Αναφορικά με την εταιρεία LEGOLEN LTD, ΗΕ 280657, Αίτηση αρ.: 40/16, 31/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A323 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αίτηση αρ.: 40/16 Μεταξύ: Αναφορικά με την εταιρεία LEGOLEN LTD, ΗΕ 280657 και Αναφορικά με τον Περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 --------------------- 31 Μαΐου 2016 Για τον αιτητή: κος Μίτσιγκας Για τους καθ' ων η αίτηση: κα Αγαθοκλέους ΑΠΟΦΑΣΗ Η επίδικη αίτηση υποβάλλεται από την εταιρεία Αναστάσιος Στεφανίδης & Υιός Λτδ (στη συνέχεια η αιτήτρια). Προσεκτική εξέταση της αίτησης αποκαλύπτει ότι κατατάσσεται στις αιτήσεις γνωστές και ως petition. Επιβεβαιώνεται η σχετική διαπίστωση από το γεγονός ότι η αίτηση επιζητεί την έκδοση διατάγματος που να· «. διατάσσει την εκκαθάριση της εταιρείας LEGOLEN LTD σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, άρθρα 211, 212, 213 και 214.» Είναι μέχρι στιγμής αντιληπτό ότι η εταιρεία LEGOLEN LTD είναι η καθ' ης η αίτηση στη διαδικασία. Ως εκ τούτου, εν τοις εφεξής θα καλείται η καθ' ης η αίτηση ή η εταιρεία. Εξ αρχής σημειώνεται ότι η αίτηση εδράζεται στον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, άρθρα 203, 209, 211(ε) και (στ), 212(α), (γ) και (δ), 213
(1), 214 και 333· στους περί Εταιρειών Κανονισμούς και στις συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου και τη σχετική νομολογία. Το δε πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, την οποία ομνύει ο Χαράλαμπος Ιερωνυμίδης. Στον αντίποδα βρίσκεται η ένσταση που καταχώρισε η καθ' ης η αίτηση. Και σε αυτή την περίπτωση η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση, την οποία ομνύει η Γεωργία Κωνσταντίνου, μία εκ των διευθυντών της καθ' ης η αίτηση. Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τη νομική βάση στην οποία εδράζεται η ένσταση, αρκεί, πιστεύω, να αναφέρω τους λόγους ένστασης που προωθούνται. Τούτοι οι λόγοι έχουν ως ακολούθως· «
- Η παρούσα αίτηση είναι νομικά και τυπικά αστήρικτη και/ή αδικαιολόγητη και/ή άνευ ουσίας.
- Η απαίτηση πληρωμής που δόθηκε στην Καθ' ης η Αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή δεν συνάδει με τις απαιτήσεις του Άρθρου 212 του Κεφ.
- Δεν έχουν τηρηθεί οι πρόνοιες του Κεφ. 113 και ειδικότερα των Άρθρων 211 και
- Τα γεγονότα δεν δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Η αίτηση είναι κακόπιστη, καταχρηστική και καταπιεστική.
- Σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος δεν θα ικανοποιηθεί η απαίτηση της Αιτήτριας καθότι η Καθ' ης η Αίτηση έχει οφειλές σε τραπεζικό οργανισμό, που προηγούνται.» Κρίνω πως δεν χρειάζεται παράθεση όσων οι δύο ομνύοντες, αίτηση και ένσταση αντίστοιχα, υποστηρίζουν. Αυτό γιατί απλή και μόνο ανάγνωση των σχετικών δηλώσεων φανερώνει πως η συντριπτική πλειοψηφία των γεγονότων που εκεί αναφέρονται, είναι παραδεκτή και αναμφισβήτητη. Ως εκ τούτου σπεύδω να παραθέσω όσα αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων. Η καθ' ης η αίτηση εταιρεία συστάθηκε την 24.01.2011 και ο αριθμός εγγραφής τούτης είναι
- Πρόκειται δια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δια μετοχών. Το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας βρίσκεται στην Λεωφόρο Διγενή Ακρίτα 45, Pamboridis Building, 2025, Λευκωσία. Το ονομαστικό κεφάλαιο της καθ' ης η αίτηση ανέρχεται σε €5.000 διαιρεμένο σε 5.000 συνήθεις μετοχές αξίας €1.00 έκαστη. Το δε εκδοθέν κεφάλαιο της καθ' ης η αίτηση ανέρχεται σε €1.
- Οι σκοποί δια τους οποίους συστάθηκε η εταιρεία είναι, μεταξύ άλλων, επενδύσεις σε ακίνητα. Στις 07.07.2011 οι διάδικοι, αιτήτρια και εταιρεία, συνομολόγησαν συμφωνία. Αντικείμενο τούτης ήταν η πώληση ενός ακινήτου. Το εν λόγω ακίνητο, με αριθμό εγγραφής 24/1706, πωλήθηκε από την αιτήτρια στην εταιρεία έναντι του ποσού των €2.200.
- Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τους ακριβείς όρους της συμφωνίας των μερών, εν ολίγοις πότε και ποιες πληρωμές έγιναν. Σημειώνω εν τούτοις ότι αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων, πως η εταιρεία κατέβαλε στην αιτήτρια κάποιο ποσό. Λόγω του ότι η εταιρεία παρέλειψε να καταβάλει μέρος του οφειλόμενου ποσού, ήτοι €200.000, η αιτήτρια καταχώρισε αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, εν προκειμένω την αγωγή με αριθμό 6072/
- Η ουσία του πράγματος της αγωγής επίσης είναι παραδεκτή. Ομονοούν οι διάδικοι ότι την 18.11.2014 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση στο πλαίσιο της αγωγής 6072/
- Η απόφαση ήταν υπέρ της αιτήτριας και εναντίον της εταιρείας και ήταν για ποσό €200.000 πλέον τόκο 5,5% από 18.11.2014 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον δικηγορικά έξοδα, ήτοι €2.984 πλέον Φ.Π.Α., πλέον €278 πραγματικά έξοδα και τόκο προς 5,5% επί του συνόλου των δικηγορικών εξόδων από 10.09.2012 μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω η εκτέλεση της προαναφερόμενης απόφασης ανεστάλη για περίοδο 8 μηνών από τις 18.11.
- Αν ορθά αντιλαμβάνομαι τα πράγματα, όλα τα πιο πάνω αποτελούν παραδεκτά γεγονότα και ως εκ τούτου καθίστανται ευρήματα του δικαστηρίου. Κρίνω σκόπιμο να παρεμβάλω εδώ ότι η ομνύουσα την ένσταση της εταιρείας αναφέρει ότι παραδέχεται το περιεχόμενο των παραγράφων 1 μέχρι και 11 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση (βλ. 2η παράγραφο ενόρκου δηλώσεως Γεωργίας Κωνσταντίνου). Προφανώς η παραπομπή της Κωνσταντίνου σε ένορκη δήλωση συνιστά σφάλμα, εφόσον η αμέσως επόμενη παράγραφος παραπέμπει σε 12η παράγραφο, δια την οποία μάλιστα λέγεται ότι τα εκεί αναφερόμενα απορρίπτονται για το λόγο ότι η εταιρεία ουδέποτε αρνήθηκε να καταβάλει το εξ αποφάσεως οφειλόμενο χρέος, πράγμα όμως που δεν αναφέρεται στο εντελώς τυπικό λεκτικό της παραγράφου 12 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση. Είναι γι' αυτό το λόγο που συμπεραίνω ότι η παραδοχή στην οποία αναφέρεται η ομνύουσα την ένσταση εκ λάθους παραπέμπει στην ένορκη δήλωση και όχι στο σώμα της αίτησης, όπου εκεί είναι που εντοπίζονται όλες οι πιο πάνω πληροφορίες. Πέραν των πιο πάνω φαίνεται να μην αμφισβητείται και το ότι την 14.12.2015 η αιτήτρια απέστειλε στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας ειδοποίηση απαίτησης πληρωμής χρέους. Τούτη η ειδοποίηση είναι το τεκμήριο 2 στην αίτηση. Η ειδοποίηση είναι ημερομηνίας 27.11.2015 και όπως προανέφερα επιδόθηκε την 14.12.
- Η δε απόφαση που εκδόθηκε υπέρ της αιτήτριας και εναντίον της εταιρείας, είναι το τεκμήριο 1 στην αίτηση. Όλα τα πιο πάνω συνιστούν αδιαμφισβήτητα γεγονότα και ως εκ τούτου υιοθετούνται ως διαπιστώσεις του δικαστηρίου. Εκεί όπου φαίνεται να υπάρχει διάσταση στις θέσεις των δύο πλευρών είναι σε σχέση με τον ισχυρισμό της αιτήτριας ότι η εταιρεία δεν έχει πληρώσει και ούτε έχει αμφισβητήσει το εξ αποφάσεως χρέος της (βλ. παράγραφο 7 της ενόρκου δηλώσεως του Χαράλαμπου Ιερωνυμίδη). Μάλιστα λόγω τούτου είναι που η αιτήτρια διατείνεται ότι η εταιρεία αδυνατεί να πληρώσει τα χρέη της και γι' αυτό το λόγο είναι που αιτείται την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης. Αντίθετη είναι η θέση της εταιρείας, η οποία στην 3η παράγραφο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση αναφέρει ότι· «Αρνούμαι και απορρίπτω τους ισχυρισμούς της παραγράφου 12 της Ε/Δ και αναφέρω, εξ όσων πληροφορούμαι, ότι ουδέποτε η Καθ' ης η Αίτηση αρνήθηκε να καταβάλει το εξ αποφάσεως οφειλόμενο χρέος λόγω του ότι δεν είχε την δυνατότητα να το καταβάλει. Αντίθετα, εξ όσων πληροφορούμαι, η Καθ' ης η Αίτηση ζήτησε πίστωση χρόνου και πρότεινε στην Αιτήτρια διάφορους τρόπους αποπληρωμής τους οποίους κακόπιστα η Αιτήτρια δεν αποδέχτηκε.» Τώρα, η θέση της εταιρείας δεν είναι τόσο πραγματική όσο νομική. Άλλωστε η ευπαίδευτη συνήγορος της εταιρείας δήλωσε στο δικαστήριο πως μετά την παραλαβή της ειδοποίησης, δηλαδή του τεκμηρίου 2, η εταιρεία ουδέν ποσό πρόσφερε στην αιτήτρια. Οι ενέργειες που αναφέρονται στην παράγραφο 3, πιο πάνω, διενεργήθηκαν, σύμφωνα με τη συνήγορο, πριν την παραλαβή της ειδοποίησης και όχι εκ των υστέρων. Εν τούτοις, είναι η θέση της εταιρείας πως υπό τις περιστάσεις, δηλαδή ότι πριν την παραλαβή του τεκμηρίου 2 πρότεινε τρόπους αποπληρωμής του ποσού, η εταιρεία δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι αμελεί (neglect) να πληρώσει το οφειλόμενο ποσό. Περιπλέον, είναι η θέση της εταιρείας ότι η αίτηση πρέπει να απορριφθεί και για ένα άλλο λόγο. Τούτος έχει να κάνει με τη νομική βάση που η αιτήτρια επέλεξε να επικαλεστεί. Η εταιρεία διατείνεται πως άπαξ και εκδοθεί απόφαση δεν μπορεί να προωθηθεί αίτηση εκκαθάρισης βάσει του άρθρου 212(α) και ο εξ αποφάσεως πιστωτής υποχρεούται να ακολουθήσει τις πρόνοιες του άρθρου 212(β), δηλαδή να προχωρήσει σε εκτέλεση της απόφασης. Ας δούμε τώρα τις δικανικές αρχές που διέπουν το ζήτημα. Όπως έχει ήδη υποδειχθεί η αίτηση εδράζεται στα άρθρα 211(ε) και 212(α) του Κεφ.
- Αυτή εν προκειμένω είναι η νομική βάση και συνεπώς σε αυτά τα δύο άρθρα είναι που θα περιοριστεί η έρευνα του δικαστηρίου. Προσθέτω όμως ότι εφόσον η εταιρεία επικαλείται τις πρόνοιες του άρθρου 212(β), επιβάλλεται να εξεταστεί και αυτό. Λόγω της σημασίας που φαίνεται να προσλαμβάνουν τα πιο πάνω άρθρα, κρίνω χρήσιμο να παραθέσω το περιεχόμενο τούτων αυτούσιο. Το άρθρο 211 (ε) αναφέρει ότι· «Εταιρεία δύναται να εκκαθαριστεί από το Δικαστήριο αν- (ε) η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της.» Το δε άρθρο 212 (α) και (β) αναφέρει ότι· «Εταιρεία λογίζεται ότι είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της - (α) αν πιστωτής, με εκχώρηση ή διαφορετικά, που του χρωστεί η εταιρεία ποσό που υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000), επέδωσε στην εταιρεία παραδίνοντας στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας απαίτηση η οποία απαιτεί από την εταιρεία να καταβάλει το ποσό που οφείλεται με τον τρόπο αυτό, και η εταιρεία για τις επόμενες τρεις εβδομάδες αμέλησε να καταβάλει το ποσό ή να εξασφαλίσει ή να το διευθετήσει προς εύλογη ικανοποίηση του πιστωτή· ή (β) αν εκτέλεση ή άλλη διαδικασία που λήφθηκε με δικαστική απόφαση, εντολή ή διάταγμα οποιουδήποτε Δικαστηρίου προς όφελος πιστωτή της εταιρείας, επιστρέφεται ολικά ή μερικά ανικανοποίητη.» Έχει νομολογηθεί ότι το περιεχόμενο των πιο πάνω άρθρων είναι πανομοιότυπο με εκείνο των αγγλικών άρθρων 222 (e) και 223 (a) και (b), αντίστοιχα, του Companies Act του 1948 και συνεπώς καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τις αγγλικές αποφάσεις που πραγματεύονται τούτα, καθώς και τα σχετικά συγγράμματα (βλ. GIP Construction Ltd v. Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1991)1 Α.Α.Δ. 14, 18). Επιπλέον έχει λεχθεί ότι άμα τη αποδείξει ότι εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της ο αιτητής δικαιούται, ex debito justitiae, δηλαδή ιδίω δικαιώματι ή εξ οφειλομένης δικαιοσύνης, έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης της εταιρείας. Δεν παραγνωρίζεται εντούτοις ότι η έκδοση τέτοιου διατάγματος αποτελεί απόρροια άσκησης διακριτικής ευχέρειας, γεγονός που επιβεβαιώνεται από τη συμπερίληψη του όρου 'δύναται' στην εναρκτήρια πρόταση του άρθρου 211. Είναι γι' αυτό το λόγο που στον Palmer's Company Precedents, 7η έκδοση, σελίδα 1115, αναφέρεται σε σχέση με τον χαρακτηρισμό ex debito justitiae ότι· «On the other hand, it has been said that the latter is a phrase which means no more than that in accordance with settled practice the court can only exercise its discretion in one way namely by granting the order.» Πώς λοιπόν διαπιστώνεται τέτοια ανικανότητα εταιρείας; Όπως έχει νομολογηθεί το άρθρο 211 (ε) είναι γενικό και άνευ περιορισμών. Από την άλλη στον Buckley on the Companies Acts, 13η έκδοση, σελίδα 459, υποδεικνύεται ότι το άρθρο 212 αφορά και είναι επεξηγηματικό του άρθρου 211(ε) (This section refers to and is explanatory of s.222(e)). Δεν έχει δική του αυτοτέλεια το άρθρο 212 και δεν παρέχει άλλους τρεις λόγους για έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης, λέχθηκε στην υπόθεση PAN - AMAN HOTELS LIMITED v. Εφόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2002)1Γ Α.Α.Δ 1796, 1799. Eκείνο που εξυπηρετεί είναι μόνο ότι εξειδικεύει τρεις λόγους που αν ήθελαν αποδειχθεί ικανοποιούν συμπέρασμα ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της. Οι τρεις αυτές περιπτώσεις συνιστούν νομοθετικό τεκμήριο αδυναμίας πληρωμής χρεών, ειπώθηκε στην υπόθεση GIP Constructions Ltd, πιο πάνω και επαναλήφθηκε στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Εταιρείας Σκυροποιϊας Λεωνικ Λτδ
(2009)1 Β. Α.Α.Δ 1457. Μάλιστα υποδείχθηκε ότι η διαφορά μεταξύ των δυο άρθρων, δηλαδή 211 και 212, έγκειται στο ότι απόδειξη οιασδήποτε από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 212 δημιουργεί τεκμήριο αδυναμίας πληρωμής, ενώ στην περίπτωση του άρθρου 211 η έκδοση του διατάγματος εξαρτάται από το πώς θα αξιολογηθούν τα ενώπιον του δικαστηρίου στοιχεία. Υποδεικνύεται εντούτοις ότι αν ο αιτητής προτίθεται να ισχυριστεί γενική ανικανότητα της εταιρείας να πληρώσει τα χρέη της, οφείλει να συμπεριλάβει στην αίτηση και το άρθρο 212 (γ) (βλ. PAN - AMAN HOTELS, πιο πάνω, στη σελίδα 1800). Στη δοσμένη όμως περίπτωση η αίτηση περιορίζεται στα άρθρα 211(ε) και 212(α). Ως εκ τούτου τίθεται το ερώτημα· τι είναι εκείνο που αναμένεται να αποδειχθεί βάσει των άρθρων 211(ε) και 212(α). Σχετική εν προκειμένω είναι η αναφορά στο σύγγραμμα Palmer's, πιο πάνω, σελίδα 1114, όπου αναφέρεται ότι ζητούμενο είναι κατά πόσο· «(α) Επιδόθηκε στην εταιρεία, συγκεκριμένα στο εγγεγραμμένο γραφείο τούτης, γραπτή απαίτηση πληρωμής χρέους που οφείλεται, και (β) Παράλειψη (neglect) της εταιρείας, για περίοδο πέραν των τριών εβδομάδων, να πληρώσει το ποσό ή να εξασφαλίσει ή συμβιβάσει τούτο προς εύλογη ικανοποίηση του πιστωτή.» Στην προκείμενη εν τούτοις περίπτωση ένα μόνο είναι το γεγονός που το δικαστήριο καλείται να αποφασίσει. Τούτο έχει να κάνει με το κατά πόσο η εταιρεία προσφέρθηκε να ικανοποιήσει το ποσό της ειδοποίησης. Μετά τη δήλωση της συνηγόρου για την εταιρεία, δηλαδή ότι μετά την παραλαβή του τεκμηρίου 2 η εταιρεία ουδεμία ενέργεια προώθησε δια ικανοποίηση της ειδοποίησης, κρίνω πως δεν χρειάζεται να ειπωθεί οτιδήποτε άλλο. Αν εν τούτοις η δήλωση της συνηγόρου δεν επαρκεί δια υποστύλωση της πιο πάνω κατάληξης, αναφέρω πως αοριστία και ασάφεια είναι το κύριο γνώρισμα της παραγράφου 3 της ένστασης και ως εκ τούτου εφόσον δεν προσκομίστηκε οιονδήποτε στοιχείο που να αποδεικνύει την προθυμία της εταιρείας να ικανοποιήσει το ποσό που αναγράφετο στην ειδοποίηση (τεκμήριο 2), δεν είμαι διατεθειμένος να δεχτώ τούτο τον ισχυρισμό. Καταλήγω, συνεπώς ότι μετά την παραλαβή της ειδοποίησης (τεκμήριο 2) από την εταιρεία, ειδοποίηση που επιδόθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, ουδεμία προσπάθεια έγινε δια ικανοποίηση του εκεί αναφερόμενου ποσού, που δεν είναι άλλο από ολόκληρο το ποσό της απόφασης (τεκμήριο 1). Η επίδικη αίτηση καταχωρίστηκε αφού παρήλθαν οι τρεις εβδομάδες από την επίδοση της ειδοποίησης και τέλος, το ποσό που αναφέρεται στην ειδοποίηση υπερβαίνει το ποσό των €5.000 που προβλέπει ο νόμος. Ό,τι απομένει πλέον να εξεταστεί είναι οι δύο νομικές αιτιάσεις της εταιρείας. Η λογική του πράγματος θέλει τη διερεύνηση να άρχεται από τη δεύτερη εισήγηση, δηλαδή ότι η αιτήτρια υποχρεούται να προωθήσει μέτρα εκτέλεσης αντί να αποστείλει ειδοποίηση, εφόσον αν αυτή ήθελε κριθεί ορθή παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση. Είμαι της γνώμης ότι η σχετική εισήγηση της εταιρείας απάδει της λογικής και δεν εδράζεται σε ορθή ερμηνεία των διατάξεων του νόμου. Έχει ήδη υποδειχθεί ότι το άρθρο 212 δεν συνιστά οτιδήποτε άλλο από συγκεκριμένες περιπτώσεις που δημιουργούν τεκμήριο ανικανότητας πληρωμής χρεών. Υπό αυτή την έννοια ο αιτητής μπορεί να επικαλεστεί οιονδήποτε εκ των παραγράφων του άρθρου 212, ακόμη και διαζευκτικά, και δεν περιορίζεται κατά τον τρόπο που εισηγείται η εταιρεία. Αν όμως τα πιο πάνω δεν πείθουν, αρκεί να παραπέμψω στα λεχθέντα στην υπόθεση Δημήτρης Αυξεντίου & Υιός (Γεωργικά Μηχανήματα) Λίμιτεδ ν. Hellenic Bank Public Company Limited, ECLI:CY:AD:2014:A877, Πολ. Έφ. 368/09, 20.11.2014, όπου τα γεγονότα ήταν ανάλογα με τα υπό κρίση. Λέχθηκε εκεί ότι· «Αναφορικά με τον δεύτερο (2ο) λόγο έφεσης ο ευπαίδευτος συνήγορος για την εφεσείουσα εισηγήθηκε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο τελούσε υπό πλάνη περί το νόμο και τα πράγματα, αφού αγνόησε παντελώς την παράλειψη της εφεσίβλητης να προβεί σε εκτέλεση της δικαστικής απόφασης ημερ. 24/2/1998 επί της κινητής περιουσίας των εναγομένων. Δεν προέβη επίσης σε εκποίηση, των υποθηκών που αναφέρονται στην άνω απόφαση, η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα μαζί με το ποσό που θ' απέφερε η εκποίηση της κινητής περιουσίας της εφεσείουσας, την πλήρη κάλυψη της απαίτησης. ........ Οι προσφερόμενοι με το άρθρο 14 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, μέθοδοι εκτέλεσης Δικαστικής απόφασης μεταξύ των οποίων είναι και η κατάσχεση και πώληση κινητής ιδιοκτησίας, είναι στη διάθεση του εκ Δικαστικής απόφασης πιστωτή ως δικαίωμα και όχι ως υποχρέωση ή προϋπόθεση για λήψη άλλων δικαστικών μέτρων που του παρέχονται από νόμο για εξασφάλιση του λαβείν του. Υπενθυμίζεται ότι η αίτηση για εκκαθάριση εταιρείας όπως και η πτωχευτική διαδικασία δεν σκοπεύουν στον εξαναγκασμό του χρεώστη να εξοφλήσει χρέος του αλλά στην προστασία και την διασφάλιση της περιουσίας (αντικείμενο της αίτησης) ώστε να χρησιμοποιηθεί όπως ο νόμος προνοεί προς όφελος όλων των πιστωτών (βλ. London Club Ltd v. Παπαδόπουλου
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1699).» Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι το γεγονός και μόνο ότι η αιτήτρια επέλεξε να μην προβεί σε εκτέλεση της δικαστικής απόφασης, ως αναφέρεται στο άρθρο 212(β), αλλά να στείλει ειδοποίηση και να ακολουθήσει τις διατάξεις του άρθρου 212(α), δεν συνιστά σφάλμα. Τώρα, έχει διαπιστωθεί ήδη ότι μετά την παραλαβή της ειδοποίησης, η εταιρεία δεν υπέβαλε πρόταση διευθέτησης. Σε αυτό το πλαίσιο ζητούμενο είναι εάν αυτή η επιλογή συνιστά αμέλεια (neglect) εν τη εννοία του νόμου. Τι έστι αμέλεια, συμφώνως του νόμου, αποκαλύπτεται στο ακόλουθο απόσπασμα, του Sir George Jessel M.R. από την υπόθεση In re London and Paris Banking Corporation
(1875)L.R.19 Eq. 444, 446. Ανέφερε εν προκειμένω ότι· «It is very obvious, on reading that enactment, that the word, "neglected" is not necessarily equivalent to the word "omitted." Negligence is a term which is well known to the law. Negligence in paying a debt on demand, as I understand it, is omitting to pay without reasonable excuse. Mere omission by itself does not amount to negligence. Therefore I should hold, upon the words of the statute, that where a debt is bonâ fide dispute by the debtor, and the debtor alleges, for example, that the demand for goods sold and delivered is excessive, and says that he the debtor, is willing to pay such sum as he is either advised by competent valuers to pay, or as he himself considers a fair sum for the goods, then in that case he has not neglected to pay, and is not within the wording of the statute.» Στη δοσμένη περίπτωση ουδεμία πτυχή του μαρτυρικού υλικού δικαιολογεί συμπέρασμα ότι η εταιρεία αμφισβητεί το χρέος της καλή τη πίστει. Πώς άλλωστε να το αμφισβητήσει, τη στιγμή που αυτό έχει αναγνωριστεί με δικαστική απόφαση, η οποία είναι προϊόν συμφωνίας των διαδίκων. Ο ισχυρισμός ότι πριν την παραλαβή της ειδοποίησης έγιναν ενέργειες για συμφωνία αποπληρωμής αλλά δεν καρποφόρησαν, πέραν του ότι δεν αποδείχθηκε λόγω αοριστίας και γενικότητας, παρουσιάζει άλλο ένα πρόβλημα. Δυνάμει του άρθρου 212(α) η συμπεριφορά που ενδιαφέρει και συνεπώς εξετάζεται, δεν είναι εκείνη που προηγείται της επιστολής, αλλά εκείνη που έπεται. Η συναφής υποχρέωση της εταιρείας άρχεται άμα την παραλαβή της επιστολής και στην προκείμενη περίπτωση έχει διαπιστωθεί ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο των τριών εβδομάδων η εταιρεία ουδέν έπραξε. Συνεπώς στην προκείμενη περίπτωση δικαιολογείται διαπίστωση ότι η εταιρεία αμέλησε να καταβάλει το εξ αποφάσεως χρέος της ή να το διευθετήσει προς εύλογη ικανοποίηση της αιτήτριας. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι το αίτημα της αιτήτριας είναι τόσο δικαιολογημένο όσο και εύλογο. Συνεπώς εκδίδω διάταγμα ως η παράγραφος Α της αίτησης. Το πρωτοκολλητείο να μεριμνήσει για ενημέρωση του Εφόρου Εταιρειών. Τα έξοδα της διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας και εναντίον της εταιρείας. (Υπ.) ........... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο