← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ «ΛΗΔΡΑ» ΛΤΔ ν. Χρυσόστομος Αλλαγιώτη Ανδρέα κ.α., Αρ. Αίτησης:. 642/14, 9/5/2016

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ «ΛΗΔΡΑ» ΛΤΔ ν. Χρυσόστομος Αλλαγιώτη Ανδρέα κ.α., Αρ. Αίτησης:. 642/14, 9/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A281 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου Ε.Δ. Αρ. Αίτησης:. 642/14 ΜΕΤΑΞΥ:- ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ «ΛΗΔΡΑ» ΛΤΔ Ενάγουσα - και -

  1. Χρυσόστομος Αλλαγιώτη Ανδρέα
  2. Μαρία Χρυσοστόμου Αλλαγιώτη Εναγόμενοι ---------------------------- Ημερομηνία: 9 Μαΐου, 2016 Για την Ενάγουσα: κ. Φλωρίδης Για τους Εναγόμενους 1 και 2: κα. Γεωργίου ------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 27.08.2014 η ενάγουσα καταχώρησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο εναρκτήρια αίτηση/αγωγή (στο εξής «η αίτηση») εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 (στο εξής «οι εναγόμενοι») και απαιτούσε: «Α. Όπως η Διαιτητική Απόφαση ημερομηνίας 07/01/2013 του διαιτητή Λεωνίδα Λεωνίδου για τη φιλονικία μεταξύ, της Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Καϊμακλίου , και των πιο πάνω Καθ΄ων η αίτηση, σε σχέση με το δάνειο με αρ. λογαριασμού 7231063-8 για το ποσό των €60.094,45:- κεφάλαιο, πλέον τόκο προς 9% από 07/01/2013 μέχρι πλήρους εξόφλησης, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των δεδουλευμένων τόκων δυο φορές το χρόνο και συγκεκριμένα την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστους έτους, πλέον €150:- έξοδα διαιτησίας εγκριθεί και καταχωρηθεί στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας δια σκοπούς εκτελέσεως.» Η αίτηση, βασίζεται στον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 και 68/87 άρθρο 52, ως τροποποιήθηκε, στον Περί Διατησίας Νόμο Κεφ. 4, άρθρα 2 και 21, στους Περί Συνεργατικών Εταιρειών θεσμούς, θεσμός 79, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, Θ.1, 2, 3 και στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 86-
  3. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του Πέτρου Τσιοπανή, ημερομηνίας 27/08/
  4. Σ' αυτή, και στο βαθμό που τούτα ενδιαφέρουν για την έκδοση της παρούσας απόφασης, αναφέρει ότι, εργάζεται στην ενάγουσα και συγκεκριμένα στη υπηρεσία ανάκτησης χρεών και ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από την τελευταία να ορκιστεί για σκοπούς υποστήριξης της αίτησης. Μέρος των καθηκόντων του, είναι και ο χειρισμός των προβληματικών λογαριασμών. Προηγουμένως, εργοδοτείτο στη Νέα Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Καϊμακλίου Λτδ ως υπεύθυνος δανείων, η οποία στις 18/1/2014, μαζί με την ενάγουσα και μία άλλη συνεργατική εταιρεία, την οποία και κατονομάζει, συγχωνεύτηκαν και ο κύκλος εργασιών της Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρεία Καϊμακλίου Λτδ, περιλαμβανομένου και του επίδικου δανείου, αναλήφθηκαν από την ενάγουσα. Η δε Νέα Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Καϊμακλίου Λτδ, την ίδια ημέρα (18/1/2014), διαλύθηκε. Με την ρηθείσα ανάληψη, ο αριθμός του επίδικου δανείου άλλαξε, από 7231063-8 σε 7251481-
  5. Ισχυρίζεται ακόμα, ότι αναφορικά με τα γεγονότα που περιβάλλουν την αίτηση, έχει προσωπική γνώση, την οποία αντλεί από έγγραφα και στοιχεία που έχει στη κατοχή του. Ως προς το επίδικο δάνειο και ειδικότερα την διαιτητική απόφαση, για την εγγραφή της οποίας προωθείται η παρούσα αίτηση, σημειώνει ότι, στις 7/1/2013, ο Λεωνίδας Λεωνίδου, ως διαιτητής, στα πλαίσια διαιτησίας που διεξήγαγε στο Καϊμακλί, σε σχέση με διαφορά που προέκυψε μεταξύ της Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Καϊμακλίου Λτδ (ως ήταν τότε) και των εναγομένων αναφορικά με το δάνειο με αριθμό λογαριασμού 7231063-8, εξέδωσε σχετική διαιτητική απόφαση, την οποία και επισυνάπτει στην ένορκή του δήλωση, ως τεκμήριο
  6. Αναφέρει ακόμα ότι, η εν λόγω διαιτητική απόφαση γνωστοποιήθηκε στους καθ' ων η αίτηση και προς τούτο επισυνάπτει, ως τεκμήριο 2, σχετικό έγγραφο που τιτλοφορείται ως ΔΗΛΩΣΗ ΓΝΩΣΤΟΠΟΙΗΣΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑΣ. Τα λοιπά τεκμήρια της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, αφορούν, αφενός στην αλλαγή, στο παρελθόν, της επωνυμίας της Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Καϊμακλίου Λτδ και αφετέρου, την συγχώνευση της με την ενάγουσα, καθώς επίσης και την ανάληψη των εργασιών της από τη τελευταία. Τέλος, στην ένορκή του δήλωση, ο Πέτρος Τσιοπανής ισχυρίζεται ότι, μέχρι και την ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης, οι εναγόμενοι όφειλαν στην ενάγουσα το ποσό των €66.597,40, πλέον τόκους προς 9% από 1/8/2014 με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δύο φορές τον χρόνο μέχρι εξόφλησης. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν την υπεράσπιση τους μέσω Ειδοποίησης για Πρόθεση Ένστασης (στο εξής «η ένσταση») στις 22/01/16, στο κυρίως σώμα της οποίας αναφέρονται ως λόγοι ένστασης οι ακόλουθοι:
  7. Η αίτηση είναι δικονομικά και ουσιαστικά άκυρη ή και ανυπόστατη ή και δικονομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και αστήρικτη και οι Αιτητές δεν απέδειξαν ότι δικαιούνται στις αιτούμενες θεραπείες.
  8. Η επίδικη αίτηση είναι πρόωρη.
  9. Δεν υπήρχε οποιαδήποτε διαφορά με βάση την οποία οι Αιτητές να είχαν δικαίωμα παραπομπής σε διαιτησία.
  10. Ουδέποτε υπήρξε παραπομπή ή και νόμιμη παραπομπή σε διαιτησία, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, του περί Διαιτησίας Νόμου και/ή σύμφωνα με τη νομολογία.
  11. Ο φερόμενος ως Διαιτητής δεν έχει διορισθεί νόμιμα ή και έγκυρα ή και καθόλου.
  12. Η απόφαση της οποίας ζητείται η εγγραφή είναι ανυπόστατη και/ή άκυρη και/ή δεν ακολουθήθηκε η δέουσα διαδικασία και/ή η διαδικασία που ακολουθήθηκε ήταν άκυρη και ανυπόστατη.
  13. Ο φερόμενος ως διαιτητής ενήργησε καθ' υπέρβαση των εξουσιών του.
  14. Ουδέποτε ειδοποιήθηκαν οι Καθ' ων η Αίτηση νομότυπα ή και άλλως πως για τον διορισμό διαιτητού ή για την έναρξη διαδικασίας διαιτησίας ή για την έκδοση οποιασδήποτε απόφασης.
  15. Ο φερόμενος ως διαιτητής είναι πρόσωπο ακατάλληλο για να διορισθεί ως διαιτητής ένεκα των σχέσεων που είχε και διατηρεί με τους αιτητές ή και τον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών ή και διότι είναι πρόσωπο που δεν πληροί τα εχέγγυα της ανεξαρτησίας ή και της αμεροληψίας.
  16. Ουδέποτε οι Καθ' ων η Αίτηση συμφώνησαν ή συγκατατέθηκαν για τον διορισμό του αναφερομένου προσώπου ως διαιτητού.
  17. Ο Ενόρκως Δηλών που προβαίνει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν είναι πρόσωπο που γνώριζε ή και γνωρίζει τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του.
  18. Η απόφαση που ζητείται να εγγραφεί παραβιάζει Συνταγματικά δικαιώματα των καθ' ων η αίτηση και/ή τις αρχές της δίκαιης δίκης και/ή της φυσικής δικαιοσύνης και το δικαίωμα των καθ' ων η αίτηση στην περιουσία.
  19. Η παρούσα αίτηση δεν επιδόθηκε στους καθ' ων η Αίτηση και/ή δεν επιδόθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου.
  20. Η διαιτητική απόφαση της οποίας ζητείται η εγγραφή δεν είναι σε μορφή η οποία μπορεί να εγγραφεί ως απόφαση Δικαστηρίου.
  21. Με την παρούσα αίτηση οι Αιτητές ουσιαστικά ζητούν τροποποίηση της διαιτητικής απόφασης.
  22. Οι Καθ' ων η Αίτηση κανένα ποσό οφείλουν οτους Αιτητές.» Η ένσταση στηρίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.2, Δ.47, Δ.48 Θ. 1-9, στο Σύνταγμα, Άρθρα 23, 30, 35, στο πρώτο πρόσθετο πρωτόκολλο, στα άρθρα 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς 78 & 79, στον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85, άρθρο 52

(2)(β), και στον Περί Διαιτησίας Νόμο (Κεφ. 4), άρθρα 9, 14, 16, 20, 21, 24
(3)και
(4)και
  1. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του εναγόμενου 1, στη οποία προβένει εκ μέρους και της εναγόμενης
  2. Στην εν λόγω ένορκη δήλωσή του, στην ουσία επαναλαμβάνει, πλην όμως με μεγαλύτερη λεπτομέρεια και με σχετική επιχειρηματολογία τους πλείστους από τους πιο πάνω παρατιθέμενους λόγους ένστασης. Κανένας εκ των ομνυόντων των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση, δεν αντεξετάστηκε. Ούτε προσκομίστηκε οποιαδήποτε προφορική μαρτυρία από τους διαδίκους. Στις αγορεύσεις τους, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, υποστήριξαν με σχετική επιχειρηματολογία, διάφορες από τις θέσεις των πελατών τους. Πρέπει στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι, η συνήγορος των εναγομένων, κατά την παράδοση της γραπτής της αγόρευσης, δήλωσε ότι ο υπ' αριθμό 11 λόγος ένστασης, εγκαταλείπεται. Επιπροσθέτως, σημειώνεται ότι, ως μέρος της αγόρευσης των εναγομένων, προωθείται και η θέση ότι η υπό εξέταση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθότι, ως εισηγούνται, η ενάγουσα δεν προσέφερε οποιανδήποτε μαρτυρία προς υποστήριξη της. Είναι ακριβώς η θέση των εναγομένων ότι, συνεπεία της φύσης της υπό εξέτασης αίτησης και δη ότι πρόκειται για δικαστική διαδικασία που προωθείται δια εναρκτήριας κλήσης, θα έπρεπε η ενάγουσα να παρουσιάσει προφορική μαρτυρία για σκοπούς απόδειξης των ισχυρισμών της, πράγμα το οποίο δεν έπραξε. Εισηγούνται επομένως ότι, εν απουσία προφορικής μαρτυρίας εκ μέρους της ενάγουσας, τούτη απέτυχε «να στοιχειοθετήσουν (η χρήση του πληθυντικού οφείλεται στον χαρακτηρισμό της ενάγουσας, από τους εναγόμενους, ως «αιτητές») την υπόθεση τους και ως εκ τούτου το Δικαστήριο οφείλει να την απορρίψει.» Διεξήλθα τόσο την αίτηση, όσο και την ένσταση, όπως και τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν (περιλαμβανομένου και του περιεχομένου των διαφόρων τεκμηρίων που επισυνάπτονται σε αυτές), έχοντας συνέχεια κατά νου τις θέσεις και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων, όπως αυτά προβάλλουν μέσα από τις αγορεύσεις τους. Είμαι της γνώμης ότι, αρχικά θα πρέπει να καταπιαστώ με τον λόγο ένστασης που εδράζεται επί της θέσης ότι η επίδικη διαιτητική απόφαση δεν δύναται να καταχωρηθεί στα μητρώα του Δικαστηρίου για σκοπούς εκτέλεσης της, καθότι η διαιτησία, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε, δεν διεξήχθη δυνάμει συνυποσχετικού. Και τούτο γιατί, σύμφωνα με την αγγλική νομολογία, στην οποία παρέπεμψαν οι εναγόμενοι, το ζήτημα άπτεται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι πρόνοιες του άρθρου 21 του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4[1], είναι πανομοιότυπες με τις πρόνοιες του άρθρου 26 του Arbitration Act 1950 (βλέπε, Πιττάκα ν Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ. 1895). Είναι ακριβώς επί αυτού του δεδομένου, που οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει τον ρηθέντα λόγο ένστασης, με γνώμονα τα όσα, σχετικά με τις εν λόγω πρόνοιες, αναφέρθησαν στην αγγλική νομολογία και/ή αυθεντίες. Κατά την εισήγηση των εναγομένων, και με παραπομπή σε σχετική νομολογία αγγλικών Δικαστηρίων, αφ' ης στιγμής η διαιτησία, στα πλαίσια της οποία εκδόθηκε η επίδικη διαιτητική απόφαση, διεξήχθη, χωρίς την ύπαρξη συνυποσχετικού, ως τούτο προσδιορίζεται στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του Κεφ. 4[2] (παρόμοια πρόνοια υπάρχει και στο Arbitration Act 1950), οι πρόνοιες του άρθρου 21 του Κεφ. 4, δεν μπορούν να αποτελέσουν την βάση για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Με κάθε σεβασμό προς την εν λόγω εισήγηση των εναγομένων, δεν μπορώ να συμφωνήσω με αυτή. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι πρόνοιες του άρθρου 21 αναφέρονται σε συνυποσχετικό των διαδίκων δυνάμει του οποίου να παραπέμφθηκε η διαφορά τους σε διαιτησία. Είναι όμως εξίσου πασιφανές ότι, η εν λόγω πρόνοια και δη η αναφορά σε ύπαρξη συνυποσχετικού, δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί ως αν να σκοπείτο να καταστεί το άρθρο 21 ως η βάση για εγγραφή και καταχώρηση μόνο διαιτητικής απόφασης που εκδόθηκε στα πλαίσια διαιτησίας που διεξήχθη δυνάμει συνυποσχετικού. Θα πρέπει, κατά την γνώμη μου, να ερμηνευτεί ότι η χρήση της λέξης «συνυποσχετικό» έγινε, με σκοπό να αποτελέσει ασφαλιστική δικλίδα όταν εξετάζεται ένα τέτοιο αίτημα. Και δη να καταστήσει αναγκαίο, για το Δικαστήριο, πριν την έκδοση διατάγματος εγγραφής και καταχώρησης μίας διαιτητικής απόφασης που εκδόθηκε δυνάμει συνυποσχετικού, να εξακριβώσει και/ή διασφαλίσει ότι ο διαιτητής που εξέδωσε την απόφαση, είχε δικαιοδοσία να πράξει τούτο και δη ότι, η διαφορά των μερών παραπέμφθηκε ενώπιον του για επίλυση, με βάση σχετική γραπτή συμφωνία τους. Στην Αγγλία, η αίτηση για εγγραφή διαιτητικής απόφασης (δυνάμει του άρθρου 26 του Arbitration Act 1950), καταχωρείτο μονομερώς (βλέπε, Excomm-Limited v Ahmed Abdul-Qawi Bamaodah 1985 WL 311116). Τούτο είχε ως αποτέλεσμα, οι πρόνοιες του άρθρου 26 του Arbitration Act 1950, να ερμηνευτούν από τα Αγγλικά Δικαστήρια με τον τρόπο που υπέδειξαν οι εναγόμενοι. Και αυτό γιατί συνεπεία του μονομερούς της αίτησης, το Δικαστήριο όφειλε να πειστεί από το αιτητή ότι ορθά και αρμοδίως παραπέμφθηκε η διαφορά των μερών σε διαιτησία. Η ειδοποιός όμως διαφορά μεταξύ των όσων ίσχυαν στην Αγγλία, όταν τύγχαναν εφαρμογής οι πρόνοιες του Arbitration Act 1950, και των όσων ισχύουν σήμερα στην χώρα μας, είναι, αφενός ότι, στην Κύπρο είναι δυνατή η παραπομπή μιας διαφοράς σε διαιτησία χωρίς την ύπαρξη σχετικού συνυποσχετικού των διαδίκων (βλέπε άρθρο 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 και 68/87) και αφετέρου, η αίτηση για εγγραφή διαιτητικής απόφασης καταχωρείται δια εναρκτήριας κλήσης/αγωγής, στα πλαίσια της οποίας ο εγκαλούμενος διάδικος δύναται να προβάλει την Υπεράσπιση του μέσω σχετικών λόγων ένστασης, οι οποίοι θα εξεταστούν πριν την έκδοση του επιζητούμενου διατάγματος εγγραφής της διαιτητικής απόφασης. Τούτων των ουσιωδών διαφορών δεδομένων, δεν θα πρέπει κατά την γνώμη μου οι πρόνοιες του άρθρου 21 του Κεφ. 4 να εξεταστούν στη βάση των όσων αναφέρθηκαν στην αγγλική νομολογία σε σχέση με τις πρόνοιες του πανομοιότυπου άρθρου 26 του Arbitration Act 1950. Και τούτο γιατί, συνεπεία της δυνατότητας παραπομπής μιας διαφοράς σε διαιτησία χωρίς να καθίσταται ως προϋπόθεση η ύπαρξη σχετικού συνυποσχετικού (βλέπε άρθρο 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου), καθίσταται εντελώς ανούσια, άσχετη και ατελέσφορη η εξέταση από το Δικαστήριο - όταν εξετάζει αίτηση για εγγραφή διαιτητικής απόφασης που εκδόθηκε κατόπιν παραπομπής σε διαιτησία δυνάμει των προνοιών του άρθρου 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου - του κατά πόσο, οι διάδικοι κατήρτισαν σχετικό συνυποσχετικό για σκοπούς παραπομπής της επίδικης διαφοράς τους σε διαιτησία. Ως προς το ότι το άρθρο 21 του Κεφ. 4 αποτελεί ορθή βάση για εγγραφή μιας διαιτητικής απόφασης που εκδόθηκε κατόπιν παραπομπής σε διαιτησία δυνάμει των προνοιών του άρθρου 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, σχετικά είναι και τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας ν Άντυ Κυριακίδη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 716. Επομένως, αποτελεί κρίση μου ότι ο σχετικός λόγος ένστασης δεν ευσταθει. Ως προς το ζήτημα της μη προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας από πλευράς της ενάγουσας, παρατηρώ τα εξής. Αν και η θέση των εναγομένων περί του ότι η ακροαματική διαδικασία μιας αίτησης, ως η υπό εξέταση, και δη μιας δικαστικής διαδικασίας που προωθείτε με εναρκτήρια κλήση διεξάγεται, κατά κανόνα (νοουμένου ότι το Δικαστήριο δεν θα διατάξει διαφορετικά), με προφορική μαρτυρία, με βρίσκει σύμφωνο, εν τούτοις, με κάθε σεβασμό προς την περαιτέρω εισήγηση τους, δεν μπορώ να συμφωνήσω ότι η υπό εξέταση αίτηση δεν υποστηρίζεται από οποιανδήποτε μαρτυρία επειδή δεν παρουσιάστηκε προφορική μαρτυρία εκ μέρους της ενάγουσας. Είμαι της γνώμης ότι, η υπό εξέταση υπόθεση, υπό τις ισχύουσες περιστάσεις που την περιβάλουν, δεν αποτελεί κατάλληλο και/ή πρόσφορο φόρουμ για να ασχοληθώ εξαντλητικά με το ζήτημα του τρόπου διεξαγωγής της ακροαματικής διαδικασίας μιας υπόθεσης που προωθείται με εναρκτήρια κλήση. Περιορίζομαι στο να σημειώσω ότι, τόσο οι πρόνοιες της Δ.36, οι οποίες καταπιάνονται με τον τρόπο που διεξάγεται η ακροαματική διαδικασίας κάθε αγωγής, όσο και ο λόγος της υπόθεσης Τράπεζας Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd
(1998)1 AAΔ, 1978, δεικνύουν ότι η υποστήριξη μιας αγωγής, που προωθείται με εναρκτήρια κλήση, με ένορκη δήλωση, όχι απλά δεν απαγορεύεται, αλλά τουναντίον, αποτελεί και θεμιτό τρόπο απόδειξης, νοουμένου ότι το Δικαστήριο επιτρέψει μια τέτοια ενέργεια. Ως σημειώθηκε, ειδικότερα, στην υπόθεση Dynacon (ανωτέρω), η επιλογή του τύπου 46 του Παραρτήματος Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για την προώθηση μιας τέτοιας αγωγής και η επιλογή του τύπου 47 του Παρατήματος Α των εν λόγω Θεσμών, για την προώθηση της Υπεράσπισης του εναγομένου, αποτελούν ορθή δικογράφηση. Ως δε προκύπτει από τους τύπους 46 και 47 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, αμφότερα τα εν λόγω δικόγραφα, συνοδεύονται από ένορκη δήλωση, το περιεχόμενο της οποία υποστηρίζει τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων. Η δε νομιμότητα της συνοδείας της υπό εξέταση αίτησης από την ένορκη δήλωση του κυρίου Τσιοππανή, δεν αμφισβητείται καθοιονδήποτε τρόπο από τους εναγομένους. Επομένως, ανεξάρτητα της μη παρουσίασης από πλευράς της ενάγουσας οποιασδήποτε προφορικής μαρτυρίας, η αίτηση τους, υποστηρίζεται από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που την συνοδεύει, χωρίς ωστόσο, το περιεχόμενο της να εκφεύγει του αναγκαίου ελέγχου και/ή εξέτασης σύμφωνα με τους κανόνες αποδεκτότητας μιας μαρτυρίας. Κατά ακολουθία, η εισήγηση των εναγομένων ότι η υπό εξέταση αίτηση δεν υποστηρίζεται από οποιανδήποτε μαρτυρία, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Σημειώνεται φυσικά ότι, το κατά πόσο το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση επαρκεί για εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, τούτο θα με απασχολήσει σε κατοπινό στάδιο στα πλαίσια της εξέτασης της ουσίας της αίτησης. Επομένως, ούτε η εν λόγω θέση των εναγομένων μπορεί να γίνει δεκτή. Συνεπεία του τρόπου που είναι συνταγμένοι οι λόγοι ένστασης και ειδικότερα του γεγονότος ότι αρκετοί εξ' αυτών προωθούνται επί ιδίας και/ή κοινής βάσης, κρίνω ορθότερο να εξετάσω τα υπόλοιπα εγειρόμενα από τους εναγόμενους ζητήματα, με βάση τον διαχωρισμό τους, ως τούτος προβάλλει μέσα από την γραπτή τους αγόρευση. Με αυτό τον τρόπο, στην ουσία, θα εξεταστούν όλα τα εγειρόμενα από αυτούς ζητήματα. Σημειώνω φυσικά ότι, κάποιοι εκ των λόγων ένστασης, ως τούτοι εμφαίνονται στο κυρίως σώμα της ένστασης, δεν προωθούνται και τούτο εξάγεται αβίαστα από το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης των εναγομένων. Οι εναγόμενοι, στην γραπτή τους αγόρευση, προωθούν τις ενστάσεις τους (πέραν των δύο θεμάτων με τα οποία το Δικαστήριο ασχολήθηκε ήδη ανωτέρω) κάτω από τις εξής επικεφαλίδες: - Γνωστοποίηση της Διαιτητικής απόφασης. - Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εξετάσει την ορθότητα του διορισμού του διαιτητή σε αυτό το στάδιο. - Η διαδικασία διορισμού. - Υπέρβαση εξουσίας του διαιτητή και - Το λεκτικό της επίδικης απόφασης. Γνωστοποίηση της Διαιτητικής απόφασης Αποτελεί θέση των εναγομένων ότι ουδέποτε γνωστοποιήθηκε σε αυτούς η επίδικη διαιτητική απόφαση. Το όλο επιχείρημά τους προωθείται στη βάση, ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, ο εναγόμενος 1, που ετοίμασε τούτη, αρνείται τον αντίθετο ισχυρισμό της ενάγουσας, με αποτέλεσμα, αφ' ης στιγμής δεν αντεξετάστηκε, ο εν λόγω ισχυρισμός του παρέμεινε αναντίλεκτος και αυταπόδεικτος. Με κάθε σεβασμό προς την πιο πάνω θέση των εναγομένων, τούτη δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Οι εναγόμενοι, σε σχέση με τις παραγράφους 3 και 4 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, στα πλαίσια των οποίων προωθείται ο ισχυρισμός της ενάγουσας περί γνωστοποίησης της διαιτητικής απόφασης σ' αυτούς, περιορίζονται στο να προωθήσουν γενικά θέση άρνησης του περιεχομένου των, χωρίς να θέτουν εν αμφιβόλω, καθ' οιονδήποτε τρόπο τους ουσιαστικούς ισχυρισμούς της ενάγουσας, ως τούτοι προβάλλουν μέσα από το περιεχόμενο των τεκμηρίων 1 και 2, που συνοδεύουν την ένορκή της δήλωση. Σημειώνω δε ότι, είναι στα πλαίσια των δύο αυτών παραγράφων της ένορκής της δήλωσης, που η ενάγουσα κρίνει ορθό να επισυνάψει τα εν λόγω τεκμήρια, Η ρηθεισα γενική άρνηση των εναγομένων, χωρίς να συνοδεύεται από ειδικό θετικό ισχυρισμό αμφισβήτησης των όσων προβάλλει η ενάγουσα μέσα από τα τεκμήρια 1 και 2, που συνοδεύουν την ένορκή της δήλωση, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αναντίλεκτος αυταπόδεικτος ισχυρισμός λόγω μη αντεξέτασης του προσώπου που προβάλλει την άρνηση. Η ενάγουσα, από την άλλη, ως αναφέρθηκε ήδη, προς υποστήριξη των όσων ισχυρίζεται στις παραγράφους 3 και 4 της ενόρκου δηλώσεώς της, επισυνάπτει τα Τεκμήρια 1 και
  1. Πρόκειται για την επίδικη διαιτητική απόφαση (Τεκμήριο 1) και για έγγραφη γνωστοποίηση της στους εναγομένους (Τεκμήριο 2). Σύμφωνα με το περιεχόμενο των εν λόγω τεκμηρίων, οι εναγόμενοι ήταν παρόντες κατά την ακροαματική διαδικασία της διαιτησίας και έλαβαν την επίδικη απόφαση του διαιτητή, υπογράφοντας δε σχετικά και την δήλωση γνωστοποίησης (Τεκμήριο 2). Επομένως, από την στιγμή που το περιεχόμενο των εν λόγω Τεκμηρίων της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση (στο βαθμό που άπτεται του ζητήματος της γνωστοποίησης της απόφασης), δεν τέθηκε εν αμφιβόλω, ούτε η υπό εξέταση εισήγηση των εναγομένων, περί μη γνωστοποίησης της διαιτητικής απόφασης, μπορεί να γίνει δεκτή. Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εξετάσει την ορθότητα του διορισμού του διαιτητή σε αυτό το στάδιο και η διαδικασία διορισμού Οι εναγόμενοι, βασίζουν τα σχετικά με το πιο πάνω θέμα επιχειρήματα τους, επί της θέσης ότι τούτοι δεν έλαβαν οποιαδήποτε γνώση για τον διορισμό διαιτητή ή για τη διεξαγωγή της διαιτησίας. Προωθούν επιπροσθέτως τη θέση ότι, αφ' ης στιγμής εγείρεται ζήτημα ορθότητας του διορισμού του διαιτητή, η υπό εξέταση αίτηση αποτελεί το κατάλληλο φόρουμ για να εξεταστεί το επίδικο ζήτημα. Είναι ακριβώς η θέση των Εναγόμενων ότι, εν απουσία ειδικών κανονισμών (κατά τον ουσιώδη χρόνο) αναφορικά με τον τρόπο που ήταν δυνατό να διοριστεί ένας διαιτητής δυνάμει των προνοιών του άρθρου 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, εφαρμογής (ως προς τον διορισμό και γενικά την επιλογή του διαιτητή) τύγχαναν τα όσα προνοούνται στον Περί Διαιτησίας Νόμο και/ή γενικά τα όσα κατά καιρούς αποφασίστηκαν από τα Δικαστήρια κατά την ερμηνεία των προνοιών του εν λόγω νόμου. Επί αυτής της βάσης, προωθούν τη θέση ότι για να ήταν νόμιμος ο διορισμός του διαιτητή που εξέδωσε την επίδικη απόφαση, θα έπρεπε προηγουμένως να υπήρχε συγκατάθεση των εναγόμενων, τόσο ως προς την παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία, όσο και αναφορικά με την επιλογή του διαιτητή, αλλά και του χρόνου διεξαγωγής της διαιτησίας. Προς υποστήριξη δε των θέσεων τους, παρέπεμψαν το Δικαστήριο σε αγγλική νομολογία. Η όλη επιχειρηματολογία των εναγόμενων επί των πιο πάνω ζητημάτων, φέρνει εκ νέου στο προσκήνιο το θέμα του συνυποσχετικού. Και τούτο γιατί, σύμφωνα με την αγγλική νομολογία στην οποία παρέπεμψαν οι εναγόμενοι, το περιεχόμενο του συνυποσχετικού των διαδίκων, θα πρέπει να είναι κατατοπιστικό, τόσο ως προς την παραπομπή της οποιασδήποτε διαφοράς σε διαιτησία, όσο και σε σχέση με τον τρόπο διορισμού του διαιτητή, αλλά και του χρόνου που θα διεξαχθεί η διαιτησία. Για τους ίδιους όμως λόγους που εξήγησα στα αρχικά στάδια της παρούσας απόφασης μου, αφ' ης στιγμής η επίδικη διαιτησία διεξήχθη με βάση παραπομπή της διαφοράς των διαδίκων, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, η ύπαρξη συνυποσχετικού δεν ήταν αναγκαία για το διορισμό του διαιτητή. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι, δεν προωθήθηκε οποιαδήποτε θέση από πλευράς των εναγομένων, περί αντισυνταγματικότητας των προνοιών του άρθρου 52 του εν λόγω νόμου. Όσο δε αφορά στον τρόπο διορισμού του διαιτητή και ότι, εφαρμογής τύγχαναν οι πρόνοιες του Κεφ. 4, είμαι της γνώμης ότι, τούτο δεν είναι ορθό. Αυτό που προβλέπεται από τις πρόνοιες του άρθρου 52 (ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο)[3] είναι ότι, οι πρόνοιες του εκάστοτε σε ισχύ Περί Διαιτησίας Νόμου, ισχύουν και ή εφαρμόζονται σε σχέση με τη διεξαγωγή[4] της διαιτησίας και όχι σε σχέση με την παραπομπή μιας διαφοράς σε αυτήν. Ως προς την παραπομπή μιας διαφοράς σε διαιτησία, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ίσχυαν και τύγχαναν εφαρμογής οι πρόνοιες του θεσμού 79 των Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών[5], σύμφωνα με τις οποίες, ο Έφορος, κατά την παραπομπή σε διαιτησία, ορίζει το όνομα, τον χώρο διαμονής, καθώς επίσης και το επάγγελμα του διαιτητή, ως και τον χρόνο εντός του οποίου θα εκδοθεί η διαιτητική απόφαση. Είναι έκδηλο φυσικά ότι, οι διάδικοι, μέσω σχετικής ειδοποίησης θα έπρεπε να ενημερωθούν, τόσο για την παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία, όσο και για την ημερομηνία διεξαγωγής της. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της επίδικης διαιτητικής απόφασης (Τεκμήριο 1), πριν τη διεξαγωγή της εν λόγω διαιτησίας, οι εναγόμενοι είχαν ειδοποιηθεί, μέσω σχετικής επίδοσης που τους έγινε, αναφορικά με τη διεξαγωγή της ακρόασης της διαιτησίας. Τούτο εξάλλου προκύπτει και από το γεγονός ότι παρουσιάστηκαν ενώπιον του διαιτητή κατά τη μέρα που διεξήχθη η διαιτησία. Επομένως, ως προς την παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία και κατ' επέκταση και το διορισμό του διαιτητή που θα αποφαινόταν για αυτήν, ακολουθήθηκαν οι πρόνοιες του θεσμού 79, οι οποίες τύγχαναν, ως αναφέρθηκε και ανωτέρω, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εφαρμογής, με αποτέλεσμα, οι σχετικές αντίθετες αιτιάσεις των εναγομένων, να απορρίπτονται. Εν πάση περιπτώσει, και τούτο χωρίς να επηρεάζεται η ήδη εκφρασθείσα ανωτέρω κρίση μου, τέτοια ζητήματα, που άπτονται της νομιμοποίησης της παραπομπής μιας διαφοράς σε διαιτησία, είναι ζητήματα που πρέπει, κατά κανόνα, να εγείρονται κατά την ακρόαση της διαιτησίας και σε κατοπινό στάδιο, στα πλαίσια αίτηση/έφεσης εναντίον της διαιτητικής απόφασης. Όταν δε η διαφωνία που προβάλλεται, αφορά, αυτήν τούτην, την απόφαση του Εφόρου να παραπέμψει, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, ένα ζήτημα σε διαιτησία, θα πρέπει, η εν λόγω απόφαση του, να αμφισβητείται, με αίτηση στον αρμόδιο Υπουργό, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 56 του ιδίου νόμου [6]. Υπέρβαση εξουσίας του διαιτητή Αναφορικά με τη θέση των εναγόμενων ότι ο διαιτητής υπερέβη την εξουσία του, τούτη εδράζεται επί της πιο κάτω αυτουσίως παρατιθέμενης - υπογραμμισμένης από εμένα - φράσης, που συμπεριέλαβε στο κείμενο της επίδικης διαιτητικής απόφασης. «Απόφαση Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, καθώς και τα ενώπιον μου παρουσιασθέντα έγγραφα και αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία έχουν μονογραφηθεί, αποφασίζω όπως: (α) το πιο πάνω ποσό και ή τόκοι του πληρωθούν αλληλέγγυα ή και χωρισμένα που τους Εναγομένους 1 και 2 και το προϊόν εκποίησης της υποθήκης με αρ. Υ10362/2009, ως η πιο πάνω απαίτηση της ενάγουσας εταιρείας. (β) Έξοδα ποσού €150,00 πληρωθούν αλληλέγγυα και ή χωρισμένα από τους ίδιους (ως η παράγραφος (α)).» Πουθενά ο διαιτητής δεν εξέδωσε «διάταγμα για εκποίηση της υποθήκης»[7] ως εισηγούνται οι εναγόμενοι. Το μόνο που είναι δυνατό να εξαχθεί από την πιο πάνω υπογραμμισμένη αναφορά της διαιτητικής απόφασης, είναι ότι, ο διαιτητής, στα πλαίσια της προσπάθειας του να είναι όσο πιο ακριβής και σαφής γίνεται, συμπεριέλαβε την εν λόγω φράση για να υποδείξει ότι, τυχόν ποσό που θα εισπραχθεί από ενδεχόμενη εκποίηση της υποθήκης, θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς εξόφλησης της επιδικασθείσας οφειλής. Κατ, ακολουθία, η εισήγηση των εναγομένων κρίνεται ανεδαφική. Στα πλαίσια της επιχειρηματολογίας των εναγομένων περί υπέρβασης εξουσίας από το διαιτητή, προωθούν και την θέση ότι τούτος δεν θα μπορούσε να διοριστεί ως διαιτητής γιατί δεν μπορούσε να ήταν αμερόληπτος, μιας και στο παρελθόν βρισκόταν «στην υπηρεσία τους (στην ενάγουσα) για αρκετά χρόνια και διατηρεί τέτοια σχέση με τους αιτητές η οποία είναι ασυμβίβαστη με το διορισμό του ως διαιτητή».[8] Αρχικά σημειώνω ότι, ούτε λίγο, ούτε πολύ, η ίδια περιορισμένη φρασεολογία, αποτελεί και τη μόνη, από πλευράς εναγόμενων, σχετική με το υπό εξέταση ζήτημα, ενώπιον μου μαρτυρία (παρ. 6.4.
  2. της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση). Τέτοια ζητήματα δεν μπορούν, από τη μια να προωθούνται με τόσο γενικό τρόπο και από την άλλη, ο διάδικος που τα εγείρει να ελπίζει σε επιτυχία. Τέτοια ζητήματα πρέπει να εγείρονται με ειδικές αναφορές σε γεγονότα και/ή συμπεριφορές του διαιτητή, που να μπορούν να αποτελέσουν τη βάση επί της οποίας το Δικαστήριο να είναι δυνατό να καταλήξει με ασφάλεια σε εύρημα ή έστω συμπέρασμα αναφορικά με το ζητούμενο. Και δη αναφορικά με το κατά πόσο ο διαιτητής ήταν ανεξάρτητος και αμερόληπτος, ως οφείλει να είναι. Τίποτα δεν έχει τεθεί ενώπιον μου που να δεικνύει ή έστω να δημιουργεί αμφιβολία αναφορικά με το αμερόληπτο της στάσης του διαιτητή. Τουναντίον, ο διαιτητής κάλεσε τους εναγόμενους ενώπιον του, τους έδωσε τον λόγο, αυτοί αναγνώρισαν την οφειλή τους και αφού εξέδωσε την απόφαση του, την γνωστοποίησε σ' αυτούς. Τα μόλις πιο πάνω, είναι και η μόνη ενώπιον μου διαφωτιστική μαρτυρία αναφορικά με τον τρόπο που έδρασε ο διαιτητής. Και τούτα προκύπτουν από το περιεχόμενο των τεκμηρίων 1 και 2 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, το σχετικό περιεχόμενο των οποίων, υπενθυμίζω, δεν τέθηκε, καθοιονδήποτε τρόπο, υπό αμφισβήτηση από τους εναγόμενους. Επομένως, ούτε αυτή η θέση των εναγομένων ευσταθεί. Το λεκτικό της επίδικης απόφασης Σχετικά με τα παράπονα των εναγόμενων ως προς το λεκτικό της επίδικης απόφασης σημειώνω τα εξής. Αποτελεί θέση των εναγόμενων ότι, ως είναι συνταγμένη η επίδικη απόφαση, δημιουργεί ασάφεια, τέτοιας μορφής και σε τέτοιο βαθμό, που το Δικαστήριο, δεν θα πρέπει να επιτρέψει τη εγγραφή και καταχώρηση της για σκοπούς εκτέλεσης. Η θέση τους εδράζεται, αφενός στην κατά τους ίδιους συμπερίληψη συγκεκριμένης φράσης στην απόφαση ως προς αναγνωρισμένο δικαίωμα της ενάγουσας να αυξομειώνει τον τόκο μετά την έκδοση της απόφασης και αφετέρου στην απουσία συγκεκριμένων λέξεων και/ή φράσεων, που δημιουργούν ασάφεια, πάντα κατά τους εναγομένους, τόσο ως προς το επιδικασθέν ποσό, όσο και ως προς το σε ποιον θα πρέπει να καταβληθεί. Προς υποστήριξη της θέσης τους περί παραχώρησης δικαιώματος στην ενάγουσα για αυξομείωση του τόκου, οι εναγόμενοι υποδεικνύουν το περιεχόμενο της πρώτης υπό στοιχείο (β) παραγράφου του κειμένου της απόφασης, το οποίο κρίνω ορθότερο να παραθέσω ευθύς αμέσως αυτούσιο: «(α) ................................... (β) Η Νέα Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Καϊμακλίου μέσα στα πλαίσια της επιτοκιακής της πολιτικής δύναται να αυξομειώνει το πιο πάνω επιτόκιο των 9% επί του εκάστοτε υπόλοιπου, σύμφωνα με τες πρόνοιες της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας. (γ)...................................» Είμαι της γνώμης ότι, η εισήγηση των εναγόμενων δεν ευσταθεί. Το συγκεκριμένο, πιο πάνω αυτουσίως παρατιθέμενο κείμενο, δεν αποτελεί μέρος του διατακτικού κειμένου της απόφασης. Τούτο προκύπτει αβίαστα από τη φράση «τη σχετική με τις πιο κάτω απαιτήσεις:», που προηγείται της πιο πάνω παρατεθείσας υπό στοιχείο (β) παραγράφου. Είναι ξεκάθαρο ότι, ο διαιτητής, με τις υπό στοιχεία (α), (β) και (γ) παραγράφους κάτω από τη φράση «τη σχετική με τις πιο κάτω απαιτήσεις:», παρέθετε τις απαιτήσεις της ενάγουσας και όχι το διατακτικό λεκτικό της απόφασης του. Το εν λόγω διατακτικό λεκτικό, παρατίθεται στις υπό στοιχεία (α) και (β) παραγράφους, κάτω από τον τίτλο «ΑΠΟΦΑΣΗ», στο κάτω μέρος του κειμένου της διαιτητικής απόφασης. Πουθενά στις εν λόγω παραγράφους ο διαιτητής, αποφασίζει και/ή αναγνωρίζει δικαίωμα στην Ενάγουσα να αυξομειώνει το επιτόκιο του υπόλοιπου μετά την έκδοση της απόφασης του. Αυτό που προφανώς αναγνωρίζει και αποδέχεται, με τη συμπερίληψη στη απόφαση του της πιο πάνω αυτουσίως παρατεθείσας υπό στοιχείο (β) παραγράφου, είναι την κατά καιρούς, από πλευράς της ενάγουσας, αυξομείωση του επιβαλλόμενου επιτοκίου, μέχρι και την ημέρα έκδοσης της απόφασης του. Με κάθε σεβασμό προς την εισήγηση των εναγομένων, όπως και να ειδωθεί η εν λόγω ενέργεια του διαιτητή (συμπερίληψη στην απόφαση του της πιο πάνω, υπό στοιχείο (β), φράσης), επ' ουδενί, δεν μπορεί να ερμηνευτεί ότι με αυτή αναγνώρισε στην ενάγουσα δικαίωμα αυξομείωσης του τόκου μετά την έκδοση της διαιτητικής απόφασης. Ως προς την εισήγηση των Εναγόμενων ότι ο διαιτητής δεν υποδεικνύει, με την απόφαση του, το ποσό που θα πρέπει να καταβάλουν οι Εναγόμενοι, καθώς επίσης και το πρόσωπο προς το οποίο θα το καταβάλουν, επίσης αποτελεί κρίση μου ότι τούτη δεν ευσταθεί. Στην παράγραφο υπό στοιχείο (α) κάτω από τον τίτλο «ΑΠΟΦΑΣΗ», ο διαιτητής για να ορίσει το επιδικασθέν ποσό, χρησιμοποιεί τη φράση" Το πιο πάνω ποσό". Με δεδομένο ότι στο όλο κείμενο της απόφασης αναφέρεται μόνο ένα ποσό - που δεν αφορά σε ποσό εξόδων, για το οποίο γίνεται ειδική αναφορά στην παράγραφο υπό στοιχείο (β) κάτω από τον τίτλο «ΑΠΟΦΑΣΗ» - καθίσταται αβίαστα έκδηλο ότι, το επιδικασθέν ποσό είναι το εν λόγω αναφερόμενο ποσό και δη αυτό των €60.094,
  3. Ως προς δε το προς ποιον θα πρέπει οι εναγόμενοι να καταβάλουν το ποσό, τούτο συγκεκριμενοποιείται, με επαρκής σαφήνεια, με τη χρήση της φράσης (εντός της ίδιας παραγράφου υπό στοιχείο (α) κάτω από τον τίτλο «ΑΠΟΦΑΣΗ») "ως η πιο πάνω απαίτηση της ενάγουσας εταιρείας"[9], υποδεικνύοντας στην ουσία ότι η απαίτηση της ενάγουσας γίνεται δεκτή και οι εναγόμενοι διατάσσονται να καταβάλουν σε αυτήν το συγκεκριμένο ποσό. Με τις πιο πάνω παρατηρήσεις και κρίσεις μου, έχω στην ουσία αποφανθεί επί όλων των εγειρόμενων από τους εναγομένους, μέσω της αγόρευσης τους, ζητημάτων. Η δε κρίση μου να μην αποδεχθώ καμία εκ των εισηγήσεων τους, καθιστά πλέον αναγκαία την εξέταση του κατά πόσο η ενάγουσα, με τη μαρτυρία που παρουσίασε, κατάφερε να αποδείξει ότι θα πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου (βλέπε Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας ν Άντυ Κυριακίδη κ.α. (ανωτέρω) και Ανδρέας Χατζηγεωργίου Νικολάου ν Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς
(2012)1 Α.Α.Δ. 707), για να εκδοθεί διάταγμα εγγραφής και καταχώρησης στο Δικαστήριο μιας διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης, θα πρέπει ο ενάγοντας να αποδείξει ότι η απόφαση εκδόθηκε αρμοδίως από διορισθέντα συμφώνως του νόμου διαιτητή, ότι τούτη φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία μιας έγκυρης διαιτητικής απόφασης, δηλαδή ότι το περιεχόμενο της είναι ξεκάθαρο και σαφές ως προς το ποιος διατάσσεται και τι να πράξει (βλ. άρθρο στο the journal of the Institute of Arbitration, Arbitration
(2000), issue 66
(2), σελ. 79-82 των OReily, M και Sfakianaki, E, υπό τον τίτλο Arbitral awards: contents, requirements and layout) και ότι η εν λόγω απόφαση γνωστοποιήθηκε στους εναγόμενους, οι οποίοι δεν καταχώρησαν έφεση εντός της προθεσμίας των 21 ημερών που προβλέπει το άρθρο 52
(4)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου. Η ενάγουσα, στην υπό εξέταση υπόθεση, με τη μαρτυρία που προσκόμισε ικανοποίησε όλες τις προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία. Και τούτο γιατί, ως εξάλλου προκύπτει και από τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν στα πλαίσια της εξέτασης των λόγων ένστασης, απέδειξε ότι, (α) εκδόθηκε, από αρμόδιο διαιτητή, στον οποίο νομότυπα παραπέμφθηκε διαφορά των μερών, διαιτητική απόφαση, (β) της οποίας το κείμενο και ή η εικόνα, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης, (γ) η οποία απόφαση γνωστοποιήθηκε δεόντως στους εναγομένους και (δ) οι οποίοι εναγόμενοι, δεν καταχώρησαν οποιανδήποτε έφεση εντός της προκαθορισμένης από τον νόμο χρονικής περιόδου από τη γνωστοποίηση σε αυτούς της εν λόγω απόφασης. Με τα πιο πάνω δεδομένα, καθίσταται έκδηλο ότι η υπό εξέταση αίτηση θα πρέπει να επιτύχει και κατά ακολουθία να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται διάταγμα ως το Α. του κυρίως σώματος της αίτησης. Ως προς τα έξοδα, δεν βλέπω κανέναν λόγο γιατί τούτα να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αίτησης και ως εκ τούτου, τούτα επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγόμενων 1 και 2, αλληλέγγυα και/ή χωρισμένα, ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΨ [1] 21. Διαιτητική απόφαση πoυ εκδίδεται με βάση συvυπoσχετικό δύvαται, με άδεια τoυ Δικαστηρίoυ, vα εκτελεστεί κατά τov ίδιo τρόπo όπως δικαστική απόφαση ή διάταγμα με τηv ίδια ισχύ και σε τέτoια περίπτωση δύvαται vα καταχωρηθεί δικαστική απόφαση με περιεχόμεvo εκείvo της διαιτητικής απόφασης. [2] 2.-
(1)Στo Νόμo αυτό, .......................................................... "συvυπoσχετικό" σημαίvει γραπτή συμφωvία για τηv υπoβoλή υφιστάμεvωv ή μελλovτικώv διαφoρώv σε διαιτησία, είτε o διαιτητής κατovoμάζεται σ' αυτή είτε όχι. [3] 52.-
(1)Οσάκις εγείρεται οιαδήποτε διαφορά αφορώσα τας εργασίας εγγεγραμμένης εταιρείας- (α) μεταξύ μελών, πρώην μελών, προσώπων αξιούντων μέσω μελών, καταθετών, οφειλετών ή των εγγυητών τους· ή (β) μεταξύ μέλους, πρώην μέλους ή προσώπου αξιούντος μέσω μέλους, πρώην μέλους ή αποβιώσαντος μέλους και της εταιρείας, της επιτροπείας ή του συμβουλίου αυτής ή οιουδήποτε αξιωματούχου, αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της εταιρείας· ή (γ) μεταξύ της εταιρείας ή της επιτροπείας ή του συμβουλίου αυτής και οιουδήποτε αξιωματούχου, αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της εταιρείας· ή (δ) μεταξύ της εταιρείας και οιασδήποτε ετέρας εγγεγραμμένης εταιρείας. Αξίωσις εγγεγραμμένης εταιρείας δι' οιανδήποτε οφειλήν ή απαίτησιν οφειλομένην εις αυτήν υπό μέλους, πρώην μέλους ή του αντιπροσώπου κληρονόμου ή νομίμου αντιπροσώπου αποβιώσαντος μέλους, είτε η τοιαύτη οφειλή ή απαίτησις εγένετο αποδεκτή ή μη, λογίζεται ως διαφορά αφορώσα τας εργασίας εγγεγραμμένης εταιρείας εντός της εννοίας του παρόντος άρθρου: Νοείται ότι - (α) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου σε καμιά περίπτωση δεν κωλύουν εγγεγραμμένη εταιρεία να προσφύγει σε αρμόδιο δικαστήριο στη Δημοκρατία ή σε άλλο κράτος εναντίον οποιουδήποτε· (β) ως διαφορά που αφορά τις εργασίες εγγεγραμμένης εταιρείας κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, λογίζεται και οποιαδήποτε οφειλή ή απαίτηση εγγεγραμμένης εταιρείας που έγινε αποδεκτή ή που δεν αμφισβητείται.
(2)Ο Έφορος δύναται, επί τη λήψει της δυνάμει του εδαφίου
(1)παραπομπής: (α) να επιχειρήση συνδιαλλαγήν της διαφοράς· ή (β) να παραπέμπη την διαφοράν προς επίλυσιν εις διαιτησίαν ήτις διεξάγεται συμφώνως προς τας διατάξεις της εκάστοτε ισχυούσης νομοθεσίας περί διαιτησίας.
(3)Εις περίπτωσιν παραπομπής υπό του Εφόρου της διαφοράς εις διαιτητήν ή διαιτητάς προς επίλυσιν, ο Έφορος κέκτηται εξουσίαν καθορισμού της αμοιβής του τοιούτου διαιτητού ή διαιτητών.
(4)Οιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτόν του ηδικημένον από την απόφασιν οιουδήποτε διαιτητού ή διαιτητών δύναται να υποβάλη έφεσιν εις το Δικαστήριον εντός είκοσι και μιας ημερών από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της αποφάσεως.
(5)Αν οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή ή των διαιτητών, με βάση το εδάφιο
(2), δεν έχει εφεσιβληθεί στο δικαστήριο, σύμφωνα με το εδάφιο
(4), ή αν η έφεση κατ' αυτής εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως αν να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου [4] Τονισμος δικός μου [5] 79.
(1)Εάν ο Έφορος παραπέμψη οιανδήποτε διαφοράν εις διαιτησίαν θα ορίζη το όνομα, μέρος διαμονής και επάγγελμα του διαιτητού η διαιτητών και την προθεσμίαν εντός της οποίας η διαιτητική απόφασις θα υποβάλλεται υπό του διαιτητού ή των διαιτητών προς τον Έφορον. Νοείται ότι ο Έφορος δύναται να παρατείνη το χρονικόν διάστημα εντός του οποίου θα εκδίδεται η τοιαύτη διαιτητική απόφασις.
(2)........................................................... [6] 56.-
(1)Οποιοσδήποτε δεν ικανοποιείται από απόφαση του Εφόρου που εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, δύναται εντός προθεσμίας δεκαπέντε
(15)ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης, να την προσβάλει στον Υπουργό με έγγραφη αίτησή του, στην οποία να εκθέτει τους λόγους που την υποστηρίζουν.
(2)Ο Υπουργός εξετάζει την εις αυτόν γενομένην προσφυγήν άνευ υπαιτίου βραδύτητος, αποφασίζει επί ταύτης και κοινοποιεί αμελλητί την απόφασιν αυτού εις τον προσφεύγοντα.
(3)Ο Υπουργός, πριν ή εκδώση την απόφασιν αυτού, δύναται κατά την κρίσιν του να ακούση ή δώση την ευκαιρίαν εις τον προσφεύγοντα όπως υποστηρίξη τους λόγους εφ' ων στηρίζεται η προσφυγή.
(4)Ο Υπουργός δύναται να αναθέση εις λειτουργόν ή επιτροπήν λειτουργών του Υπουργείου του όπως εξετάση ωρισμένα θέματα αναφυόμενα εν τη προσφυγή και υποβάλη εις αυτόν το πόρισμα της τοιαύτης εξετάσεως προ της υπό του Υπουργού εκδόσεως της αποφάσεως αυτού επί της προσφυγής.
(5)Ο μη ικανοποιηθείς εκ της αποφάσεως του Υπουργού δύναται να προσφύγη εις το Δικαστήριον, αλλά μέχρι της υπό του Υπουργού εκδόσεως της αποφάσεως αυτού, εν περιπτώσει προσφυγής εις αυτόν, ή, εν περιπτώσει μη προσφυγής εις αυτόν, μέχρι της παρελεύσεως της εις το εδάφιον
(1)προβλεπομένης προθεσμίας διά την καταχώρισιν προσφυγής, η απόφασις του Εφόρου δεν καθίσταται εκτελεστή.
(6)Ουδέν των εν τω παρόντι άρθρω διαλαμβανομένων επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπον οιανδήποτε ενώπιον του δικαστηρίου εκκρεμούσαν κατά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος Νόμου υπόθεσιν. [7] Πρόκειται για φρασεολογία που χρησιμοποιούν οι εναγόμενοι στην αγόρευσή τους. [8] Πρόκειται για αυτούσια καταγραφή της σχετικής αναφοράς των εναγομένων στην αγόρευσή τους [9] Υπογράμμιση δική μου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.