C. ASKOTIS & SONS LTD ν. ΣΠΥΡΟΣ ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 4992/09, 31/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A324 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4992/09 ΜΕΤΑΞΥ: C. ASKOTIS & SONS LTD Ενάγοντες -και- ΣΠΥΡΟΣ ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ Εναγόμενος --------------------- 31 Μαΐου 2016 Για τους ενάγοντες: κα Ποφαΐδου Για τον εναγόμενο: κος Πετράκη ΑΠΟΦΑΣΗ Στην υπό κρίση περίπτωση το ζήτημα που αναδεικνύεται είναι μάλλον δικονομικό και νομικό παρά πραγματικό. Και εξηγώ· το δικόγραφο των εναγόντων, που ας λεχθεί εν παρόδω ότι ανταποκρίνεται στον κ.6 της Δ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, αναφέρει ότι οι ενάγοντες είναι εταιρεία που ασχολείται με την εισαγωγή και πώληση επίπλων. Αναφέρει περαιτέρω ότι δυνάμει συμφωνίας πώλησαν στον εναγόμενο διάφορα εμπορεύματα αξίας €14.352,
- Κατάσταση λογαριασμού που διατηρούν δείκνυε, την 12.06.2007, υπόλοιπο προς όφελος των εναγόντων, ύψους €1.537,
- Καίτοι ο εναγόμενος οχλήθηκε, αμελεί και/ή αρνείται να εξοφλήσει το εναπομείναν υπόλοιπο. Ως εκ των πιο πάνω οι ενάγοντες αξιώνουν το εν λόγω ποσό, πλέον τόκο προς 8% από την ημερομηνία έκδοσης του τελευταίου τιμολογίου. Στον αντίποδα η δικογραφημένη εκδοχή του ενάγοντα δεν είναι εντελώς αντίθετη. Το δικόγραφο της υπεράσπισης αποκαλύπτει ότι σε κάποια σημεία οι ισχυρισμοί του εναγομένου συμπίπτουν με τους ισχυρισμούς των εναγόντων. Δέχεται εν προκειμένω ότι την 23.12.2005 συμβλήθηκε με τους ενάγοντες για πώληση και εγκατάσταση μιας κουζίνας, η αξία της οποίας συμφωνήθηκε, υποστηρίζει, σε £8.
- Αρνείται εν τούτοις ότι χρωστά οιονδήποτε ποσό στους ενάγοντες και αυτό για δύο λόγους. Ο πρώτος έχει να κάνει με το ότι οι ενάγοντες προέβησαν σε κακοτεχνίες. Άλλες λεπτομέρειες δεν αναφέρονται στο δικόγραφο, παρά μόνο διαδηλώνεται η πρόθεση να προσκομιστούν τούτες, αν ήθελε θεωρηθεί αναγκαίο. Ο δεύτερος και βασικότερος λόγος υπεράσπισης υποστηρίζει ότι οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται σε έγερση της αγωγής, καθ' ότι εκχώρησαν το οιονδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο σε τρίτο πρόσωπο, με ρητό όρο ότι αυτό και μόνο, δηλαδή ο εκδοχέας, μπορεί να εισπράξει το οφειλόμενο ποσό. Είναι άξιο αναφοράς ότι οι ενάγοντες δεν απάντησαν τους ισχυρισμούς του εναγομένου, εφόσον δεν καταχώρισαν σχετικό δικόγραφο, εν προκειμένω απάντηση. Ως εκ τούτου η δίκη εκτυλίχθηκε βάσει όσων πιο πάνω αναφέρονται. Τώρα, περιορισμένη ήταν και η μαρτυρία που προσκομίστηκε στο δικαστήριο. Η πλευρά των εναγόντων κάλεσε την Μαρία Χατζηιωσήφ-Λοΐζου (στη συνέχεια ΜΕ1), ενώ από την άλλη πλευρά μαρτυρία έδωσε μόνο ο εναγόμενος. Σημειώνω ότι οι ενάγοντες κάλεσαν ακόμη ένα μάρτυρα, εν προκειμένω τον Κωνσταντίνο Αδαμίδη, τραπεζικό υπάλληλο. Εν τούτοις η γραπτή δήλωση τούτου (έγγραφο Β), κρίθηκε πως ήταν εκτός δικογράφων και ως εκ τούτου στο μεγαλύτερο μέρος της δεν επιτράπηκε. Παρεμβάλλω ό,τι σχετικό από αυτή την ενδιάμεση απόφαση, εφόσον θα βοηθήσει να αποκρυσταλλωθεί και το δικονομικό πρόβλημα που προανέφερα. Το σχετικό απόσπασμα από το ruling του δικαστηρίου ημερομηνίας 22.01.2016, έχει ως ακολούθως· «Η συνήγορος των εναγόντων δεν αρνείται ότι η σχετική μαρτυρία δεν καλύπτεται από την έκθεση απαιτήσεως, είναι όμως η θέση της ότι καλύπτεται από την υπεράσπιση, εφόσον εγείρεται εκεί συναφές ζήτημα και συνεπώς δικαιούται να το απαντήσει προσκομίζοντας σχετική μαρτυρία. Παρεμβάλλω εδώ ότι το μόνο που πραγματεύεται η δήλωση του μάρτυρα Αδαμίδη, πέραν του ότι είναι υπάλληλος της τράπεζας, είναι τη διαδικασία που ακολουθούσαν τράπεζα και ενάγοντες κατά την εκχώρηση συμβολαίων. Επιπλέον, αναφέρει πως σε κάποιο χρόνο η συνεργασία τους αυτή διεκόπη και ενημερώθηκαν όλοι οι πελάτες. Είναι δε η μαρτυρία του ότι ουδέποτε ανοίχθηκε μερίδα επ' ονόματι του εναγομένου, συνεπώς ο μάρτυρας διατείνεται πως ουδέποτε εκχωρήθηκε η συμφωνία του εναγομένου με τους ενάγοντες. ...... Στην προκείμενη περίπτωση η έκθεση απαιτήσεως ουδέν αναφέρει για εκχώρηση συμβολαίου. Αυτό και μόνο αφαιρεί από τους ενάγοντες δικαίωμα προσκόμισης μαρτυρίας που αφορά εκχώρηση. Αν ήθελε επιτραπεί τέτοια θα παρείχετο ευχέρεια στους ενάγοντες να προβάλουν ισχυρισμούς που δεν τέθηκαν υπόψιν του εναγομένου και συνεπώς είναι άγνωστοι. Καίτοι ο εναγόμενος είναι εκείνος που επικαλείται εκχώρηση, δεν σημαίνει ότι η άλλη πλευρά δικαιούται να τον βομβαρδίσει με κάθε ισχυρισμό εκχώρησης, τη στιγμή που ουδέν σχετικό ανέφερε στο δικόγραφό της. Αφήνω ανοικτό το ζήτημα ως προς το ποια θα ήταν η κατάληξη αν οι ενάγοντες διαπραγματεύονταν τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης σε πλαίσιο δικογραφημένης απάντησης (βλ. Alikhani v. Προδρόμου
(2012)1Α Α.Α.Δ 657, 664 και τη σχετική παραπομπή σε Bullen & Leake, Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελίδες 106 έως 108), εφόσον εδώ οι ενάγοντες δεν καταχώρισαν απάντηση. Ως εκ των ανωτέρω καταλήγω ότι η υπόθεση των εναγόντων εξαρτάται από την έκθεση απαιτήσεως και μόνο. Αυτό είναι το δικόγραφο που διαγράφει ό,τι οφείλει να αποδείξει ο ενάγων και συνεπώς αυτό είναι που καθορίζει και τη μαρτυρία που δικαιούται να προσκομίσει. Στην προκείμενη περίπτωση εφόσον ουδέν αναφέρεται για εκχώρηση δεν επιτρέπεται στους ενάγοντες να προσκομίσουν τέτοια μαρτυρία.» Ως εκ των πιο πάνω η μαρτυρία του δεύτερου μάρτυρα των εναγόντων, Κωνσταντίνου Αδαμίδη, περιορίστηκε στο ότι είναι τραπεζικός υπάλληλος. Γι' αυτό μάλιστα το λόγο ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε από το συνήγορο υπεράσπισης. Ας δούμε τώρα σε τι συνίσταται το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό. Η ΜΕ1, Μαρία Χατζηιωσήφ - Λοΐζου, είναι η λογίστρια των εναγόντων. Σύμφωνα με την ίδια, κατέχει τούτη τη θέση από το
- Υποστήριξε ότι οι ενάγοντες ασχολούνται με εισαγωγή, εφαρμογή και πώληση επίπλων. Ανέφερε περαιτέρω ότι την 23.12.2005 τα μέρη, εν προκειμένω ενάγοντες και εναγόμενος, υπέγραψαν συμφωνία παραγγελίας μίας κουζίνας. Τούτη η συμφωνία είναι το τεκμήριο
- Η μάρτυρας έκανε αναφορά και στους όρους της συμφωνίας. Επεξήγησε περαιτέρω τη διαδικασία που ακολουθούν οι ενάγοντες, δηλαδή πως για κάθε πελάτη διατηρείται χρεωστικός λογαριασμός ο οποίος τυγχάνει ενημέρωσης άμα την έκδοση τιμολογίων και/ή καταβολή χρημάτων. Στην προκείμενη περίπτωση, υποστήριξε η μάρτυρας, τη 12.06.2007 οι ενάγοντες εξέδωσαν τιμολόγιο για ποσό £8.400, το οποίο αντιπροσωπεύει, σύμφωνα με τη μάρτυρα, τη συμφωνηθείσα αμοιβή. Το εν λόγω τιμολόγιο είναι το τεκμήριο
- Παρεμβάλλω εδώ ότι στη συμφωνία των μερών, τεκμήριο 1, αναγράφεται ποσό £8.
- Παρ' όλα αυτά, η ΜΕ1 ανέφερε ότι μετά την συνομολόγηση της συμφωνίας ο εναγόμενος παρήγγειλε επιπρόσθετα προϊόντα αξίας £400 και γι' αυτό το λόγο το συμφωνηθέν ποσό αυξήθηκε σε £8.
- Περιπλέον, η ΜΕ1 παρουσίασε στο δικαστήριο κατάσταση λογαριασμού (βλ. τεκμήριο 3) η οποία δεικνύει χρεωστικό υπόλοιπο €1.537,
- Ανέφερε δε ότι την 18.06.2009 στάληκε επιστολή στον εναγόμενο που τον καλούσε να εξοφλήσει το προαναφερθέν υπόλοιπο, δηλαδή €1.537,
- Η εν λόγω επιστολή είναι το τεκμήριο
- Σύμφωνα με τη ΜΕ1 ο εναγόμενος απάντησε τούτη την επιστολή. Συγκεκριμένα η σύζυγός του απέστειλε στους ενάγοντες επιστολή ημερομηνίας 07.07.2009 (βλ. τεκμήριο 5), με την οποία παραδέχεται το υπόλοιπο. Η ΜΕ1 αρνήθηκε τους ισχυρισμούς του εναγομένου περί κακοτεχνιών, ενώ υπέδειξε ότι ποτέ προηγουμένως ο εναγόμενος ανέφερε οτιδήποτε σχετικό. Ήγειρε τούτο τον ισχυρισμό μετά που οι ενάγοντες απαίτησαν το υπόλοιπο, ανέφερε η μάρτυρας. Τέλος, σχολίασε και τον άλλο ισχυρισμό του εναγομένου δια εκχώρηση της συμφωνίας. Επεξήγησε συναφώς την πρακτική που ακολουθούσαν με την τράπεζα, εν προκειμένω την Τράπεζα Κύπρου, και ανέφερε ότι οι ίδιοι ήταν, δηλαδή οι ενάγοντες, που επέλεγαν τα τιμολόγια που θα εκχωρούσαν στην τράπεζα. Στη συνέχεια η υπηρεσία Factoring επικοινωνούσε με τον πελάτη και τον ενημέρωνε για την εκχώρηση. Στην προκείμενη περίπτωση, υποστήριξε η μάρτυρας, οι ενάγοντες επέλεξαν να μην εκχωρήσουν τα σχετικά τιμολόγια και γι' αυτό το λόγο ο εναγόμενος ουδέποτε ειδοποιήθηκε για άνοιγμα μερίδας. Εν πάση περιπτώσει, ανέφερε η μάρτυρας, η συνεργασία των εναγόντων με την τράπεζα διεκόπη την 31.05.
