ΤΑΤΑΡΙΑΝ ΧΟΒΧΑΝΝΕΣ κ.α. ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, Αγωγή αρ.: 5140/14, 11/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A288 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 5140/14 Μεταξύ:
- ΤΑΤΑΡΙΑΝ ΧΟΒΧΑΝΝΕΣ
- ΤΑΤΑΡΙΑΝ ΠΑΙΛΑΚ ΧΟΒΧΑΝΝΕΣ
- ΤΑΤΑΡΙΑΝ VDAG HOVHANNES, ανήλικος μέσω των γονέων και φυσικών κηδεμόνων του ΤΑΤΑΡΙΑΝ ΧΟΒΧΑΝΝΕΣ και ΑΡΠΙΚ ΜΕΤΡΙΚ ΤΑΤΑΡΙΑΝ ως τα πρόσωπα που ασκούν τη γονική μέριμνα αυτού. Ενάγοντες -και-
- CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD
- ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
- ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
- ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ
- ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ
- ΑΝΤΡΗ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ υπό την ιδιότητα της ως Ειδικός Διαχειριστής της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Εναγομένων ------------------- Αίτηση ημερ. 4.11.2015 για παραμερισμό της επίδοσης και του κλητηρίου εναντίον της Εναγόμενης 4 Ημερομηνία: 11 Μαΐου 2016 Εμφανίσεις: Για την Εναγόμενη 4/Αιτήτρια: κα Κότσαπα με κα Γιασεμή για Α. Τριανταφυλλίδης & Υιοί Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Ενάγοντες/Καθ'ων: κ. Γεωργίου για Καλλής & Καλλής Δ.Ε.Π.Ε. ------------------ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες διεκδικούν από τους Εναγόμενους 1-6 αποζημιώσεις για τις ζημιές που έχουν υποστεί λόγω της απομείωσης των καταθέσεων που διατηρούσαν στην Εναγόμενη
- Όπως ισχυρίζονται, κατά τον επίδικο χρόνο είχαν καταθέσεις ύψους €1.044.697,28 ο πρώτος, €384.013,89 ο δεύτερος και €380.514,50 ο τρίτος. Μετά τα γνωστά γεγονότα του Μαρτίου 2013, που οδήγησαν στη ψήφιση του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 και της Κ.Δ.Π. 104/2013, οι καταθέσεις τους απομειώθηκαν, πλην των ποσών των €100.000 για τον κάθε ένα, τα οποία μεταφέρθηκαν στην Εναγόμενη
- Συνεπεία τούτου, υπόστηκαν ζημιές ύψους €944.697, 28 €284.013,89 και €280.514,50, αντίστοιχα, τις οποίες διεκδικούν από τους Εναγόμενους. Αποδίδεται στους Εναγόμενους δόλος, βαριά αμέλεια και παράβαση των εκ του νόμου και κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων τους. Καθόσον αφορά την Εναγόμενη 4, την οποία ενδιαφέρει η παρούσα αίτηση, της αποδίδεται βαριά αμέλεια και παράβαση των θεσμίων καθηκόντων της, σε σχέση με κατ' ισχυρισμόν αλόγιστη παραχώρηση έκτακτης ρευστότητας προς την Εναγόμενη
- Ειδικότερα, φέρεται να έχει παραβεί τα καθήκοντα της που απορρέουν από τις πρόνοιες του Πρωτοκόλλου 4 το οποίο έχει προσαρτηθεί στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή ένωση (στη συνέχεια το «Πρωτόκολλο»). Με την εξεταζόμενη αίτηση η Αιτήτρια επιδιώκει τον παραμερισμό της αγωγής εναντίον της, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Ζητά επίσης τον παραμερισμό της επίδοσης και του διατάγματος ημερ. 10.7.2015, με το οποίο επιτράπηκε η επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου στην Αιτήτρια, εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, ήτοι στη Γερμανία, όπου έχει την έδρα της. Τα Κυπριακά Δικαστήρια, υποστηρίζει η Αιτήτρια, δεν έχουν αρμοδιότητα να εκδικάσουν την υπόθεση. Αρμόδιο, με βάση την εισήγηση, είναι το Γενικό Δικαστήριο το οποίο έχει αποκλειστική αρμοδιότητα να αποφαίνεται επί προσφυγών για πράξεις ή παραλείψεις της Αιτήτριας καθώς και επί αγωγών για αποζημιώσεις που στρέφονται εναντίον της. Οι Ενάγοντες καταχώρισαν ένσταση, υποστηρίζοντας ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια είναι τα μόνα αρμόδια να επιληφθούν της υπόθεσης. Είναι η θέση τους ότι οι αξιώσεις που επιδιώκουν οι Ενάγοντες εναντίον της Αιτήτριας, εκφεύγουν της αρμοδιότητας του Γενικού Δικαστηρίου. Με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων με παραπομπές στις πρόνοιες του Πρωτοκόλλου και της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στη συνέχεια «ΣΛΕΕ ή «η Συνθήκη»). Παρέπεμψαν επίσης σε νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και σε Κυπριακές αυθεντίες επί των νομικών ζητημάτων που εγείρονται με την αίτηση. Ειδικότερα: Η ευπαίδευτη συνήγορος της Αιτήτριας, υποστήριξε πως με βάση τις πρόνοιες της ΣΛΕΕ (άρθρα 263, 265, 268 και 340
(2)και
(3)), το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει αποκλειστική αρμοδιότητα να αποφασίζει επί προσφυγών για πράξεις ή παραλείψεις της Αιτήτριας καθώς και επί αγωγών για αποζημιώσεις. Επιχειρηματολογώντας επί του προκειμένου, επεσήμανε πως οι αξιώσεις των Εναγόντων εναντίον της Αιτήτριας στηρίζονται σε κατ' ισχυρισμόν ζημιογόνες πράξεις (παροχή ρευστότητας στην Εναγόμενη 1) ή/και παραλείψεις της, ήτοι να δώσει έγκαιρα οδηγίες στην Εναγόμενη 3 σε σχέση με το ELA. Για τα ζητήματα αυτά, υπόδειξε, αποκλειστικά αρμόδιο είναι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παραπέμποντας προς τούτο σε πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (βλ., μεταξύ άλλων, Υπόθεση C-55/90, James Joseph Cato κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ECLI: EU: C: 1992: 168 και Υπόθεση C-103/11P, Ευρωπαϊκή Ένωση κατά Systan SA και Systran Luxemburg SA, EU:C:2013:245). Αναφορικά με τη θέση των Εναγόντων ότι η Αιτήτρια είναι αναγκαίος διάδικος στην αγωγή, η οποία κινήθηκε εναντίον ημεδαπών Εναγομένων κατ' εφαρμογήν της Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επεσήμανε πως οι πρόνοιες των Συνθηκών υπερισχύουν των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Όσον αφορά τον ισχυρισμό των Εναγόντων για παράβαση των θεσμίων καθηκόντων της Αιτήτριας σε σχέση με την παραχώρηση ELA, εισηγήθηκε πως η έκτακτη ενίσχυση σε ρευστότητα (ELA) δεν αποτελεί μέρος της ενιαίας νομισματικής πολιτικής αλλά είναι μέρος των λειτουργιών των Εθνικών Κεντρικών Τραπεζών. Ενόψει τούτου, η αγωγή θα έπρεπε να στρέφεται μόνο εναντίον της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, η οποία ενέκρινε την παροχή ρευστότητας στην Εναγόμενη
- Η Αιτήτρια, επεσήμανε, δεν είχε εποπτικές αρμοδιότητες επί των Πιστωτικών Ιδρυμάτων των κρατών μελών της Ένωσης. Δεσμευόταν από τις αξιολογήσεις φερεγγυότητας των δικαιούχων, οι οποίες εκπονούντο από τις Εθνικές Κεντρικές Τράπεζες. Καταλήγοντας η συνήγορος, υποστήριξε ότι οι Ενάγοντες όφειλαν να είχαν αποκαλύψει τις πρόνοιες των Συνθηκών, όταν απευθύνθηκαν στο Δικαστήριο για εξασφάλιση άδειας επίδοσης του Κλητηρίου στην Εναγόμενη 4, εκτός δικαιοδοσίας. Η παράλειψη τους να αποκαλύψουν τις σχετικές πρόνοιες της Συνθήκης, όπως και της νομολογίας που τις ερμήνευσε, ισοδυναμεί, κατά τη συνήγορο, με ουσιώδη απόκρυψη, η οποία θα πρέπει να οδηγήσει σε ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων εισηγήθηκε με τη σειρά του πως η επίδικη διαφορά δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Γενικού Δικαστηρίου, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 256 της ΣΛΕΕ. Αναφερόμενος στις αξιώσεις των Εναγόντων, επεσήμανε το ρόλο που κατ' ισχυρισμόν διαδραμάτισε η Εναγόμενη
- Ειδικότερα, υπόδειξε πως η Εναγόμενη 4, γνωρίζοντας την αφερεγγυότητα της Εναγόμενης 1, συνέχισε να εγκρίνει την παραχώρηση προς αυτήν ELA, μέσω της Εναγόμενης 3, χωρίς να δίνει τις απαραίτητες οδηγίες και/ή να κατευθύνει την Εναγόμενη
- Υπό τις περιστάσεις αυτές, υποστήριξε, η Αιτήτρια συμμετείχε στην παράνομη χορηγία ELA προς την Εναγόμενη
- Υποδεικνύοντας, περαιτέρω, ότι οι Ενάγοντες ζητούν με την αγωγή τους όπως κηρυχθεί παράνομη η χορήγηση ELA ύψους €9,6 δις, υποστήριξε πως δεν έχει υποχρέωση η Εναγόμενη 1 και κατ' επέκταση η Εναγόμενη 2 να τα επιστρέψουν. Υπό τις περιστάσεις αυτές, εισηγήθηκε, η Αιτήτρια αποτελεί αναγκαίο διάδικο, ώστε να καταστεί εφικτή η χορήγηση των αξιούμενων θεραπειών σε σχέση με την κατ' ισχυρισμόν παράνομη έγκριση του ELA από την Αιτήτρια. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι η εξουσία του Δικαστηρίου για διαγραφή της αγωγής αποτελεί εξαιρετικό μέτρο που ασκείται με ιδιαίτερη φειδώ. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε, «η διαγραφή δικογράφου συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος» (βλ. In re Pelmako Developments Ltd
(1991)1 A.A.Δ. 246, Λοϊζος Λουκά & Υιοί Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1316, Συμβ, Αποχ. Λ/σου Αμαθ. κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2007)1 Α.Α.Δ. 21). Στην εξεταζόμενη υπόθεση η Εναγόμενη 4, ενάγεται ως το θεσμικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης που χορήγησε στην Εναγόμενη 1 (Κυπριακή Τράπεζα), μέσω της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, ELA, κατά παράβαση του Νόμου και των καθηκόντων της. Της αποδίδεται βαριά αμέλεια, κατά την άσκηση του υπό αναφοράν ρόλου της σε σχέση με τη χορήγηση του ELA, ιδιαιτέρως ενόψει της κατ' ισχυρισμόν γνώσης της για αφερεγγυότητα της Εναγόμενης 1, κατά το χρόνο της έγκρισης και/ή της συνέχισης χορήγησης ELA στην Εναγόμενη 1, μέσω της Εναγόμενης
- Η εισήγηση της συνηγόρου της Αιτήτριας, ότι αρμόδιο Δικαστήριο να επιληφθεί των αξιώσεων των Εναγόντων εναντίον της είναι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κρίνεται ορθή. Η θέση αυτή συνάγεται εύλογα από τις πρόνοιες της Συνθήκης όσο και από τη Νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικότερα: α) Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είναι θεσμικό όργανο της Ε.Ε. (βλ. άρθρο 13 της Συνθήκης). β) Με βάση το άρθρο 256 της Συνθήκης, το Γενικό Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί των προσφυγών που αναφέρονται, ανάμεσα σε άλλα, στα άρθρα 263 και 265, τα οποία με τη σειρά τους παρέχουν εξουσία στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να ελέγχει τη νομιμότητα των πράξεων (άρθρο 263) και παραλείψεων (άρθρο 265) της Ε.Κ.Τ. και των άλλων θεσμικών οργάνων της Ε.Ε. γ) Περαιτέρω, με βάση τα άρθρα 268 και 340 της ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κέκτηται αρμοδιότητας να αποφαίνεται επί αγωγών για αποζημιώσεις που προξενούν τα θεσμικά όργανα ή οι υπάλληλοι της Ε.Ε., κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους. Παρατίθεται αυτούσιο το περιεχόμενο των πιο πάνω άρθρων: «
- Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ελέγχει τη νομιμότητα των νομοθετικών πράξεων, πράξεων του Συμβουλίου, της Επιτροπής, και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, εκτός των συστάσεων και γνωμών, και των πράξεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που παράγουν νομικά αποτελέσματα έναντι τρίτων. Ελέγχει επίσης τη νομιμότητα των πράξεων των λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης που προορίζονται να παράγουν έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων.» «
- Αν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το Συμβούλιο, η Επιτροπή, ή η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, κατά παράβαση των Συνθηκών, παραλείπουν να αποφασίσουν, τα κράτη μέλη και τα άλλα θεσμικά όργανα της Ένωσης δύνανται να ασκούν προσφυγή στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να ζητούν τη διαπίστωση της παράβασης αυτής. Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται υπό τις ίδιες προϋποθέσεις, στα λοιπά όργανα και στους οργανισμούς της Ένωσης που παραλείπουν να αποφασίσουν.» «
- Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι αρμόδιο επί των διαφορών αποζημιώσεως που προβλέπονται στο άρθρο 340, δεύτερο και τρίτο εδάφιο.» «
- Η συμβατική ευθύνη της Ένωσης διέπεται από το δίκαιο που εφαρμόζεται στη σχετική σύμβαση. Στο πεδίο της εξωσυμβατικής ευθύνης, η Ένωση υποχρεούται, σύμφωνα με τις γενικές αρχές του δικαίου που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών, να αποκαθιστά τη ζημία που προξενούν τα θεσμικά όργανα ή οι υπάλληλοι της κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Κατά παρέκκλιση από το δεύτερο εδάφιο, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα υποχρεούται να αποκαθιστά, σύμφωνα με τις γενικές αρχές δικαίου που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών, τις ζημιές που προξενεί η ίδια ή οι υπάλληλοι της κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.» Από τις πιο πάνω πρόνοιες, καθίσταται σαφές ότι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει αποκλειστική αρμοδιότητα να αποφαίνεται τόσο επί των προσφυγών για κατ' ισχυρισμόν παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των θεσμικών οργάνων της Ε.Ε., περιλαμβανομένης και της Ε.Κ.Τ., όσο και επί αξιώσεων για αποζημιώσεις που προξενούν τα θεσμικά όργανα της Ε.Ε., ή οι υπάλληλοι της, κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων εισηγήθηκε πως η επίδικη διαφορά δεν εμπίπτει εντός της αρμοδιότητας του Γενικού Δικαστηρίου, με βάση το άρθρο 256 της ΣΛΕΕ. Όπως υποστήριξε, η αγωγή δεν αφορά προσφυγή για ακύρωση πράξης ή παράλειψης της Ε.Κ.Τ. ούτε αξίωση για αποκατάσταση ζημιών εντός της έννοιας του άρθρου 268, σε συνδυασμό με το άρθρο 340 της Συνθήκης. Υποστήριξε, περαιτέρω, πως η Ε.Κ.Τ. δεν τυγχάνει ασυλίας, από τη δικαιοδοσία των Εθνικών Δικαστηρίων, παραπέμποντας στις πρόνοιες των άρθρων 35.2 του Πρωτοκόλλου και 274 της Συνθήκης. Υποδεικνύεται ότι τα υπό αναφοράν άρθρα προβλέπουν πως οι διαφορές εναντίον της Ε.Ε. και της Ε.Κ.Τ., εκδικάζονται από τα Εθνικά Δικαστήρια, εκτός από τις περιπτώσεις που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η εισήγηση δεν ευσταθεί και ο λόγος είναι προφανής. Όπως έχει υποδειχθεί, οι αξιώσεις των Εναγόντων εναντίον της Αιτήτριας, εμπίπτουν, με βάση τις πρόνοιες που έχουν αναφερθεί στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Γενικού Δικαστηρίου . Στην υπόθεση C-103/11Ρ Επιτροπή κατά Systran SA και Systran Luxembourg SA (ανωτέρω) το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιβεβαίωσε ότι οι διαφορές που αφορούν την εξωσυμβατική ευθύνη της κοινότητας, εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα των Κοινοτικών Δικαστηρίων. Ενόψει των ανωτέρω, η αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 4 δεν μπορεί να εκδικαστεί από το παρόν Δικαστήριο, το οποίο στερείται αρμοδιότητας να αποφανθεί επί των αξιώσεων των Εναγόντων εναντίον της. Όπως έχει υποδειχθεί, το Γενικό Δικαστήριο έχει αποκλειστική αρμοδιότητα να επιληφθεί των αξιώσεων των Εναγόντων εναντίον της Αιτήτριας. Ο συνήγορος των Εναγόντων, εισηγήθηκε πως στην περίπτωση που το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι δεν είναι αρμόδιο να εκδικάσει την υπόθεση, τότε θα πρέπει να εκδώσει διάταγμα αναστολής και όχι απόρριψης της αγωγής εναντίον της Εναγόμενης 4, παραπέμποντας στη γνωστή επί του θέματος νομολογία (βλ. Micaelidou v. Georghiou
(1988)1 C.L.R. 88, Μιχαήλ κ.ά. ν. Γιαννή
(2002)1 Α.Α.Δ. 2052 κ.ά). Στην κρινόμενη υπόθεση δεν θα είχε οποιαδήποτε πρακτική σημασία η αναστολή της αγωγής, ενόψει της διαπίστωσης ότι αρμοδιότητα έχει το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ορθή υπό τις περιστάσεις διαταγή είναι η απόρριψη και όχι η αναστολή της αγωγής σε σχέση με την Εναγόμενη 4 (βλ. μεταξύ άλλων, Bank of Cyprus v. Ambrosia Oils
(1986)1 C.L.R. 190, Αντωνίου κ.ά. ν. Ταμ. Προνοίας Υπαλλήλων Ξενοδ. Βιομηχανίας
(2002)1 A.A.Δ. 204 και Hampton Advisory Group S.A. v. Bost A.D. κ.ά
(2012)1 Α.Α.Δ. 549). Ενόψει της κατάληξης του Δικαστηρίου ότι στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την υπόθεση εναντίον της Εναγόμενης 4, έπεται ότι κακώς εκδόθηκε το Διάταγμα ημερομηνίας 10.7.2015, με το οποίο επιτράπηκε η επίδοση στην Αιτήτρια, εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Όσον αφορά την εισήγηση ότι η Αιτήτρια αποτελεί αναγκαίο διάδικο, είναι αρκετό να υποδειχθεί ότι οι πρόνοιες των συνθηκών υπερισχύουν της ημεδαπής νομοθεσίας. Δεν μπορεί συνεπώς να υποστηριχθεί ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια θα μπορούσαν να αναλάβουν δικαιοδοσία, με βάση της πρόνοιες της Δ.6, επειδή υπάρχουν ημεδαποί Εναγόμενοι. Για τους πιο πάνω λόγους η αίτηση επιτυγχάνει. Το διάταγμα ημερομηνίας 10.7.2015 και η γενόμενη επίδοση στην Εναγόμενη 4, ακυρώνονται. Η αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 4 απορρίπτεται, λόγω αναρμοδιότητας του Δικαστηρίου. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εις βάρος των Εναγόντων/Καθ'ων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο