Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λιμιτεδ ν. Ελευθέριος (Λευτέρης) Χατζηνικόλα κ.α., Αρ. Αγωγής: 8222/2005, 13/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A294 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8222/2005 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λιμιτεδ Εναγόντων και
- Ελευθέριος (Λευτέρης) Χατζηνικόλα
- Βάσω Χατζηνικόλα
- Κωνσταντίνος Χατζηνικολάου Εναγομένων Ημερομηνία: 13 Μαΐου 2016 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους 1 και 2 - Αιτητές: κα Α. Παναγή για Π. Αγγελίδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγοντες - Καθ'ων η Αίτηση: κα Γ. Στυλιανού για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με Αίτηση ημερομηνίας 22.9.2015 οι Εναγόμενοι ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου που να διακηρύσσει ότι το ποσό που δύναται να ανακτηθεί ως τόκος εκ του εξ αποφάσεως χρέους στην αγωγή δε θα υπερβεί το αρχικό ποσό της απόφασης ημερομηνίας 27.3.2006 (στο εξής η «κυρίως Αίτηση»). Η κυρίως Αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων, στον περί Τόκου Νόμο του 1997 άρθρα 3 και 6
(1). Με την υπό κρίση Αίτηση οι Εναγόμενοι 1 και 2 - Αιτητές ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου όπως οι αιτήσεις για αναγκαστική πώληση τριών ακινήτων των Εναγομένων, δυνάμει εγγραφής δικαστικής απόφασης (Memo) με αριθμούς ΕΒ679/08 και ΕΒ679/08, ανασταλούν μέχρι εκδικάσεως της κυρίως Αίτησης. Ζητούν επίσης απόφαση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου όπως οποιαδήποτε διαδικασία εκτέλεσης δυνάμει της απόφασης ημερ. 26.3.2005 περιορισθεί σε εκποίηση ποσού ύψους 26.171,60ΛΚ και/ή €41.351,13 μέχρι εκδικάσεως της κυρίως Αίτησης Η αίτηση βασίζεται επί του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, Μέρος V άρθρα 22-71, επί των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, Θ. 1-8, Δ.40 Θ.11, Δ.42, Ν.2/77, στη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Βάσως Χατζηνικόλα, Εναγομένης 2 η οποία δηλώνει δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην Ένορκο Δήλωση εκ μέρους του συζύγου της, ήτοι του Εναγομένου
- Σύμφωνα με την ομνύουσα, στην ως άνω υπόθεση εκδόθηκε απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 για το ποσό των Λ.Κ. 26.171,60 πλέον τόκο 13% το χρόνο επί ποσού Λ.Κ.25.410,01 από 21.9.2005 μέχρι εξοφλήσεως, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων 2 φορές το χρόνο στις 30/6 και 31/12, πλέον δικηγορικά έξοδα. Οι Εναγόμενοι έχουν ήδη καταχωρήσει την κυρίως Αίτηση με την οποία αιτούνται όπως αναγνωρισθεί ως ανώτατο ποσό για το οποίο δικαιούται η Ενάγουσα να λάβει μέτρα εκτέλεσης, το ποσό των ΛΚ 26.171,60 ή €41.351,
- Η σχετική αίτηση βασίζεται στις πρόνοιες του περί Τόκου Νόμου Ν.2/77που εφαρμοζόταν στην σύμβαση τους με την Ενάγουσα που υπεγράφη στις 10.4.
- Αναφέρει ότι οι Ενάγοντες έχουν προχωρήσει με αίτηση στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας βάσει της οποίας αιτούνται εκποίηση των ακινήτων που αναφέρονται στην Αίτηση. Η εκτέλεση δια εκποίηση ακίνητης περιουσίας αφορά ποσά πέριξ των €150.000,00 δηλαδή πολύ περισσότερα από το ποσό των €41.351,13 που είναι το αρχικό ποσό της απαίτησης. Ισχυρίζεται ότι είναι δίκαιο και ορθό όπως εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και ότι τα δικαιώματα της Ενάγουσας δεν θα επηρεασθούν εφόσον το σχετικό διάταγμα θα έχει ισχύ για σύντομο χρονικό διάστημα, ήτοι μέχρι εκδικάσεως της κυρίως αίτησης. Από την άλλη η μη έκδοση του διατάγματος θα έχει επιβλαβείς επιπτώσεις για τα δικαιώματα τους καθώς η εκποίηση των ως άνω ακινήτων θα έχει ως αποτέλεσμα την ρευστοποίηση της σχετικής οφειλής τους προς την Τράπεζα και ακολούθως θα υπάρξει περαιτέρω ταλαιπωρία για όλα τα μέρη εάν επιτύχει η Κυρίως Αίτηση. Οι Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν Ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης η οποία βασίζεται στους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.40 Θ.1, 7 (α), 7(β), 10 και 11, Δ.48 θ.1-4, 8 και 9, στα άρθρα 4, 5, 6, 9, 14, 22-71, 97 και 98 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στα άρθρα 71, 80 και 81 στον Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο Κεφ. 224, στον Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Περιορισμός Πωλήσεως Νόμο) Ν. 82(Ι)/2002στην νομολογία και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι Ένστασης:-
- Η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη και/ή ελλιπής καθότι δεν περιλαμβάνονται τα άρθρα 98 και 99 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο (Κεφ. 6), τα άρθρα 71, 80 και 81 του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο (ΚΕΦ.224), στην Δ.40 Θ.Θ.1 και 7 των Περί Πολιτικής Δικονομίας θεσμοί και στον Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Περιορισμός Πωλήσεως Νόμο) Ν. 82(Ι)/
- Οι Εναγόμενοι 1 και 2 - Αιτητές δεν παρουσιάζουν σοβαρούς και/ή επαρκείς λόγους και/ή εύλογη αιτία που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Η καταχώρηση της παρούσας Αίτησης συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court), είναι κακόπιστη, ενοχλητική και καταπιεστική.
- Η αίτηση είναι πρόωρη.
- Τα αιτούμενα διατάγματα θα προκαλέσουν ανεπανόρθωτη ζημιά στους Ενάγοντες. Η αναστολή της διαδικασίας της πώλησης των ακινήτων δυνάμει της εγγραφής δικαστικής απόφασης (MEMO) μέχρι την εκδίκαση της αίτησης Διακήρυξης τελικού οφειλόμενου ποσού θα οδηγούσε κατάφωρη αδικία εις βάρος των Εναγόντων παρεμποδίζοντας τους από το να εισπράξουν το λαβείν τους από την προς όφελος τους εκδοθείσα απόφαση ημερομηνίας 27.3.
- Η παρούσα αίτηση έχει ως μόνο σκοπό την πρόκληση περαιτέρω καθυστέρησης και/ή κωλυσιεργίας της όλης διαδικασίας.
- Η παρούσα Αίτηση αποτελεί προϊόν δεύτερης σκέψης.
- Τα αιτούμενα διάταγμα θα έπλητταν την απονομή της δικαιοσύνης και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθούν υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης. Η Ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκη δήλωση της Φαίδρας Λουκά η οποία είναι στην υπηρεσία Προβληματικών Λογαριασμών (Recoveries) των Εναγόντων - Καθ' ων η Αίτηση. Από νομική συμβουλή που έλαβε ισχυρίζεται ότι η επίδικη αίτηση είναι πρόωρη, καθότι μετά την καταχώρηση της αίτησης αναγκαστικής πώλησης ΑΝΠ385/14 στις 1.9.2014, και τις γνωστοποιήσεις στους Εναγόμενους 1 και 2 ημερ. 10.2.2015, δεν έλαβε χώρα οιονδήποτε άλλο διάβημα όπως προνοείται στα άρθρα 71, 80 και 81 του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ. 224 και στον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Περιορισμός Πωλήσεων) Νόμος του 2002 Ν. 82(Ι)/
- Εξηγώντας τα στάδια της διαδικασίας αναφέρει ότι, μετά από την εν λόγω γνωστοποίηση ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός καλεί με συστημένες επιστολές τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα να παραστούν σε συγκεκριμένη μέρα και ώρα για να γίνει επιτόπια έρευνα, ώστε να καθοριστεί η επιφυλασσόμενη τιμή πωλήσεως του ακινήτου. Έπειτα, ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας δίδει ειδοποίηση στα επηρεαζόμενα πρόσωπα καλώντας τα όπως δώσουν στον εκτιμητή πληροφορίες και όπως παρουσιαστούν για επιθεώρηση εγγράφων που έχουν στην κατοχή τους και αφορούν την ιδιοκτησία. Μετά την ολοκλήρωση της εκτίμησης, ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας δίδει στο επηρεαζόμενο πρόσωπο σχετική ειδοποίηση και το επηρεαζόμενο πρόσωπο από την εκτίμηση του ακίνητου έχει το δικαίωμα να υποβάλει γραπτή Ένσταση εναντίον της εκτίμησης στον Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, εντός 30 ημερών από την ημερομηνία που δόθηκε η Ειδοποίηση για την σκοπούμενη εκτίμηση. Καμία από τις πιο πάνω αναφερόμενες διαδικασίες υλοποιήθηκαν, συνεπώς η επίδικη αίτηση είναι πρόωρη. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι το αιτούμενο διάταγμα περί αναστολής της διαδικασίας για αναγκαστική πώληση του ακινήτου είναι γενικό και αόριστο, γιατί δεν έχει υλοποιηθεί καμία από τις πιο πάνω αναφερόμενες διαδικασίες. Επιπλέον, η ενόρκως δηλούσα υποστηρίζει ότι η κυρίως αίτηση που καταχώρησαν οι Εναγόμενοι 1 και 2 την 22.9.2015 δεν θα έχει επιτυχία γιατί οι πρόνοιες του περί Τόκου Νόμου Ν. 2/77δεν τυγχάνουν εφαρμογής στον επίδικο λογαριασμό ο οποίος ήταν τρεχούμενος λογαριασμός παρατραβήγματος και το εκάστοτε οφειλόμενο υπόλοιπο δεν ήταν σταθερό. Γίνονταν συνεχείς χρεοπιστώσεις και κεφαλαιοποιήσεις τόκων στους συμφωνηθέντες χρόνους με αποτέλεσμα να μην υπάρχει σταθερό κεφάλαιο. Επίσης κατά τον τερματισμό της λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού, δηλαδή την 27.7.2004 δεν ήταν σε ισχύ ο Ν.2/77, ο οποίος καταργήθηκε από τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999, Ν. 160
(1)/1999, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1.1.2001. Κατά τα λοιπά η Ενόρκως δηλούσα επαναλαμβάνει τους λόγους Ένστασης που ήδη εκτέθηκαν πιο πάνω. Η Αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση κατά την οποία οι συνήγοροι των διαδίκων υιοθέτησαν τις γραπτές τους αγορεύσεις στις οποίες αναπτύσσονται οι αντίστοιχες θέσεις τους και καμιά πλευρά δεν ζήτησε την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Έχω μελετήσει τις εκατέρωθεν θέσεις των συνηγόρων και όπου κρίνω σκόπιμο θα προβώ σε αναφορά σε αυτές στην συνέχεια της απόφασής μου. Νομική Βάση Αίτησης Όπως ήδη αναφέρθηκε η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται επί του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6 άρθρα 22-71, επί των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, Θ. 1-8, Δ.40 Θ.11, Δ.42, στον Ν.2/77 στη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Εντούτοις στην αγόρευση τους οι δικηγόροι των Εναγομένων - Αιτητών αναφέρουν ότι η δικονομική διάταξη η οποία παρέχει διακριτική εξουσία στο Δικαστήριο να αναστείλει την εκτέλεση δικαστικής απόφασης είναι η Δ.40 Θ.7 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών η οποία δεν περιλαμβάνεται στη νομική βάση της Αίτησης και η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «7. Every person to whom any sum or money or any costs shall be payable under a judgment or order shall, so soon as the money or costs shall be payable, be entitled to apply for the issue of writs to enforce payment thereof, subject nevertheless as follows:- (
- a)If the judgment or order is for payment within a period therein mentioned, no writ shall be issued until after the expiration of such period; (
- b)The Court or Judge may, at or after the time of giving judgment or making an order, stay execution until such time as they or he shall think fit. Στην νομική βάση της Αίτηση δεν περιλαμβάνεται ούτε το άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60το οποίο προνοεί τα εξής: «47. Η απόφασις oιoυδήπoτε δικαστηρίoυ, επιφυλασσoμέvης oιασδήπoτε εv αυτή περιεχoμέvης αvτιθέτoυ διαταγής και ασχέτως τoυ γεγovότoς ότι αύτη έχει ληφθή επί παραλείψει υπoβoλής εγγράφωv πρoτάσεωv ή εμφαvίσεως oιoυδήπoτε διαδίκoυ, θα είvαι δεσμευτική δι' όλoυς τoυς διαδίκoυς ευθύς ως αύτη εκδoθή, ασχέτως πρoς oιαvδήπoτε έφεσιv κατ' αυτής, αλλά τo δικαστήριov υπό τoυ oπoίoυ εκδίδεται η τoιαύτη απόφασις, ή oιovδήπoτε δικαστήριov έχov δικαιoδoσίαv vα εκδικάση κατ' έφεσιv τηv τoιαύτηv απόφασιv δύvαται καθ' oιovδήπoτε χρόvov, εάv θεωρήση τoύτo πρέπov, και ασχέτως πρoς τo εάv εξεδόθη ή μη διάταγμα πρoς εκτέλεσιv αυτής, vα διατάξη όπως αvασταλή η εκτέλεσις της τoιαύτης απoφάσεως, διά τoσoύτov χρovικόv διάστημα και υπό τoιoύτoυς όρoυς ή άλλως, ως ήθελε κρίvει oρθόv τo τoιoύτov δικαστήριov.» Οι Εναγόμενοι - Αιτητές θέλουν να στηριχτούν επί των δύο πιο πάνω διατάξεων. Ανέφεραν ρητώς στην αγόρευση τους ότι οι δύο πιο πάνω διατάξεις θα ήταν η ορθή νομική βάση της Αίτησης τους. Η Δ.48 θ.2 προνοεί ότι οι ενδιάμεσες αιτήσεις πρέπει επιτακτικά να προσδιορίζουν τις νομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζονται. Και τούτο γιατί όπως υπέδειξε η νομολογία, η ενδιάμεση διαδικασία της εξέτασης αιτήσεων έχει ένα ασυνήθιστο χαρακτήρα αφού τα επίδικα θέματα πρέπει να εξετάζονται έξω από τα πλαίσια της ολοκληρωτικής δίκης και με αυτό το πνεύμα ο προσδιορισμός τους πρέπει να γίνεται με ακρίβεια για να μπορεί το Δικαστήριο να επιστρώσει το έδαφος για τη γρήγορη εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς. (βλ. Kouppa and another v. Vassiliadis
(1981)1 JSC 120). Οι αρχές που καθιερώθηκαν στην Kouppa and another v. Vassiliadis υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη και άλλων [1990] 1 ΑΑΔ 965 όπου τονίστηκε ότι απαράβατοι όροι της εγκυρότητας του δικονομικού πλαισίου μιας ενδιάμεσης αίτησης είναι η αναφορά στα άρθρα και στους θεσμούς που στοιχειοθετούν το νομικό υπόβαθρο της αίτησης. Οι Εναγόμενοι - Αιτητές, αντιλαμβανόμενοι την παράλειψη συμπερίληψης στην νομική βάση της Αίτησης των διατάξεων εκείνων επί των οποίων επιθυμούν να προωθήσουν το Αίτημα τους, κατά το στάδιο ακρόασης της Αίτησης, αγόρευσαν συγκεκριμένα επί του σημείου αυτού. Παρέπεμψαν σχετικά στην υπόθεση Karl Heinz Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου
(1999)1A ΑΑΔ 366, όπου το Εφετείο έκρινε ότι από τη στιγμή που το πρωτόδικο δικαστήριο προέβη σε διαπίστωση ότι πρόκειται για θεραπεύσιμη παρατυπία, μπορούσε στην ίδια διαδικασία να θεραπεύσει την παρατυπία δυνάμει της Δ.64. Στην Wunderlich (ανωτέρω) καθορίστηκαν τα κριτήρια άσκησης της σχετικής διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη υπέρ της άρσης της παρατυπίας είναι να μην προκαλέσει πασιφανή αδικία στην άλλη πλευρά. Επίσης η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία. Η νέα Δ.64 θ.2 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη. Στην υπόθεση Γιώργος Φαλέκκου v. Κυριάκου Χριστοφίδη Πολιτική Έφεση 63/10 ημερομηνίας 17.12.2013 επαναβεβαιώθηκε ότι η Δ.64 (όπως διαμορφώθηκε με τον τροποποιητικό Κανονισμό 2/1995) κατάργησε τη διάκριση μεταξύ άκυρης και αντικανονικής διαδικασίας. Το Εφετείο με αναφορά τόσο σε Κυπριακή αλλά και σε Αγγλική νομολογία σε σχέση με την αντίστοιχη Αγγλική διάταξη αποφάσισε ότι η Δ.64 δίνει στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τους Κανονισμούς είτε να παραμερίσει τη διαδικασία, είτε να θεωρήσει τη μη συμμόρφωση θεραπεύσιμη και να εκδώσει διάταγμα για διόρθωση ή άρση της παρατυπίας. Επίσης σχετική είναι η πολύ πρόσφατη απόφαση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκος Κ. Σιακόλας, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε21/2013, 11/11/2015 όπου ελέχθη ότι η Δ.64 δεν καταργεί τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, παρά μόνο δίνει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να προβεί σε διορθωτικές κινήσεις μετά από αίτημα του ενδιαφερόμενου διαδίκου. Στην παρούσα περίπτωση οι Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση δεν παραιτήθηκαν από την παρατυπία. Εγείρουν ένσταση επί του συγκεκριμένου σημείου και εάν επιτραπεί η θεραπεία της παρατυπίας τότε θα καταληφθούν εξ απροόπτου καθότι δεν είχαν επαρκή γνώση των δικονομικών διατάξεων που οι Εναγόμενοι - Αιτητές θα προωθούσαν προς υποστήριξη της Αίτησης τους. Όπως τονίστηκε στην Χριστίνα Περικλέους ν. Ellinas Finance Ltd κ.α. Πολιτική Έφεση Αρ. 283/2010, ημερομηνίας 3.7.2014: «Μετά την τροποποίηση της Δ.64 και την κατάργηση της διάκρισης μεταξύ άκυρου και αντικανονικού δικονομικού μέτρου, ενδεχομένως στην παρούσα περίπτωση η παράλειψη να μπορούσε να θεραπευθεί. Όμως καμία αίτηση δεν υποβλήθηκε από την Αιτήτρια ζητώντας να θεραπευθεί η παράλειψη, ώστε να αποκτήσει η αίτηση το αναγκαίο νομικό υπόβαθρο. Υπάρχουν περιπτώσεις που το δικαστήριο κατ' εξαίρεση μπορεί αυτεπάγγελτα να θεωρήσει ότι η παράλειψη έχει ήδη θεραπευθεί, αλλά η παρούσα δεν είναι μια τέτοια περίπτωση. Στην υπόθεση Φαλέκκου ν. Χριστοφίδη, Πολιτική Έφεση Αρ. 63/10, ημερ. 17.12.2013, τονίσαμε ότι οι παρατηρήσεις μας ως προς την ευχέρεια που πάντοτε έχει το δικαστήριο να θεραπεύει παρατυπία «δεν πρέπει να τύχουν παρανόησης ως προς το καθήκον του κάθε δικηγόρου ή διαδίκου που διαπιστώνει την παρατυπία να λαμβάνει έγκαιρα στην κατάλληλη περίπτωση τα αναγκαία μέτρα για θεραπεία της και όχι να αφήνει τα πράγματα να τύχουν διόρθωσης από το δικαστήριο». Στην υπό κρίση περίπτωση, κανένα διάβημα δεν έγινε από τους Εναγόμενους - Αιτητές προς άρση της παρατυπίας αν και το θέμα εγέρθηκε εμφαντικά μέσα από την Ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση και την Ένορκη Δήλωση που την συνοδεύει. Συνεπεία των πιο πάνω, είμαι της γνώμης ότι εάν οι Εναγόμενοι - Αιτητές επιθυμούσαν να βασίσουν την Αίτηση τους στις διατάξεις τις οποίες σήμερα επικαλούνται, έπρεπε να είχαν λάβει δικονομικά διαβήματα προς αυτή την κατεύθυνση και όχι να αφήσουν τα πράγματα να διορθωθούν αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο κατά το στάδιο της ακρόασης της Αίτησης. Εν όψει τούτου κρίνω ότι η αίτηση είναι μετέωρη καθότι στερείται νομικής βάσης και δεν μπορεί να ενεργοποιήσει την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παροχή της Αιτούμενης θεραπείας. Όσον αφορά τη Δ.40 θ.11 επί της οποίας στηρίζεται η Αίτηση, αυτή αφορά αναστολή εκτέλεσης με βάση γεγονότα που προέκυψαν καθυστερημένα και δεν μπορούσαν να περιληφθούν στα δικόγραφα.(βλ. Αναφορικά με την Αίτηση της Παρασκευούς Μάρκου,
(2000)1 Α.Α.Δ. 1868 και την πρόσφατη απόφαση Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αμμοχώστου - Λάρνακας Λίμιτεδ (Πρώην Συνεργατικός Οργανισμός «Πρωτοβουλία Γυναικών» Κύπρου Λτδ ν. Χρίστος Αυξεντίου κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. E125/2015, 23/3/2016.) Δεν είναι τέτοια η παρούσα περίπτωση. Σημειώνεται επίσης πως η Δ.42 στην οποία επίσης βασίστηκαν οι αιτητές για να ζητήσουν αναστολή ουδεμία σχέση έχουν με αναστολή. Στην υπόθεση Μιχαήλ Χριστάκης ν. Μιχαήλ Σκορδή,
(2003)1 Α.Α.Δ. 1108 λέχθηκαν τα εξής: «Ο τελευταίος λόγος έφεσης αφορά στη διαπίστωση του δικάσαντος Δικαστηρίου ότι η αίτηση εστερείτο ορθής νομικής βάσης, μεμπτότητα η οποία, καθιστούσε εξ υπαρχής άκυρη την αίτηση και ως εκ τούτου, μη δυνάμενη να προωθηθεί. Η διαπίστωση είναι ορθή. Οι κανονισμοί επί των οποίων στηρίχθηκε η αίτηση δεν ενεργοποιούσαν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επιληφθεί της αίτησης, μεμπτότητα η οποία θα δικαιολογούσε την απόρριψη της αίτησης χωρίς ο,τιδήποτε άλλο.» Εν όψει όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι η νομική βάση επί της οποίας στηρίχθηκε η Αίτηση δεν μου παρέχει δικαιοδοσία να παραχωρήσω την θεραπεία την οποία οι Εναγόμενοι - Αιτητές επιζητούν. Συνεπώς η παρούσα Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων - Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγομένων - Αιτητών αλληλέγγυα και κεχωρισμένα. Αυτά να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] Χ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο