← Κύπρος

Παναγιώτη Παυλόπουλου ν. Εύρου Ευριπίδου κ.α., Αρ. Αγωγής: 8920/2010, 10/5/2016

Παναγιώτη Παυλόπουλου ν. Εύρου Ευριπίδου κ.α., Αρ. Αγωγής: 8920/2010, 10/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A285 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8920/2010 Μεταξύ: Παναγιώτη Παυλόπουλου Ενάγοντος και 1. Εύρου Ευριπίδου 2. Μαρίας Ευριπίδου Εναγομένων Επί τοις αφορώσι τον περί Παρεμποδίσεων Δόλιων Μεταβιβάσεων Νόμο, Κεφ. 62 και Επί τοις αφορώσι την Αίτηση του Παναγιώτη Παυλόπουλου Αιτητή και 1. Εύρου Ευριπίδου 2. Μαρίας Ευριπίδου 3. Έλενας Ευριπίδου 4. Two Brothers Estates Ltd 5. Velonis Properties Ltd 6. Ανδρέα Μιλτιάδους 7. Ανδρέα Χαράλαμπου Καντζιάη 8. Σταυρούλλας Μιλτιάδους 9. Κυριάκου Αντώνη Γεωργίου 10. Γεωργίας Κυριάκου Γεωργίου 11. Σοφ. Χατζηωσήφ Κτηματική Λτδ 12. Χατζηωσήφ, Ζαπίτης & Ασπρίδης Λτδ 13. Σ.Ε.Μ.Α.Ν.Α. Χατζηωσήφ Κατασκευαί Λτδ Καθ΄ ων η Αίτηση Αίτηση ημ. 18 Ιανουαρίου 2016 για καθορισμό του τρόπου διεξαγωγής της ακροαματικής διαδικασίας Ημερομηνία: 10 Μαΐου 2016 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Χ. Παπαχριστοδούλου με κα Ε. Ιωάννου για Παπαδόπουλος, Λυκούργος & Σια Δ.Ε.Π.Ε. και για Δράκος & Ευθυμίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση 1, 2, 3 και 5: κ. Α. Κληρίδης για Φοίβος και Χρίστος Κληρίδης και Συνεργάτες Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση (εφεξής «η Αίτηση») ο Αιτητής ζητά Οδηγίες του Δικαστηρίου αναφορικά με τον τρόπο διεξαγωγής της ακροαματικής διαδικασίας της αίτησης ημ. 15.11.12 (εφεξής «η κυρίως αίτηση») και ειδικότερα: (
  2. i)Οδηγίες όπως η ακρόαση της κυρίως αίτησης διεξαχθεί με την προσαγωγή διά ζώσης μαρτυρίας (viva voce), και (
  3. ii)Σε περίπτωση έγκρισης του ως άνω αιτητικού, Οδηγίες όπως οι Καθ΄ ων προσάγουν πρώτοι μαρτυρία. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί πως μετά την έκδοση εκ συμφώνου απόφασης υπέρ του ενάγοντος και εναντίον των εναγομένων, καταχωρίστηκε η κυρίως αίτηση από τον Αιτητή με την οποία αξιώνει διάταγμα με το οποίο να ακυρώνονται διάφορες μεταβιβάσεις ακίνητης περιουσίας οι οποίες έγιναν από τους εναγόμενους ως γενόμενες προς τον σκοπό καταδολίευσης του Αιτητή, επανεγγραφή στο όνομα των εναγομένων και πώληση τους προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους. Μετά την καταχώριση ενστάσεων, την ύπαρξη διαφόρων άλλων δικονομικών διαβημάτων και την απόσυρση της κυρίως αίτησης εναντίον πλείστων των Καθ΄ ων, κατά το στάδιο ορισμού της κυρίως αίτησης για τους εναπομείναντες Καθ΄ ων 1, 2, 3 και 5 για ακρόαση, διεφάνη πως οι δύο πλευρές διαφωνούσαν ως προς τον τρόπο διεξαγωγής της ακρόασης της κυρίως αίτησης. Ειδικότερα ο δικηγόρος του Αιτητή δήλωσε πως η ακρόαση θα πρέπει να διεξαχθεί με προφορική μαρτυρία ενώ ο δικηγόρος των Καθ΄ ων εξέφρασε τη θέση πως η ακρόαση θα πρέπει να γίνει βάσει των ενόρκων δηλώσεων. Ως εκ τούτου ο δικηγόρος του Αιτητή δήλωσε πως θα καταχωρούσε σχετική αίτηση για τον καθορισμό του τρόπου διεξαγωγής της ακροαματικής διαδικασίας, θέση με την οποία συμφώνησε ο δικηγόρος των Καθ΄ ων. Έτσι ακολούθησε η παρούσα Αίτηση. Ως ήτο αναμενόμενο, οι Καθ΄ ων καταχώρισαν ένσταση στην Αίτηση. Μεταξύ των λόγων ένστασης προβάλλεται πως η Αίτηση είναι παράτυπη καθότι δεν στηρίζεται στην ορθή νομική βάση και δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Καταρχάς επισημαίνεται πως το ζήτημα του καθορισμού του τρόπου διεξαγωγής της ακρόασης της κυρίως αίτησης, εφόσον ανέκυψε διαφορά απόψεων μεταξύ των δύο πλευρών, θα μπορούσε να τεθεί και με προφορικό αίτημα από την πλευρά του Αιτητή το οποίο θα ακολουθείτο από αγορεύσεις και από τις δύο πλευρές. Αντ΄ αυτού, και εκ του περισσού, η πλευρά του Αιτητή επέλεξε να υποβάλει γραπτώς το εν λόγω αίτημα, παρέχοντας τη δυνατότητα στην άλλη πλευρά, όπως και έπραξε, να καταχωρίσει ένσταση και να προβάλει τους δικούς της ισχυρισμούς γραπτώς. Ακολούθησαν οι αγορεύσεις. Με αυτά τα δεδομένα καθίσταται αντιληπτό πως η καταχώριση της Αίτησης αποτελεί ένα επιπλέον διάβημα ως ένδειξη σεβασμού και εκτίμησης προς την αντίθετη άποψη της άλλης πλευράς, ή όπως το έθεσε ο δικηγόρος του Αιτητή «από ευγένεια προς την άλλη πλευρά», και έτσι δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αντικανονική ή παράτυπη. Η Αίτηση έχει ως νομική βάση τις Δ.33 θ.1-15, Δ.36 θ.1-5 και Δ.38 θ.1-6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίες ρυθμίζουν τη διαδικασία και τη μαρτυρία κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας σε αγωγές. Επιπλέον η Αίτηση βασίζεται στη Δ.48 θ.1-13 η οποία διέπει το θέμα των αιτήσεων και παρέχει το δικαιοδοτικό πλαίσιο καταχώρισης της παρούσας. Στη νομική βάση της Αίτησης περιλαμβάνονται επίσης οι σχετικές πρόνοιες που αφορούν το αντικείμενο και τη νομική βάση της κυρίως αίτησης, και ειδικότερα τα άρθρα 2-5 του περί Δόλιων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμου, Κεφ. 62, και τα άρθρα 82-90 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Περαιτέρω περιλαμβάνονται η πρακτική και η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Όλες οι προαναφερθείσες νομοθετικές και δικονομικές πρόνοιες συνθέτουν το αναγκαίο νομικό υπόβαθρο υποστήριξης της Αίτησης, ήτοι πως η κυρίως αίτηση θα πρέπει να εκδικαστεί ως αγωγή με την προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας. Επομένως, κρίνεται πως η νομική βάση της Αίτησης είναι ορθή και πλήρης. Με δεδομένο πως τα γεγονότα που υποστηρίζουν την Αίτηση προκύπτουν από τον δικαστικό φάκελο και πως το όλο ζήτημα ουσιαστικά συνιστά αντικείμενο νομικής επιχειρηματολογίας, κρίνεται πως η Αίτηση δεν πρέπει ούτε είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.48 θ.1. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η Αίτηση είναι νομότυπη και αποκαλύπτει τους λόγους στους οποίους στηρίζεται εφόσον αυτοί φαίνονται στον φάκελο του Δικαστηρίου. Η φύση της αίτησης για ακύρωση μεταβίβασης δυνάμει του Κεφ. 62 έχει χαρακτηρισθεί στην υπόθεση Ιωακείμ κ.ά. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (Αρ. 1)

(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 198, ως εξής: «Κατά τη γνώμη μας η αίτηση κάτω από τις διατάξεις του Κεφ. 62 ανήκει στην κατηγορία αιτήσεων που έχουν πρωτογενή χαρακτήρα. Και για την οποία ισχύει η προθεσμία καταχώρησης έφεσης των έξι εβδομάδων. Παρόλο που δικονομικά τέτοια αίτηση είναι ενταγμένη στο πλαίσιο της αγωγής, εντούτοις ο ομφάλιος λώρος με αυτή έχει αποκοπεί. Πρόκειται για αυτόνομη διαδικασία, που στοχεύει σε άλλης μορφής θεραπεία και που κατατάσσεται, όπως προελέχθη, για το σκοπό που συζητούμε, στην ευρύτερη κατηγορία των αγωγών.» Είναι γεγονός πως το αντικείμενο της εν λόγω υπόθεσης ήταν το θέμα της προθεσμίας καταχώρισης έφεσης, όμως το καθοριστικό κριτήριο για την επίλυση του ήταν η φύση της αίτησης. Επομένως, αυτό το σκέλος της απόφασης αποτελεί τον ουσιώδη λόγο και βασικό μέρος της και ως εκ τούτου είναι δεσμευτικό (ratio). Έτσι καθίσταται σαφές πως η αίτηση βάσει του Κεφ. 62 αποτελεί όντως εναρκτήρια πρωτογενή αίτηση ανεξάρτητη και ασύνδετη με την αγωγή και έτσι μιαν αυτόνομη διαδικασία. Υιοθετώντας αυτό το σκεπτικό το Εφετείο, στην τελική του απόφαση στην υπόθεση Ιωακείμ κ.ά. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (Αρ. 2)
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 986, κατέταξε τέτοια αίτηση στην κατηγορία των αγωγών για να καταλήξει ποιος Δικαστής είχε δικαιοδοσία για την εκδίκαση της. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Με ενδιάμεση απόφαση μας, που εκδόθηκε στα πλαίσια της παρούσας έφεσης, στις 24.2.2003 (Ιωακείμ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (Αρ. 1)
(2003)1 Α.Α.Δ. 198 - απόφαση Νικήτα, Δ.) έχουμε αποφανθεί ότι η δυνάμει του πιο πάνω Κεφ. 62 διαδικασία είναι αυτόνομη διαδικασία που κατατάσσεται στην ευρύτερη κατηγορία των αγωγών. Εφόσον η αίτηση ισοδυναμεί με αγωγή κρίνουμε ότι τυγχάνει εφαρμογής το πιο πάνω εδάφιο
(4)(α) (ββ) του άρθρου 22.» Αντίστοιχη είναι και η προσέγγιση του Εφετείου αναφορικά με αίτηση για εκτέλεση απόφασης δυνάμει του Κεφ. 6, εντός του οποίου εμπίπτουν και τα άρθρα 82-89 κάτω από το Μέρος VIII. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Κιταλίδης v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ κ.ά.
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1759, «η επίδικη αίτηση, όπως και κάθε αίτηση για εκτέλεση αποφάσεως Επαρχιακού Δικαστηρίου στα πλαίσια του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, είναι αυτοτελής και όχι ενδιάμεση, με αποτέλεσμα η δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου να μην διέπεται από το άρθρο 22
(4)(β), αλλά από το άρθρο 22
(3)(α) του περί Δικαστηρίων Νόμου.». Με βάση τις πιο πάνω αποφάσεις δεν χωρεί αμφιβολία πως και στην παρούσα περίπτωση η κυρίως αίτηση δεν εξομοιώνεται με ενδιάμεση αίτηση αλλά αποτελεί μια πρωτογενή και αυτοτελή διαδικασία. Το Κεφ. 62 δεν περιέχει οποιαδήποτε πρόνοια αναφορικά με τον τρόπο υποβολής τέτοιας αίτησης. Στο Κεφ. 6 υπάρχει ρητή πρόνοια περί τούτου, ήτοι το άρθρο 89 δυνάμει του οποίου παρέχεται εξουσία στο Ανώτατο Δικαστήριο να εκδώσει Διαδικαστικούς Κανονισμούς για την καλύτερη εφαρμογή των Μερών VIII και IX, οι οποίοι να ρυθμίζουν μεταξύ άλλων «τον τύπο αιτήσεων . και οποιοδήποτε άλλο διαδικαστικό θέμα». Το άρθρο 89
(3)αναφέρει πως μέχρις ότου εκδοθούν Διαδικαστικοί Κανονισμοί, εφαρμόζονται οι ισχύοντες Διαδικαστικοί Κανονισμοί αναφορικά με τις αιτήσεις διά κλήσεως. Εφόσον δεν έχουν εκδοθεί τέτοιοι ειδικοί Διαδικαστικοί Κανονισμοί, τότε ισχύουν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι, για σκοπούς καταχώρισης διά κλήσεως αίτησης για ακύρωση καταδολιευτικής μεταβίβασης, χρησιμοποιείται ο τύπος της αίτησης που προβλέπεται στη Δ.48 με τις ανάλογες προσαρμογές. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ v. Dynacon Ltd
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 1978, η οποία αφορούσε αίτηση για απομάκρυνση του Διαιτητή με βάση το άρθρο 14
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, και τέθηκε το ερώτημα κατά πόσον ο Διαιτητής μπορούσε να αποτελεί διάδικο μέρος στην εν λόγω διαδικασία. Το ακόλουθο απόσπασμα έχει ιδιαίτερη σημασία: «Εφόσον δεν εκδοθεί Διαδικαστικός Κανονισμός, ρυθμιστικός των διαβημάτων που μπορεί να ληφθούν βάσει του Νόμου, το Άρθρο 30 του Νόμου καθιστά, τηρουμένων των αναλογιών, τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας εφαρμοστέους για την υποβολή και εκδίκαση αιτημάτων, θεμελιωμένων στις προνοιές του. Η υποβολή αίτησης, βάσει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, διέπεται από τη Δ.
  1. Η Δ.48 είναι, κατ' εξοχήν, προσαρμοσμένη στην υποβολή ενδιάμεσων αιτήσεων. Όπως προκύπτει από τους τύπους, οι οποίοι θεσμοθετούνται (Τύπος 45, Τύπος 46), η αίτηση υποβάλλεται στο πλαίσιο υφιστάμενης δικαιοδοσίας. Παρέχεται, όμως, η δυνατότητα προσαρμογής της σε εναρκτήρια αίτηση. Γίνεται πρόνοια σ' αυτούς (τύπους) για τον προσδιορισμό της επιζητούμενης θεραπείας και των γεγονότων στα οποία βασίζεται το αίτημα. Δεν έχει διατυπωθεί οποιαδήποτε αμφισβήτηση ως προς το δικονομικό μέσο, το οποίο επιλέγηκε για την έγερση και τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Ο Διαδικαστικός Κανονισμός περιλαμβάνει, όπως προβλέπεται στο Άρθρο 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, (Ν. 14/60), και τύπους δικογράφων, οι οποίοι, όπως ορίζεται στον Κ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, είναι δεκτικοί προσαρμογών, ανάλογα με την περίπτωση. Στην προκείμενη περίπτωση, η αίτηση υποβλήθηκε στον προβλεπόμενο από τους Θεσμούς Τύπο, με τις προσαρμογές εκείνες, που της προσδίδουν το χαρακτήρα εναρκτήριου δικονομικού μέτρου. . Ο όρος «αγωγή» περιλαμβάνει, σύμφωνα με τον ορισμό ο οποίος παρέχεται τόσο στο Άρθρο 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου όσο και στον Κ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, κάθε πολιτική διαδικασία, η οποία αρχίζει με κλητήριο ένταλμα ή με άλλο τρόπο που καθορίζεται από το Διαδικαστικό Κανονισμό. σ' αυτή την περίπτωση, τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Το σφάλμα στην επιχειρηματολογία των εφεσειόντων έγκειται, κατά τη γνώμη μας, στην εξομοίωση εναρκτήριας αίτησης με ενδιάμεση αίτηση που υποβάλλεται στο πλαίσιο υφιστάμενης αγωγής.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Η πιο πάνω απόφαση επιβεβαιώνει την αρχή πως η Δ.48 τυγχάνει εφαρμογής σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όμως στις περιπτώσεις εναρκτήριων αιτήσεων χρησιμοποιείται και πάλι η ίδια Διαταγή με τις αναγκαίες προσαρμογές για να καταστεί δυνατή η υποβολή τέτοιων αιτήσεων εκεί όπου δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση ή γίνεται παραπομπή στους Θεσμούς για το εν λόγω ζήτημα. Αυτή η αρχή βεβαίως δεν εξομοιώνει την ενδιάμεση με την πρωτογενή διαδικασία ούτε και εντάσσει την τελευταία εντός των υπόλοιπων προνοιών της Δ.48 αναφορικά με τον τρόπο διεξαγωγής της ακρόασης αυτής. Η διαδικασία είναι και παραμένει πρωτογενής ανεξαρτήτως του ότι η αίτηση υποβάλλεται με βάση τη Δ.
  2. Η χρήση της Διαταγής αφορά αποκλειστικά και μόνο τον προσδιορισμό του τρόπου υποβολής της αίτησης όσον αφορά τον τύπο της αίτησης αλλά δεν αφορά ούτε και επηρεάζει την ουσία αυτής και την ακολουθητέα διαδικασία. Έτσι συνάγεται χωρίς δυσκολία πως η κυρίως αίτηση καταχωρείται μεν με αίτηση δυνάμει της Δ.48 αλλά παραμένει μια εναρκτήρια πρωτογενής αίτηση, η οποία εξομοιώνεται με αγωγή. Αυτό άλλωστε επιβεβαιώνεται και από την ερμηνεία που δίδεται στον όρο «αγωγή» από τη Δ.2 και το άρθρο 2 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60 ως κάθε πολιτική διαδικασία, η οποία αρχίζει με κλητήριο ένταλμα ή με άλλο τρόπο όπως καθορίζεται από το Νόμο ή Διαδικαστικό Κανονισμό, που στην προκειμένη περίπτωση είναι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. Η επίκληση της Δ.55 θ.3 από τους Καθ΄ ων δεν κρίνεται βοηθητική καθότι αυτή δεν αφορά γενικά σε εναρκτήριες αιτήσεις αλλά σε συγκεκριμένη ειδική διαδικασία όπως αυτή καθορίζεται στην εν λόγω Διαταγή, ήτοι για Δήλωση αναφορικά με έγγραφο και διαθήκη, και για την οποία γίνεται ειδική πρόνοια ως προς τον τύπο υποβολής τέτοιας αίτησης. Ενόψει λοιπόν της φύσης της κυρίως αίτησης το Δικαστήριο θεωρεί πως η ακροαματική διαδικασία αυτής δεν μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε άλλο τρόπο παρά μόνο με τον τρόπο που διεξάγεται ακρόαση αγωγής, δηλαδή με την προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας. Αυτό το θέμα δεν αποτελεί άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, όπως το έθεσαν οι Καθ΄ ων, αλλά τον προβλεπόμενο και ορθό τρόπο διεξαγωγής της ακρόασης τέτοιας αίτησης. Δεν διαφεύγει ακόμα την προσοχή του Δικαστηρίου πως τα άρθρα 82-89 του Κεφ. 6 προσδίδουν πρωτίστως εξεταστικό χαρακτήρα σε αιτήσεις για ακύρωση καταδολιευτικών μεταβιβάσεων, συμπεριλαμβανομένης της εξουσίας υποβολής ένορκης δήλωσης ή συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δυνάμει του άρθρου 82
(3)(α) και (β), γεγονός που επίσης συνηγορεί υπέρ της άποψης πως τέτοιες αιτήσεις εκδικάζονται με προφορική μαρτυρία και όχι στη βάση των ενόρκων δηλώσεων. Το επιχείρημα των Καθ΄ ων πως η ακρόαση της κυρίως αίτησης με τον πιο πάνω τρόπο θα επιφέρει καθυστέρηση και θα προκαλέσει περαιτέρω έξοδα δεν είναι πειστικός λόγος για τη διαφοροποίηση του τρόπου διεξαγωγής αυτής. Από τη στιγμή που αυτός είναι ο επιβαλλόμενος ορθός τρόπος διεξαγωγής της ακρόασης, το Δικαστήριο πλέον έχει τον ρόλο ρύθμισης της διαδικασίας με την προσκόμιση της μαρτυρίας η οποία κρίνεται σχετική και αναγκαία. Άλλωστε, εάν αυτό αποτελούσε κριτήριο, τότε πιθανόν αυτό να συνεπάγετο την πλήρη κατάργηση ακρόασης με προφορική μαρτυρία. Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω και το ιστορικό της διαδικασίας της κυρίως αίτησης, όπως αυτό σκιαγραφείται ανωτέρω, προκύπτει επίσης πως η Αίτηση δεν είναι κακόπιστη και καταχρηστική. Αντιθέτως συνάγεται πως αυτή καταχωρίστηκε μόλις η κυρίως αίτηση ήταν έτοιμη πλέον για ακρόαση και διεφάνη η διαφωνία μεταξύ των δύο πλευρών ως προς τον τρόπο ακρόασης αυτής. Το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται τη θέση των Καθ΄ ων πως επειδή το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) όρισε παλαιότερα την κυρίως αίτηση για ακρόαση και οι δύο πλευρές ήταν έτοιμες για ακρόαση αυτής με γραπτές αγορεύσεις, καταδεικνύεται ότι μοναδικός σκοπός της παρούσας Αίτησης είναι η καθυστέρηση εκδίκασης της κυρίως αίτησης. Σύμφωνα με τον φάκελο του Δικαστηρίου, πράγματι η κυρίως αίτηση είχε οριστεί και παλαιότερα για ακρόαση χωρίς όμως να έχει καταγραφεί οποιαδήποτε θέση του Δικαστηρίου όσον αφορά οδηγίες για τον τρόπο ακρόασης αυτής. Ούτε και υπάρχει οποιοδήποτε άλλο στοιχείο από το οποίο να διαφαίνεται ο καθορισμός από το Δικαστήριο της ακρόασης της κυρίως αίτησης με οποιονδήποτε τρόπο. Η όποια καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εκ μέρους των Καθ΄ ων έγινε στα πλαίσια άδειας για τροποποίηση των λόγων ένστασης και για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη αυτών, και δεν αφορούσε τον τρόπο διεξαγωγής της ακρόασης της κυρίως αίτησης. Επομένως, επισημαίνεται πως δεν φαίνεται να υπάρχει σαφής καθορισμός του τρόπου ακρόασης της κυρίως αίτησης από το Δικαστήριο. Περαιτέρω, από το όλο ιστορικό διαφαίνεται πως λήφθηκαν διάφορα δικονομικά διαβήματα και από πλευράς Καθ΄ ων, συμπεριλαμβανομένων και των Καθ΄ ων 1, 2, 3 και 5, όπως αιτήσεις για παραμερισμό της κυρίως αίτησης και ή της επίδοσης, τόσο πριν όσο και μετά την ημερομηνία ορισμού της κυρίως αίτησης για ακρόαση, ενώ μετά από αυτή ακολούθησε και η αίτηση για τροποποίηση των λόγων ένστασης και για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, στην οποία μάλιστα η πλευρά του Αιτητή δεν έφερε ένσταση με αποτέλεσμα την ταχύτερη διεκπεραίωση της διαδικασίας. Αυτά τα δεδομένα δεν είναι ικανά να καταδείξουν πως ο Αιτητής καταχώρισε την παρούσα Αίτηση με σκοπό να προκαλέσει καθυστέρηση στην εκδίκαση της κυρίως αίτησης. Για τους λόγους οι οποίοι αναλύονται ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει πως η ακροαματική διαδικασία της κυρίως αίτησης θα πρέπει να διεξαχθεί με την προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας. Όσον αφορά το βάρος απόδειξης, αυτό καθορίζεται ρητώς από τις πρόνοιες του άρθρου 3
(2)του Κεφ. 62 ως ακολούθως: «Σε oπoιαδήπoτε αίτηση, βάσει τωv διατάξεωv τoυ Νόμoυ αυτoύ για ακύρωση μεταβίβασης ή εκχώρησης oπoιασδήπoτε περιoυσίας πoυ έγιvε σε oπoιoδήπoτε γovιό, σύζυγo, παιδί, αδελφό ή αδελφή τoυ δικαιoπάρoχoυ ή εκχωρητή, όχι με χρηματικό αvτάλλαγμα ή με αvτάλλαγμα άλλη περιoυσία ισoδύvαμης αξίας ή με καλή αvτιπαρoχή, τo βάρoς απόδειξης ότι αυτή η μεταβίβαση ή εκχώρηση έγιvε καλή τη πίστει και δεv έγιvε με πρόθεση vα παρεμπoδίσει ή καθυστερήσει τoυς πιστωτές τoυ θα έχει o δικαιoπάρoχoς ή εκχωρητής και τo πρόσωπo στo oπoίo έγιvε η εv λόγω μεταβίβαση ή εκχώρηση.» Με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την κυρίως αίτηση, ο Αιτητής προβάλλει ισχυρισμούς για μεταβίβαση ακινήτων είτε μέσω δωρεάς σε συγγενικά πρόσωπα, ήτοι θυγατέρα, είτε σε τρίτα άσχετα πρόσωπα μέσω πλασματικής μεταβίβασης και σε υπέρμετρα χαμηλό ποσό σε σχέση με την εκτιμημένη αξία τους. Αυτά τα στοιχεία δεν είναι ικανά να εντάξουν την υπό κρίση αίτηση εντός των προνοιών του άρθρου 3
(2)ούτως ώστε αυτομάτως το βάρος απόδειξης να μετατίθεται στους ώμους των Καθ΄ ων. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο θεωρεί πως ο Αιτητής εξακολουθεί να φέρει το βάρος απόδειξης για ισχυρισμούς του και έτσι οφείλει να προσκομίσει πρώτος την απαραίτητη προς τούτο μαρτυρία. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, η παρούσα Αίτηση επιτυγχάνει μερικώς. Ως εκ τούτου δίδονται Οδηγίες με τις οποίες καθορίζεται ο τρόπος διεξαγωγής της ακροαματικής διαδικασίας της κυρίως αίτησης με προφορική μαρτυρία και πρώτα από την πλευρά του Αιτητή. Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας Αίτησης και εφόσον αυτή έχει επιτύχει μερικώς, θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως αυτά επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ΄ ων στο ½, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο συν ΦΠΑ και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της κυρίως αίτησης. (Υπ.) ......... Έ. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.