- Προς υποστήριξη τούτου, παρουσίασε σχετική επιστολή, δηλαδή το τεκμήριο 6Α. Επίσης, ανέφερε πως για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας αποτάθηκαν στην τράπεζα και ζήτησαν σχετικές πληροφορίες. Η απαντητική επιστολή της τράπεζας είναι το τεκμήριο 6Β, το οποίο αναφέρει πως η τράπεζα ουδέποτε άνοιξε μερίδα εκχώρησης τιμολογίων σε σχέση με τον εναγόμενο. Ο εναγόμενος δέχεται ότι υπέγραψε τη συμφωνία τεκμήριο
- Δέχεται ακόμη ότι κατέβαλε στους ενάγοντες διάφορα ποσά. Αυτό έγινε σε δύο περιπτώσεις. Την 23.12.2005, δηλαδή με την υπογραφή της συμφωνίας τεκμήριο 1, κατέβαλε το ποσό των £2.
- Ακολούθως την 12.12.2006 κατέβαλε το ποσό των £5.
- Το τεκμήριο 7, το οποίο προσκομίστηκε στο δικαστήριο από τον εναγόμενο, είναι αντίγραφο των δύο αυτών αποδείξεων. Τέλος, ο εναγόμενος δέχεται ότι δεν κατέβαλε ολόκληρο το συμφωνηθέν ποσό στους ενάγοντες και συγκεκριμένα ότι δεν τους κατέβαλε ποσό £
- Εκεί όπου η θέση του συγκρούεται με τη θέση των εναγόντων, έχει να κάνει με τα ακόλουθα· κατ' αρχάς διαφωνεί ότι τα μέρη συμφώνησαν οτιδήποτε άλλο πέραν απ' εκείνο που αναφέρεται στο τεκμήριο 1, δηλαδή τη συμφωνία. Σύμφωνα με τον εναγόμενο ουδεμία επιπρόσθετη εργασία έγινε, συνεπώς το επιπλέον ποσό που αξιώνεται, ήτοι £400, είναι αδικαιολόγητο. Μάλιστα ο εναγόμενος δεν δέχεται ότι παρέλαβε το τεκμήριο 2, δηλαδή το τιμολόγιο που δείχνει υπόλοιπο £8.
- Επιπλέον ο εναγόμενος διατείνεται ότι δεν υποχρεούται να καταβάλει το υπόλοιπο της συμφωνίας, δηλαδή το προαναφερθέν ποσό των £
- Ο λόγος δια αυτό, αναφέρει ο εναγόμενος, είναι επειδή οι ενάγοντες δεν ολοκλήρωσαν την εγκατάσταση της κουζίνας, λόγω κακοτεχνιών και αυτός είναι ο λόγος που η σύζυγός του απέστειλε το τεκμήριο 5, δηλαδή επιστολή με την οποία παραπονείτο ότι η εγκατάσταση διενεργήθηκε πλημμελώς. Σε ερώτηση που του υποβλήθηκε σχετικά με την εκχώρηση και δη ότι γνώριζε πως ουδέποτε έγινε τέτοια, ήταν η θέση του ότι γνωρίζει αυτά που αναφέρονται στη συμφωνία τεκμήριο
- Περαιτέρω, ανέφερε ότι δεν θυμόταν να έλαβε το τεκμήριο 6Α, δηλαδή επιστολή της τράπεζας προς κάθε ενδιαφερόμενο για ειδοποίηση επανεκχώρησης. Αντεξετάστηκε ο εναγόμενος για το σχετικό όρο του συμβολαίου, ιδιαίτερα σε συνάρτηση με τις πληρωμές που έκανε και την ημερομηνία εγκατάστασης της κουζίνας. Ο εναγόμενος δεν ήταν σίγουρος για το πότε εγκαταστάθηκε η κουζίνα, 2006 ή
- Όσο δε για τις πληρωμές, υποστήριξε ότι η πρώτη πληρωμή, που ήταν για ποσό £2.000, έγινε με την υπογραφή της συμφωνίας. Η επόμενη, που ήταν για ποσό £5.500, πάλι έγινε στους ενάγοντες, εφόσον τον κάλεσαν τηλεφωνικώς και τον ενημέρωσαν ότι παρέλαβαν την κουζίνα. Περαιτέρω του ανέφεραν, υποστήριξε ο εναγόμενος, ότι θα κανόνιζαν οι ίδιοι, δηλαδή οι ενάγοντες, το υπόλοιπο με την τράπεζα. Απ' όλα τα πιο πάνω είναι αντιληπτό ότι δεν αμφισβητείται πως τα μέρη συνήψαν συμφωνία και πως τούτη είναι το τεκμήριο
- Πέραν τούτου, αναμφισβήτητο είναι και το ότι ο εναγόμενος δεν έχει εξοφλήσει ολόκληρο το ποσό, γεγονός που παραδέχτηκε και ο ίδιος. Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω πως η συμφωνία ημερομηνίας 23.12.2005 (τεκμήριο 1), είναι η συμφωνία που συνομολόγησαν οι διάδικοι. Περαιτέρω, διαπιστώνω ότι ο εναγόμενος δεν κατέβαλε στους ενάγοντες ολόκληρο το συμφωνηθέν ποσό. Ζητούμενο όμως παραμένει το ύψος του συμφωνηθέντος και κατ' επέκταση οφειλόμενου αυτού ποσού. Οι μεν ενάγοντες διατείνονται ότι ανέρχεται σε £900 ή €1.537,74, ο δε εναγόμενος υποστηρίζει ότι δεν είναι μεγαλύτερο των £
- Περαιτέρω, οι ενάγοντες διατείνονται ότι το επιπλέον ποσό των £400 οφείλεται σε πρόσθετη εργασία που εκτέλεσαν. Από την άλλη ο εναγόμενος διατείνεται ότι τίποτα άλλο συμφωνήθηκε πέραν της μεταξύ των μερών συμφωνίας (τεκμήριο 1). Εις επίμετρον, υποστηρίζει ότι ουδέν ποσό οφείλει να καταβάλει στους ενάγοντες εφόσον η εγκατάσταση της κουζίνας δεν ολοκληρώθηκε δεόντως, ένεκα κακοτεχνιών που οι ενάγοντες παρέλειψαν να επιδιορθώσουν. Συνεπώς το δικαστήριο καλείται να αποφασίσει και τούτο το ζήτημα, δηλαδή αν οι ενάγοντες πρόσφεραν επιπρόσθετες υπηρεσίες αξίας £400 ή αν προκάλεσαν κακοτεχνίες. Τέλος, και οι δύο πλευρές δέχονται ότι ο εναγόμενος προέβη σε δύο πληρωμές και ότι αυτές διενεργήθηκαν ως εξής· την 23.12.2005 κατέβαλε ποσό £2.000 και την 12.12.2006 κατέβαλε ποσό £5.
- Και οι δύο πληρωμές έγιναν προς τους ενάγοντες. Συνεπώς και αυτή η πτυχή της μαρτυρίας που προσκομίστηκε ενσωματώνεται στις διαπιστώσεις του δικαστηρίου. Ό,τι όμως πρέπει να αποφασιστεί σε τούτο το πλαίσιο, είναι η νομική θέση της πλευράς του εναγομένου ότι η συμφωνία εκχωρήθηκε στην Τράπεζα Κύπρου και συνεπώς οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να αξιώνουν οιονδήποτε ποσό. Πριν ακόμη και αυτή την αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού επιβάλλεται να πραγματευτώ δύο ζητήματα, τα οποία έχουν να κάνουν με το κατά πόσο μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας μπορεί να γίνει αποδεκτό, εν προκειμένω να ενσωματωθεί στο υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό και ακολούθως να αξιολογηθεί. Το πρώτο εξ αυτών συναρτάται με την ερμηνεία του τεκμηρίου 1, δηλαδή της συμφωνίας των διαδίκων. Όπως έχει νομολογηθεί η ερμηνεία εγγράφου σύγκειται στην εξακρίβωση του νοήματος που προσλαμβάνουν οι λέξεις που έχουν χρησιμοποιηθεί, εφόσον αυτές οι λέξεις εκλαμβάνεται ότι αποδίδουν και αποκαλύπτουν τις προθέσεις των μερών. Η σημασία της φρασεολογίας που ενσωματώθηκε στη σύμβαση και δη ότι αυτή υπερτερεί έναντι τυχόν διαφορετικών προθέσεων που τα μέρη είχαν αλλά δεν εξωτερίκευσαν, εύγλωττα αποδίδεται στην υπόθεση Monypenny ν. Monypenny
(1861)9 H.L.C. 114, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1Α Α.Α.Δ. 168, 173. Λέχθηκε εκεί ότι. «The question is not what the parties to a deed may have intended to do by entering into that deed, but what is the meaning of the words used in that deed: a most important distinction in all cases of construction and the disregard of which often leads to erroneous conclusions». Συνεπώς ζητούμενο δεν είναι οι ενδόμυχες και ουδέποτε αποκαλυφθείσες στην άλλη πλευρά προθέσεις ενός μέρους, αλλά το αντικειμενικό νόημα όσων περιέχονται στη συμφωνία. Όπως υποδεικνύεται στη Χʺ Στυλλή ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ, Πολ. Έφ. 38/2009, ημερ. 22.5.2012, η προσήλωση στα γραφόμενα της σύμβασης και ο αποκλεισμός εξωγενούς μαρτυρίας, αναπτύχθηκε για να προσδώσει βεβαιότητα στις καθημερινές συναλλαγές. Ως εκ των πιο πάνω κριτής του εγγράφου είναι το Δικαστήριο και όχι η υποκειμενική αντίληψη που οι διάδικοι σχηματίζουν. Σε αυτή δε τη διεργασία κριτήριο δεν είναι άλλο από την αντίληψη του μέσου λογικού ανθρώπου (βλ. Θεολόγου ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1Α Α.Α.Δ. 407, 413). Η σημασία των ανωτέρω δικανικών αρχών αναδεικνύεται με αναφορά στο λεκτικό της συμφωνίας. Το τεκμήριο 1, το οποίο τιτλοφορείται «Συμβόλαιο», εμπεριέχει τους όρους που διέπουν τη συμφωνία των μερών. Κάτω από τον τίτλο «Σημειώσεις», αναφέρονται, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα· «
- Το υπόλοιπο που δημιουργείται με την έκδοση του τιμολογίου εκχωρείται στην Τράπεζα Κύπρου Factors Ltd, η οποία είναι η μόνη με δικαίωμα είσπραξης και όλες οι πληρωμές πρέπει ν' απευθύνονται στην Τράπεζα Κύπρου Factors με αναφορά της επωνυμίας μας. Πληρωμές γίνονται και με το σύστημα Direct Banking της Τράπεζας Κύπρου.» Απ' όποια σκοπιά και αν εξετάσει κανείς τη συμφωνία των διαδίκων, αδύνατο είναι να καταλήξει ότι η σχετική πτυχή της συμφωνίας των μερών δεν ενεργοποιήθηκε. Ούτε βεβαίως νομιμοποιείται να υποθέσει ότι η εφαρμογή του σχετικού όρου ήταν δυνητική ή ακόμη περισσότερο, ότι εξαρτάτο από τη βούληση των εναγόντων και μόνο. Μοναδικό συμπέρασμα που εξάγεται από συνολική εξέταση του περιεχομένου του τεκμηρίου 1, είναι ότι άμα την έκδοση του τιμολογίου και τη δημιουργία υπολοίπου, τούτο [το υπόλοιπο] εκχωρείται στην Τράπεζα Κύπρου. Καμία δυνητική επιλογή υπεισέρχεται και καμία διακριτική ευχέρεια των εναγόντων διέπει το ζήτημα. Αν μη τι άλλο, τέτοιο συμπέρασμα δεν μπορεί να εξαχθεί από το λεκτικό του τεκμηρίου
- Τι σημαίνει όμως αυτό; Η σημασία της ερώτησης ανακύπτει αν αναλογιστεί κανείς το περιεχόμενο της μαρτυρίας της ΜΕ
- Χωρίς να είναι πρόθεσή μου να επαναλάβω ό,τι λέχθηκε, υποδεικνύω απλώς ότι η μάρτυρας υποστήριξε πως η εκχώρηση δεν ολοκληρώθηκε γιατί αυτό επέλεξαν οι ενάγοντες. Μάλιστα αυτό υποστηρίζουν, έστω εμμέσως και τα τεκμήρια 6Α και 6Β, δηλαδή οι επιστολές της τράπεζας. Είμαι της γνώμης ότι η σχετική μαρτυρία δεν είναι επιτρεπτή και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, δηλαδή να επιτραπεί να ενσωματωθεί στο μαρτυρικό υλικό. Ο λόγος έγκειται στο ότι η εν λόγω μαρτυρία εμπίπτει στην κατηγορία εξωγενούς μαρτυρίας (extrinsic evidence). Έχει όμως νομολογηθεί ότι τέτοια μαρτυρία δεν επιτρέπεται να αλλοιώσει όσα τα μέρη με σαφήνεια έθεσαν εγγράφως, επιθυμώντας έτσι να δεσμευτούν. Αν τα πιο πάνω χρειάζονται νομολογιακή υποστήριξη αρκεί να παραπέμψω στα λεχθέντα των υποθέσεων Θεολόγου κ.α ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1Α Α.Α.Δ. 407, 413 και Πόκουρου κ.α ν. Κώστα
(1998)1Γ Α.Α.Δ. 1618, 1621. Επίσης στην υπόθεση Marketrends Finance Ltd v. Πέρδικου κ.α.
(2006)1 Α.Α.Δ. 1042, λέχθηκε ότι· «Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι όταν μια συμφωνία έχει διατυπωθεί εγγράφως, εξωγενής μαρτυρία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για να αντικρούσει, τροποποιήσει, αφαιρέσει ή να προσθέσει το περιεχόμενο των όρων του εγγράφου. Κατ΄ εξαίρεση στο γενικό κανόνα εξωγενής μαρτυρία μπορεί να επιτραπεί κάτω από συγκεκριμένες εξαιρέσεις, όπως π.χ. για να αποδείξει την εγκυρότητα μιας συμφωνίας (Μαύρου ν. Θεοδώρου
(1984)1 CLR 635), την πραγματική φύση της συναλλαγής (ΚΥΡΙΟ (Ι.Τ.Η.) Company v. Kassapi
(1980)2 JSC 259) και τη διφορούμενη ιδιότητα των συμβαλλομένων (Λοϊζίδου ν. Γεωργίου
(1973)9 JSC 1219).» Ως εκ των πιο πάνω αυτή η πτυχή της μαρτυρίας της ΜΕ1 δεν είναι αποδεκτή, εν ολίγοις δεν είναι επιτρεπτή και γι' αυτό απορρίπτεται. Το γεγονός και μόνο ότι η υπεράσπιση δεν επέμεινε στην ένσταση που αρχικά υπέβαλε και η μαρτυρία αφέθηκε να ακουστεί, δεν αλλοιώνει την κατάσταση πραγμάτων και ούτε δικαιολογεί ενσωμάτωση τούτης στο λοιπό μαρτυρικό υλικό (βλ. Μαυρουδή ν. Global Consolidated Resources Ltd, Πολ. Έφ. 188/10, 04.06.2015). Πέραν των πιο πάνω όμως, η ίδια πτυχή της μαρτυρίας της ΜΕ1 προσκρούει και σε άλλο ένα δικονομικό σκόπελο. Τούτος έχει να κάνει με το πώς οι ενάγοντες επέλεξαν να δικογραφήσουν ό,τι σχετικό της εκχώρησης. Στην προκείμενη περίπτωση η σύνοψη των δικογράφων, καθώς επίσης το ruling του δικαστηρίου σε σχέση με τη μαρτυρία του τραπεζικού υπαλλήλου (ΜΕ2), φανερώνει ότι οι ενάγοντες δεν δικογράφησαν την εκχώρηση, όπως ούτε τη θέση τους ότι η εκχώρηση ουδέποτε ολοκληρώθηκε. Λανθασμένα και παράτυπα όμως, αν πρόθεσή τους ήταν να αμφισβητήσουν τον όρο της συμφωνίας που θέλει το υπόλοιπο να εκχωρείται στην τράπεζα, καθ' ότι οι δικονομικοί κανόνες επιτάσσουν όπως τέτοιο ζήτημα δικογραφείται ρητά. Για του λόγου το ασφαλές υποδεικνύω ότι ο κ.12 της Δ.19 αναφέρει ότι· «Any condition precedent, the performance or occurrence of which is intended to be contested, shall be distinctly specified in his pleading by the plaintiff or defendant, as the case may be; and subject thereto an averment of the performance or occurrence of all conditions precedent necessary for the case of a plaintiff or defendant shall be implied in his pleading.» Ο αντίστοιχος παλαιός αγγλικός κανονισμός είναι ο κ.14 της Δ.
- Τούτο τον κανονισμό πραγματεύονται οι συγγραφείς του Annual Practice του 1958, στη σελίδα
- Μεταξύ άλλων αναφέρεται εκεί ότι· «It must allege an absolute assignment in writing of the chose in action, and notice in writing to the defendant of such assignment; otherwise the plaintiff would have no title to sue». Από τα πιο πάνω διαπιστώνεται ότι όπου ενάγων είναι εκδοχέας (assignee) εκχώρησης, υποχρεούται να δικογραφήσει την εκχώρηση που συμφωνήθηκε, εφόσον αυτή [η εκχώρηση] θεωρείται προϋπόθεση (condition precedent) και είναι η απόδειξη τούτης που δικαιολογεί έγερση της αγωγής από τον εκδοχέα. Προεκτείνοντας τούτη τη θέση εύλογα μπορεί να ειπωθεί ότι ισχύει και το αντίστροφο. Δηλαδή στην περίπτωση που ενάγων είναι ο φαινόμενος εκχωρητής (assignor) και διατείνεται ότι η συμφωνηθείσα εκχώρηση ακυρώθηκε, ή ουδέποτε ολοκληρώθηκε, υποχρεούται να δικογραφήσει ό,τι σχετικό, άλλως πως δεν δικαιούται να πλήξει την εκχώρηση που ουδέποτε δικογράφησε. Εφόσον στη δοσμένη περίπτωση κάτι τέτοιο δεν έγινε και η δικογραφία των εναγόντων ουδέν αποκαλύπτει για εκχώρηση, είμαι της γνώμης ότι η σχετική πτυχή της μαρτυρίας των εναγόντων είναι εκτός εγγράφων προτάσεων και είναι τούτος ένας επιπλέον λόγος απόρριψης αυτού του μέρους της μαρτυρίας της ΜΕ1, ασχέτως ότι δεν υποβλήθηκε ένσταση (βλ. Μαυρουδή, πιο πάνω). Με αυτά κατά νου στρέφομαι σε αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων με κριτήριο τα εγγενή της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικά (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιτότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 333). Σημειώνω περαιτέρω ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίστηκε σε ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά αλλά επεκτάθηκε και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Σε αντίθεση με τη μαρτυρία του εναγομένου, η μαρτυρία της ΜΕ1 δεν άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις. Κρίνω πως τόσο σε ύφος όσο και σε περιεχόμενο ήταν συγκεχυμένη, αντιφατική και αόριστη. Και εξηγώ· το κυριότερο ερώτημα που το δικαστήριο καλείται να απαντήσει έχει να κάνει με το ύψος του ποσού της συμφωνίας των διαδίκων. Επί του προκειμένου η ΜΕ1 ανέφερε πως μετά την συνομολόγηση της συμφωνίας (τεκμήριο 1), οι ενάγοντες πρόσφεραν επιπρόσθετες υπηρεσίες αξίας £400, εξ ου και το σημερινό υπόλοιπο ανέρχεται σε £900 ή €1.537,
- Σε αυτό όμως είναι που εντοπίζεται ουσιώδης αντίφαση. Όταν η ΜΕ1 ερωτήθηκε σε τι συνίσταται το ποσό των £400, ήτοι υπηρεσίες ή αντικείμενο, απάντησε αντιφατικά. Στην αρχή ανέφερε ότι προέκυψε γιατί κάποιες εργασίες πρέπει να είχαν γίνει στην οικοδομή, ενώ στη συνέχεια έκανε λόγο για νέο σχεδιασμό, αφήνοντας όμως ανοιχτό και το ενδεχόμενο να ήτο αγορά αντικειμένου. Πέραν των πιο πάνω, που ούτως ή άλλως αναδεικνύουν άγνοια και ασάφεια για εκείνο που πραγματικά προσφέρθηκε, υπηρεσίες ή αντικείμενο, η σύγχυση επιτείνεται αν αναλογιστεί κανείς ότι η ΜΕ1 παραδέχεται πως δεν έχει γνώση των συμφωνηθέντων. Υποστηρίζει εν τούτοις ότι έλαβε, τότε, διαβεβαιώσεις από τον κο Ασκότη. Εν ολίγοις, αυτή η πτυχή της μαρτυρίας της δεν εδράζεται σε πραγματική γνώση γεγονότος, αλλά πεποίθηση ότι όσα της αναφέρθηκαν από τον κο Ασκότη είναι ορθά και αληθή. Είμαι της γνώμης ότι τα πιο πάνω αποκαλύπτουν τη σύγχυση και την ασάφεια στο πλέον σημαντικό ζήτημα της μαρτυρίας της ΜΕ
- Πέραν τούτου όμως υποδεικνύω ότι λογική θεώρηση των τεκμηρίων που προσκομίσθηκαν, δεν επιβεβαιώνει τη μαρτυρία της ΜΕ
- Η συμφωνία των μερών υπογράφηκε την 23.12.2005 (τεκμήριο 1). Οι δε πληρωμές έγιναν σε δύο περιπτώσεις, με την τελευταία να είναι ημερομηνίας 12.12.2006 (τεκμήριο 7). Δοθέντος λοιπόν ότι μέχρι την 12.12.2006 ο εναγόμενος είχε καταβάλει το ποσό των £7.500, διερωτάται κανείς για την ακρίβεια και ειλικρίνεια του περιεχομένου του τεκμηρίου 2, δηλαδή του τιμολογίου που εκδόθηκε την 12.06.
- Το εν λόγω τιμολόγιο δεικνύει υπόλοιπο το ποσό των £8.
- Μάλιστα είναι η θέση των εναγόντων ότι τούτο το τιμολόγιο εκδόθηκε με την εφαρμογή της κουζίνας στην οικία του εναγομένου. Εν τοιαύτη περιπτώσει διερωτάται κανείς, γιατί να εκδοθεί τιμολόγιο δια ποσό £8.400 και γιατί δεν αφαιρέθηκε το ήδη καταβληθέν ποσό, δηλαδή £7.
- Είναι δε αξιοσημείωτο ότι το τεκμήριο 2 δεν αναφέρει οιονδήποτε αντικείμενο παρά μόνο τα χαρακτηριστικά της κουζίνας ως σύνολο. Εν ολίγοις, δεν προσθέτει αντικείμενο ή υπηρεσία στο ποσό που οι διάδικοι συμφώνησαν την 23.12.2005 με την υπογραφή της συμφωνίας. Από την άλλη, η συμφωνία (τεκμήριο 1) έχει ως επισυνημμένο δελτίο προσφοράς (Quotation), το οποίο είναι ημερομηνίας 08.03.2005, δηλαδή συνάδει με τις επεξηγήσεις της ΜΕ1 ότι πριν τη σύναψη συμφωνίας τα μέρη επεξεργάζονται τα χαρακτηριστικά της κουζίνας και είναι μετά από πολλές συναντήσεις που καταλήγουν σε συμφωνία. Έξω όμως από αυτά τα δεδομένα είναι που βρίσκεται η απαίτηση των επιπλέον £400, εφόσον ουδεμία μαρτυρία φανερώνει τι είναι που αφορά τούτο το ποσό και η ΜΕ1 δεν είχε πραγματική γνώση τούτου. Σε αυτή την έκταση όμως επιβεβαιώνεται η μαρτυρία του εναγομένου, ότι ουδέν άλλο, πέραν των συμφωνηθέντων στο τεκμήριο 1, συμφώνησε με τους ενάγοντες. Όπως έχω ήδη υποδείξει, τούτη η θέση του εναγομένου υποστηρίζεται από το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Το γεγονός και μόνο ότι η σύζυγος του εναγομένου απέστειλε στους ενάγοντες το τεκμήριο 5, δηλαδή την επιστολή με την οποία αναγνωρίζει ότι έχει υπόλοιπο (outstanding balance), δεν σημαίνει οτιδήποτε. Οι ενάγοντες διασύνδεσαν τούτη την επιστολή (τεκμήριο 5), με τη δική τους επιστολή (τεκμήριο 4), όπου αναφέρεται το ποσό των €1.537,74 και αυτό γιατί η δεύτερη, χρονικά, επιστολή, απαντά την πρώτη. Είμαι της γνώμης ότι το τεκμήριο 5 δεν αλλοιώνει τα πιο πάνω συμπεράσματα. Κατ' αρχάς η εν λόγω επιστολή υπογράφεται από άλλο πρόσωπο και όχι τον εναγόμενο. Κατά δεύτερο, έκδηλο είναι ότι αντικείμενο της επιστολής δεν είναι το όποιο υπόλοιπο, αλλά οι ισχυριζόμενες κακοτεχνίες. Εν πάση περιπτώσει, εκείνο που συμφώνησαν τα μέρη αναφέρεται στο τεκμήριο 1 και ανέρχεται σε ποσό £8.
- Αν οι ενάγοντες επιθυμούσαν να αποδείξουν και οτιδήποτε επιπλέον, φερ' ειπείν ότι προέβησαν και σε νέα συμφωνία, γραπτή ή προφορική, όφειλαν να προσκομίσουν σχετική μαρτυρία. Περιττό να αναφέρω ότι το τιμολόγιο και μάλιστα ανυπόγραφο όπως είναι η περίπτωση εδώ, δεν συνιστά μαρτυρία για την εργασία που έγινε, αλλά σημείωση γι' αυτή, που συναρτάται με τη γνώση του γράφοντος (βλ. Θεοδώρου ν. Χριστάκη Χ. Αντωνίου Ξυλουργικές Εργασίες Λτδ
(2003)1Γ Α.Α.Δ. 1492, 1496). Εδώ το πρόσωπο που κατ' ισχυρισμό συμφώνησε το περιεχόμενο του τιμολογίου, δεν προσήλθε στο δικαστήριο, ενώ η ΜΕ1 είναι φανερό ότι δεν έχει οιανδήποτε γνώση. Τέλος, το ίδιο το έγγραφο (τεκμήριο 2) δεν αποκαλύπτει οτιδήποτε πέραν ενός στεγνού ποσού. Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης της επίδικης κουζίνας ήταν £8.000 και τίποτα πέραν τούτου. Δοθέντος ότι ο εναγόμενος κατέβαλε £7.500, το εναπομείναν υπόλοιπο ανέρχεται σε £500. Παρ' ότι η συνολική εικόνα του εναγομένου κρίνεται αξιόπιστη, εκεί όπου αδυνατώ να δεχθώ τη θέση του είναι στον ισχυρισμό κακοτεχνιών. Ο λόγος δια αυτό οφείλεται στο ότι η σχετική θέση τέθηκε αόριστα και χωρίς λεπτομέρειες και στοιχεία. Μάλιστα δεν συναρτήθηκε με τα δικόγραφα και απλώς αφέθηκε να αιωρείται. Αυτή λοιπόν την εισήγηση δεν μπορώ να τη δεχθώ εφόσον άγνωστη παρέμεινε η έκταση των όποιων κακοτεχνιών, ο βαθμός τούτων και βεβαίως η χρηματική αποτίμησή τους. Ως εκ τούτου η σχετική θέση της υπεράσπισης βρίσκεται εκτός δικογράφων και απορρίπτεται. Ό,τι απομένει να εξεταστεί είναι ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η συμφωνία του με τους ενάγοντες εκχωρήθηκε στην τράπεζα. Επί του προκειμένου παρατηρώ ότι μέρος της σχετικής μαρτυρίας του εναγόμενου δεν αμφισβητήθηκε. Ανέφερε ο εναγόμενος ότι· «Α: Βάσει του πρώτου συμβολαίου που υπογράψαμε. Εσείς με επιάσετε τηλέφωνο να έρθω σε εσάς για να σας πληρώσω τη δόση λόγω του ότι ήρθε η κουζίνα σε εσάς για να σας πληρώσω την κουζίνα. Και τότε σας είπα να πληρώσω εσάς ή την τράπεζα; Και εσείς μου είπετε να έρθω να πληρώσω εσάς και θα κανονίσετε εσείς το υπόλοιπο ποσό με την τράπεζα.» Μάλιστα αργότερα επανέλαβε τούτη τη θέση. Η σχετική ερώτηση και απάντηση έχουν ως ακολούθως· «Ε: Να συνεχίσω με νέα ερώτηση. Στην παράγραφο 4(α) της δήλωσης σας αναφέρεστε εν μέρει στη σύνθεση περί του τεκμηρίου 1 της συμφωνίας. Και συγκεκριμένα στην εκχώρηση του τιμολογίου στην υπηρεσία Factors. Εφόσον ισχυρίζεστε ότι υπήρχε εκχώρηση στην υπηρεσία Factors, γιατί με την πάροδο ενός χρόνου από την υπογραφή του συμβολαίου με τους ενάγοντες πληρώσετε τους ενάγοντες τους ίδιους και δεν αποταθήκατε εσείς ο ίδιος στην υπηρεσία Factors ως οφείλατε; Α: Σας απάντησα σε αυτό στο προηγούμενο ερώτημα. Και είπα ότι εσείς με πήρατε τηλέφωνο όταν ήσασταν έτοιμοι να παραδώσετε την κουζίνα ότι για να τοποθετηθεί η κουζίνα πρέπει να περάσω να σας πληρώσω. Και εγώ σας ρώτησα, της πωλήτριας που με πήρε τηλέφωνο, εσάς θα πληρώσω ή πρέπει να πάω στην τράπεζα να πληρώσω το υπόλοιπο ποσό; Και εσείς μου είπατε να περάσω από τoν Ασκότη να πληρώσω και θα πλήρωνε αυτός την τράπεζα. Θα τα κανόνιζε αυτός με την τράπεζα.» Εκείνο που αναδεικνύεται από τα πιο πάνω, είναι πως οι ενάγοντες δεν αμφισβήτησαν τον εναγόμενο ότι ο λόγος που κατέβαλε τα χρήματα στους ιδίους ήταν το τηλεφώνημα που του έκαναν. Αυτή λοιπόν η θέση και περαιτέρω, ότι ανέφεραν στον εναγόμενο πως οι ίδιοι θα κανόνιζαν το υπόλοιπο με την τράπεζα, δεν αμφισβητήθηκαν και δεν έχω κανένα λόγο να μην τα δεχθώ και να τα υιοθετήσω ως μέρος των διαπιστώσεων του δικαστηρίου. Δέχομαι λοιπόν ότι αυτή ήταν η στιχομυθία που είχαν οι ενάγοντες με τον εναγόμενο, ενώ έχει ήδη διαπιστωθεί ότι ο εναγόμενος προέβη σε δύο πληρωμές, δηλαδή κατέβαλε τα ποσά των £2.000 και £5.500, την 23.12.2005 και 12.12.2006 αντίστοιχα. Το τελευταίο που απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο τα πιο πάνω γεγονότα αποκαλύπτουν εκχώρηση. Επί του προκειμένου σχετική είναι η υπόθεση Λουκά ν. Eurolife Ltd
(2009)1Β ΑΑΔ 1524, 1531, όπου αναφέρθηκε ότι· «Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε από το Εφετείο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Χριστόπουλου
(1994)1 Α.Α.Δ. 479, όπου λέχθηκαν και τα ακόλουθα στη σελ. 487: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά αποφάσισε ότι ο εκδοχέας νομιμοποιείται να καταχωρίσει την αγωγή στο όνομα του και να διεκδικήσει αυτοδίκαια τα δικαιώματα από την εκχώρηση, χωρίς να χρειάζεται να συνενώσει τον εκχωρητή - [βλ. Chrysostomou v. Chalkousi & Sons
(1978)1 C.L.R. 10 και Markidou v. Kiliaris and Another
(1983)1 C.L.R. 392]. Στην υπόθεση Weddell v. J. A. Pearce & Major [1987] 3 All E.R. 624, αποφασίστηκε ότι ο εκδοχέας έχει locus standi ως ενάγοντας και η μη συνένωση του εκχωρητή δεν καθιστούσε την αγωγή άκυρη. Εν πάση περιπτώσει, παρόλο ότι η συνένωση του εκχωρητή είναι επιθυμητή, η μη συνένωση του δεν καθιστά τη διαδικασία άκυρη. Αν το Δικαστήριο κρίνει ότι η παρουσία του είναι αναγκαία, μπορεί να συνενωθεί με βάση τη Διαταγή 9, Θεσμό 10.» Προκύπτει από τα πιο πάνω πως σε τέτοια περίπτωση δικαίωμα αγωγής έχει απευθείας ο εκδοχέας ως ενάγοντας, το ακριβές όμως ερώτημα που μας απασχολεί εδώ είναι κατά πόσο τέτοιο δικαίωμα έχει παράλληλα και από μόνος του ο εκχωρητής. Οι έρευνες μας, μας οδήγησαν στην υπόθεση Three Rivers D.C. v. Bank of England [1995] 4 All E.R. 312, όπου κρίθηκε το θέμα σε περίπτωση όπου ο εκχωρητής ήγειρε την αγωγή χωρίς συνένωση σε αυτή και χωρίς τη ρητή συγκατάθεση του εκδοχέα. Στην υπόθεση εκείνη αποφασίστηκαν τα πιο κάτω: «Where there was an agreement to assign a legal chose, in equity the assignee became the owner and controller of the legal chose and was entitled to sue for the recovery of the chose, although as a matter of practice he was normally required by the court to join the assignor either as plaintiff or, if he refused to give his consent, as defendant. However (Staughton L.J. dissenting), where the assignor whished to sue and it was known that there had been an assignment the court required the assignee to be joined and would not permit the assignor to maintain the action in the absence of the assignee. The assignor was entitled to sue as trustee for the assignee if the assignee so wished, but in that event he was required to reveal his representative capacity . . ." ....... Όλα τα πιο πάνω είναι καθοδηγητικά και στην υπό κρίση υπόθεση, αφού και εδώ το θέμα αφορούσε «νομικό αντικείμενο αγωγής» (legal chose in action). Ο εφεσείων-εκχωρητής ενήγαγε προσωπικά, χωρίς να έχει συνενώσει και τον εκδοχέα ως διάδικο, που, φυσιολογικά και νομικά είχε τον πρώτο λόγο στη διαδικασία λόγω της εκχώρησης. Πουθενά δε δεν φαίνεται να τον είχε εξουσιοδοτήσει ο εκδοχέας να τον εκπροσωπεί ως εμπιστευματοδόχος του. Mε βάση τις πιο πάνω αρχές, καταλήγουμε πως ο εφεσείων-ενάγων δεν είχε δικαίωμα αγωγής προσωπικά εναντίον των εφεσίβλητων-εναγομένων εκτός αν συνένωνε και τον εκδοχέα ή αν ενεργούσε κατ' εντολήν του και ως εκ τούτου η αγωγή του θα έπρεπε να είχε απορριφθεί γι'αυτό το λόγο.» Έχει επεξηγηθεί ήδη γιατί η μαρτυρία των εναγόντων, στην έκταση που σχετίζεται με την εκχώρηση, έχει αποκλειστεί. Οι λόγοι αναφέρονται πιο πάνω και γι' αυτό δεν επαναλαμβάνονται. Εν τούτοις γεγονός παραμένει ότι η συμφωνία των μερών (τεκμήριο 1) και οι επεξηγήσεις του εναγομένου, σε ένα μόνο αποτέλεσμα είναι που οδηγούν· αυτό είναι πως η συμφωνία εκχωρήθηκε στην τράπεζα. Η έγγραφη συμφωνία των μερών δεν επιτρέπει άλλη διαπίστωση. Περιπλέον, η αναμφισβήτητη μαρτυρία του εναγομένου ενισχύει τούτο το συμπέρασμα. Δοθέντος λοιπόν ότι η συμφωνία προβλέπει εκχώρηση και υπογράφεται και από τα δύο μέρη, δηλαδή ενάγοντες και εναγόμενο, αυτό είναι αρκετό να καταστήσει τους ενάγοντες εκχωρητές (assignors). Υπό αυτή την έννοια εκείνος ο οποίος δικαιούται να αξιώσει καταβολή του οφειλόμενου ποσού, δεν είναι ο εκχωρητής αλλά ο εκδοχέας (assignee), εν προκειμένω η τράπεζα. Παρεμβάλλω πως το γεγονός και μόνο ότι ο εναγόμενος πλήρωσε τους ενάγοντες αφότου η συμφωνία είχε εκχωρηθεί, δεν επηρεάζει την όλη κατάσταση και δη τα δικαιώματα του εκδοχέα (assignee). Μπορεί μάλιστα να λεχθεί ότι η καταβολή του ποσού από τον εναγόμενο έγινε ιδίω κινδύνω. Αν στη συνέχεια η τράπεζα απαιτούσε το οφειλόμενο ποσό, θα είχε κάθε δικαίωμα να το εισπράξει. Ως εκ των πιο πάνω, η δεδηλωμένη εκχώρηση του υπολοίπου, ως προκύπτει από τη συμφωνία (άμα την έκδοση τιμολογίου), δεν επηρεάζεται από τις όποιες πληρωμές του εναγομένου, έστω και αν αυτές έγιναν σε χρόνο μετά την εκχώρηση. Εν τούτοις η νομολογία δεν αναγνωρίζει δικαίωμα είσπραξης στον εντολέα μετά την εκχώρηση. Συνεπώς εδώ αν κάποιος είχε δικαίωμα είσπραξης, δεν είναι οι ενάγοντες αλλά η τράπεζα στην οποία εκχωρήθηκε το υπόλοιπο. Κατ' επέκταση, όποιο και αν είναι το υπόλοιπο (£900 ή £500), εκείνος ο οποίος δικαιούταν να το απαιτήσει είναι η τράπεζα και όχι οι ενάγοντες. Αυτή η διαπίστωση σφραγίζει όμως και την τύχη της αγωγής, εφόσον θέλει τους ενάγοντες να μην νομιμοποιούνται στην αξίωση του ποσού. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αγωγή απορρίπτεται. Έξοδα, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου και εναντίον των εναγόντων. (Υπ.) ........... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο