Αναφορικά με την εταιρεία Μεταφοράς Επιβατών Λεμεσού (Ε.Μ.Ε.Λ.) ΛΙΜΙΤΕΔ ν. Μιχαήλ Λαμπρής (Σκουρής) κ.α., Αρ. Αίτησης: 760/15, 30/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A320 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον : Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 760/15 Αναφορικά με την εταιρεία Μεταφοράς Επιβατών Λεμεσού (Ε.Μ.Ε.Λ.) ΛΙΜΙΤΕΔ και
- Μιχαήλ Λαμπρής (Σκουρής)
- Μιχάλη Μάρκου
- Περιφερειακής Εταιρείας Αγροτικών Λεωφορείων (Π.Ε.Α.Λ.) Νέας Μελάντας Λτδ
- Περιφερειακής Εταιρείας (Π.Ε.Α.Λ.) η Πιτσιλιά Λτδ --------------------------------------- Ημερομηνία: 30 Μαΐου, 2016 Εμφανίσεις: Για Εταιρεία / Καθ' ης η Αίτηση στην Κυρίως Αίτηση: κ Μακρίδης Για Καθ' ων η αίτηση / Αιτητές στην Κυρίως Αίτηση: κ. Γεωργιάδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Μιχαήλ Λαμπρής, ο Μιχάλης Μάρκου, η Περιφερειακή Εταιρεία Αγροτικών Λεωφορείων (Π.Ε.Α.Λ.) Νέας Μελάντας Λτδ και η Περιφερειακή Εταιρεία (Π.Ε.Α.Λ.) η Πιτσιλιά Λτδ, όλοι από την Λεμεσό (οι αιτητές στην κυρίως αίτηση/Καθ' ων η Αίτηση στην ενδιάμεση διαδικασία, οι οποίοι στο εξής, για σκοπούς της παρούσας απόφασης, θα καλούνται «οι Καθ' ων η Αίτηση»), στις 4/11/15 καταχώρησαν την κυρίως αίτηση, με την οποία επιδιώκουν την έκδοση απόφασης του Δικαστηρίου που να διατάσσει την εκκαθάριση της ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ ΕΠΙΒΑΤΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ (Ε.Μ.Ε.Λ.) ΛΙΜΙΤΕΔ (καθ' ης η αίτηση στην κυρίως αίτηση, η οποία, για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης, θα καλείται «η Εταιρεία»), σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 211 και/ή 212 και/ή 202 του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
- Η κυρίως αίτηση, προωθείται επί τη βάση ότι, οι Καθ' ων η Αίτηση τυγχάνουν καταπιεστικής μεταχείρισης από τους λοιπούς μετόχους και/ή δικαιούχους μετόχους της Εταιρείας εις τρόπον που, αφενός προκαλείται ζημιά στα συμφέροντα τους και αφετέρου, το υπόβαθρο της Εταιρεία έχει χαθεί. Στις 11/11/15, καταχωρήθηκε η επίδικη μονομερής αίτηση από την Εταιρεία. Με τούτη, ζητείτο, μεταξύ άλλων, η έκδοση διατάγματος αποπαγοποίησης όλων των τραπεζικών λογαριασμών της Εταιρείας, οι οποίοι τηρούντο επ' ονόματι της στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ( στο εξής «η Τράπεζα Κύπρου»). Η επίδικη αίτηση, βασίζεται στον Περί Δικαστηρίων Νόμο Ν. 14/60(όπως έχει τροποποιηθεί) άρθρο 32, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 4 και 9, στον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 άρθρα 209, 211, 212, 213, 215, 216 και 218, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας θεσμούς Δ.48, Ο. 1-4, 9 (ο), στους περί Εταιριών θεσμούς Δ.3, 4, στους περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Θεσμούς 88, 89, 92, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου, στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκη δήλωση του Γιώργου Κυριάκου, ο οποίος είναι ένας εκ των διευθυντών της Εταιρείας. Αναφορικά με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την επίδικη αίτηση, σημειώνω τα εξής: Ο Γιώργος Κυριάκου αναφέρει ότι η Εταιρεία ασχολείται με την παροχή υπηρεσιών οδικών μεταφορών προσώπων και επιβατών δυνάμει των προνοιών του Περί της Πρόσβασης στο Επάγγελμα του Οδικού Μεταφορέα Νόμος του 2001 Ν. 101 (Ι)/
- Σύμφωνα με τα λεγόμενα του, η Εταιρεία, κατόπιν υπογραφής σύμβασης με το Τμήμα Οδικών Μεταφορών του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων, αποτελεί την μόνη αδειούχα εταιρεία παροχής υπηρεσιών μεταφορών επιβατών μέσων τακτικών γραμμών λεωφορείων για όλη την επαρχία Λεμεσού. Στα πλαίσια των εργασιών της, η Εταιρεία εργοδοτεί 291 υπαλλήλους, καθώς επίσης και συμβλήθηκε και με άλλους ανεξάρτητους συνεργάτες, ενώ διατηρεί και 282 οχήματα. Εκτελεί δε πέραν των 1500 διαδρομών ημερησίως, με τις οποίες εξυπηρετούνται μαθητές, συνταξιούχοι, γενικότερα κάτοικοι της επαρχίας Λεμεσού, αλλά και τουρίστες που επισκέπτονται την εν λόγω επαρχεία. Όλοι οι τραπεζικοί λογαριασμοί της Εταιρείας, διατηρούνται στην Τράπεζα Κύπρου. Προσδιορίζει δε τούτους λεπτομερώς στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του. Αν και ακροθιγώς προβάλλει κάποιες θέσεις της Εταιρείας σε σχέση με τους ισχυρισμούς των Καθ΄ων η Αίτηση ως τούτοι απαντώνται στην κυρίως αίτηση, εν τούτοις, στην παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης του, ο Γιώργος Κυριάκου αναφέρει ότι, κατόπιν συμβουλής των δικηγόρων της Εταιρείας, δεν θα προβεί σε καταγραφή των γεγονότων που προηγήθηκαν της καταχώρησης της κυρίως αίτησης και ότι θα περιοριστεί σε αναφορά στα γεγονότα που ακολούθησαν της καταχώρησης της και που, κατά τον ίδιο, κατέστησαν αναγκαία την καταχώρηση της επίδικης ενδιάμεσης αίτησης. Αναφέρει δε σχετικά ότι, η Εταιρεία είναι αξιόχρεα και φερέγγυα, υποδεικνύοντας ότι, η κυρίως αίτηση, δεν προωθείται κατ' επίκληση αδυναμίας της Εταιρείας να εκπληρώσει τις οφειλές της και/ή ότι είναι αναξιόχρεη, αλλά επί τη βάση της ισχυριζόμενης καταπιεστικής μεταχείρισης της μειοψηφίας των δικαιούμενων μετόχων της. Προς υποστήριξη της θέσης του περί της φερεγγυότητας και του αξιόχρεου της Εταιρείας, υποδεικνύει τα διάφορα υπόλοιπα των τραπεζικών λογαριασμών της και προβάλλει διάφορες θέσεις, αφενός σε σχέση με τους λόγους που παρουσιάζουν τα συγκεκριμένα υπόλοιπα και αφετέρου, σε σχέση με το μηνιαίο τζίρο της Εταιρείας με συγκεκριμένες αναφορές στους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2015, καθώς επίσης και Ιανουάριο μέχρι και Απρίλιο του
- Ο δε μέσος όρος του μηνιαίου τζίρου της Εταιρείας που προκύπτει από τις σχετικές, με τους πιο πάνω 6 μήνες, αναφορές του, ανέρχεται στο ποσό των €1.452.071,
- Αναφέρει ακόμα ότι, στα πλαίσια της λειτουργίας της, η Εταιρεία εκδίδει αριθμό επιταγών, τόσο για το μηνιαίο μισθολόγιο, όσο και για τις εισφορές στα διάφορα κρατικά τμήματα (Κοινωνικές Ασφαλίσεις, Φόρος Εισοδήματος, κ.α.). Με τον ίδιο τρόπο, μεταξύ άλλων, εξοφλούνται και οι λογαριασμοί ρεύματος και τηλεφώνου, καθώς επίσης και καταβάλλονται τα ενοίκια των κτηρίων που ενοικιάζει η Εταιρεία στη Λεμεσό. Προς υποστήριξη των θέσεων του, επισυνάπτει ως τεκμήρια, στην ένορκη του δήλωση, δέσμες εγγράφων σχετικές με το ιστορικό των οικονομικών κινήσεων της Εταιρείας, αναφορικά με τέσσερεις εκ των τραπεζικών λογαριασμών της. Όσον δε αφορά στην αναγκαιότητα καταχώρησης της επίδικης αίτησης, αναφέρει ότι περί της 05/11/2015, και αφού στο μεταξύ είχε ήδη επιδοθεί στην Εταιρεία η κυρίως αίτηση, επικοινώνησε μαζί του ο Ξένιος Κονομής, υπεύθυνος της υπηρεσίας Corporate της Τράπεζας Κύπρου και τον ενημέρωσε ότι, την ίδια μέρα, οι δικηγόροι των Καθ' ων η Αίτηση, κοινοποίησαν στην Τράπεζα Κύπρου, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, την κυρίως αίτηση. Ο εν λόγω λειτουργός της Τράπεζας Κύπρου, ενημέρωσε περαιτέρω τον ομνύοντα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την επίδικη αίτηση ότι, κατόπι συμβουλής από το νομικό τμήμα της τράπεζας, η τελευταία αποφάσισε να παγοποιήσει όλους τους τραπεζικούς λογαριασμούς της Εταιρείας ώστε, να μην είναι δυνατή η απόσυρση κεφαλαίων της εταιρείας (προφανώς κρίνοντας η Τράπεζα Κύπρου ότι αυτό επιβαλλόταν από τις πρόνοιες του άρθρου 216 του Κεφ. 113). Του ανέφερε ακόμα ότι, η εν λόγω απόφαση λήφθηκε, συνεπεία της γνωστοποίησης προς την τράπεζα, της εκκρεμοδικίας της κυρίως αίτησης, αναφέροντας του δε ότι, η οποιαδήποτε απόσυρση κεφαλαίων από τους λογαριασμούς της Εταιρείας, θα επιτρεπόταν μόνο κατόπιν έκδοσης διατάγματος του Δικαστηρίου που θα επέτρεπε μια τέτοια ενέργεια. Με δεδομένο το γεγονός ότι, η Τράπεζα Κύπρου είναι η μόνη τράπεζα στην οποία διατηρεί τραπεζικούς λογαριασμούς η Εταιρεία, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο εκκρεμούσαν προς πληρωμή 13 επιταγές της Εταιρείας και ότι καθίστατο άμεση ανάγκη και τούτο στα πλαίσια της διεξαγωγής των εργασιών και γενικά της λειτουργίας της, να καταβληθούν περαιτέρω κεφάλαια (μισθοί, κρατικές εισφορές, υπηρεσίες, καύσιμα κ.ο.κ.), κρίθηκε αναγκαίο όπως η Εταιρεία καταχωρήσει την επίδικη ενδιάμεση αίτηση, ώστε να επιδιωχθεί η έκδοση προσωρινού διατάγματος, το οποίο να διατάσσει την Τράπεζα Κύπρου να επιτρέψει την απόσυρση κεφαλαίων από τους λογαριασμούς της Εταιρείας, καθότι, ως ισχυρίζεται ο Γιώργος Κυριάκου, αν δεν εκδίδοντο τα αιτούμενα διατάγματα, θα ήταν αδύνατη η απρόσκοπτη συνέχιση της λειτουργίας της Εταιρείας και θα προκαλούντο ζημιογόνες και ανεπανόρθωτες συνέπειες, τόσο στην Εταιρεία, όσο και στους υπαλλήλους, αλλά και ανεξάρτητους συνεργάτες της, καθώς επίσης και στα πρόσωπα που χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες της για να μεταβούν σε διάφορα μέρη της επαρχίας Λεμεσού. Ζήτησε τέλος, όπως το Δικαστήριο συνυπολογίσει ως δεδομένη την οικονομική καταστροφή της Εταιρείας, αν δεν αποπαγοποιηθούν οι λογαριασμοί της. Το Δικαστήριο, στις 11/11/15, επιλαμβανόμενο της επίδικης Αίτησης, εξέδωσε, μονομερώς, προσωρινό διάταγμα με το οποίο διέτασσε και επέτρεπε την αποπαγοποίηση μόνο των ακόλουθων (τριών από τους οκτώ), τραπεζικών λογαριασμών της Εταιρείας:
- Λογαριασμός υπ'αριθμό 357015109144 στην Τράπεζα Κύπρου,
- Λογαριασμός προθεσμίας 90 ημερών, υπ'αριθμών 357015217788 στην Τράπεζα Κύπρου,
- ο, στην παράγραφο 13 της ενόρκου δηλώσεως αναφερόμενος λογαριασμός και δη ο λογαριασμός στην υπηρεσία factoring με αριθμό πελάτη
- Επίσης, εξέδωσε διάταγμα με το οποίο επέτρεπε στην Εταιρεία, όπως προβαίνει σε πληρωμές, μέσο των πιο πάνω τριών λογαριασμών, οι οποίες πληρωμές θα αφορούν και/ή θα εντάσσονται και/ή θα σχετίζονται με υποχρεώσεις της, οι οποίες είναι συναρτώμενες προς τα λειτουργικά της έξοδα και γενικά για σκοπούς ικανοποίησης δέσμευσης της έναντι τρίτων (περιλαμβανομένων και των υπαλλήλων αυτής), πάντα σε σχέση με την λειτουργία της. Διέταξε δε όπως η Εταιρεία και/ή εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος της, καταχωρήσει εγγύηση ύψους €50.000 για την κάλυψη τυχόν ζημιών που θα ήθελαν προκύψει από την έκδοση των πιο πάνω διαταγμάτων χωρίς εύλογη αιτία. Για σκοπούς ελέγχου της συμμόρφωσης της Εταιρείας προς τα εκδοθέντα διατάγματα, το Δικαστήριο, επιπροσθέτως, διέταξε όπως η Εταιρεία, δια εξουσιοδοτημένου αξιωματούχου της, καταθέσει στο φάκελο του Δικαστηρίου, εντός 60 ημερών από την ημέρα έκδοσης των διαταγμάτων, ένορκη δήλωση αναφορικά με τις συναλλαγές στις οποίες θα προβεί, μετά την έκδοση των εν λόγω διαταγμάτων». Όρισε δε επιστρεπτέα τούτα, στις 18/11/
- Κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου, οι Καθ' ων η Αίτηση, καταχώρησαν, στις 19/12/15, Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης (στο εξής «η ένσταση»). Οι αναγραφόμενοι επ' αυτής λόγοι ένστασης, είναι τέσσερεις και έχουν ως ακολούθως:
- Η Εταιρεία παρουσίασε στο Δικαστήριο λανθασμένα και/ή απέκρυψε σχετικά γεγονότα.
- Χωρίς βλάβη των παραπάνω, επιπρόσθετα και/ή διαδοχικά, η έκδοση και/ή διατήρηση σε ισχύ των ζητουμένων διαταγμάτων δεν αποσκοπεί και/ή δεν περιορίζεται στη συνέχιση των συνηθισμένων εμπορικών δραστηριοτήτων της Εταιρείας.
- Χωρίς βλάβη των παραπάνω, επιπρόσθετα και/ή διαδοχικά, η Εταιρεία απέτυχε να αποσείσει το βάρος ότι η έκδοση και/ή διατήρηση σε ισχύ των ζητούμενων διαταγμάτων είναι προς το συμφέρον όλων των μετόχων και/ή των δικαιούχων μετόχων και/ή των μη εξασφαλισμένων και/ή άλλων πιστωτών και/ή συνεισφορέων της Εταιρείας και/ή ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκηθεί υπέρ της διατήρησης των διαταγμάτων σε ισχύ.
- Χωρίς βλάβη των παραπάνω, επιπρόσθετα και/ή διαδοχικά, η Εταιρεία δεν έχει συμμορφωθεί μέχρι σήμερα με τα ζητούμενα διατάγματα και επομένως κωλύεται να ζητά τη διατήρηση τους σε ισχύ. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση 1, οποίος αναφέρει ότι ετοίμασε τούτη, κατόπιν εξουσιοδότησης του από του λοιπούς Καθ' ων η Αίτηση. Αυτή αποτελείται από επτά σελίδες. Με το περιεχόμενο των πέντε πρώτων, επαναλαμβάνει, στη ουσία, τους ισχυρισμούς επί τους οποίους βασίζεται η κυρίως αίτηση. Στις δύο τελευταίες, οι Καθ' ων η Αίτηση παραπονιούνται ότι η Εταιρεία, προωθώντας της επίδικη αίτηση, δεν αποκάλυψε και/ή απέκρυψε σημαντικά, σχετικά με τα επίδικα ζητήματα, γεγονότα, με αποτέλεσμα η αίτηση της να είναι έκθετη σε απόρριψη, μιας και εκδόθηκε μονομερώς. Σχετικά αναφέρουν ότι, η Εταιρεία, δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο ότι οι Καθ' ων η Αίτηση είναι δικαιούχοι μέτοχοι της Εταιρείας, Στη ουσία, κατά τον ομνύοντα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση, η Εταιρεία παραπλάνησε το Δικαστήριο, παρουσιάζοντας ως πραγματικούς μετόχους της, τρεις εταιρείες, οι οποίες, κατά τους Καθ' ων η Αίτηση, είναι κατ' όνομα και μόνο μέτοχοι της, μιας και αποτελούν εταιρείες παροχής διοικητικών υπηρεσιών της δικηγορικής εταιρείας που εκπροσωπεί την Εταιρεία. Είναι η θέση των Καθ' ων η Αίτηση ότι, η ιδιότητα τους ως δικαιούχοι μέτοχοι της Εταιρείας, προκύπτει αβίαστα από την πρόταση των ελεγκτών της Εταιρείας, αναφορικά με την κατανομή του μετοχικού της κεφαλαίου. Η εν λόγω πρόταση, κατά τον ομνύοντα για λογαριασμό των Καθ' ων η Αίτηση, ετοιμάστηκε από τις 29/09/15 (την επισυνάπτουν ως τεκμήριο Β στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση) και παρά ταύτα, η Εταιρεία δεν την αποκάλυψε στα πλαίσια της επίδικης αίτησης. Οι Καθ' ων η Αίτηση διατείνονται ακόμα ότι, η Εταιρεία απέκρυψε από το Δικαστήριο και άλλα γεγονότα, τα οποία προκύπτουν από το περιεχόμενο διαφόρων εγγράφων (επισυνάπτονται, τούτα, ως τεκμήριο Γ στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση), τα οποία απεστάλησαν, από την Τράπεζα Κύπρου προς τον Καθ' ου η Αίτηση 1, για υπογραφή. Η τελευταία αυτή εισήγηση των Καθ' ων η Αίτηση, δεν συγκεκριμενοποιείται με οποιαδήποτε παραπομπή στο περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων. Τέλος, επικαλούμενοι τον τρόπο δράσης (πριν την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων) των λοιπών δικαιούχων μετόχων της Εταιρείας και ειδικότερα του ομνύοντα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την επίδικη αίτηση, ως εκπροσώπου ενός εκ των εν λόγω δικαιούχων μετόχων, οι Καθ' ων η Αίτηση προβάλουν την θέση ότι, η έκδοση και η διατήρηση της ισχύς των εκδοθέντων διαταγμάτων, δεν είναι προς το συμφέρον όλων των μετόχων και/ή των δικαιούχων μετόχων και γενικότερα των πιστωτών της Εταιρείας, με αποτέλεσμα το δικαστήριο να πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία υπέρ της απόρριψης της επίδικης αίτησης. Αμφότερες οι πλευρές ετοίμασαν και παρέδωσαν στον Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις στις 31/03/16, στις οποίες αναπτύσσουν τους λόγους επί τους οποίους έκαστη πλευρά βασίζει τις θέσεις της. Καμία πλευρά δεν ζήτησε να αντεξετάσει τον ενόρκως δηλούντα της άλλης. Διεξήλθα, τόσο την επίδικη αίτηση, όσο και την ένσταση όπως και τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν, (περιλαμβανομένων και των επισυναπτόμενων σ΄ αυτές Τεκμηρίων) έχοντας συνέχεια κατά νου τις θέσεις και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων όπως αυτά προβάλλουν μέσα από τις αγορεύσεις τους. Κατ' αρχή, και τούτο σε σχέση με τους λόγους ένστασης 2 και 4, σημειώνω τα εξής: ο λόγος ένστασης 2, αν αποσκοπεί στο να προωθήσουν οι Καθ' ων η Αίτηση την θέση ότι το λεκτικό των επιδίκων προσωρινών διαταγμάτων δεν περιορίζει τις όποιες αποσύρσεις κεφαλαίων από τους τραπεζικούς λογαριασμούς της Εταιρείας μόνο για κάλυψη των λειτουργικών της εξόδων, τότε, τούτος έχει εγκαταλειφθεί, μιας και τίποτα σχετικό δεν αναφέρεται, είτε στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, είτε στην αγόρευση των Καθ' ων η Αίτηση. Αν από την άλλη, με τον ρηθέντα λόγο, αυτό για το οποίο παραπονιούνται οι Καθ' ων η Αίτηση, είναι ότι η Εταιρεία χρησιμοποιεί τα εκδοθέντα διατάγματα για να αποσύρει κεφάλαια της για λόγους που δεν σχετίζονται με τα λειτουργικά της έξοδα, τότε, σημειώνω ότι, οι μόνες, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, σχετικές αναφορές τους, αφορούν σε γεγονότα που προηγήθηκαν της έκδοσης των επιδίκων διαταγμάτων. Ως προς τους λόγους που έγιναν οι διάφορες αποσύρσεις κεφαλαίων της Εταιρείας, μετά την έκδοση των επιδίκων διαταγμάτων, αν και έχει καταχωρηθεί σχετική με τις εν λόγω αποσύρσεις ένορκη δήλωση του Γιώργου Κυριάκου ημερομηνίας 18/02/16, εν τούτοις, δεν γίνεται καμία, σχετική με αυτές, αναφορά από τους Καθ' ων η Αίτηση, ούτε προωθείται η θέση ότι τούτες (οι αποσύρσεις) έγιναν κατά παράβαση των εκδοθέντων διαταγμάτων. Ως προς το λόγο ένστασης 4, τούτος δεν προωθήθηκε, και ορθά κατά την γνώμη μου. Και τούτο γιατί, αν και η Εταιρεία δεν καταχώρησε την, σχετική με τις συναλλαγές της, ένορκη δήλωση εντός του χρόνου που διέταξε το Δικαστήριο, σε μεταγενέστερο χρόνο, με τη σύμφωνη θέση των συνηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση, επεκτάθηκε η εν λόγω προθεσμία, και η Εταιρεία καταχώρησε τούτη εντός του χρόνου που δόθηκε από το Δικαστήριο. Νομική πτυχή Έχοντας σημειώσει τα ανωτέρω, κρίνω ορθότερο, στο σημείο αυτό, να παραθέσω τις σχετικές, με τα εναπομείναντα επίδικα ενώπιον μου ζητήματα, νομολογιακές αρχές. Απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων Είναι βασική αρχή δικαίου ότι, το Δικαστήριο αποφασίζει τις διαφορές των μερών, αφού ακούσει και τους δυο διάδικους. Δεν εκδίδει διαταγή πριν ακούσει και το άλλο μέρος. Αυτό εκφράζεται με το λατινικό αξίωμα "audi alteram partem". Κατά παρέκκλιση, όμως, ο νομοθέτης, για επείγουσες περιπτώσεις ή άλλες ιδιάζουσες περιστάσεις, για να είναι αποτελεσματική η θεραπεία, επιτρέπει την έκδοση διαταγμάτων χωρίς ειδοποίηση στο άλλο μέρος. Αυτό έχει νομοθετηθεί με το εδάφιο
(1)του Άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Γρηγορίου κ.ά. ν Χριστόφορου κ.ά.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Σύμφωνα με την πάγια θέση της νομολογίας, η διαδικασία σε μονομερή αίτηση (όπως και η υπό εξέταση), δημιουργεί στον Αιτητή, λόγω της φύσης της, την υποχρέωση να αποκαλύψει στο Δικαστήριο όλα τα γεγονότα που γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε και τα οποία μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Παράλειψη του Αιτητή να αποκαλύψει τα εν λόγω γεγονότα, μπορεί να οδηγήσει στην ακύρωση του διατάγματος, χωρίς το Δικαστήριο να προχωρήσει και να εξετάσει, επί της ουσίας, την αίτηση. Δεν αποτελεί προϋπόθεση, για σκοπούς ακύρωσης του διατάγματος, η παράλειψη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων να οφείλεται σε ηθελημένη προσπάθεια εξαπάτησης του Δικαστηρίου από τον Αιτητή. Η υποχρέωση του Αιτητή να αποκαλύψει όλα τα ουσιώδη γεγονότα δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις που παραλείπει εντελώς να τα αποκαλύψει, αλλά και οπού ο τρόπος με τον οποίο παραθέτει τους ισχυρισμούς του είναι παραπλανητικός ή ελλιπής, ανεξάρτητα αν η παραπλάνηση ή η έλλειψη γίνεται εσκεμμένα ή όχι. (βλέπε: Attorney-General and Another (No. 2) ν Savvides
(1979)1 C.L.R. 349, National Line ν Ship "Sunset"
(1986)1 C.L.R. 393, Zachariades Ltd v. Economides
(1989)1 C.L.R. 437, Global Cruises S.A. ν Metro Shipping Travel Ltd
(1989)1 ΑΑΔ Ε 602, Άνθιμος Δημητρίου ν The Dolphin Insurance Company Limited και Άλλων,
(1990)1 ΑΛΑ. 351, Gircotis & Achilleos Limited ν Chr. M. Sarlis & Co. M.S. και Άλλου,
(1992)1(A) ΑΛΑ. 360, Στυλιανού ν Στυλιανού
(1992)1ΑΑΔ 583, Γρηγορίου κ.ά. ν Χριστόφορου κ.ά.
(1995)1 ΑΑΔ 248, Demstar Ltd ν Zim Israel Navigation
(1996)1 ΑΑΔ 597, Resola Cyprus Ltd ν Christou
(1998)1 Β ΑΑΔ 598 και Harvardskiy Prumyslovy Holdings A.S. ν Daventree Resources Limited κ.ά.
(2008)1 ΑΑΔ 801). Τo κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός, είναι αντικειμενικό. Στην υπόθεση Γρηγορίου κ.ά. (ανωτέρω), ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Δ. Στυλιανίδης παρέθεσε αυτούσιο απόσπασμα από την υπόθεση Brink's Mat Ltd ν Elcombe (C.A.) [1988] 1 W.L.R. 1350, αποτελούμενο από επτά αριθμημένες παραγράφους, το οποίο έχει ως ακολούθως: «ln considering whether there has been relevant non-disclosure and what consequence the court should attach to any failure to comply with the duty to make full and frank disclosure, the principles relevant to the issues in these appeals appear to me to include the following.
(1)The duty of the applicant is to make 'a full and fair disclosure of all the material facts': see Rex v. Kensington Income Tax Commissioners, Ex parte Princess Edmond de Polignac [1917] 1 KB. 486, 514, per Scrutton L.J.
(2)The material facts are those which it is material for the judge to know in dealing with the application as made: materiality is to be decided by the court and not by the assessment of the applicant or his legal advisers: see Rex v. Kensington Income Tax Commissioners, per Lord Cozens-Hardy M.R., at p. 504, citing Dalglish v. Jarvie [1850] 2 Mac. & G. 231, 238, and Browne Wilkinson J. in Thermax Ltd. v. Schott Industrial Glass Ltd. [1981] F.S.R. 289, 295.
(3)The applicant must make proper inquiries before making the application: see Bank Mellat v. Nikpour [1985] F.S.R. 87. The duty of disclosure therefore applies not only to material facts known to the applicant but also to any additional facts which he would have known if he had made such inquiries.
(4)The extent of the inquiries which will be held to be proper, and therefore necessary, must depend on all the circumstances of the case including (
- a)the nature of the case which the applicant is making when he makes the application; and (
- b)the order for which application is made and the probable effect of the order on the defendant: see, for example, the examination by Scott J. of the possible effect of an Anton Filler order in Columbia Picture Industries Inc. v. Robinson [1987] Ch. 38; and (
- c)the degree of legitimate urgency and the time available for the making of inquiries: see per Slade L.J. in Bank Mellat v. Nikpour[1985]F.S.R. 87, 92-93.
(5)If material non-disclosure is established the court will be 'astute to ensure that a plaintiff who obtains [an ex parte injunction] without full disclosure ... is deprived of any advantage he may have derived by that breach of duty:' see per Donaldson L.J. in Bank Mellat v. Nikpour, at p.91, citing Warrington L.J. in the Kensington Income Tax Commissioners' case [1917] 1 K.B. 486, 509.
(6)Whether the fact not disclosed is of sufficient materiality to justify or require immediate discharge of the order without examination of the merits depends on the importance of the fact to the issues which were to be decided by the judge on the application. The answer to the question whether the non-disclosure was innocent, in the sense that the fact was not known to the applicant or that its relevance was not perceived, is an important consideration but not decisive by reason of the duty on the applicant to make all proper inquiries and to give careful consideration to the case being presented.
(7)Finally, it 'is not for every omission that the injunction will be automatically discharged. A locus poenitentiae may sometimes be afforded:' per Lord Denning M.R. in Bank Mellat v. Nikpour [1985] F.S.R. 87, 90». Επί του ιδίου θέματος, στη Attorney-General and Another (No. 2) (ανωτέρω), υιοθετήθηκε το εξής σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του Lord Rolfe Β. στην υπόθεση Dalglish ν Jarvie 2 Mac. & G 231, 238: «So here, if the party applying for a special injunction, abstains from stating facts which the Court thinks are most material to enable it to form its judgment, he disentitles himself to that relief which he asks the Court to grant. I think, therefore, that the injunction must fall to the ground. That is merely one and perhaps rather a weighty authority in favour of the general proposition which I think has been established, that on an ex parte application uberrima fides is required, and unless that can be established, if there is anything like deception practiced on the Court, the Court ought not to go into the merits of the case, but simply say "we will not listen to your application because of what you have done». Τέλος, ο Wigram V.-C. έθεσε το θέμα με τον εξής τρόπο: «Α plaintiff applying ex parte comes (as it has been expressed) under a contract with the Court that he will state the whole case fully and fairly to the Court. If he fails to do that, and the Court finds, when the other party applies to dissolve the injunction, that any material fact has been suppressed or not properly brought forward, the plaintiff is told that the Court will not decide on the merits, and that, as he has broken faith with the Court, the injunction must go» (βλέπε, Castelli ν Cook
(1849)7 Hare, 89, 94.). Σκοπός και ερμηνεία του άρθρου 216 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113. Στην Πολιτική Αίτηση Αναφορικά με την αίτηση του Νίκου Χριστοφή
(2013)1(B) ΑΑΔ 1710, της οποίας τα γεγονότα προσομοιάζουν κατά πολύ με την υπό εξέταση αίτηση, ο Ναθαναήλ Δ., με αναφορά σε σχετική αγγλική νομολογία, αλλά και σε αγγλικά συγγράμματα, σημείωσε τα εξής σχετικά: «Πρέπει να λεχθεί ότι σε μια εταιρική αίτηση που στοχεύει στη διάλυση της εταιρείας λόγω καταπίεσης ή λόγω του ότι είναι δίκαιο η εταιρεία να εκκαθαριστεί, όπως και σε κάθε συναφή αίτηση για εκκαθάριση εταιρείας από το Δικαστήριο, δεν είναι αναγκαία η ειδοποίηση των πιστωτών της εταιρείας δυνάμει του άρθρου 216 του Κεφ. 113, το οποίο προνοεί ότι κατά την εκκαθάριση εταιρείας από το Δικαστήριο, «.. οποιαδήποτε διάθεση της ιδιοκτησίας της εταιρείας, περιλαμβανομένων και αγώγιμων δικαιωμάτων, και οποιαδήποτε μεταβίβαση μετοχών, ή αλλαγή της υπόστασης των μελών της εταιρείας, που γίνεται μετά την έναρξη της εκκαθάρισης είναι άκυρη, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά.» Σύμφωνα με το άρθρο 218
(2), η εκκαθάριση εταιρείας από το Δικαστήριο λογίζεται να αρχίζει από το χρόνο υποβολής της αίτησης για εκκαθάριση. Όπως φανερώνεται από το λεκτικό του άρθρου 216, εκείνο που απαγορεύεται είναι η διάθεση της ιδιοκτησίας της εταιρείας, η αλλαγή της υπόστασης των μελών αυτής και η μεταβίβαση μετοχών ούτως ώστε να μην αλλοιώνεται το υφιστάμενο, κατά το χρόνο της εταιρικής αίτησης για διάλυση, ιδιοκτησιακό καθεστώς της εταιρείας. Δεν απαγορεύεται η λειτουργία της εταιρείας ως ζώσας επιχείρησης κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας της αίτησης για διάλυση[1]. Στην απόφαση (Αναφορικά με τη Helindo Shipping Company Limited
(2003)1 Α.Α.Δ. 238,) είναι σαφές, με βάση και τις αντίστοιχες πρόνοιες της Αγγλίας, (s. 227 του Companies Law 1948) και τα συναφή συγγράμματα, ότι το άρθρο 216 στοχεύει στην προστασία και την «.. παρεμπόδιση των αξιωματούχων της εταιρείας από του να αποξενώσουν περιουσιακά της στοιχεία μετά την υποβολή αίτησης για διάλυση της». Δεν στοχεύει στον παρεμποδισμό της ζώσας λειτουργίας της εταιρείας στο μεταξύ και ούτε υπάρχει είτε στα Companies Winding Up Rules 1933-1938, είτε στα Companies Rules, Subsidiary Legislation of Cyprus, Τόμος II, σελ. 279, οποιαδήποτε αναγκαιότητα για επίδοση ή ειδοποίηση των πιστωτών σε περίπτωση αίτησης για διάλυση με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας ή της καταπίεσης της μειοψηφίας[2]. Υπάρχει στο θέμα παρερμηνεία από τον αιτητή της έννοιας του άρθρου 216 και της νομολογίας [.] Εδώ δεν ήταν ούτε αναγκαίο, ούτε επιβαλλόμενη από τη νομολογία, η προηγούμενη ειδοποίηση ή επίδοση της εταιρικής αίτησης προς διάλυση της εταιρείας, στους οποιουσδήποτε πιστωτές. Σχετική παραπομπή για την εμβέλεια και έννοια του άρθρου 216, γίνεται με ιδιαίτερη γλαφυρότητα στον Pennington: Company Law 3η έκδ. σελ. 701 και 704-707, όπου και μνημονεύεται η υπόθεση Re Wiltshire Iron Co
(1868)3 Ch. App. 443, απ' όπου και το εξής σχετικό απόσπασμα: «This is a wholesome and necessary provision, to prevent, during the period which must elapse before a petition can be heard, the improper alienation and dissipation of the property of a company in extremis. But where a company actually trading, which it is in the interests of everyone to preserve, and ultimately to sell, as a going concern, is made the object of a winding up petition which may fail or may succeed, if it were to be supposed that transactions in the ordinary course of its current trade, bona fide entered into and completed, would be avoided, and would not in the discretion given to the court, be maintained, the result would be that the presentation of a petition, groundless or well-founded, would, ipso facto, paralyze the trade of the company, and great injury, without any counterbalance of advantage, would be done to those interested in the assets of the company.)) .................................. Ως δε περαιτέρω αναφέρεται στη σχετική ένορκη δήλωση της εταιρείας, η οποία ως διάδικος στην κυρίως αίτηση προέβηκε στο διάβημα αποπαγοποίησης, η εταιρεία είναι φερέγγυα και η παγοποίηση των λογαριασμών μετά την ενημέρωση της Τράπεζας Κύπρου από τον αιτητή, θα συνεπαγόταν την άμεση καταστροφή της εταιρείας εφόσον θα την εμπόδιζε από του να πληρώνει τις συνεχείς υποχρεώσεις της συναρτώμενες προς τα λειτουργικά της έξοδα, ενώ δεν θα μπορούσε ούτε να τιμήσει δεσμεύσεις της εναντίον τρίτων για έργα που ανέλαβε και δεν θα μπορούσε ούτε να καλύψει επιταγές εκδομένες εκ των τραπεζικών της λογαριασμών. ........................................................................ Εν πάση όμως περιπτώσει δεν γίνεται αντιληπτός ο λόγος για τον οποίο ο αιτητής ενίσταται στην αποπαγοποίηση των λογαριασμών που μόνο προς όφελος της εταιρείας μπορεί να λειτουργήσει και κατ' επέκταση και του ιδίου, όπως ρητά αναφέρεται στο απόσπασμα που παρατέθηκε πιο πάνω από την υπόθεση Wiltshire Iron Co Ltd, ενώ και ο ίδιος ο αιτητής, όπως είχε δηλώσει ο κ. Κούτρας στο πρακτικό ημερ. 19.7.2013, δεν είχε ζητήσει την παγοποίηση των λογαριασμών.» Συνεπεία της απουσίας σχετικής αμφισβήτησης, από πλευράς των Καθ' ων η Αίτηση, δεν καθίσταται αναγκαία η ενασχόληση μου με το κατά πόσο το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/1960, αποτελεί ή όχι την ορθή και κατάλληλη βάση για την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων. Ούτε, στη περίπτωση που αποτελεί ορθή βάση, του πως εξετάζονται οι τρεις προϋποθέσεις που επιβάλλουν οι πρόνοιες του, με δεδομένο ότι ο αιτητή είναι ο «εναγόμενος» στην κυρίως διαδικασία και το επιδιωκόμενο διάταγμα σκοπεύει να ανατρέψει ή να διαφοροποιήσει μονομερή ενέργεια τρίτου προσώπου (μη διαδίκου στην κυρίως αίτηση), και δη άλλου από τον «ενάγοντα». Το θέμα όμως, ως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, δεν είναι επίδικο και ως εκ τούτου δεν θα ασχοληθώ περαιτέρω. Φτάνει απλά να σημειώσω ότι, το δικαίωμα και/ή καλύτερα η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδίδει, μεσούσης της διαδικασίας μιας αίτησης εκκαθάρισης, διατάγματα επικύρωσης συναλλαγών δια της πληρωμής ποσών από τους τραπεζικούς λογαριασμούς της καθ' ης η αίτηση εταιρείας, και τούτο χωρίς οι εν λόγω πληρωμές να θεωρούνται ως παράνομη διάθεση περιουσίας της εταιρείας, είναι αδιαμφισβήτητη (βλέπε, Bank of Irland ν Hollicourt (contracts) Limited [2001] 2 W.L.R. 290, Re SA and D Wright [1992] B.C.C. 503 και Re A I Lew (Holdings) Ltd [1964] Ch. 19). Τούτο εξάλλου, προκύπτει και από το ίδιο το λεκτικό του άρθρου 216 και συγκεκριμένα της τελευταίας αυτού φράσης «...εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά». Επομένως, εκείνο που αβίαστα προκύπτει από τις πιο πάνω αναφερόμενες νομικές αρχές, είναι ότι οι πρόνοιες του άρθρου 216 του Κεφ. 113, δεν μπορούν να ερμηνευτούν με τρόπο που να απαγορεύεται σε μία αξιόχρεη εταιρεία - μια ζώσα επιχείρηση - εναντίον της οποίας εκκρεμεί αίτηση εκκαθάρισης, να αποσύρει από του τραπεζικούς της λογαριασμούς κεφάλαια για σκοπούς κάλυψης των λειτουργικών της εξόδων. Πόσο μάλλον αν μια τέτοια απαγόρευση θα έχει ως αποτέλεσμα την οικονομική καταστροφή της και κατά συνέπεια και τον δυσμενή επηρεασμό, όχι μόνο της ίδιας της εταιρείας, αλλά και των υπαλλήλων και συνεργατών της ή ακόμα και της μειοψηφίας των μετόχων της, που ενδεχομένως να είναι και τα πρόσωπα που καταχώρησαν την αίτηση εκκαθάρισης. Κατάληξη. Ως είχα την ευκαιρία να σημειώσω ανωτέρω, τα επίδικα εν τέλει, ενώπιον μου ζητήματα, ως τούτα προκύπτουν από τους εναπομείναντες λόγους ένστασης 1 και 3, είναι, πρώτον, κατά πόσο τα εκδοθέντα προσωρινά διατάγματα θα πρέπει να ακυρωθούν λόγο απόκρυψης και/ή μη αποκάλυψης, από πλευράς της Εταιρείας, ουσιωδών γεγονότων και δεύτερον, το κατά πόσο τα ρηθέντα διατάγματα θα πρέπει να ακυρωθούν επί το ότι η διατήρηση τους σε ισχύ δεν εξυπηρετεί το συμφέρον όλων των μετόχων και/ή των δικαιούχων μετόχων και/ή γενικά των πιστωτών της Εταιρείας. Ως προς την απόκρυψη ή μη ουσιωδών γεγονότων, εκείνο που προκύπτει από τις πιο πάνω αναφερόμενες σχετικές νομικές αρχές, και το οποίο κρίνεται σχετικό με την υπό συζήτηση υπόθεση είναι ότι, για να κριθούν ως ουσιώδη τα γεγονότα που κατά τους Καθ' ων η Αίτηση δεν αποκαλύφθηκαν στο Δικαστήριο κατά το στάδιο που προωθείτο η επίδικη αίτηση μονομερώς, θα πρέπει τούτα να είναι τέτοια, που να ήταν δυνατόν, αν αποκαλύπτοντο, να ασκούσαν επιρροή στη δικαστική κρίση. Ως υπεδείχθη και ανωτέρω, με παραπομπή σε σχετική Αγγλική Νομολογία, και τούτο σε σχέση με την σημαντικότητα και/ή το ουσιώδες μη αποκαλυφθέντων γεγονότων, «The material facts are those which it is material for the judge to know in dealing with the application as made: materiality is to be decided by the court and not by the assessment of the applicant or his legal advisers». Αναφορικά δε με το είδος των γεγονότων που θα πρέπει ένας διάδικος, ο οποίος προωθεί, μονομερώς, μια αίτηση του, να αποκαλύπτει, αναφέρθηκε ότι, τούτα πρέπει να είναι «...facts which the Court thinks are most material to enable it to form its judgment...». Όλα τα γεγονότα, που κατά τους Καθ' ων η Αίτηση, δεν απεκαλύφθησαν από την Εταιρεία, αφορούν σε θέματα που σχετίζονται άμεσα με την σχέση των δύο διαδίκων της κυρίως αίτησης, καθώς επίσης και με την ιδιότητα ενός εκάστου, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο, η πλειοψηφία των μετόχων και/ή των δικαιούχων μετόχων της Εταιρείας ασκεί τα καθήκοντα της. Δηλαδή γεγονότα που άπτονται της ουσίας της διαφοράς των μερών της κυρίως αίτησης, για τα οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφανθεί κατά την εκδίκαση της εν λόγω αίτησης και δη κατά τον σχηματισμό της απόφασης του επί του βασικού ενώπιον του ζητούμενου, ήτοι αν θα διατάξει ή όχι την εκκαθάριση της Εταιρείας. Όπως όμως υπεδείχθη ανωτέρω, το σημαντικό για την ανάγκη, αρχικά της έκδοσης και επί του προκειμένου της διατήρησης σε ισχύ των εκδοθέντων προσωρινών διαταγμάτων, είναι, αφενός το νόμιμο ή μη της ενέργειας της Τράπεζας Κύπρου να παγοποιήσει τους λογαριασμούς και αφετέρου οι συνέπειες της εν λόγω παγοποίησης στην Εταιρεία. Κανένα από τα επικαλούμενα ως μη αποκαλυφθέντα από την Εταιρεία γεγονότα δεν σχετίζεται με τα μόλις πιο πάνω ουσιαστικά, για την υπό εξέταση ενδιάμεση αίτηση, ζητήματα. Τουναντίον, οι Καθ' ων η Αίτηση δεν έθεσαν, καθ' οιονδήποτε τρόπο, εν αμφιβάλω τις σχετικές αιτιάσεις της Εταιρείας και δη ότι, αφενός η Τράπεζα Κύπρου ερμήνευσε εντελώς λανθασμένα τις πρόνοιες του άρθρου 216 του Κεφ. 113 και δη ως δυνάμενες να αποτελέσουν τη βάση για καθολική απαγόρευση απόσυρσης από τους τραπεζικούς λογαριασμούς της Εταιρείας κεφαλαίων και αφετέρου ότι, η μη ανατροπή και/ή διαφοροποίηση της μονομερούς ενέργειας της Τράπεζας Κύπρου, οδηγεί μονοδρομικά στην οικονομική καταστροφή της Εταιρείας με ανυπολόγιστες δυσμενείς συνέπειες, όχι μόνο στην Εταιρεία, αυτή καθ' εαυτή, αλλά και στους μετόχους της και/ή δικαιούχους μετόχους και/ή υπαλλήλους και/ή συνεργάτες της, περιλαμβανομένων και των ίδιων των Καθ' ων η Αίτηση, οι οποίοι έχουν αδιαμφισβήτητο, κατά τους ίδιους, συμφέρον στην κερδοφορία της Εταιρείας. Και τούτα, χωρίς να αγνοούνται και/ή να διαφεύγουν του Δικαστηρίου, οι προφανείς δυσμενείς συνέπειες στο κοινό που επωφελείται από τις υπηρεσίες που παρέχει η Εταιρεία. Κατά συνεπεία, αφ' ης στιγμής, τα επικαλούμενα από τους Καθ' ων η Αίτηση μη αποκαλυφθέντα γεγονότα, δεν θα ήταν δυνατόν να ασκήσουν οποιανδήποτε επιρροή κατά τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης καθ' ον χρόνο το Δικαστήριο εξέταζε μονομερώς την επίδικη αίτηση, ο πρώτος λόγος ένστασης, δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Στρέφομαι τώρα να εξετάσω τον λόγο ένστασης 3 και δη το κατά πόσο δεν είναι προς το συμφέρον όλων των μετόχων και/ή δικαιούχων μετόχων και γενικά των πιστωτών της Εταιρείας να διατηρηθούν σε ισχύ τα επίδικα εκδοθέντα προσωρινά διατάγματα. Με κάθε σεβασμό προς την πιο πάνω εισήγηση των Καθ' ων η Αίτηση, αδυνατώ πραγματικά να κατανοήσω τους λόγους για τους οποίους προβάλλουν αυτό το λόγο ένσταση. Δεν έχει υποδειχθεί από αυτούς κανένας λόγος ή έστω ουσιαστικό επιχείρημα που να υποστηρίζει την θέση τους. Ως σημειώθηκε και ανωτέρω στα πλαίσια αναφοράς του Δικαστηρίου στη σύνοψη των νομικών αρχών που προκύπτουν από την ανάλυση των προνοιών του άρθρου 216 του Κεφ. 113, η οικονομική καταστροφή της Εταιρείας ή έστω η οποιαδήποτε δυσμενής συνεπεία από την μονομερή απαγόρευση απόσυρσης κεφαλαίων από την Τράπεζα Κύπρου, δεν μπορεί να είναι προς το συμφέρον κανενός μετόχου και/ή δικαιούχου μετόχου και/ή πιστωτή της Εταιρείας. Πόσο μάλλον, αν αναλογιστεί κανείς, ότι ένα από τα βασικά παράπονα των Καθ' ων η Αίτηση είναι η μη απόδοση σε αυτούς των αναλογούντων κεφαλαίων από την επιχορήγηση που δίδεται από το κράτος, κάτι που προϋποθέτει οικονομική δεινότητα της Εταιρείας. Πώς είναι δυνατόν να διασφαλίζονται τα συμφέροντα των Καθ' ων η Αίτηση στην περίπτωση που η Εταιρεία, τουλάχιστον, θα επηρεαστεί δυσμενώς οικονομικά από την ενδεχόμενη ακύρωση των εκδοθέντων διαταγμάτων; Αποτελεί κοινή θέση των δύο πλευρών ότι, η παγοποίηση των τραπεζικών λογαριασμών της Εταιρείας ήταν το αποτέλεσμα μονομερούς ενέργειας της Τράπεζας Κύπρου και όχι άμεσης επιδίωξης των Καθ' ων η Αίτηση, οι οποίοι δεν προώθησαν οποιονδήποτε σχετικό αίτημα τους. Κρίνεται επίσης σημαντικό να αναφερθεί ότι, το Δικαστήριο δεν επέτρεψε γενικά και αόριστα την απόσυρση κεφαλαίων από όλους τους τραπεζικούς λογαριασμούς της Εταιρείας. Τουναντίον, περιόρισε, με ειδική αναφορά του, το δικαίωμα απόσυρσης, μόνο σε σχέση με τα λειτουργικά έξοδα της Εταιρείας, και ως πηγή απόσυρσης, μόνο τρεις (ρητά αναφερόμενους), από τους οκτώ τραπεζικούς λογαριασμούς της Εταιρείας. Έθεσε δε υπό μορφή ασφαλιστικής δικλίδας, την υποχρεωτική ενημέρωση του, αναφορικά με τις συναλλαγές της Εταιρείας που έπονται χρονικά της έκδοσης των διαταγμάτων, ώστε να είναι δυνατός ο έλεγχος του κατά πόσο οι οποιεσδήποτε αποσύρσεις κεφαλαίων σχετίζονται μόνο με τα λειτουργικά έξοδα της Εταιρείας. Έχοντας ήδη απορρίψει όλους τους λόγους ένστασης και με γνώμονα ότι το πρόσωπο που επηρεάζεται άμεσα από την έκδοση των επιδίκων διαταγμάτων (Τράπεζα Κύπρου) δεν επέδειξε ενδιαφέρον για ακύρωση ή έστω διαφοροποίηση τους (δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο, παρά της σχετικής επίδοσης που της έγινε), κρίνω ότι η διατήρηση της ισχύς των εκδοθέντων προσωρινών διαταγμάτων ημερομηνίας 11/11/2015 είναι προς το συμφέρον όλων των επηρεαζόμενων προσώπων (νομικών και φυσικών) και ως εκ τούτου, τα ρηθέντα προσωρινά διατάγματα καθίστανται πλέον απόλυτα. Στα πλαίσια δε της διακριτικής εξουσίας που παρέχεται στο Δικαστήριο, κρίνω ορθό και ως εκ τούτου διατάσω όπως η Εταιρεία, μέσω εξουσιοδοτημένου αξιωματούχου της, καταθέτει, κάθε 3 μήνες, αρχομένης την 12/09/2016 και κάθε 12η μέρα κάθε τρίτου επόμενου μήνα, στον φάκελο του Δικαστηρίου, ένορκη δήλωση, διαφωτιστική για όλες τις συναλλαγές της που διενεργούνται με βάση τα εκδοθέντα, απόλυτα πλέον, διατάγματα. Οι εν λόγω ένορκες δηλώσεις, να είναι διαφωτιστικές για τις, μέχρι και την τελευταία ημέρα του προηγούμενου της καταχώρησης τους μήνα, συναλλαγές της Εταιρείας. Η ισχύς της παρούσας διαταγής επεκτείνεται μέχρι και την πλήρη αποπεράτωση της κυρίως αίτησης εκκαθάρισης. Ως προς τα έξοδα, δεν βλέπω κανένα λόγο γιατί τούτα να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αίτησης και ως εκ τούτου, επιδικάζονται υπέρ της Εταιρείας και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση, ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της δίκης της κυρίως αίτησης. (Υπ.) ........... Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Γ. /ΧΨ [1] Υπογράμμιση δική μου [2] Υπογράμμιση δική μου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο