← Κύπρος

INTERLIFE INSURANCE COMPANY LTD ν. Ανδρέας Ανδρέου κ.α., Αρ. Αγωγής: 5269/2009, 13/5/2016

INTERLIFE INSURANCE COMPANY LTD ν. Ανδρέας Ανδρέου κ.α., Αρ. Αγωγής: 5269/2009, 13/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A292 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 5269/2009 Μεταξύ: INTERLIFE INSURANCE COMPANY LTD Ενάγουσας και

  1. Ανδρέας Ανδρέου
  2. Μαρίας Κυπριανού
  3. Ανδρούλλα Σοφοκλέους Εναγομένων Ημερομηνία: 13 Μαϊου, 2016 Αίτηση παραμερισμού ημερ. 21/5/14 της εναγομένης 2 Εμφανίσεις: Για την αιτήτρια-εναγόμενη 2: κ. Τσιναρέλης για Ν. Ροτσίδης & Σία ΔΕΠΕ Για την καθ' ης η αίτηση-ενάγουσα: κα Λιασίτη για Λ. Παπαφιλίππου & Σία ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Αιτήτρια με αυτή την αίτηση ζητά: «Διάταγμα διατάττον την ακύρωση και / ή τον παραμερισμό (set aside) της απόφασης που εκδόθηκε την 7/1/2010 στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, ως παράτυπη και όλων των σχετικών και / ή απορρεόντων αποτελεσμάτων αυτής.» Η αίτηση βασίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 Θ. 10, Δ.26 Θ.14, Δ.48 Θ.Θ. 1,2,3,4,6,7,8,9 και Δ.64 Θ.1, στο άρθρο 6

(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στο άρθρο 30 του Συντάγματος και στις αναφαίρετες, γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση φαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της Μαρίας Κυπριανού η οποία αναφέρει τα ακόλουθα: Είναι η Αιτήτρια στην παρούσα αίτηση και ορκίζεται την παρούσα ένορκη δήλωση από γεγονότα που ανάγονται σε προσωπική της γνώση που πηγάζει από προσωπική εμπλοκή, εκτός όπου ρητώς αναφέρει διαφορετικά. Τα γεγονότα που αναφέρει είναι ορθά και αληθή. Δηλώνει ενόρκως ότι ο λόγος για τον οποίο δεν καταχώρισε εμφάνιση στην αγωγή έγκειται στο ότι ουδέποτε έλαβε γνώση της δικαστικής διαδικασίας που εκκρεμούσε εναντίον της στο Δικαστήριο. Εξ' όσων την πληροφορούν οι δικηγόροι της, μετά από έρευνα που έκαναν στον φάκελο του δικαστηρίου, καθώς επίσης και εξ' όσων πιστεύει, η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ήταν κακή και γι' αυτό δεν της δόθηκε η δυνατότητα να προβάλει την υπεράσπιση της στην αγωγή. Έλαβε γνώση της ύπαρξης της αγωγής και της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε στην αγωγή αυτή, κατά τον Μάρτη του 2014, όταν έλαβε γνώση του Διατάγματος Παραλαβής ημερομηνίας 26/11/2010 το οποίο εκδόθηκε στην Αίτηση Πτώχευσης με αριθμό 545/2010 και βασίστηκε στην επίδικη απόφαση. Όσον αφορά το εν λόγω Διάταγμα Παραλαβής, αιτείται τον παραμερισμό του με αίτηση, ημερομηνίας 21/5/2014, δια το λόγο ότι η έκδοση του ήταν παράτυπη. Κατά τα τέλη του Φεβρουαρίου του 2014 έλαβε τηλεφώνημα από την Τράπεζα Πειραιώς ότι ο λογαριασμός της έχει παγοποιηθεί για το λόγο ότι το όνομα της βρισκόταν στη λίστα πτωχευσάντων ατόμων. Την πληροφόρησαν από τη Τράπεζα, ότι θα έπρεπε να επισκεφτεί τον Επίσημο Παραλήπτη για να την ενημερώσει σχετικά. Έτσι επικοινώνησε με τον Επίσημο Παραλήπτη και συμφώνησαν για συνάντηση περί τα μέσα του Μάρτη
  1. Λίγες μέρες πριν την συνάντησή τους, όμως, της ακύρωσαν τη συνάντηση και την ενημέρωσαν ότι θα έπρεπε να συμπληρώσει πρώτα κάποια έντυπα που θα της έστελλαν με το ταχυδρομείο. Προς τούτο, περί τα μέσα Μαρτίου 2014, έλαβε την επιστολή τεκμήριο Β, ημερ. 25/2/14 με την οποία την ενημέρωσαν για την ύπαρξη του Διατάγματος παραλαβής. Αμέσως μόλις έλαβε την επιστολή το πρώτο της μέλημα ήταν να επικοινωνήσει με τους δικηγόρους της. Ενώ διαθέτει λογαριασμούς και σε άλλες τράπεζες και υπήρχε κίνηση στους λογαριασμούς της για το διάστημα αυτό, ουδέποτε έτυχε ενημέρωσης για το Διάταγμα Παραλαβής που εκκρεμούσε εναντίον της από το
  2. Η μόνη ενημέρωση που είχε, εδώ και σχεδόν 4 χρόνια από την έκδοση του διατάγματος παραλαβής ήταν από την Τράπεζα Πειραιώς το Μάρτη του
  3. Η ίδια δεν γνώριζε τι ακριβώς είναι το Διάταγμα Παραλαβής, εξού και άμεσα επικοινώνησε με τους δικηγόρους της ώστε να την ενημερώσουν για τις επιπτώσεις που έχει σ' αυτήν και έδωσε οδηγίες για περαιτέρω διερεύνηση της όλης κατάστασης. Κατά την έρευνα που διεξήγαγαν οι δικηγόροι της στο φάκελο του Δικαστηρίου την ενημέρωσαν ότι το διάταγμα παραλαβής εκδόθηκε βάσει της απόφασης που είχε εκδοθεί στην αγωγή, λόγω μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης από την πλευρά της. Έτσι οι δικηγόροι της την ενημέρωσαν ότι η επίδικη απόφαση εκδόθηκε ερήμην και τη συμβούλεψαν ότι θα έπρεπε να κινηθούν το ταχύτερο δυνατό για να καταχωρίσουν αίτηση παραμερισμού. Τόσο η επίδοση της επίδικης αγωγής, όσο και η επίδοση της Αίτησης Πτώχευσης, υπ' αριθμόν 545/2010, δεν περιήλθαν στην αντίληψη της αφού, εξ όσων την πληροφορούν οι δικηγόροι της, όπως προκύπτει από την έρευνα στους φακέλους του Δικαστηρίου, οι επιδόσεις αυτές έγιναν σε διευθύνσεις που η ίδια ουδέποτε κατοίκησε. Εξ όσων την πληροφορούν οι δικηγόροι της, από την έρευνα στο φάκελο του Δικαστηρίου της παρούσας αγωγής, φαίνεται ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος για την ίδια έγινε στον Χρίστο Ανδρέου την 15/9/
  4. Ως εμφαίνεται από το φάκελο του Δικαστηρίου, ο επιδότης ορκίζεται ότι ο Χρίστος Ανδρέου είναι «αδελφός (άνω των 16) και συγκάτοικος» της. Αντίγραφο της εν λόγω ένορκης δήλωσης του επιδότη επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Γ. Αρχικά, ο Χρίστος Ανδρέου δεν είναι αδελφός της. Έχει 2 αδελφές την Στέλλα Κυπριανού και την Κυπρούλα Κυπριανού. Δηλαδή δεν είναι μέλος της οικογένειας της άλλα ούτε και ένα πρόσωπο με το οποίο έχει στενή σχέση και συχνή επικοινωνία. Ουδέποτε έλαβε γνώση της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος που ήταν στο όνομα της και ως εκ τούτου ουδέποτε έλαβε γνώση της εν λόγω αγωγής. Την χρονική περίοδο την οποία επιδόθηκε η αγωγή, δηλαδή κατά τον Σεπτέμβριο του 2009, δεν συγκατοικούσε με τον Χρίστο Ανδρέου. Η ίδια και ο σύζυγος της κατοικούσαν στο Τσέρι επί της οδού Μιας Μηλιάς
  5. Η ένορκη δήλωση του επιδότη λέει ότι ο Χρίστος Ανδρέου κατοικεί στην Λευκωσία χωρίς να αναφέρεται σε συγκεκριμένη διεύθυνση. Το κλητήριο ένταλμα της αγωγής αναφέρει ως διεύθυνση της την οδό Μενελάου 5, Συνοικισμό Στροβόλου III, στη Λευκωσία. Ουδέποτε διέμενε στη διεύθυνση που αναφέρεται στο κλητήριο ένταλμα και δεν γνωρίζει το λόγο που το κλητήριο ένταλμα περιείχε αυτή την διεύθυνση για διεύθυνση κατοικίας ή εργασίας της. Προς απόδειξη των ισχυρισμών της επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση σχετικό πιστοποιητικό από το Δήμο Τσερίου που αναφέρει ότι διέμενε στην εν λόγω διεύθυνση κατά την επίδικη χρονική περίοδο ως Τεκμήριο Δ. Ο Χρίστος Ανδρέου δεν αποτελεί μέλος της οικογένειας της και δεν είναι πρόσωπο με το οποίο εγώ έχει επαφή και σε καμία περίπτωση δεν του έδωσε εξουσιοδότηση για να λαμβάνει οποιαδήποτε έγγραφα εκ μέρους της. Δεν διέμεναν μαζί και δεν είχαν επικοινωνία. Ως εκ τούτου, ουδέποτε ειδοποιήθηκε για την ύπαρξη του κλητηρίου εντάλματος και δια το λόγο αυτό δεν της δόθηκε η ευκαιρία να εμφανιστεί στην παρούσα αγωγή και να προβάλει την υπεράσπιση της. Πιστεύει θετικά και εξ' όσων την πληροφορούν οι δικηγόροι της, η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος που έγινε στον Χρίστο Ανδρέου ήταν κακή επίδοση αντικανονική και παράτυπη. Αυτή η εξέλιξη είχε ως αποτέλεσμα να μην της δοθεί ποτέ το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση της στην παρούσα αγωγή. Περαιτέρω, πιστεύει θετικά ότι δεν επέδειξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της Αίτησης. Αμέσως μόλις έλαβε ενημέρωση από την Τράπεζα Πειραιώς, επικοινώνησε με τον Επίσημο Παραλήπτη και αμέσως μόλις έλαβε την επιστολή του επικοινώνησε με τους δικηγόρους της. Περαιτέρω, από το φάκελο του δικαστηρίου προκύπτει ότι η Ενάγουσα μετά την έκδοση της επίδικης απόφασης προχώρησε και σε αίτηση έρευνας εναντίον της, έγγραφο το οποίο επίσης ουδέποτε παρέλαβε. Η ένορκη δήλωση του επιδότη, όσον αφορά αυτή την αίτηση, επιδόθηκε έναντι της υπογραφής της Ανδρούλλας Σοφοκλέους αναφερόμενης ως «μητέρα και συγκάτοικο» της, πράγμα που δεν ισχύει αφού η εν λόγω κυρία δεν είναι η μητέρα της. Εκτός αυτού, η επίδοση έγινε σε διεύθυνση που η ίδια ουδέποτε κατοίκησε. Αντίγραφο της σχετικής ένορκης δήλωσης του επιδότη επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Ε. Πιστεύει θετικά ότι η περίοδος που μεσολάβησε από την ημερομηνία που έλαβε γνώση της απόφασης μέχρι και την ημερομηνία που καταχωρίστηκε η παρούσα αίτηση δεν είναι μεγάλη αλλά αντιθέτως είναι εύλογη για τις ενέργειες που έπρεπε να παρθούν. Εξ όσων την έχουν πληροφορήσει οι δικηγόροι της, η έρευνα στους φακέλους του Δικαστηρίου είχε αρκετές καθυστερήσεις λόγω του ότι μέχρι να τους βγάλουν φωτοτυπίες τα έγγραφα που ζήτησαν από τον Δικαστικό φάκελο και να τα παραλάβουν, υπήρξε αδικαιολόγητη χρονοτριβή λόγω του ότι την πρώτη φορά δεν τους είχαν ετοιμάσει φωτοτυπίες για όλα τα έγγραφα που ζήτησαν αλλά παρέλειψαν ορισμένα που ήταν πολύ σημαντικά για την υπόθεση της. Έτσι χρειάστηκε να επαναληφθεί η διαδικασία για να τα λάβουν. Επιπρόσθετα, σε καμία περίπτωση δεν θα άφηνε σε εκκρεμότητα μία τέτοια υποχρέωση εάν αυτή είχε περιέλθει εις γνώση της. Τόσο η έκδοση της απόφασης στην παρούσα αγωγή όσο και η μετέπειτα διαδικασία πτώχευσης που διενεργήθηκε εναντίον της και οδήγησε στην έκδοση του Διατάγματος Παραλαβής δεν θα έφταναν σ' αυτό το σημείο αν είχε ενημερωθεί για το οφειλόμενο ποσό το οποίο ανερχόταν στα €1.132,
  6. Εάν είχε λάβει γνώση για την ύπαρξη της αγωγής ουδέποτε θα άφηνε τη διαδικασία να προχωρήσει μέχρι και την έκδοση διατάγματος παραλαβής για ένα τόσο μικρό ποσό. Ως εκ των ανωτέρω, πιστεύει θετικά ότι δεν υπέπεσε σε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της υπό εκδίκαση Αίτησης για παραμερισμό της επίδικης απόφασης δια το λόγο ότι η χρονική περίοδος που μεσολάβησε από την ημέρα που έλαβαν γνώση της απόφασης μέχρι και την καταχώριση της Αίτησης, δηλαδή περίοδος 2 μηνών, ήταν μια καθ' όλα λογική χρονική περίοδος στην οποία τόσο η ίδια όσο και οι δικηγόροι της έλαβαν όλα τα απαραίτητα μέτρα για να προωθήσουν την υπό εκδίκαση Αίτηση ενώπιον του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, πιστεύει θετικά ότι έχει υπεράσπιση στην αγωγή και ως εκ τούτου πρέπει να της δοθεί η άδεια να την προβάλει. Αρχικά, είναι η θέση της ότι ουδέποτε έλαβε προσωπικά επιστολή με την οποία να τερματίζεται η Συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγομένου 1, καθώς και του υπόλοιπου του λογαριασμού που αποτελούν την βάση της αγωγής εναντίον της. Η επιστολή που επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση της κας. Στάλως Κισσίης, δεν αναφέρει σε ποια διεύθυνση έγινε η κοινοποίηση σε αυτήν. Δηλώνει στο Σεβαστό Δικαστήριο ότι ουδέποτε έλαβε γνώση της εν λόγω επιστολής ή της οποιασδήποτε άλλης επιστολής για τον κατ' ισχυρισμό τερματισμό της επίδικης συμφωνίας. Αντίγραφο της σχετικής επιστολής επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Ζ. Επιπλέον, πιστεύει ότι ο Εναγόμενος 1 ουδέποτε προέβηκε σε αντισυμβατική συμπεριφορά ως υποστήριξε η Ενάγουσα ως λόγο για τον τερματισμό της μεταξύ τους συμφωνίας. Περαιτέρω, εξ όσων την πληροφορούν οι δικηγόροι της, η Ενάγουσα με την έκθεση απαιτήσεως της στην αγωγή δεν παρείχε πληροφορίες για το λόγο του κατ' ισχυρισμόν τερματισμού της επίδικης συμφωνίας με τον Εναγόμενο
  7. Εξ όσων την πληροφορούν οι δικηγόροι της, η Ενάγουσα αρκέστηκε μόνο στο να αναφερθεί στην Έκθεση Απαίτησης της στο ότι η Ενάγουσα τερμάτισε την συμφωνία λόγω «αντισυμβατικής συμπεριφοράς» του Εναγομένου
  8. Η αιτία που επικαλείται είναι γενική, αόριστη και ασαφής και πιθανόν να ήταν απλά η πρόφαση για να τερματίσει η Ενάγουσα την Συμφωνία έπειτα από μόλις 3 μήνες από την σύναψη της. Θεωρεί ότι δεν υπήρξε τέτοια συμπεριφορά που να θεωρείτο αντισυμβατική από μέρους του Εναγομένου
  9. Η Ενάγουσα ουδέποτε επικοινώνησε μαζί της για την αποπληρωμή του κατ' ισχυρισμόν οφειλόμενου ποσού είτε πριν τις ενέργειες της για να τερματίσουν την επίδικη συμφωνία είτε μετά. Αντιθέτως, η Ενάγουσα μετά από 7 και πλέον χρόνια επέλεξε να καταχωρίσει την εν λόγω αγωγή εναντίον της. Η ενέργεια της Ενάγουσας να εγείρει την μετά από 7 και πλέον χρόνια από την ημερομηνία του κατ'ισχυρισμό τερματισμού της Συμφωνίας, είναι καταχρηστική και υστερόβουλη, πόσον μάλλον να προχωρήσουν σε έκδοση απόφασης ερήμην της αλλά και σε ενέργειες για έκδοση Διατάγματος Παραλαβής. Περαιτέρω, πιστεύει θετικά και εξ όσων την πληροφορούν οι δικηγόροι της, η Ενάγουσα θα έπρεπε να κωλύεται να καταχωρίσει την εν λόγω αγωγή 7 χρόνια μετά αφού οι πράξεις και η συμπεριφορά της την οδήγησαν να πιστεύει ότι το όποιο οφειλόμενο ποσό είχε διευθετηθεί εξ αρχής ή έστω ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε απαίτηση από την Ενάγουσα έναντι της. Επίσης, ότι το αξιούμενο με την παρούσα αγωγή ποσό, για το οποίο τελικά εξεδόθη και απόφαση είναι διογκωμένο και δεν αντιπροσωπεύει την πραγματική οφειλή της. Πιστεύει ότι ο λόγος για το διογκωμένο αυτό ποσό είναι ότι η Καθ' ης η Αίτηση, κατά τον υπολογισμό του ισχυριζόμενου οφειλόμενου ποσού, προέβη σε υπερχρεώσεις τόκου, οι οποίες αντίκεινται στις πρόνοιες της νομοθεσίας. Συγκεκριμένα, στη Συμφωνία υπήρχε όρος ο οποίος έθετε ρητώς ότι σε περίπτωση τερματισμού της συνεργασίας του Δοκίμου Αντιπροσώπου με την εταιρεία για οποιαδήποτε αιτία αμέσως ο Λογαριασμός θα φέρει τόκο προς 9% ετησίως από την ημερομηνία του τερματισμού και ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο θα καθίσταται άμεσα απαιτητό και πληρωτέο. Είναι η θέση της ότι κάτι τέτοιο αποτελεί εκμετάλλευση από την πλευρά της Ενάγουσας, αφού το ποσοστό της τάξης του 9% είναι υπερβολική και αδικαιολόγητη χρέωση, που σκοπό έχει να πλήξη το αντισυμβαλλόμενο μέρος της εταιρείας, δηλαδή τον Εναγόμενο 1 και την ίδια. Περαιτέρω, η Καθ' ης η Αίτηση δεν δικαιούται στο ποσό του τόκου του 9% το οποίο επέβαλε μονομερώς στο χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού τους, δια το λόγο ότι, εξ' όσων την πληροφορούν οι δικηγόροι της, ο όρος της Συμφωνίας ο οποίος προβλέπει την υποβολή υπέρμετρου τόκου είναι ποινική ρήτρα και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθεί. Επίσης, ότι η επιβολή του τόκου 9% στο κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό είναι λανθασμένη αφού ως προκύπτει από την έρευνα του φακέλου του δικαστηρίου και την ένορκη δήλωση της κ. Στάλω Κίσσιη ημερομηνίας 16/12/2009, που παρουσιάστηκε κατά την ακρόαση της αίτησης για απόφαση λόγω μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης της παρούσας αγωγής, παρουσιάστηκε ως τεκμήριο αντίγραφο του χρεωπιστωτικού λογαριασμού που υπήρχε στο όνομα του Εναγόμενου 1 από την Ενάγουσα ως όριζε η Συμφωνία, έγγραφο το οποίο καταδεικνύει ότι ο Εναγόμενος προέβηκε σε ορισμένες πληρωμές έναντι του υπολοίπου, μέχρι και τον Σεπτέμβριο του
  10. Επομένως, εάν έπρεπε να επιβληθεί τόκος στο κατ' ισχυρισμόν οφειλόμενο ποσό, θα έπρεπε να επιβληθεί από το
  11. Αντιθέτως η επίδικη απόφαση επιδικάζει τόκο 9% στο κατ' ισχυρισμόν οφειλόμενο ποσό από το
  12. Επομένως, είναι προφανές ότι ο τόκος που έχει επιβληθεί με την επίδικη απόφαση είναι λανθασμένος. Αντίγραφο της εν λόγω κατάστασης του λογαριασμού, επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Η. Επίσης, ότι δεν έχει επιδείξει συμπεριφορά που να πλήττει το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης και ούτε είναι τέτοια που να είναι ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων της Καθ' ης η Αίτηση. Ως έχει προαναφέρει, ο λόγος για τον οποίο δεν καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή έγκειται στο ότι ουδέποτε έλαβε γνώση της δικαστικής διαδικασίας που εκκρεμούσε εναντίον της, γιατί η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ήταν κακή. Επίσης, με το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η Καθ' ης η Αίτηση δε θα υποστεί πλήγμα των δικαιωμάτων της γιατί θα της δοθεί η ευκαιρία να προωθήσει δεόντως τις θέσεις της κατά την εκδίκαση της υπόθεσης. Αντιθέτως, σε περίπτωση που το αιτούμενο διάταγμα δεν εκδοθεί, τότε το συνταγματικό δικαίωμα της για διεξαγωγή δίκαιης δίκης και ακρόασης θα πληγεί ανεπανόρθωτα. Η καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην αίτηση. Η ένσταση βασίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και ειδικά στις Δ.17 Θ. 2 έως 9 και 11, και Δ.48 Θ.Θ 1, 2, 3, 4
(1), 4
(2), 4
(3), στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στην σχετική νομολογία. Οι συγκεκριμένοι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι: · Η αίτηση της Αιτήτριας είναι νόμω αβάσιμη, ελαττωματική, αντικανονική και δεν συνάδει με τις πρόνοιες των σχετικών διατάξεων του Νόμου και δη των θεσμών περί Πολιτικής Δικονομίας αλλά και του άρθρου 30 του Συντάγματος και ως τέτοια θα πρέπει να απορριφθεί από το Σεβαστό Δικαστήριο. · Οι λόγοι που αναφέρονται στην αίτηση παραμερισμού είναι γενικοί ή και αόριστοι ή και ατεκμηρίωτοι και/ή η Εναγόμενη 2/Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει οποιοδήποτε καλό και/ή εύλογο λόγο που να δικαιολογείται ο παραμερισμός της Απόφασης ημερομηνίας 07/01/
  1. · Καταστρατηγείται η αρχή της ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών αποφάσεων αφού στην περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων αποστερείται στην Ενάγουσα το δικαίωμα της για τελεσιδικία. · Η Ενάγουσα/Καθ' ης η Αίτηση ακολούθησε την ορθή και ενδεδειγμένη διαδικασία ως αυτή προνοείται από τους Θεσμούς. · Η Εναγόμενη 2/Αιτήτρια κωλύεται από το να προωθεί την παρούσα Αίτηση καθότι η Ενάγουσα/Καθ' ης δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε παρατυπία για την έκδοση της απόφασης ημερομηνίας 07/01/
  2. · Η Αίτηση υποβάλλεται καθυστερημένα ήτοι μετά την πάροδο τεσσάρων και πλέον χρόνων και/ή σε κάθε περίπτωση μετά την πάροδο υπερβολικού χρόνου από την ημέρα που ήρθε εις γνώση της η απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου. · Η Αιτήτρια δεν προωθεί με την αίτηση της καλό λόγο υπεράσπισης. Δεν έχει εξουσιοδότηση του Επίσημου Παραλήπτη για να ενεργεί. · Η Αίτηση αποσκοπεί στην καθυστέρηση της διαδικασίας και/ή αποσκοπεί στην πρόκληση στην καθυστέρησης στην Καθ' ης για λήψη του λαβείν της. Βασίζεται σε ένορκη δήλωση της Μαρίας Μιχαηλίδου από τη Λευκωσία η οποία είναι στην υπηρεσία της Καθ' ης, Prime Insurance Co. Ltd, γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από προσωπικό χειρισμό και από πληροφορίες που έλαβε από τους κκ. Λ. Παπαφιλίππου και Σια Δ.Ε.Π.Ε, γνωρίζει και είναι πλήρως και δεόντως εξουσιοδοτημένη από την Καθ' ης η Αίτηση να προβεί στην παρούσα Ένορκη Δήλωση. Την 01/09/2011 η Ενάγουσα με Ειδικό Ψήφισμα μετονομάστηκε από INTERLIFE INSURANCE COMPANY LTD σε PRIME INSURANCE COMPANY LIMITED, ως το Τεκμήριο
  3. Το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 καταχωρήθηκε την 08/09/2009 και σε αυτό αναγράφεται η απαίτηση της ενάγουσας για το ποσό των €1,132.80 πλέον τόκο 9% ετησίως από 18/08/2002 μέχρι πλήρους εξοφλήσεως πλέον έξοδα και ΦΠΑ. Το εν λόγω κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε δεόντως στους Εναγομένους συμπεριλαμβανομένου και της Αιτήτριας, την 15/09/
  4. Παρουσιάζει και επισυνάπτει ως Τεκμήριο 2 την Ένορκη Δήλωση ημερομηνίας 08/06/2015 από τον ιδιώτη επιδότη Μιχάλη Νεοφύτου. Την 07/01/2010 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εξέδωσε την απόφαση, τεκμήριο 3 στην αγωγή 5269/09, εναντίον της Αιτήτριας για το ποσό των €1.132,80 πλέον τόκους προς 9% ετησίως από 19/08/02 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον το ποσό €314,50 έξοδα αγωγής με τόκο 5,5% ετησίως από 08/09/09 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €33,00 έξοδα επίδοσης, πλέον 15% ΦΠΑ. Στην απόφαση η Αιτήτρια αναγράφεται ως Εναγόμενη 2 και ενάγεται υπό την ιδιότητα της ως εγγυήτρια σε Συμφωνία που σύναψε ο Εναγόμενος 1 με την Καθ' ης. Ως τη συμβουλεύουν οι δικηγόροι της Καθ' ης, οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας για τη μη επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος είναι αβάσιμοι και ανυπόστατοι αφού αν όντως δεν της επιδίδονταν τότε το Δικαστήριο δεν θα προχωρούσε στην έκδοση Δικαστικής Απόφασης. Περαιτέρω, μία από τις προϋποθέσεις που εξετάζει το Δικαστήριο για έκδοση Απόφασης είναι η επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος. Σε περίπτωση που δεν ικανοποιείται αυτή η προϋπόθεση τότε το Δικαστήριο δεν προχωρεί στην έκδοση Δικαστικής Απόφασης. Συνεπώς, η έκδοση της Απόφασης από το τότε εκδικάζον Δικαστήριο καταμαρτυρεί ότι οι επιδόσεις έχουν γίνει σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Στην Αίτηση της η Αιτήτρια δεν αναφέρει ουσιαστικό λόγο ως προς την παράλειψη της να καταχωρήσει Σημείωμα Εμφάνισης και/ή οι λόγοι που εκτίθενται δεν είναι επαρκείς και/ή ικανοποιητικοί και/ή οι λόγοι που εκτίθενται είναι αναληθείς και/ή μη ανταποκρινόμενοι στην πραγματικότητα και/ή είναι εκ των υστέρων σκέψεις και επινόημα της φαντασίας της Εναγόμενης 2/Αιτήτριας που εντέχνως προσπαθεί να καθυστερήσει την διαδικασία και/ή προσπαθεί με κάθε τρόπο να αποποιηθεί της ευθύνης της για πληρωμή του εξ' αποφάσεως χρέους. Ειδικότερα η Αιτήτρια ενώ δηλώνει ότι ουδέποτε έλαβε γνώση του κλητηρίου εντάλματος παραλείπει να πει ότι ο Εναγόμενος 1 είναι ο σύζυγος της και ότι ο Χρίστος Ανδρέου είναι αδελφός του συζύγου της. Παραδέχεται όμως στην παράγραφο 22 της Ένορκης Δήλωσης ότι εάν γνώριζε ότι η οφειλή ανέρχεται στο ποσό των €1.132.80, ποσό το οποίο θεωρεί μικρό, δεν θα άφηνε την διαδικασία να προχωρήσει και υπονοεί ότι θα το εξοφλούσε. Ως εκ των ανωτέρω, οι αβάσιμοι και αόριστοι ισχυρισμοί της αιτήτριας για ότι έχει υπεράσπιση στην αγωγή εξανεμίζονται με την έμμεση της παραδοχή ότι θα εξοφλούσε το οφειλόμενο ποσό. Η πρόθεση της να εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό πλέον τους τόκους και τα έξοδα και/ή σε κάθε περίπτωση να πληρώσει συγκεκριμένο ποσό για την απαλλαγή της εκφράστηκε και στην επιστολή των δικηγόρων της προς του δικηγόρους τους, ημερ. 04/11/2014, Τεκμήριο
  5. Με την εν λόγω πρόταση συμφώνησαν και μετά από οδηγίες της, οι δικηγόροι τους απέστειλαν σχετική επιστολή προς τους δικηγόρους της Αιτήτριας, Τεκμήριο
  6. Στην επιστολή αυτή οι δικηγόροι της Αιτήτριας απάντησαν με επιστολή τους ημερ. 24/12/2014, Τεκμήριο
  7. Σε αυτή συμφωνούσαν στην καταβολή του ποσού των €2.500 σε 5 ισόποσες δόσεις των €500 πλέον €600 πλέον ΦΠΑ και έξοδα. Μετά από οδηγίες τους οι δικηγόροι τους απέστειλαν σχετική επιβεβαιωτική για τη συμφωνία επιστολή με ημερ. 13/01/2015, Τεκμήριο
  8. Η Αιτήτρια ουδέποτε τήρησε τα συμφωνηθέντα. Από την πρόθεση της όμως προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι όχι μόνο αποδέχεται και δεν αμφισβητεί την οφειλή της αλλά είναι διατεθειμένη να πληρώσει τους τόκους και τα έξοδα της απόφασης ημερ. 07/01/2010 και τα έξοδα τόσο της παρούσας διαδικασίας όσο και της διαδικασίας για παραμερισμό του Διατάγματος Παραλαβής. Επιπλέον την 04/08/2010 καταχωρήθηκε στο Πρωτοκολλητείο Λευκωσίας από την Καθ' ης, η Ειδοποίηση Πτώχευσης εναντίον της Αιτήτριας υπ' αριθμό 1033/2010, η οποία επιδόθηκε στην Αιτήτρια την 03/09/2010, ενώ την 20/10/2010 καταχωρήθηκε στο Πρωτοκολλητείο Λευκωσίας από την Καθ' ης, η Αίτηση Πτώχευσης υπ' αριθμό 545/2010 εναντίον της Αιτήτριας. Η Αίτηση Πτώχευσης επιδόθηκε στις 15/11/2010 στην εν λόγω οφειλέτιδα και στις 26/10/2010 επιδόθηκε και στον Επίσημο Παραλήπτη. Οι Ένορκες Δηλώσεις των επιδόσεων της Ειδοποίησης Πτώχευσης και της Αίτησης Πτώχευσης βρίσκονται εντός του φακέλου του Δικαστηρίου το οποίο και έκδωσε το Διάταγμα Παραλαβής. Περαιτέρω παρουσιάζει και επισυνάπτει ως Τεκμήριο 8 την Ένορκη Δήλωση ημερομηνίας 08/06/2015 από τον ιδιώτη επιδότη Μιχάλη Νεοφύτου σε σχέση με τις επιδόσεις της ειδοποίησης και της αίτησης πτώχευσης. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι έμαθε φορά για την ύπαρξη της αγωγής και της απόφασης περί τα μέσα Μαρτίου δέον να απορριφθεί από το Δικαστήριο ως ψευδής και ανυπόστατος. Στις 09/03/2010 η Ενάγουσα καταχώρησε Αίτηση Έρευνας όπου μεταξύ άλλων αιτείτο διάταγμα μηνιαίων δόσεων. Η Αίτηση ορίστηκε στις 22/04/2010 ενώ επιδόθηκε δεόντως ταυτόχρονα με μαρτυρική κλήση στην Αιτήτρια μόλις έξι
(6)ημέρες μετά την καταχώρηση της. Παρουσιάζει και επισυνάπτει ως Τεκμήριο 9 την Ένορκη Δήλωση ημερομηνίας 08/06/2015 από τον ιδιώτη επιδότη Μιχάλη Νεοφύτου. Επιπλέον απόδειξη της γνώσης της Αιτήτριας περί των πιο πάνω είναι το γεγονός ότι η Αιτήτρια παρέλειψε να παρευρεθεί ενώπιον το Δικαστηρίου την ημερομηνία κατά την οποία ήταν ορισμένη η ακρόαση της Αίτησης Έρευνας. Για τον λόγο τούτο το Δικαστήριο εξέδωσε ένταλμα σύλληψης εναντίον της Αιτήτριας στην εν λόγω Αίτηση το οποίο παρέμεινε για έλεγχο τόσο στις 27/05/2010 όσο και στις 09/06/
  1. Περαιτέρω επιβεβαίωση ότι ο ως άνω λόγος της Αιτήτριας δεν ευσταθεί είναι η καταχώρηση από τους δικηγόρους της Καθ' ης εντάλματος για την εκποίηση κινητής περιουσίας της Αιτήτριας. Το εν λόγω ένταλμα έλαβε αριθμό 048035 και καταχωρήθηκε στις 20/05/2011, Τεκμήριο
  2. Ακολούθως, ως τη συμβουλεύουν οι δικηγόροι της Καθ' ης, ο δικαστικός επιδότης επισκέφθηκε την οικία της Καθ' ης στην διεύθυνση Μιας Μηλιάς 4 Τσέρι, διεύθυνση την οποία επιβεβαιώνει και η ίδια στην Ένορκη Δήλωση που στηρίζει την υπό κρίση Αίτηση. Παρουσιάζει και επισυνάπτει ως Τεκμήριο 11 αντίγραφο της Ένορκης Δήλωση του δικαστικού επιδότη κ. Ανδρέα Βασιλείου ημερ. 04/07/2011, ο οποίος επέστρεψε το ένταλμα ως ανεκτέλεστο καθότι η Αιτήτρια, Μαρία Κυπριανού, στερείτο κινητής περιουσίας στην διεύθυνση Μιας Μηλιάς 4, Τσέρι. Η επίσκεψη του δικαστικού επιδότη στην διεύθυνση που η ίδια Αιτήτρια επιβεβαιώνει ως διεύθυνση διαμονής της οδηγεί αβίαστα στο συμπέρασμα ότι η Αιτήτρια γνώριζε τουλάχιστον για την ύπαρξη της απόφασης του Δικαστηρίου από τις 04/07/2011 χωρίς να πράξει οτιδήποτε. Τούτου δοθέντος και ως την πληροφορούν και οι δικηγόροι της Καθ' ης η Αίτηση, είναι η θέση της ότι η παρούσα Αίτηση πρέπει να απορριφθεί γιατί η Αιτήτρια υπέδειξε υπέρμετρη καθυστέρηση στην ενεργοποίηση δικονομικών διαβημάτων που είχε στη διάθεση της και με την παρούσα Αίτηση επιδιώκεται η αποφυγή πληρωμής των οφειλών της προς την Καθ' ης. Επιπροσθέτως, στις 19/05/2011 κατατέθηκε στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας εγγραφή δικαστικής απόφασης (εφεξής «ΜΕΜΟ») με αριθμό 1642/11 (Τεκμήριο 12). Περαιτέρω και ως την ενημερώνουν οι δικηγόροι της καθ' ης η αίτηση, η αιτήτρια δεν έχει παρουσιάσει εξουσιοδότηση από τον Επίσημο Παραλήπτη για να ενεργεί με τον τρόπο που ενεργεί και να προωθεί την παρούσα αίτηση. Στην ένορκη δήλωση που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση στην ένσταση του Μιχάλη Νεοφύτου, ιδιώτη επιδότη, στην παρ. 2.1 αναφέρει ότι στις 15/9/09 επισκέφθηκε στην οδό Μενελάου 5, Συνοικισμός Στρόβολος ΙΙΙ στη Λευκωσία. Επί λέξει λέει: «Στην δοθείσα αυτή διεύθυνση δεν ήταν παρών η εναγομένη 2, και το Κλητήριο Ένταλμα ημερομηνίας 8/9/09 παρέλαβε ο Χρίστος Ανδρέου ο οποίος με διαβεβαίωσε ότι είναι ο αδελφός και συγκάτοικος της εναγομένης 2 και ο οποίος μου υπόγραψε τα σχετικά αντίγραφα». ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι αρχές που διέπουν τον παραμερισμό μιας απόφασης που εκδόθηκε από πρωτόδικο Δικαστήριο έχουν καθορισθεί στην Αγγλική απόφαση Evans ν. Bartlam
(1937)2 All Ε. R. 646, και έχουν υιοθετηθεί στις Κυπριακές Αποφάσεις Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)C.L.R. 317, Christoforou v. Kvriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159, Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Mine and Quarry Services Ltd v. Α. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Βίκα ΠΙκα Ντίσκο Λτδ ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 28 και Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτης
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, Δ. Σκάρος ν. 1. Π. Χριστοδούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 291, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. 1. Ε. Ιακώβου
(2001)1 Α.Α.Δ. 457, Μ. Πατούρη v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ.
  1. Στην υπόθεση Σκάρος ν.
  2. Π. Χριστοδούλου κ. ά. (ανωτέρω) λέχθηκε ότι: «Η γενική αρχή του δικαίου όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο αιτητής θα πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγους για την απόρριψη της αίτησης. (Mine and Quarry Services Ltd ν. Γεωργίου (Μαύρου) και Milouca Motor Trading Ltd ν. Κούρτης (ανωτέρω))." Σύμφωνα με τη νομολογία to Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο να αποφασίζει τον παραμερισμό ή όχι εκδοθείσας απόφασης και βασικό κριτήριο είναι ότι ο αιτητής φέρει το βάρος να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής. Επίσης θα πρέπει να αποδείξει ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του και ότι δεν υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στη λήψη μέτρων ακύρωσης. Όσον αφορά το αν προκύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης. Το Δικαστήριο δεν προχωρεί σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας στο στάδιο αυτό (βλ. Κώστας Φραντζής ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(1996)1 Α.Α.Δ. 1094 και JOSEPH KOKKINOS v. WYN DEVELOPMENTS LTD, Πολ. Εφ. 32/10, 20/1/14. Προσθέτω επίσης πως ο αιτητής στο στάδιο αυτό θα πρέπει να παρουσιάσει ικανοποιητικές λεπτομέρειες για να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Στην απόφαση Claire Morris v. Saratoga Swimming Pools Ltd
(2012)1AΑΔ. 647 κατεγράφησαν τα ακόλουθα: «Η νομολογία για το θέμα του παραμερισμού απόφασης, όπως είναι αποκρυσταλλωμένη, συνοψίστηκε πρόσφατα στην υπόθεση Sabine Zehil v. Neil Roberts
(2009)1(A) AAA 678, από όπου και παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα, από την απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου:- «Με βάση τη Διάταξη 17 θεσμός 10, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όταν εκδοθεί απόφαση, το δικαστήριο δύναται «στην κατάλληλη περίπτωση να ακυρώσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση, με όρους που θα ήταν δίκαιοι.» Είναι προφανές ότι το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια, η οποία ασκείται αφού εξισορροπηθούν διάφοροι παράγοντες όπως η επάρκεια της δικαιολογίας για τη μη εμφάνιση, η ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης, η ανάγκη διαφύλαξης του τελεσίδικου μιας απόφασης και κατά πόσο ο Αιτητής έχει δείξει ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Στην υπόθεση Siberia Air ν. Πούλλικα
(2005)1 ΑΑΔ 893, συνοψίζονται οι σχετικές αρχές στο πιο κάτω απόσπασμα από τη σελίδα 897:- «Είναι γεγονός ότι το πιο σημαντικό στοιχείο σε αιτήσεις αυτής της μορφής είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Όταν ένας διάδικος επιτύχει να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, καλύπτει ό,τι σχεδόν απαιτείται για τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του. Ωστόσο, η απόδειξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης δεν είναι στοιχείο απόλυτα καθοριστικό για την επιτυχία της αίτησης και τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Το δικαστήριο, διατηρεί την ευχέρεια να αρνηθεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης όταν διαπιστώσει ότι η διαγωγή του διάδικου που εξαιτείται τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. Αν διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά του απητή είναι ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου του ή αδικαιολόγητα καθυστερεί ή ανεξήγητα παραλείπει να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία στην προώθηση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, αυτή η συμπεριφορά, που με άλλα λόγια συνιστά αδιαφορία, μπορεί να αποβεί παράγων αποτυχίας της αίτησης για παραμερισμό. Βλ. Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941, Γερολέμου ν. ΣΠΕ Κοντέας
(2002)1 ΑΑΔ 818 και Alpha Bank Ltd ν. Στεφάνου
(2003)1(B) ΑΑΔ 1101.» Πέραν των πιο πάνω, το δικαστήριο έχει πάντοτε υποχρέωση να διασφαλίζει το δικαίωμα κάθε διαδίκου για δίκαιη δίκη. Το συγκεκριμένο δικαίωμα, δεν μπορεί να διασφαλιστεί χωρίς ο διάδικος να έχει ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο. Το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ερμηνεύοντας το άρθρο 6
(1)της Σύμβασης, θεώρησε ότι η πρόσβαση στο δικαστήριο και το ταυτόχρονο δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, δεν πρέπει μόνο να διατυπώνονται, αλλά θα πρέπει να είναι και αποτελεσματικά. Στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδότησης Τράπεζας Κύπρου Λτδ., ν. Μιχαήλ
(2003)1(B) 1044 αναφέρθηκε ότι: «Το δικαίωμα κάθε ατόμου να λαμβάνει γνώση δικαστικής διαδικασίας που να τον αφορά, και να ακούεται σ' αυτή, είναι αυτονόητο και αυτόδηλο.» (Βλ. επίσης Α.Ε.2572, Δημοκρατία ν. Ζήνα Πουλλή
(2001)3 ΑΑΔ 1060). Βέβαια, το δικαίωμα για δίκαιη δίκη συναρτάται προς τα δικαιώματα άλλων διαδίκων. Κριτήριο είναι πάντοτε η αρχή της αναλογικότητας και τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Όπως αναφέρθηκε στην Κολλάτου ν. Παναγιώτου
(2003)1(B) ΑΑΔ 895:- «Στην αποτίμηση των συμφερόντων της δικαιοσύνης, προέχει η διασφάλιση δικαίας δίκης, η οποία συναρτάται τόσο με το δικαίωμα εκατέρου των διαδίκων να ακουστεί στην υπόθεση του, όσο και με τη διεκπεραίωση της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο. Οι Θεσμοί έχουν ως κύριο αντικείμενο την καθιέρωση του θεσμικού πλαισίου για τη διασφάλιση δικαίας δίκης........................... Η τήρηση των διαδικαστικών κανόνων δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά το μέσο για την επίτευξη δικαίας δίκης. Εφόσον παρέκκλιση από τα θέσμια δεν αναιρεί το σκοπό, αυτή αντιμετωπίζεται θετικά. Αντιμετωπίζεται αρνητικά, όταν αντιστρατεύεται τη διασφάλιση δικαίας δίκης, που εξυπακούει και την προστασία των δικαιωμάτων του αντιδίκου.» Τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποστερούν το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, ιδιαίτερα όταν αποκαλύπτει καλή υπεράσπιση και όταν η συμπεριφορά του δεν είναι μεμπτή (Βλ. Phylactou v Michael
(1982)1 CLR 204,210, Γεωργίου ν Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου (Αρ.2)
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1938).» Η μη εμφάνιση της εναγομένης 2 - το κατά πόσο ήταν καλή η επίδοση Ο κ. Τσιναρέλης εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει ex debito justitiae να παραμερίσει την απόφαση επειδή η επίδοση δεν ήταν καλή επίδοση. Αναντίλεκτα με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στον Χρίστο Ανδρέου για την εναγομένη 2 ο οποίος σύμφωνα με τον επιδότη είναι «αδελφός (άνω 16 ετών) συγκάτοικος της» εναγομένης 2, στην οδό Μενελάου 5, Συν. Στρόβολος ΙΙΙ, Λευκωσία. Η θέση της εναγομένης 2 στην παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσης της ότι ο Χρίστος Ανδρέου δεν είναι αδελφός της και η θέση της ότι δεν συγκατοικούσαν (βλ. παρ. 13 και 14) δεν αντικρούστηκαν με αντεξέταση ή άλλως πως (βλ. IRENA KNITTING LTD v Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2006)1 ΑΑΔ 816). Η θέση της ενάγουσας στην παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης της Μαρίας Μιχαηλίδου ότι ο Χρίστος Ανδρέου είναι αδελφός του συζύγου της δεν αλλοιώνει την κατάσταση. Προσθέτω εδώ ότι ούτε η θέση της εναγομένης 2 ότι δεν διαμένει στη διεύθυνση όπου φαίνεται να επιδόθηκε το κλητήριο αλλά στη διεύθυνση που φαίνεται στο τεκμήριο Δ έχει αντικρουστεί. Κρίνω επίσης σκόπιμο να σημειώσω εδώ ότι ενάγουσα δεν αντίκρουσε ούτε ότι η εναγομένη 2 δεν έχει επαφή/επικοινωνία με τον Χρίστο Ανδρέου και ότι δεν έλαβε γνώση για την ύπαρξη του κλητηρίου εντάλματος. Οι πρόνοιες της Δ.5 θ.2
(1)(i) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας έχουν ως εξής: «
(2)
(1)The service shall, whenever it is practicable, be effected by leaving the copy with the person to be served; but if he is not found at his house or at his usual place of employment, the service shall be deemed to be effected if the copy is left: (i) With any member of his family of apparently 16 years and upwards then in his town or village or within the lands thereof.." Και σε μετάφραση: «Η επίδοση όποτε αυτό είναι πρακτικά δυνατό θα γίνεται αφήνοντας αντίγραφο στο πρόσωπο στο οποίο θα πρέπει να επιδοθεί αλλά εάν αυτό δεν ευρίσκεται στην οικία του ή στον συνήθη τόπο εργασίας του, η επίδοση θα θεωρείται ότι γίνεται εφόσον το αντίγραφο αφήνεται: (ι) με οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας του που προφανώς είναι 16 ετών και άνω το οποίο κατά το χρόνο εκείνο ευρίσκεται στην πόλη ή στο χωριό του ή εντός της περιοχής του......» Σημειώνω στο σημείο αυτό πως δεν δίδεται ορισμός της λέξης «οικογένεια» στους σχετικούς κανονισμούς. Στην υπόθεση Θεοδώρου κ.α ν ΣΠΕ Μακράσυκας
(2003)1 ΑΑΔ 1305 κρίθηκε καλή η επίδοση σε κάποια κα Χαρίκλεια Ξενοφώντος η οποία ήταν συγγενής των εφεσειόντων και κατοικούσε σε βοηθητικά υποστατικά οικίας στην οποία οι εφεσείοντες διέμεναν. Λέχθηκαν τα ακόλουθα, στη σελίδα 1311 της απόφασης: «Βρίσκουμε ότι η Χαρίκλεια Ξενοφώντος ήταν μέλος της οικογένειας των εφεσειόντων μέσα στην έννοια του όρου όπως αυτός απαντάται στην Δ.
  1. Καταλήγουμε σ' αυτό το συμπέρασμα έχοντας υπόψη τη στενή συγγενική σχέση της με τους εφεσείοντες αλλά και το γεγονός ότι κατοικούσε στον ίδιο χώρο μαζί τους. Επιπλέον λαμβάνουμε υπόψη ότι σκοπός του νομοθέτη ήταν να διευκολύνει την επίδοση όπου αυτή δεν είναι δυνατό να γίνει προσωπικά στον διάδικο, φέρνοντας σε γνώση του το δικόγραφο του οποίου επιδιώκεται η επίδοση». Προκύπτει καθαρά από την πιο πάνω απόφαση πως η γνώση του δικογράφου του οποίου επιδιώκεται η επίδοση αποτελεί ουσιαστικό και απαραίτητο στοιχείο της καλής επίδοσης αλλά και τον απώτερο στόχο της Δ.
  2. Στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού ν Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(2002)1 (A) A.A.Δ.43 λέχθηκαν τα ακόλουθα. «Δεν αμφιβάλλουμε για την ορθότητα των παραπάνω πρωτόδικων αποφάσεων και ότι το ζήτημα της κανονικής επίδοσης κλητηρίου σε αγωγή βάσιμα έχει συσχετισθεί με το άρθρο 30.3(α) και (β), θα προσθέταμε, του Συντάγματος. Η καλή επίδοση συνδέεται αναπόφευκτα με τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο δικαστήριο. Τότε μόνο του παρέχεται η δυνατότης να υπερασπισθεί. Πρόκειται για δικαίωμα που έχει αναχθεί σε θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα. Το άρθρο 30.3(α) και (β) περιλαμβάνεται στο χάρτη των «θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών» του Συντάγματος». Θεωρώ, ενόψει των πιο πάνω πως η άγνοια της εναγομένης καθιστά την επίδοση κακή και παράτυπη. Η εναγομένη αγνοούσε μια ουσιώδη πτυχή της διαδικασίας η οποία επηρέαζε τα νόμιμα δικαιώματα της με βάση το άρθρο 30 του συντάγματος. Με βάση τη μαρτυρία ενώπιον μου το δικόγραφο δεν περιήλθε σε γνώση της εναγομένης. Η ένορκη δήλωση του επιδότη ως προς το τι του λέχθηκε από το άτομο στο οποίο επέλεξε να επιδώσει την αγωγή δεν αλλάζει την πραγματικότητα. Σκοπός ήταν να λάβει γνώση η εναγόμενη. Θεωρώ επίσης σημαντικό να αναφέρω εδώ πως παρέμεινε ανεξήγητο γιατί δεν ήταν πρακτικά δυνατή (practicable) η προσωπική επίδοση στην ίδια την εναγομένη στο σπίτι της ή το χώρο εργασίας της, αφού ο επιδότης δεν φαίνεται στην ένορκη δήλωση του στην ένσταση να αναφέρει ότι ο χώρος στον οποίο δεν ανευρέθει η αιτήτρια ήταν το σπίτι της. Συνεπώς, η απόφαση ημερ. 7/1/10 θα πρέπει να παραμεριστεί σε σχέση με την αιτήτρια. Με την πιο πάνω διαπίστωση το θέμα τελειώνει εδώ και παρέλκει η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εξέτασης των σχετικών παραγόντων παραμερισμού. Η απόφαση σε σχέση με την εναγομένη 2 παραμερίζεται ex debito justitiae. Η ενάγουσα καταδικάζεται σε έξοδα της αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Δίδονται οδηγίες για καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης σε 10 μέρες από σήμερα. Κατά τα άλλα να ακολουθηθούν οι θεσμοί. (Υπ)........... Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.