← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΒΙΚΤΩΡΑ ΚΑΡΗ ΙΩΑΝΝΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1774/11, 23/5/2016

ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΒΙΚΤΩΡΑ ΚΑΡΗ ΙΩΑΝΝΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1774/11, 23/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A307 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδούλου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1774/11 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσας και ΒΙΚΤΩΡΑ ΚΑΡΗ ΙΩΑΝΝΟΥ Εναγομένου ------------------------------------------- Αίτηση ημερ. 29.1.2016 υπό εναγόμενου - αιτητή για διαγραφή της Υπεράσπισης του Εναγομένου και αντικατάστασης της με νέα Υπεράσπιση και την προσθήκη Ανταπαίτησης Ημερομηνία: 23 Μαΐου 2016 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο - Αιτητή: κ Γ. Τρίγγας για Π. Αγγελίδης και Σία ΔΕΠΕ Για Ενάγουσα - Καθ΄ης η αίτηση: κα Κ. Γιαπανά για Σκορδής Παπαπέτρου και Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή με το πιο πάνω τίτλο και αριθμό καταχωρήθηκε στις 11.3.11 σε κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο και με αυτήν η ενάγουσα αξιώνει την έκδοση απόφασης εναντίον του εναγομένου για ποσό €27.345,06 πλέον τόκους δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 30.9.09 η οποία διέπεται από τον Περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμο του 2011 με την οποία η ενάγουσα συμφώνησε να εγκρίνει και/ή παραχωρήσει προς τον εναγόμενο προσωρινή αύξηση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού υπ' αριθμό 0140-12-003715 από €20.503 σε €50.000 μέχρι 24.11.09 υπό συγκεκριμένους όρους. Είναι η θέση της ενάγουσας ότι προς εξασφάλιση του εν λόγω δανείου ο εναγόμενος υποθήκευσε συγκεκριμένα μερίδια σε διάφορα ακίνητα που κατέχει όπως και εκχώρησε προς όφελος της ενάγουσας τα δικαιώματα του που απορρέουν από ασφαλιστικά συμβόλαια ζωής που είχε με την Eurolife Ltd. Είναι η θέση της ενάγουσας ότι ο εναγόμενος, κατά παράβαση της συμφωνίας, παρέλειψε να εξοφλήσει το δάνειο παρά το ότι οχλήθηκε επανειλημμένα από την ενάγουσα για το σκοπό αυτό και για αυτό η ενάγουσα αξιώνει την πληρωμή του ποσού που αναφέρεται, την έκδοση διαταγμάτων για πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων καθώς και διάταγμα που να διαφυλάσσει τα δικαιώματα της ενάγουσας να αξιώσει τα ποσά της απαίτησης με βάση τα ασφαλιστικά συμβόλαια της Eurolife Ltd όταν καταστούν πληρωτέα, ζητά επίσης τόκους και έξοδα. Η αγωγή επιδόθηκε στον εναγόμενο ο οποίος καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης μέσο δικηγόρου. Ακολούθως καταχώρησε Υπεράσπιση. Στην Υπεράσπιση του ο εναγόμενος παραδέχεται ότι στις 30.9.09 υπέγραψε κάποια συμφωνία με την ενάγουσα που σχετίζεται με λογαριασμό που διατηρούσε από το 2002, αρνείται ότι χρωστά στην ενάγουσα το πόσο που διεκδικεί ισχυριζόμενος ότι σε αυτό συμπεριλαμβάνονται τόκοι και χρεώσεις οι οποίες ουδέποτε είχαν συμφωνηθεί και τις οποίες ουδέποτε αποδέχτηκε. Ισχυρίζεται επίσης ότι εκτός από την υποθήκη με αριθμό Υ7170/02 οι υπόλοιπες υποθήκες που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης δεν έχουν σχέση με το επίδικο χρέος και ότι η ενάγουσα, καταχρώμενη τις δικαστικές διαδικασίες, με μόνο σκοπό την αύξηση των δικηγορικών εξόδων και σπαταλώντας δικαστικό χρόνο, ήγειρε εναντίον του εναγόμενου τέσσερις συνολικά αγωγές για άλλα δάνεια με βάση τις ίδιες υποθήκες που αναφέρονται και στην παρούσα αγωγή, ενώ θα μπορούσαν να τις συμπεριλάβουν όλες στην ίδια αγωγή. Στις 26.2.15 καταχωρήθηκε σημείωμα αλλαγής δικηγόρου και στις 29.1.16 η υπό κρίση αίτηση. Με αυτήν ο εναγόμενος ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει τη διαγραφή της υφιστάμενης Υπεράσπισης του και την αντικατάσταση της με νέα Υπεράσπιση στην οποία να υπάρχει και Ανταπαίτηση. Στην αίτηση αναγράφει το κείμενο της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης που προτίθεται να καταχωρήσει, αν το Δικαστήριο επιτρέψει την έκδοση των διαταγμάτων μου ζητά. Στο νέο προτιθέμενο δικόγραφο του, ο εναγόμενος, προτίθεται να ισχυριστεί ότι υπήρχε συμφωνία μεταξύ του και της ενάγουσας για τραπεζικές διευκολύνσεις, δέχεται το άνοιγμα τρεχούμενου λογαριασμού με τον συγκεκριμένο αριθμό και τη παροχή αύξησης του ορίου για συγκεκριμένο ποσό με παροχή συγκεκριμένων εγγυήσεων, αλλά προτίθεται να ισχυριστεί ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο είναι πολύ μικρότερο από αυτό που ισχυρίζεται η ενάγουσα και επίσης ότι το αξιούμενο ποσό είναι προϊόν υπερχρεώσεων και παράνομων τόκων και επίσης ότι η ενάγουσα έδειξε αντισυμβατική συμπεριφορά την οποία λεπτομερώς περιγράφει και συνέπεια αυτής της συμπεριφοράς προκάλεσε την μη εξόφληση των λογαριασμών και ως εκ τούτου εμποδίζεται να διεκδικεί να απαιτεί οποιαδήποτε ποσά από τον εναγόμενο. Ο εναγόμενος προτίθεται επίσης να ισχυριστεί ότι η ενάγουσα, εν αγνοία του και κατά παράβαση του τραπεζικού απορρήτου, έδωσε στοιχεία για τον τρεχούμενο λογαριασμό του στο Τμήμα Φόρου Εισοδήματος με αποτέλεσμα να υποστεί ζημιά. Επιδιώκει επίσης να ισχυριστεί ότι οι συμφωνίες που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης στο βαθμό που αντίκεινται στους νόμους, δεν νομιμοποιούν την ενάγουσα να ζητά τις αιτούμενες θεραπείες και θα επικαλεσθεί επίσης αδυναμία εκτέλεσης των συμφωνιών. Με τη σκοπούμενη Ανταπαίτηση του ο εναγόμενος προτίθεται να ανταπαιτήσει ανταπαίτηση από την ενάγουσα ποσό πέραν του €1.000.000 ως ζημιές που προέκυψαν από την αντισυμβατική και παράνομη συμπεριφορά της ενάγουσας και συγκεκριμένα

(1)ποσό €900.000 λόγω του ότι η ενάγουσα κατά παράβαση των όσων είχαν συμφωνήσει μεταξύ τους δεν αποδέσμευσε τα χρήματα που χρειαζόταν ο εναγόμενος για να τελειώσει 2 κατοικίες των οποίων είχε ξεκινήσει την ανέγερση με αποτέλεσμα να χάσει υποψήφιους πελάτες και ενοικιαστές,
(2)€75.000 λόγω παραβίασης του τραπεζικού απορρήτου προς το Φόρο Εισοδήματος από την ενάγουσα με αποτέλεσμα να υποστεί ζημιές του ποσού αυτού και
(3)ζημιές €250.000 λόγω μείωσης της τιμής του ενυπόθηκου ακινήτου ως αποτέλεσμα παράνομων πράξεων της ενάγουσας. Η νομική βάση της αίτησης είναι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Διαταγή 25 θεσμοί 1-6, Διαταγή 48 θεσμοί 1-9, η Πρακτική και οι γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Την αίτηση συνοδεύει η ένορκος δήλωση του εναγόμενου - αιτητή Βίκτωρα Καρή Ιωάννου στην οποία αναφέρει ότι οι νέοι δικηγόροι του τον συμβουλεύουν ότι χρειάζεται τροποποίηση η Υπεράσπιση του μετά από εκ νέου μελέτη της υπόθεσης και ενόψει νέων δεδομένων που καθιστούν αναγκαία τη τροποποίηση της Υπεράσπισης του και ότι με τον τρόπο αυτό θα τεθούν ενώπιον του δικαστηρίου τα πραγματικά γεγονότα και η αλήθεια κάτι που θα οδηγήσει στην εκδίκαση της υπόθεσης με τα πραγματικά της δεδομένα εξυπηρετώντας έτσι το σκοπό της απονομής δικαιοσύνης. Η ενάγουσα καταχώρησε ένσταση στις 26.2.16. Ως λόγοι ένστασης αναφέρονται ότι η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, παράτυπη και αντικανονική, υποβάλλεται πολύ καθυστερημένα αφού όλοι ισχυρισμοί του εναγόμενου ήταν πολύ καλά γνωστοί στον ίδιο από την αρχή της υπόθεσης, η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει είναι γενική, αόριστη, κακόπιστη και καταχρηστική χωρίς να δικαιολογεί το αίτημα για καταχώρηση νέας Υπεράσπισης και χωρίς να υπάρχει καμία απολύτως εξήγηση από τον εναγόμενο γιατί επιλέγει την αλλαγή της γραμμής της υπεράσπισης σε αυτό το καθυστερημένο στάδιο της διαδικασίας προκαλώντας έτσι και άλλη καθυστέρηση στην υπόθεση. Η νομική βάση της ένστασης είναι οι περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμοί Δ.19 ΘΘ. 4, 13, 19 -21 , Δ.23, Θ.2, Δ.25 ΘΘ. 1-2, Δ.39 ΘΘ. 1-5 , Δ.48 ΘΘ 1 -13, Δ.64 ΘΘ. 1- 2, η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και η εν γενεί διακριτική ευχέρεια και συμφυής εξουσία του Δικαστηρίου. Την ένσταση συνοδεύει η ένορκος δήλωση του Μάριου Κουντούρη ο οποίος είναι στην υπηρεσία της ενάγουσας, δεόντως εξουσιοδοτημένος από την ενάγουσα να προβεί σε αυτή και αναφέρει ότι γνωρίζει τα πραγματικά γεγονότα από προσωπική του εμπλοκή στη διαδικασία ενώ σε ότι αφορά τα νομικά σημεία έχει λάβει νομική συμβουλή από τους δικηγόρους του. Στην ένορκο του δήλωση, ο Μάριος Κουντούρης, υιοθετεί όλους τους λόγους ένστασης , έχει τη θέση ότι ο εναγόμενος - αιτητής δεν προβάλλει καθόλου και/ή καμία ικανοποιητική εξήγηση για την αργοπορία που σημειώθηκε μέχρι την υποβολή της αίτησης, ότι από την αίτηση προκύπτει ότι όλα τα στοιχεία και γεγονότα ήταν στη γνώση του αιτητή και στη κατοχή του από το 2011, στην ένορκη του δήλωση ο αιτητής δεν προσδιορίζει τα νέα δεδομένα στα οποία αναφέρεται και που είχαν ως αποτέλεσμα την ανάγκη καταχώρησης της αίτησης και θεωρεί ότι στόχος του αιτητή είναι η πρόκληση περαιτέρω καθυστέρησης στην εκδίκαση της υπόθεσης και η κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Αναφέρει επίσης ότι όλοι οι ισχυρισμοί του αιτητή αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του. Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση, κανένας από τους ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκε και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών καταχώρησαν γραπτές εμπεριστατωμένες αγορεύσεις που προβάλλουν σε αυτές, η κάθε πλευρά την δική της θέση. Στην αγόρευση των δικηγόρων του αιτητή υπάρχει ευρεία αναφορά στη νομολογία, υπογραμμίζεται η διαχρονική θέση ότι αιτήσεις τροποποίησης κατά κανόνα εγκρίνονται από τα δικαστήρια εκτός εάν έχει αρχίσει η δίκη οπόταν αντιμετωπίζονται με μεγάλη διστακτικότητα, υπογραμμίζεται ότι σύμφωνα με τη νομολογία αιτήσεις για τροποποίηση εγκρίνονται ακόμα και αν είναι προϊόν αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν προκαλείται στην άλλη πλευρά ζημιά η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Είναι η θέση του ότι το δικαστήριο θα πρέπει να εγκρίνει το αίτημα του εναγομένου στη συγκεκριμένη περίπτωση, το οποίο είναι αναγκαίο και δικαιολογημένο, απορρίπτει τους ισχυρισμούς για κακοπιστία και έχει τη θέση ότι οι ενάγοντες μπορούν να αποζημιωθούν με έξοδα, μόνο όμως τα σπαταληθέντα γιατί αδικαιολόγητα καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση. Οι δικηγόροι της ενάγουσας στην αγόρευση τους επαναλαμβάνουν τη θέση τους ότι δεν πρέπει να εγκριθεί η αιτούμενη τροποποίηση καθώς είναι προφανής η κακή πίστη του αιτητή στην παρούσα περίπτωση, αναφέρουν ότι υπήρξε υπερβολική καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης σχεδόν 4.5 χρόνια από την καταχώρηση της Υπεράσπισης του εναγομένου και χωρίς να προβάλλεται κανένας ουσιαστικός λόγος είτε για την ανάγκη υποβολή της, είτε για το χρόνο υποβολής της. Επαναλαμβάνουν τη θέση τους ότι όλοι προτιθέμενοι νέοι ισχυρισμοί του εναγόμενου ήταν γνωστοί σε αυτόν από τότε που καταχωρήθηκε το δικόγραφο του και δεν μπορεί να του επιτραπεί να διορθώσει παραλήψεις του εκ των υστέρων. Θεωρούν ότι θα πρέπει η αίτηση να απορριφθεί με έξοδα αφού πέραν των όσων έχουν αναφέρει, η αίτηση επιδιώκει αντικατάσταση ολόκληρης της Υπεράσπισης με νέα, κάτι που δεν επιτρέπεται από τους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και εισάγει νέες βάσεις Υπεράσπισης αναιτιολόγητα. Υπάρχει ευρεία νομολογία σχετική με το θέμα της τροποποίησης δικογράφων. Η έγκριση ή όχι τέτοιων αιτημάτων εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου έχουν αναλυθεί σε σειρά αποφάσεων. Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρήστου ν. Ανδρέα Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 707: "Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απορροίας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια." Περαιτέρω στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν. Αθηναΐδος Χριστοδούλου και άλλη
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, στην σελ. 939 λέχθηκαν τα εξής: "Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." Στην υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Co. ν. A & G Leventis & Company (Nigeria) Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, λέχθηκε στις σελίδες 730-731 σχετικά με το θέμα της καθυστέρησης ότι: "Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον καθένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης." Η σημασία της καθυστέρησης σε συνδυασμό και με άλλους σχετικούς παράγοντες σχολιάσθηκε και στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)A.A.Δ. 426: "Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή άλλος ανάλογος ισχυρισμός και δεν συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή." Περαιτέρω στην Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα Πολιτική Έφεση αρ. 10341 ημερομηνίας 19/01/99, το Ανώτατο Δικαστήριο μετά από εκτενή αναφορά στη σχετική νομολογία προέβη στην επαναβεβαίωση της πιο πάνω κατευθυντήριας αρχής και των σχετικών παραγόντων αναφορικά με την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε αίτηση για τροποποίηση δικογράφου. Ένα σημαντικό στοιχείο στην ως άνω υπόθεση το οποίο διαδραμάτισε κάποιο ρόλο στη διαμόρφωση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, χωρίς όμως αρνητικές συνέπειες για την αίτηση, ήταν ότι αυτή είχε υποβληθεί με καθυστέρηση δεκατριών περίπου χρόνων. Τέλος έχει νομολογηθεί ότι κατά την εξέταση του παράγοντα της καθυστέρησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η συμπεριφορά των μερών, παρόλο που η ευθύνη για τη διασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος, βαρύνει το Δικαστήριο (Βλ. Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν. Σωτηρούλλας Χαριλάου Χαρικλείδη και Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζίας ν. 1. Ζήνωνα Ποφαϊδη κ.α., Πολ. Εφέσεις 10719 και 10786 ημερ. 24/10/01, Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 84, Λυσιώτη ν. Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση 10515 ημερ. 22/3/00, Union Alimentaria Sanders S.A. v. Spain, Series A, 157, Publication of the European Court of Human Rights, παραγ. 35
(1989)). Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, η νομολογία δείχνει ότι η σύγχρονη τάση είναι τα δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα της τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934). Το θέμα παραμένει όμως στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου και ασκείται με βάση το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Εξηγείται ακόμα από τη νομολογία, Saba and Co (T.M.P.) v. T.M.P Agents (ανωτέρω) ότι καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν απορρίπτεται ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο επειδή η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Σιακόλα ανωτέρω, εξηγήθηκε ότι τροποποίηση που επιφέρει συγκεκριμενοποίηση και θέτει τα δικόγραφα σε τάξη, καθιστώντας έτσι ευχερέστερη τη διεξαγωγή της δίκης είναι επιτρεπτή. Στη Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) Α.Α.Δ. 33) συνοψίζονται οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε σχέση με την τροποποίηση των δικογράφων ως εξής: "
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη." Σε σχέση με όλες τις πιο πάνω αρχές, είναι ενδεικτικά τα όσα αναφέρθηκαν στην υπ. Νικολάου ν. 1. Ζωή Μιλτιάδους κ.ά., Πολ. ΄Εφ. 96/06, ημερ. 27.7.2007 στην οποία διατάχθηκε επανεκδίκαση ολόκληρης της αγωγής αφού δόθηκε άδεια για τροποποίηση, κατ' έφεση: «Η εξουσία για έκδοση άδειας για τροποποίηση περιέχεται στην Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, όπου προνοείται ότι, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μπορεί να δοθεί η άδεια, ούτως ώστε να γίνουν όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις για να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων.» Θεωρώ ορθό όπως επίσης να αναφέρω την πολύ πρόσφατη απόφαση Ikos CYF Ltd v. Μartin Coward κ.α. Πολιτικές Εφέσεις 137/13 και 138/13 ημερ. 20.3.14 στις οποίες έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα: «Έχουν ήδη παρατεθεί οι βασικές αρχές, οι οποίες και συνιστούν τον γνώμονα για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, κατά την εξέταση ζητήματος τροποποίησης δικογράφων. Ειδικότερα ως προς το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, σταθερή γραμμή της Νομολογίας αναγνωρίζει ότι ο παράγοντας αυτός είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εξαρχής και απαρέκκλητα αποφασιστικής σημασίας. Όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Όπως ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου,
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v. A.G. Leventis κ.α.,
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents,
(1994)1 A.A.Δ. 426, Ιωάννης Νικολάου v. Ζωής Μυλτιάδους κ.ά,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005). Πάγια νομολογία διαμόρφωσε τον κανόνα ότι αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείτε να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Η δε αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει, αφ' εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. (Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ. 501, 510). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου». Επίσης στην ίδια απόφαση έχει υπογραμμιστεί η αρχή ότι «η επιδίωξη ενάγοντα για εισαγωγή νέας βάσης αγωγής δεν είναι εκ προοιμίου καταδικασμένη σε αποτυχία. Ο παράγοντας αυτός συναρτάται με τα υπόλοιπα στοιχεία της κάθε ξεχωριστής περίπτωσης προκειμένου να διαμορφωθεί η τελική κρίση του Δικαστηρίου. Κυρίαρχο στοιχείο και γνώμονας είναι πάντα το συμφέρον της δικαιοσύνης». Με βάση τις πιο πάνω αρχές, προχωρώ να εξετάσω την επιδιωκόμενη αίτηση αλλά και τους λόγους ένστασης. Έχω ήδη αναφέρει ότι ένας από τους κύριους λόγους ένστασης που έχει προωθηθεί από την ενάγουσα εναντίον της χορήγησης των αιτούμενων διαταγμάτων τροποποίησης είναι ότι δεν παρέχεται καθόλου και/ή επαρκής δικαιολογία για την ανάγκη τροποποίησης σε συνδυασμό με το χρόνο που έχει διαρρεύσει για την υποβολή της σχετικής αίτησης. Στην ένορκη δήλωση του αιτητή που στηρίζει την αίτηση, όπως έχει ήδη αναφερθεί, η θέση του είναι ότι οι νέοι του δικηγόροι τον συμβουλεύουν ότι χρειάζεται τροποποίηση η Υπεράσπιση, συγκεκριμένα αναφέρει ότι κατά την εκ νέου μελέτη της υπόθεσης με τους δικηγόρους του και ενόψει των νέων δεδομένων, τα οποία όμως δεν κατονομάζει, θεωρεί αναγκαία την τροποποίηση της Υπεράσπισης του. Ο χρόνος που έχει μεσολαβήσει από την καταχώρηση της Υπεράσπισης του που ήταν 7.11.11 μέχρι την καταχώρησης της αίτησης είναι 4 χρόνια και 2 μήνες, χρονικό διάστημα που αδιαμφισβήτητα είναι μεγάλο. Στην υπόθεση Ikos CYF (ανωτέρω) έχει υπογραμμιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι είναι καταλυτικής σημασίας να υπάρχει το αναγκαίο υπόβαθρο επαρκούς αιτιολόγησης του αιτήματος για τροποποίηση. Εδώ, όπως και στην υπόθεση Ikos CYF, προκύπτει ότι τα βασικά γεγονότα φαίνεται ότι ήταν γνωστά στον αιτητή αφού στην ένορκη δήλωση του δεν υπάρχει καμία αναφορά στα νέα γεγονότα που προέκυψαν μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης του μέχρι και σήμερα. Πουθενά δεν αναφέρεται σε νέα γεγονότα αντίθετα αναφέρεται μόνο σε νέους δικηγόρους και εκ νέου μελέτη της υπόθεσης. Εφαρμόζοντας τις αρχές της υπόθεσης Ikos CYF ανωτέρω θεωρώ ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης στην παρούσα υπόθεση δεν είναι συμβατό με την παροχή άδειας για τροποποίηση λόγω των δεδομένων της υπόθεσης έστω και αν η ακρόαση της δεν έχει ακόμα αρχίσει και περαιτέρω, ότι κατά την άποψη μου, η Δ.25 θ.1, δεν δικαιολογεί στην παρούσα περίπτωση την εισαγωγή νέας γραμμής Υπεράσπισης και έγερσης Ανταπαίτησης. Πιστεύω επίσης ότι η αίτηση, δεν υποστηρίζεται από τη νομική βάση που αναφέρεται σε αυτή. Το τι επιδιώκεται από τον εναγόμενο είναι να διαγραφεί το δικόγραφο του που είναι ήδη καταχωρημένο και η αντικατάσταση του με νέο δικόγραφο, Υπεράσπιση, στο οποίο να εγείρεται και Ανταπαίτηση. Η Δ.25 Θ1 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αποτελεί τη διαταγή με βάση την οποία επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφων προνοεί τα ακόλουθα «1. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties ». Είναι φανερό από το λεκτικό της εν λόγο διαταγή ότι ο νομοθέτης προνοεί για αλλαγή (alter) ή τροποποίηση (amendment) του δικογράφου και όχι για διαγραφή και εξ ολοκλήρου αντικατάστασης του με νέο δικόγραφο. Εν κατακλείδι, αν και η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμα ξεκινήσει και η γενική αρχή δείχνει φιλελεύθερη τάση στην αντιμετώπιση αιτήσεων τροποποίησης και ακόμα και η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής με βάση την Δ.25 θ.1 αλλά και την νομολογία δεν είναι καταδικασμένη σε απόρριψη εφ' αυτής, στην παρούσα υπόθεση ενόψει του γεγονότος ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολόγηση για την υποβολή του αιτήματος αυτού στο στάδιο που υποβάλλεται και του γεγονότος ότι με βάση τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης η εισαγωγή νέας βάσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης για ποσό πέρα του €1.000.000, κάτι που θα άλλαζε και την δικαιοδοσία του δικαστηρίου που θα εκδικάσει την παρούσα αγωγή, η οποία όμως πρέπει να αναφέρω ότι από την ίδια την αίτηση δεν φαίνεται όχι μόνο να δικαιολογείται αλλά ούτε και να συνδέεται αφού η Ανταπαίτηση που επιδιώκεται να εισαχθεί δεν προκύπτει καν από τη νέα Υπεράσπιση που ο εναγόμενος - αιτητής επιδιώκει να προβάλει, έχω τη θέση ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης δεν είναι συμβατό με την παροχή άδειας για τροποποίηση λόγω των δεδομένων της υπόθεσης που μαρτυρούν κίνδυνο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς στους εναγόμενους. Υπογραμμίζω για ακόμη μια φορά ότι τα βασικά γεγονότα ήταν γνωστά στον αιτητή όπως εύκολα μπορεί να διαπιστωθεί από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση από τότε που καταχωρήθηκε η Υπεράσπιση του, και δεν υπάρχει ίχνος δικαιολογίας για την υποβολή της αίτησης. Ενόψει των ανωτέρω, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. [Υπ.] ................ Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου , Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.