← Κύπρος

STARFLEET LTD κ.α. ν. Πέτρου Στυλιανίδη, Συν. Αγωγές αρ.: 4603/2007, 4604/2007, 27/5/2016

STARFLEET LTD κ.α. ν. Πέτρου Στυλιανίδη, Συν. Αγωγές αρ.: 4603/2007, 4604/2007, 27/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A315 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Συν. Αγωγές αρ.: 4603/2007 4604/2007 Αγωγή αρ.: 4603/2007 Μεταξύ: STARFLEET LTD Ενάγουσας και Πέτρου Στυλιανίδη Εναγομένου Αγωγή αρ.: 4604/2007 Μεταξύ: DEXXORIN LTD Ενάγουσας και Πέτρου Στυλιανίδη Εναγομένου ---------------- Ημερομηνία: 27 Μαΐου 2016 Εμφανίσεις: Για τις Ενάγουσες: κ. Ντ. Παπαδόπουλος Για τον Εναγόμενο: κα Μ. Ιεροκηπιώτου με κ. Θ. Οικονόμου για Άντη Τριανταφυλλίδη & Υιοί Δ.Ε.Π.Ε ---------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγουσες, στις πιο πάνω συνεκδικαζόμενες αγωγές είναι Κυπριακές Εταιρείες με τελικό δικαιούχο τον Αλεξάντερ Μιχαήλοβ (στη συνέχεια «Αλεξάντερ») από τη Ρωσία. Ο Εναγόμενος ήταν νυμφευμένος με τη θυγατέρα του Αλεξάντερ, Luipov (στη συνέχεια «Λούπα»). Με βάση την εκδοχή των Εναγουσών, το έτος 1999 δάνεισαν στον Εναγόμενο διάφορα χρηματικά ποσά τα οποία χρησιμοποίησε για αγορές μετοχών δημόσιων εταιρειών. Παρέλειψε, όμως, να αποπληρώσει τα δάνεια, τα οποία κατά/ή περί το Δεκέμβριο του έτους 1999, παρουσίαζαν υπόλοιπα ύψους US$640.899 και $213.978, αντίστοιχα. Ειδικότερα, το υπόλοιπο των $640.899, οφειλόταν προς την Ενάγουσα στην αγωγή 4603/2007 ("Starfleet") και το υπόλοιπο των $213.978 στην Ενάγουσα της αγωγής 4604/2007 ("Dexxorin"). Είναι δικογραφημένη θέση των Εναγουσών ότι ο Εναγόμενος ανεγνώρισε γραπτώς τα ανώτερα υπόλοιπα, αναλαμβάνοντας να τα αποπληρώσει μέχρι τις 10.11.2000, με τόκους 15% ετησίως. Υποστηρίζουν, περαιτέρω, ότι αναγνώρισε τις οφειλές του προς τις Ενάγουσες, με επιστολή που απέστειλε στις 25.7.2006 στον Αλεξάντερ. Ο Εναγόμενος αρνείται τις αξιώσεις των Εναγουσών. Στην τροποποιημένη υπεράσπιση του, υποστηρίζει πως τα χρήματα τα οποία ισχυρίζονται οι Ενάγουσες ότι του δάνεισαν, διατέθηκαν από τις Ενάγουσες για αγοραπωλησίες μετοχών και για τις ανάγκες της πρώην συζύγου του Λούπας. Λόγω της κακής πορείας που ακολούθησε το χρηματιστήριο, κατά τους ουσιώδες χρόνους, προστίθεται στην υπεράσπιση, οι επενδύσεις του Αλεξάντερ, μέσω των Εναγουσών, απωλέστηκαν. Ο ρόλος του, αναφέρει, ήταν μόνο υποβοηθητικός για τη διεκπεραίωση των αγοραπωλησιών μετοχών εκ μέρους και διά λογαριασμό των Εναγουσών, για τις οποίες κρατούσε ενήμερο τον Αλεξάντερ. Ισχυρίζεται, περαιτέρω, ότι μέρος των χρημάτων τα οποία κατατέθηκαν στους λογαριασμούς των Εναγουσών, ως ανωτέρω, χρησιμοποιήθηκε για την αγορά εξοχικής κατοικίας, προς όφελος της πρώην συζύγου του, καθώς και για άλλους προσωπικούς της σκοπούς. Αρνούμενος την κατ' ισχυρισμόν γραπτή η/και προφορική αναγνώριση χρέους, ισχυρίζεται πως εάν αποδειχθεί ότι έλαβε χώρα τέτοια γραπτή δήλωση, έγινε χωρίς να δοθεί νόμιμο αντάλλαγμα και χωρίς δικαιοπρακτική βούληση. Επρόκειτο, προσθέτει, για «οικογενειακή ή κοινωνική διευθέτηση από καθαρά ανθρωπιστικούς λόγους». Καταληκτικά ο Εναγόμενος υποστηρίζει ότι οι αγωγές καταχωρήθηκαν εναντίον του για εκδικητικούς λόγους, μετά από τη διάλυση του γάμου του με την Λούπα. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΥΣΩΝ Για την απόδειξη των αξιώσεων τους, οι Ενάγουσες κάλεσαν δύο μάρτυρες, τον Αλεξάντερ και τη θυγατέρα του Λούπα Μ.Ε.1 και 2 αντίστοιχα. Κατετέθηκε επίσης από κοινού αριθμός τεκμηρίων. Η μαρτυρία τους θα μπορούσε να συνοψισθεί ως ακολούθως: Στη γραπτή κατάθεση του (Έγγραφο Γ) ο Αλεξάντερ υποστήριξε κατά βάση πως συμφώνησε να παραχωρήσει δάνεια στον Εναγόμενο, μετά από παράκληση του τελευταίου, λόγω της στενής συγγενικής τους σχέσης, αφού ήταν παντρεμένος με τη θυγατέρα του. Σύντομα μετά το γάμο, είπε, του ζήτησε να τον δανείσει χρήματα για να επενδύσει σε μετοχές στο χρηματιστήριο. Παρόλο, πρόσθεσε, που δεν του άρεσε η ιδέα, δέχθηκε να του δανείσει τα χρήματα, μέσω των Εναγουσών εταιρειών, λόγω της συγγενικής τους σχέσης. Τα δάνεια, εξήγησε, χορηγήθηκαν μέσω των Εναγουσών εταιρειών και ανοίχθηκαν για το σκοπό της δανειοδότησης λογαριασμοί στην Universal Bank, μετά από υπόδειξη του Εναγόμενου (στη συνέχεια «οι επίδικοι λογαριασμοί»). Επρόκειτο, εξήγησε, για εισήγηση του Εναγομένου ώστε να γίνονται οι συναλλαγές για τις αγοραπωλησίες των μετοχών επ' ονόματι των εταιρειών για να είναι με αυτό τον τρόπο εξασφαλισμένος ότι ο Εναγόμενος θα ξεπλήρωνε τα δάνεια του. Ανέφερε επίσης ότι συμφώνησε με τον Εναγόμενο ότι τα δάνεια θα έφεραν τόκο 15% ετησίως και θα εξοφλούντο σε ένα χρόνο. Μετά το άνοιγμα των επίδικων λογαριασμών, συνέχισε, μεταφέρθηκαν από άλλους λογαριασμούς που διατηρούσαν οι Ενάγουσες εταιρείες, ποσά ύψους US$640.899 στο λογαριασμό της Starfleet και US$213.978 στο λογαριασμό της Dexxorin. Επειδή, ανέφερε, διατηρούσε από την αρχή επιφυλάξεις και ανησυχίες ως προς την αποπληρωμή των δανείων από τον Εναγόμενο, ζήτησε από αυτόν και υπόγραψε έγγραφα με τα οποία αναγνώρισε τα χρέη του προς τις Ενάγουσες (Τεκμήρια Α1 και Α2, αντίστοιχα). Στη συνεχεία της γραπτής του δήλωσης αναφέρει ότι ο Εναγόμενος χρησιμοποίησε τα χρήματα αγοράζοντας μετοχές και είχε τον απόλυτο έλεγχο για όλες τις συναλλαγές που διενήργησε. Ο ίδιος, υποστηρίζει, δεν ήταν ενήμερος πλην από κάποια γραπτή ενημέρωση που έλαβε στην αρχή, χωρίς όμως να δώσει σημασία γιατί δεν ενδιαφερόταν προσωπικά για μετοχές. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην υπεράσπιση του Εναγόμενου ότι χρησιμοποιήθηκαν χρηματικά ποσά για προσωπικούς σκοπούς της θυγατέρας του ή για την αγορά εξοχικής κατοικίας, υποστήριξε πως δεν έχει ενημερωθεί σχετικά, συμπληρώνοντας πως αυτή ήταν απόφαση του Εναγόμενου. Στην αντεξέταση, του υποδείχθηκε ότι μεταφέρθηκαν σημαντικά χρηματικά ποσά από τους λογαριασμούς των Εναγουσών εταιρειών σε προσωπικό λογαριασμό που διατηρούσε η θυγατέρα του στην Τράπεζα. Απάντησε πως δεν γνωρίζει αν έγιναν τέτοιες μεταφορές, αλλά σε κάθε περίπτωση, οι τυχόν μεταφορές χρημάτων έγιναν από τον Εναγόμενο που ήταν σύζυγος της θυγατέρας του. Του υποβλήθηκε περαιτέρω πως τη διαχείριση των επίδικων λογαριασμών που διατηρούσαν οι Ενάγουσες στην Universal την είχε αποκλειστικά η θυγατέρα του Λούπα. Διαφωνώντας, υποστήριξε πως οι λογαριασμοί ελέγχονταν αποκλειστικά από τον Εναγόμενο. Σε υπόδειξη του συνηγόρου του Εναγομένου ότι όλες οι συναλλαγές αφορούσαν αγοραπωλησίες μετοχών επ' ονόματι των Εναγουσών, ανέφερε πως αυτό ήταν με πρωτοβουλία του Εναγόμενου και πως ούτε ο ίδιος προσωπικά ούτε οι Ενάγουσες επωφελήθηκαν από τις συναλλαγές. Σε άλλη σχετική ερώτηση απάντησε πως δεν επωφελήθηκε ούτε με ένα σεντ από μερίσματα ή κέρδος από τις αγοραπωλησίες μετοχών. Στη δική της γραπτή δήλωση, η Μ.Ε.2 αναφέρει ότι τέλεσε γάμο με τον Εναγόμενο στις 30.9.1999 και ζούσαν μαζί μέχρι το έτος 2005, όταν επήλθε διάσταση στη σχέση τους και στις 30.10.2007 ο γάμος τους διαλύθηκε. Σύντομα μετά το γάμο τους, ο Εναγόμενος ζήτησε από τον πατέρα της να του δανείσει χρήματα για να επενδύσει σε μετοχές. Μετά από κάποιες συζητήσεις ο πατέρας της συμφώνησε και του δάνεισε τα ποσά των US$640.899 και US$213.978, μέσω των Εναγουσών εταιρειών. Αυτή η διευθέτηση, υποστήριξε, έγινε μετά από εισήγηση του Εναγομένου, ώστε να υπάρχει περαιτέρω εξασφάλιση για αποπληρωμή των δανείων από τον Εναγόμενο. Αναφέρει, εν συνεχεία, ότι ο Εναγόμενος χρησιμοποίησε τα χρήματα που κατατέθηκαν στους επίδικους λογαριασμούς, αγοράζοντας και πωλώντας μετοχές, χωρίς η ίδια να γνωρίζει και χωρίς να ενημερώνεται ο πατέρας της. Αρχικά ο Εναγόμενος της έλεγε ότι οι επενδύσεις του πήγαιναν καλά και της ζήτησε να μεταφράσει μερικά συμβόλαια συναλλαγών για να τα δείξει στον πατέρα της, ο οποίος όμως δεν ενδιαφερόταν γιατί δεν είχε γνώσεις για μετοχές. Μετά από κάποιο διάστημα ο Εναγόμενος της ανέφερε πως δεν πήγαινε καλά το χρηματιστήριο και μετά από ένα περίπου χρόνο της είπε ότι σχεδόν όλα τα χρήματα είχαν απωλεστεί. Όσον αφορά τη θέση του Εναγόμενου ότι επωφελήθηκε η ίδια προσωπικά από μέρος των καταθέσεων, υποστήριξε πως δεν νομίζει να χρησιμοποιήθηκε οποιοδήποτε ποσό για τις προσωπικές της ανάγκες ή για την αγορά του εξοχικού στον Πρωταρά. Εάν χρησιμοποιήθηκε οποιοδήποτε ποσό, συμπλήρωσε, ήταν μετά από απόφαση του Εναγόμενου και για κάποια ασήμαντα ποσά. Οι λογαριασμοί των εταιρειών, καταλήγει στη γραπτή της δήλωση, εδιαχειρίζοντο αποκλειστικά από τον Εναγόμενο και η ίδια δεν είχε προσωπική ανάμειξη. Πολλές φορές συμπλήρωσε, υπέγραφε επιταγές επειδή της το ζητούσε ο Εναγόμενος. Στην αντεξέταση τής υποβλήθηκε ότι ήταν η ίδια αποκλειστική υπογραφέας των επίδικων λογαριασμών για να απαντήσει πως ήταν επιθυμία του Εναγομένου να έχει και την ίδια υπογραφέα αλλά απ' ότι θυμάται ήταν και ο Εναγόμενος. Σε κάθε περίπτωση, υποστήριξε, όλες οι συναλλαγές έλαβαν χώρα μετά από απόφαση του Εναγόμενου. Υπέγραφε, υποστήριξε, τις διάφορες επιταγές που τις έδιδε ο Εναγόμενος χωρίς να γνωρίζει τι αφορούσαν και αρκετές από αυτές υπογράφονταν ασυμπλήρωτες. Σε σχέση με τη θέση του Εναγόμενου ότι πληρώθηκαν ποσά για την αγορά του εξοχικού στον Πρωταρά, ανάφερε πως δεν θυμόταν και συμπλήρωσε πως ήταν επιθυμία του Εναγόμενου να αγοράσουν το εξοχικό. Όσον αφορά μεταφορές χρηματικών ποσών από τους επίδικους λογαριασμούς στον προσωπικό της λογαριασμό, υποστήριξε πως δεν θυμάται να έγιναν τέτοιες αλλά αν μεταφέρθηκαν κάποια ποσά δεν ήταν σημαντικά. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ Ο Εναγόμενος κατέθεσε γραπτή δήλωση (Έγγραφο Ε) στην οποία αναφέρει, περιληπτικά, τα ακόλουθα: Λίγο μετά από το γάμο του με τη Λούπα, είχε συζητήσεις με τον πρώην πεθερό του (Αλεξάντερ) για την καλή πορεία που παρουσίαζε τον τότε καιρό το ΧΑΚ και ο Αλεξάντερ ενδιαφέρθηκε να επενδύσει, μετά από δική του παρότρυνση. Επειδή όμως εκείνος δεν γνώριζε τις διαδικασίες ούτε την Ελληνική γλώσσα, ανέλαβε να τον βοηθήσει στη διεκπεραίωση των χρηματιστηριακών συναλλαγών. Ήταν μέσα σ' αυτά τα πλαίσια, αναφέρει, που ανοίχθηκαν οι επίδικοι λογαριασμοί των Εναγουσών εταιρειών, οι οποίες ετύγχανε να ήταν εταιρείες της οικογένειας του πεθερού του. Δικαίωμα υπογραφής στους επίδικους λογαριασμούς είχαν μόνο η Λούπα και ο Αλεξάντερ. Προσθέτει, περαιτέρω, ότι οι Ενάγουσες εταιρείες εξουσιοδότησαν την Λούπα (βλ. Τεκμήριο Β33) να προβαίνει σε αγοραπωλησίες μετοχών. Διευθυντές των Εναγουσών Εταιρειών ήταν οι γονείς της Λούπα. Ο δικός του ρόλος, υποστηρίζει, ήταν απλά βοηθητικός, λόγω των γνωριμιών που είχε και της εμπειρίας του στη χρηματιστηριακή αγορά. Μετά από δική του εισήγηση, η Λούπα διόρισε συγκεκριμένη χρηματιστηριακή εταιρεία (Expresstock) για να προβαίνει στις αγοραπωλησίες των μετοχών εκ μέρους των Εναγουσών (βλ. Τεκμήριο Β32). Έτσι, αναφέρει, ανοίχθηκαν οι χρηματιστηριακοί λογαριασμοί των Εναγουσών Τεκμήρια 37-41 και 55 και διενεργήθηκαν όλες οι χρηματιστηριακές συναλλαγές επ' ονόματι και διά λογαριασμό των Εναγουσών. Όλες οι μετοχές που αγοράζονταν, επισημαίνει, εγγράφονταν επ' ονόματι των Εναγουσών, όπως επιμαρτυρείται από τα Τεκμήρια Β10-16, Β40,41 και Β50 επ. Επιπλέον οι Ενάγουσες επωφελούντο από τα μερίσματα των μετοχών (Τεκμήρια Β18, 21, 28, 31, 46, 48 και 61) ενώ τα έσοδα από τις πωλήσεις κατέληγαν επίσης στους επίδικους λογαριασμούς των Εναγουσών (Τεκμήρια Β7,8,29 και 54). Τονίζοντας περαιτέρω ότι δεν είχε τη δυνατότητα ή την εξουσία να διαχειρίζεται τους επίδικους λογαριασμούς, υποστήριξε ότι δεν επωφελήθηκε ούτε με ένα σεντ από τις πωλήσεις των μετοχών ή από τα μερίσματα που εισπράχθηκαν. Ο ρόλος του, επαναλαμβάνει, ήταν βοηθητικός υπό την έννοια ότι μετέφερε τις οδηγίες για τις αγοραπωλησίες μετοχών διά λογαριασμό των Εναγουσών, στη χρηματιστηριακή εταιρεία. Προηγουμένως εδιαβουλεύετο με τη Λούπα στην οποία μετέφερε τις πληροφορίες που λάμβανε σε σχέση με συμφέρουσες επενδύσεις σε μετοχές. Όσον αφορά τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες υπόγραψε τις δηλώσεις (Τεκμήρια Α1 και Α2), υποστήριξε σε συντομία τα εξής: Περί τις αρχές του Δεκεμβρίου 1999 άρχισε καθοδική πορεία του χρηματιστηρίου και ο Αλεξάντερ άρχισε να ανησυχεί για τα λεφτά που ήταν κατατεθειμένα στους επίδικους λογαριασμούς και να ζητά επίμονα εξηγήσεις. Οι πιέσεις που ασκούσε προς τη σύζυγο του, δημιούργησαν ένταση στις σχέσεις του με τη Λούπα. Ήταν μέσα σε αυτό το κλίμα που αποδέχθηκε, αναφέρει, να υπογράψει τα υπό αναφοράν έγγραφα προκειμένου να καθησυχάσει τον πεθερό του, αφενός και να εξομαλύνει τη σχέση του με τη σύζυγο του, αφετέρου. Πίστευε, προσθέτει, όπως όλοι οι Κύπριοι την τότε εποχή, ότι δεν υπήρχε κίνδυνος να απωλεσθούν τα επίδικα κεφάλαια. Ουδέποτε όμως προβλήθηκε από τον Αλεξάντερ η θέση για τα δήθεν δάνεια που διεκδικεί με την αγωγή. Η πρώτη φορά που ισχυρίστηκε ο Αλεξάντερ ότι του οφείλει χρήματα ήταν όταν άρχισαν τα σοβαρά προβλήματα στο γάμο του και επήλθε η διάσταση του με τη Λούπα. Στη συνέχεια της γραπτής του δήλωσης αναφέρεται στη εν γένει διαχείριση των επίδικων λογαριασμών από τη Λούπα, υποστηρίζοντας ότι μετέφερε μεγάλα χρηματικά ποσά από τους επίδικους λογαριασμούς στον προσωπικό λογαριασμό που διατηρούσε στην Universal. Ειδικότερα ανέφερε ότι μέσα στο 2001 πωλήθηκαν μαζικά οι μετοχές μετά από οδηγίες του Αλεξάντερ και το προϊόν πώλησης τους πιστώθηκε στους επίδικους λογαριασμούς. Η Λούπα μετέφερε τότε το μεγαλύτερο μέρος που ήταν πιστωμένο στους λογαριασμούς στον προσωπικό της λογαριασμό. Συγκεκριμένα μετέφερε στις 6.8.2001 ποσό Λ.Κ.23.108.45 από τον λογαριασμό της Starfleet (Τεκμήρια Β5 και Β6) και την ίδια μέρα επιπλέον ποσό Λ.Κ.24.737,17 από το λογαριασμό της Dexxorin (Τεκμήρια Β5 και Β69). Περαιτέρω, στις 28.8.2001 μετέφερε επιπλέον ποσό Λ.Κ.25.000 από το λογαριασμό της Dexxorin προς τον προσωπικό της λογαριασμό (Τεκμήριο Β67 και Β68). Πέραν των πιο πάνω, αναφέρει πως η Λούπα χρησιμοποίησε κεφάλαια από τους επίδικους λογαριασμούς και συγκεκριμένα ποσό Λ.Κ.10.000 από το λογαριασμό της Starfleet για προκαταβολή της αγοράς της εξοχικής κατοικίας της στον Πρωταρά. Επιπλέον ένδειξη ότι δεν αποτελούσαν δάνεια τα ποσά που κατατέθηκαν στους επίδικους λογαριασμούς αποτελεί, αναφέρει, το γεγονός ότι η Λούπα μετέφερε, στις 12.12.2000, στους επίδικους λογαριασμούς ποσό $24.087 από τον προσωπικό της λογαριασμό, όπως επιμαρτυρείται από το Τεκμήριο Β3. Για πρώτη φορά τέθηκε το ζήτημα της κατ' ισχυρισμόν οφειλής του προς τις Ενάγουσες, όταν περί τα μέσα του 2006 άρχισαν τα μεγάλα προβλήματα με τη Λούπα και επήλθε διάσταση στη σχέση τους. Του ζήτησαν τότε επίμονα να συγκατατεθεί σε γρήγορο διαζύγιο και να αποποιηθεί οποιαδήποτε απαίτηση στην οικογενειακή περιουσία. Απέστειλε καταλήγει τότε την επιστολή Τεκμήριο 3 στον πεθερό του προσπαθώντας να του εξηγήσει τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες στάληκαν τα χρήματα για να επενδυθούν στην Κύπρο. Η αγωγή, καταλήγει, καταχωρήθηκε εκδικητικά από τον πεθερό του, λόγω της τροπής που πήρε η σχέση του με την Λούπα. Ουδέποτε προηγουμένως, όταν η σχέση του με τη σύζυγο του ήταν καλή, τέθηκε ζήτημα ότι όφειλε οποιαδήποτε χρήματα στον Αλεξάντερ ή στις εταιρείες του. Αντίθετα τον εμπιστευόταν ως γαμπρό του και τον διόρισε μάλιστα ως αξιωματούχο των Εναγουσών εταιρειών το έτος 2003. Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό πως με βάση τα παραδεκτά γεγονότα που δηλώθηκαν στις 24.11.2015, ο Εναγόμενος διετέλεσε διευθυντής της Dexxorin και γραμματέας της Starfleet κατά την περίοδο 8.9.03 μέχρι 16.8.06. Με τα ίδια παραδεκτά γεγονότα δηλώθηκε ότι ο Αλεξάντερ κατείχε τη θέση του διευθυντή των Εναγουσών κατά τον επίδικο χρόνο και μέχρι τις 8.9.03, ενώ η Λούπα είναι διευθύντρια από την 1.10.2015 μέχρι σήμερα. Διετέλεσε επίσης διευθύντρια των δύο εταιρειών κατά την περίοδο 8.9.2003 μέχρι 8.11.2003. Του υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση πως ο Αλεξάντερ διαφωνούσε με επενδύσεις στο χρηματιστήριο και ότι μάλιστα πολλές φορές σε συζητήσεις που είχε μαζί του, του έλεγε πως τα χρήματα βγαίνουν μόνο με σκληρή δουλειά και όχι από επενδύσεις στο χρηματιστήριο. Διαφωνώντας, υποστήριξε πως σε συζήτηση που είχε με τον Αλεξάντερ του υπόδειξε ότι εάν άκουγε παλαιότερη εισήγηση του, θα κέρδιζε μεγάλο ποσό και ήταν μετά από αυτή τη συζήτηση που επέδειξε ενδιαφέρον ο Αλεξάντερ να επενδύσει στο χρηματιστήριο. Σε άλλη σχετική ερώτηση δέχθηκε πως ο ίδιος εισηγήθηκε στον Αλεξάντερ να ανοίξει τους επίδικους λογαριασμούς στη Universal, λόγω της επαγγελματικής συνεργασίας που είχε με την εν λόγω τράπεζα, αφού ήταν ασφαλιστής και συνεργαζόταν με την ασφαλιστική εταιρεία Universal. Του υποβλήθηκε περαιτέρω ότι ο ίδιος εισηγήθηκε όπως η Λούπα καταστεί υπογραφέας των επίδικων λογαριασμών και απάντησε πως δεν είχε λόγο να εισηγηθεί κάτι τέτοιο. Σε άλλη ερώτηση δέχθηκε πως ο ίδιος είχε προτείνει τη χρηματιστηριακή εταιρεία Expresstock την οποία, διευκρίνισε, του είχαν συστήσει κάποιοι φίλοι του. Ρωτήθηκε, επίσης, με ποιο τρόπο διενεργούνταν οι χρηματιστηριακές συναλλαγές και εξήγησε πως οι αγοραπωλησίες διεκπεραιώνονταν από τον ίδιο, μετά από συζητήσεις που είχε με τη σύζυγο του, από πληροφορίες που λάμβαναν από τον τύπο και την τηλεόραση για τις αξίες των μετοχών, καθώς και από διάφορους συμβούλους. Για όλες τις συναλλαγές, ανάφερε, ήταν ενήμερος ο πεθερός του, στον οποίο απέστελλαν μεταφράσεις των contract notes. Στην πορεία, υποστήριξε, επειδή ήταν πολλά τα contract notes, απέστελλαν κάθε Παρασκευή μια συγκεντρωτική κατάσταση. Του ζητήθηκε και εξήγησε με ποιο τρόπο διαβιβάζονταν οι εντολές στη χρηματιστηριακή εταιρεία και πως γίνονταν οι πληρωμές. Όπως ανέφερε, όλες οι συναλλαγές διεκπεραιώνονταν με οδηγίες του ιδίου προς τη χρηματιστηριακή εταιρεία. Τα έγγραφα, πρόσθεσε, τα μετέφερε προσωπικά ο ίδιος στη χρηματιστηριακή εταιρεία. Σε περαιτέρω ερωτήσεις, ανέφερε πως έδιδε εντολές στο χρηματιστηριακό γραφείο, είτε μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή είτε προφορικά, πάντοτε όμως εκ μέρους και διά λογαριασμό των Εναγουσών εταιρειών. Η πληρωμή των μετοχών που αγοράζονταν, εδιευθετείτο από τους λογαριασμούς που διατηρούσαν οι Ενάγουσες με την χρηματιστηριακή εταιρεία. Σε υποβολή ότι η διευθέτηση, ήταν όπως κατατεθούν τα ποσά του δανείου στους επίδικους λογαριασμούς και ο ίδιος θα τα εδιαχειρίζετο όπως επιθυμούσε, διαφώνησε κατηγορηματικά. Αρνήθηκε επίσης υποβολή ότι ζητούσε από τη Λούπα και του υπόγραφε λευκές επιταγές για να προβαίνει σε αγορές μετοχών που ο ίδιος επιθυμούσε. Σε σχέση με τη μεταφορά του ποσού των $24.000 από προσωπικό λογαριασμό της Λούπα στον επίδικο λογαριασμό της Starfleet του υποβλήθηκε ότι ήταν δική του οδηγία προς την Λούπα, κάτι που αρνήθηκε. Σε σχέση με την υπογραφή των δηλώσεων, Τεκμήρια Α1 και Α2, του υποβλήθηκε πως ήταν υπόσχεση που είχε δώσει στον Αλεξάντερ προτού ανοιχθούν οι επίδικοι λογαριασμοί ώστε να διασφαλιζόταν η αποπληρωμή των δανείων. Αρνούμενος την υποβολή, επανέλαβε πως ουδέποτε συμφώνησε να δανειστεί χρήματα από τον πεθερό του, επαναλαμβάνοντας την εκδοχή του. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγουσών, υποστήριξε πως από την προσαχθείσα μαρτυρία και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, συνάγεται ότι οι επίδικες συναλλαγές αποτελούσαν δάνεια. Η εκδοχή των Εναγουσών, υπόδειξε, υποστηρίζεται από τα Τεκμήρια Α1-Α4. Υπόδειξε περαιτέρω ότι, με βάση τη μαρτυρία, τα Τεκμήρια Α1 και Α2 ετοιμάστηκαν με πρωτοβουλία του Εναγόμενου ώστε να πεισθεί ο Αλεξάντερ ότι θα εξοφλούντο τα δάνεια που του παραχώρησε. Παραπέμποντας επίσης στο περιεχόμενο της επιστολής που απέστειλε στον Αλεξάντερ (Τεκμήριο Α3) εισηγήθηκε πως δεν χωρεί αμφιβολία ότι ο Εναγόμενος θεωρούσε ότι τα ποσά που κατατέθηκαν στους επίδικους λογαριασμούς συνιστούσαν δάνεια προς τον ίδιο. Υπάρχουν, κατά το συνήγορο, και άλλα σημεία που υποστηρίζουν την εκδοχή των Εναγουσών, ότι ο Εναγόμενος είχε πλήρη έλεγχο και διαχειριζόταν ο ίδιος αποκλειστικά τους επίδικους λογαριασμούς. Όπως για παράδειγμα, το γεγονός ότι υπέγραφε ο ίδιος επιταγές που αφορούσαν το προσωπικό λογαριασμό της συζύγου του, καθώς και το γεγονός ότι κάποιες επιταγές είναι συμπληρωμένες με το γραφικό χαρακτήρα του Εναγόμενου (Τεκμήρια 34 και 35). Το γεγονός αυτό, υπόδειξε, υποστηρίζει την εκδοχή της Μ.Ε.2 ότι υπέγραφε και παρέδιδε στον Εναγόμενο ασυμπλήρωτες επιταγές. Όσον αφορά τις προδικαστικές ενστάσεις του Εναγόμενου υποστήριξε πως δεν ευσταθούν. Η θέση ότι η επίδικη συναλλαγή προσκρούει στις πρόνοιες του Κεφ. 199 δεν ισχύει και σε κάθε περίπτωση ακόμη και να απαιτείτο άδεια για το δάνειο, αυτό δεν θα εμπόδιζε την έκδοση απόφασης Δικαστηρίου για το οφειλόμενο ποσό, παραπέμποντας επί του προκειμένου σε νομολογία. Όσον αφορά την εισήγηση ότι το δάνειο δεν μπορούσε να χορηγηθεί γιατί δεν παρέχεται τέτοια εξουσία από το ιδρυτικό έγγραφο των Εναγουσών, υποστήριξε πως δεν υφίσταται σχετική απαγόρευση. Η χορήγηση του δανείου, επεσήμανε, δεν εμπίπτει στον όρο «επιχείρηση» για την οποία υφίσταται η σχετική απαγόρευση. Όσον αφορά τέλος τη θέση πως δεν είναι έγκυρα τα έγγραφα Α1 και Α2 για το λόγο ότι δεν δόθηκε αντιπαροχή, υποστήριξε πως υπήρχε αντιπαροχή και αυτή ήταν η υπόσχεση που είχε δώσει ο Εναγόμενος για αποπληρωμή των οφειλόμενων ποσών. Στην περίπτωση όμως που κριθεί πως δεν υπήρξε αντιπαροχή και πάλι δεν εγείρεται ζήτημα ακυρότητας, παραπέμποντας στο άρθρο 25

(1)(γ) του Κεφ. 149. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγομένου εισηγήθηκε με τη σειρά του πως δεν υπήρξε συμφωνία για παραχώρηση δανείων όπως υποστήριξαν οι μάρτυρες των Εναγουσών. Είναι, κατά την εισήγηση του συνηγόρου, διάχυτο μέσα από τα έγγραφα και τη μαρτυρία που κατατέθηκε πως τα χρήματα κατατέθηκαν σε λογαριασμούς των Εναγουσών και ο Αλεξάντερ είχε τον πλήρη έλεγχο, μέσω της θυγατέρας του Λούπα, η οποία ήταν το μόνο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για να υπογράφει και να διαχειρίζεται τους λογαριασμούς. Αναλύοντας τα συστατικά στοιχεία ενός δανείου, εισηγήθηκε πως στην εξεταζόμενη περίπτωση δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις, επισημαίνοντας πρωτίστως πως τα χρήματα δεν μπήκαν σε προσωπικούς λογαριασμούς του Εναγόμενου, ο οποίος δεν είχε οποιαδήποτε εξουσία να διαχειριστεί τα χρήματα του υποτιθέμενου δανείου. Υπόδειξε, περαιτέρω, πως δεν υπήρξε μαρτυρία από την οποία να προκύπτει ότι ο Εναγόμενος επωφελήθηκε από τις επίδικες συναλλαγές, δεδομένου ότι οι αγοραπωλησίες των μετοχών γίνονταν στο όνομα των Εναγουσών εταιρειών και οποιαδήποτε λεφτά από τις εισπράξεις κατέληγαν στους λογαριασμούς. Άλλο σημαντικό στοιχείο που συνηγορεί με την εκδοχή του Εναγόμενου είναι, κατά το συνήγορο, το γεγονός ότι σημαντικά χρηματικά ποσά μεταφέρθηκαν από τους επίδικους λογαριασμούς σε προσωπικούς λογαριασμούς της Λούπα, καθώς και το γεγονός ότι πληρώθηκε ποσό Λ.Κ.10.000 για την αγορά του εξοχικού στον Πρωταρά. Αναφορικά με τη νομική πτυχή της υπόθεσης, ο συνήγορος υποστήριξε πως οι αγωγές είναι ούτως ή άλλως καταδικασμένες σε αποτυχία, λόγω παρανομίας των κατ' ισχυρισμόν συμφωνιών δανείου. Αναπτύσσοντας την επιχειρηματολογία του επί του ζητήματος, εισηγήθηκε πως η χορήγηση δανείου σε ξένο νόμισμα επιτρέπεται με βάση το Κεφ. 199 μόνο κατόπιν αδείας του Δημοσιονομικού Γραμματέα (άρθρο 3
(1)του Κεφ. 199). Δεδομένου, επεσήμανε, ότι στην εκδικαζόμενη υπόθεση είναι παραδεκτό ότι τα κατ' ισχυρισμό δάνεια έγιναν σε ξένο νόμισμα (Δολάρια Αμερικής), χωρίς την προηγούμενη άδεια της Κεντρικής Τράπεζας, είναι καθαρό ότι η συναλλαγή αντίκειται στο Νόμο, γεγονός που καθιστά τη σύμβαση άκυρη. Παρέπεμψε επί του προκειμένου σε συγγράμματα και νομολογία, υποστηρίζοντας ότι η σύμβαση θα πρέπει να κριθεί παράνομη και άκυρη εξ υπαρχής. Οι αγωγές είναι επίσης καταδικασμένες σε αποτυχία επειδή τα κατ' ισχυρισμό δάνεια έγιναν καθ' υπέρβαση των σκοπών των Εναγουσών εταιρειών. Παρέπεμψε επί του προκειμένου στα Ιδρυτικά Έγγραφα των Εναγουσών (Τεκμήρια Β76 και 77) στα οποία αναφέρεται: «Ανεξερτήτως παντός ανωτέρω διαλαμβανομένου σκοπού, όλες οι επιχειρήσεις της εταιρείας θα διεξάγονται εκτός Κύπρου». Ο λόγος, επεσήμανε, που τέθηκε αυτή η πρόνοια είναι επειδή οι Ενάγουσες είναι υπεράκτιες εταιρείες και δεν επιτρέπεται η διεξαγωγή οποιασδήποτε επιχείρησης εντός της Κυπριακής επικράτειας. Από τη στιγμή, συνεπώς, που οι Ενάγουσες ισχυρίζονται ότι παραχώρησαν δάνεια στην Κύπρο, τότε θα πρέπει να κριθεί ότι αυτή τους η ενέργεια έγινε καθ' υπέρβαση των σκοπών τους (Ultra Vires) γεγονός που καθιστά εξ υπαρχής άκυρες τις δανειοδοτήσεις. Όσον αφορά τέλος τη νομική σημασία των Τεκμηρίων Α1 και Α2, επεσήμανε πως η γραπτή αναγνώριση χρέους δεν αποτελεί αυτοτελή αιτία αγωγής. Θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν μόνο προς απόδειξη του δανείου ή άλλης αιτίας αγωγής αλλά στην περίπτωση μας, οι ενάγουσες απέτυχαν να αποδείξουν τα δάνεια. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες με τη δέουσα προσοχή, έχοντας κατά νου το σύνολο της μαρτυρίας καθώς και το περιεχόμενο των τεκμηρίων που κατατέθηκαν. Διέκρινα εμφανή προσπάθεια προσαρμογής της μαρτυρίας των Μ.Ε.1 και 2 με τις ανάγκες της υπόθεσης των Εναγουσών. Η μαρτυρία τους παρουσιάζει κενά, ενώ απέτυχαν να δώσουν λογικές και πειστικές εξηγήσεις σε καίρια ερωτήματα που εγείρονται στην υπόθεση. Ειδικότερα: α) Υποστήριξαν πως ο Μ.Ε.1 συμφώνησε να παραχωρήσει δάνειο στον, τότε, γαμπρό του για να τον βοηθήσει, λόγω της συγγένειας τους. Όπως υποστήριξαν, το δάνειο θα έφερε τόκους 15% ετησίως και θα ήταν αποπληρωτέο σε ένα χρόνο. Δεν κρίνεται, ωστόσο, λογικό να δανείζει ένας πεθερός τον γαμπρό του με τόσο μεγάλο επιτόκιο. β) Υποστήριξαν ότι είχε ζητήσει το δάνειο ο Εναγόμενος για να επενδύσει στο χρηματιστήριο και ότι ο Μ.Ε.1 είχε σοβαρές επιφυλάξεις. Ισχυρίστηκαν επίσης πως δεν είχε γνώσεις για χρηματιστηριακά θέματα. Δεν μπόρεσαν, ωστόσο, να δώσουν πειστική εξήγηση για ποιο λόγο ενημερωνόταν, τουλάχιστον στο αρχικό στάδιο, ο Μ.Ε.1 για τις χρηματιστηριακές συναλλαγές που διενεργούσε ο Εναγόμενος επ' ονόματι των Εναγουσών. Εφόσον, όπως ισχυρίστηκαν, η επένδυση δεν αφορούσε τον Μ.Ε.
  1. γ) Η κατάθεση του ποσού του κατ' ισχυρισμόν δανείου σε λογαριασμούς των Εναγουσών και όχι επ' ονόματι του Εναγομένου, δημιουργεί εύλογα ερωτηματικά σε σχέση με τη φύση της συναλλαγής. Προκειμένου να αντιμετωπίσουν αυτή τη δυσκολία, υποστήριξαν πως ήταν κατόπιν εισήγησης του Εναγόμενου που κατατέθηκαν τα ποσά των κατ' ισχυρισμόν δανείων στους επίδικους λογαριασμούς, για εξασφάλιση της αποπληρωμής των δανείων. Μια θέση που δεν συνάδει με την κοινή λογική. Σημειώνεται πως, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο Εναγόμενος δεν κατείχε οποιοδήποτε αξίωμα στις Ενάγουσες Εταιρείες και δεν είχε δικαίωμα υπογραφής στους επίδικους λογαριασμούς. Οι Μ.Ε.1 και 2, με δύο λόγια, κάλεσαν το Δικαστήριο να πιστέψει ότι ο εναγόμενος αποδέχθηκε να τον δανείσουν οι Ενάγουσες με ποσό πέραν των €500.000, το οποίο θα εκατατίθετο σε τραπεζικούς λογαριασμούς των Εναγουσών για να το διαχειρίζεται, μέσω της συζύγου του, (θυγατέρας του Αλεξάντερ), χωρίς να υπάρχει προοπτική να επωφεληθεί ο ίδιος οποιοδήποτε ποσό, από τα κατ' ισχυρισμόν δάνεια. Υποδεικνύεται πως με βάση την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία, όλες οι συναλλαγές για αγοραπωλησίες μετοχών εγίνοντο επ' ονόματι των Εναγουσών και όλες οι πληρωμές και εισπράξεις κατέληγαν στους επίδικους λογαριασμούς. Δεν υποδείχθηκε οποιοδήποτε όφελος του Εναγόμενου, πέρα από τη γενική και αόριστη θέση των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2, ότι είχε τον αποκλειστικό έλεγχο των επίδικων λογαριασμών. Όπως προκύπτει από τα Τεκμήρια, στους επίδικους λογαριασμούς κατέληγαν και όλα τα μερίσματα που απέφεραν οι μετοχές. δ) Υποστήριξαν, επίσης, πως ήταν επιθυμία του Εναγόμενου να δοθεί στην Μ.Ε.2 εξουσιοδότηση διαχείρισης των επίδικων λογαριασμών, χωρίς να δίδεται προς τούτο λογική και πειστική εξήγηση. Ο μεν Μ.Ε.1 ανάφερε πως παρόλα αυτά, ο Εναγόμενος είχε τον πλήρη έλεγχο και τη διαχείριση των επίδικων λογαριασμών ενώ η Μ.Ε.2, προσποιήθηκε πως δεν θυμόταν εάν εξουσιοδοτήθηκε και ο Εναγόμενος να υπογράφει. Είναι βέβαια φανερό από τη μαρτυρία και τα Τεκμήρια (βλ. Τεκμήριο 33) πως το μόνο άτομο που εξουσιοδοτήθηκε να δεσμεύει διά της υπογραφής του τις Ενάγουσες, σε όλες τις συναλλαγές που αφορούσαν την αγορά ή πώληση μετοχών, ήταν η Μ.Ε.2 (Λούπα). Παρέμεινε αναπάντητο το ερώτημα γιατί να αποδεχόταν ο Εναγόμενος τέτοια διευθέτηση, εάν όντως επρόκειτο για προσωπικά του δάνεια από τις Ενάγουσες. ε) Αναφορικά με τις μεταφορές σημαντικών χρηματικών ποσών από τους επίδικους λογαριασμούς προς τους προσωπικούς λογαριασμούς της Μ.Ε.2, δήλωσαν, αρχικά, άγνοια. Δεν είναι δυνατό να αποδεχθεί το Δικαστήριο ότι δεν γνώριζαν οι Μ.Ε.1 και 2 για τις υπό αναφοράν μεταφορές. Δεν επρόκειτο για μικροποσά όπως υποστήριξε η Μ.Ε.
  2. Οι τρεις μεταφορές αφορούσαν ποσά πέραν των Λ.Κ.20.000 (η κάθε μια) που συμποσούνται σε Λ.Κ.75.000 περίπου, ήτοι πέριξ των €128.
  3. Η Μ.Ε.2 υποστήριξε αρχικά πως δεν πιστεύει ότι μεταφέρθηκαν σημαντικά ποσά από τους επίδικους στον προσωπικό της λογαριασμό. Όταν της υποδείχθηκε κατά την αντεξέταση ότι με βάση τα Τεκμήρια Β5, 6, 67, 68 και 69, μεταφέρθηκαν ποσά Λ.Κ.24.067, Λ.Κ.23.108 και Λ.Κ.25.000, η απάντηση που έδωσε ήταν η ακόλουθη: «Τι σχέση έχει να κάνει αυτό με το δάνειο που πήρε ο Πέτρος;» Ανάλογη ήταν η στάση της και για τις πληρωμές που αφορούσαν την αγορά εξοχικής κατοικίας. Ας σημειωθεί πως σε άλλο σημείο της μαρτυρίας της, υποστήριξε πως η εξοχική κατοικία στον Πρωταρά, πληρώθηκε με χρήματα του πατέρα της. Είναι φανερό πως η θέση αυτή συγκρούεται με την εκδοχή των Μ.Ε1 και 2 ότι τα ποσά που κατατέθηκαν στους επίδικους λογαριασμούς αποτελούσαν δάνεια προς τον Εναγόμενο. Υποδεικνύεται πως με βάση τα Τεκμήρια 34 και 35, πληρώθηκε ποσό Λ.Κ.10.000 από τον επίδικο λογαριασμό της Starfleet, έναντι της τιμής αγοράς της εξοχικής κατοικίας. στ) Δεν έδωσαν, επίσης, πειστική εξήγηση γιατί οι Ενάγουσες δεν διεκδίκησαν από τον Εναγόμενο τα αξιούμενα ποσά ενωρίτερα. Aξίζει να αναφερθεί πως με βάση την εκδοχή τους, τα δάνεια ήταν αποπληρωτέα τον Νοέμβριο του έτους
  4. Με βάση τη μαρτυρία, για πρώτη φορά ηγέρθη από τον Μ.Ε.1 ζήτημα οφειλής του Εναγόμενου προς τις Ενάγουσες το καλοκαίρι του έτους 2006, όταν τροχιοδρομήθηκε η διαδικασία διαζυγίου του Εναγόμενου με την Λούπα. ζ) Το ότι οι επίδικες καταθέσεις δεν αποτελούσαν δάνεια προς τον Εναγόμενο, ενισχύεται και από το γεγονός της κατάθεσης ποσού US$24.087 στο λογαριασμό της Starfleet από τον προσωπικό λογαριασμό της Λούπα (βλ. Τεκμήριο Β3). Σημειώνεται πως η Λούπα ήταν το μόνο πρόσωπο που είχε εξουσιοδοτηθεί από τις Ενάγουσες να διαχειρίζεται τους επίδικους λογαριασμούς. Για τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία των Μ.Ε.1 και 2, η οποία κρίνεται αναξιόπιστη. Για τον Εναγόμενο σχημάτισα θετική εντύπωση. Η εκδοχή του πως δεν επρόκειτο για προσωπικό δάνειο αλλά για επένδυση του Αλεξάντερ σε μετοχές, μέσω των Εναγουσών-οικογενειακών-εταιρειών του, υποστηρίζεται από τα δεδομένα της υπόθεσης, όπως εύλογα συνάγονται μέσα από τα Τεκμήρια που έχουν κατατεθεί. Ιδιαίτερα, από το γεγονός ότι τα ποσά των, κατ' ισχυρισμόν, δανείων κατατέθηκαν σε λογαριασμούς επ' ονόματι των Εναγουσών, χωρίς ο Εναγόμενος να έχει, εξ αντικειμένου, το δικαίωμα να επωφεληθεί από τις καταθέσεις. Εφόσον δεν ήταν αξιωματούχος ή μέτοχος των Εναγουσών εταιρειών, ούτε είχε δικαίωμα υπογραφής στους επίδικους λογαριασμούς. O Εναγόμενος έδωσε ικανοποιητικές και πειστικές εξηγήσεις για όλες τις πτυχές της υπόθεσης. Δέχθηκε με ειλικρίνεια ότι η απόφαση του Αλεξάντερ να επενδύσει σε μετοχές που ήταν εισηγμένες στο Χ.Α.Κ., λήφθηκε μετά από δικές του παραινέσεις. Με την ίδια ειλικρίνεια, δέχθηκε πως οι αποφάσεις για το ποιες μετοχές θα αγοράζονταν και γενικά οι συναλλαγές που σχετίζονταν με τις αγοραπωλησίες μετοχών, λαμβάνονταν από τον ίδιο, μετά από διαβούλευση που είχε με την τότε σύζυγο του (Μ.Ε.2), η οποία ήταν το πρόσωπο που εξουσιοδοτήθηκε από τις Ενάγουσες για διενέργεια των συναλλαγών. Δέχθηκε, περαιτέρω, ότι ο ίδιος πρότεινε στη Μ.Ε.2 να εξουσιοδοτήσει συγκεκριμένο χρηματιστηριακό γραφείο για τη διεκπεραίωση των συναλλαγών. Έδωσε σαφείς και ικανοποιητικές εξηγήσεις για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπέγραψε τα έγγραφα Τεκμήρια Α1 και Α2, με τα οποία ανέλαβε την υποχρέωση προς τις Ενάγουσες εταιρείες να αποπληρώσει τα επίδικα ποσά. Όπως εξήγησε, το έπραξε όταν άρχισε να διαμαρτύρεται ο Αλεξάντερ, ο οποίος θεώρησε ότι θα έχανε τα χρήματα που αποφάσισε να επενδύσει. Υπόγραψε τα έγγραφα που του ζήτησε ο Αλεξάντερ, εκτιμώντας, τότε, ότι δεν υπήρχε κίνδυνος να απωλεστούν τα χρήματα. Αυτή, εξήγησε, ήταν η αίσθηση που είχαν όλοι οι Κύπριοι που ασχολούντο με το χρηματιστήριο την εποχή εκείνη. Το Δικαστήριο, παρά την εγγενή αδυναμία που παρουσιάζει η πιο πάνω εκδοχή, αποδέχεται ως αληθείς και ειλικρινείς τις επεξηγήσεις του Εναγόμενου. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η μαρτυρία κρίνεται με βάση τα δεδομένα που επικρατούσαν κατά το χρόνο υπογραφής των Τεκμηρίων Α1 και Α2 και όχι με τα σημερινά δεδομένα. Όπως είναι γνωστό, την εποχή εκείνη επικρατούσε ευφορία στις χρηματιστηριακές συναλλαγές, γεγονός που οδήγησε πολλούς επενδυτές στην παραγνώριση των κινδύνων που υπήρχαν για απώλειες των επενδύσεων τους. Υποδεικνύεται, επίσης, ότι τα τεκμήρια υπογράφηκαν από τον Εναγόμενο, λίγο μετά από το γάμο του με τη θυγατέρα του Αλεξάντερ. Υπό τις περιστάσεις αυτές, κρίνονται πειστικοί οι λόγοι τους οποίους επικαλέστηκε ο Εναγόμενος για την υπογραφή των υπό αναφοράν δηλώσεων. Όπως διεφάνη, ο Εναγόμενος υπέγραψε τα έγγραφα που του είχε ζητήσει ο Μ.Ε.1 (Τεκμήρια Α1 και Α2), ενόψει και του γεγονότος ότι η απόφαση του Μ.Ε.1 για να επενδύσει σε μετοχές, λήφθηκε μετά από δική του παρότρυνση. Το ίδιο πειστικές κρίνονται και οι εξηγήσεις που έδωσε ως προς τους λόγους που τον οδήγησαν να αποστείλει στον Αλεξάντερ την επιστολή Τεκμήριο Α
  5. Προσπάθησε, είπε, να εξηγήσει στον Αλεξάντερ, ότι δεν έπρεπε να διεκδικεί από τον ίδιο το ποσό που απωλέστηκε από τους επίδικους λογαριασμούς ενώ, ταυτόχρονα, τον διαβεβαίωσε ότι δεν θα είχε αξίωση στην οικογενειακή περιουσία, μετά από το χωρισμό του με τη Λούπα. Δεν διέλαθε της προσοχής του Δικαστηρίου το γεγονός ότι αναφέρεται στα επίδικα ποσά ως δάνεια («.canceling the loan off me and Luba-διατηρείται η ορθογραφία) και επίσης για «ακύρωση του δανείου» («.canceling my loan»). Θα πρέπει, ωστόσο, να υποδειχθεί ότι η επιστολή αποστάληκε σε μια προσπάθεια φιλικής διευθέτησης των διαφορών που προέκυψαν μεταξύ του Εναγομένου και του πρώην πεθερού του. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι είχε προηγηθεί η υπογραφή από τον Εναγόμενο των εγγράφων, Τεκμήρια Α1 και Α2, γεγονός που θεωρούσε ότι του δημιουργούσαν κάποια υποχρέωση. Είναι, ως φαίνεται, για το λόγο αυτό που ζητά την επιστροφή των εγγράφων που υπέγραψε (.as well as returning the documents signed by me when borrowing the money from you."). Ενόψει των ανωτέρω, αποδέχομαι τη μαρτυρία του Εναγόμενου ως ορθή και αληθινή. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση ανάλογα είναι και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Καθόσον αφορά το κατ' εξοχήν διαφιλονικούμενο ζήτημα, αποδεχόμενος τη μαρτυρία του Εναγόμενου, αποφαίνομαι ότι οι επίδικες καταθέσεις δεν αποτελούσαν δάνεια των Εναγουσών προς τον Εναγόμενο, ως ήταν η εκδοχή των Εναγουσών. Όπως προέκυψε από τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, οι επίδικες καταθέσεις έγιναν μετά από απόφαση του Αλεξάντερ να επενδύσει, μέσω των Εναγουσών, σε μετοχές δημοσίων εταιρειών. Προέκυψε, επίσης, ότι ο Αλεξάντερ έλαβε την πιο πάνω απόφαση, κατόπιν συζητήσεων που είχε με τον Εναγόμενο - πρώην γαμπρό του -. Ο Εναγόμενος, καθώς φαίνεται, έπεισε τον Αλεξάντερ ότι η επένδυση αυτή θα απέφερε κέρδη. Όσον αφορά τα Τεκμήρια Α1 και Α2, υπογράφηκαν από τον Εναγόμενο μετά από απαίτηση του Αλεξάντερ, όπως εξήγησε στη μαρτυρία του ο Εναγόμενος. Θεωρώντας, προφανώς, τον Εναγόμενο υπεύθυνο για τον κίνδυνο απώλειας της επένδυσης του, λόγω της ύφεσης που άρχισε να παρουσιάζει τον Δεκέμβριο του έτους 1999 το χρηματιστήριο, ο Αλεξάντερ ζήτησε από τον Εναγόμενο να αναλάβει προσωπική ευθύνη για την πληρωμή των καταθέσεων. Αποτελεί, περαιτέρω, εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος δεν επωφελήθηκε προσωπικά με οποιοδήποτε ποσό από τις επίδικες καταθέσεις. Ο ρόλος του ήταν να δίδει τις εντολές στη χρηματιστηριακή εταιρεία που διόρισαν οι Ενάγουσες (μετά από δική του εισήγηση) για τις συναλλαγές σε σχέση με αγορές και πωλήσεις μετοχών επ' ονόματι των Εναγουσών. Όλες οι συναλλαγές έγιναν στο όνομα των Εναγουσών και οι μετοχές που αγοράζονταν εγγράφονταν επ' ονόματι τους. Ο Εναγόμενος δεν απέκτησε οποιεσδήποτε μετοχές ούτε εισέπραξε οποιοδήποτε ποσό από τις πωλήσεις των μετοχών ή από τις εισπράξεις μερισμάτων, τα οποία κατέληγαν στους επίδικους λογαριασμούς. Πέραν των ανωτέρω, ο Εναγόμενος δεν είχε δικαίωμα υπογραφής στους επίδικους λογαριασμούς και δεν ήταν, κατά τους ουσιώδεις χρόνους, αξιωματούχος ή μέτοχος στις Ενάγουσες Εταιρείες. Είναι, βεβαίως, γεγονός και αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου, ότι οι πληρωμές προς την χρηματιστηριακή εταιρεία για τις αξίες των μετοχών που αγοράζονταν, πληρώνονταν με επιταγές που υπέγραφε η τότε σύζυγος του Εναγομένου (Λούπα), μετά από δικές του υποδείξεις. Εφόσον, όπως είναι παραδεκτό, οι συναλλαγές διεκπεραιώνονταν κατόπιν οδηγιών που διαβίβαζε ο Εναγόμενος, διά λογαριασμό των Εναγουσών. Πολύς λόγος έγινε για τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες υπέγραφε τις επιταγές η Μ.Ε.
  6. Το Δικαστήριο δεν αποδέχεται τη θέση της Μ.Ε.2 ότι υπέγραφε λευκές επιταγές και τις παρέδιδε στον Εναγόμενο, ο οποίος τις συμπλήρωνε αργότερα. Αλλά και στην περίπτωση που γινόταν αποδεκτή η μαρτυρία της επί του ζητήματος αυτού, δεν θα υπήρχε διαφοροποίηση ως προς το αποτέλεσμα. Δεδομένου ότι οι επιταγές αφορούσαν μετοχές που αγοράζονταν προς όφελος και διά λογαριασμό των Εναγουσών. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση τα ανωτέρω ευρήματα, οι αξιώσεις των Εναγουσών είναι καταδικασμένες σε αποτυχία. Οι Ενάγουσες διεκδικούν από τον Εναγόμενο τα υπόλοιπα, δυνάμει δανείων. Όπως υποδείχθηκε, οι επίδικες καταθέσεις δεν αποτελούσαν δάνεια προς τον Εναγόμενο. Επρόκειτο για καταθέσεις επ' ονόματι των Εναγουσών Εταιρειών, για σκοπούς επένδυσης, με αγοραπωλησίες μετοχών δημοσίων εταιρειών. Ο Εναγόμενος δεν εισέπραξε οποιοδήποτε ποσό από τις επίδικες καταθέσεις ούτε επωφελήθηκε από τις συναλλαγές που διεκπεραιώθηκαν, με τη δική του διαμεσολάβηση. Τα χρήματα βρίσκονταν καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο κατατεθειμένα στους επίδικους λογαριασμούς στο όνομα των Εναγουσών. Όπως έχει υποδειχθεί πιο πάνω, ο Εναγόμενος δεν είχε τη δυνατότητα να αποσύρει οποιοδήποτε ποσό από τους επίδικους λογαριασμούς, εφόσον δεν είχε εξουσιοδότηση από τις Ενάγουσες να υπογράφει ή να διαχειρίζεται τους λογαριασμούς. Η μόνη εξουσιοδότηση που είχε ήταν να δίδει οδηγίες για τη διεκπεραίωση των χρηματιστηριακών συναλλαγών, προς όφελος και διά λογαριασμό των Εναγουσών. Γίνεται, συνεπώς, αντιληπτό ότι υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, οι Ενάγουσες απέτυχαν να αποδείξουν ότι έχουν παραχωρήσει δάνεια στον Εναγόμενο. Ως εκ τούτου, οι αξιώσεις τους στη βάση των δανείων δεν θα μπορούσαν να επιτύχουν. Οι Ενάγουσες ζητούν επίσης πληρωμή των υπολοίπων δυνάμει γραμματίου και/ή χρεωστικού ομολόγου και/ή συναλλαγματικής και/ή γραπτής αναγνώρισης χρέους. Σημειώνεται, βεβαίως, πως δεν έγινε εισήγηση, ούτε και θα μπορούσε να υποστηριχθεί βάσιμα, ότι τα έγγραφα, Τεκμήρια Α1 και Α2, αποτελούν συναλλαγματική, γραμμάτιο ή χρεωστικό ομόλογο. Ας σημειωθεί πως ούτε και η διαζευκτική αξίωση της γραπτής αναγνώρισης χρέους έχει προωθηθεί με την τελική αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των Εναγουσών. Η θέση του ήταν ότι με τα Τεκμήρια Α1 και Α2 ο Εναγόμενος αναγνώρισε ότι όφειλε τα υπόλοιπα, δυνάμει των δανείων που του παραχωρήθηκαν από τις Ενάγουσες. Είναι πολύ καλά γνωστό ότι η γραπτή αναγνώριση χρέους δεν αποτελεί αυτοτελή αιτία αγωγής (βλ. Ιγνατίου κ.ά. ν. Λεμονάρη
(2004)1 Α.Α.Δ. 1562). Ενόψει της αποτυχίας των Εναγουσών να αποδείξουν την ύπαρξη δανείου, η αξίωση τους στη βάση της γραπτής αναγνώρισης χρέους, δεν μπορεί να επιτύχει. Με βάση όλα τα ανωτέρω, οι αξιώσεις των Εναγουσών αποτυγχάνουν και απορρίπτονται. Ενόψει της κατάληξης του Δικαστηρίου ότι δεν παραχωρήθηκαν δάνεια, δεν χρειάζεται να εξεταστούν οι άλλες υπερασπίσεις του Εναγόμενου που αφορούν την παρανομία των συναλλαγών ή την υπέρβαση των σκοπών των ιδρυτικών εγγράφων των Εναγουσών. Κατά συνέπεια, οι αγωγές απορρίπτονται, με έξοδα υπέρ του Εναγόμενου, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Νοείται ότι από την ημερομηνία της συνένωσης, τα έξοδα των δύο αγωγών θα είναι κοινά. Συνεπώς ο Εναγόμενος δικαιούται σε ένα κονδύλι εξόδων στην κλίμακα της αγωγής 4603/2007, η οποία έχει οριστεί οδηγός, με βάση το σχετικό πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 14.2.2014. (Υπ.) ............. Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.