← Κύπρος

Αναφορικά με τον Κωστή Λοΐζου Μενού, Αρ. Αίτ: 439/02, 10/5/2016

Αναφορικά με τον Κωστή Λοΐζου Μενού, Αρ. Αίτ: 439/02, 10/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A284 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Δικαιοδοσία Διαχειρίσεων & Επικύρωσης Διαθηκών ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Παναγιώτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτ: 439/02 Αναφορικά με τον Κωστή Λοΐζου Μενού τέως από τα Λύμπια αποβιώσαντα Αίτηση ημερ. 7.10.15 υπό Μιχάλη Σάββα Σάουρου & Κώστα Σάββα Σάουρου - αιτητών για παύση & αντικατάσταση της διαχειρίστριας και/ή για διορισμό συνδιαχειριστή. Ημερομηνία: 10 Μαΐου 2016 Για αιτητές: κα Έλενα Πεύκου Για καθ' ου η αίτηση: κος Ανδρέας Πετουφάς ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κωστής Λοΐζου Μενού τέως από τα Λύμπια, απεβίωσε κατά το 1927 χωρίς να αφήσει διαθήκη με κληρονόμους τα επτά παιδιά του, τα οποία έχουν όλα σήμερα αποβιώσει. Όλα τα παιδιά του αποβιώσαντος πλην μιας θυγατέρας του, μετανάστευσαν στην Αγγλία μετά τον θάνατο του. Ως εκ τούτου, αρκετά από τα εγγόνια του αποβιώσαντος και σημερινοί κληρονόμοι, είναι μόνιμοι κάτοικοι Αγγλίας. Αρκετά χρόνια μετά στις 12.9.2002, καταχωρήθηκε αίτηση διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντος από την εγγονή του Μαρία Κώστα Φιλίππου από την Λάρνακα, η οποία επέστρεψε από την Αγγλία και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Κύπρο από το

  1. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της προτεινόμενης διαχειρίστριας, μόλις πρόσφατα είχε ανευρεθεί ακίνητη περιουσία στο όνομα του αποβιώσαντος αξίας £1000,
  2. Η προτεινόμενη διαχειρίστρια, επέδωσε την αίτηση στους κληρονόμους και έλαβε συγκαταθέσεις από αρκετούς που κατοικούσαν στο εξωτερικό. Τρεις από τους κληρονόμους που κατοικούν μόνιμα στην Κύπρο, καταχώρησαν ανακοπή (caveat), στην συνέχιση της διαχείρισης. Επειδή όμως δεν καταχώρησαν αγωγή εντός της προβλεπομένης προθεσμίας, τελικώς παραχωρήθηκαν στις 30.9.2003 έγγραφα διαχείρισης στην αιτήτρια. Σύμφωνα με την απογραφή που καταχώρησε η διαχειρίστρια δεν βρέθηκε κινητή περιουσία ενώ εντοπίστηκαν 5 ακίνητα στο χωρίο Λύμπια, ιδιοκτησίας του αποβιώσαντος. Ένα από τα ακίνητα, ενεγράφη στο παρελθόν στο όνομα της θυγατέρας του αποβιώσαντος που διέμενε στην Κύπρο, δυνάμει χρησικτησίας και/ή δωρεάς από τον αποβιώσαντα πατέρα της. Στην συνέχεια μεταβιβάστηκε στα τέκνα της, Μιχαήλ Σάββα Σάουρου και Κώστα Σάββα Σάουρου που είναι οι αιτητές στην παρούσα. Σε ενδιάμεσους λογαριασμούς που καταχωρήθηκαν στις 19.1.2013, η διαχειρίστρια αναφέρει ότι το Ε.Δ. Λευκωσίας στην αγωγή 6082/04 που κίνησε η ίδια, διέταξε την ακύρωση της πιο πάνω μεταβίβασης και την επανεγγραφή του ως άνω κτήματος στην περιουσία του αποβιώσαντος. Εναντίον της πιο πάνω απόφασης, καταχωρήθηκε η έφεση 268/06 η οποία όμως απορρίφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στις 27.2.
  3. Μετά την εξέλιξη αυτή, το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας αφού προέβη σε επιτόπια εξέταση, εξέδωσε τίτλο ιδιοκτησίας του εν λόγω ακινήτου, στο όνομα του αποβιώσαντα. Η διαχείριση παρόλα αυτά δεν ολοκληρώθηκε γιατί σύμφωνα με τους ενδιάμεσους λογαριασμούς, έχουν ανευρεθεί στο μεταξύ και άλλα ακίνητα. Ακολούθησε η καταχώρηση από τους κληρονόμους Μιχαήλ Σάββα Σάουρου και Κώστα Σάββα Σάουρου, της παρούσας αίτησης για παύση της διαχειρίστριας και αντικατάστασης της με τον Αθανάσιο Σάουρο. Διαζευκτικά, επιζητείται ο διορισμός του εν λόγω Αθανάσιου Σάουρου ως συνδιαχειριστή μαζί με την υφιστάμενη διαχειρίστρια. Την αίτηση που στηρίζεται στον Περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμο (άρθρα 31, 40, 41, 45, 52, 57 & 58) και στους Περί Κληρονομιών Αποθανόντων Κανονισμούς (άρθρο 53), συνοδεύει ένορκη δήλωση ενός εκ των αιτητών, του Μιχάλη Σάββα Σάουρου. Αναφέρει ότι προβαίνει στην ένορκη δήλωση με την συναίνεση και άλλων κληρονόμων που διαμένουν στην Κύπρο αλλά και κατόπιν νομικής συμβουλής. Ήταν η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι η αντικατάσταση της διαχειρίστριας, δικαιολογείται μεταξύ άλλων λόγω πρόχειρης και εσφαλμένης απογραφής, διάθεσης περιουσίας χωρίς την συγκατάθεση των κληρονόμων, μη πιστής εκτέλεσης των καθηκόντων της διαχειρίστριας και παράλειψης διανομής της περιουσίας στους κληρονόμους. Ειδικά για την διάθεση περιουσίας, αναφέρεται ότι η διαχειρίστρια πώλησε στον Ανδρέα Κακουλλή Λοΐζου, το τεμάχιο 534 που ανήκε στον αποβιώσαντα κατά τον χρόνο του θανάτου του, μαζί με το συνοριακό του τεμάχιο 581 που ανήκε κατά 1/3 στην διαχειρίστρια. Η διαχειρίστρια κατεχώρησε ένσταση στην έκδοση του διατάγματος. Στους λόγους ένστασης αναφέρεται ότι οι αιτητές δεν αποκαλύπτουν επαρκείς λόγους ή οποιοδήποτε σφάλμα της διαχειρίστριας για να δικαιολογείται η αντικατάσταση της. Αναφέρεται επίσης ότι οι αιτητές είχαν και έχουν αντίθετα συμφέροντα με την περιουσία του αποβιώσαντος και των άλλων κληρονόμων. Η διαχειρίστρια εκπροσωπώντας και άλλους κληρονόμους, καταχώρησε την παρούσα διαχείριση καθώς και δικαστικές διαδικασίες εναντίον των αιτητών. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, η διαχειρίστρια αφού κάνει αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης και τον διορισμό της ως διαχειρίστρια, ισχυρίζεται στην συνέχεια ότι εκπροσωπεί όλους τους κληρονόμους, πλην των αιτητών που είναι τέκνα μιας εκ των θυγατέρων του αποβιώσαντος, της θείας της Ανδριανής Κωστή Λοΐζου. Η εν λόγω θεία της, ήταν το μοναδικό τέκνο του αποβιώσαντος που δεν μετανάστευσε στην Αγγλία. Κατά την διάρκεια της απουσίας των υπολοίπων κληρονόμων στην Αγγλία, η μητέρα των αιτητών και στην συνέχεια οι αιτητές, καλλιεργούσαν όλα τα κληρονομικά κτήματα, τόσον του αποβιώσαντος όσον και της συζύγου του, γιαγιάς της διαχειρίστριας που επίσης απεβίωσε. Μάλιστα η εν λόγω θεία της, είχε επιλέξει ένα κτήμα του αποβιώσαντος και ακόμα ένα της συζύγου του και τα ενέγραψε στο όνομα της, δυνάμει εχθρικής κατοχής. Στην συνέχεια, τα δώρισε στα παιδιά της που είναι οι αιτητές στην παρούσα. Η μεταβίβαση του ακίνητου ιδιοκτησίας του αποβιώσαντος, ακυρώθηκε μετά από απόφαση του Δικαστηρίου σε αγωγή που καταχώρησε η διαχειρίστρια. Για το κτήμα της συζύγου του και γιαγιάς της διαχειρίστριας, εκκρεμεί ακόμη άλλη αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Όλοι οι κληρονόμοι πλην των αιτητών, αισθάνονται κατά την ομνύουσα τις δύο πιο πάνω υποθέσεις ως μια και έτσι τις αντιμετωπίζουν. Δεν ευσταθεί ως εκ τούτου ότι οι αιτητές εκπροσωπούν και άλλους κληρονόμους. Η διαχειρίστρια είναι σε επαφή με όλους τους υπολοίπους κληρονόμους που βρίσκονται στην Αγγλία και τους ενημερώνει. Αυτοί επιθυμούν να ξεκαθαρίσει το ζήτημα και με το ακίνητο της γιαγιάς - συζύγου του αποβιώσαντος και στην συνέχεια να αποφασίσουν τι θα γίνει συνολικά με την περιουσία. Επειδή όμως οι αιτητές εκμεταλλεύονται όλη την περιουσία του αποβιώσαντος και της συζύγου του χωρίς να δώσουν ποτέ λογαριασμό στους υπόλοιπους κληρονόμους στην Αγγλία, δεν επιθυμούν την εκποίηση της περιουσίας ώστε να εξακολουθήσουν να νέμονται τα ακίνητα ως δικά τους. Η ομνύουσα ανέφερε στην συνέχεια ότι στην απογραφή συμπεριέλαβε ακόμη ένα κτήμα που ο αποβιώσας καλλιεργούσε στο χωρίο Κόσιη για το οποίο δεν υπάρχει τίτλος ιδιοκτησίας και προσπαθεί να εξασφαλίσει πιστοποιητικό κατοχής από την κοινοτική αρχή. Η διαχειρίστρια αρνείται επίσης ότι έχει πωλήσει το τεμάχιο 534 του αποβιώσαντα όπως ισχυρίζονται οι αιτητές. Αντιθέτως μετά από αίτηση της, έγινε επιτόπια εξέταση από το Κτηματολόγιο και εκδόθηκε τίτλος ιδιοκτησίας αφού το κτήμα αυτό, έχει αναριθμηθεί σε τεμάχιο
  4. Ο Αθανάσιος Σάουρος, ο οποίος επιδιώκεται να διοριστεί διαχειριστής είναι κατά την ομνύουσα, γιός του αιτητή Μιχάλη Σάουρου που ήταν ο βασικός αντίδικος στην αγωγή που καταχωρήθηκε για επιστροφή του πιο πάνω ακινήτου στην περιουσία του αποβιώσαντος. Αγορεύσεις Η συνήγορος των αιτητών στην αγόρευση της, ισχυρίστηκε ότι η διαχειρίστρια κατέγραψε εσφαλμένη, ελλιπή και πρόχειρη απογραφή της περιουσίας του αποθανόντος. Συγκεκριμένα κατέγραψε ως περιουσία, ακίνητα που κατά τον χρόνο του θανάτου δεν ανήκαν στην περιουσία του αποβιώσαντα. Αναφέρθηκε σε κάποια δένδρα που ανήκουν στον Μιχάλη Σάββα Σάουρο και σε ένα λάκκο που είναι ήδη διαμοιρασμένος στα 8 τέκνα του αποβιώσαντος κατά 1/8 μερίδιο. Επίσης δεν συμπεριέλαβε ακίνητα που αποξενώθηκαν μετά τον θάνατο και απέτυχε να διεξαγάγει έρευνα που θα απεδείκνυε τυχόν παράνομες μεταβιβάσεις. Η ανεπαρκής έρευνα της διαχειρίστριας καταδεικνύει κατά την συνήγορο την αδυναμία της να διαχειριστεί δεόντως την περιουσία του αποβιώσαντος. Στην συνέχεια η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η διαχειρίστρια πώλησε στον Ανδρέα Κακουλλή Λοΐζου το τεμάχιο 534 που ανήκε στον αποβιώσαντα και το συνοριακό με αυτό τεμάχιο 581, η κυριότητα του οποίου ανήκε στην ίδια και σε άλλα δύο πρόσωπα κατά 1/
  5. Ήταν η θέση της συνηγόρου ότι πρόθεση της διαχειρίστριας, ήταν η πώληση και των δύο τεμαχίων, συμπεριλαμβανομένου και του τεμαχίου 534 που ανήκε στην περιουσία του αποβιώσαντος. Ακολούθως η συνήγορος ανέφερε ότι η διαχειρίστρια δεν τήρησε πιστά τα καθήκοντα της, αρνούμενη να μεταβιβάσει σε ίσα μερίδια την ακίνητη περιουσία του αποβιώσαντος στους κληρονόμους. Το γεγονός κατά την συνήγορο επηρεάζει την εμπορική αξία των ακινήτων και κατά συνέπεια και των συμφερόντων των κληρονόμων. Ήταν ακόμη η θέση της συνηγόρου ότι η διαχειρίστρια παραλείπει να υποβάλει εξαμηνιαίους ενδιάμεσους λογαριασμούς για να ενημερώνει για τυχόν ενέργειες της αναφορικά με τα ανευρεθέντα μη εγγεγραμμένα στο όνομα του αποβιώσαντα ακίνητα. Ούτε έχει καταχωρήσει συμπληρωματική απογραφή περιουσίας, στην οποία να καταγράφει τα ακίνητα που ο αποβιώσας εδικαιούτο να εγγράψει στην κυριότητα του. Παραλείπει επίσης να ενημερώσει τους κληρονόμους, τουλάχιστον τους κατοικούντες στην Κύπρο, για τις μέχρι τώρα ενέργειες και τα διαβήματα της. Η συνήγορος αναφέρθηκε στην συνέχεια στο άρθρο 52 του Κεφ. 189, το οποίο καθορίζει την εξουσία του Δικαστηρίου για παύση και αντικατάσταση διαχειριστή. Ήταν η θέση της ότι η διαχειρίστρια στην παρούσα υπόθεση ενήργησε προς σκόπιμα προ διαφύλαξη ιδίων συμφερόντων και κατά παράβαση των καθηκόντων της. Επιπλέον με την πώληση περιουσίας που ανήκε στον αποβιώσαντα εν τη αγνοία των κληρονόμων, υπέπεσε σε παράπτωμα που δικαιολογεί την παύση της και την αντικατάσταση της από το πρόσωπο που προτείνουν οι αιτητές. Διαζευκτικά ο διορισμός του εν λόγω προσώπου ως συνδιαχειριστή θα συμβάλει στην ορθή διατήρηση και διαφύλαξη των συμφερόντων των αιτητών επί της περιουσίας του αποβιώσαντος. Ο συνήγορος για την καθ' ης η αίτηση στην δική του αγόρευση, αναφέρθηκε στο ιστορικό της διαχείρισης και τις προσπάθειες της καθ' ης η αίτηση να διαχειριστή την περιουσία του αποβιώσαντος. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στις δικαστικές διαδικασίες που κίνησε η διαχειρίστρια με τις οποίες πέτυχε την επανεγγραφή στην περιουσία του αποβιώσαντος, ακινήτου που είχε μεταβιβαστεί στο όνομα των αιτητών μετά που παρανόμως είχε εγγραφεί στο όνομα της μητέρας τους λόγω εχθρικής κατοχής. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι ψευδώς οι αιτητές αναφέρουν ότι πώλησε περιουσία του αποβιώσαντος. Αντιθέτως, το εν λόγω τεμάχιο 534 που αναριθμήθηκε σε τεμάχιο, 620 έχει εγγραφεί με ενέργειες της διαχειρίστριας στο όνομα του αποβιώσαντος από τις 19.6.
  6. Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται από τα τεκμήρια 4, 4.1 & 4.2 της ενόρκου δηλώσεως της ένστασης. Όσον αφορά τους υπόλοιπους ισχυρισμούς για μη διανομή της περιουσίας και για παράλειψη καταχώρησης συμπληρωματικής απογραφής και ενδιάμεσων λογαριασμών, ο συνήγορος παρέπεμψε στην ένορκη δήλωση της ένστασης στην οποία η διαχειρίστρια αναφέρει ότι είναι σε συνεχή επαφή με τους κληρονόμους, τους οποίους ενημερώνει τακτικά για την πορεία της διαχείρισης. Αντιθέτως, οι αιτητές καλλιεργούν τα κτήματα του αποβιώσαντα για πολλά χρόνια χωρίς να δίνουν λογαριασμό στους άλλους κληρονόμους και την διαχειρίστρια. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι οι υπόλοιποι κληρονόμοι δεν επιθυμούν να διοριστεί ως διαχειριστής ή έστω συνδιαχειριστής, ο υιός του αιτητή που προτείνεται με την παρούσα. Με τους αιτητές, βρίσκεται στα Δικαστήρια από το 2002 για να ακυρώσει παράνομη εγγραφή περιουσίας του αποβιώσαντος στο όνομα τους. Ως εκ τούτου, αποδοχή της αίτησης θα επηρεάσει δυσμενώς τα συμφέροντα των υπολοίπως κληρονόμων. Στην συνέχεια, ο συνήγορος έκαμε αναφορά στο άρθρο 52 του Κεφ. 189 και στην νομολογία που καθορίζει την εξουσία του Δικαστηρίου για αντικατάσταση και παύση διαχειριστή. Ήταν η θέση του ότι όπως προκύπτει από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις, οι αιτητές δεν έχουν αποδείξει ότι δικαιολογείται το αίτημα τους για παύση της διαχειρίστριας ή έστω τον διορισμό συνδιαχειριστή. Νομική πτυχή. Το άρθρο 52.1 του Περί Διαχείρισης Κληρονομιών Νόμου (Κεφ. 189) επί του οποίου στηρίζεται η αίτηση, καθορίζει την εξουσία του Δικαστηρίου και το δικαιοδοτικό πλαίσιο για την παύση και αντικατάσταση διαχειριστή. Έχει ως εξής: Εξουσία παύσης ή αντικατάστασης Προσωπικού αντιπροσώπου. 52.—

(1)Το Δικαστήριο δύναται αυτεπάγγελτα ή με αίτηση οποιουδήποτε προσώπου που έχει συμφέρον στην κληρονομιά— (α) να παύσει οποιοδήποτε εκτελεστή ή διαχειριστή για εσκεμμένη παράλειψη ή παράπτωμα σχετικά με τη διαχείριση της κληρονομιάς· (β) να χορηγήσει έγγραφο διαχείρισης σε κάποιο πρόσωπο για να διεξαγάγει τη δέουσα διαχείριση της κληρονομιάς στη θέση εκτελεστή ή διαχειριστή που παύθηκε, απεβίωσε ή κατέστη ανίκανος να ενεργεί.
(2)Όταν χορηγείται το εν λόγω έγγραφο διαχείρισης, όλα τα δικαιώματα, καθήκοντα και εξουσίες εκτελεστή ή διαχειριστή επάγονται στο νέο διαχειριστή. Το άρθρο 53 του Κεφ. 189 σε αιτήματα τα οποία απαριθμεί, περιέχει ρητή πρόνοια η οποία καθορίζει ότι ο αιτητής που επιθυμεί να αποταθεί στο Δικαστήριο θα πρέπει να το πράξει με πρωτογενή αίτηση. Στο άρθρο 52.1 όμως που αφορά αίτημα παύσης ή αντικατάστασης διαχειριστή όπως η παρούσα περίπτωση δεν περιέχεται τέτοια πρόνοια (Βλ. Ευστρατίου Χ΄Σάββα
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 751, 755). Έτσι κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση, ορθά οι αιτητές επέλεξαν να καταχωρήσουν αίτηση δια κλήσεως δυνάμει της Δ.
  1. Θ.
  2. Η εξέταση αιτήσεων αυτής της φύσης, γίνεται μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα. Οι πρόνοιες του άρθρου 58 του Κεφ. 189, καθορίζουν ότι σε κάθε θέμα πρακτικής ή διαδικασίας σε οποιοδήποτε Δικαστήριο ή Πρωτοκολλητείο επικύρωσης διαθηκών για το οποίο δεν γίνεται πρόνοια στο Νόμο ή στους Κανονισμούς, εφαρμόζεται η εκάστοτε πρακτική και διαδικασία του Τμήματος Επικύρωσης Διαθηκών του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας. Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 31 του Κεφ. 189, εκτελεστής διαθήκης ή διαχειριστής περιουσίας αποθανόντος, έχει τις εξουσίες οι οποίες παρέχονται σε αυτόν και υπέχει τα καθήκοντα τα οποία επιβάλλονται σε αυτόν από το κοινοδίκαιο (common law) και από τις αρχές του δικαίου της επιείκειας (equity), τηρουμένης οποιασδήποτε άλλης πρόνοιας η οποία έγινε ή θα γίνει από οποιοδήποτε Νόμο της Δημοκρατίας. Προκύπτει από τις πιο πάνω διατάξεις του Κεφ. 189 ότι είναι επιλογή του δικού μας νομοθέτη να καταστήσει την Αγγλική δικονομία και πρακτική, εφαρμοστέα στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει ειδική πρόνοια στον ημεδαπό Νόμο (Βλ. Ευστρατίου ανωτέρω). Σύμφωνα με την νομολογία, τόσον Αγγλική όσον και του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου, το καθήκον του διαχειριστή είναι να διευθύνει δεόντως και πιστά την περιουσία του αποβιώσαντος και να την μοιράσει στους κληρονόμους σύμφωνα με τον Νόμο εκτός αν οι κληρονόμοι συμφωνήσουν διαφορετικά μεταξύ τους. Επίσης, ο διαχειριστής ο οποίος θεωρείται ως καταπιστευματοδόχος (trustee) στην περιουσία του αποβιώσαντος (Βλ. Ioannou v. Demetriou and Others
(1983)1(B) C.L.R. 892, 901), οφείλει να ετοιμάσει απογραφή και τελικούς λογαριασμούς της περιουσίας. Κατά την εξέταση μιας αίτησης για παύση διαχειριστή δυνάμει του άρθρου 52.1, το κύριο μέλημα του Δικαστηρίου είναι η διασφάλιση της δέουσας διαχείρισης της περιουσίας και των συμφερόντων των κληρονόμων (In the Goods of Galbraith
(1951)2 All ER 470). Το Δικαστήριο όμως δεν θα εγκρίνει μια αίτηση για παύση και αντικατάσταση του διαχειριστή, στην περίπτωση όπου το μόνο παράπονο αφορά την μη έγκαιρη καταχώρηση απογραφής και λογαριασμών (In the Estate of Cope
(1954)1 All E.R. 698). Θα πρέπει επί του προκειμένου να αποδειχθεί όπως ρητά καθορίζεται στο άρθρο 52.1 του Κεφ. 189, εσκεμμένη παράλειψη ή παράπτωμα «wilful neglect or misconduct» από τον διαχειριστή. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου αποδεικνύεται φυσική αδυναμία του διαχειριστή να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του λόγω ασθένειας ή προχωρημένης ηλικίας ( βλ. Galbraith ανωτέρω). Στο Κεφ. 189 δεν υπάρχει ερμηνεία της φράσης «εσκεμμένη παράλειψη ή παράπτωμα». Η φράση αυτή στο αρχικό Αγγλικό κείμενο του Νόμου πριν την επίσημη μετάφραση του στα Ελληνικά, αναφέρεται ως «wilful neglect or misconduct». Στο σύγγραμμα Words and Phrases Legally Defined, 2nd Ed., Vol. 5, σελ. 338 & 339, οι πιο πάνω φράσεις ερμηνεύονται ως εξής σε ελεύθερη μετάφραση: (α) «εσκεμμένη παράλειψη» («wilful neglect»), σημαίνει την εκ προθέσεως πράξη ή παράλειψη από πρόσωπο το οποίο είναι επιφορτισμένο με κάποιο καθήκον και το οποίο γνωρίζει ή όφειλε αν δεν είναι απερίσκεπτα αδιάφορος να γνωρίζει, ότι η πράξη ή παράλειψη θα εξισώνεται με παράβαση αυτού του καθήκοντος, και (β) «εσκεμμένο παράπτωμα» («wilful misconduct»), σημαίνει την συνειδητή εκ προθέσεως και όχι τυχαία εσφαλμένη ή με απερίσκεπτη αδιαφορία πράξη ή παράλειψη από πρόσωπο χωρίς το πρόσωπο αυτό να νοιάζεται για τα αποτελέσματα της πράξης ή παράλειψης του. Στο λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη στην σελίδα 531, στον όρο «εσκεμμένη» δίνεται η έννοια της εκ προθέσεως πράξης ή ενέργειας που γίνεται μετά από σκέψη. Παρομοίως, το Μείζον Ελληνικό Λεξικό των Τεγόπουλου και Φυτράκη στην ηλεκτρονική του έκδοση, αποδίδει στον όρο «εσκεμμένος» την έννοια της ενσυνείδητης πρόθεσης για την διενέργεια συγκεκριμένης πράξης. Άλλωστε η ετυμολογία της λέξης «εσκεμμένος» σύμφωνα με το Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Μπαμπινιώτη σελ. 503, είναι ότι αποτελεί μετοχή του ρήματος «σκέπτομαι» και χρησιμοποιείται για πράξεις που γίνονται εκουσίως και κατόπιν σκέψης. Να σημειώσω τέλος ότι η παρούσα αίτηση, στηρίζεται επιπλέον και στην διαταγή Δ.48 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία ρυθμίζει την διαδικασία ακρόασης ενδιάμεσων αιτήσεων. Σύμφωνα με την πιο πάνω διαταγή, σε ενδιάμεσες αιτήσεις όπως η παρούσα δεν προσκομίζεται προφορική μαρτυρία, αλλά η ακρόαση γίνεται μέσω του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση. Αμφισβήτηση ενόρκων δηλώσεων μπορεί να γίνει μόνο με αντεξέταση ενόρκως δηλούντα, κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου κάτι που δεν έγινε στην παρούσα περίπτωση. Επιπρόσθετα, η αίτηση εξετάζεται και στη βάση των γεγονότων που εμφαίνονται στον φάκελο του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Θεμιστοκλέους ν. Λεωνίδου
(2005)1Α Α.Α.Δ. 417 που αφορούσε αίτηση για αντικατάσταση διαχειριστή ανικάνου προσώπου, λέχθηκε ότι ο φάκελος της διαχείρισης μπορεί να ληφθεί υπόψη γιατί περιέχει στοιχεία που εν πολλοίς, αποτελούν κριτήριο για τον βαθμό καταλληλότητας του διαχειριστή. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την σελ 419 της απόφασης: «Το πρωτόδικο δικαστήριο εξέτασε με προσοχή τη μαρτυρία και ενδελεχώς ερεύνησε το φάκελο της διαχείρισης που φυλάγεται στο πρωτοκολλητείο. Ο φάκελος της διαχείρισης, περιέχει στοιχεία και γεγονότα που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο περιήλθαν σε γνώση του δικαστηρίου και του πρωτοκολλητή και αποτελούν μέρος του ιστορικού της διαχείρισης. Τα εν λόγω στοιχεία, παρέχουν ένδειξη του τρόπου της διαχείρισης και εν πολλοίς αποτελούν το κριτήριο του βαθμού καταλληλότητας του διαχειριστή.» Να υπενθυμίσω εδώ ότι το Δικαστήριο δύναται και αυτεπάγγελτα να παύσει και αντικαταστήσει διαχειριστή δυνάμει του Άρθρου 52.1 του Κεφ. 189, έχοντας βέβαια στην περίπτωση αυτή υπόψη του αφού δεν υπάρχει σχετική αίτηση, στοιχεία που προκύπτουν αποκλειστικά από τον φάκελο του Δικαστηρίου. Όσον αφορά το διαζευκτικό αίτημα για διορισμό συνδιαχειριστή, αυτό διέπεται από το άρθρο 23 του Κεφ.
  1. Η εν λόγω νομοθετική διάταξη, δίνει εξουσία στο Δικαστήριο κάτω από συγκεκριμένες περιστάσεις να διορίσει επιπρόσθετο διαχειριστή. Συμπεράσματα Εξέτασα με ιδιαίτερη προσοχή την μαρτυρία που προσκομίστηκε ενώπιον μου υπό την μορφή ενόρκων δηλώσεων. Επίσης διεξήλθα και ερεύνησα με μεγάλη προσοχή τον φάκελο της διαχείρισης που τηρείται στο Πρωτοκολλητείο. Βρίσκω ότι οι αιτητές είναι πρόσωπα που δικαιούνται στην καταχώρηση της αίτησης δυνάμει του άρθρου 52.1 του Κεφ. 189 αφού πρόκειται για κληρονόμους που έχουν συμφέρον στην περιουσία. Αναφορικά με την ουσία της αίτησης, προκύπτει ότι ένα εκ των παραπόνων των αιτητών που κατά τους ισχυρισμούς τους συνιστά εσκεμμένη παράλειψη ή παράπτωμα, είναι η μεγάλη καθυστέρηση καταχώρησης απογραφής και ενδιάμεσων λογαριασμών. Επικαλούνται επίσης παράνομη πώληση περιουσίας του αποβιώσαντος. Η θέση για παύση της διαχειρίστριας λόγω καθυστέρησης στην καταχώρηση απογραφής και τελικών λογαριασμών δεν βρίσκει έρεισμα στην προαναφερθείσα νομολογία. Όπως έχει νομολογηθεί (βλ. In the Estate of Cope ανωτέρω), το Δικαστήριο δεν θα εγκρίνει μια αίτηση για παύση διαχειριστή για μόνο τον λόγο ότι δεν έχουν καταχωρηθεί έγκαιρα, η απογραφή και οι τελικοί λογαριασμοί. Θα πρέπει να αποδειχθεί ότι η καθυστέρηση οφείλεται σε εσκεμμένη παράλειψη ή παράπτωμα του διαχειριστή. Στην παρούσα περίπτωση από το σύνολο των περιστατικών που τέθηκαν ενώπιον μου δεν προκύπτει ότι η όποια καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της διαχείρισης, είναι το αποτέλεσμα εσκεμμένης παράλειψης της διαχειρίστριας. Επί του προκειμένου, η διαχειρίστρια με την ένορκη δήλωση της έντασης, δίδει επαρκείς δικαιολογίες για την καθυστέρηση αυτή. Αναφέρει συγκεκριμένα ότι καταχώρησε αγωγή εναντίον των αιτητών με την οποία πέτυχε την επανεγγραφή περιουσίας που παρανόμως είχε εγγραφεί στο όνομα τους. Επιπλέον μετά από έρευνα, ανακάλυψε και άλλη ακίνητη περιουσία του αποβιώσαντος για την οποία αναμένει την έκδοση τελικού τίτλου. Πρέπει βέβαια να σημειώσω ότι το γεγονός ότι οι κληρονόμοι θεωρούν την παρούσα διαχείριση ως ενιαία με την διαχείριση της γιαγιάς τους και συζύγου του αποβιώσαντος δεν είναι ορθή. Οι δύο διαχειρίσεις είναι διαφορετικές και δεν εξαρτάται η πορεία της μιας από την άλλη. Η διαχειρίστρια οφείλει να ολοκληρώσει την παρούσα διαχείριση μόλις ανεύρει όλη την περιουσία του αποθανόντος, ανεξαρτήτως οιασδήποτε άλλης διαδικασίας σε άλλη διαχείριση που δεν επηρεάζει την παρούσα. Από την άλλη όμως για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω, η καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της παρούσας διαχείρισης, κρίνεται δικαιολογημένη και εν πάση περιπτώσει δεν έχω ικανοποιηθεί ότι είναι αποτέλεσμα εσκεμμένης παράλειψης ή παραπτώματος της διαχειρίστριας. Οι αιτητές επικαλούνται περαιτέρω παράνομη πώληση περιουσίας του αποβιώσαντος από την διαχειρίστρια χωρίς την έγκριση των κληρονόμων. Πρόκειται για σοβαρή κατηγορία που αν αποδειχθεί θα στοιχειοθετεί παράπτωμα που να δικαιολογεί την αντικατάσταση της. Όμως από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου δεν έχει αποδειχθεί τέτοιος ισχυρισμός. Για το τεμάχιο 620 (πρώην 534) που οι αιτητές επικαλούνται ότι παράνομα πώλησε η διαχειρίστρια, προκύπτει ότι έχει εκδοθεί τίτλος στο όνομα του αποβιώσαντα μετά από ενέργειες της ίδιας της διαχειρίστριας (βλ. τεκμ. 4 της ένστασης). Αλλά ούτε και οι γενικότεροι ισχυρισμοί για διενέργεια της διαχείρισης προς ίδιον όφελος της καθ' ης η αίτηση δεν έχει αποδειχθεί. Αντιθέτως όπως προκύπτει από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, η διαχειρίστρια προέβηκε σε ενέργειες προς όφελος της περιουσίας και του συνόλου των κληρονόμων. Υποδεικνύω εδώ την εξεύρεση και άλλων ακινήτων μετά από έρευνες της διαχειρίστριας αλλά και την καταχώρηση αγωγής με την οποία επιστράφηκε περιουσία στο όνομα του αποβιώσαντος που είχε σύμφωνα με απόφαση του Δικαστηρίου, παράνομα μεταβιβαστεί στους αιτητές. Κρίνω ενόψει όλων των πιο πάνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εσκεμμένη παράλειψη ή παράπτωμα της διαχειρίστριας ώστε να δικαιολογείται η παύση και αντικατάσταση της. Απομένει η εξέταση του αιτήματος για διορισμό επιπρόσθετου διαχειριστή μαζί με την υφιστάμενη διαχειρίστρια. Υπενθυμίζεται ότι διαζευκτικά του αιτήματος για παύση του διαχειριστή, οι αιτητές ζητούν τον διορισμό συνδιαχειριστή της περιουσίας του αποθανόντος. Η συνήγορος των αιτητών επέμενε στο αίτημα αυτό κατά την αγόρευση της, υποστηρίζοντας ότι σε περίπτωση που δεν εγκριθεί η αίτηση για αντικατάσταση θα ήταν δίκαιο όπως προστεθεί ακόμα ένας διαχειριστής ώστε να εκπροσωπούνται στην διαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντος, τα συμφέροντα όλων των κληρονόμων. Όπως προαναφέρθηκε, η παρούσα αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 31, 40, 41, 45, 52, 57 & 58 του ΚΕΦ.
  2. Κανένα όμως από τα πιο πάνω άρθρα δεν δίνει εξουσία στο Δικαστήριο να διορίσει επιπρόσθετο μαζί με τον ήδη υφιστάμενο διαχειριστή. Ενδελεχής εξέταση του Κεφ. 189, καταδεικνύει ότι η νομική βάση αίτησης για διορισμού δεύτερου διαχειριστή από πρόσωπα που έχουν συμφέρον στην περιουσία δεν μπορεί να είναι άλλη από το άρθρο 23.2 του Κεφ. 189, στο οποίο εσφαλμένα δεν στηρίζεται η παρούσα αίτηση. Το άρθρο 23 έχει ως ακολούθως: 23.—
(1)Επικύρωση διαθήκης ή διαχείριση δεν χορηγείται σε περισσότερα από τέσσερα πρόσωπα για την ίδια περιουσία. αν υπάρχει ανηλικότητα ή αν από τη διαθήκη ή από την εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή απορρέει ισόβια επικαρπία (life interest), διαχείριση χορηγείται είτε σε δημόσιο λειτουργό, μαζί ή χωρίς άλλο πρόσωπο, είτε σε δύο τουλάχιστον πρόσωπα.
(2)Αν υπάρχει ένας μόνο προσωπικός αντιπρόσωπος, ο οποίος δεν είναι δημόσιος λειτουργός, τότε κατά τη διάρκεια της ανηλικότητας δικαιούχου (beneficiary) ή της ύπαρξης ισόβιας επικαρπίας και μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της διαχείρισης της περιουσίας του αποθανόντος, το Δικαστήριο δύναται, κατόπι αίτησης οποιουδήποτε προσώπου που έχει συμφέρον ή του κηδεμόνα, διαχειριστή ή συνδίκου οποιουδήποτε τέτοιου προσώπου, να διορίσει ένα ή περισσότερους προσωπικούς αντιπροσώπους επιπρόσθετα με τον αρχικό προσωπικό αντιπρόσωπο σύμφωνα με τους κανονισμούς και διαταγές που αφορούν την επικύρωση διαθηκών. Η παράλειψη του αιτητή να στηριχθεί στην σωστή νομική βάση είναι μοιραία και δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στην απόρριψη του αιτήματος αφού ελλείπει το δικαιοδοτικό πλαίσιο για την εξέταση της αίτησης Ανεξαρτήτως τούτου, η προσθήκη διαχειριστή σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο 23, διατάσσεται στις περιπτώσεις ανηλικότητας κληρονόμου ή ύπαρξης ισόβιας επικαρπίας. Στην παρούσα περίπτωση δεν συντρέχει καμία από τις πιο πάνω προϋποθέσεις με αποτέλεσμα το αίτημα για προσθήκη συνδιαχειριστή να μην στοιχειοθετείται από τα γεγονότα της παρούσας έστω και αν στηριζόταν στην σωστή νομική βάση. Τέλος θα πρέπει να αναφέρω ότι δεν είναι τελείως χωρίς κανένα νομικό έρεισμα, η θέση της διαχειρίστριας ότι ο προτεινόμενος συνδιαχειριστής Αθανάσιος Σάουρος, είναι ακατάλληλος να διοριστεί ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος. Αυτό δεδομένου ότι είναι υιός του Μιχάλη Σάουρου, εναντίον του οποίου η περιουσία του αποβιώσαντος έχει δια μέσου της διαχειρίστριας, καταχωρήσει αγωγή με την οποία πέτυχε την επιστροφή περιουσίας στο όνομα του αποβιώσαντος που παρανόμως είχε μεταβιβαστεί στους αιτητές. Αυτό που στην ουσία καταδεικνύουν οι δικαστικές διαδικασίες που καταχωρήθηκαν εναντίον των αιτητών, είναι ότι έχει αποδειχθεί πρωτόδικα αλλά και κατ' έφεση ότι ενήργησαν εις βάρος της περιουσίας του αποβιώσαντος αφού ακίνητη περιουσία που ανήκε στην διαχείριση, μεταβιβάστηκε παράνομα στο όνομα τους (βλ. αγ. 6082/04 Ε.Δ Λευκωσίας και Σάουρος κα ν. Μαρίας Κώστα Φιλίππου, ως Διαχειρίστριας της Περιουσίας Του Αποβιώσαντος Κωστή Λοΐζου (Μενού),
(2009)1 Α.Α.Δ. 203). Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι οι αιτητές έχουν αποτύχει να αποδείξουν τις προϋποθέσεις του άρθρου 52.1 του Κεφ. 189 για εσκεμμένη παράλειψη ή παράπτωμα εκ μέρους της διαχειρίστριας ούτως ώστε να δικαιολογείται η παύση και η αντικατάσταση της. Επιπλέον δεν έχουν αποδειχθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 23.2 του Κεφ. 189 για προσθήκη επιπρόσθετου διαχειριστή. Η αίτηση ως εκ τούτου απορρίπτεται με έξοδα εναντίον των αιτητών και υπέρ της διαχειρίστριας - καθ' ης η αίτηση ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.