Ανδρούλας Μιχαήλ - Αγαπίου ν. Παναγιώτας Γεωργιάδου, Αρ. Αγωγής: 7464/09, 31/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A331 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου , Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7464/09 Μεταξύ: Ανδρούλας Μιχαήλ - Αγαπίου Ενάγουσας και Παναγιώτας Γεωργιάδου Εναγόμενης ------------------------------- Ημερομηνία: 31 Μαΐου 2016 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα: κ. Αντρέας Κ. Καρεκλάς Για την εναγόμενη: κ. Νικόλας Μ. Παπαμιχαήλ Τ Ε Λ Ι Κ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα και η εναγόμενη είναι αδελφές. Η εναγομένη είναι η διαχειρίστρια της περιουσίας της Ελευθερίας Μιχαήλ Κυπριανού τέως εκ Νικηταρίου, μητέρας και των δύο. Είναι η θέση της ενάγουσας ότι η εναγόμενη, ενεργώντας δολίως, καθ' υπέρβαση των καθηκόντων της ως διαχειρίστρια, κακόπιστα και με αυθαίρετες και παράνομες ενέργειες χρησιμοποίησε έγγραφο αποποίησης δικαιωμάτων της ενάγουσας προς όφελος της, το οποίο είναι η θέση της ενάγουσας ότι ουδέποτε υπέγραψε και/ή αν φανεί ότι το υπέγραψε η υπογραφή της αποσπάστηκε δόλια και/ή κατόπιν ψευδών παραστάσεων και/ή πλαστογραφίας, και συγκεκριμένα μεταβίβασε προς όφελος της και εναντίον των δικαιωμάτων της ενάγουσας το κληρονομικό μερίδιο της ενάγουσας και συγκεκριμένα το 1/9 του μερίδιο του ακινήτου με στοιχεία Αρ. Εγγραφής 0/3707, Φ/ΣΧ. 28/40, τμήμα Ο, τεμάχιο 587 στο χωριό Νικητάρι. Η ενάγουσα με σκοπό να πετύχει την εγγραφή του μεριδίου της επ' ονόματι της και διεκδικώντας αποζημιώσεις από την εναγομένη και την έκδοση διαταγμάτων που να απαγορεύουν στην εναγόμενη να χρησιμοποιεί το έγγραφο αποποίησης δικαιωμάτων προς όφελος της σε σχέση με το κληρονομικό της μερίδιο, καταχώρησε στις 11/12/09 την αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό σε κλητήριο ένταλμα γενικά οπισθογραφημένο. Η ενάγουσα εξασφάλισε, αρχικά μονομερώς, διάταγμα δια του οποίου η εναγόμενη υποχρεώνεται να μην αποξενώσει μερίδιο 3/28 από το ακίνητο που αναφέρεται πιο πάνω που είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι της, το οποίο ακολούθως έγινε απόλυτο μέχρι την έκδοση απόφασης στην παρούσα αγωγή από το Δικαστήριο, μετά από σύμφωνη γνώμη της εναγομένης. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης η εναγόμενη είχε διοριστεί διαχειρίστρια της περιουσίας των γονέων της (προφανώς εννοεί της μητέρας της) από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στη βάση της αίτησης 74/
- Αναλαμβάνοντας τα καθήκοντα αυτά, η εναγόμενη δεσμεύτηκε ότι θα ενεργήσει σύμφωνα με το νόμο και προστατεύοντας όλους τους κληρονόμους. Είναι η θέση της ενάγουσας ότι η εναγόμενη παρουσίασε ενώπιον Δικαστηρίου ένορκη δήλωση της ενάγουσας με την οποία αποποιείτο τα δικαιώματα της από την περιουσία της μητέρας τους και παράνομα μεταβίβασε το μερίδιο της ενάγουσας στο δικό της όνομα. Το έγγραφο αυτό, είναι η θέση της ενάγουσας, είναι άκυρο γιατί η ίδια ουδέποτε υπέγραψε τέτοια δήλωση. Εάν η υπογραφή της φανεί ότι είναι γνήσια, τότε ισχυρίζεται ότι η υπογραφή αυτή είχε αποσπασθεί δολίως από την εναγομένη και κατόπιν ψευδών παραστάσεων, λεπτομέρειες των οποίων παραθέτει. Είναι ο ισχυρισμός της ότι με αυτό τον τρόπο η εναγόμενη έχει στο όνομα της 9/28 μερίδια της περιουσίας της μητέρας τους στο επίδικο ακίνητο εκ των οποίων τα 3/28 μερίδια ανήκουν στην ενάγουσα. Αναφέρει επίσης ότι η εναγομένη αρχικά είχε μεταβιβάσει στο όνομα της τα 12/28 μερίδια στην εν λόγω ακίνητη περιουσία αλλά μετά από αγωγή που έγινε εναντίον της εναγόμενης από άλλη αδελφή τους, την Χρυσούλα Κυπριανού, η εναγόμενη αναγκάστηκε να επιστρέψει στη Χρυσούλα Κυπριανού τα 3/28 μερίδια που καταχρηστικά είχε γράψει στο όνομα της. Η ενάγουσα ζητά την έκδοση διατάγματος που να ακυρώνει την εγγραφή και μεταβίβαση μεριδίου 3/28 που αποτελεί το κληρονομικό μερίδιο της ενάγουσας επ' ονόματι της εναγομένης στο επίδικο ακίνητο και επανεγγραφή του στο όνομα της ενάγουσας καθώς και γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις για τις ζημιές που υπέστη η ενάγουσα από τις ενέργειες και το δόλο της εναγομένης, τόκους και έξοδα. Στην Υπεράσπιση της η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα προέβει γραπτώς σε αποποίηση του κληρονομικού δικαιώματος της σε σχέση με το επίδικο ακίνητο στις 8/2/2000, αρνείται όλους τους ισχυρισμούς της ενάγουσας και δη τον δόλο και την απάτη που της αποδίδει, καλεί την ενάγουσα σε πλήρη και αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της και αναφέρει ότι η ενάγουσα απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι στις 6/1/2002 στα πλαίσια της αποπεράτωσης της διαχείρισης της μητέρας τους είχε υπογράψει δήλωση ότι είχε λάβει το αναλογούν σε αυτή μερίδιο περιουσίας, έλεγξε τους λογαριασμούς και την απογραφή της διαχείρισης και ότι καμία άλλη απαίτηση είχε από τη διαχειρίστρια. Είναι η θέση της ότι το έγγραφο αυτό εμποδίζει σήμερα την ενάγουσα να εγείρει οποιεσδήποτε αξιώσεις και αιτείται την απόρριψη της αγωγής με έξοδα εναντίον της ενάγουσας. Η ενάγουσα δεν καταχώρησε Απάντηση στην Υπεράσπιση και η υπόθεση οδηγήθηκε τελικά σε ακρόαση. Για την ενάγουσα έδωσαν μαρτυρία εκτός από την ίδια η αδελφή της Δέσποινα Μιχαήλ, ΜΕ2, και ο γιος της Αγάπιος Αγαπίου, ΜΕ
- Η εναγόμενη έδωσε η ίδια μαρτυρία και κάλεσε επίσης ως μάρτυρες τον Κυριάκο Αλεξάνδρου, ΜΥ2 και τον Μιχάλη Μιχαηλίδη, ΜΥ
- Κατά τη διάρκεια της ακρόασης κατατέθηκαν επίσης διάφορα τεκμήρια αναφορά στα οποία θα γίνεται όπου κριθεί αναγκαίο. Η ενάγουσα ανέφερε ενόρκως ότι εκτός από αδελφή είναι και μυρωδική κουμπάρα της εναγομένης την οποία φιλοξενούσε στο σπίτι της στη Λευκωσία όλα τα χρόνια που χρειάστηκε για να ολοκληρώσει το Λύκειο. Η ίδια δεν τέλειωσε σχολείο, ούτε το δημοτικό. Οι γονείς τους είχαν σύνολο 8 παιδιά. Όταν πέθανε η μητέρα τους Ελευθερία Μιχαήλ Κυπριανού όλα τα αδέλφια καθώς και ο πατέρας τους συμφώνησαν όπως διοριστεί ως διαχειρίστρια της περιουσίας της μητέρας τους η εναγόμενη στα πλαίσια της διαχείρισης 74/
- Η διανομή της περιουσίας που έκανε η εναγόμενη δεν ήταν ορθή με αποτέλεσμα να μεταβιβάσει στο όνομα της περισσότερα μερίδια από αυτά που της αναλογούσαν και συγκεκριμένα στις 8/8/2002 είχε στην κατοχή της 24/54 μερίδια ενώ έπρεπε να έχει μόνο 6/
- Ήταν η θέση της ενάγουσας ότι η εναγόμενη μεταβίβασε επ' ονόματι της τόσο το μερίδιο της ενάγουσας όσο και το μερίδιο της αδελφής τους Χρυσούλας Κυπριανού που είναι εγκατεστημένη στην Ελλάδα εκμεταλλευόμενη πληρεξούσιο έγγραφο που της είχε παραχωρήσει η Χρυσούλα Κυπριανού για άλλο σκοπό, και όταν η Χρυσούλα Κυπριανού το πληροφορήθηκε καταχώρησε εναντίον της ενάγουσας την αγωγή 99/2001 για να την υποχρεώσει να της επιστρέψει το μερίδιο της. Ήταν επίσης η θέση της ότι η εναγόμενη κατάθεσε στις 26/6/2007 στο Δικαστήριο στα πλαίσια της διαχείρισης 74/99 ένορκη δήλωση μαζί με την απογραφή για διανομή της περιουσίας σύμφωνα με την οποία το δικό της 1/9 μερίδιο δεν αποδόθηκε στην ίδια αλλά η εναγόμενη το ενέγραψε παράνομα επ' ονόματι της. Επίσης παράνομα δεν της απέδωσε το κληρονομικό της μερίδιο στην περιουσία του πατέρα τους. Σε ότι αφορά το έγγραφο ημερομηνίας 6/1/2002, τεκμήριο2 είναι θέση της ότι από τη στιγμή που σε αυτό αναφέρεται ότι έλαβε το μερίδιο της από την περιουσία της μητέρας τους και είχε τη διαβεβαίωση της εναγομένης ότι θα της μεταβίβαζε το δικό της μερίδιο, κάτι που ουδέποτε έκανε, το έγγραφο αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και έχει ακυρωθεί και δεν έχει καμμιά ισχύ. Ανάφερε επίσης ότι στα πλαίσια της αγωγής 99/2001 η εναγόμενη αναγκάστηκε να επιστρέψει στην αδελφή τους Χρυσούλα Κυπριανού το δικό της μερίδιο που παράνομα είχε οικειοποιηθεί και ότι η διανομή της περιουσίας που είχε γίνει από την εναγόμενη σε όγδοα ακυρώθηκε από το Δικαστήριο το οποίο την διέταξε να την κάνει σε ένατα. Ήταν επίσης η θέση της ότι η υπογραφή της στο έγγραφο αποποίησης της περιουσίας ημερομηνίας 8/2/2000, τεκμήριο 4, στο οποίο στηρίζεται η εναγόμενη δεν είναι δική της, είναι προϊόν πλαστογραφίας και αν φανεί ότι είναι δική της, η θέση της είναι ότι υπέγραψε το εν λόγω έγγραφο κατόπιν δόλου και ψευδών παραστάσεων που της έγιναν από την εναγόμενη λόγω της εμπιστοσύνης που της είχε και επειδή η ίδια δεν γνωρίζει γράμματα. Θέση της ήταν ότι η εναγόμενη την ξεγέλασε για αυτό και θα πρέπει να της αποδοθεί το μερίδιο που δικαιούται και ουδέποτε αποποιήθηκε. Η ενάγουσα κατέθεσε στο Δικαστήριο επιστολή του Τμήματος Κτηματολογίου Λευκωσίας ημερομηνίας 9/8/2002 σύμφωνα με την οποία η διανομή μεριδίων της περιουσίας της αποβιώσασας Ελευθερίας Μ. Κυπριανού ήταν 24/56 στη Παναγιώτα Γεωργιάδου και ανά 6/56 στους Δέσποινα Μιχαήλ, Ελένη Κωνσταντίνου, Κυριάκος Μιχαήλ και Στέλιος Μιχαήλ, τεκμήριο
- Κατέθεσε επίσης έγγραφο προς τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στα πλαίσια της διαχείρισης 74/99 δια της οποίας οι κληρονόμοι της Ελευθερίας Μιχαήλ Κυπριανού δηλώνουν ότι έλαβαν το μερίδιο τους από την κινητή και ακίνητη περιουσία της αποβιώσασας, έλεγξαν τους λογαριασμούς και την απογραφή της διαχείρισης, είναι πλήρως ικανοποιημένοι και δεν έχουν καμία άλλη απαίτηση από τη διαχειρίστρια. Το έγγραφο αυτό υπογράφουν η ενάγουσα, η εναγομένη, ο Κυριάκος Μιχαήλ, ο Στέλιος Μιχαήλ, η Σμύρνη Σοφοκλέους και η Χρύσω Κυπριανού μέσω της Παναγιώτας Γεωργιάδου που κατέχει πληρεξούσιο και είναι υπογραμμένο και πιστοποιημένο από τον Κοινοτάρχη Νικηταρίου και φέρει ημερομηνία 6/1/2002, τεκμήριο
- Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 3 διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 11/6/2008 στα πλαίσια της διαχείρισης 74/99 σύμφωνα με το οποίο διατάσσεται όπως η γενόμενη διανομή ακυρωθεί και όπως επαναδιανεμηθεί η κινητή και ακίνητη περιουσία της αποβιώσασας από όγδοα μερίδια σε ένατα και να δοθεί 1/9 μερίδιο στη διαχείριση του συζύγου της αποβιώσασας. Κατά την αντεξέταση της η ενάγουσα αναγνώρισε την υπογραφή της στο τεκμήριο 2, είπε ότι το έγγραφο υπογράφτηκε στις 6/1/2002 σε κέντρο στην Παναγία της Ασίνου και παρόντες ήταν μόνο η ίδια, η αδελφή τους Σμύρνη Σοφοκλέους και η εναγόμενη με το σύζυγο της Γιώργο οι οποίοι και τις είχαν μεταφέρει εκεί. Ήταν η θέση της ότι η εναγόμενη την παραπλάνησε να υπογράψει το τεκμήριο 2 αναφέροντας της ότι επρόκειτο για διανομή των χρημάτων από την περιουσία της μητέρας τους σε όλα τα αδέλφια και ότι υπόγραψε χωρίς να το διαβάσει έχοντας τυφλή εμπιστοσύνη στην ενάγουσα και λόγω της χαράς που ένιωθε που θα λάμβανε επιτέλους μετά από 7 χρόνια περίπου 1000 ΛΚ το μερίδιο της από την περιουσία της μητέρας της. Κανένα άλλο από τα αδέλφια της δεν ήταν παρών, ούτε ο Κοινοτάρχης ο οποίος διευκρίνισε ότι ήταν εκεί αλλά δεν εμφανίστηκε. Ισχυρίστηκε ότι μετά που πήγε στο σπίτι της εκείνη την μέρα της τηλεφώνησαν οι άλλες αδελφές της και της είπαν τι πραγματικά υπέγραψε και ότι την ξεγέλασε η εναγόμενη. Η ίδια τηλεφώνησε αμέσως στον Κοινοτάρχη ο οποίος της είπε «δεν ξέρω τι υπογράψατε, εγώ υπόγραψα χωρίς να ξέρω μόλις πριν 3 μέρες διορίστηκα, μην φωνάζεις, έρχομαι στο δικαστήριο και μαρτυρώ υπέρ σου». Αρνήθηκε τις υποβολές ότι το τεκμήριο 2 υπογράφηκε από όλους και την ίδια ενώπιον του Κοινοτάρχη και ότι ήξερε τι υπέγραφε. Της υποδείχθηκε έγγραφο το οποίο φέρει την υπογραφή της σύμφωνα με το οποίο στις 8/2/2000 η ίδια όπως και οι αδελφές της Χρύσω Κυπριανού και Σμύρνη Σοφοκλέους δηλώνουν ότι παραιτούνται από το κληρονομικό τους μερίδιο από το επίδικο κτήμα της μητέρας τους προς όφελος των αδελφών τους Στέλιου Μιχαήλ, Κυριάκου Μιχαήλ και Παναγιώτας Γεωργιάδου, τεκμήριο 4, το οποίο είναι πιστοποιημένο από τον πιστοποιών υπάλληλο Μιχάλη Μιχαηλίδη και η θέση της ότι ουδέποτε υπέγραψε έτσι έγγραφο ενώπιον οποιουδήποτε και ότι η εναγομένη πολλές φορές της έδινε χαρτιά τα οποία η ίδια υπέγραφε χωρίς να τα διαβάζει ή κόλλες άδειες λόγω της εμπιστοσύνης που είχε στην αδελφή της. Θέση της ήταν ότι δεν είχε κανένα λόγο να αποποιηθεί του μεριδίου της από την κληρονομιά της μητέρας της, ήταν η πιο αδικημένη από όλα τα αδέλφια της και δεν θα έδινε τη περιουσία της στους άλλους. Επανέλαβε ότι είχε τυφλή εμπιστοσύνη στην εναγόμενη την οποία φιλοξενούσε για χρόνια στο σπίτι της και της μεγάλωσε και το μωρό της, για αυτό και φαίνεται ότι βρέθηκαν οι υπογραφές της στα έγγραφα αυτά. Ανέφερε επίσης ότι η εναγόμενη προσπάθησε να ξεγελάσει με τον ίδιο τρόπο και την αδελφή τους Χρύσω Κυπριανού η οποία όμως πληροφορήθηκε πιο νωρίς από την ίδια για το τι είχε γίνει και μέσω δικηγόρου κατάφερε και πήρε πίσω το μερίδιο της ενώ η ίδια έμεινε «επί ξύλου κρεμάμενη». Αρνήθηκε την υποβολή ότι η εναγόμενη είχε πληρεξούσιο που της έδωσε η Χρύσω Κυπριανού και μπορούσε να υπογράφει εκ μέρους της και ισχυρίστηκε ότι όλες οι υπογραφές που χρησιμοποίησε η εναγόμενη ήταν πλαστογραφημένες και ότι την κατήγγειλαν στο ΤΑΕ και θα την έβαζαν φυλακή. Όταν ρωτήθηκε γιατί η ίδια καθυστέρησε τόσο πολύ να καταχωρήσει την αγωγή αυτή ενώ η Χρύσω Κυπριανού ενήργησε πιο γρήγορα είπε ότι νόμιζε ότι ο δικηγόρος της Χρύσως θα υπερασπιζόταν και την ίδια και έφυγε και πήγε στο εξωτερικό, όταν επέστρεψε έμαθε ότι δεν έγινε κάτι τέτοιο και έτσι πήγε σε δικηγόρο μετά. Επέμενε μέχρι τέλους ότι τα τεκμήρια 2 και 4 δεν τα υπέγραψε με την θέληση της ούτε και γνώριζε τι υπέγραφε, ουδέποτε υπέγραψε ενώπιον του Κοινοτάρχη ή του Μιχάλη Μιχαηλίδη και ουδέποτε πήγε στο Δικαστήριο για να υπογράψει οτιδήποτε. Η ΜΕ2 Δέσποινα Μιχαήλ όπως έχει ήδη αναφερθεί είναι επίσης αδελφή της ενάγουσας και της εναγομένης η οποία δήλωσε ότι γνωρίζει τον λόγο που η ενάγουσα κατέφυγε στο Δικαστήριο εναντίον της εναγομένης, ότι είναι χρόνια που ταλαιπωρούνται από τις πράξεις της εναγομένης, ότι η εναγομένη δεν είναι μόνο την ενάγουσα αλλά και άλλη αδελφή τους που είναι εγκατεστημένη στην Ελλάδα που προσπάθησε να ξεγελάσει και να βγάλει εκτός διαχείρισης και μάλιστα ισχυρίστηκε ότι κατόπιν συμβουλής του δικηγόρου της κατήγγειλε της εναγομένη στην Αστυνομία Πύλης Πάφου για τις παράνομες ενέργειες της. Αναγνώρισε το τεκμήριο 2, τη δήλωση των κληρονόμων ότι έλεγξαν την διανομή την απαλλαγή της διαχειρίστριας από τα καθήκοντα της, και ανέφερε ότι η ίδια δεν υπόγραψε το έγγραφο, το κατέχει όμως γιατί της το έδωσε ο δικηγόρος της και είπε ότι η ενάγουσα ουδέποτε υπέγραψε το τεκμήριο 2, η υπογραφή που φαίνεται δίπλα από το όνομα της δεν είναι της ενάγουσας, η υπογραφή αυτή είναι προϊόν πλαστογραφίας που έκανε η εναγομένη η οποία είχε την υπογραφή της ενάγουσας στο έντυπο συγκατάθεσης για διορισμό της εναγομένης ως διαχειρίστρια και πλαστογράφησε την υπογραφή της. Ήταν η θέση της ότι το ίδιο η εναγόμενη έκανε και σε σχέση με την υπογραφή της αδελφής τους Χρύσως Κυπριανού. Αναγνώρισε επίσης το τεκμήριο 4, την αποποίηση περιουσίας από τις Χρύσω Κυπριανού, Σμύρνη Σοφοκλέους και Ανδρούλλα Μιχαήλ (ενάγουσα) προς όφελος των Στέλιου Μιχαήλ, Κυριάκου Μιχαήλ και Παναγιώτας Γεωργιάδου (εναγομένης) ημερομηνίας 8/2/2000 και ανέφερε ότι μόλις έμαθε για την ύπαρξη του εγγράφου πήγε και βρήκε τους αδελφούς της Στέλιο και Κυριακό Μιχαήλ οι οποίοι αρχικά αρνήθηκαν τις υπογραφές τους αλλά μετά παραδέχτηκαν ότι όλα έγιναν καθ' υπόδειξη της εναγομένης. Είπε ότι η ίδια ουδέποτε ειδοποιήθηκε από την εναγόμενη να πάει στην Ασίνου για να πάρει το μερίδιο της από την διαχείριση της μητέρας τους και τα χρήματα που της αναλογούσαν τα πήρε εκ μέρους της η Αστυνομία στην οποία είχε υποβάλει καταγγελία μετά που είχαν κατατεθεί στη ΣΠΕ. Θέση της ήταν ότι η εναγόμενη την ξεγελούσε πάντα όπως και άλλες αδελφές τους και στην Ασίνου τους είπε να υπογράψουν χαρτί που αφορούσε το μερίδιο τους από την διαχείριση της μητέρας τους ενώ το τι τους ανάγκασε να υπογράψουν ήταν η αποποίηση περιουσίας. Ήταν επίσης η θέση της ότι η ενάγουσα βοήθησε πολύ την εναγόμενη, της μεγάλωσε το παιδί της και ήταν μυρωδικές κουμέρες. Κατά την αντεξέταση της, της υποδείχθηκε ότι το τεκμήριο 2 φαίνεται να είχε επισυναφτεί ως τεκμήριο σε δική της ένορκη δήλωση ημερομηνίας 23/1/2000 στα πλαίσια της διαχείρισης 74/99 και η θέση της ήταν ότι η ίδια ουδέποτε ήρθε στο Δικαστήριο και ουδέποτε προέβηκε σε ένορκη δήλωση. Όταν ρωτήθηκε κατά πόσο η ίδια είχε πάρει το μερίδιο της από την περιουσία της μητέρας τους απάντησε ότι δεν γνωρίζει, θα πάει στο Κτηματολόγιο και θα ελέγξει και σε περίπτωση που κάτι δεν είναι σωστό, θα κάνει και η ίδια αγωγή. Αρνήθηκε ότι τα τεκμήρια 2 και 4 υπογράφηκαν από τα αδέλφια της όπως αναφέρεται σ' αυτά στην παρουσία της ισχυριζόμενη ότι όλα τα έκαμε η εναγόμενη, η ίδια κατέχει πολλά στοιχεία εναντίον της και θα την στείλει φυλακή. Διαφώνησε ότι η διαχείριση της μητέρας τους έκλεισε και όλοι οι δικαιούχοι πήραν τα μερίδια τους και όταν της υποβλήθηκε ότι η ενάγουσα αναγνώρισε την υπογραφή της στα τεκμήρια 2 και 4 απάντησε ότι είναι απαράδεκτη αυτή η θέση, η ενάγουσα υπόγραψε μόνο ένα έγγραφο, το οποίο ήταν για να διοριστεί διαχειρίστρια η εναγόμενη. Αρνήθηκε εν τέλει τις υποβολές ότι όλα όσα είπε είναι ψέματα για να στηρίξει την ενάγουσα αναφέροντας ότι η ίδια ήταν η αίτια που ανακαλύφθηκαν οι ατασθαλίες και παρανομίες της εναγομένης αναφέροντας ότι η εναγόμενη κατήρτισε έγγραφο ότι η μητέρα τους δεν είχε περιουσία ενώ σε άλλη ένορκη δήλωση της ανέφερε ότι είχε περιουσία αξίας 100 000 ΛΚ. Είπε ότι εκτός από την ίδια και την ενάγουσα και η αδελφή τους Χρύσω Κυπριανού έχει παράπονο από την εναγόμενη και ότι θα έρθει να μαρτυρήσει στο Δικαστήριο. Κατά την επανεξέταση της δέχτηκε ότι σε άλλη διαδικασία που είχε διορίσει άλλους δικηγόρους πιθανόν να είχε προβεί σε ένορκο δήλωση, το τεκμήριο
- Ο ΜΕ3 Αγάπιος Αγαπίου είναι γιος της ενάγουσας. Θέση του ήταν ότι μετά το θάνατο της γιαγιάς του Ελευθερίας έμαθε ότι η θεία του Παναγιώτα Γεωργιάδου (εναγόμενη) με δόλιο τρόπο μεταβίβασε ολόκληρο το χωράφι που ανήκε στη γιαγιά του στο όνομα της και όχι στα ονόματα όλων των κληρονόμων. Προέτρεψε την μητέρα του να συμβουλευτεί δικηγόρο και σχετικά επισκέφτηκε τον δικηγόρο Παναγιώτη Κυπριανού ο οποίος διαπίστωσε σφάλματα στη διαχείριση, ξανάνοιξε τη διαχείριση όπου φάνηκε ότι η μητέρα του και η θεία του Χρύσω Κυπριανού ήταν εκτός διαχείρισης. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 επιστολή του δικηγόρου Παναγιώτη Κυπριανού προς το Διευθυντή του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας στην οποία ο κ. Κυπριανού αναφέρεται σε παράνομες ενέργειες της εναγομένης και ζητούσε όπως μη επιτραπεί μεταβίβαση του κτήματος χωρίς την παρουσία της πελάτιδας του, ενάγουσας. Ο ΜΕ3 ανέφερε επίσης ότι η θεία του Χρύσω Κυπριανού πήγε και η ίδια σε δικηγόρο, το δικηγορικό γραφείο Δράκος και Ευθυμίου και κατέθεσε αγωγή εναντίον της εναγομένης και δικαιώθηκε. Κατέθεσε ως τεκμήριο 6 ένσταση της Χρύσως Κυπριανού σε αίτηση της εναγομένης ημερομηνίας 26/6/2007 στα πλαίσια της αίτησης διαχείρισης 74/
- Ανέφερε επίσης ότι γνωρίζει από τα όσα του έχει πει η μητέρα του ότι η εναγόμενη την ξεγέλασε σε συνάντηση που έγινε στο χωρίο Ασίνου, υπόγραψε αποποίηση της περιουσίας χωρίς να το καταλάβει νομιζόμενη ότι υπέγραφε ότι παράλαβε το ποσό χρημάτων που της αναλογούσε από την διαχείριση της μητέρας τους. Νιώθει αδικημένος από αυτά που έγιναν γιατί φρόντιζε τους παππούδες του και δεν έλαβε ότι και οι άλλοι και ισχυρίστηκε επίσης ότι είναι με δική του επιμονή που η μητέρα του πήγε σε δικηγόρο λόγω της αδικίας που έγινε, περιέγραψε την κατάσταση ως ψυχοφθόρα αλλά όπως ανέφερε πρέπει να παλέψουν για το δίκαιο τους. Θέση του επίσης ήταν ότι δοκίμασε να επικοινωνήσει τόσο με τη θεία του Παναγιώτα, εναγομένη, όσο και το σύζυγο της Γιώργο και σε συναντήσεις που είχαν στο Δικαστήριο πριν να αρχίσει η παρούσα ακρόαση προσπάθησε να τους ζητήσει το λόγο αλλά ήταν και οι δύο αρνητικοί, η μεν εναγόμενη του είπε «εγώ ήμουν διαχειρίστρια, έτσι ήθελα να κάμω, έτσι έκαμα» ενώ ο θείος του Γιώργος του ανέφερε «σαν άμπλεπε τι υπόγραφε». Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι η γνώση του για όσα αφορούν την υπόθεση προέρχονται από τα όσα του ανέφεραν η μητέρα του και η θεία του Δέσποινα, δεν ήταν παρών ο ίδιος σε καμία συνάντηση όπου έγιναν υπογραφές εγγράφων. Είπε ότι δεν γνωρίζει την υπογραφή της μητέρας του για να την αναγνωρίσει είτε στο τεκμήριο 2 ή στο τεκμήριο 4 τα οποία του υποδείχθηκαν και είπε ότι θεωρεί ότι δεν είναι λογικό να υπόγραψε η μητέρα του αποποίηση των δικαιωμάτων της από την περιουσία της γιαγιάς του και διαφώνησε με την υποβολή ότι η διαχείριση ολοκληρώθηκε ορθά και νόμιμα από την εναγομένη. Ήταν η θέση του ότι η μητέρα του είχε βοηθήσει πολύ τη θεία του Παναγιώτα, εναγομένη, και ήταν πολύ άδικη η εναγομένη με τον τρόπο που ενήργησε. Συμφώνησε ότι η μητέρα του αλλά και ο ίδιος έμαθαν εδώ και πολλά χρόνια για τις ενέργειες της εναγομένης χωρίς να αντιδράσουν και ότι καταχώρησαν την παρούσα αγωγή όταν έμαθαν ότι η Χρύσω κέρδισε την υπόθεση και ήταν πλέον σίγουρο ότι η εναγόμενη είχε ενεργήσει δολίως. Αρνήθηκε τέλος την υποβολή ότι η Χρύσω Κυπριανού δεν κέρδισε καμιά υπόθεση στο Δικαστήριο αναφέροντας ότι αυτή ήταν η δική του πληροφόρηση. Η εναγόμενη ανέφερε ότι μετά το θάνατο της μητέρας τους διορίστηκε διαχειρίστρια με τη συγκατάθεση έξι από τους κληρονόμους. Η περιουσία της μητέρας τους ήταν το επίδικο χωράφι και ένα γραμμάτιο κατατεθειμένο στη ΣΠΕ Νικηταρίου. Επειδή η περιουσία αυτή βρισκόταν εγγεγραμμένη στο όνομα του πατέρα τους, αρχικά καταχώρησε αγωγή εναντίον του πατέρα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας και πέτυχε την εγγραφή του κτήματος επ' ονόματι της και την κατάθεση του γραμματίου και πάλι επ' ονόματι της ως διαχειρίστρια και κατέθεσε σχετικά απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στα πλαίσια της αγωγής 3715/99 ημερομηνίας 8/2/2000, τεκμήριο
- Ανέφερε ότι την ίδια μέρα δηλαδή 8/2/2000 ήταν ορισμένη στο Δικαστήριο και η αγωγή 1068/99 στην οποία ενάγοντες ήταν έξι από τα οκτώ αδέλφια εναντίον του πατέρα τους, όλοι εκ των οποίων ήταν παρόντες στο Δικαστήριο. Κατέθεσε σχετικά ως τεκμήριο 8 πρακτικό του Δικαστηρίου 8/2/2000 στην αγωγή 1068/99 στο οποίο αναφέρεται σαφώς ότι η ενάγουσα 4 που είναι η ενάγουσα στην παρούσα υπόθεση ήταν παρούσα. Η αγωγή 1068/99 ενόψει της διευθέτησης που είχε γίνει στα πλαίσια της αγωγής 3715/99, έχει διακοπεί. Η εναγόμενη ανέφερε ότι κατέχει γενικό πληρεξούσιο έγγραφο από την αδελφή της Χρυσούλα Κυπριανού, τεκμήριο 9, να διαχειρίζεται, να υπογράφει και να εμφανίζεται εκ μέρους της στο Δικαστήριο. Με βάση και το τεκμήριο 9 στις 8/2/2000 στο Δικαστήριο και ενώπιον του δικηγόρου Μιχάλη Μιχαηλίδη που είναι πιστοποιών υπάλληλος αλλά και στην παρουσία του πατέρα τους υπογράφηκε το τεκμήριο 4 από την εναγομένη, την Σμύρνη Σοφοκλέους η οποία επίσης ήταν παρούσα και η παρουσία της σημειώνεται και στο τεκμήριο 8 και την ίδια ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της Χρύσως Κυπριανού, με το οποίο η ενάγουσα, η Σμύρνη Σοφοκλέους και η Χρύσω Κυπριανού αποποιούνται των δικαιωμάτων τους στην περιουσία της μητέρας τους προς όφελος της ιδίας και των αδελφών τους Στέλιου Μιχαήλ και Κυριάκου Μιχαήλ. Η περιουσία της μητέρας τους όπως ανέφερε ήταν το επίδικο ακίνητο και το ποσό των ΛΚ 10.917,
- Προέβηκε σε όλες τις ενέργειες για τη διανομή της περιουσίας. Σε ότι αφορά το ποσό των μετρητών ήταν η θέση της ότι μετά την αφαίρεση των εξόδων της διαχείρισης το ποσό που αναλογούσε στον κάθε κληρονόμο ήταν ΛΚ 1048.
- Κάλεσε όλα τα αδέλφια της σε συνάντηση στην Ασίνου στις 6/1/2002 και στην παρουσία του Κοινοτάρχη Νικηταρίου παρέδωσε σε όσους ήταν παρόντες επιταγή με το μερίδιο τους. Εκείνη την ημέρα υπογράφτηκε το τεκμήριο
- Από τη συνάντηση εκείνη απουσίαζαν οι Δέσποινα Μιχαήλ και Ελένη Κωνσταντίνου ενώ η ίδια (η εναγόμενη) εκπροσώπησε την Χρύσω Κυπριανού σύμφωνα με το πληρεξούσιο τεκμήριο
- Στη Δέσποινα Μιχαήλ απέστειλε το μερίδιο της σε επιταγή με διπλοσυστημένη επιστολή στις 17/1/2002 η οποία παρελήφθη στις 21/1/2002 και κατέθεσε σχετικά ως τεκμήριο 10 την απόδειξη παραλαβής και παράδοσης των Κυπριακών ταχυδρομείων. Σε σχέση με την αδελφή της Ελένη Κωνσταντίνου κατέθεσε το δικό της μερίδιο στο λογαριασμό που διατηρούσε στη ΣΠΕ Νικηταρίου στις 11/1/2002 και σχετικά κατέθεσε το τεκμήριο 11 που είναι το έγγραφο κατάθεσης του ποσού αυτού. Σε ότι αφορά την Χρύσω Κυπριανού την οποία εκπροσωπούσε η ίδια με πληρεξούσιο και η οποία ζούσε στην Ελλάδα, άνοιξε λογαριασμό επ' ονόματι της στη ΣΠΕ Νικηταρίου όπου κατέθεσε το μερίδιο της και την ενημέρωσε σχετικά. Κατέθεσε ως τεκμήριο 12, φωτοτυπία λογαριασμού όψεως επ' ονόματι της Χρύσως Κυπριανού στον οποίο στις 11/1/02 κατατέθηκε το ποσό των ΛΚ 1048,
- Ήταν η θέση της ότι όσα ανέφεραν στο Δικαστήριο η ενάγουσα και η Δέσποινα Μιχαήλ είναι παντελώς αναληθή, ειδικά σε ότι αφορά τους ισχυρισμούς τους ότι η ίδια ξεγέλασε την αδελφή τους Χρύσω Κυπριανού η οποία τελικά ανέκτησε το κληρονομικό της μερίδιο μετά που πέτυχε απόφαση σε αγωγή εναντίον της. Ανέφερε ότι η Χρύσω Κυπριανού είπε στην ίδια ότι η ενάγουσα και η Δέσποινα Μιχαήλ της τηλεφωνούσαν συνεχώς, της έλεγαν ότι η εναγόμενη τις ξεγέλασε και την προέτρεπαν να διεκδικήσει το κληρονομικό της μερίδιο στο επίδικο ακίνητο. Η εναγόμενη, επειδή γνώριζε ότι η Χρύσω αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα και για να αποφύγει παρεξηγήσεις και εντάσεις στις 15/9/2009 μετέβηκε στο Κτηματολόγιο και μεταβίβασε δυνάμει δωρεάς στην Χρύσω Κυπριανού μερίδιο 6/56 του επίδικου ακινήτου και παρά το ότι το μερίδιο της Χρύσως που ίδια είχε επωφεληθεί από την αποποίηση ήταν 2/
- Παρουσίασε σχετικά το τεκμήριο 13 που είναι η δήλωση μεταβίβασης. Θέση της ήταν ότι μόλις η ενάγουσα πληροφορήθηκε αυτό το γεγονός αποφάσισε να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή για να επωφεληθεί και η ίδια. Σε ότι αφορά το τεκμήριο 3 που κατέθεσε η ενάγουσα και είναι η απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 11/6/2008 στα πλαίσια της αίτησης 74/99 με την οποία ακυρώθηκε η γενόμενη διανομή και διατάχθηκε η επαναδιανομή της κινητής και ακίνητης περιουσίας της Ελευθερίας Μιχαήλ από όγδοα μερίδια σε ένατα και να δοθεί 1/9 μερίδιο στη διαχείριση του συζύγου της αποβιώσασας, η εναγόμενη ανέφερε ότι μέχρι να ολοκληρωθεί η διανομή της περιουσίας της μητέρας τους απεβίωσε και ο πατέρας τους ο οποίος είχε εν τω μεταξύ ξαναπαντρευτεί. Η ίδια, κατά τη διανομή της περιουσίας της μητέρας τους, δεν είχε αποδώσει κληρονομικό μερίδιο στον πατέρα τους και η δεύτερη σύζυγος του διεκδίκησε στα πλαίσια της διαχείρισης 74/99 το κληρονομικό μερίδιο του από την περιουσία της μητέρας τους. Μετά την απόφαση του Δικαστηρίου, η ίδια απέδωσε σε χρήματα το μερίδιο της δεύτερης συζύγου του πατέρα τους και το όλο θέμα διευθετήθηκε. Επανέλαβε τη θέση της ότι όλα όσα λέει η ενάγουσα δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, ότι υπογραφές της ενάγουσας στα τεκμήρια 2 και 4 έγιναν με ελεύθερη τη βούληση της και στην παρουσία του Κοινοτάρχη Νικηταρίου και του πιστοποιούντα υπαλλήλου Μιχάλη Μιχαήλ και επανέλαβε ότι η ενάγουσα δήλωσε ότι έλεγξε τους λογαριασμούς της απογραφής και δηλώνει ικανοποιημένη από αυτούς. Η αντεξέταση της ήταν μακρά. Δεν μετέβαλε όμως τη θέση της σε κανένα σημείο παρά τις υποβολές και την επιμονή του συνηγόρου της ενάγουσας. Επανέλαβε ότι με τη Χρύσω Κυπριανού δεν είχε ούτε και έχει καμία διαφορά και ότι είναι η ενάγουσα και η Δέσποινα Μιχαήλ που την προέτρεπαν να διεκδικήσει περιουσίες και μερίδια. Δεν δέχτηκε ότι το πληρεξούσιο που της είχε δώσει η Χρύσω Κυπριανού ανακλήθηκε από την Χρύσω Κυπριανού και επέμενε ότι μεταβίβασε στη Χρύσω Κυπριανού μερίδιο στο επίδικο ακίνητο οικειοθελώς και χωρίς καμία δικαστική απόφαση. Η ίδια ποτέ δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο σε σχέση με αγωγή που έκανε η Χρύσω εναντίον της. Είπε επίσης ότι ουδέποτε είχε οποιαδήποτε επικοινωνία με τους δικηγόρους της Χρύσως. Όταν της επεβλήθη ότι δήλωσε ψευδώς στο Δικαστήριο ενόρκως ότι η μητέρα της στερείτο κινητής και ακίνητης περιουσίας κατά το χρόνο του θανάτου της και προς τούτο κατατέθηκε το τεκμήριο 15 που είναι μία δική της χειρόγραφη ένορκος δήλωση ημερομηνίας 11/1/2001 και ακολούθως της υποδείχτηκε το τεκμήριο 14 που είναι και πάλι δική της ένορκη δήλωση ημερομηνίας 11/1/2002 η οποία αναφέρει ότι υπάρχει περιουσία και επισυνάπτεται η απογραφή, και αφού το Δικαστήριο προειδοποίησε την εναγομένη για τυχών κινδύνους που ενέχει για την ίδια η απάντηση της σε τέτοια ερώτηση, η εναγόμενη ξεκαθάρισε ότι η ένορκος δήλωση της ημερομηνίας 11/1/2001 όταν έγινε ήταν ορθή διότι όταν απέθανε η μητέρα της όντος δεν είχε περιουσία στο όνομα της. Όπως εξήγησε, όταν η μητέρα της ήταν βαρειά άρρωστη και επείκειτο ο θάνατος της, μεταβιβάστηκε η περιουσία της, που ήταν το επίδικο χωράφι και το ποσό χρημάτων που έχει αναφερθεί, στο όνομα του πατέρα τους. Ακολούθησε η αγωγή που η ίδια κατέθεσε εναντίον του πατέρα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας της μητέρας τους, η αγωγή 3715/99 στην οποία πέτυχε να μεταβιβαστεί η περιουσία της μητέρας τους στο όνομα της ως διαχειρίστρια. Έτσι η ίδια στις 11/1/2002 προέβηκε στην ένορκη δήλωση, τεκμήριο 14, συνοδευόμενη από απογραφή της περιουσίας σύμφωνα με την οποία η ακίνητη περιουσία της αποβιώσασας αποτελείτο από ποσό χρημάτων και το επίδικο ακίνητο. Δεν δέχτηκε τις υποβολές ότι μετά από πιέσεις των αδελφών της που είχαν διορίσει δικηγόρους και καταγγελίες που έγιναν εναντίον της στην αστυνομία αναγκάστηκε να ξανανοίξει την διαχείριση και να αποδώσει μερίδια σε άλλα αδέλφια της εκτός από την ενάγουσα. Δεν δέχτηκε επίσης τη θέση ότι η ενάγουσα δεν έλαβε την επιταγή που αφορούσε το μερίδιο της από την κινητή περιουσία της μητέρας τους στην Ασίνου όταν έγινε συνάντηση των αδελφών και είπε ότι όλα όσα η ενάγουσα ανέφερε ότι δήθεν έμενε στο σπίτι της στη Λευκωσία μέχρι να τελειώσει το σχολείο, ότι τη συντηρούσε, ότι της μεγάλωσε το παιδί της και ότι ο γιος της είναι βαφτιστικός της είναι ασύστολα ψεύδη. Δεν δέχτηκε επίσης την υποβολή ότι η ενάγουσα που δεν είναι μορφωμένη υπέγραφε ότι η ίδια της έλεγε λόγω της σχέσης εμπιστοσύνης που υπήρχε. Επανέλαβε ότι δεν ξεγέλασε κανένα, ότι όλα έγιναν από την ίδια νόμιμα, ότι το τεκμήριο 2 υπογράφει στο χωριό Ασίνου ενώπιον του Κοινοτάρχη από όλα τα αδέλφια που ήταν παρόντα αφού τους το διάβασε δυνατά και μάλιστα ανέφερε ότι όχι μόνο δεν ξεγέλασε κανένα αλλά όταν εν αγνοία της φάνηκε ότι δεν απέδωσε μερίδιο στη δεύτερη σύζυγο του πατέρα της, πλήρωσε με δικά της χρήματα το μερίδιο της δεύτερη συζύγου του πατέρα της σε μετρητά τα οποία δεν ζήτησε από κανένα, από προσωπικά της χρήματα για να μην γίνουν ακυρώσεις. Σε ότι αφορά το τεκμήριο 4, την αποποίηση περιουσίας, είπε ότι όλοι γνώριζαν ότι το επίδικο κτήμα προοριζόταν για την ίδια και τους δύο άρρενες αδελφούς τους αφού και οι πέντε αδελφές της είχαν λάβει τα δικά τους μερίδια όταν παντρεύτηκαν. Η αποποίηση όπως είπε έγινε ενώπιον του πατέρα τους και του δικηγόρου και πιστοποιούντα υπαλλήλου Μιχάλη Μιχαήλ. Κατά την αντεξέταση της εναγόμενης κατατέθηκαν επίσης τα τεκμήρια 16 και 17 που είναι πιστοποιητικά εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας σε σχέση με το επίδικο ακίνητο. Σύμφωνα με το τεκμήριο 16 που φέρει ημερομηνία έκδοσης 19/2/2003 στο επίδικο ακίνητο ήταν εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες οι Δέσπω Αντώνη, Ελένη Κωνσταντίνου και Στέλιος Μιχαήλ ανά 6/56, ο Κυριακός Μιχαήλ μερίδιο 14/56 και η εναγόμενη μερίδιο 24/
- Σύμφωνα με το τεκμήριο 17 που φέρει ημερομηνία 27/10/2009 προστίθεται ως ιδιοκτήτης η Χρυσούλα Μιχαήλ με μερίδιο 3/28 και μειώνεται το μερίδιο της εναγόμενης σε 9/28 με σταθερή θέση της εναγόμενης ότι η ίδια μεταβίβασε στη Χρύσω Κυπριανού δια δωρεάς το μερίδιο που της έδωσε και όχι δυνάμει απόφασης του Δικαστηρίου. Κατατέθηκε τέλος το τεκμήριο 18 που είναι επιστολή της Πρωτοκολλητή ημερομηνίας 20/12/2004 προς την εναγόμενη με την οποία την πληροφορεί ότι η τελικοί λογαριασμοί που καταχώρησε στις 26/8/2002 δεν μπορούν να γίνουν δεχτοί για τους λόγους που αναφέρονται με σημείωση ημερομηνίας 3/3/2005 ότι οι λογαριασμοί ημερομηνίας 28/6/2002 επεστράφησαν μαζί με τις αποδείξεις για συμπλήρωση και διόρθωση, εξηγώντας ότι συμμορφώθηκε με το περιεχόμενο του τεκμηρίου
- Ο ΜΥ2 Κυριακός Αλεξάνδρου είναι ο Κοινοτάρχης του χωριού Νικητάρι από την 1/1/
- Αναγνώρισε το τεκμήριο 2 το οποίο φέρει την υπογραφή και σφραγίδα του και ανέφερε ότι την επίδικη μέρα είχαν μεταβεί στο εστιατόριο του στην Ασίνου όλοι όσοι υπογράφουν τους οποίους γνωρίζει προσωπικά, διάβασε το έγγραφο μεγαλόφωνως στην παρουσία όλων και τα άτομα που το υπέγραψαν πήγαιναν και το υπέγραφαν ένας ένας μπροστά του. Στο τέλος το υπέγραψε ο ίδιος και έθεσε τη σφραγίδα του. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε ότι δεν διάβασε μεγαλόφωνως το έγγραφο, ανέφερε ότι εκτός από αυτούς που υπέγραψαν ήταν παρούσα και η Ελένη Κωνσταντίνου η οποία δεν ήθελε να το υπογράψει, η Δέσποινα Μιχαήλ όμως ήταν απούσα. Σε ότι αφορά τη Χρύσω Κυπριανού είπε ότι ήταν απούσα αφού ζει στο εξωτερικό και υπόγραψε για αυτή η Παναγιώτα Γεωργιάδου που είχε πληρεξούσιο. Θέση του ήταν ότι δεν είναι αναγκαίο να σημειώνεται στο έγγραφο ότι κάποιος υπογράφει δυνάμει πληρεξουσίου και αρνήθηκε τις υποβολές ότι ήταν αμελής και/ή έκανε λάθος και ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα της εναγομένης. Επέμενε ότι ήταν παρόντες όλοι όσοι υπέγραψαν με την εξαίρεση της Χρύσως Κυπριανού και ότι αφού τους το διάβασε δυνατά, το υπέγραφε ένας ένας μπροστά του για αυτό και το πιστοποίησε. Είπε μάλιστα ότι είναι συγγενής με τους όλους υπογράφοντες και δεν έχει λόγο να πάρει το μέρος οποιουδήποτε. Ρωτήθηκε κατά πόσο γνωρίζει ότι υπήρχαν προβλήματα με τη διαχείριση της Ελευθερίας Μιχαήλ Κυπριανού και η απάντηση του ήταν ότι τον επίδικο χρόνο δεν γνώριζε τίποτε, μετά από ένα μήνα περίπου από τη συνάντηση στην Ασίνου μια από τις υπογράφουσες πήγε και τον βρήκε και του ανέφερε διάφορα αλλά ο ίδιος δεν έμαθε οτιδήποτε περεταίρω μέχρι πριν από ένα μήνα που του ζητήθηκε να έρθει ως μάρτυρας στο Δικαστήριο. Διευκρίνισε ότι η ενάγουσα ήταν παρούσα και άκουσε τον ίδιο να διαβάζει το τεκμήριο 2 το οποίο και υπέγραψε στην παρουσία του και δεν δέχτηκε τις περί αντιθέτου υποβολές. Του υπεβλήθη επίσης ότι η ενάγουσα τον επισκέφτηκε και τον ρώτησε διάφορα πράγματα για το έγγραφο θέση που δέχτηκε, αλλά διαφώνησε με την υποβολή ότι όταν του ζήτησε το λόγο για το περιεχόμενο του εγγράφου της απάντησε «που να ξέρω εγώ τι έκανε η αδελφή σου». Θέση του ήταν ότι της είπε ότι από τη στιγμή ότι εφόσον ήταν παρούσα και υπέγραψε το έγγραφο μετά που της το διάβασε, ο ίδιος δεν είχε κάτι να κάμει. Είπε επίσης ότι δεν εξήγησε σε κανένα τι ακριβώς ανέφερε το έγγραφο γιατί δεν του ζητήθηκε από κανένα να το εξηγήσει. Είπε επίσης ότι δεν γνώριζε πως είχε γίνει η διανομή της περιουσίας ούτε και τον ενδιέφερε. Ήταν η θέση του ότι από τη στιγμή που διάβασε το έγγραφο στην παρουσία όλων οι οποίοι υπέγραψαν στην παρουσία του, ο ίδιος είχε εκπληρώσει σωστά τα καθήκοντα του, υπογράφοντας το και θέτοντας τη σφραγίδα του επί αυτού. Ο ΜΥ3 Μιχάλης Μιχαηλίδης είναι δικηγόρος και μέχρι τον Νοέμβριο του 2012 ήταν και πιστοποιών υπάλληλος. Αναγνώρισε το τεκμήριο 4 ως έγγραφο το οποίο ο ίδιος ετοίμασε στο χώρο του Δικαστηρίου την ημέρα που αναφέρεται δηλαδή 8/2/2000 μετά από παράκληση της εναγόμενης και του πατέρα της οι οποίοι βρίσκονταν στο Δικαστήριο επειδή εκδικαζόταν μεταξύ τους κάποια αγωγή. Έχουν περάσει αρκετά χρόνια αλλά από ότι θυμάται ήταν παρόντες και οι υπόλοιποι που αναφέρονται στο έγγραφο. Όσοι το υπέγραψαν ήταν παρόντες και το υπέγραψαν στην παρουσία του ο οποίος ακολούθως το πιστοποίησε. Το περιεχόμενο του ήταν όπως του ζητήθηκε να το γράψει. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν γνωρίζει προσωπικά την ενάγουσα και δεν θυμάται να ζήτησε ταυτότητες από αυτούς που υπέγραψαν το έγγραφο. Ήταν όλοι εκεί, του είπαν ότι ήταν μια οικογένεια και γνωρίζονταν μεταξύ τους. Ήταν η θέση του ότι η υπογραφή της ενάγουσας σίγουρα τέθηκε στην παρουσία του για να την πιστοποιήσει και ήταν η θέση του ότι δεν είχε κανένα καθήκον ο ίδιος να εξηγήσει το περιεχόμενο του σε οποιοδήποτε. Είπε επίσης ότι δεν εξέτασε πότε πέθανε η Ελευθερία Μιχαήλ Κυπριανού ούτε γνωρίζει την ημερομηνία θανάτου της για αυτό και δεν μπόρεσε να δεχτεί την υποβολή ότι το πιστοποιητικό αποποίησης κληρονομιάς έγινε σε διάστημα μεγαλύτερο των 3 μηνών από το θάνατο της αποβιώσασας και δεν ισχύει. Δεν γνωρίζει κατά πόσο η ενάγουσα χωρίς γυαλιά βλέπει καλά και δεν δέχτηκε τη θέση ότι εκείνη την ημέρα η ενάγουσα δεν φορούσε τα γυαλιά της. Αντεξετάστηκε τέλος σε σχέση με το λεκτικό της σφραγίδας του που αναφέρει ότι «τα πρόσωπα των οποίων πιστοποιά την υπογραφή είναι προσωπικά γνωστά του και τα γνωρίζει» και ανέφερε ότι το λεκτικό της σφραγίδας είναι τυποποιημένο. Η Νομολογία έχει καθορίσει διάφορες παραμέτρους σε σχέση με την αξιολόγηση των μαρτύρων, παραπέμπω σχετικά στις αποφάσεις Σίμος Αμβροσίου Αντωνίου ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 187/07, ημερομηνίας 21.11.09, Βούτουνος ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 244/06 ημερομηνίας 23.1.08, Χριστάκη Χρίστου ν. Αγαθοκλή Ηροδότου κ.ά., Πολ. Έφ. 15/07, ημερομηνίας 23.5.08 και Ανδρέας Γιάγκου Σάντη ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά. Πολ. Έφ. 78/07 ημερομηνίας 20.3.
- Σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν τα λεγόμενα του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο. Λαμβάνονται επίσης υπόψη, η ύπαρξη υπερβολών ή αντιφάσεων στα όσα αναφέρει ένας μάρτυρας στο Δικαστήριο. Η ειλικρίνεια ενός μάρτυρα κρίνεται από τη θετικότητα, την αμεσότητα και τον αυθορμητισμό του. Σχετικές είναι οι αποφάσεις C & Α Pelekanos Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Β Α.Α.Δ. 1273, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη, Π.Ε. 10825, ημερ. 26/3/2002 και Δημήτρης Ιωάννου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 75/2005, ημερ. 26/1/
- Η ενάγουσα ήταν έκδηλα υπερβολική, έντονα συναισθηματικά φορτισμένη , λειτουργούσε με πολύ αρνητική διάθεση έναντι της εναγομένης κάτι που ήταν διάχυτο τόσο κατά την μαρτυρία της, κυρίως εξέταση και αντεξέταση, αλλά και όταν παρέμεινε στο Δικαστήριο και παρακολουθούσε τους υπόλοιπους μάρτυρες. Προέβαινε σε χειρονομίες, έλεγε διάφορα τα οποία ήταν άσχετα με τη διαδικασία και ήταν ολοφάνερη η πρόθεση και διάθεση της να μειώσει την εναγομένη όχι μόνο ως διαχειρίστρια της περιουσίας της μητέρας τους αλλά και ως άτομο γενικότερα. Προέβηκε σε βαρειούς χαρακτηρισμούς εναντίον της και πρέπει να αναφέρω ότι χρειάστηκε να της υποδειχθεί από το Δικαστήριο να περάσει έξω από την αίθουσα του Δικαστηρίου σε συγκεκριμένη δικάσιμο για να μπορέσει η διαδικασία να συνεχιστεί. Δεν διαλανθάνει της προσοχής μου ότι νιώθει έντονα αδικημένη , για αυτό και η τόση ένταση και συναισθηματική φόρτιση. Όμως , χωρίς κανένα δισταγμό , είναι η θέση μου ότι δεν έχει πει την αλήθεια στο δικαστήριο. Η μαρτυρία της, εκτός από υπερβολική όπως έχει ήδη αναφερθεί, βρίθει ανακριβειών. Κατά την διάρκεια της μαρτυρίας της αναίρεσε θέσεις, δεν απαντούσε συγκεκριμένα επί ερωτήσεων που είχαν τεθεί ενώ έχει υιοθετήσει και διαφορετικές θέσεις υπεράσπισης με αποτέλεσμα να μειωθεί η όποια αξία της μαρτυρίας της. Αναφέρω ειδικότερα ότι για τις 6/1/2002 ημερομηνία υπογραφής του τεκμηρίου 2 το οποίο αναντίλεκτα υπογράφτηκε στο χωρίο Ασίνου αρχικά είπε ότι ο Κοινοτάρχης ήταν εκεί αλλά δεν εμφανίστηκε. Μετά είπε ότι την ώρα που έφυγαν από την Ασίνου του είπαν ένα «γεια» χωρίς όμως να τους κοντέψει. Για την υπογραφή της στο τεκμήριο 2 επίσης έδωσε αντιφατικές θέσεις. Στην αντεξέταση της είπε ότι το υπέγραψε χωρίς να το διαβάσει λόγω της τυφλής εμπιστοσύνης που είχε στην εναγόμενη και λόγω της χαράς που ένιωθε που θα έπαιρνε επιτέλους τα χρήματα που της αναλογούσαν από την περιουσία της μητέρας της ενώ στην κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι το υπέγραψε με παραπλάνηση και/ή δόλο και απάτη και χωρίς τη θέληση της. Είπε ότι η εναγόμενη έκανε 7 χρόνια να δώσει τα λεφτά στις αδελφές της και για αυτό έγινε η συνάντηση στις 6/1/2002, η αποβιώσασα όμως πέθανε στις 22/9/97 άρα σίγουρα δεν είχαν περάσει 7 αλλά 4,5 χρόνια από το θάνατο της. Επίσης, ενώ στο τεκμήριο 2 υπάρχουν οι υπογραφές και των αρρένων αδελφών τους Κυριάκου Μιχαήλ και Στέλιου Μιχαήλ, η ενάγουσα αναφερόταν μόνο σε συνάντηση που θα γινόταν για να πάρουν «οι αδελφές» της τα λεφτά τους. Μάλιστα ισχυρίστηκε ότι είναι ουσιαστικά με την βία που βρέθηκε στην Ασίνου κατόπιν επιμονής της εναγομένης η οποία της ανάφερε «πρέπει να πάμε να δώσουμε τα λεφτά στις αδελφές σου γιατί με βρίζουν». Ισχυρίστηκε επίσης ότι μόνο η ίδια, η Σμύρνη Σοφοκλέους και η εναγόμενη ήταν παρούσες στην Ασίνου και ότι μόλις πήγαν στη Λευκωσία της τηλεφώνησαν οι άλλες αδελφές και της είπαν ότι εκείνο που υπέγραψε ήταν αποποίηση της περιουσίας του πατέρα τους ενώ το έγγραφο σαφέστατα αναφέρετε σε δήλωση τους ότι έλαβαν το μερίδιο τους από την περιουσία της μητέρας τους τόσο σε ότι αφορά κινητή αλλά και ακίνητη περιουσία. Σε ότι αφορά το τεκμήριο 4 δεν έθεσε σαφή θέση αν αναγνωρίζει την υπογραφή της ισχυριζόμενη ότι η εναγόμενη πολύ συχνά της έφερνε κόλλες άδειες και υπέγραφε και επίσης ότι πολλά έγγραφα τα υπέγραφε χωρίς να τα διαβάζει λόγω και πάλι της εμπιστοσύνης που είχε στην εναγομένη. Ισχυρίστηκε ότι αποκλείεται στις 8/2/2000 ημερομηνία υπογραφής του τεκμηρίου 4, η ίδια να ήταν παρούσα στο Δικαστήριο και να υπέγραψε το έγγραφο αυτό αναφέροντας ότι δεν πήγε ποτέ στο Δικαστήριο, την τότε εποχή είχε τα εγγονάκια της βρέφη και δεν έβγαινε από το σπίτι, θέση η οποία έρχεται σε αντίφαση με το τεκμήριο 8, το πρακτικό δηλαδή του Δικαστηρίου με το οποίο αποσύρθηκε η αγωγή 1068/99 λόγω συμβιβασμού που έγινε στην αγωγή 3715/99 όπου αναφέρεται ρητά ότι η ενάγουσα 4 σε εκείνη την αγωγή, ενάγουσα στην παρούσα αγωγή, ήταν παρούσα. Για να δικαιολογήσει τη θέση της ότι η εναγόμενη πλαστογραφούσε μεταξύ άλλων υπογραφές ισχυρίστηκε ότι υπέγραφε εκ μέρος της αδελφής τους Χρύσως Κυπριανού που ζούσε στην Ελλάδα χωρίς όμως να μπορεί αντικρούσει τους ισχυρισμούς της εναγομένης ότι κατείχε πληρεξούσιο από την Χρύσω Κυπριανού το οποίο κατατέθηκε ως τεκμήριο
- Ισχυρίστηκε δε, χωρίς να δώσει καμιά απόδειξη για τους ισχυρισμούς της αυτούς, ότι η εναγόμενη καταγγέλθηκε από την αδελφή τους Δέσποινα Μιχαήλ στο ΤΑΕ για πλαστογραφία και μάλιστα κινδύνευε με φυλάκιση και η ίδια λόγω του ότι σκέφτηκε τι θα έλεγε ο κόσμος τους είπε να μην την βάλουν φυλακή. Δεν έδωσε ικανοποιητική εξήγηση για το χρόνο που μεσολάβησε από την ημερομηνία που πληροφορήθηκε κατά τους ισχυρισμούς της για την αδικία που της έκανε η αδελφή της να την βγάλει εκτός της διανομής του επίδικου ακινήτου μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση αγωγής το 2009, αναφέροντας ότι πίστευε ότι την εκπροσωπούσε ο δικηγόρος που εκπροσωπούσε και την αδελφή της Χρύσω Κυπριανού δηλαδή το γραφείο Δράκος και Ευθυμίου και μετά έμαθε ότι μόνο τη Χρύσω εκπροσώπησαν και έτσι η ίδια προσέλαβε πολύ αργότερα τον κ. Καρεκλά. Η εύλογη ερώτηση που γεννιέται στο μυαλό του Δικαστηρίου είναι το πώς γίνεται αφενός να νιώθει τόσο έντονα που αποκλείστηκε από την κληρονομιά της μητέρας της και να πηγαίνει σε δικηγόρο αλλά από την άλλη να μην ενδιαφέρεται να μάθει τι γίνεται η υπόθεση της και μετά την πάροδο 5 - 6 ετών να μαθαίνει ότι δεν εκπροσωπήθηκε η ίδια σε δικαστική διαδικασία. Η θέση της επίσης ότι η εναγόμενη αναγκάστηκε μετά από απόφαση Δικαστηρίου σε αγωγή που έγινε εναντίον της από την Χρύσω Κυπριανού να της μεταβιβάσει μερίδιο του ακινήτου που δόλια κατά τους ισχυρισμούς της έγραψε στο όνομα της , διαψεύδεται από το τεκμήριο 13 που είναι δήλωση μεταβίβασης ακινήτου στην οποία προέβει η εναγομένη προς όφελος της Χρύσως Κυπριανού στις 15/9/2009 η οποία δείχνει ότι έγινε από αδελφή σε αδελφή. Σημειώνω επίσης ότι δεν παρουσιάστηκε καμιά απόφαση Δικαστηρίου δυνάμει της οποίας να διατάσσεται η εναγόμενη να μεταβιβάσει προς όφελος της ενάγουσας οποιοιδήποτε μερίδιο. Τέλος, η προσπάθεια της ενάγουσας να πείσει το δικαστήριο ότι η εναγόμενη προέβηκε και σε ψευδή ένορκο δήλωση ενώπιων Δικαστηρίου αναφέροντας ενόρκως ότι την ημέρα του θανάτου της η μητέρα τους δεν είχε κινητή ή ακίνητη περιουσία, σχετικό είναι το τεκμήριο 15, ενώ ακολούθως έκανε άλλη ένορκη δήλωση στις 11/1/2002 τεκμήριο 14 όπου αναφέρει ότι είχε περιουσία, εξηγήθηκε από την ίδια την εναγομένη με σχετικά τεκμήρια και ειδικότερα αναφέροντας ότι εν ζωή η μητέρα της και λόγω του επερχόμενου θανάτου της μεταβίβασε στο σύζυγο της Μιχάλη Κυπριανού την κινητή και ακίνητη περιουσία της. Τέλος, όταν της υποβλήθηκε ότι ο λόγος που δεν πήρε μερίδιο στο επίδικο ακίνητο ήταν ότι οι γονείς τους εν ζωή της είχαν δώσει το δικό της μερίδιο στην ακίνητη περιουσία ανέφερε ότι της έδωσαν 3 κομμάτια όπως και σε όλους, τα δικά της ήταν τα πιο λίγα αλλά ο Θεός την βοήθησε και μπόρεσε και έζησε καλά. Ενόψει των όσο έχω προσπαθήσει να καταδείξω πιο πάνω θεωρώ ότι ο εν λόγω μάρτυρας δεν είναι μάρτυρας της αλήθειας, αντίθετα ανέφερε στο Δικαστήριο ψέματα χωρίς μάλιστα να μπορέσει στοιχειωδώς να δικαιολογήσει οτιδήποτε από αυτά που έλεγε. Αρνητική εξίσου είναι και η αξιολόγηση μου για την ΜΕ2 επίσης αδελφή των διαδίκων, Δέσποινα Μιχαήλ. Τα έντονα αρνητικά συναισθήματα και της ίδιας έναντι της εναγομένης ήταν επίσης διάχυτα. Η προσπάθεια της ΜΕ2 να βοηθήσει την υπόθεση της ενάγουσας ήταν ολοφάνερη και δεν δίστασε να πει και πράγματα πέραν αυτών και σε αντίθεση με τα όσα είπε και η ίδια η ενάγουσα και συγκεκριμένα ότι δεν είναι η υπογραφή της ενάγουσας στο τεκμήριο 2 και ότι δήθεν πλαστογράφησε την υπογραφή της ενάγουσας, η εναγόμενη που την είχε από το χαρτί με το οποίο την διόριζε διαχειρίστρια. Σημειώνω ότι η ίδια η ενάγουσα τελικά αναγνώρισε την υπογραφή της στο τεκμήριο
- Ισχυρίστηκε επίσης χωρίς να δώσει οποιαδήποτε απόδειξη περί τούτου ότι κατήγγειλε την εναγόμενη στο ΤΑΕ (CID) για τις πλαστογραφίες και ισχυρίστηκε επίσης ότι το μερίδιο της από την κινητή περιουσία της μητέρας τους το πήρε η αστυνομία στα πλαίσια της καταγγελίας που έκανε η ίδια από τη ΣΠΕ Νικηταρίου ενώ η εναγόμενη κατέθεσε τεκμήριο που επιβεβαιώνει τη δίκη της θέση ότι απέστειλε η ίδια στην ΜΕ2 επιταγή με το μερίδιο της με επιστολή διπλοσυστημένη. Ισχυρίστηκε επίσης ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο το μερίδιο της από την ακίνητη περιουσία της μητέρας τους έχει μεταβιβαστεί επ' ονόματι της, ότι θα το ελέγξει αυτό ενώ είναι φανερό ότι η ίδια κατέχει μερίδιο στο επίδικο ακίνητο συγκεκριμένα 6/56 και αυτό φαίνεται και στο τεκμήριο 1 αλλά και στο τεκμήριο 16, από το
- Όταν της υποβλήθηκε ότι η ενάγουσα αναγνώρισε τις υπογραφές της στα τεκμήρια 2 και 4 επέμενε ότι αποκλείεται να έγινε κάτι τέτοιο γιατί γνωρίζει πολύ καλά ότι η ενάγουσα μόνο ένα χαρτί υπέγραψε προς όφελος της εναγομένης που ήταν η συγκατάθεση στο διορισμό της ως διαχειρίστρια, θέση που είναι σε αντίθεση με τα όσα η ίδια η ενάγουσα ισχυρίστηκε που ήταν ότι υπέγραψε πολλές φορές έγγραφα που τις έδινε η εναγομένη λόγω τυφλής εμπιστοσύνης. Οι όποιες αναφορές της επίσης στις σχέσεις Χρύσως Κυπριανού και εναγόμενης έμειναν μετέωρες. Ο ΜΕ3 γιος της ενάγουσας δεν προσέφερε τίποτε στο Δικαστήριο με τη μαρτυρία του. Ολοφάνερα ήρθε να υποστηρίξει τη μητέρα του έναντι της θείας του και εναγομένης χωρίς όμως ο ίδιος, όπως το παραδέχτηκε ενόρκως, να έχει οποιαδήποτε προσωπική γνώση. Την επίδικη περίοδο δεν ήταν καν στην Κύπρο, όταν γίνονταν οι διανομές της περιουσίας σπούδαζε στο εξωτερικό. Παραδέχτηκε επίσης ότι η μητέρα του τον ενημέρωσε εδώ και χρόνια ότι η ίδια είχε μείνει εκτός της διανομής της περιουσίας της γιαγιάς του και ο ίδιος ανέφερε ότι μετά που κέρδισε θεία του η Χρύσω την υπόθεση εναντίον της εναγομένης έπεισε τη μητέρα του να καταχωρήσει και αυτή αγωγή για αυτό και υπήρξε αυτή η καθυστέρηση. Αυτή η θέση σαφώς είναι εντελώς διαφορετική από τη δικαιολογία που έδωσε η μητέρα του, ενάγουσα, για την καθυστέρηση. Δήλωσε σαφώς ότι νιώθει αδικημένος και ο ίδιος επειδή ως εγγόνι έχει δικαίωμα στην περιουσία των παππούδων του τους οποίους φρόντιζε και νοιαζόταν για αυτό και ήρθε να μαρτυρήσει. Δεν θεωρώ ότι μπορώ να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία του. Σε αντίθεση με τους μάρτυρες που παρουσιάστηκαν για την ενάγουσα και την ίδια την ενάγουσα, η αξιολόγηση μου για την εναγομένη και τους δικούς της μάρτυρες είναι θετική. Ξεκινώντας από την εναγόμενη αναφέρω ότι η μαρτυρία της ήταν στρωτή, απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν πλήρως και με ακρίβεια και τις πλείστες φορές τεκμηριώνοντας τις με αναφορές σε έγγραφα - τεκμήρια ενώπιων του Δικαστηρίου. Αν και ήταν φανερό ότι και η ίδια όπως και η ενάγουσα, βρισκόταν κάτω από συναισθηματική φόρτιση όταν έδιδε τη μαρτυρία της, η συμπεριφορά της στο εδώλιο και εν γένει στο Δικαστήριο ήταν σωστή χωρίς σε καμία περίπτωση να παρασύρεται και να αντιδρά κατά τρόπο μη ενδεδειγμένο και παρά του ότι είχε προκληθεί πολύ. Έδωσε σαφέστατες εξηγήσεις για το πώς διαμοίρασε τα μετρητά από την περιουσία της μητέρας τους στους δικαιούχους καταθέτοντας και σχετικά τεκμήρια, εξήγησε γιατί είχε υποβάλει ένορκη δήλωση ότι η μητέρα της όταν είχε πεθάνει δεν είχε επ' ονόματι της ούτε κινητή ούτε ακίνητη περιουσία ενώ τελικά υπήρχε περιουσία η οποία και αποτέλεσε το αντικείμενο της διαχείρισης. Ήταν σαφέστατη επίσης η εξήγηση της για την απόφαση του Δικαστηρίου, τεκμήριο 3 ημερομηνίας 11/6/08 στα πλαίσια της διαχείρισης 74/99 για την ακύρωση της γενόμενης διανομής και επαναδιανομής της περιουσίας από όγδοα μερίδια σε ένατα. Η θέση της επίσης ότι η ενάγουσα ήταν παρούσα στο Δικαστήριο στις 8/2/2000, ημέρα υπογραφής του τεκμηρίου 4, έχει ενισχυθεί με την κατάθεση του πρακτικού του Δικαστηρίου στα πλαίσια της αγωγής 1068/99 ημερομηνίας 8/2/2000 όπου αναγράφεται ότι η ενάγουσα 4 σε εκείνη την αγωγή Ανδρούλλα Μιχαήλ, ενάγουσα στην παρούσα υπόθεση, ήταν παρούσα. Η θέση της για το ότι το πληρεξούσιο έγγραφο που της είχε δώσει η αδελφή της Χρυσούλα Κυπριανού και το οποίο κατατέθηκε ως τεκμήριο 9 ακόμα ισχύει και ουδέποτε ανακλήθηκε, παρέμεινε αναντίλεκτη. Το ίδιο ισχύει και για την θέση της ότι η μεταβίβαση μεριδίου επ' ονόματι της Χρυσούλας Μιχαήλ έγινε από την ίδια δυνάμει δωρεάς από αδελφή σε αδελφή και όχι μετά από απόφαση Δικαστηρίου. Η θέση της αυτή επίσης αποδείχτηκε και από το τεκμήριο 13 που είναι το έντυπο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας για μεταβίβαση ακινήτου το οποίο φέρει ημερομηνία 15/9/09, σημειώνω ότι η ημερομηνία εγγραφής επ' ονόματι της Χρυσούλας Κυπριανού είναι με βάση το τεκμήριο 17, η 18/9/
- Εάν όντως ήταν με απόφαση Δικαστηρίου που αναγκάστηκε η εναγόμενη να γράψει μερίδιο επ' ονόματι της Χρυσούλας Κυπριανού είμαι σίγουρη ότι ο συνήγορος της ενάγουσας και η ενάγουσα θα φρόντιζαν να εφοδιάσουν το Δικαστήριο με το αντίγραφο της απόφασης αυτής. Αναφέρω επίσης ότι εάν η εν λόγω μεταβίβαση από την εναγόμενη προς όφελος της Χρυσούλας Κυπριανού ήταν μετά από την ακύρωση της διανομής με βάση το τεκμήριο 3 το οποίο έχει ημερομηνία 11/6/08 , είμαι σίγουρη ότι η δικηγόροι της Χρυσούλας Κυπριανού δεν επέτρεπαν στην εναγόμενη να προχωρήσει σε υλοποίηση και συμμόρφωση με την απόφαση του Δικαστηρίου 1 χρόνο και 3 μήνες μετά. Η εναγόμενη αντεξετάστηκε επίσης έντονα σε σχέση με τα νομικά μέτρα που κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας έλαβε εναντίον της η αδελφή της Χρύσω Κυπριανού. Πέρα της κατάθεσης του τεκμηρίου 6 που είναι ένσταση εκ μέρους της Χρυσούλας Κυπριανού σε αίτηση της διαχειρίστριας - εναγομένης για να αποδώσει κληρονομικό δικαίωμα σε χρήματα αντί το ίδιο το κληρονομικό μερίδιο και στην οποία δεν επισυνάπτεται καν η ένορκος δήλωση της Χρυσούλας Κυπριανού , δεν έχει καταχωρηθεί τίποτε που να δεικνύει τα όσα ισχυρίστηκε η ενάγουσα ούτε κλήθηκε ως μάρτυρας η Χρυσούλα Κυπριανού ούτε και ο δικηγόρος της. Γενικά η εναγόμενη χαρακτηρίζεται ως μάρτυρας της αλήθειας και θεωρώ ότι μπορώ να στηριχτώ με ασφάλεια στη δική της μαρτυρία η οποία όπως έχω πει έχει ενισχυθεί στο μεγαλύτερο μέρος της και από τεκμήρια. Σε ότι αφορά τον κοινοτάρχη Νικηταρίου Κυριάκο Αλεξάνδρου ΜΥ1 ήταν σταθερή η θέση του ότι όλα τα άτομα που υπογράφουν το τεκμήριο 2 είναι προσωπικά γνωστοί του και υπέγραψαν ενώπιον του το εν λόγω έγγραφο αφού προηγουμένως τους διάβασε το έγγραφο φωνακτά. Ανέφερε ότι δεν σημείωσε επί του έγγραφου ότι η εναγόμενη υπέγραψε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της Χρύσως Κυπριανού, κατά την άποψη του ορθά δεν το έκανε επειδή δεν ήταν αναγκαίο και σε καμία περίπτωση δεν ενίσχυσε τη θέση της ενάγουσας , ούτε κλήθηκε ως μάρτυρας από την ίδια σε σχέση με τους ισχυρισμούς της ότι είχαν μιλήσει στο τηλέφωνο την ίδια μέρα που υπεγράφη το τεκμήριο 2 και ότι δήθεν της παραδέχτηκε ότι έκανε λάθος και ότι ήταν πρόθυμος να δώσει μαρτυρία υπέρ της στο Δικαστήριο. Θεωρώ ότι μπορώ να δεχτώ τη θέση του για ότι οι υπογραφές στο τεκμήριο 2 τέθηκαν στην παρουσία του και ακολούθως τις πιστοποίησε. Όπως ο ίδιος ανέφερε είχε αναλάβει τα καθήκοντα κοινοτάρχη Νικηταρίου, τα οποία διατηρεί μέχρι σήμερα, μόλις στης 1/1/2002, δηλαδή 5 μέρες πριν την υπογραφή του τεκμηρίου 2 και θεωρώ ότι η θέση της ενάγουσας ότι ο Κοινοτάρχης ήταν μεν παρών στο κέντρο Ασίνου τη συγκεκριμένη μέρα αλλά δεν εμφανίστηκε και είχε ήδη θέσει τη σφραγίδα του επί του τεκμηρίου 2, ότι δεν είναι λογικό να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Τέλος, θεωρώ ότι ο ΜΥ3 δικηγόρος Μιχάλης Μιχαηλίδης είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια σε ότι αφορά τις συνθήκες ετοιμασίας και υπογραφής του τεκμηρίου
- Όπως είπε το έγγραφο ετοιμάστηκε από τον ίδιο χειρόγραφα και αναγνώρισε τον γραφικό του χαρακτήρα στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας την ημερομηνία που αναφέρει, δηλαδή 8/2/2000 και ότι τα πρόσωπα που αναφέρονται σε αυτό ήταν παρόντα στο Δικαστήριο γιατί είχαν σε εξέλιξη κάποια δικαστική διαδικασία. Τα πρόσωπα που υπογράφουν το τεκμήριο 4 είναι οι Χρύσω Κυπριανού, Σμύρνη Σοφοκλέους, Ανδρούλα Μιχαήλ, Στέλιος Μιχαήλ, Κυριάκος Μιχαήλ και η Παναγιώτα Γεωργιάδου που ήταν όλοι ενάγοντες στην υπόθεση 1068/99 και εκείνη την ημέρα δηλαδή 8/2/2000 ήταν όλοι παρόντες στο Δικαστήριο εκτός από την ενάγουσα 2 Χρύσω Κυπριανού την οποία εκπροσωπούσε η ενάγουσα 1 Παναγιώτα Γεωργιάδου. Ο ΜΥ2 ανέφερε ότι δεν γνώριζε προσωπικά όλα τα πρόσωπα που αναφέρονται στο έγγραφο και πολύ πιθανόν να μην ζήτησε ταυτότητα από όλους αλλά όλοι υπέγραψαν ενώπιον του γι' αυτό και πιστοποίησε τις υπογραφές τους , και όπως του είπαν ήταν όλοι μέλη της ίδιας οικογένειας και δεν ήταν δικό του καθήκον να τους εξηγήσει οτιδήποτε σε σχέση με το έγγραφο εφόσον οι ίδιοι του ζήτησαν να το ετοιμάσει. Η εναγόμενη ήταν προσωπικά γνωστή του και όταν ρωτήθηκε γιατί στη σφραγίδα πιστοποίησης του τεκμηρίου 4 αναγράφεται ότι τα πρόσωπα των οποίων πιστοποιεί την υπογραφή είναι προσωπικά γνωστοί του εξήγησε με ειλικρίνεια ότι η σφραγίδα είναι τυποποιημένη και σίγουρα όλοι ήταν παρόντες και υπέγραψαν ενώπιον του για να πιστοποιήσει τις υπογραφές τους. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας όπως έχει τεθεί πιο πάνω είναι σαφές ότι προδιαγράφει και την τύχη της αγωγής. Η αρνητική αξιολόγηση της μαρτυρίας της ενάγουσας και της αδελφής της και ΜΕ2 Δέσποινας Μιχαήλ η οποία ήταν αντιφατική, παρόλο που o σκοπός τους ήταν η μία να ενισχύσει την θέση της άλλης, αλλά και οι διαφορετικές θέσεις της ενάγουσας ως προς το γιατί, πότε , που και κάτω υπό ποιες συνθήκες υπέγραψε τα τεκμήρια 2 και 4 και η έλλειψη οποιασδήποτε ενισχυτικής μαρτυρίας από την ενάγουσα για τις εκδοχές που προέβαλε, σε αντίθεση με την τεκμηριωμένη μαρτυρία της εναγομένης, καταδεικνύει ότι τίποτε από αυτά που η ενάγουσα αποδίδει στην εναγομένη δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Θεωρώ ότι έχει αποδεικτεί, όπως πιο πάνω με λεπτομέρεια έχει καταγραφεί ότι πρώτο η ενάγουσα υπέγραψε τα τεκμήρια 2 και 4, σημειώνω ότι αυτό το δέχτηκε τελικά και ενόρκως, κατά δεύτερο λόγο ήταν παρούσα προσωπικά τόσο κατά την υπογραφή του τεκμηρίου 2 στο Νικητάρι αλλά και του τεκμηρίου 4 στο χώρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, τρίτο έχω δεχθεί τόσο τη θέση του ΜΥ2 αλλά και του ΜΥ3 αναφορικά με τις συνθήκες υπογραφής των τεκμηρίων 2 και 4 που δεικνύουν ότι η Ενάγουσα είχε ενημερωθεί πλήρως και είχε αντιληφθεί τι υπέγραφε και υπέγραψε και τα δύο αυτά έγγραφα οικειοθελώς. Δεν αποδείχτηκε καμία ψευδής παράσταση ούτε και δόλος από πλευράς της εναγομένης, αντίθετα φάνηκε ότι η παρούσα αγωγή έχει καταχωρηθεί από την ενάγουσα πολύ μεταγενέστερα από την ημερομηνία που ισχυρίζεται ότι έλαβαν χώραν όσα όλα καταλογίζει στην εναγομένη, ειδικά για το τεκμήριο 2 η θέση της ήταν ότι αντιλήφθηκε την ίδια ημέρα για το τι πραγματικά υπέγραψε ενώ έρχεται να καταχωρήσει την αγωγή μετά πάροδο επτά ετών χωρίς να δώσει καμιά πειστική εξήγηση για το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα, και ήταν προϊόν δεύτερων σκέψεων της ειδικά μετά που πληροφορήθηκε για την μεταβίβαση κληρονομικού μεριδίου στο επίδικο ακίνητο από την εναγομένη προς την αδελφή τους Χρύσω Κυπριανού. Τα όσα δε η ενάγουσα καταλόγισε στην εναγομένη σε σχέση με την Χρύσω Κυπριανού και δη τη θέση ότι ήταν μετά από απόφαση Δικαστηρίου που αναγκάστηκε να της μεταβιβάσει μερίδιο έχουν διαψευστεί πλήρως. Η τελευταία θέση την οποία προώθησε η ενάγουσα μέσα από την αντεξέταση του ΜΥ3 ότι δηλαδή το τεκμήριο 4 που είναι η δήλωση της ενάγουσας με την οποία αποποιείται του μεριδίου της προς όφελος άλλων κληρονόμων, είναι άνευ νομικής ισχύος επειδή ετοιμάστηκε σε χρονικό διάστημα μεταγενέστερο των τριών μηνών από το θάνατο της Ελευθερίας Μιχαήλ δεν μπορεί να εξεταστεί από το Δικαστήριο διότι πέραν της επιδερμικής επίκλησης του από πλευράς ενάγουσας, η θέση αυτή δεν είναι δικογραφημένη και είναι γνωστή η αρχή ότι θέσεις που δεν δικογραφούνται δεν μπορούν να εξεταστούν. Ενόψει όλων των όσων έχω αναφέρει πιο πάνω θεωρώ ότι η ενάγουσα δεν έχει αποδείξει στο Δικαστήριο ότι δικαιούται οποιασδήποτε από τις θεραπείες που επιδιώκει. Ως εκ τούτου η αγωγή της είναι καταδικασμένη σε αποτυχία και απορρίπτεται. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω απόφασης μου το ενδιάμεσο διάταγμα ημερομηνίας 17/5/2010 ακυρώνεται και παύει να ισχύει. Επιδικάζονται υπέρ της εναγόμενης και εναντίον της ενάγουσας τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας όπως υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο στην κλίμακα εξόδων €2.000 - €10.000 που έχει καταχωρήσει η ενάγουσα στην αγωγή της. [Υπ.] ............... Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο