Ζωοτροφές Πελαργός Λτδ ν. Κώστας Ιακώβου, Αρ. Αγωγής: 2973/1995, 20/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A304 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 2973/1995 Μεταξύ: Ζωοτροφές Πελαργός Λτδ Ενάγοντες και Κώστας Ιακώβου Εναγόμενος Ημερομηνία: 20 Μαΐου 2016 Εναγόμενο - Αιτητή: κ. Μιχάλης Μούρος Για Ενάγοντες- Καθ' ων η Αίτηση: κα Λουκία Δικωμίτη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αίτηση ημερομηνίας 22.5.2015 για παραμερισμό απόφασης Με αίτηση ημερομηνίας 22.5.2015 ο Εναγόμενος - Αιτητής ζητά τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του στις 25.4.
- Η Αίτηση στηρίζεται στις Δ.17 Θ.Θ. 6 και 10, Δ.33 Θ.5 και Δ.48 Θ.Θ. 2-4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και στην πρακτική και γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εναγομένου - Αιτητή ο οποίος ισχυρίζεται ότι αποχώρησε από την Κύπρο περί τα τέλη του 1994 και ότι το ισχυριζόμενο χρέος είναι πλαστό καθότι κατά τον ουσιώδη χρόνο απουσίαζε στην Αυστραλία. Αναφέρεται σε μια άλλη αγωγή, ήτοι την υπ. αρ. 10895/1994 την οποία εξόφλησε πλήρως. Για την παρούσα αγωγή δεν γνώριζε οτιδήποτε και δεν εξουσιοδότησε κανένα να παραλάβει έγγραφα εκ μέρους του. Δεν τον ενημέρωσε κανένας ότι έλαβε το κλητήριο ένταλμα εκ μέρους του και ισχυρίζεται ότι το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε λανθασμένα ή παράτυπα. Ο πατέρας του ο οποίος ήταν βοσκός και τον οποίο, ο Εναγόμενος βοηθούσε όταν ήταν στην Κύπρο είχε δοσοληψίες με την Ενάγουσα. Ο ίδιος δεν είχε οποιεσδήποτε δοσοληψίες προσωπικά με την Ενάγουσα. Για πρώτη φορά έμαθε για την παρούσα αγωγή στις 14.11.2014 όταν του επιδόθηκε αίτηση έρευνας ημερομηνίας 30.10.
- Στις 15.6.2015 καταχωρήθηκε από τους Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση, Ειδοποίηση περί πρόθεσης Ένστασης στην Κυρίως Αίτηση προβάλλοντας διάφορους λόγους Ένστασης τους οποίους δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω. Συνοδεύεται δε από την Ένορκη Δήλωση του Νικόλα Ζορλάκκη ο οποίος λέει ότι είναι διευθυντής της Ενάγουσας Εταιρείας. Αναφέρει μεταξύ άλλων, ότι η αγωγή καταχωρήθηκε στις 31.3.
- Επειδή ο Εναγόμενος απουσίαζε στο εξωτερικό η Ενάγουσα καταχώρισε αίτηση για υποκατάστατο επίδοση του κλητήριου εντάλματος στον αδελφό του Χριστοφή Ιακώβου. Το διάταγμα δόθηκε στις 10.10.1995 και η αγωγή επιδόθηκε στις 14.3.
- Κατατέθηκαν ως τεκμήρια το αντίγραφο ειδοποίησης από το Γραφείο Πρωτοκολλητή στο οποίο αναφέρεται ότι το κλητήριο ένταλμα δεν επιδόθηκε καθότι ο Εναγόμενος απουσιάζει στο εξωτερικό, η Αίτηση και το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 10.10.1995 για υποκατάστατο επίδοση της αγωγής στον Χριστοφή Ιακώβου αδελφό του Εναγομένου καθώς επίσης ειδοποίηση από το Γραφείο του Πρωτοκολλητή ημερομηνίας 19.3.1996 στην οποία αναφέρεται ότι το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στις 14.3.
- Ισχυρίζεται ότι το αγώγιμο δικαίωμα αφορά ακάλυπτες επιταγές του ίδιου του Εναγομένου και συνεπώς είναι άσχετος ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι εξυπηρετούσε τον πατέρα του. Επομένως ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος δεν δεικνύει καλή υπεράσπιση. Όπως λέει ο Εναγόμενος έλαβε γνώση της απόφασης που εκκρεμεί εναντίον του τον Αύγουστο του 2014 και όχι τον Νοέμβριο όπως ισχυρίζεται ο Εναγόμενος. Η Αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση στις 8.4.2016 κατά την οποία οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν παραθέτοντας τις αντίστοιχες θέσεις τους, τις οποίες έχω μελετήσει και όπου κρίνω σκόπιμο θα αναφερθώ σε αυτές στην συνέχεια της απόφασής μου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Παραμερισμός απόφασης που εκδόθηκε ερήμην είναι δυνατός σε περιπτώσεις όπου υπάρχει αντικανονικότητα στην διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης π.χ όταν η επίδοση της αγωγής κριθεί ως κακή. Σε τέτοιες περιπτώσεις το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση και δεν τίθεται θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Έκαστος έχει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του. (βλ. Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου (Ττόμη)
(1997)1 Α.Α.Δ. 247. Υπάρχουν όμως και οι περιπτώσεις που η απόφαση εκδόθηκε νομότυπα. Σε αυτές τις περιπτώσεις εντάσσονται οι πρόνοιες της Δ.17 θ.10 που αφορά σε παραμερισμό απόφασης λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης, της Δ.26 θ.14 που αφορά σε παραμερισμό απόφασης λόγω παράλειψης καταχώρισης υπεράσπισης και τέλος της Δ.33 θ.5 που αφορά σε παραμερισμό απόφασης λόγω παράλειψης του Εναγομένου να εμφανιστεί κατά τη δίκη. Η υπό κρίση περίπτωση εντάσσεται στα πλαίσια της Δ.17, Θ.10 που προνοεί τα εξής: «Where judgment is entered pursuant to any of the preceding Rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just.» Σε μετάφραση: «Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της Διαταγής, θα είναι νόμιμο για το δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι.» Σύμφωνα με την νομολογία, το Δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις, ασκεί την διακριτική του ευχέρεια εξετάζοντας διάφορους παράγοντες με κυριότερο να δείξει ο Αιτητής ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Στη συνέχεια εξετάζεται η δικονομική συμπεριφορά του διαδίκου και δη κατά πόσον ο Αιτητής παρέχει επαρκή αιτιολόγηση για την παράλειψη εμφάνισης ή καταχώρισης υπεράσπισης. Στην πρόσφατη απόφαση NSM Democars Ltd v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A677, Πολιτική Έφεση αρ. 121/2010 ημερομηνίας 14.10.2015 που αφορούσε αίτηση παραμερισμού δυνάμει της Δ.17 Θ. 10 επαναλήφθηκε η διαχρονική θέση στη νομολογία ότι η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, συνιστά τον πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, απόφασης ληφθείσας ερήμην. Χαρακτηρίζεται δε «συζητήσιμη» μια υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Αρκεί δηλαδή να δείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση πράγμα που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας. Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου κ.α. ν. Λουκίας Φωτίου, Πολιτική Έφεση 233/09, ημερ. 24.1.2014 με παραπομπή σε θεμελιακές αποφάσεις όπως η Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, 650, η Kotsapas v. Titan Construction Engineering Co.
(1961)C.L.R. 320 και η Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 Α.Α.Δ. 204 επεξηγήθηκε ότι η ανάγκη να καταδειχθεί «prima facie defence» δεν συνεπάγεται ανάγκη αξιολόγησης της αντικρουόμενης μαρτυρίας διότι κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε εκδίκαση του ίδιου σημείου εις διπλούν. Το βάρος για παραμερισμό ερήμην απόφασης βρίσκεται βεβαίως στους ώμους του αιτητή, αλλά αυτό το βάρος δεν εξυπακούει και την απόδειξη αμφισβητούμενων γεγονότων ή τη θεμελίωση της υπεράσπισης, ως εάν διεξαγόταν η δίκη επί της ουσίας της. Γίνεται επίσης παραπομπή στην Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1 Α.Α.Δ. 1774 όπου λέχθηκε ότι «είναι αρκετό να εγερθεί το ζήτημα που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας» και χωρίς να «... απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση.» Σχετικό είναι επίσης το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Χ¨ Νικολάου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1179, 1181: «.... Όσον αφορά αξιολόγηση, επισημαίνουμε πως για τους σκοπούς αίτησης της φύσεως της παρούσας, όπου δίδονται στοιχεία για την ύπαρξη καλής υπεράσπισης, δεν πρέπει αυτή να απορρίπτεται απλώς και μόνο γιατί υπάρχει σύγκρουση στα γεγονότα επί των ενόρκων δηλώσεων (Evans v. Bartlam) και στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης.» Το Δικαστήριο ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια ισοζυγίζοντας δύο θεμελιακές αρχές, δηλαδή, αφενός την ανάγκη να ακούγεται ο διάδικος επί της ουσίας της υπόθεσης του και αφετέρου την ανάγκη της όσο το δυνατό ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Έτσι ακόμη και όπου αποκαλύπτεται υπεράσπιση, αλλά η συμπεριφορά του διαδίκου είναι ενδεικτική αδιαφορίας για το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης ή τα δικαιώματα του αντιδίκου του, το Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια απορρίπτοντας το αίτημα παραμερισμού της απόφασης. Στην υπόθεση Ανδρέου v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1596, 1599, λέχθηκε ότι: «Οι αρχές οι οποίες προκύπτουν συμπυκνώνονται στις ακόλουθες προτάσεις: (α) Η παράλειψη εμφάνισης ή υποβολής υπεράσπισης πρέπει να εξηγηθεί όπως και η όποια καθυστέρηση στην υποβολή αιτήματος για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. (β) Προϋπόθεση για τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης αποτελεί η αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης. (γ) Και όπου αποκαλύπτεται υπεράσπιση η αίτηση δυνατόν να απορριφθεί, όταν η καθυστέρηση στην κίνηση του μηχανισμού για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που να καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας.» Μετά την πιο πάνω επισκόπηση της νομολογίας προχωρώ να εξετάσω την παρούσα Αίτηση. Το πρώτο ζήτημα που χρήζει εξέτασης είναι κατά πόσον υπάρχει νομότυπη επίδοση της αγωγής στην παρούσα περίπτωση καθότι εάν κριθεί το αντίθετο τότε δεν τίθεται θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Η απόφαση σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να παραμεριστεί ώστε να εφαρμοστεί η βασική αρχή ότι ο έκαστος έχει δικαίωμα να πληροφορηθεί λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και υπερασπιστεί τον εαυτό του εάν το επιθυμεί. Όπως αναφέρεται σχετικά στη Lion Insurance Agency Ltd v. Αδάμου Νικηφόρου
(2004)1Γ Α. Α. Δ.1610 το θέμα της επίδοσης μίας αγωγής είναι ιδιαίτερα σημαντικό καθότι χωρίς "...νόμιμη ή παραδεκτή επίδοση του κλητήριου εντάλματος το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να προχωρήσει". Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την ενώπιον μου μαρτυρία, η αγωγή καταχωρήθηκε στις 31.3.
- Επειδή ο Εναγόμενος απουσίαζε στο εξωτερικό, η Ενάγουσα καταχώρισε αίτηση και εξασφάλισε στις 10.10.1995 διάταγμα για υποκατάστατο επίδοση του κλητήριου εντάλματος στον αδελφό του Εναγομένου κ. Χριστοφή Ιακώβου. Η αγωγή επιδόθηκε στον αδελφό του Εναγομένου στις 14.3.
- Στην υπόθεση Pat Jones v. Ξένιας Δημητρίου
(1998)1 ΑΑΔ 1526 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ως προς τον τρόπο της υποκατάστατης επίδοσης είναι, για ό,τι εδώ ενδιαφέρει, αρκετό ότι αυτή έγινε σύμφωνα με τους όρους του διατάγματος του δικαστηρίου. Υπήρξε λοιπόν στην αγωγή 4386/77 Ε.Δ. Λευκωσίας νομότυπη επίδοση. Δεν επρόκειτο περί αγωγής που προχώρησε χωρίς επίδοση ώστε, με την παραγνώριση του δικαιώματος διαδίκου να ακουστεί, να του παρέχεται η δυνατότητα ιδίω δικαιώματι και χωρίς αναφορά προς ο,τιδήποτε άλλο - ex debito justitiae - να προσβάλει την εν τέλει εκδοθείσα απόφαση.» Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, νομότυπη επίδοση θεωρείται και είναι η επίδοση η οποία γίνεται σύμφωνα με τους όρους του εκάστοτε εκδοθέντος διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση. Συνεπώς, το ότι ο Εναγόμενος δεν εξουσιοδότησε κανένα πρόσωπο να παραλάβει την αγωγή ούτε τον ενημέρωσε ο αδερφός του για την ύπαρξη της αγωγής δεν ενδιαφέρει στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης. Σημασία έχει ότι η επίδοση έγινε σύμφωνα με το διάταγμα ημερομηνίας 10.10.1995 η εγκυρότητα του οποίου δεν αμφισβητήθηκε και τέτοιο ζήτημα δεν τέθηκε για να απασχολήσει. Προτού καταπιαστώ με το κατά πόσον ο Εναγόμενος αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην αγωγή, προχωρώ να εξετάσω κατά προτεραιότητα το ζήτημα της καθυστέρησης στην υποβολή της υπό κρίση Αίτησης. Στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941 τονίστηκε ότι: «Η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του εναγόμενου να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης μπορεί βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματος του. Διαφορετικά η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και τα αποτελέσματα της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την εκδήλωση της θέσης του εναγομένου, σε σχέση με την εναντίον του αγωγή.» Στην υπόθεση Mine and Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 ΑΑΔ 26 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Από τη σχετική νομολογία προκύπτει ότι η δυνατότητα ακύρωσης σχετίζεται άμεσα με την ανάγκη τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων χάρη του δημοσίου συμφέροντος: Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R.
- Η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του.» Στην προκείμενη περίπτωση η επίδοση της αγωγής έγινε νομότυπα σύμφωνα με το διάταγμα για υποκατάστατο επίδοση ημερομηνίας 10.10.
- Έκτοτε ο εναγόμενος δεν έλαβε κανένα μέτρο για την προστασία των συμφερόντων του. Στη συνέχεια και αφού πληροφορήθηκε για την έκδοση της απόφασης, αποφάσισε να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση μόνο αφού καταχωρήθηκε εναντίον του Αίτηση έρευνας ημερομηνίας 30.10.
- Αλλά και πάλιν, όχι με την δέουσα σπουδή. Η εν λόγω Αίτηση ορίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου συνολικά 5 φορές. Ο Εναγόμενος είχε καταχωρήσει ένσταση στην Αίτηση Έρευνας και στις 8.5.2015 η εν λόγω Αίτηση προχώρησε κανονικά σε ακρόαση με την οικονομική εξέταση του Εναγομένου. Αφότου ολοκληρώθηκε η ένορκη εξέταση του Εναγομένου ο συνήγορος του τελευταίου ζήτησε χρόνο για να προσκομίσει περαιτέρω μαρτυρία σε σχέση με την κατάσταση της υγείας του πελάτη του. Η Αίτηση ορίστηκε για συνέχιση της ακρόασης στις 22.5.
- Εκείνη την ημέρα ο Εναγόμενος καταχώρησε την παρούσα Αίτηση για παραμερισμό της απόφασης. Όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι αποτελούν επίδειξη περιφρονητικής στάσης απέναντι στις διαδικασίες του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Εφορεία Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων Λευκωσίας ν. Sazen Fast Food Ltd
(2003)1(Β) Α.Α.Δ 1283 καθυστέρηση τεσσάρων μηνών για υποβολή αίτησης παραμερισμού κρίθηκε αδικαιολόγητη. Υπεμνήσθη δε η αρχή ότι η αδικαιολόγητη καθυστέρηση για υποβολή αιτήματος παραμερισμού απόφασης μπορεί βάσιμα να αποτελέσει λόγο για την απόρριψη του γιατί διαφορετικά η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και τα αποτελέσματα της θα αφήνονταν αιωρούμενα. Σημειώνω ότι στην Ένορκη δήλωση του Εναγομένου που συνοδεύει την Αίτηση δεν αναφέρεται καμία αιτιολογία σε σχέση με την καθυστέρηση για υποβολή της παρούσας Αίτησης. Ως αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω και ενόψει του γεγονότος ότι δεν δόθηκε ικανοποιητική και εύλογη εξήγηση για την καθυστέρηση που σημειώθηκε στην κίνηση του μηχανισμού για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης θεωρώ ότι αυτό το γεγονός από μόνο του αποτελεί επαρκή δικαιολογία για την απόρριψη της υπό κρίση Αίτησης. Ανεξάρτητα δηλαδή από το αν εγείρεται μια εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση στη βάση των ισχυρισμών και της εκδοχής που πρόβαλε ο εναγόμενος. Εν πάση περιπτώσει, για σκοπούς πληρότητας, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον ο Εναγόμενος έχει αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση. Παρατηρώντας το κλητήριο Ένταλμα της αγωγής, διαπιστώνει κανείς ότι το αγώγιμο δικαίωμα εδράζεται επί 10 επιταγών οι οποίες παρουσιάστηκαν δεόντως και δεν τιμήθηκαν. Οι υπερασπίσεις που μπορούν να εγερθούν σε σχέση με επιταγές είναι περιορισμένες. Όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Vasos Charalambides Limited v. Ψαρά
(2000)1(Β) ΑΑΔ 849, 851 κάθε μέρος του οποίου η υπογραφή εμφανίζεται σε συναλλαγματική θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι έχει καταστεί μέρος της για αξία (άρθρο 30
(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262). Δηλαδή κάθε κάτοχος συναλλαγματικής θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι είναι κάτοχος κατά προσήκοντα τρόπο. Το τεκμήριο τούτο μεταθέτει στους ώμους του εναγόμενου το βάρος απόδειξης ότι η αποδοχή, έκδοση, ή μεταγενέστερη μεταβίβαση της συναλλαγματικής επηρεάζεται από δόλο, εξαναγκασμό, βία, φόβο ή παρανομία. (Ρωμανός ν. Χρυσάνθου
(1991)1 Α.Α.Δ. 991, Georghiades v. Antoniou and Another
(1984)1 C.L.R. 155 και Patsalides v. Afsharian
(1965)1 C.L.R. 134. Βλέπε επίσης Papaellina v. Epco (Cyprus) Ltd
(1967)1 C.L.R. 338). Στην υπόθεση Hermes Insurance Co. Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.LR. 333, το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά στην αγγλική απόφαση Nova (Jersey) Knit Ltd. v. Kammgarn Spinnerei GmbH. [1977] 2 All E.R. (H.L.) 463, 470 αναφέρθηκε στις περιορισμένες υπερασπίσεις που μπορεί να εγερθούν σε αγωγές για επιταγές: αυτές είναι υπερασπίσεις που βασίζονται σε απάτη (fraud), ακυρότητα (invalidity) ή αποτυχία του ανταλλάγματος (failure of consideration). Στην προκειμένη περίπτωση ο Εναγόμενος δεν εγείρει καμία από τις πιο πάνω υπερασπίσεις. Αναφέρει γενικά και αόριστα ότι δεν είχε δοσοληψίες με την Ενάγουσα αλλά εξυπηρετούσε τον πατέρα του ο οποίος ήταν βοσκός. Δεν δίδει καμία εξήγηση όμως σε σχέση με τις επίδικες επιταγές την έκδοση των οποίων δεν αρνείται. Επιχειρήθηκε ο συσχετισμός της παρούσας αγωγής με την αγωγή υπ. αρ. 10895/1994 την οποία εξόφλησε πλήρως χωρίς όμως να δίνονται επαρκείς λεπτομέρειες σε σχέση με το χρέος που αφορά η παρούσα αγωγή. Με άλλα λόγια, κρίνω ότι δεν παρουσιάζεται μια λογικοφανής υπεράσπιση βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Ενόψει όλων των ανωτέρω η παρούσα αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων - Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον του Εναγομένου-Αιτητή όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο