← Κύπρος

Ιωάννη Μοδίτη ν. ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΑΡΚΤΙΝΟΣ» ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1267/09, 9/5/2016

Ιωάννη Μοδίτη ν. ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΑΡΚΤΙΝΟΣ» ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1267/09, 9/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A282 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1267/09 Μεταξύ: Ιωάννη Μοδίτη Ενάγοντα και

  1. ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΑΡΚΤΙΝΟΣ» ΛΙΜΙΤΕΔ
  2. ΔΑΦΝΗ ΚΟΥΔΟΥΝΑΡΗ Εναγομένων --------------------------------------- Ημερομηνία: 9 Μαΐου 2016 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Κ. Μαυραντώνης. Για τους Εναγόμενους 1: κα Κ. Γεωργίου. Τ Ε Λ Ι Κ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή καταχωρήθηκε στις 27/02/2000 και με αυτήν ο Ενάγοντας αξιώνει εναντίον των Εναγόμενων: «Α. Αποζημιώσεις για γραπτή δυσφήμιση και/ή δυσφημιστικό σχόλιο και/ή για επιζήμια ψευδολογία και/ή λίβελλο, περιεχόμενο στην Εφημερίδα «ΠΟΛΙΤΗΣ» ημερομηνίας 26.1.2009 και/ή στην διαδικτυακή έκδοση της ηλεκτρονικής εφημερίδας «ΠΟΛΙΤΗΣ ONLINE», στην ιστοσελίδα www.politis-news.com και/ή pdf.politis-news.com, ημερομηνίας 26.1.09, στην 14η σελίδα κάτω από τον τίτλο «Στυγνή Δικτατορία στο ΚΕΠΑ». Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να εμποδίζει τους Εναγόμενους 1 και/ή 2, προσωπικά και/ή δια των υπηρετών και/ή αντιπροσώπων τους από του να γράφουν και/ή εκτυπώνουν και/ή εκδίδουν και/ή κυκλοφορούν και/ή διανέμουν και/ή προκαλούν την συγγραφή και/ή εκτύπωση και/ή έκδοση και/ή κυκλοφορία και/ή διανομή και/ή ην άλλως πως δημοσίευση του ίδιου και/ή πανομοιότυπου και/ή οποιουδήποτε δυσφημιστικού δημοσιεύματος και/ή λίβελλου και/ή επιζήμιας ψευδολογίας σε βάρος του Ενάγοντα. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τη διαγραφή και/ή αφαίρεση και/ή απόσυρση του εις την παράγραφο Α ανωτέρω δυσφημιστικού δια τον Ενάγοντα δημοσιεύματος που περιέχεται στην διαδικτυιακή έκδοση της ηλεκτρονικής εφημερίδας «ΠΟΛΙΤΗΣ ONLINE», στην ιστοσελίδα www.politis-news.com και/ή pdf.politis-news.com, ημερομηνίας 26.1.09». Δ. Τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις. Ε. Νόμιμο τόκο. Στ. Έξοδα και Φ.Π.Α.» Η Έκθεση Απαίτησης καταχωρήθηκε στις 06/11/2009, σύμφωνα με αυτήν ο Ενάγοντας τη δεδομένη χρονική περίοδο και κατά πάντα ουσιώδη για σκοπούς της παρούσας αγωγής χρόνο, ήταν ο Διευθυντής του Κέντρου Παραγωγικότητας Κύπρου (ΚΕΠΑ). Οι Εναγόμενοι 1, είναι εταιρεία η οποία ήταν και συνεχίζει να είναι ιδιοκτήτες και/ή εκδότες και/ή κατά νόμον υπεύθυνοι της εφημερίδας «Πολίτης» και της διαδικτυακής της έκδοσης της Politis on line σε συγκεκριμένο ιστοχώρο. Ο Εναγόμενος 2, ήταν έκτακτος Λειτουργός Παραγωγικότητας και/ή έκτακτος δημόσιος υπάλληλος και/ή εργοδοτούμενος στο ΚΕΠΑ και είναι ο συγγραφέας άρθρου, το οποίο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Πολίτης» στις 26/01/2009 στη σελίδα 14, με τίτλο "Στυγνή Δικτατορία στο ΚΕΠΑ". Θεωρώ ορθό στο σημείο αυτό όπως παραθέσω αυτούσιο το κείμενο του επίδικου δημοσιεύματος για να είναι πιο κατανοητή η παρούσα απόφαση. « Στυγνή Δικτατορία στο ΚΕΠΑ Στο ΚΕΠΑ, εδώ και δυο χρόνια παρατηρούνται φαινόμενα δικτατορικού καθεστώτος με διωγμούς κατά τριών ανωτέρων λειτουργών, εκδίωξη λειτουργών και υποστηρικτικού προσωπικού. Η νέα Κυβέρνηση και η Υπουργός Εργασίας γνωρίζουν τι γίνεται στο ΚΕΠΑ και ότι ο διευθυντής του ΚΕΠΑ ποδηγετεί το προσωπικό και το εκβιάζει με προσωπικές επιστολές και μειοδοτικές προσωπικές συναντήσεις. Αυτές τις μέρες κυκλοφορεί στο ΚΕΠΑ με οδηγίες του διευθυντή η φόρμα για την αξιολόγηση των υπαλλήλων υπενθυμίζοντας σε όλους ότι η δικτατορία έχει το πάνω χέρι. Τη χρονιά που πέρασε δυο εξέχοντα στελέχη του ΚΕΠΑ δυο ανώτεροι λειτουργοί, αναγκάστηκαν από το διευθυντή να φύγουν σε αποσπάσεις και έτσι να αποψιλωθεί η ποιότητα του ανθρώπινου δυναμικού του ΚΕΠΑ. Ακόμη ένας ανώτερος λειτουργός που έφυγε με σύνταξη, ο παρών διευθυντής τον είχε αποκλείσει, μιας και είχε διεκδικήσει το αξίωμα του διευθυντή μέχρι και που του αποστέρησε το δικαίωμα της χρήσης σύγχρονου υπολογιστή. Η κατάχρηση εξουσίας συνεχίζεται γι' αυτό ζητούμε την αλλαγή φρουράς της διεύθυνσης του ΚΕΠΑ. Όλοι είναι φοβισμένοι αλλά κανένας δε θέλει να στερηθεί το καρβέλι που κερδίζει έντιμα και ας υπάρχει η ψυχοφθόρα δικτατορία. Είναι σύνηθες φαινόμενο σε μικρούς οργανισμούς να αναπτύσσουν με το χρόνο προσωποπαγή καθεστώτα του τύπου Παπαδόπουλου/ Ιωαννίδη που υποστηρίζονται από τους ανάλογους Πατακούς και Μακαρέζους. Η έντιμη Υπουργός Εργασίας που προΐσταται αυτών των δημόσιων οργανισμών οφείλει να βάλει το μαχαίρι στο κόκαλο και να εφαρμόσει σε τέτοιους μικρούς οργανισμούς την εναλλαξιμότητα των διευθυντών ανά διετία, έτσι ώστε να αποφεύγονται αυτές οι νοοτροπίες και τελοσπάντων να αποτρέπεται το ξεφτίλισμα της δημόσιας υπηρεσίας. Ζούμε σε δημοκρατική ευρωπαϊκή χώρα και τέτοιες συμπεριφορές ανήκουν στο παρελθόν και σε καθεστώτα της Νοτίου Αμερικής. Ένα άλλο ζήτημα που θέσαμε υπόψη της έντιμης υπουργού ήταν η επίτευξη από κάποιους λειτουργούς του ΚΕΠΑ της πολυσυζητημένης αναβάθμισης του Μεταπτυχιακού Προγράμματος του Μεσογειακού Ινστιτούτου Διεύθυνσης σε επίπεδο Μάστερ, που η παρούσα διεύθυνση του ΚΕΠΑ την ενταφίασε με το δικτατορικό τρόπο που ενήργησε, αν και η πρόταση αυτή έγινε ένθερμα αποδεκτή από δυο Μπολώνια Εξεταστές και μας προτάθηκε να κάνουμε αίτηση στο ΚΥΣΑΤΣ για έγκριση του προτεινόμενου Μεταπτυχιακού προγράμματος σε επίπεδο Μάστερ. Ζητούμε από την έντιμη υπουργό να μας δώσει το πράσινο φως για να προχωρήσουμε με αυτή την εναλλακτική πρόταση που θα κερδίσουν όλοι και οι φοιτητές μας, και η οικονομία γενικότερα, και θα δοθεί μετά από τόσα χρόνια επιτυχούς λειτουργίας του Μεσογειακού Ινστιτούτου Διεύθυνσης η δυνατότητα να αναπτύξει περισσότερο τις δραστηριότητες του στην εκπαίδευση επιχειρηματιών και στελεχών του ευρύτερου Δημόσιου Τομέα. Αναμένουμε τομές, διορθωτικά μέτρα και περισσότερη δημοκρατία στο ΚΕΠΑ. Δάφνης Κουδουνάρης Έκτακτος Λειτουργός Παραγωγικότητας Πρόεδρος της Προοδευτικής Κίνησης των Εκτάκτων» Είναι η θέση του Ενάγοντα, ότι ο Εναγόμενος 2, ψευδώς και/ή κακόβουλα δημοσίευσε και συνέταξε το εν λόγω άρθρο και οι Εναγόμενοι 1 τύπωσαν και/ή δημοσίευσαν, τόσο στην εφημερίδα Πολίτης όσο και στη διαδικτυακή έκδοση της, το εν λόγω άρθρο που έγραψε ο Εναγόμενος 2, το οποίο χαρακτηρίζει ως δυσφημιστικό δημοσίευμα. Ο Ενάγοντας αναπαράγει στην Έκθεση Απαίτησης του, ολόκληρο το άρθρο, όπως δημοσιεύτηκε και είναι η θέση του, ότι το δημοσίευμα και οι λέξεις και οι προτάσεις του, κατά τη φυσική σημασία τους, είναι δυσφημιστικά για τον ίδιο, αφού διαβάζοντας το άρθρο, είναι φανερό ότι αποδίδεται στον ίδιο κατάχρηση εξουσίας, συμπεριφορά που δημιουργεί φόβο, επίδειξη δικτατορικής τακτικής, εκδίωξη λειτουργών, εξαναγκασμός υπαλλήλων σε φυγή με αποσπάσεις και ότι οι υπάλληλοι του ΚΕΠΑ είναι φοβισμένοι. Επίσης, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι πέραν από τη φυσική σημασία του κειμένου, οι Εναγόμενοι 1 και 2, εννοούσαν και/ή υπονοούσαν και τα σχόλια μπορούσαν να ερμηνευτούν με τρόπο που μπορούσε να γίνει αντιληπτό υπό μορφή υπαινιγμού (innuendo), ότι ο Ενάγοντας είναι πρόσωπο που Διευθύνοντας το ΚΕΠΑ εκτελεί τα καθήκοντα του με τρόπο δικτατορικό και παράνομο, κατά τρόπον που συνιστά κατάχρηση εξουσίας, ενεργεί μεροληπτικά, εκδικητικά, αναξιοκρατικά και προβαίνει αδικαιολόγητα σε ενέργειες που ζημιώνουν τρίτα πρόσωπα και το δημόσιο και είναι πρόσωπο που δεν είναι αντάξιο της ιδιότητας του Διευθυντή του ΚΕΠΑ. Είναι επίσης η θέση του Ενάγοντα στην Έκθεση Απαίτησης του, ότι η εφημερίδα «Πολίτης» είναι καθημερινή εφημερίδα με υψηλή κυκλοφορία και διανέμεται σε ολόκληρη την Κύπρο, κυκλοφορεί και σε χώρες του εξωτερικού και ότι η διαδικτυακή της έκδοση είχε και συνεχίζει να έχει υψηλά ποσοστά χρηστών και επισκεπτών και/ή αναγνωστών και διαθέτει ηλεκτρονικό αρχείο των εκδόσεων της, συμπεριλαμβανομένου και του άρθρου που αναφέρεται πιο πάνω. Είναι περαιτέρω η θέση του Ενάγοντα, ότι εξ αιτίας της δημοσίευσης του εν λόγω άρθρου έχει υποστεί ζημιά στη φήμη, το καλό του όνομα, προσωπικότητα και/ή υπόληψη τόσο στο επαγγελματικό όσο και στο κοινωνικό του περιβάλλον, ότι πλήγηκε επαγγελματικά και ότι η φήμη του επηρεάστηκε δυσμενώς. Ισχυρίζεται επίσης, ότι η υπόθεση είναι κατάλληλη για να επιδικαστούν τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις, αφού το δημοσίευμα συντάχθηκε, εκτυπώθηκε και δημοσιεύτηκε εν γνώσει των Εναγόμενων, ότι το περιεχόμενο του ήταν ψευδές και/ή αδιαφορώντας ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του, κακόβουλα και κακόπιστα με σκοπό να του προκληθεί ζημιά. Ο Ενάγοντας διεκδικεί με την παρούσα αγωγή, αποζημιώσεις για γραπτή δυσφήμιση και/ή δυσφημιστικό σχόλιο και/ή για επιζήμια ψευδολογία και/ή λίβελο, διατάγματα του Δικαστηρίου που να εμποδίζουν τους Εναγόμενους 1 και 2 να γράφουν και/ή να εκτυπώνουν και/ή να διανέμουν του ιδίου ή πανομοιότυπου ή οποιουδήποτε δυσφημιστικού δημοσιεύματος εις βάρος του Ενάγοντα, διάταγμα που να διατάσσει τη διαγραφή και/ή αφαίρεση και/ή απόσυρση του κειμένου που περιέχεται στη διαδικτυακή έκδοση της ηλεκτρονικής εφημερίδας «Politis on line», τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις, νόμιμους τόκους και έξοδα. Η συνήγορος των Εναγόμενων 1, καταχώρησε στις 15.12.2009, προτού καταχωρήσει την Υπεράσπιση της, αίτηση με την οποία ζητούσε τη διαγραφή ολόκληρης της παραγράφου 8 της Έκθεσης Απαίτησης, ως μη αναγκαίας σκανδαλώδους και καταχρηστικής. Συγκεκριμένα, η θέση της ήταν ότι στην παράγραφο 8 περιέχεται ισχυρισμός του ενάγοντα ότι θα προωθήσει ως αιτία αγωγής εκτός από τη φυσική σημασία και το νομικό ή πραγματικό υπονοούμενο (true/legal innuendo) η οποία ήταν η θέση της δεν ήταν σωστά δικογραφημένη. Στην αίτηση καταχωρήθηκε ένσταση, από τους συνηγόρους του Ενάγοντα, η αίτηση δεν προχώρησε όμως σε εκδίκαση, επειδή έγινε πρακτικό του Δικαστηρίου στις 12/03/2010, σύμφωνα με το οποίο η συνήγορος που παρουσιάστηκε για τον Ενάγοντα, δήλωσε ότι με την εν λόγω παράγραφο της Έκθεσης Απαίτησης δεν διατυπώνει ο Ενάγοντας ισχυρισμό για νομικό υπαινιγμό. Μετά από αυτή τη διευκρίνιση, η συνήγορος των Εναγόμενων 1 απέσυρε την αίτηση, χωρίς να εκδοθεί οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. Ακολούθως καταχωρίστηκαν οι Υπερασπίσεις των Εναγόμενων 1 και
  3. Στην Υπεράσπιση τους, οι Εναγόμενοι 1, παραδέχονται ότι στις 26/01/2009, δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Πολίτης» κείμενο του Εναγόμενου 2 με το περιεχόμενο που αναγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης, αρνούνται όμως είτε ότι ο Εναγόμενος 2, είτε οι ίδιοι συνέταξαν και δημοσίευσαν αυτό, ψευδώς και κακοβούλως και/ή ότι το κείμενο, λέξεις και/ή σχόλια του, ήταν δυσφημιστικά για τον Ενάγοντα. Αρνούνται επίσης, ότι το δημοσίευμα αναφέρεται στον Ενάγοντα, εάν όμως διαφανεί ότι αναφέρεται σ' αυτόν, αρνούνται ότι είναι δυσφημιστικό και ισχυρίζονται ότι δεν δικαιούται σε καμιά θεραπεία ο Ενάγοντας, ότι οι απαιτήσεις του για επιζήμια ψευδολογία και/ή έκδοση τελικού απαγορευτικού διατάγματος, δεν στοιχειοθετούνταν επαρκώς και πρέπει να απορριφθούν. Ισχυρίζονται επίσης, ότι εάν το δημοσίευμα ήθελε φανεί ότι είναι δυσφημιστικό, αυτό είναι προνομιούχο ή υπό επιφύλαξη που έγινε καλόπιστα και στις λεπτομέρειες της παραγράφου που παραθέτουν αυτόν τον ισχυρισμό τους οι Εναγόμενοι 1, αναφέρουν ότι η εφημερίδα «Πολίτης» διατηρεί σελίδα, στην οποία φιλοξενεί απόψεις, άρθρα γνώμες και επιστολές πολιτών, αναγνωστών της με τίτλο "Πολίτες με άποψη", στο περιεχόμενο των οποίων δεν εκφέρει γνώμη και δεν λογοκρίνει. Η σελίδα αυτή, αποτελεί ένα βήμα για τους πολίτες, αναγνώστες της και δεν εκφέρεται σε αυτήν η επίσημη γνώμη της εφημερίδας. Ο Εναγόμενος 2, ο οποίος συνέγραψε το άρθρο, ήταν Έκτακτος Λειτουργός Παραγωγικότητας στο ΚΕΠΑ, συνδικαλιστής και θέματα που αφορούν την λειτουργία Δημοσίων Οργανισμών θεωρούν ότι είναι θέματα δημόσιου συμφέροντος και ενδιαφέροντος, γι' αυτό και δόθηκε στον Εναγόμενο 2 χώρος να δημοσιεύσει την επιστολή του στη δεδομένη στήλη. Αναφέρουν επίσης, ότι οι Εναγόμενοι 1, στην ίδια σελίδα «Πολίτες με άποψη» στην έκδοση της εφημερίδας στις 09/04/2009, δημοσίευσαν άλλο δημοσίευμα, το οποίο υπογραφόταν από υπαλλήλους του ΚΕΠΑ και απαντούσε και/ή σχολίαζε το επίδικο δημοσίευμα και/ή ήταν θετικό προς τον Διευθυντή του ΚΕΠΑ, Ενάγοντα. Έτσι, με τον τρόπο αυτόν, ισχυρίζονται ότι συνείσφεραν στον δημόσιο διάλογο και ανάμεσα στους αναγνώστες της εφημερίδας και ανάμεσα στους ενδιαφερόμενους. Για τους λόγους αυτούς, δεν μπορούν να ευθύνονται για οποιανδήποτε κατά ισχυρισμόν ζημιά, έγινε στον Ενάγοντα και αιτούνται την απόρριψη της αγωγής σε ό,τι τους αφορά. Υπεράσπιση καταχώρησε και ο Εναγόμενος 2, ο οποίος όμως πρέπει να αναφερθεί ότι πριν την ακρόαση της αγωγής έχει έρθει σε συμβιβασμό με τον Ενάγοντα αφού δημοσίευσε απολογία και πλήρωσε κάποια ποσά έναντι των εξόδων του δικηγόρου του Ενάγοντα. Ως αποτέλεσμα τούτου, η αγωγή αποσύρθηκε και απορρίφθηκε ως διευθετηθείσα με έξοδα υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου 2, που είχαν συμφωνηθεί στο ποσό των €1.500 πλέον ΦΠΑ. Η αγωγή προχώρησε σε ακρόαση μόνο σε σχέση με τους Εναγόμενους 1, αφού προηγουμένως οι συνήγοροι του Ενάγοντα καταχώρησαν Απάντηση στην Υπεράσπιση με την οποία αρνούνταν όλες τις θέσεις των Εναγόμενων 1, όπως φαίνονται στην Υπεράσπιση τους και ισχυρίζονται ότι με τον τρόπο που οι Εναγόμενοι 1 ενήργησαν, καταχράστηκαν τα όποια δικαιώματα ελευθερίας, έκφρασης και/ή καταπάτησαν τα δικαιώματα του Ενάγοντα και απαρνήθηκαν το καθήκον τους για σεβασμό και προστασία της ιδιωτικής προσωπικής ζωής καθώς και της υπόληψης του Ενάγοντα. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης, δόθηκε μαρτυρία από τον ίδιο τον Ενάγοντα και για τους Εναγόμενους 1, από τον δημοσιογράφο και σύμβουλο έκδοσης της εφημερίδας «Πολίτης» Διονύση Διονυσίου, ΜΥ
  4. Ο Ενάγοντας επανέλαβε ουσιαστικά, τα όσα αναφέρει στην Έκθεση Απαίτησης του. Σε ό,τι αφορά την επαγγελματική του σταδιοδρομία, είπε ότι από τις 15/04/2004 μέχρι και την αφυπηρέτηση του την 01/12/2011, ήταν ο Διευθυντής του ΚΕ.ΠΑ, το οποίο υπάγεται στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Αναφέρθηκε στο συγκεκριμένο δημοσίευμα, το οποίο συνέγραψε ο Εναγόμενος 2, ο οποίος την επίδικη περίοδο εργοδοτείτο στο ΚΕ.ΠΑ ως Έκτακτος Λειτουργός Παραγωγικότητας, διευκρινίζοντας η θέση του διέπεται από τους Κανονισμούς που διέπουν τους Δημόσιους Υπαλλήλους κατ' αναλογία. Κατέθεσε το επίδικο δημοσίευμα, όπως δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Πολίτης» αλλά και αυτό που εκτύπωσε όπως δημοσιεύτηκε στη διαδικτυακή έκδοση της εφημερίδας. Ήταν η θέση του, ότι παρόλο που δεν αναγράφεται το όνομα του στο δημοσίευμα, πολύ εύκολα μπορούσαν οι πάντες να αντιληφθούν ότι αναφερόταν στον ίδιο, επειδή ο διορισμός του ως Διευθυντής του ΚΕΠΑ, είχε γνωστοποιηθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ήταν πρόσωπο της δημόσιας ζωής, προβαλλόταν αρκετά από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης όπου φιλοξενούσαν συνεντεύξεις και/ή άρθρα, στα οποία αναφερόταν η ιδιότητα του και κατέθεσε ενδεικτικά αριθμό τέτοιων δημοσιευμάτων. Ήταν η θέση του, ότι τόσο οι εργοδοτούμενοι στο ΚΕΠΑ όσο και πρόσωπα που τον γνώριζαν αλλά και γενικά αρκετός κόσμος αντιλήφθηκε, ότι το δημοσίευμα αναφερόταν στον ίδιο και επανέλαβε τη θέση του, ότι το περιεχόμενο του δημοσιεύματος είναι δυσφημιστικό για τον ίδιο, αφού του αποδίδεται ουσιαστικά δικτατορική συμπεριφορά, ότι εκδίωκε υπαλλήλους από το ΚΕΠΑ, ότι αποσπάστηκαν άλλοι σε άλλες θέσεις αποψιλώνοντας έτσι, την ποιότητα του ανθρωπίνου δυναμικού στο ΚΕΠΑ, ότι προέβαινε σε κατάχρηση εξουσίας, ότι υπάλληλοι του ΚΕΠΑ ήταν φοβισμένοι και ότι ενταφίαζε ουσιαστικά τις προοπτικές του ΚΕΠΑ. Ήταν η θέση του, ότι το δημοσίευμα έγινε αντιληπτό τόσο στο οικογενειακό όσο και το επαγγελματικό του περιβάλλον και ότι είχε υποστεί ζημιά στη φήμη, το καλό του όνομα την προσωπικότητα, την υπόληψη και την αξιοπρέπεια του τόσο στο κοινωνικό σύνολο ευρύτερα όσο και σε πρόσωπα που τον γνώριζαν προσωπικά. Ανέφερε επίσης, ότι ο Εναγόμενος 2 στις 07/12/2014, δημοσίευσε στην εφημερίδα «Σημερινή», απολογία με την οποία απέσυρε το επίδικο δημοσίευμα και του κατέβαλε και ποσό εξόδων και είναι η θέση του, ότι οι Εναγόμενοι 1, πρέπει να καταδικαστούν από το Δικαστήριο σε καταβολή αποζημιώσεων τόσο γενικών όσο και τιμωρητικών και/ή παραδειγματικών, επειδή πρόβηκαν στη δημοσίευση του δημοσιεύματος, ξέροντας ότι αυτό ήταν ψευδές και/ή αδιαφορώντας για την αλήθεια του. Όπως ήταν η θέση του, οι Εναγόμενοι 1 ουδέποτε ζήτησαν τις δικές του θέσεις πριν τη δημοσίευση του άρθρου. Αντίθετα, με σκοπό το κέρδος, κακόπιστα εκτύπωσαν και δημοσίευσαν το δυσφημιστικό δημοσίευμα, αδιαφορώντας για τη ζημιά που του προκαλούσαν. Ανέφερε ότι, η εφημερίδα «Πολίτης», έχει ευρεία κυκλοφορία και πολλά άτομα πληροφορήθηκαν για το δημοσίευμα και το διάβασαν και επίσης, ήταν η θέση του ότι οι εναγόμενοι 1 επέδειξαν πλήρη αδιαφορία για την ορθότητα του άρθρου αφού δεν κατέβαλαν καμιά προσπάθεια να διασταυρώσουν κατά πόσο τα όσα ανέφερε σε αυτό ο Εναγόμενος 2, αφορούσαν τα αληθή γεγονότα ή όχι και επίσης αδιαφόρησαν κατά πόσο η δημοσίευση του άρθρου του κόστισε επαγγελματικά. Ήταν δε η θέση του ότι το δημοσίευμα ήταν ψευδέστατο αφού τόσο ο ίδιος ο συντάκτης του το απέσυρε αλλά και γιατί σε σχέση με τα όσα αναφέρονται σε αυτό διορίστηκε ερευνητική - πειθαρχική επιτροπή η οποία έκρινε ότι τα όσα γράφτηκαν ήταν εντελώς αναληθή. Αντεξεταζόμενος συμφώνησε, ότι τα θέματα με τα οποία ασχολείτο το ΚΕΠΑ αφορούσαν γενικά την κοινωνία, είπε ότι δεν γνωρίζει την Οργάνωση της οποίας ο κύριος Κουδουνάρης πρώην Εναγόμενος 2, δηλώνει Πρόεδρος ούτε και ξέρει εάν υπάρχει νομική υπόσταση σε αυτήν την Οργάνωση και γενικά ότι ουδέποτε τέθηκε ενώπιον του αίτημα της συγκεκριμένης Οργάνωσης. Σε ό,τι αφορά τους ισχυρισμούς του για την ευρεία κυκλοφορία της εφημερίδας Πολίτης και τους πολλούς επισκέπτες της ιστοσελίδας, ανέφερε ότι γνωρίζει προσωπικά για την ευρεία κυκλοφορία της εφημερίδας αλλά έμαθε επίσης, ότι η εφημερίδα «Πολίτης» είναι η δεύτερη σε κυκλοφορία εφημερίδα μετά τον «Φιλελεύθερο». Όταν ερωτήθηκε να εξηγήσει πώς επηρεάστηκε δυσμενώς από το εν λόγω δημοσίευμα, ήταν η θέση του ότι ο κόσμος το σχολίαζε αρνητικά, είχε αμφιβολίες κατά πόσο ο ίδιος έκανε σωστά τη δουλειά του και ξέρει ότι άτομα του χώρου ειδικά, σχολίαζαν το δημοσίευμα. Ανέφερε επίσης, ότι μετά τη δημοσίευση αυτή ουδέποτε διορίστηκε σε οποιαδήποτε θέση ή αξίωμα, ενώ προηγουμένως είχε εκτίσει 2 θητείες ως Πρόεδρος σε Ημικρατικούς Οργανισμούς και μέλος σε άλλους. Συμφώνησε όμως, ότι παρέμεινε μέχρι την αφυπηρέτηση του στη θέση του Διευθυντή του ΚΕΠΑ. Ρωτήθηκε κατά πόσο έγινε εναντίον του οποιαδήποτε πειθαρχική έρευνα από το Υπουργείο λόγω των όσων αναφέρονταν στο δημοσίευμα και απάντησε ότι αντίθετα το Υπουργείο, είχε εκδώσει ανακοίνωση που ανέτρεπε το δημοσίευμα και ότι οι συνάδελφοι του δημοσίευσαν άλλο δημοσίευμα, που ανέφεραν ότι αυτά όλα που έγραψε ο Εναγόμενος 2, δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Θέση του, ήταν ότι η ζημιά είχε γίνει όχι μεταξύ των στενών του συνεργατών αλλά στο ευρύ κοινωνικό σύνολο και μεταξύ των χιλιάδων αναγνωστών της εφημερίδας που δεν τον γνώριζαν. Ένιωσε χλεύη και περιφρόνηση και επέμενε ότι συνδέθηκε το γεγονός αυτό με το ότι δεν έλαβε ξανά πρόταση για να διοριστεί σε κανέναν Ημικρατικό Οργανισμό. Αρνήθηκε την υποβολή ότι με τη δημοσίευση άλλων κειμένων από μέρους του Υπουργείου ανατράπηκε η όποια αρνητική εικόνα ισχυρίζεται επιμένοντας ότι ο ίδιος ένιωθε και νιώθει μειωμένος μετά από το κείμενο αυτό. Επέμενε επίσης, ότι λανθασμένα οι Εναγόμενοι 1, δεν ζήτησαν από τον ίδιο τη γνώμη του πριν προχωρήσουν στη δημοσίευση του επίδικου δημοσιεύματος. Ο λίβελος όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, έγινε ακριβώς επειδή οι Εναγόμενοι 1 δημοσίευσαν το άρθρο. Αρνήθηκε την υποβολή ότι η δημοσίευση του επίδικου άρθρου έγινε, επειδή αφορούσε θέμα δημόσιου συμφέροντος, επιμένοντας ότι έπρεπε να επικοινωνούσαν μαζί του και να ζητούσαν και τις δικές του απόψεις επί τούτου. Αρνήθηκε επίσης την υποβολή της δικηγόρου των Εναγομένων 1 ότι στη στήλη που δημοσιεύτηκε το επίδικο άρθρο, δεν εκφέρεται η επίσημη γνώμη της εφημερίδας αλλά των αναγνωστών της αναφέροντας ότι αφ' ης στιγμής ο ίδιος ο συγγραφέας του άρθρου του το απέσυρε, οι Εναγόμενοι 1 δεν είχαν δικαίωμα να το δημοσιεύσουν χωρίς να διασταυρώσουν τα λεγόμενα του. Ανέφερε επίσης ότι τα παιδιά του και η οικογένεια του επηρεάστηκαν από την κατάσταση που δημιουργήθηκε και ήταν η θέση του ότι δεν τον ενδιαφέρει εάν οι Εναγόμενοι 1, υιοθέτησαν ή όχι το περιεχόμενο του άρθρου. Εκείνο που είναι βέβαιο, είναι ότι η εφημερίδα «Πολίτης» κατέστησε μίαν κακόβουλη επιστολή λίβελο, δημοσιεύοντας την. Σε ό,τι αφορά τη διευθέτηση της αγωγής που έγινε με τον Εναγόμενο 2, μόνο με απολογία και ένα ποσό έναντι των εξόδων του, η θέση του ήταν ότι δεν καταχώρισε την αγωγή με στόχο την αποζημίωση, εκείνο που επεδίωκε ήταν η απολογία και από τους Εναγόμενους 1 και η πληρωμή των εξόδων του, γι' αυτό και ανέφερε ότι την ίδια πρόταση για συμβιβασμό που έγινε με τον Εναγόμενο 2, την είχε υποβάλει και στους Εναγόμενους 1 οι οποίοι την απέρριψαν. Αρνήθηκε ότι δεν έπαθε καμιά ζημιά γι' αυτό και ικανοποιήθηκε με την απολογία του Εναγόμενου 2, και ήταν η θέση του ότι η άρνηση των Εναγόμενων 1, να του πληρώσουν τα έξοδα που είχε προτείνει, πέραν της δημοσίευσης απολογίας δείχνει την κακή πρόθεση των Εναγόμενων
  5. Αρνήθηκε επίσης, τα όσα ισχυρίζονται στην Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι 1 και του υποβλήθηκαν από τη συνήγορο των Εναγόμενων 1, ότι δηλαδή κατά αυτόν τον τρόπο οι Εναγόμενοι 1, είχαν συμβάλλει στον δημόσιο διάλογο. Όπως έχω ήδη αναφέρει, δεν κλήθηκε άλλος μάρτυρας για την πλευρά του Ενάγοντα, όμως πριν να κλείσει ο Ενάγοντας την υπόθεση του κατατέθηκε εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχομένου της ως Τεκμήριο 8, επιστολή της εταιρείας HELLENIC DISTIBUTION AGENCY CYPRUS LTD, ημερομηνίας 30/09/2015 σύμφωνα με την οποία για την έκδοση της εφημερίδας «Πολίτης» ημερομηνίας 26/01/2009 είχαν κυκλοφορήσει 9.458 φύλλα, επιστράφησαν 2.674 και οι πωλήσεις ήταν 6.784 φύλλα. Ο μοναδικός μάρτυρας για τους Εναγόμενους 1, ΜΥ1 ήταν όπως έχω ήδη αναφέρει ο κύριος Διονύσης Διονυσίου, ΜΥ1, ο οποίος είναι δημοσιογράφος από το 1985 και εξουσιοδοτημένος από την εταιρεία Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ, ιδιοκτήτες της εφημερίδας Πολίτης να δώσει μαρτυρία στην παρούσα υπόθεση. Ήταν η θέση του, ότι η εφημερίδα «Πολίτης» εκφέρει την επίσημη θέση της εφημερίδας μέσω των επώνυμων στήλων που είναι στήλες με απόψεις των συντακτών στις οποίες κανένας δεν επεμβαίνει. Η εφημερίδα γενικά δεν επεμβαίνει υπό την έννοια λογοκρισίας, αφαίρεσης κάτι από το κείμενο ή να καθορίσει θέμα ή περιεχόμενο στηλών, άρθρων, απόψεων και επιστολών που δημοσιεύονται στον «Πολίτη», είτε προέρχονται από δημοσιογράφους της εφημερίδας είτε από τρίτους. Το μόνο που κάνουν, είναι να διορθώνουν τυχόν ορθογραφικά και συντακτικά λάθη. Η εφημερίδα «Πολίτης», διατηρεί συγκεκριμένη σελίδα με τον τίτλο «Πολίτης με άποψη» όπου εκφράζονται οι επίσημες θέσεις της εφημερίδας. Διατηρεί επίσης ξεχωριστή σελίδα με τίτλο «Πολίτες με άποψη», στην οποία φιλοξενεί απόψεις, άρθρα, γνώμες και επιστολές αναγνωστών της και πολιτών γενικά στο περιεχόμενο των οποίων επίσης δεν επεμβαίνει, ούτε λογοκρίνει, ούτε ελέγχει εάν τα όσα αναφέρονται είναι αληθή. Αυτή η σελίδα είναι ένα βήμα για τους αναγνώστες και τους πολίτες γενικά, και σε αυτήν τη σελίδα ήταν που δημοσιεύτηκε και το επίδικο δημοσίευμα, όπως και η απάντηση του Ενάγοντα που δημοσιεύτηκε στις 9.4.
  6. Θέση του ήταν ότι το επίδικο δημοσίευμα που ήταν επιστολή Λειτουργού του ΚΕΠΑ, δημοσιεύτηκε αυτούσια, ανεξάρτητα με το εάν οι Εναγόμενοι 1 συμφωνούσαν με το ύφος και το περιεχόμενο της, δεν την λογόκριναν, επειδή το μοναδικό τους κριτήριο ήταν κατά πόσο το θέμα της είναι δημόσιου ενδιαφέροντος, να δοθεί η ευκαιρία για διάλογο. Έκριναν επίσης, ότι το επίδικο δημοσίευμα, το οποίο είναι η θέση τους ότι δημοσίευσαν με απόλυτη ουδετερότητα, αφορούσε μέλος της κοινωνίας, ο συντάκτης του ήταν εργαζόμενος και συνδικαλιστής σε Οργανισμό Δημόσιο και επομένως έπρεπε να δημοσιευτεί. Ανέφερε επίσης, ότι η δημοσίευση επιστολής τρίτου προσώπου, μη δημοσιογράφου της εφημερίδας, είναι εντελώς διαφορετική από την περίπτωση που η εφημερίδα αποφασίσει να κάνει ρεπορτάζ για συγκεκριμένο θέμα με έναν ή περισσότερους δημοσιογράφους της. Σε περίπτωση ρεπορτάζ, υπάρχει η υποχρέωση να διασταυρωθούν και να επιβεβαιωθούν τα γεγονότα, αλλά και να ζητηθούν οι απόψεις όλων των εμπλεκομένων μερών. Γι' αυτόν τον λόγο, δεν συμφωνεί με τη θέση του Ενάγοντα ότι είχαν υποχρέωση να ζητήσουν και τα δικά του σχόλια και θέσεις γιατί ακριβώς δεν επρόκειτο για ρεπορτάζ αλλά για δημοσίευση επιστολής αναγνώστη. Απορρίπτει επίσης, ότι δημοσιεύτηκε η επιστολή με μόνο σκοπό, το κέρδος όπως και την ύπαρξη κακοβουλίας των Εναγόμενων 1 απέναντι στον Ενάγοντα. Ανέφερε επίσης ότι ως εφημερίδα κατά καιρούς, κάλυπταν διάφορα θέματα που αφορούσαν την αρμοδιότητα του Ενάγοντα και παρουσίασε σχετικά δημοσιεύματα της εφημερίδας «Πολίτης» που αναφερόταν στον Ενάγοντα αλλά και συνεντεύξεις του κατά το έτος του
  7. Ανέφερε επίσης ότι είχαν σχεδόν αμέσως μετά την καταχώρηση της αγωγής προτείνει στον Ενάγοντα και στον Εναγόμενο 2, να διευθετηθεί η υπόθεση με δημοσίευση στην εφημερίδα «Πολίτης», κείμενο το οποίο θα συμφωνούσαν με δημοσίευση διευκρίνισης από πλευράς των Εναγομένων 1 ότι δεν υιοθετούν επιστολές τρίτων ή αναγνωστών και έτσι θα αποσυρόταν εναντίον τους και η αγωγή χωρίς έξοδα. Ο Ενάγων όμως, επέμενε στην πληρωμή δικηγορικών εξόδων έτσι, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση σε ότι τον αφορά, ενώ η συμφωνία που έγινε μεταξύ Ενάγοντα και Εναγόμενου 2 ήταν εν άγνοια των ίδιων. Ο ΜΥ1, ανέφερε επίσης ότι καθημερινά πολλοί αναγνώστες στέλνουν στην εφημερίδα επιστολές, οι οποίες περνούν από το Τμήμα Διόρθωσης και Σύνταξης και, εάν δεν είναι μεγάλης έκτασης και εάν κριθεί ότι ενδιαφέρουν, δημοσιεύονται. Για σκοπούς πολυφωνίας, η εφημερίδα δεν επεμβαίνει στο περιεχόμενο των επιστολών, έκτος εάν από το κείμενο προκύπτει θέμα για ρεπορτάζ, οπόταν και θα αναλάβουν οι δημοσιογράφοι της εφημερίδας με άλλα κριτήρια και διαδικασίες πλέον. Επειδή ο Ενάγοντας στην προφορική του μαρτυρία είχε αναφερθεί σε επικοινωνία του με κάποιον από την εφημερίδα «Πολίτης» μετά τη δημοσίευση του άρθρου, ανέφερε ότι μετά από διερεύνηση που έκανε, φάνηκε ότι ο Ενάγοντας είχε επικοινωνήσει ο ίδιος με τον Σωτήρη Παρούτη, αρχισυντάκτη της εφημερίδας για να διαμαρτυρηθεί. Ο κύριος Παρούτης του είπε, ότι η εφημερίδα ήταν έτοιμη να δημοσιεύσει και τις δικές του τυχόν απαντήσεις. Ο Ενάγοντας ουδέποτε επανήλθε, μεσολάβησε η αγωγή και η επιστολή των άλλων Λειτουργών του ΚΕΠΑ, την οποία επίσης δημοσίευσαν αυτούσια διότι έκριναν ότι υπήρχε δημόσιο συμφέρον. Ανέφερε επίσης ότι η εφημερίδα «Πολίτης», διατηρεί ιστοσελίδα με τίτλο «Politis on line» στην οποία δημοσιεύονται διάφορα δημοσιεύματα, άρθρα και ρεπορτάζ. Υπάρχει επίσης η PDF έκδοση της εφημερίδας δηλαδή, αυτούσιο το φύλλο της εφημερίδας σε ηλεκτρονική μορφή στο διαδίκτυο και εξήγησε ότι οι συγκεκριμένες επιστολές δημοσιεύτηκαν στην PDF έκδοση της εφημερίδας και όχι στο on line. Δεν έχει στοιχεία για το πόσοι διάβασαν την PDF έκδοση της εφημερίδας, δεν πιστεύει όμως ότι πολλοί αναγνώστες διάβασαν τις επιστολές. Ανέφερε επίσης, ότι η έκδοση PDF μετά από μερικές εβδομάδες διαγράφεται, ενώ αντίθετα, το περιεχόμενο που είναι δημοσιευμένο στο «Politis», on line διατηρείται. Δεν ήταν σίγουρος εάν οι επιστολές που αφορούν την παρούσα υπόθεση, μεταφέρθηκαν στο «on line», ίσως όμως με κάποια έρευνα στο διαδίχτυο βρεθεί. Ανέφερε επίσης, ότι η εφημερίδα πουλά μερικές δεκάδες φύλλα στην Αθήνα και το Λονδίνο και δεν έχει μεγάλη παγκόσμια κυκλοφορία. Σήμερα σίγουρα, οι επιστολές δεν δημοσιεύονται στην «on line» έκδοση, δεν είναι σίγουρος όμως για το τι επικρατούσε το
  8. Αντεξεταζόμενος, επανέλαβε τη θέση του για τη διαφορά μεταξύ «on line» και PDF δημοσίευση σήμερα αλλά όπως είπε εάν κάποιο πρόσωπο θέλει να κάνει συγκεκριμένη έρευνα και χρησιμοποιήσει κάποιες λέξεις κλειδιά όπως π.χ. Μοδίτης, Κουδουνάρης, ΚΕ.ΠΑ μπορεί οι επίδικες επιστολές να εμφανιστούν, επειδή το ηλεκτρονικό περιεχόμενο δεν εξαφανίζεται εύκολα, θα πρέπει όμως επί τούτου να γίνει έρευνα. Επίσης η θέση του παρέμεινε, οι περισσότεροι αναγνώστες που θα επισκεφθούν την «on line» έκδοση, δεν διαβάζουν τις επιστολές, συνήθως προτιμούν τα πολιτικά και παραπολιτικά άρθρα. Δεν είδε ποτέ του στη στήλη που αναγράφονται τα δημοφιλή θέματα, να βρίσκονται οι επιστολές. Ρωτώμενος για τους επισκέπτες της έκδοσης «on line» την επίδικη περίοδο, είπε ότι δεν γνωρίζει πόσοι την επισκέφθηκαν, συνήθως τη διαβάζουν περισσότεροι από αυτούς που αγοράζουν την εφημερίδα, αλλά επανέλαβε την επιφύλαξη του για το διάβασμα επιστολών. Επέμενε επίσης, ότι επιστολές όπως αυτές του Εναγόμενου 2, δημοσιεύονται αυτούσιες εάν κριθεί ότι έχουν δημόσιο ενδιαφέρον, εάν είναι πολύ μεγάλες μπορούν να τις μικράνουν οι φιλόλογοι που επιμελούνται και διορθώνουν τυχόν συντακτικά και ορθογραφικά λάθη και επέμενε ότι επιστολές που αφορούν θέματα δημόσιου ενδιαφέροντος εάν είναι σε πλαίσια κοινής λογικής, δεν λογοκρίνονται. Είπε επίσης, ότι η επίδικη επιστολή δημοσιεύτηκε αυτούσια, χωρίς οποιανδήποτε επέμβαση, διότι δεν κρίθηκε ότι θα μπορούσε να γίνει ρεπορτάζ σε σχέση με αυτή για να ζητηθεί και η γνώμη του Ενάγοντα. Είπε, ότι η επιστολή αυτή, βοήθησε τον δημόσιο διάλογο και δόθηκε η ευκαιρία για απαντήσεις στις οποίες προέβηκαν και οι άλλοι υπάλληλοι του ΚΕΠΑ αλλά και το Υπουργείο Εργασίας. Επέμενε επίσης και στο ότι ο συμβιβασμός, στον οποίο κατέληξε ο Ενάγοντας με τον Εναγόμενο 2, είχε προταθεί από τους Εναγόμενους 1 αλλά διαφώνησαν στο θέμα των εξόδων, γι' αυτό και ο Ενάγοντας προχώρησε σε συμβιβασμό με τον Εναγόμενο 2, χωρίς μάλιστα να τους το αναφέρει. Συμφώνησε με την υποβολή ότι η εφημερίδα δεν έκαναν έρευνα πριν τη δημοσίευση της επιστολής για να διαπιστώσουν τα όσα αναγράφονται σε αυτήν, επιμένοντας στα όσα είχε πει προηγουμένως για το θέμα των επιστολών από αναγνώστες. Διαφώνησε ότι η δημοσίευση της επιστολής έγινε με σκοπό το κέρδος και την αύξηση της κυκλοφορίας της εφημερίδας και ήταν η θέση του ότι η τακτική φιλοξενίας επιστολών δεν αποσκοπεί ούτε είναι κίνητρο για την αύξηση της κυκλοφορίας γιατί, ήταν η θέση του, ότι κανένας δεν αγοράζει εφημερίδα μόνο και μόνο για να διαβάζει επιστολές. Δέχτηκε ότι ο Ενάγοντας, είναι δημόσιο πρόσωπο και επιτελούσε δημόσια λειτουργία προς όφελος του τόπου και ήταν η θέση του, ότι ως δημόσιο πρόσωπο έπρεπε να δέχεται και κριτική και μάλιστα από έναν υπάλληλο στο δικό του Οργανισμό. Αρνήθηκε ότι η επίδικη επιστολή έπληξε τον Ενάγοντα καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, αναφέροντας ότι ο Ενάγοντας συνέχισε μέχρι την αφυπηρέτηση του να παραμείνει στη θέση του και όπως φαίνεται από άλλες δημοσιεύσεις που έγιναν, η Υπουργός τον σεβόταν και απολάμβανε της εμπιστοσύνης της. Επίσης ανέφερε, ότι η εφημερίδα προέβαλε γενικά όλη τη δράση του ΚΕΠΑ και σε καμία περίπτωση δεν ήθελε το κακό του Ενάγοντα γι' αυτό και δημοσίευσαν και την απαντητική επιστολή από άλλους συναδέλφους του Εναγόμενου
  9. Διαφώνησε ότι οι Εναγόμενοι 1 συνέβαλαν στην προσβολή του Ενάγοντα και ότι η δημοσίευση της επιστολής ήταν επίθεση προς τον Ενάγοντα, επιμένοντας ότι μπορεί η άποψη του Εναγόμενου 2, να ήταν σκληρή και υπερβολική και μπορεί να χρησιμοποιούσε στο κείμενο του και λέξεις δίκην πυροτεχνήματος, αλλά επί της ουσίας ασκούσε κριτική για συγκεντρωτισμό σε έναν Οργανισμό Δημόσιο, για τον οποίο οι πολίτες ενδιαφέρονταν να μάθουν. Αυτή ήταν η προφορική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως έχω ήδη αναφέρει, έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο κατά την ένορκη μαρτυρία και των 2 μαρτύρων που παρουσιάστηκαν διάφορα Τεκμήρια. Μεταξύ των Τεκμηρίων, που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, είναι το επίδικο δημοσίευμα, Τεκμήριο 3, το οποίο δημοσιεύτηκε στη σελίδα 14 της εφημερίδας Πολίτης στη στήλη με τίτλο «Πολίτες με Άποψη» ημερομηνίας 26.01.
  10. Το δημοσίευμα με τίτλο «Στυγνή Δικτατορία στο ΚΕΠΑ» υπογράφει ο Δάφνης Κουδουνάρης, Έκτακτος Λειτουργός Παραγωγικότητας, Πρόεδρος της Προοδευτικής Κίνησης των Εκτάκτων, ο Εναγόμενος
  11. Ως Τεκμήριο 4, κατατέθηκε το ίδιο κείμενο, όπως αυτό δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα «Politis Online». Ως Τεκμήριο 5 κατατέθηκε δέσμη εγγράφων, διάφορα δημοσιεύματα για την ακρίβεια, που αναφέρονται στο ΚΕΠΑ και τον Ενάγοντα, ενώ ως Τεκμήριο 6 κατατέθηκε η απολογία στην οποία προέβηκε ο Εναγόμενος 2, η οποία δημοσιεύθηκε στη σελίδα 14 της εφημερίδας η «Σημερινή» στις 7.12.14 συγκεκριμένα, ο Εναγόμενος 2 δηλώνει, ότι αποσύρει το δημοσίευμα με τίτλο «Στυγνή Δικτατορία στο ΚΕΠΑ» και απολογείται. Ως Τεκμήριο 7 σημειώθηκε επιστολή των υπαλλήλων του ΚΕ.ΠΑ, με τίτλο «Σχετικά με την (...) «Στυγνή Δικτατορία στο ΚΕΠΑ» η οποία δημοσιεύτηκε στη σελίδα 14 της εφημερίδας ο Πολίτης στη στήλη « Πολίτες με Άποψη » στις 9.4.
  12. Στο Τεκμήριο 8 έχει γίνει ήδη αναφορά, είναι το Τεκμήριο που κατατέθηκε εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχομένου του και είναι επιστολή, του πρακτορείου διανομής Hellenic αναφορικά με την κυκλοφορία και πωλήσεις της εφημερίδας Πολίτης, για την έκδοση 26.1.
  13. Ως Τεκμήριο 9 σημειώθηκε αντίγραφο της σελίδας 16 της εφημερίδας ο Πολίτης, ημερομηνίας 27.5.09 με τίτλο «Οικονομία», όπου σε άρθρο της Νατάσσας Ρωσταντή γίνεται αναφορά στον Ενάγοντα. Ως Τεκμήριο 10, αντίγραφο της σελίδας 50 της έκδοσης «ο Πολίτης της Κυριακής» ημερομηνίας 2.8.09, όπου είναι ουσιαστικά ολοσέλιδη ουσιαστικά αναφορά στο ΚΕ.ΠΑ και υπάρχουν σαφείς θέσεις του Ενάγοντα σε αυτήν. Ως Τεκμήριο 11 κατατέθηκε η σελίδα 17, της εφημερίδας «Πολίτης» ημερομηνίας 27.6.09 όπου σε άρθρο της Νατάσσας Ρωσταντή υπάρχει και πάλι αναφορά στο ΚΕ.ΠΑ και τον Ενάγοντα. Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση των μαρτύρων και ακολούθως στα ευρήματα του Δικαστηρίου αναφέρω, ότι μέσα από το παραδεκτό και ή αναντίλεκτο πλαίσιο γεγονότων προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο Ενάγοντας ήταν την επίδικη περίοδο ο Διευθυντής του ΚΕΠΑ, θέση την οποία διατήρησε μέχρι και την αφυπηρέτηση του. Ο Εναγόμενος 2 ήταν έκτακτος υπάλληλος στο ΚΕΠΑ κατά τον επίδικο χρόνο. Τον επίδικο χρόνο ο Εναγόμενος 2 έγραψε επιστολή την οποία δημοσίευσαν οι Εναγόμενοι 1 στην εφημερίδα ο «Πολίτης» ημερομηνίας 26.1.2009, στη στήλη 14 με τίτλο «Πολίτες με Άποψη». Η επιστολή έχει τίτλο «Στυγνή Δικτατορία στο ΚΕΠΑ», και το περιεχόμενο της είναι το πιο κάτω: Η επιστολή αυτή δημοσιεύτηκε επίσης στην «online» έκδοση της εφημερίδας την ίδια ημερομηνία. Ο Εναγόμενος 2 σε χρόνο μετά από την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, προέβηκε σε απόσυρση του δημοσιεύματος του και απολογία προς τον Ενάγοντα, η οποία δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα η «Σημερινή» στις 7.12.
  14. Λόγω αυτής της απολογίας η αγωγή εναντίον του Εναγόμενου 2 αποσύρθηκε και απορρίφθηκε ως συμβιβασθείσα, αφού ο Εναγόμενος 2 συμφώνησε να καταβάλει έναντι των εξόδων του Ενάγοντα το ποσό των €1,500 πλέον ΦΠΑ. Η παρούσα αγωγή συνεχίζει μόνον εναντίον των Εναγομένων 1 και μετά λύπης μου αναφέρω ότι ο λόγος που τελικά προχώρησε και ολοκληρώθηκε η ακροαματική διαδικασία είναι επειδή τα δύο μέρη και οι δικηγόροι τους, δεν μπορούσαν να καταλήξουν και ή δεν συμφωνούσαν στο ποσό των δικηγορικών εξόδων που ζητούσε ο Ενάγοντας να του πληρωθεί, ενώ είχαν καταλήξει σε διευθέτηση, για να τεθεί διευκρίνιση από τους Εναγομένους 1, ότι δεν υιοθετούν το περιεχόμενο των επιστολών, που δημοσιεύουν και οι οποίες προέρχονται εξ' ολοκλήρου από τους αναγνώστες τους και θα γινόταν και ειδική μνεία, ότι δεν υιοθετούν το περιεχόμενο της επίδικης επιστολής Κουδουνάρη. Η Νομολογία έχει καθορίσει διάφορες παραμέτρους σε σχέση με την αξιολόγηση των μαρτύρων, παραπέμπω σχετικά στις αποφάσεις Σίμος Αμβροσίου Αντωνίου ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 187/07, ημερομηνίας 21.11.09, Βούτουνος ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 244/06 ημερομηνίας 23.1.08, Χριστάκη Χρίστου ν. Αγαθοκλή Ηροδότου κ.ά., Πολ. Έφ. 15/07, ημερομηνίας 23.5.08 και Ανδρέας Γιάγκου Σάντη ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά. Πολ. Έφ. 78/07 ημερομηνίας 20.3.
  15. Σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν τα λεγόμενα του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο. Λαμβάνονται επίσης υπόψη, η ύπαρξη υπερβολών ή αντιφάσεων στα όσα αναφέρει ένας μάρτυρας στο Δικαστήριο. Η ειλικρίνεια ενός μάρτυρα κρίνεται από τη θετικότητα, την αμεσότητα και τον αυθορμητισμό του. σχετικές είναι οι αποφάσεις C & Α Pelekanos Ltd v. Πελεκάνου

(1999)1 Β Α.Α.Δ. 1273, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη, Π.Ε. 10825, ημερ. 26/3/2002 και Δημήτρης Ιωάννου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 75/2005, ημερ. 26/1/
  1. Ο Ενάγοντας, μου έχει κάνει άριστη εντύπωση ως μάρτυρας. Οι απαντήσεις του σε όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν, τόσο κατά την κυρίως εξέταση του αλλά και την αντεξέταση του, ήταν λιτές, συνοπτικές, αλλά περιεκτικές, χωρίς να περιέχουν ίχνος υπερβολής ή προσπάθειας να παρουσιάσει γεγονότα διαφορετικά από αυτά που έγιναν. Δήλωσε, κάτι που αποδείχτηκε εξάλλου, ότι ήταν πρόσωπο που είχε δημόσια προβολή ως εκ της θέσης του και αρκετά δημοσιεύματα διαφόρων εντύπων Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης έκαναν αναφορά στο όνομα του. Δεν δίστασε να αναφέρει, ότι δεν έχασε τη θέση του ως Διευθυντής του ΚΕΠΑ μετά την δημοσίευση του επίδικου δημοσιεύματος όπως ούτε και τη στήριξη της Υπουργού Εργασίας και των συναδέλφων του εξού και έμεινε στη θέση του μέχρι και την αφυπηρέτηση του, αλλά δεν ήταν καθόλου υπερβολικός, όταν ανέφερε ότι το επίδικο δημοσίευμα προκάλεσε αναστάτωση και στον ίδιο προσωπικά και στην ιδιωτική του ζωή και αναφέρθηκε στην οικογένεια του, αλλά μεγάλη ενόχληση σε αυτών από τους διάφορους ψίθυρους που λέγονταν γύρω από το άτομο του, μετά τη δημοσίευση του επίδικου δημοσιεύματος. Θεωρώ επίσης ότι δεν ήταν καθόλου υπερβολικός, όταν ανέφερε στο Δικαστήριο, ότι πέραν από τη συναισθηματική του κατάσταση και για την κατάσταση πραγμάτων που δημιουργήθηκε μετά τη δημοσίευση του επίδικου δημοσιεύματος, δέκτηκε και επαγγελματικό πλήγμα αφού δεν δέχτηκε καμιά πρόταση για συμμετοχή σε συμβούλιο Ημικρατικού Οργανισμού όπως προηγουμένως και ο ίδιος το συνδέει, με το γεγονός αυτό. Ήταν επίσης ειλικρινής και ευθαρσώς ανέφερε στο Δικαστήριο, ότι ο σκοπός του δεν είναι οι αποζημιώσεις ήθελε μία απολογία, για να «καθαρίσει» το όνομα του. Δεν ήθελε όμως να επιβαρυνθεί με δικηγορικά έξοδα, γι΄αυτό και τελικά δεν προχώρησε ο συμβιβασμός και με τους Εναγομένους 1, όπως έγινε με τον Εναγόμενο 2, αφού οι Εναγόμενοι 1 δεν πλήρωναν το ποσό των δικηγορικών εξόδων που ζητούσε. Δεν θεωρώ ότι υπήρξε υπερβολικός σε καμιά τοποθέτηση του στο Δικαστήριο. Ήταν άκρως κατατοπιστικός, απαντούσε τις ερωτήσεις με πολύ ήρεμο και μειλίχιο ύφος και σε καμιά περίπτωση, δεν ένιωσα ότι είχα ενώπιον μου έναν μάρτυρα, ο οποίος προσπαθούσε να αποδώσει διαφορετική διάσταση στα πράγματα, από αυτήν που βίωσε. Καίρια και καθοριστικά δεν διέκρινα ότι υπήρχε οποιαδήποτε προσπάθεια του, για οικονομική εκμετάλλευση του γεγονότος της δημοσίευσης, ούτε και θεωρώ ότι διακατέχετο από έντονα αρνητικά συναισθήματα, εναντίον των Εναγομένων 1, από τους οποίους όμως σαφέστατα έχει παράπονο. Δεν ήταν καθόλου υπερβολικός, όταν περιέγραφε τη συναισθηματική του κατάσταση, αμέσως μετά το δημοσίευμα και δεν θεωρώ, ότι επειδή δεν ανέφερε συγκεκριμένα ονόματα προσώπων, που μιλούσαν αρνητικά εναντίον του, έχει οποιονδήποτε κενό η μαρτυρία του. Πρέπει να πω ότι ούτε εναντίον του Εναγόμενου 2 και συντάκτη του επίδικου δημοσιεύματος, δεν φάνηκε να είχε έντονα αρνητικά συναισθήματα και το παράπονο του, από τους Εναγομένους 1, ήταν μέσα στα πλαίσια της λογικής και ειδικά όπως ο ίδιος την εξήγησε. Οι αναφορές του στην ευρεία κυκλοφορία της εφημερίδας Πολίτης, όπως ο ίδιος την αντιλαμβάνεται, δεν ήταν τεκμηριωμένες ούτε και μπορούν να δώσουν οποιανδήποτε βαρύτητα στη θέση του για παγκόσμια κυκλοφορία της εφημερίδας. Έχει ήδη όπως έχω αναφέρει κατατεθεί εκ συμφώνου το Τεκμήριο 8 για την κυκλοφορία της εφημερίδας στην επίδικη ημερομηνία, το οποίο και καλύπτει το συγκεκριμένο θέμα. Το μεγαλύτερο παράπονο του Ενάγοντα γιατί η επιστολή δημοσιεύτηκε χωρίς να ζητηθεί και η δική του άποψη. Θεωρεί λανθασμένη αυτήν την ενέργεια των Εναγομένων 1 και διαφωνεί έντονα, με τη θέση των Εναγομένων 1 ότι, χωρίς να διασταυρώσουν την αλήθεια του περιεχόμενου της και με τον τρόπο που έγινε η δημοσίευση, τηρήθηκε ουδετερότητα από τους Εναγομένους
  2. Αντίθετα θεωρεί ότι ο τρόπος ενέργειας των Εναγομένων 1, τον έχει βλάψει και ηθικά και πραγματικά. Δεν έχω κανένα δισταγμό να αποδεχτώ τη μαρτυρία του, στην ολότητα της, με την εξαίρεση του σημείου που έχω ήδη αναφέρει, σε σχέση με την ευρεία κυκλοφορία της εφημερίδας ο Πολίτης. Θετική είναι και η αξιολόγηση του ΜΥ1 Διονύση Διονυσίου. Και ο εν λόγω μάρτυρας παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, σεβόμενος τον όρκο του, απαντώντας ευθέως και με νηφαλιότητα σε όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν, χωρίς υπεκφυγές. Εξήγησε στο Δικαστήριο τον τρόπο με τον οποίο η εφημερίδα "Πολίτης" και οι συντάκτες της χειρίζονται τη δημοσίευση επιστολών αναγνωστών. Η θέση του ήταν ότι αυτές δημοσιεύονται αυτούσιες, χωρίς οποιανδήποτε επέμβαση από πλευράς της εφημερίδας, εκτός από διορθώσεις συντακτικές και ορθογραφικές. Επέμενε επίσης ότι σύμφωνα με την πολιτική της εφημερίδας, οι δημοσιεύσεις των επιστολών των αναγνωστών, συντείνουν στον δημόσιο διάλογο γι΄ αυτό και παραχωρήθηκε στους αναγνώστες της εφημερίδας, ειδική σελίδα με τίτλο « Πολίτες με Άποψη», για τον λόγο αυτό. Εξήγησε επίσης τον λόγο που η συντακτική ομάδα της εφημερίδας Πολίτης θεώρησε και έκρινε, ότι η επιστολή Κουδουνάρη έπρεπε να δημοσιευτεί. Λεπτομερής ήταν και η εξήγηση του για τα θέματα ρεπορτάζ και τα καθήκοντα και υποχρεώσεις των συνεργατών και δημοσιογράφων της εφημερίδας, πριν από τη δημοσίευση οποιουδήποτε άρθρου. Οι θέσεις του αυτές παρέμειναν σταθερές και δεν άλλαξαν κατά την αντεξέταση του η οποία ήταν εκτεταμένη. Έδωσε επίσης απάντηση μετά από έρευνα στην οποία είχε προβεί, στους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, για επικοινωνία μαζί με πρόσωπο που είναι στην υπηρεσία των Εναγομένων
  3. Εξήγησε περαιτέρω και βοήθησε το Δικαστήριο στο θέμα αυτό, σε ό,τι αφορά τις ηλεκτρονικές εκδόσεις της εφημερίδας, διαχωρίζοντας την έκδοση PDF, από την έκδοση «online». Δεν μπορούσε όμως, πράγμα που παραδέχθηκε και ο ίδιος ευθαρσώς και αυτό συντείνει στη θετική αξιολόγηση της μαρτυρίας του, να δώσει ιδιαίτερες λεπτομέρειες, σε ό,τι αφορά τους επισκέπτες της ιστοσελίδας και ή της PDF έκδοσης της εφημερίδας. Σε ό,τι αφορά τις πωλήσεις της εφημερίδας στο εξωτερικό, θεωρώ ότι οι αριθμοί που ανέφερε είναι μάλλον πιο χαμηλοί, από αυτούς που ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Υπεραμύνθηκε μέχρι τέλους τη θέση του την αρχική, ότι το επίδικο δημοσίευμα, μπορεί να είχε αιχμηρό περιεχόμενο και τίτλο, δεν ήταν όμως δυσφημιστικό και εν πάση περιπτώσει δημοσιεύτηκε από τους Εναγομένους 1, χωρίς καμιά διόρθωση, γιατί θεώρησαν ότι συντείνει και βοηθά τον δημόσιο διάλογο, ότι ήταν θέμα δημόσιου ενδιαφέροντος και δεν είναι πρακτική της εφημερίδας να διασταυρώνει το περιεχόμενο των επιστολών, που δημοσιεύει, με πρόσωπο το οποίο τυχόν αφορά το περιεχόμενο. Αντίθετα εξήγησε ότι ότι παρέχεται στον οποιονδήποτε η ευκαιρία να δημοσιεύσει και εκείνος επιστολή προς απάντηση εάν επιθυμεί. Το συγκεκριμένο θέμα δεν ήταν θέμα το οποίο οι συντακτικές της εφημερίδας έκριναν, ότι θα γινόταν ρεπορτάζ και επομένως μέχρι τέλους παρέμεινε σταθερός, ότι δεν όφειλαν να προβούν σε οποιανδήποτε άλλη ενέργεια, πέραν της δημοσίευσης της επιστολής αυτούσιας. Θεωρώ επίσης ότι ήταν ειλικρινής στα όσα ανέφερε και δέχομαι τη θέση του, ότι συνήθως οι αναγνώστες μιας εφημερίδας δεν αγοράζουν αυτούσιο το φύλλο ή διάβαζαν την έκδοση pdf ή επισκέπτονται την ιστοσελίδα «online», για να διαβάσουν επιστολές αναγνωστών, αλλά κυρίως θέματα πολιτικά, οικονομικά, κάποτε και κοινωνικά. Και θεωρώ επίσης ότι η θέση του, ότι οι πωλήσεις της συγκεκριμένης εφημερίδας δεν αυξήθηκαν, επειδή δημοσιεύτηκε αυτή η επιστολή, αντικρούοντας έτσι τη θέση του Ενάγοντα, ότι με σκοπό το κέρδος, δημοσίευσαν την επιστολή χωρίς να νοιάζονται για τα αποτέλεσμα και τις επιπτώσεις της, στο πρόσωπο του, ότι είναι ορθή. Ο εν λόγω μάρτυρας ρωτήθηκε και για τον συμβιβασμό που προσπάθησε να γίνει. Θέση του ήταν ότι θα έπρεπε η υπόθεση να συμβιβαστεί ανεξαρτήτως της οικονομικής πτυχής της. Ο κύριος Διονυσίου δήλωσε τον σεβασμό του στο πρόσωπο του Ενάγοντα και την εκτίμηση για το έργο του, μέσα από τη μαρτυρία του και θεωρώ, ότι ήταν ειλικρινής και στο σημείο αυτό. Από την αξιολόγηση της μαρτυρίας, όπως έχει γίνει πιο πάνω, αποτελούν επίσης ευρήματα του Δικαστηρίου ότι: · Η επίδικη επιστολή δημοσιεύτηκε αυτούσια, όπως είχε σταλεί από τον Δάφνη Κουδουνάρη, χωρίς να γίνει οποιαδήποτε παρέμβαση σε αυτήν από τη συντακτική ομάδα της εφημερίδας ο Πολίτης, πέραν από τυχόν ορθογραφική και/ή συντακτική παρέμβαση. · Τακτική της εφημερίδας ο Πολίτης είναι να δημοσιεύει αυτούσιες τις επιστολές των αναγνωστών της, στην εφημερίδα, χωρίς προηγουμένως να διασταυρώνει την αλήθεια του περιεχομένου τους, εάν κριθεί ότι οι επιστολές είναι δημόσιου ενδιαφέροντος, συντείνουν στο δημόσιο διάλογο και το θέμα δεν προσφέρεται για σκοπούς ρεπορτάζ νοουμένου ότι το μέγεθος της επιστολής είναι εντός των ορίων που θέτει η εφημερίδα. · Αν τεθεί θέμα ρεπορτάζ, τότε τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά, αφού τα ρεπορτάζ γίνονται από τους δημοσιογράφους και ή συνεργάτες της εφημερίδας και υπάρχει σαφής υποχρέωση να διερευνήσουν και να διαπιστώσουν την αλήθεια κάποιου ισχυρισμού ή είδησης πριν τη δημοσιεύσουν και να ερωτηθεί επίσης ο ενδιαφερόμενος. · Η στήλη «Πολίτες με Άποψη» δημοσιεύει αποκλειστικά επιστολές αναγνωστών της εφημερίδας, οι οποίες πληρούν τα κριτήρια που έχουν αναφερθεί πιο πάνω. · Ο Ενάγοντας προσπάθησε να επικοινώνησε με τους Εναγομένους 1, πριν από την καταχώρηση της αγωγής, για σκοπούς διαμαρτυρίας του. Συγκεκριμένα επικοινώνησε με τον Αρχισυντάκτη της εφημερίδας Σωτήρη Παρούτη, ο οποίος και του ανέφερε, ότι η εφημερίδα ήταν έτοιμη να δημοσιεύσει και τη δική του απάντηση, εάν το ήθελε. · Ο Ενάγοντας δεν προχώρησε σε οποιανδήποτε επιστολή ή δημοσίευση στην εφημερίδα, παρά μόνον καταχώρησε την αγωγή. · Στο διαδίκτυο η εφημερίδα «Πολίτης» προσφέρεται ουσιαστικά σε δύο μορφές. Υπάρχει η έκδοση PDF που είναι ουσιαστικά η αναπαραγωγή του φύλλου της εφημερίδας, σε ηλεκτρονική μορφή και η έκδοση «Politis Online», όπου υπάρχουν τα κυριότερα δημοσιεύματα και οι πιο σημαντικές ειδήσεις. · Σήμερα στον χώρο online της ιστοσελίδας Politis δεν δημοσιεύονται επιστολές αναγνωστών. Την επίδικη όμως περίοδο, πιθανόν να δημοσιεύονταν. · Επειδή τα ηλεκτρονικά αρχεία δεν διαγράφονται εύκολα, είναι πιθανόν ένα πρόσωπο, εάν πληκτρολογήσει λέξεις κλειδιά να μπορεί να βρει την επίδικη επιστολή δημοσιευμένη ακόμα ηλεκτρονικά. · Ο Ενάγοντας είναι δημόσιο πρόσωπο. Επιτελούσε ως Διευθυντής του ΚΕ.ΠΑ, δημόσια λειτουργία προς όφελος του ΚΕΠΑ και του τόπου κατ' επέκταση. · Η εφημερίδα "Πολίτης" στην ίδια στήλη όπως αυτή που δημοσιεύτηκε το άρθρο του Δάφνη Κουδουνάρη και σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα μετά, και συγκεκριμένα στις 9.4.2009 δημοσίευσε αυτούσια επιστολή των υπαλλήλων του ΚΕΠΑ, με τίτλο « Σχετικά με την (...) «Στυγνή Δικτατορία στο ΚΕΠΑ». Με βάση το εκ συμφώνου κατατεθειμένο Τεκμήριο 8, υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου όπως έχω ήδη αναφέρει πληροφορίες αναφορικά με την κυκλοφορία και πώληση της εφημερίδας Πολίτης, για την έκδοση 26.1.2009 και συγκεκριμένα, ότι κυκλοφόρησαν 9458 φύλλα και πωλήθηκαν 6784 φύλλα. Δεν υπάρχουν όμως πληροφορίες ενώπιον του Δικαστηρίου, για να γίνουν ασφαλή ευρήματα, είτε για την κυκλοφορία της εφημερίδας στο εξωτερικό και για τους αριθμούς των αναγνωστών, που επισκέπτονται την ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας, με οποιαδήποτε εκ των δύο μορφών της, PDF ή «online». Ενόψει όλων των ανωτέρω καθίσταται σαφές, ότι το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό είναι πρώτον να απαντήσει την ερώτηση κατά πόσο το δημοσίευμα αυτό είναι δυσφημιστικό, για τον Ενάγοντα και αν η απάντηση είναι θετική, τότε να εξετάσει την Υπεράσπιση των Εναγομένων 1, που ουσιαστικά είναι, ότι το επίδικο δημοσίευμα αφορά δημόσιο ενδιαφέρον, δημοσιεύτηκε καλή τη πίστει από τους Εναγομένους 1 και σε καμία περίπτωση δημοσιεύτηκε ψευδώς ή κακοβούλως και κυρίως, ότι το δημοσίευμα είναι προνομιούχο, υπό επιφύλαξη που έγινε καλόπιστα. Με βάση τη νομολογία το κριτήριο του κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό, πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Το πώς το εκλαμβάνει οποιοσδήποτε άνθρωπος δεν έχει σημασία. Με βάση τη νομολογία το Δικαστήριο, για να απαντήσει το ερώτημα κατά πόσο το επίδικο δημοσίευμα είναι διαφημιστικό, πρέπει να βρεθεί το νόημα του κειμένου, στη φυσική και συνήθη ερμηνεία του. Κριτήριο είναι ο μέσος αναγνώστης ή ο μέσος λογικός άνθρωπος, προς τον οποίο απευθύνεται το δημοσίευμα. Σχετική είναι η απόφαση Ελευθέριος Γαλινιώτης ν.
  4. Εκδοτικός Οίκος Δίας,
  5. Πάπυρος Εταιρεία Κεντρικής Διανομής Τύπου Λτδ
(2011)1 ΑΑΔ 474, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο, ανάφερε τα εξής. «Είναι οφειλόμενη όμως η παρατήρηση σε αυτό το στάδιο, ότι σε αγωγές για δυσφήμιση το θέμα κρίνεται από το Δικαστήριο ως πραγματικό ζήτημα αποδίδοντας στις λέξεις και φράσεις που χρησιμοποιούνται τη συνηθισμένη και φυσική τους έννοια, χωρίς να ενέχει σημασία για την εξαγωγή του συμπεράσματος ως προς το δυσφημιστικό ή όχι του κειμένου είτε η γνώμη του ιδίου του ενάγοντος, είτε η τυχόν μαρτυρία που προσφέρεται από διάφορα άτομα ως προς την ερμηνεία, νόημα ή γενική έννοια του κειμένου. (Δέστε τις υποθέσεις Papadopoulos v. Kyrix Publishing Co. Ltd a.o.
(1963)2 C.L.R. 290, Capital & County' s Bank v. Henty [1882] 7 A.C. 745 και Harvey v. French [1832] 1 Cr. & M11 (149 E.R. Exch 293). Η θέση του Δικαστηρίου τεκμαίρεται ότι αποδίδει την αντίληψη του μέσου κοινού λογικού ανθρώπου (Knuffer v. London Express Newspaper Ltd [1944] 1 All E.R. 495 και Κουτσού v. Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ κ.ά.
(2003)1(B) Α.Α.Δ. 1198). Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Salmond on the Law of Torts, 16η έκδ., σελ. 142: «The statement is judged by the standard of an ordinary, right-thinking member of society. Hence the test is an objective one, and it is no defence to say that the statement was not intended to be defamatory or uttered by way of a joke.» Και στο σύγγραμμα Street on Torts 11η έκδ.
(2003), σελ. 487-488: «The judge decides whether a statement is capable of bearing a defamatory meaning, whether in its normal meaning or by innuendo. That being resolved in the affirmative, the jury then decides whether it did bear a defamatory meaning on the occasion complained of.» Στην Κύπρο βεβαίως ο Δικαστής προβαίνει σε μια νοητική εργασία που καλύπτει και τις δύο ανωτέρω λειτουργίες.» Πριν εξετάσω το συγκεκριμένο ερώτημα, θεωρώ ότι πρώτα πρέπει να υπερπηδηθεί ο ισχυρισμός των Εναγομένων 1, ότι στο κείμενο δεν υπάρχει αναφορά στον Ενάγοντα. Σημειώνω εδώ ότι θεωρώ ότι ο τρόπος της αντεξέτασης του Ενάγοντα, αλλά και η κυρίως εξέταση του ΜΥ1 Διονύση Διονυσίου ήταν φανερό, ότι έγιναν επί τη βάσει ότι το επίδικο δημοσίευμα αφορά τον Ενάγοντα. Όμως με βάση τη νομολογία θα αντιμετωπιστεί και αυτό το ερώτημα. Βασική αρχή του δικαίου της δυσφήμισης είναι ότι η δυσφημιστική δήλωση θα πρέπει να αφορά τον Ενάγοντα ή να γίνεται αντιληπτή, ότι αφορά τον Ενάγοντα, είτε από το γενικό κοινό είτε από τρίτα πρόσωπα, στα οποία απευθύνεται το δυσφημιστικό δημοσίευμα. Στην υπόθεση Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Ltd και Άλλοι v. Λεωνίδα
(1997), 1 Α.Α.Δ, 550. Ο δικαστής Νικήτας ανέφερε, ότι αποτελεί προϋπόθεση για τη θεμελίωση αγώγιμου δικαιώματος, ότι η δυσφημιστική δήλωση αφορά στον Ενάγοντα. Στην αγγλική υπόθεση Knupffer v. Express Newspaper Ltd
(1944)1 All E.R 495, έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα: «.in order to be actionable, the defamatory words must be understood to be published of and concerning the plaintiff». Επίσης στην υπόθεση Hayward v. Thompson
(1981)3 All E.R 450 ο Lord Denning ανέφερε επίσης τα εξής: «One thing is of the essence in the law of libel. It is that the words should be defamatory and untrue and should be published 'of and concerning the plaintiff'». Σε περίπτωση που το επίδικο δημοσίευμα δεν αναφέρεται στον Ενάγοντα ονομαστικά, τότε θα πρέπει να αποδειχτεί κατά πόσο λογικοί άνθρωποι καταλήγουν εύλογα στο συμπέρασμα, ότι το επίδικο δημοσίευμα αναφερόταν στον Ενάγοντα. Στην υπόθεση Phileleftheros Public Company limited v. Αντρέας Χριστοδούλου Πολ. Εφ 15/2000 ημερομηνίας 20.7.12 αναφέρθηκαν τα εξής: «Στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά. ν. Στυλιανού
(2006)1 Α.Α.Δ. 632 υπεδείχθη ότι δεν απαιτείται ως προϋπόθεση για τη δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος η ρητή αναφορά στο όνομα του προσώπου στο οποίο αφορά το δημοσίευμα αλλά είναι αρκετή η αναφορά σε στοιχεία που προδίδουν την ταυτότητα και τον φωτογραφίζουν. Στο σύγγραμμα Media Law των Robertson και Nicol, 4η Έκδοση, σελ. 93, εξηγείται ότι στην περίπτωση που το δημοσίευμα μεταφέρει και αποδίδει κατακριτέα συμπεριφορά σε κάποιον δημιουργεί αγώγιμο δικαίωμα αν ο ενάγων αποδείξει ότι τουλάχιστον κάποιοι αναγνώστες μπορούσαν να τον αναγνωρίσουν ως το κρινόμενο πρόσωπο, ή ότι τα γεγονότα υπονοούσαν τέτοια συμπεριφορά εκ μέρους του. Σε τέτοια περίπτωση «ο στόχος» του δημοσιεύματος μπορεί να εγείρει αγωγή και αν η γνώση των γεγονότων εξαρτάται από ειδικές συνθήκες που δεν είναι γνωστές σε όλους, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι δημοσιεύτηκε σε πρόσωπα που μπορούσαν να διακρίνουν την σύνδεση του δημοσιεύματος με τον ενάγοντα. Η Αρκτίνος ανωτέρω είναι σχετική. Το κρίσιμο ερώτημα που πρέπει να τεθεί σε τέτοιες περιπτώσεις είναι αν το συγκεκριμένο πρόσωπο που ήγειρε την αγωγή είναι το συγκεκριμένο πρόσωπο που εδείχνετο προσωπικά από τις λέξεις (Στυλιανού ν. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 968). Αν η απάντηση είναι θετική τότε υπάρχει και αγώγιμο δικαίωμα. Θα πρέπει τέλος να λεχθεί ότι σε τέτοιες περιπτώσεις, που δεν κατονομάζεται ο ενάγων, δεν έχει σημασία η πρόθεση του συντάκτη, ότι δηλαδή δεν στόχευε τον ενάγοντα γιατί εκείνο που έχει σημασία είναι κατά πόσο ένας λογικός αναγνώστης μπορούσε να σκεφτεί ότι απευθυνόταν στον ενάγοντα. (Hulton v. Jones [1910] A.C. 20).» Στη συγκεκριμένη περίπτωση το επίδικο δημοσίευμα δεν αναφέρεται ονομαστικά στον Ενάγοντα, δεν τον κατονομάζει σε αυτό. Αναφέρεται όμως σαφέστατα στον Διευθυντή του ΚΕΠΑ. Είναι δεδομένο ότι Διευθυντής του ΚΕΠΑ ήταν μόνον ένα πρόσωπο τη δεδομένη χρονική περίοδο, το πρόσωπο αυτό αποδεδειγμένα επίσης ήταν ο Ενάγοντας και το άρθρο αυτό αναφέρεται συγκεκριμένα στον Διευθυντή. Άρα θεωρώ ότι η απάντηση του κατά πόσο υπάρχει αναφορά στον Ενάγοντα που αυτό θα αντιλαμβανόταν ο μέσος λογικός άνθρωπος, πρέπει να απαντηθεί καταφατικά. Δεν ισχύουν εδώ τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Θεόδωρος Στυλιανού v. Εκδόσεις Αρκτίνος Ltd, όπου το δυσφημιστικό δημοσίευμα είχε προβεί σε μειωτικούς και δυσφημιστικούς ισχυρισμούς, για την Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού, της οποίας προΐστατο ο Ενάγοντας. Εδώ αφορά αποκλειστικά τον Διευθυντή του ΚΕΠΑ, που ήταν ο Ενάγοντας. Το ερώτημα κατά πόσο το επίδικο δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό, όπως έχει ήδη λεχθεί θα αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Δώρος Γεωργιάδης,
(2011)1 Α.Α.Δ. 407, έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο. Το κριτήριο αν ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό είναι κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος προς τον οποίο απευθύνεται το κείμενο θα μπορούσε να το αντιληφθεί κατά δυσφημιστικό τρόπο και όχι να αποδώσει απλώς ο ίδιος ο ενάγων ένα δυσφημιστικό νόημα στο δημοσίευμα θεωρώντας τον εαυτό του θιγμένο ενώ το κείμενο μπορεί να είναι δεκτικό και άλλων αθώων ερμηνειών. Κατά την εξέταση του κειμένου, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όχι μόνο την ετυμολογία συγκεκριμένων λέξεων αλλά εξετάζει το κείμενο στην ολότητά του με αναφορά στον χρόνο και τον τόπο του δημοσιεύματος αλλά και την κρατούσα κοινή γνώμη για το θέμα. Στον Gatley on Libel and Slander, 11η έκδ., σελ. 103 αναφέρονται τα εξής: «The general approach. In ruling on meaning, the court is not determining the actual meaning of the words but delimiting the outside boundaries of the possible range of meaning and setting the "ground rules" for the trial. Thus in Shah v. Standard Chartered Bank the allegations were capable of bearing the meaning that the plaintiffs were guilty of money laundering; but the use of miscellaneous qualifying words such as "alleged" or "apparently" meant that in the alternative they were capable of imputing no more than reasonable suspicion. The nature of the exercise has been summarized as follows (citations omitted): "
(1)The governing principle is reasonableness.
(2)The hypothetical reasonable reader is not naïve but he is not unduly suspicious. He can read between the lines. He can read in an implication more readily than a lawyer and may indulge in a certain amount of loose thinking but he must be treated as being a man who is not avid for scandal and someone who does not, and should not, select one bad meaning where other non-defamatory meanings are available.
(3)Over-elaborate analysis is best avoided.
(4)The intention of the publisher is irrelevant.
(5)The article must be read as a whole, and any "bane and antidote" taken together.
(6)Τhe hypothetical reader is taken to be representative of those who would read the publication in question.
(7)In delimiting the range of permissible defamatory meanings, the court should rule out any meaning which, can only emerge as the produce of some strained, or forced, or utterly unreasonable interpretation ...
(8)It follows that it is not enough to say that by some person or another the words might to be understood in a defamatory sense". (Jeynes v. New Magazines Ltd [2008] EWCA Civ. 130.» Διαβάζοντας το επίδικο δημοσίευμα ο μέσος αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι αποδίδονται στον Διευθυντή του ΚΕΠΑ έλλειψη δημοκρατίας, δικτατορικές συμπεριφορές, ότι ποδηγετεί το προσωπικό, το εκβιάζει και το διώκει. Του αποδίδεται επίσης ότι καταχράται της εξουσίας του, τον ταυτίζει με δικτάτορες τύπου Παπαδόπουλου/Ιωαννίδη, του αποδίδει επίσης την αποψίλωση της ποιότητας του ανθρώπινου δυναμικού στο ΚΕΠΑ, ότι με τη νοοτροπία του ξεφτιλίζει τη δημόσια υπηρεσία και συμπεριφορές που ανήκουν στο παρελθόν και καθεστώτα της Νοτίου Αμερικής. Επίσης, του αποδίδεται ότι ενταφίασε την αναβάθμιση μεταπτυχιακού προγράμματος του ΚΕΠΑ με διδακτορικό τρόπο. Έχοντας κατά νου και τη νομολογία στο θέμα αυτό και αναφέρομαι σχετικά στις αποφάσεις Εκδόσεις Αρκτίνος Ltd v. Δώρος Γεωργιάδης Πολ. Εφ.118/08 ημερομηνίας 4.3.2011 αλλά και τις αρχές που θεσπίστηκαν με την υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Ltd v. Παπαευσταθίου 2007, 1 Α.Α.Δ 856 που αναφέρει τα δύο ανθρώπινα δικαιώματα, που πρέπει να προστατευτούν και να εξισορροπηθούν που είναι αφενός το δικαίωμα της Ελευθερίας του Λόγου και της Έκφρασης που κατοχυρώνεται και από το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και από την ΕΣΔΑ, αλλά και το Δικαίωμα της Προάσπισης της Αξιοπρέπειας και της Φήμης του Ανθρώπου, όπως επίσης και το περιεχόμενο του άρθρου 17
(1)του Κεφαλαίου 148, έχω την άποψη, ότι το περιεχόμενο του δημοσιεύματος είναι δυσφημιστικό για τον Ενάγοντα. Το επόμενο ερώτημα που το Δικαστήριο καλείται να απαντήσει, είναι κατά πόσο μπορεί να πετύχει η Υπεράσπιση των Εναγομένων 1, δηλαδή αυτής του προνομίου, υπό επιφύλαξη που έγινε καλόπιστα όπως καταγράφουν λεπτομερώς στην παράγραφο 12 της Υπεράσπισης τους και όπως ήταν και το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του Διονύση Διονυσίου, όπως έχει αναφερθεί. Με βάση την κλασική διατύπωση της αρχής του προνομίου υπό επιφύλαξη, το δημόσιο συμφέρον υπερτερεί έστω και αν ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό και αναληθές, στον σκοπό της προώθησης της ελεύθερης έκφρασης. Η νομολογία καθορίζει, ότι αυτή η προνομία του προνομίου υπό επιφύλαξη εξουδετερώνεται, αν αποδειχτεί κακοπιστία. Η ευπαίδευτη δικηγόρος του Ενάγοντα αναλύει εκτενώς στη γραπτή της αγόρευση τις αρχές της νομολογίας σε σχέση με την υπεράσπιση αυτή. Θέση είναι ότι η υπεράσπιση αυτή πρέπει να πετύχει στην παρούσα υπόθεση αφού είναι δεδομένο ότι η εφημερίδα ουδέποτε υιοθέτησε το περιεχόμενο της επιστολής, αντίθετα τη δημοσίευσε με πλήρη ουδετερότητα. Θεωρεί ότι δεν υπάρχει σε καμία περίπτωση κακοπιστίας και ότι οι Εναγόμενοι 1 ενήργησαν με κάθε επιμέλεια και με βάση τις αναγνωρισμένες αρχές της ελευθερίας του τύπου και της υπεύθυνης δημοσιογραφίας. Αναφέρει επίσης ότι το θέμα που αφορούσε το δημοσίευμα ήταν δημοσίου ενδιαφέροντος. Σε σχέση με αυτά αναφέρω τα ακόλουθα. Η σαφής θέση του ΜΥ1 ήταν ότι οι συντάκτες της εφημερίδας «Πολίτης» έκριναν ότι το άρθρο του Εναγόμενου 2, αφορούσε το κοινό γενικότερα, ήταν δημοσίου ενδιαφέροντος αφού αναφερόταν σε ένα οργανισμό ο οποίος ήταν κρατικός, υπό την αιγίδα του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού. Δεν ασχολήθηκαν να διερευνήσουν την αλήθεια των όσων αποδίδονται στον Ενάγοντα υπό την ιδιότητα του ως Διευθυντή του ΚΕΠΑ από τον Εναγόμενο 2, θεωρώντας ότι είχε την ευκαιρία αν ήθελε να απαντήσει στα όσα του καταλογίζονται στην εν λόγω επιστολή. Ο λόγος για τον οποίο ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους εναγόμενους 1 μπορεί να πετύχει αυτή η υπεράσπιση είναι η θέση γιατί η εφημερίδα δεν ασπάζεται τα όσα αναφέρουν οι διάφοροι αναγνώστες που προβαίνουν στις επιστολές. Οι επίσημη θέση της εφημερίδας όπως ανέφερε ο εν λόγο μάρτυρας φαίνεται σε άλλη σελίδα της εφημερίδας με τίτλο «Πολίτης με άποψη». Σημειώνω επίσης ότι στην εφημερίδα στη σελίδα 14, που είναι η στήλη «Πολίτες με Άποψη» στην οποία δημοσιεύτηκε το επίδικο δημοσίευμα, υπάρχει η εξής σημείωση από την ίδια την εφημερίδα. «Ο Πολίτης δημοσιεύει επιστολές αναγνωστών με τον όρο να είναι σύντομες και ενυπόγραφες. Οι επιστολογράφοι πρέπει να σημειώνουν και τον αριθμό του τηλεφώνου μέσω του οποίου η σύνταξη θα μπορεί να ελέγξει το γνήσιο της επιστολής (...) ». Η κυρία Γεωργίου εκτός από τη νομολογία παραπέμπει το δικαστήριο στο σύγγραμμα του δικηγόρου Πολύβιου Γ. Πολυβίου «Το Σύγχρονο Δίκαιο της Δυσφήμισης» έκδοση 2013 και συγκεκριμένα στις σελίδες 316-321 όπου ο συγγραφέας αναφέρει στα πλαίσια της υπεράσπισης του προνομίου υπό επιφύλαξη την υπεράσπιση του ρεπορτάζ (reportage defence). Το πρώτο σημείο που αναφέρω είναι ότι ο ίδιος ο μάρτυρας των Εναγομένων 1 ανέφερε ότι στην παρούσα περίπτωση δεν έγινε ρεπορτάζ. Διαβάζοντας επίσης κάποιος τα όσα αναφέρονται στις σελίδες αυτές θεωρώ ότι δεν τίθεται θέμα εφαρμογής αυτής της υπεράσπισης. Σημειώνω όμως ότι σε ότι αφορά περιπτώσεις δυσφήμισης που δημοσιεύεται σε εφημερίδα όπως αναφέρει και ο έγκριτος νομικός Πολύβιος Γ. Πολυβίου στο Σύγγραμμα του «Το Σύγχρονο Δίκαιο της Δυσφήμισης», Έκδοση 2013 στη σελίδα 324, υπάρχει η εξειδικευμένη υπεράσπιση που σκοπό έχει την προστασία ιδιοκτήτη εφημερίδας σε σχέση με δυσφημιστικό δημοσίευμα που περιέχεται σε εφημερίδες νοουμένου ότι ικανοποιούνται ορισμένες προϋποθέσεις. Στην Κύπρο αυτή η υπεράσπιση προνοείται στο Άρθρο 24 του Νόμου και ενεργοποιείται εάν ικανοποιηθούν οι εξής προϋποθέσεις. 1) το δυσφημιστικό δημοσίευμα καταχωρήθηκε στην εφημερίδα χωρίς κακόβουλη πρόθεση και, 2) δεν υπήρξε σοβαρή αμέλεια σε σχέση με την καταχώρηση στην εφημερίδα του δυσφημιστικού δημοσιεύματος. Σε ότι αφορά την υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη αλλά και της εξειδικευμένης υπεράσπισης σε περίπτωση δυσφήμισης που δημοσιεύεται σε εφημερίδα αναφέρω ότι σύμφωνα με τη νομολογία η απόδειξη κακοπιστίας εμποδίζει την εφαρμογή τους .Είναι η θέση μου με τα γεγονότα όπως έχουν τεθεί ενώπιον μου ότι κακοπιστία η οποία εξουδετερώνει τόσο την υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη όσο και της ειδικής υπεράσπισης σε περίπτωση δυσφήμισης που δημοσιεύεται σε εφημερίδα, δεν μπορεί να λεχθεί ότι υπήρξε. Σύμφωνα με την απόφαση Κυριάκος Μαυρή ν. 1 Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ, 2. Άριστος Μιχαηλίδης, ECLI:CY:AD:2015:A365, Πολιτικής Έφεση 198/2010 ημερ. 22.5.2015 «Η ύπαρξη κακοβουλίας διαπιστώνεται αντικειμενικά. Η συρροή παραγόντων όπως αναδύονται μέσα από τη δημοσίευση ή όπως διαφαίνεται από τη γενική συμπεριφορά του εναγομένου και την όλη στάση του απέναντι στον ενάγοντα, πριν από τη δίκη και καθόλη την εκδίκαση της υπόθεσης, όπως και η χρήση των συγκεκριμένων λέξεων, μπορεί αφ΄ εαυτής να είναι τέτοια που να οδηγεί σε συμπεράσματα κακοβουλίας (Κωνσταντίνου κ.α. ν. Καραμεσίνη
(2011)1 Α.Α.Δ. 717).» Η μη ύπαρξη κακοπιστίας από πλευράς Εναγομένων 1 κατά την άποψη μου ενισχύεται και από την ενέργεια των Εναγομένων 1 να δημοσιεύσουν αυτούσια την επιστολή των λειτουργών του ΚΕΠΑ, στην εφημερίδα τους, στην ίδια στήλη, τον Απρίλιο του 2009 Τεκμήριο
  1. Μάλιστα στην εν λόγω επιστολή υπάρχουν σαφείς αρνητικές θέσεις και αιχμές για την ίδια την εφημερίδα. Θεωρώ ότι δεν μπορεί με τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης να αποδοθεί κακοπιστία στους Εναγόμενους
  2. Σε ότι αφορά τη θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου για τους Εναγόμενους 1 ότι ισχύει η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη, έχω την άποψη λαμβάνοντας υπόψη μου πώς έχει διαμορφωθεί η νομολογία μετά την έκδοση της απόφασης στην υπόθεση Reynolds v. Times Newspapers Ltd [2001] 2AC127, αλλά και της μεταγενέστερης Kearns v. General Council of the Bar [2003] 1 WLR 1357, δεν μπορεί να λεχθεί ότι στην παρούσα περίπτωση μπορεί να πετύχει αυτή η υπεράσπιση. Δεν υπάρχει με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης αναγνωρισμένη σχέση μεταξύ των μερών που να δικαιολογεί την ελεύθερη επικοινωνία μεταξύ του προσώπου που προβαίνει η δημοσίευση και το πρόσωπο προς το οποίο έγινε η δημοσίευση. Η όποια αναγνωρισμένη σχέση υπήρχε, ήταν μεταξύ του ενάγοντα και του εναγομένου 2 και όχι των εναγομένων
  3. Επίσης βασικό θέμα αρχής της εν λόγω υπεράσπισης είναι ότι για να είναι προνομιούχα δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το τι απαιτείται για την προστασία του συμφέροντος ή δικαιώματος ή για την εξυπηρέτηση του συμφέροντος το οποίο ο εναγόμενος επικαλείται και το οποίο αναγνωρίζει ο Νόμος. Δηλαδή, δεν επιτρέπεται στον εναγόμενο να προχωρήσει σε δημοσίευση που υπερβαίνει κατά πολύ του τι απαιτείται για την εύλογη προστασία ή εξυπηρέτηση του συγκεκριμένου καθήκοντος δικαιώματος ή συμφέροντος. Συνυφασμένη με αυτή την αρχή είναι και η θέση ότι δεν πρέπει να επιδεικνύεται αμέλεια από τον εκδότη μιας εφημερίδας που δημοσιεύει το δυσφημιστικό δημοσίευμα. Εδώ, με τη σαφή θέση του κ. Διονυσίου οι Εναγόμενοι 1 δεν προέβηκαν σε καμία απολύτως έρευνα να διαπιστώσουν την αλήθεια του περιεχομένου των ισχυρισμών του εναγόμενου 2 ούτε και επικοινώνησαν με τον ενάγοντα θεωρώντας ότι είχε αν ήθελε ο ενάγοντας το δικαίωμα να απαντήσει και ο ίδιος. Θεωρώ αυτή τη προσέγγιση λανθασμένη και ότι αντιστρατεύεται και τις αρχές της Δημοκρατίας αλλά και το θέμα της γνήσιας υπεράσπισης του προνομίου υπό επιφύλαξη. Είναι η θέση μου ότι θα έπρεπε να ελεγχθούν τα θέματα αυτά, πριν να δημοσιευτούν. Επομένως θεωρώ ότι δεν μπορεί να πετύχει η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη, που επικαλείται η ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων
  4. Όσον αφορά τη ζημιά που ισχυρίζεται ότι υπέστη ο Ενάγοντας, όπως περιγράφηκε από τον ίδιο αφορούσε το πώς προσωπικά ένιωσε τόσο ο ίδιος αλλά και η οικογένεια του, τους ψίθυρους και τα σχόλια συναδέλφων του στο ΚΕΠΑ αλλά κυρίως την θέση του ότι δεν δέχτηκε καμιά πρόταση, για να διοριστεί έστω και μέλος σε συμβούλιο ημικρατικού οργανισμού, κάτι που συνέβαινε προηγουμένως, έχοντας αναφέρει ότι είχε διατελέσει στο παρελθόν όχι μόνο μέλος αλλά και πρόεδρος συμβουλίων ημικρατικών οργανισμών. Σε ότι αφορά το ύψος των αποζημιώσεων, καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τις υποθέσεις Παττούρας, Αλωνεύτη και Χατζηπαναγιώτου ν. Δρουσιώτη κ.α
(2009)1Β Α.Α.Δ.1321 Και Εφημερίδα ή περιοδικό Αποκάλυψη της Πάφου Λτδ κ.α. ν. Σπύρου Κονιώτη κ.α.
(2010)1(Γ) Α.Α.Δ.
  1. Σύμφωνα με αυτές τις υποθέσεις και σωρεία άλλων σε υποθέσεις δυσφήμισης το χρηματικό ποσό που επιδικάζεται ως αποζημίωση έχει σκοπό την αποκατάσταση της υπόληψης και φήμης του Ενάγοντα, την επούλωση των τρωθέντων αισθημάτων του και την αποζημίωση του σε σχέση με την οικονομική ζημιά που ενδεχόμενα προκλήθηκε σε αυτόν. Συνοψίζοντας τις αρχές αυτές μπορεί να λεχθεί ότι όσο πιο σοβαρή η δυσφήμιση, όσο πιο ευρεία η κυκλοφορία του δυσφημιστικού ισχυρισμού, όσο πιο μεμπτή η συμπεριφορά του Εναγόμενου κατά τον ουσιώδη χρόνο αλλά και μεταγενέστερα, τόσο μεγαλύτερο θα είναι το ποσό που θα επιδικαστεί ως αποζημιώσεις. Είναι επίσης ασφαλές να ειπωθεί ότι υπάρχει αυξητική τάση επιδίκασης αποζημιώσεων σε υποθέσεις δυσφήμισης από τα κυπριακά δικαστήρια τα τελευταία χρόνια. Με βάση τις αρχές της νομολογίας στις οποίες αναφορά έχει γίνει πιο πάνω, είναι η θέση μου ότι με βάση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και τη ζημιά του Ενάγοντα όπως έχει περιγραφεί πιο πάνω, ένα εύλογο ποσό που δικαιολογείται να επιδικαστεί υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων 1, είναι το ποσό των €3.
  2. Με δεδομένο το εύρημα του Δικαστηρίου για μη ύπαρξη κακοπιστίας εκ πλευράς των Εναγομένων 1, θεωρώ ότι δεν δικαιολογείται η επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων. Σύμφωνα με τη νομολογία παραδειγματικές αποζημιώσεις επιδικάζονται σε εξαιρετικές περιπτώσεις και με βάση τη νομολογία «Τιμωρητικές αποζημιώσεις αποδίδονται κυρίως όταν στόχος είναι η τιμωρία των εναγομένων ως ένδειξη της απέχθειας με την οποία ο νόμος αντιμετωπίζει τέτοια αλόγιστη συμπεριφορά». Σχετική είναι η υπόθεση Κωνσταντίνου κ.α. ν. Καραμεσίνη (ανωτέρω). Σε ότι αφορά την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, με βάση τη μαρτυρία θεωρώ ότι δεν τίθεται θέμα έκδοσης του διατάγματος που αφορά η παράγραφος Β των αξιώσεων του Ενάγοντα. Δεν υπήρξε καμία μαρτυρία για επανάληψη αυτής της συμπεριφοράς από τους Εναγόμενους 1 που να δικαιολογεί την έκδοση του. Όπως έχει νομολογηθεί η έκδοση τέτοιων διαταγμάτων γίνεται με μεγάλη φειδώ και εκεί όπου το δικαστήριο ικανοποιείται ότι υπάρχει το ενδεχόμενο επανάληψης της δυσφήμισης από τον Εναγόμενο. Σε ότι αφορά το διάταγμα που ο Ενάγοντας ζητά στην παράγραφο Γ της Έκθεσης Απαίτησής του, ισχύουν τα όσα αναφέρω στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο. Περαιτέρω, δεν υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου καθόλου στοιχεία και / ή μαρτυρία για να αποφασίσει κατά πόσο η έκδοση τέτοιου διατάγματος είναι πραγματικά δυνατή, όπως ούτε και υπάρχει μαρτυρία κατά πόσο το εν λόγω δημοσίευμα βρίσκεται ακόμα στην on lιne έκδοση της εφημερίδας. Επαναλαμβάνω ότι η έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων σε υποθέσεις λιβέλου γίνεται με ιδιαίτερη φειδώ. Επομένως δεν μπορεί να εκδοθεί τέτοιο διάταγμα. Σε ότι αφορά την επιζήμια ψευδολογία θεωρώ ότι ο Ενάγοντας έχει προωθήσει την αγωγή του με βάση τη μαρτυρία του καθαρά σε δυσφήμιση οπόταν παρέλκει η εξέταση του. Επιδικάζονται επίσης υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων 1, τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, στην κλίμακα της αποζημίωσης, που έχει εκδώσει το Δικαστήριο. [Υπ.] ............... Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.