ο λόγος ένστασης (γ) μπορεί να επιτύχει. Εξετάζοντας τώρα το θέμα της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας, σημειώνω τα εξής. Στην κλασική επί του θέματος απόφαση Διευθυντής Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, διαγράφηκαν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου για καταστολή της κατάχρησης των διαδικασιών του καθώς και ο σκοπός που τη διαπνέει ως ακολούθως: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» Οι σχετικές αρχές είναι πάγια εμπεδωμένες και έχουν απασχολήσει πολλές φορές το Ανώτατο Δικαστήριο. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρομαι στις υποθέσεις Constantinides v. Vima
(1983)1 C.L.R 348, Μιχάλη Παπόρη ν. Maskinfabriken «510» Α/S
(1996)1(B) A.A.Δ. 1037, Beogradska D.D.
(1996)1 Α.Α.Δ. 911, Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522, αλλά και πιο πρόσφατα στην Ποιν. Έφ. 223/14, Σπύρου ν. Ξενή, απόφαση ημερ. 11.11.2015. Η αρχή εξετάστηκε και στην Walpole v. Partidge and Wilson [1994] 1 All E.R. 385, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Χαραλαμπίδης, ανωτέρω, όπου τονίστηκε ότι το δικαστήριο πρέπει να βεβαιώνεται σε κάθε περίπτωση ότι η διαδικασία είναι τόσο καθαρά και έντονα καταχρηστικής φύσεως ώστε να δικαιολογείται η καταστολή της με το κατάλληλο διάταγμα. Εφόσον το διαπιστώσει, είτε απορρίπτει τη διαδικασία που θεωρεί καταχρηστική, είτε την αναστέλλει (Beogradska D.D., ανωτέρω). Οι καθ' ων η αίτηση στα πλαίσια της αγόρευσης του συνηγόρου τους, παραθέτουν τις σχετικές αρχές της νομολογίας και αναφέρουν ότι, ενόψει των λοιπών λόγων ένστασης και υπό το φως των περιστάσεων της υπόθεσης, καθώς και λόγω του ότι στο νομικό υπόβαθρο της αίτησης δεν γίνεται επίκληση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Οι λόγοι ένστασης (α) - (ε) δεν μπορεί να γίνουν αποδεκτοί για τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω. Πιο πάνω αναφέρθηκαν επίσης οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η έκδοση του διατάγματος αποκάλυψης από τους αιτητές. Ως έχει νομολογηθεί είναι σημαντικό για ένα διάδικο να έχει την πρέπουσα αποκάλυψη πριν προχωρήσει στη δίκη και οι καθ' ων η αίτηση δεν αρνούνται το γεγονός ότι έχουν σχετικά με την υπόθεση έγγραφα στην κατοχή τους, η αποκάλυψη των οποίων, είναι, κατά την κρίση μου, αναγκαία. Δεν μπορώ να διακρίνω αθέμιτο σκοπό στην υποβολή του αιτήματος από πλευράς των αιτητών. Αντίθετα, είναι η κρίση μου ότι η αποκάλυψη εγγράφων στη συγκεκριμένη υπόθεση θα συμβάλει στη δίκαιη εκδίκαση της και τη μείωση των εξόδων, μιας που οι αιτητές θα έχουν πληροφορηθεί εκ των προτέρων τι θα αντιμετωπίσουν στην ακροαματική διαδικασία, έχοντας παράλληλα την ευκαιρία να αποφασίσουν αν κάποια γεγονότα μπορεί να τα αποδεκτούν, με αποτέλεσμα τον περιορισμό των επίδικων θεμάτων. Σύμφωνα με τους λόγους ένστασης (η) και (ι), η υπό κρίση αίτηση στερείται νομικού και πραγματικού υποβάθρου, τυγχάνει δε γενική και αόριστη. Αναπτύσσοντας αυτούς τους λόγους ένστασης στη γραπτή του αγόρευση, ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση εγείρει τα εξής θέματα: ότι στην αίτηση δεν εξειδικεύονται τα έγγραφα προς αποκάλυψη, ότι υπάρχουν ελλείψεις στη νομική βάση της αίτησης, και ότι δεν αποκαλύπτονται τα γεγονότα που θα δικαιολογούσαν τη θετική άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, όπως, λ.χ. γιατί δεν έγινε η παρούσα αίτηση ενωρίτερα και πώς τα έγγραφα που ζητούνται θα βοηθήσουν τους εναγόμενους. Ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, με αναφορά στα αποφασισθέντα στην υπόθεση Kipagrotiki Ltd v. Παναγιώτη Σάββα
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1610, υποστηρίζει ότι η συγκεκριμενοποίηση των εγγράφων των οποίων ζητείται η αποκάλυψη, είναι αναγκαία. Έχω την άποψη ότι η απόφαση στην υπόθεση Kipagrotiki Ltd δεν δημιουργεί τέτοιο κανόνα. Η απόφαση εκείνη είναι συνυφασμένη με το περιεχόμενο των δικογράφων της υπόθεσης και των ενόρκων δηλώσεων που καταχωρήθηκαν στα πλαίσια της αίτησης και της ένστασης και τις αναφορές που έγιναν ως προς τα έγγραφα που υπήρχαν στην υπόθεση εκείνη (σελ. 1613). Εξ' ου και υποδείχθηκε ότι «η κρίση για τη σχετικότητα των εγγράφων προϋποθέτει υπαρκτό αντικείμενο σε σχέση με το οποίο αυτή διαμορφώνεται». Αν γινόταν δεκτό ότι δεν μπορεί να εκδοθεί διάταγµα εκτός αναφορικά µε συγκεκριμένα έγγραφα αυτό θα εξουδετέρωνε, κατά την κρίση μου, τη Δ.28 Θ.1 η οποία ρητά προβλέπει για τη δυνατότητα έκδοσης διατάγματος για γενική αποκάλυψη. Αναφορά στη δυνατότητα αυτή γίνεται και στο σύγγραμμα Odgers' Principles of Pleading and Practice, 21η έκδοση, σελ. 213, ανωτέρω. Εάν υπήρχε υποχρέωση για εκ των προτέρων κατάρτιση καταλόγου εγγράφων δεν θα εξυπηρετούνταν ο σκοπός και η φιλοσοφία του θεσμού της αποκάλυψης εγγράφων αφού, εάν ο διάδικος δεν γνωρίζει τι έγγραφα κατέχει η άλλη πλευρά δεν βλέπω πώς θα μπορούσε να συντάξει τέτοιο κατάλογο. Εξάλλου για την αποκάλυψη συγκεκριμένων εγγράφων ή συγκεκριμένης τάξεως εγγράφων υπάρχει έτερη δικονομική πρόνοια, η Δ.28 Θ.11, για την οποία μάλιστα προνοείται διαφορετική διαδικασία, δηλαδή υποβολή αίτησης δια κλήσεως υποστηριζόμενης από ένορκη δήλωση, αντί µονοµερούς αιτήσεως χωρίς ένορκη δήλωση όπως στην περίπτωση της Δ.28 Θ.1. Τούτο υποστηρίζεται από τη νομολογία και ειδικότερα από την απόφαση TBF (Cyprus) Ltd κ.ά. ν. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας κ.α.
(2001)1 A.A.Δ. 153, 158 - 160 στην οποία εξηγήθηκε η διαφορά μεταξύ των δύο Θεσμών της Διαταγής 28 και οι στόχοι εκάστου εξ' αυτών και επικροτήθηκε ως ορθή η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστή ότι ο Θεσμός 11 «χρησιμοποιείται εφόσο η προηγηθείσα διαταγή για γενική αποκάλυψη δεν απέληξε στην αποκάλυψη και συγκεκριμένων εγγράφων που, με έρεισμα πλέον το Θεσμό 11, μπορεί ο διάδικος να ζητήσει για να ολοκληρωθεί η διαδικασία». Προχωρώντας τώρα στο θέμα που εγείρεται σε σχέση με τη νομική βάση της αίτησης και τη θέση του συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση ότι δεν γίνεται σε αυτή επίκληση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, σημειώνω ότι η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη. Η πηγή της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εντοπίζεται ακριβώς στη Δ.28 Θ.1 («On the hearing of such application the Court or Judge may either refuse or adjourn the same, if satisfied that such discovery is not necessary, or not necessary at that stage of the cause or matter, or make such order, either generally or limited to certain classes of documents, as may, in the Court's or Judge's discretion, be thought fit .»), η οποία περιλαμβάνεται στη νομική βάση της αίτησης. Ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση υποστηρίζει επίσης ότι οι αιτητές θα έπρεπε να είχαν παρουσιάσει γεγονότα, μέσω ένορκης δήλωσης, που να δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ τους, παρά την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης. Παραπέμπει σχετικώς σε υποθέσεις που αφορούσαν αιτήσεις για επαναφορά εφέσεων που απορρίφθηκαν λόγω μη συμμόρφωσης με τις προθεσμίες που τάχθηκαν για την καταχώρηση περιγραμμάτων αγόρευσης (Βαρδιάνος ν. Richards
(1998)1(B) ΑΑΔ 698, Τουβλοποιεία Γίγας Λτδ ν. Ουστά (Αρ. 1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 109) ή λόγω μη εμφάνισης κατά την προδικασία (Πέτρου ν. Διευθυντή Κτηματολογίου Λεμεσού κ.α.
(2001)1(Α) ΑΑΔ 184), ή αιτήσεις για παράταση του χρόνου καταχώρησης έφεσης (Pavlou and another v. Cacoyiannis and others
(1963)2 CLR 405, Υπόθ. Αρ. 1408/2006, Michael N. Ioannides Manufacturing & Trading Ltd v. Δημοκρατίας, ημερ. 30.6.2008). Έχω την άποψη ότι οι υποθέσεις στις οποίες ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση αναφέρεται δεν μπορούν να οδηγήσουν σε συμπέρασμα ότι από την υπό κρίση αίτηση ελλείπει το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο προς άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με το λεκτικό της ίδιας της Δ.28 Θ.1 επί της οποίας η αίτηση βασίζεται, η αίτηση δεν χρειάζεται να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση («Any party may, without filing any affidavit, apply to the Court.»). Το ότι οι χρονικές προθεσμίες που τίθενται από τους Θεσμούς και τα χρονοδιαγράμματα που δίδονται πρέπει να τηρούνται, είναι, βέβαια, ορθό. Όμως, σε αντίθεση με τις υποθέσεις στις οποίες ο συνήγορος των αιτητών παραπέμπει, στη Δ.28 Θ.1, ως ανωτέρω αναφέρθηκε, δεν καθορίζονται χρονικά πλαίσια εντός των οποίων η αίτηση πρέπει να γίνει. Υπήρχε, πράγματι καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, η οποία, όμως, για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω, δεν είναι ικανή για να οδηγήσει από μόνη της στην απόρριψη της. Τέλος, σύμφωνα με τους λόγους ένστασης (κ) και (λ), η αίτηση δεν εξυπηρετεί την ορθή απονομή της δικαιοσύνης ούτε και πληρούνται οι αποκρυσταλλωμένες αρχές της νομολογίας προς έγκριση της. Στα πλαίσια ανάπτυξης αυτών των λόγων ένστασης ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση αναφέρεται στην ανάγκη για πιστή τήρηση των δικονομικών χρονοδιαγραμμάτων, στη συνταγματική επιταγή που θέτει το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος για διεκπεραίωση της δίκης εντός ευλόγου χρόνου, δικαίωμα που διασφαλίζεται αντίστοιχα από το Άρθρο 6.1 της ΕΣΔΑ, στο ανύπαρκτο αιτιολογικό της αίτησης, καθώς και στο καθήκον του Δικαστηρίου για καταστολή κάθε καταχρηστικής διαδικασίας. Τα θέματα που εγείρει ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση στα πλαίσια αυτών των λόγων ένστασης έχουν εξετασθεί ανωτέρω, και, για τους λόγους που ανέφερα, κρίνω ότι δεν μπορεί να οδηγήσουν σε απόρριψη της παρούσας αιτήσεως. Κατάληξη Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για έγκριση της αίτησης. Συνεπώς η αίτηση των εναγομένων - αιτητών εγκρίνεται και εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος (Α) της αίτησης. Η ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων από μέρους των εναγόντων να γίνει εντός 15 ημερών από σήμερα. Σε ό,τι αφορά τα έξοδα της αίτησης, κρίνω ότι υφίστανται λόγοι για απόκλιση από το γενικό κανόνα που θέλει τα έξοδα ν' ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας. Τούτο λαμβάνοντας υπόψη, από τη μια, ότι το διάταγμα αποκάλυψης που ζητείται με την υπό κρίση αίτηση μπορούσε να είχε ζητηθεί στο στάδιο των Οδηγιών με βάση τη Δ.30 και επισημαίνω σχετικώς ότι στο Σημείωμα Πρωτοκολλητή που εστάλη στους συνηγόρους των διαδίκων στράφηκε η προσοχή τους στην επίπτωση των θέσεων τους όπως αυτές θα εκφραστούν στο στάδιο των οδηγιών, σε σχέση με το θέμα των εξόδων (βλ. και Δ.30 Θ.5), και, από την άλλη, το γεγονός ότι οι λόγοι ένστασης που ήγειραν οι καθ' ων η αίτηση δεν ευσταθούν. Κρίνω συνεπώς ότι, υπό τις περιστάσεις, είναι ορθό και δίκαιο όπως επιδικάσω υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών τα έξοδα της πρώτης εμφάνισης στην αίτηση, και τα έξοδα που ακολούθησαν της πρώτης εμφάνισης υπέρ των αιτητών και εναντίον των καθ' ων η αίτηση. Τα έξοδα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .............. Μ. Θεοκλήτου, Προσ. Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο