Ε. F. EASY FINANCE LTD ν. Μιλτιάδης Νεοφύτου κ.α., Αρ. αγωγής: 4062/2012, 26/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A312 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε. Δ. Αρ. αγωγής: 4062/2012 Μεταξύ: Ε. F. EASY FINANCE LTD Ενάγοντες Και 1.Μιλτιάδης Νεοφύτου 2.Κυριακή Χαβάτζια Εναγομένων Ημερομηνία: 26 Μαΐου 2016 Εναγόμενους - Αιτητές - Αιτητή: κ. Σ. Ιωάννου για Γιώργο Βασιλείου. Για Ενάγοντες- Καθ' ων η Αίτηση: κ. Κ. Πανάγος για Παναγίωτη Γ. Πανάγο. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την Αγωγή οι Ενάγοντες ζητούν απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 για συγκεκριμένο χρηματικό ποσό το οποίο αντιπρόσωπεύει υπόλοιπο δυνάμει συμφωνίας δανείου και/ή πιστωτικών διευκολύνσεων που παρασχέθηκαν στον Εναγόμενο 1 το 2008 για αγορά μηχανοκινήτου οχήματος υπό την εγγύηση της Εναγομένης
- Η πιστωτική διευκόλυνση εξασφαλίστηκε παράλληλα και με επιβάρυνση επί μηχανοκινήτου οχήματος που παραχώρησε ο Εναγόμενος 1 προς όφελος της Ενάγουσας. Με την υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι εγείρουν προδικαστική Ένσταση ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν άδεια χορήγησης χρηματοδοτήσεων και/ή οικονομικών διευκολύνσεων. Κατά τα λοιπά αρνούνται τους ισχυρισμούς των Εναγόντων και ισχυρίζονται ότι η συμφωνία μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένων είναι εικονική. Άνευ βλάβης των πιο πάνω οι Εναγόμενοι εγείρουν ισχυρισμούς περί υπερβολικών χρεώσεων τόκων, ήτοι πέραν των συμφωνηθέντων. Καλούν δεν τους Ενάγοντες σε απόδειξη των ισχυρισμών τους σε σχέση με το περιεχόμενο των επίδικων συμφωνιών. Με την υπό κρίση Αίτηση οι Εναγόμενοι - Αιτητές ζητούν διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται οι Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση όπως παράσχουν ασφάλεια εξόδων για το ποσό των €5.000 ή οποιοδήποτε άλλο ποσό το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιο ή εύλογο. Ζητούν περαιτέρω διάταγμα όπως η αγωγή ανασταλεί μέχρι την κατάθεση της πιο πάνω ασφάλειας εξόδων και σε περίπτωση εκπνοής και/ή μη συμμόρφωσης των Εναγόντων με την καθορισθείσα προθεσμία, τότε η αγωγή να θεωρείται ως απορριφθείσα. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.60 Θ.Θ.1, 5 και 6 και Δ.48 Θ.Θ. 1-4 και 7-9 στο άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 καθώς και στις συμφυείς εξουσίες και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Παύλου Βασιλείου δικηγόρου στο γραφείο που εκπροσωπεί τους Εναγομένους. Αυτός αναφέρει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης από την μελέτη του φακέλου καθώς και από ενημέρωση που έλαβε από το δικηγόρο των εναγομένων. Δηλώνει δε πλήρως εξουσιοδοτημένος από τους Εναγομένους να προβεί στην ένορκο δήλωση. Αναφέρει ότι από πληροφορίες που του έδωσε ο δικηγόρος των εναγομένων η ενάγουσα εταιρεία παρουσιάζει μια αρνητική εικόνα αναφορικά με τα οικονομικά της, με αποτέλεσμα να είναι φανερή η αδυναμία της στην καταβολή των οφειλών της. Δηλώνει ότι έχει προσωπική γνώση της οικονομικής κατάστασης της Ενάγουσας, ως δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο Γιώργου Βασιλείου & Συνεργάτες, και ειδικότερα λόγω υπόθεσης που είχε με τους Ενάγοντες, στην αίτηση πτώχευσης με αριθμό 8/2014 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Η εν λόγω αίτηση πτώχευσης που είχαν καταχωρήσει οι Ενάγοντες απορρίφθηκε με έξοδα υπέρ της οφειλέτιδας Άννας Κωνσταντίνου την οποία εκπροσωπούσε το δικηγορικό γραφείο Γιώργου Βασιλείου & Συνεργάτες. Τα έξοδα υπολογίστηκαν από τον πρωτοκολλητή στο ποσό των € 1.772,00 πλέον Φ.Π.Α. και τόκων (τεκμήριο Α) Στις 8.1.2015 καταχωρήθηκε ένταλμα (writ) εκποίησης κινητών εναντίον της Ενάγουσας εταιρείας (τεκμήριο Β). Το εν λόγω ένταλμα επιστράφηκε ανεκτέλεστο στις 13.5.2015 με την ένδειξη ότι ο εξ αποφάσεως χρεώστης (Ενάγουσα στην παρούσα) στερείται κινητής περιουσίας που υπόκειται σε κατάσχεση. Σύμφωνα με την ειδοποίηση του Δικαστικού Επιδότη η οποία επισυνάπτεται ως τεκμήριο Γ στην διεύθυνση που δόθηκε για εκτέλεση βρίσκεται το δικηγορικό γραφείο Παπαδόπουλος και Λυκούργος. Στις 7.5.2015 στάληκε με τηλεομοιότυπο επιστολή ημερ. 5.5.2015 από το δικηγορικό γραφείο Γιώργου Βασιλείου & Συνεργάτες προς τον δικηγόρο των Εναγόντων κο Παναγιώτη Πανάγο με την οποία αξίωνε την πληρωμή του ποσού των €2.288,45 που αφορούσε τα έξοδα της Αίτησης Πτώχευσης με αρ. 8/
- (τεκμήριο Δ). Ο Ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι στην εν λόγω επιστολή το δικηγορικό γραφείο Γιώργου Βασιλείου & Συνεργάτες έλαβε προφορική απάντηση ότι δεν θα εισπράξει από την εν λόγω εταιρεία, καθ' ότι δεν διαθέτει οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία στην Κύπρο. Είναι η θέση του ομνύοντα ότι τα έξοδα στην παρούσα αγωγή, σε περίπτωση που επιτύχει η υπεράσπιση των εναγομένων υπολογίζεται ότι θα ανέλθουν τουλάχιστον στο ποσό των €3.
- Προς επίρρωση του ισχυρισμού τούτου, παρουσιάζεται προκαταρκτικός κατάλογος εξόδων που ετοιμάστηκε από γραφείο του δικηγόρου των εναγομένων Γιώργου Βασιλείου που φαίνονται τα έξοδα στην αγωγή μέχρι και την 18.12.
- (τεκμήριο Ε). Ο ενόρκως δηλών πιστεύει επίσης ότι η υπεράσπιση των εναγομένων έχει ορατή προοπτική επιτυχίας. Ειδικότερα η προδικαστική ένσταση των εναγομένων που εγείρεται στην έκθεση υπεράσπισης αναφορικά με το κατά πόσον οι ενάγοντες έχουν άδεια χορήγησης χρηματοδοτήσεων ή/και οικονομικών διευκολύνσεων ή/και πιστώσεων καθώς και η υπεράσπιση των εναγομένων ως αυτή εκτίθεται στο αναλυτικά στο δικόγραφο της έκθεσης υπεράσπισης, το περιεχόμενο της οποίας υιοθετεί, εξ όσων πιστεύει και εξ όσων τον πληροφορεί ο δικηγόρος των εναγομένων είναι ισχυρές και μπορούν να επιτύχουν. Στις 15.2.2016 καταχωρήθηκε από τους Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση, Ειδοποίηση περί πρόθεσης προβολής Ένστασης στην Αίτηση. Αυτή βασίζεται στο άρθρο 382 του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.
- Θ. 2, Δ.60 Θ.Θ. 1, 5, 6, Δ.48, Θ.Θ. 1 - 4, 6, 8 & 9, στον περί Αποδείξεως Νόμο, Άρθρα 26 & 27, στις εγγενείς και συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Οι λόγοι Ένστασης που προβάλλονται είναι συνοπτικά οι ακόλουθοι: (α) Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την παροχή της αιτούμενης θεραπείας (β) Οι Καθ' ων η αίτηση έχουν ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή ή απόφαση, η οποία υπερβαίνει το ποσό το οποίο διατάχτηκαν να πληρώσουν στα πλαίσια της αίτησης πτώχευσης. (γ) Η Αίτηση στηρίζεται σε μαρτυρία η οποία δεν είναι ικανή για να αποσείσει το βάρος απόδειξης ως προς τη φερεγγυότητα των Καθ' ων η αίτηση. (δ) Οι Αιτητές προσέρχονται ενώπιον του Δικαστηρίου με κακή πίστη, αποκρύβουν την αλήθεια ενώ προβάλλουν ψευδείς και/ή ανυπόστατους ισχυρισμούς. (ε) Οι Αιτητές έχουν πολύ καλή υπόθεση και/ή η υπεράσπιση των Αιτητών στην παρούσα δεν ευσταθεί και/ή δεν υπάρχει προοπτική επιτυχίας. (στ) Η αίτηση είναι καταχρηστική και/ή αντίθετη με το πνεύμα της δικαιοσύνης καθότι προκαλείται μεγάλη καθυστέρηση ενώ στην ουσία η υπεράσπιση δεν ευσταθεί και/ή Καθ' ων η αίτηση έχουν τεράστια πιθανότητα επιτυχίας. (ζ) Η Αίτηση είναι νομικά και/ή ουσιαστικά αβάσιμη και/ή απαράδεκτη και/ή αστήρικτη και/ή αδικαιολόγητη και/ή καταχρηστική και/ή άκυρη. Η Ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της κας Ιωάννας Ιωάννου, υπαλλήλου των Εναγόντων η οποία αφού υιοθετεί το περιεχόμενο της Ένστασης αναφέρει ότι στις 29.11.2011 εκδόθηκε απόφαση στα πλαίσια αγωγής με αρ. 5750/2011 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α), υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον της Έλενας Νικολάου Ιωάννου και της Άννας Κωνσταντίνου που ήταν πελάτισσες των δικηγόρων των Αιτητών. Αυτές διατάχθηκαν να πληρώσουν αλληλέγγυα και κεχωρισμένα στους Καθ' ων η αίτηση το ποσό των €17.397,38 πλέον τόκους ένεκα δανείου πλέον έξοδα. Περαιτέρω η Έλενα Νικολάου διατάχθηκε να παραδώσει στους Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση ένα αυτοκίνητο. Στη βάση εκείνης της απόφασης καταχωρήθηκε στη συνέχεια αίτηση πτώχευσης με αρ. 8/2014, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού από τους Καθ' ων η αίτηση εναντίον της Άννας Κωνσταντίνου. Η Αίτηση απορρίφθηκε και στις 6.11.2014, οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν έφεση εναντίον της εν λόγω απόφασης, η οποία ακόμα δεν εκδικάστηκε και η οποία έχει, κατά την θέση της ομνύουσας, τεράστια προοπτική επιτυχίας. (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Β). Οι Καθ' ων η αίτηση, ισχυρίζονται ότι η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 29.11.2011 (τεκμήριο Α), η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής με αρ. 5750/2011, αφορά ποσό πολύ μεγαλύτερο από αυτό που οι Καθ' ων η αίτηση οφείλουν στην Άννα Κωνσταντίνου ως έξοδα της αίτησης πτώχευσης με αρ. 8/
- Κατ' αρχήν είναι η θέση τους ότι τα δικηγορικά έξοδα τα οποία επιδικάστηκαν υπέρ της πελάτισσας του κ. Βασιλείου (Άννας Κωνσταντίνου) στην αίτηση πτώχευσης αρ. 8/14, ανήκουν σε αυτή και μόνο αυτή έχει δικαίωμα στην είσπραξη τους. Από την στιγμή όμως που η Άννα Κωνσταντίνου δεν πλήρωσε οποιοδήποτε ποσό στους Καθ' ων η αίτηση δυνάμει της απόφασης στην αγωγή αρ. 5750/2011 και ούτε επιστράφηκε το επίδικο όχημα από την Εναγόμενη 1 (Έλενα Νικολάου) είναι η θέση τους ότι το ποσό της απόφασης στην αγωγή με αρ. 5750/2011 θα πρέπει να συμψηφιστεί με το ποσό το οποίο οι Καθ' ων η Αίτηση οφείλουν ως έξοδα στην Άννα Κωνσταντίνου. Εκτός των πιο πάνω η ομνύουσα αναφέρει ότι σύμφωνα με την ειδοποίηση του δικαστικού επιδότη, οι Καθ' ων η αίτηση στερούνται κινητής περιουσίας στη διεύθυνση που δόθηκε καθότι στην δοθείσα διεύθυνση βρίσκεται το δικηγορικό γραφείο Παπαδόπουλος και Λυκούργος και όχι οι Καθ' ων η αίτηση. Ισχυρίζεται ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν στερούνται κινητής περιουσίας. Ειδικότερα, η Εναγομένη 1 στην αγωγή 5750/2011 έχει στην κατοχή της το όχημα που αναγράφεται στην παράγραφο 3 της απόφασης, η οποία της επιδόθηκε δεόντως και οφείλει το εξ αποφάσεως χρέος. Αυτό σημαίνει ότι οι δικηγόροι των Εναγομένων - Αιτητών μπορούν να εισπράξουν με αίτηση εκποίησης κινητής περιουσίας ή κατάσχεσης περιουσίας εις χείρας τρίτου από την Εναγόμενη 1 στην εν λόγω απόφαση. Είναι περαιτέρω η θέση των Εναγόντων - Καθ' ων η αίτηση ότι το δικηγορικό γραφείο Γιώργος Βασιλείου & Συνεργάτες, ουδέποτε έλαβε προφορική απάντηση από τον δικηγόρο των Καθ' ων η αίτηση ότι δεν θα εισπράξει από αυτούς οποιοδήποτε ποσό. Τονίζεται δε, ότι ο ομνύων παραλείπει να αποκαλύψει ποιο είναι το πρόσωπο από το δικηγορικό γραφείο Γιώργος Βασιλείου & Συνεργάτες, το οποίο μίλησε με τον κ. Πανάγο και του ανέφερε ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν διαθέτουν οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία στην Κύπρο. Εν πάση περιπτώσει, ο Ενόρκως Δηλών αναφέρει ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν είναι ανίκανοι να πληρώσουν τυχόν έξοδα που θα προκύψουν και είναι φερέγγυοι. Διεξάγουν κανονικά εργασίες και είναι εταιρεία η οποία πληρώνει κανονικά όλες τις οφειλές της στο κράτος. Καταθέτουν κάθε χρόνο φορολογική δήλωση και κατάσταση ΦΠΑ και δεν οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στον Έφορο Φορολογίας. Επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Ε, σχετική βεβαίωση των λογιστών των Καθ' ων η αίτηση. Είναι συνιδιοκτήτες σε πολλά οχήματα και άλλη κινητή περιουσία. Επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΣΤ δέσμη αντιγράφων τίτλων ιδιοκτησίας οχημάτων στους οποίους φαίνονται ως ιδιοκτήτες. Περαιτέρω, υπάρχουν πολλές αποφάσεις Δικαστηρίου οι οποίες εκδόθηκαν υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον άλλων χρεωστών και οι Καθ' ων η αίτηση, εισπράττουν και αναμένουν να εισπράξουν και άλλα χρήματα. Επισυνάπτονται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Ζ, κάποιες εκ των εν λόγω αποφάσεων. Επίσης, εργοδοτούν υπαλλήλους τους οποίους πληρώνουν κανονικά. Οι Καθ' ων η αίτηση ενοικιάζουν γραφεία στη Λευκωσία και πληρώνουν μηναίο ενοίκιο για αυτά. Τέλος, πληρώνουν χρήματα για δικηγορικές, λογιστικές και άλλες υπηρεσίες. Είναι περαιτέρω η θέση του ομνύοντα ότι το ποσό το οποίο θα προκύψει ως δικηγορικά έξοδα σε περίπτωση επιτυχίας της Υπεράσπισης και ο κατάλογος εξόδων που παρουσίασαν οι Εναγόμενοι - Αιτητές (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Ε), δεν ευσταθούν. Εν πάση περιπτώσει οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι το ποσό στο οποίο ανέρχονται τα έξοδα τους μέχρι σήμερα, δεν ξεπερνά τα €
- Σε σχέση με την ουσία της αγωγής, ο Ενορκως Δηλών αναφέρει ότι οι Ενάγοντες -Καθ' ων η Αίτηση έχουν άδεια για χρηματοδοτήσεις και οικονομικές διευκολύνσεις, όπως με λεπτομέρεια αναφέρεται στο καταστατικό τους. Σε σχέση με τον ισχυρισμό των Εναγομένων στην Υπεράσπιση τους ότι η συμφωνία μεταξύ του Αιτητή 1 και των Καθ' ων η αίτηση ήταν εικονική, οι Καθ' ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι η αγωγή αφορά πιστωτική διευκόλυνση για αγορά μηχανοκίνητου οχήματος και οι Αιτητές σε καμιά περίπτωση δεν αρνήθηκαν ότι παρέλαβαν χρήματα από τους Καθ' ων η αίτηση και ότι αγόρασαν όχημα. Στον τίτλο ιδιοκτησίας του επίδικου οχήματος (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ) φαίνονται ως συνιδιοκτήτες ο Αιτητής 1 και οι Καθ' ων η αίτηση. Η Αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση στις 7.4.2016 κατά την οποία οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν παραθέτοντας τις αντίστοιχες θέσεις τους, τις οποίες έχω μελετήσει και όπου κρίνω σκόπιμο θα αναφερθώ σε αυτές στην συνέχεια της απόφασής μου. Κανένας εκ των μερών δεν ζήτησε την αντεξέταση των Ενόρκως Δηλούντων. Παρατυπία Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση Οι Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση εγείρουν διάφορους ισχυρισμούς σε σχέση με την παρατυπία της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση. Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι μαρτυρία η οποία προσήχθη είναι εξ ακοής και/ή ασύμφωνη με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και τον Περί Αποδείξεως Νόμο. Συγκεκριμένα η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού καθώς και το writ κινητών ημερ. 8/11/2015 και σχετική επιστολή του δικαστικού επιδότη θα έπρεπε, κατά την εισήγησή τους, να κατατεθούν από τον Πρωτοκολλητή και όχι τον δικηγόρο των Αιτητών. Είναι περαιτέρω η θέση των Εναγόντων - Αιτητών ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι ανίκανη να στηρίξει επαρκώς την αίτηση και/ή δεν παρέχεται κάποια εξήγηση γιατί δεν γίνεται από τους ίδιους τους Αιτητές αλλά από δικηγόρο ο οποίος κατά την θέση τους δεν γνωρίζει επαρκώς τα γεγονότα και ο οποίος λειτουργεί ως δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο το οποίο αντιπροσωπεύει τους Αιτητές. Σε σχέση με αυτό ζήτημα λέχθηκε στην υπόθεση Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1A A.A.Δ 82 ότι δεν αποτελεί προϊόν αναγνωρισμένης αρχής η θέση ότι, εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος, θα πρέπει απαραίτητα στην ένορκη δήλωσή του να παρέχει ικανοποιητικές εξηγήσεις ως προς το γιατί ο ίδιος ο διάδικος αδυνατούσε να ορκιστεί και εάν δεν το πράξει τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και πρέπει να απορριφθεί ή να αγνοηθεί. Η νομολογία έχει μεν κατ' επανάληψη επισημάνει το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής, αλλά δεν έχει φθάσει στο σημείο της απαγόρευσης ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται η ένορκη αυτή δήλωση. Η απαγόρευση αφορά την ένορκη δήλωση από δικηγόρο, ο οποίος είναι ή στη συνέχεια της διαδικασίας, καθίσταται μάρτυρας γεγονότων οπότε και θεωρείται ασυμβίβαστος ο περαιτέρω εκ μέρους του χειρισμός της υπόθεσης, (In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R,. 319, Thanos Hotels Ltd ν. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036, Investylia Public Company Ltd v. Τζοζεφιν Γαβριηλίδου, Πολ. Έφεση αρ. 326/10 ημερ. 13/6/13. Δεν μου διαφεύγουν τα λεχθέντα στην απόφαση Rybolovlev (ανωτέρω) ότι «.μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών.» Από την άλλη όμως, σημειώνω ότι η απόφαση Rybolovlev (ανωτέρω) αφορούσε οριστικοποίηση ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος και η αναφορά είχε γίνει σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου εν τη ασκήσει της πρωτόδικης Αναθεωρητικής του Δικαιοδοσίας όπου το θέμα ήταν η αναστολή εκτέλεσης διοικητικής πράξης. Στην παρούσα περίπτωση τα επίδικα θέματα της Αίτησης είναι διαφορετικά. Ο δικηγόρος Παύλος Βασιλείου παρουσιάζει τα γεγονότα που αφορούν τη οικονομική κατάσταση της Ενάγουσας όπως αυτά περιήλθαν στην προσωπική του αντίληψη μέσα από τον χειρισμό και ή την κατοχή του φακέλου της υπόθεσης. Θα ήταν σχήμα οξύμωρο να επιβάλλεται να ορκιστεί ο ίδιος ο διάδικος απλά για να δηλώσει τι του ανέφερε ο δικηγόρος του σε σχέση με γεγονότα που συνέβηκαν σε υπόθεση που το εν λόγω δικηγορικό γραφείο χειριζόταν. Θεωρώ ότι η παρατυπία σε αυτή την περίπτωση δεν είναι τέτοια που μπορεί να οδηγήσει σε πλήρη παραγνώριση της ένορκης δήλωσης και κατ' επέκταση της Αίτησης. Σχετικό θέμα εξετάστηκε στην TBF (Cyprus) Ltd και Άλλοι ν. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας και Άλλων,
(2003)1 Α.Α.Δ. 459, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Όσον αφορά τον τελευταίο ισχυρισμό των καθ΄ων η αίτηση, παρατηρούμε ότι το γεγονός πως δεν αναφέρεται ότι ο ενόρκως δηλών είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση, αποτελεί μια απλή παρατυπία, αφού ο ενόρκως δηλών είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των συνηγόρων των αιτητών και έχει στην κατοχή του το φάκελο της υπόθεσης. Περαιτέρω, θεωρούμε ότι αποκαλύπτεται η πηγή των γνώσεων του, που είναι τα έγγραφα και τα στοιχεία που περιέχονται στον εν λόγω φάκελο. Παρατηρούμε επίσης πως και η ενόρκως δηλούσα εκ μέρους των καθ΄ων η αίτηση παρομοίως δηλώνει ότι τα γεγονότα τα γνωρίζει από έγγραφα που έχει στην κατοχή της στο φάκελο της υπόθεσης. Η ένσταση αυτή των καθ΄ων η αίτηση απορρίπτεται.» Σε σχέση με τους ισχυρισμούς περί εξ ακοής μαρτυρίας αρκεί η παραπομπή στο άρθρο 24 του περί Αποδείξεως Νόμο Κεφ. 9 που προνοεί ότι η εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον οιουδήποτε Δικαστηρίου, απλώς και μόνο διότι αυτή είναι εξ ακοής. Σε σχέση με την παρουσίαση εγγράφων όπως λ.χ. το Τεκμήριο Γ (ειδοποίηση δικαστικού επιδότη) παραπέμπω στο άρθρο 34
(5)του Κεφ. 9 το οποίο προνοεί ότι «Έγγραφο αποδεκτό ως μαρτυρία δυνάμει του παρόντος Νόμου, δύναται να κατατεθεί από οποιοδήποτε που το έχει στην κατοχή του.» ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στη νομική βάση της αίτησης παρατίθενται τόσο η Δ.60 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας όσο και το άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
- Η Δ.60 Θ.1 εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου ο Ενάγοντας διαμένει εκτός Κύπρου ή εκτός κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης κάτι το οποίο προφανώς δεν υφίσταται στην παρούσα περίπωση. Εν πάση όμως περιπτώσει οι νομολογιακές αρχές ερμηνείας της Δ.60 Θ.1 είναι σχετικές με το υπό εξέταση θέμα. Βασική διάταξη επί της οποίας εδράζεται η υπό κρίση αίτηση είναι το άρθρο 382 του Κεφ. 113 το οποίο προβλέπει τα εξής: «Όταν εταιρεία είναι ενάγουσα σε οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νομική διαδικασία, κάθε δικαστής που έχει δικαιοδοσία στο θέμα δύναται, αν φαίνεται με αξιόπιστη μαρτυρία ότι υπάρχει λόγος να πιστεύει ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα έξοδα του εναγομένου αν αυτός επιτύχει στην υπεράσπισή του, να ζητήσει να δοθεί ικανοποιητική εγγύηση για τα έξοδα εκείνα, και δύναται να αναστείλει όλες τις διαδικασίες μέχρι να δοθεί η εγγύηση». Πρόνοια αντίστοιχη με το άρθρο 382 του Κεφ. 113 απαντάται και στο Αγγλικό Companies Act
- Συνεπώς η αγγλική νομολογία επί του προκειμένου είναι σχετική και καθοδηγητική. Ως υποδηλώνει ο όρος «δύναται» στο λεκτικό του άρθρου 382 η έκδοση διαταγής για παροχή ασφάλειας εξόδων ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (βλ. Alahmari v. Alia The Royal Jordanian Airline
(1990)1 Α.Α.Δ 434). Με άλλα λόγια η ανικανότητα της εταιρείας να πληρώσει έξοδα, δεν δημιουργεί αυτόματα δικαίωμα για εξασφάλιση διατάγματος για παροχή ασφάλειας εξόδων αφού το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να απορρίψει το αίτημα ακόμη και εάν η ανικανότητα αποδειχθεί. (βλ. Sir Linday Parkinson and Co Ltd v. Triplan Ltd
(1973)2 ALL ER 273). και Halsbury's Laws of England 4th Ed. , Vol. 37 par. 304). Από την επισκόπηση της σχετικής νομολογίας προκύπτει ότι οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, είναι μεταξύ άλλων η οικονομική δυνατότητα της ενάγουσας εταιρείας, η ισχύς της υπόθεσης της, ο χρόνος υποβολής της αίτησης αλλά και το ύψος του ποσού της ασφάλειας εξόδων που ζητείται. Πρώτιστα λοιπόν, θα πρέπει να αποφασισθεί κατά πόσο υπάρχει λόγος να πιστεύεται ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα έξοδα του εναγομένου εάν επιτύχει η υπεράσπιση του τελευταίου, γεγονός που πρέπει να προκύπτει από αξιόπιστη μαρτυρία. Στην υπόθεση Iacovou Brothers (Constructions) Ltd v. Fashionwise Ltd
(2000)1 (B) ΑΑΔ 1377 αναφέρθηκε ότι όπου η αίτηση για ασφάλεια εξόδων βασίζεται στο άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, η αφερεγγυότητα θα πρέπει να καταδεικνύεται ως θετικό γεγονός. Περισσότερα για το θέμα τούτο θα αναφερθούν πιο κάτω κατά την εξέταση της επίδικης Αίτησης. Περαιτέρω, στα ευρύτερα κριτήρια για την παροχή ασφάλειας εξόδων συγκαταλέγεται και η δύναμη της υπόθεσης του Ενάγοντα διότι αν έχει καλή υπόθεση, η δε υπεράσπιση φαίνεται να μην ευσταθεί τότε θα ήταν αντίθετο με το πνεύμα της δικαιοσύνης να διαταχθεί η καταβολή ασφάλειας εξόδων επιβραβεύοντας έτσι ουσιαστικά τον Εναγόμενο και καθυστερώντας την όλη διαδικασία. (βλ. Genemp Trading Ltd v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1Β Α.Α.Δ 1314). Θα πρέπει βέβαια να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να προβαίνει σε λεπτομερή εξέταση του ως άνω θέματος στα πλαίσια μιας τέτοιας αίτησης. (βλ. Porzelack KG v. Porzelack (UK) Ltd
(1987)1 All ER 1074). Σε σχέση με τον χρόνο υποβολής της αίτησης το άρθρο 382 του Κεφ. 113 δεν περιέχει οποιαδήποτε πρόνοια. Ο χρόνος όμως υποβολής της αίτησης λαμβάνεται υπόψη και δεν αποκλείεται η περίπτωση η καθυστέρηση του διαδίκου να αποταθεί εγκαίρως για ασφάλεια εξόδων, σε συσχετισμό με άλλους ενισχυτικούς παράγοντες, να οδηγήσει το Δικαστήριο στην απόρριψη του αιτήματος (βλ. Union Des Cooperatives Agricoles De Cereales De Semences v. Apak Agro Industries Ltd κ.ά. (Αρ. 2)
(1992)1 Α.Α.Δ. 1170) και Genemp Trading Ltd ανωτέρω). Αναφορικά με το ποσό που θα διαταχθεί να δοθεί ως ασφάλεια εξόδων σημειώνεται ότι αυτό δεν πρέπει να είναι τέτοιο που στην ουσία να απολήγει σε απαγόρευση προσφυγής στη δικαιοσύνη. (βλ.ΚSS Trading Ltd v. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου
(2005)1 (Β) Α.Α.Δ. 1446). Στην The Continental Insurance Company of Hampshire v. O' Regan
(1998)1Β Α.Α.Δ 1087 υποδείχθηκε ότι η διαταγή για ασφάλεια εξόδων δεν πρέπει να λειτουργεί με τρόπο που να στερεί την πρόσβαση στη Δικαιοσύνη (άρθρο 30
(2)του Συντάγματος. Ως λέχθηκε στην ίδια υπόθεση η έκδοση τέτοιας διαταγής δεν πρέπει να παραγνωρίζει την οικονομική κατάσταση του προσώπου εναντίον του οποίου στρέφεται. Με άλλα λόγια η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συναρτάται με τη δυνατότητα του εκάστοτε Ενάγοντα, ανάλογα με την οικονομική του ευχέρεια, να παράσχει την αιτούμενη ασφάλεια. Εφόσον δεν διαθέτει τα μέσα το αίτημα απορρίπτεται εφόσον ουσιαστικά έγκριση της αίτησης απολήγει σε στέρηση του εν λόγω δικαιώματος. Υπερισχύει δηλαδή το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη (βλ. και Conway v. Ηλία
(2002)1Γ Α.Α.Δ 1653 και Χαραλαμπίδης ν. Πέτρου κ.α.
(2003)1Γ Α.Α.Δ 1698). Το ποσό δε το οποίο καθορίζεται ως ασφάλεια για τα έξοδα είναι το ποσό το οποίο υπό κανονικές συνθήκες είναι πιθανό να υποστεί το μέρος το οποίο ζητά την έκδοση της διαταγής (βλ. Senior Service Ltd and Others v. Chrysanthi Shipping Co. Ltd. and Another
(1975)1 C.L.R 316). Ως θέμα ορθής πρακτικής το ποσό το οποίο επιζητείται ως ασφάλεια πρέπει να υποστηρίζεται με λεπτομέρειες (προκαταρκτικό κατάλογο εξόδων) που να τείνουν να καθορίζουν το ύψος του (βλ. Alahmari v. Alia The Royal Jordanian Airline (ανωτέρω). Παρά όμως το βοηθητικό τέτοιου καταλόγου, η επισύναψη του δεν προνοείται από οποιαδήποτε δικονομική πρόνοια, ώστε η αίτηση για ασφάλεια εξόδων να υπόκειται, δίχως άλλο, σε απόρριψη στην απουσία καταλόγου. Η απουσία καταλόγου στο τέλος της ημέρας απλώς δεν βοηθά τον αιτητή να υποστηρίξει με την αναγκαία λεπτομέρεια το ύψος του ποσού που ζητά να δοθεί ως ασφάλεια (βλ. Genemp Trading Ltd ανωτέρω). Η ΕΠΙΔΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ Στην παρούσα περίπτωση οι εναγόμενοι - Αιτητές βασίζουν τους ισχυρισμούς τους περί αφερεγγυότητας των Καθ' ων η Αίτηση, κατά κύριο λόγο, στο Τεκμήριο Γ της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση, ήτοι την ειδοποίηση του Διαστικού Επιδότη ότι το ένταλμα εκποίησης κινητών δεν εκτελέστηκε καθότι στην δοθείσα διεύθυνση δεν ανευρέθηκε οποιαδήποτε περιουσία. Οι καθ' ων η Αίτηση απαντώντας στην θέση αυτή αναφέρουν ότι αυτό που αναφέρει ο Δικαστικός Επιδότης είναι ότι στην δοθείσα διεύθυνση βρίσκεται το δικηγορικό γραφείο Παπαδόπουλος και Λυκούργος και όχι ότι η Ενάγουσα εταιρεία παρουσιάζει οικονομική αδυναμία. Διατείνονται ότι οι Ενάγοντες έχουν περιουσία η οποία μπορεί να κατασχεθεί προς ικανοποίηση εξόδων στα οποία πιθανόν να καταδικαστούν. Επισημαίνω εδώ ότι οι Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση δεν επικαλούνται αδυναμία καταβολής των εξόδων των Εναγομένων αιτητών σε περίπτωση αποτυχίας της αγωγής τους οπότε, σε τέτοια περίπτωση θα ανέκυπτε θέμα δικαιώματος πρόσβασης του ατόμου προς τη δικαιοσύνη. Συνεπώς η παρούσα Αίτηση δεν θα εξεταστεί κάτω από αυτό το πρίσμα. Είναι γεγονός ότι στην Studland Holdings Limited και Άλλος ν. Σωφρόνιου Ευσταθίου και Άλλης,
(2003)1 Α.Α.Δ. 1809) λέχθηκε ότι η επιστροφή του εντάλματος ανεκτέλεστου ενίσχυσε την υποψία ότι σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης οι εφεσίβλητοι θα υποστούν ζημιά αφού θα χάσουν τα έξοδά τους, εξέλιξη η οποία δεν συνάδει με τους σκοπούς και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σε εκείνη όμως την υπόθεση τα δεδομένα ήταν διαφορετικά. Εκεί επρόκειτο για εταιρεία διεθνών επιχειρήσεων. Λέχθηκε ότι παρότι το εισόδημα των εν λόγω εταιρειών υπόκειται σε φορολογία εντούτοις αυτές δεν διατηρούν απεριόριστη δυνατότητα απόκτησης ακίνητης περιουσίας στην Κύπρο ούτε και δικαιούνται να ασκούν εδώ επιχειρηματική δραστηριότητα. Λήφθηκε επίσης υπόψη ότι «ανά πάσα στιγμή έχουν ευχέρεια διαγραφής τους από το μητρώο των εταιρειών όταν κριθεί ότι αυτό εξυπηρετεί τα οικονομικά συμφέροντά τους, που, σε τελευταία ανάλυση, αποτελούν και τον πλέον ουσιαστικό λόγο της ύπαρξης τους ως νομικής οντότητας στην Κύπρο.» Το εφετείο κατέληξε στο να διατάξει την παροχή ασφάλειας εξόδων αφού είπε ότι η επιστροφή του εντάλματος «δεν υποδηλώνει άνευ άλλου τινός ότι οι εφεσείοντες αδυνατούν να καταθέσουν ασφάλεια για τα έξοδα. Ενδεχομένως να διαθέτουν πόρους στο εξωτερικό που θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν για το συγκεκριμένο σκοπό.» Κρίνω ότι από την εν λόγω απόφαση δεν προκύπτει γενικός κανόνας ότι όποτε επιστρέφεται ένα ένταλμα εκτέλεσης ανικανοποίητο πρέπει δίχως άλλο να εκδίδεται διαταγή για ασφάλεια εξόδων. Ούτε τούτο σημαίνει ότι αποδεικνύεται με θετικό τρόπο η οικονομική αδυναμία μιας εταιρείας. Πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλα τα περιστατικά που περιβάλλουν μια υπόθεση. Στην παρούσα περίπτωση η μη εκτέλεση του εντάλματος κινητών οφείλεται ακριβώς στο γεγονός (όπως φαίνεται από το ίδιο το Τεκμήριο Γ) ότι στην δοθείσα διεύθυνση δεν βρίσκονται οι εγκαταστάσεις της Ενάγουσας αλλά κάποιο δικηγορικό γραφείο. Εάν η θέση των Εναγομένων είναι ότι οι Ενάγοντες έχουν πάψει να υφίστανται και να δραστηριοποιούνται σαν εταιρεία έπρεπε να το υποστηρίξουν ρητά και όχι να αφήνουν το Δικαστήριο την εξαγωγή συμπερασμάτων και πιθανολογήσεων μόνο και μόνο λόγω της επιστροφής ενός εντάλματος ως ανεκτέλεστου. Δεν έχω ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία ότι οι Εναγόμενοι - Αιτητές έχουν προβεί σε έρευνα και έχουν διαπιστώσει ότι η Ενάγουσα - Εταιρεία είναι ανενεργής ή δεν διατηρεί εγκαταστάσεις. Στην υπόθεση TBF (Cyprus) Ltd και Άλλοι ν. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας και Άλλων,
(2003)1 Α.Α.Δ. 459, την οποία επίσης επικαλούνται οι Εναγόμενοι - Αιτητές εκδόθηκε ένταλμα κινητών εναντίον της εφεσείουσας 1, το οποίο επιστράφηκε με τη σημείωση ότι αυτή ήταν άγνωστη στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της. Όμως το πρόσθετο στοιχείο σε εκείνη την υπόθεση, που δεν υπάρχει στην παρούσα, είναι ότι από έρευνες που διεξήχθησαν από το δικηγορικό γραφείο των εκεί Αιτητών απεκαλύφθη πως η εταιρεία δεν έχει ενεργό γραφείο στην Κύπρο και ούτε διαθέτει περιουσιακά στοιχεία. Όλα τα πιο πάνω δεδομένα περιέχοντο στην ένορκο δήλωση που συνόδευε την Αίτηση. . Διαφορετικά από την παρούσα είναι και τα γεγονότα στην Genemp Trading Ltd ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ πρώην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ,
(2011)1 Α.Α.Δ. 1314 όπου λόγω μη καταβολής ενός εξ αποφάσεως χρέους είχε εισαχθεί εταιρική αίτηση για διάλυση της Καθ' ης η Αίτηση, στα πλαίσια της οποίας όντως εκδόθηκε διάταγμα εκκαθάρισης. Η Καθ' ης η Αίτηση είχε καταδικαστεί επίσης σε έξοδα σε διάφορες άλλες διαδικασίες. Στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την Αίτηση αναφερόταν ότι το ένταλμα επιστράφηκε ανεκτέλεστο, ενώ αργότερα λόγω μη λειτουργίας της εφεσείουσας η οποία παρουσιαζόταν να μην έχει οποιαδήποτε εμπορική ή άλλη δραστηριότητα. Λέχθηκε επίσης ότι για την περίπτωση όπου η ενάγουσα είναι εταιρεία, το γεγονός ότι αυτή τελεί υπό εκκαθάριση αποτελεί prima facie μαρτυρία ότι αδυνατεί να καταβάλει τα έξοδα, εκτός αν δοθεί προς το αντίθετο σχετική μαρτυρία. (Northampton Goal, Iron & Waggon Co v. Midland Waggon Co [1878] 7 Ch.D. 500). Σε αντίθεση με την παρούσα περίπτωση, εκεί η Καθ΄ ης η Αίτηση ουδεμία μαρτυρία έφερε προς ανατροπή του εν λόγω τεκμηρίου. Παρομοίως στην πρωτόδικη απόφαση Μιχαήλ Μιχαήλ κ.α. ν. Y Liasides Developers Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 2899/07, 6.2.2012 την οποία επικαλούνται οι Εναγόμενοι - Αιτητές, στην απόφαση του Δικαστηρίου συνηγόρησε το γεγονός ότι υπήρχε σαφής παραδοχή ότι από την ίδια την εταιρεία ότι είναι αναξιόχρεη και ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της. Υπήρχε επίσης σε εκκρεμότητα πληθώρα άλλων διαδικασιών, άλλες απαιτήσεις και αποφάσεις εναντίον της εταιρείας καθώς και επιβαρύνσεις επί της περιουσίας της. Τα γραφεία της εταιρείας ήταν κλειστά, δεν λειτουργούσαν τα τηλέφωνα, οι συσκευές τηλεμηνυμάτων και ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της. Όλα τα πιο πάνω είχαν καταδειχθεί με θετική μαρτυρία κάτι το οποίο δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Στην παρούσα περίπτωση, θεωρώ ότι η μη ανταπόκριση στην επιστολή Τεκμήριο Δ που οι δικηγόροι της Άννας Κωνσταντίνου απέστειλαν στους δικηγόρους της Ενάγουσας δεν είναι ικανή να καταδείξει με θετικό τρόπο την αφερεγγυότητα της Καθ' ης η Αίτηση Εταιρείας. Η εξήγηση που δίδεται σε σχέση με την μη πληρωμή των εν λόγω εξόδων είναι ότι η απόφαση η οποία εκδόθηκε στην αγωγή αρ. 5750/2011 αφορά ποσό πολύ μεγαλύτερο από αυτό που οι Καθ' ων η αίτηση οφείλουν στην Άννα Κωνσταντίνου ως έξοδα της αίτησης πτώχευσης με αρ. 8/2014. Είναι ορθή η θέση ων Εναγόντων - Καθ' ων η Αίτηση ότι τα δικηγορικά έξοδα τα οποία επιδικάστηκαν υπέρ της Άννας Κωνσταντίνου στην αίτηση πτώχευσης αρ. 8/14, ανήκουν σε αυτή και όχι στους συνηγόρους της. Ισχυρίζονται ότι το ποσό της απόφασης στην αγωγή με αρ. 5750/2011 θα πρέπει να συμψηφιστεί με το ποσό το οποίο οι Καθ' ων η Αίτηση οφείλουν ως έξοδα στην Άννα Κωνσταντίνου. Δεν θα υπεισέλθω στην ουσία του ισχυρισμού αυτού. Δεν είναι της παρούσης να αποφασιστεί. Εξάλλου αφορά σχέσεις μεταξύ προσώπων που δεν αφορά η παρούσα διαδικασία, ήτοι της Άννας Κωνσταντίνου και των Εναγόντων στην παρούσα. Αυτό που έχει σημασία όμως είναι ότι οι Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση δίδουν εξήγηση σε σχέση με την παράλειψη τους να πληρώσουν τα δικηγορικά έξοδα. Η εξήγηση τούτη, ασχέτως της νομικής της ορθότητας, είναι λογικοφανής υπό την έννοια ότι η άρνηση δεν οφείλεται σε αφερεγγυότητα αλλά στην πεποίθηση ότι οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν είναι υπόχρεοι να πληρώσουν έξοδα στην Άννα Κωνσταντίνου αφού έχουν οι ίδιοι απαίτηση πολύ μεγαλύτερη εναντίον της στηριζόμενη επίσης σε δικαστική απόφαση. Και όντως η εξ αποφάσεως απαίτηση των Εναγόντων έναντι της Άννας Κωνσταντίνου ανέρχεται στο ποσό των €17.397,38 πλέον τόκους πλέον έξοδα. Το ποσό αυτό είναι υπερδιπλάσιο από αυτό που οι Ενάγοντες οφείλουν στην Άννα Κωνσταντίνου. Εν πάση περιπτώσει το ποσό των €17.397,38 το οποίο η Άννα Κωνσταντίνου οφείλει στους Ενάγοντες δείχνει ακριβώς ότι η ενάγουσα εταιρεία έχει περιουσιακά στοιχεία και δικαιώματα σε ποσά πολύ μεγαλύτερα από αυτά που πιθανόν να κληθεί να καταβάλει ως έξοδα στην παρούσα διαδικασία. Επίσης όπως ήδη αναφέρθηκε οι Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση παρουσίασαν μαρτυρία ότι η Καθ' ης η Αίτηση εταιρεία διεξάγει κανονικά εργασίες, εργοδοτεί υπαλλήλους και είναι εταιρεία η οποία πληρώνει κανονικά όλες τις οφειλές της στο κράτος. Είναι δε ιδιοκτήτρια διαφόρων οχημάτων τους τίτλους ιδιοκτησίας των οποίων παρουσίασαν. Εκκρεμούν επίσης διάφορες άλλες οφειλές προς την Ενάγουσα εταιρεία από διάφορους εξ αποφάσεως χρεώστες. Στην παρούσα περίπτωση οι Εναγόμενοι - Αιτητές δεν ζήτησαν την αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας Ιωάννας Ιωάννου σε σχέση με τους πιο πάνω ισχυρισμούς. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Iacovou Brothers (Constructions) Ltd v. Fashionwise Ltd (ανωτέρω) «σε περιπτώσεις αιτήσεων που οι ισχυρισμοί του αιτητή αμφισβητούνται ο αιτητής θα πρέπει να προσκομίσει προφορική μαρτυρία για να αποσείσει το σχετικό βάρος που έχει για την απόδειξη των ισχυρισμών του. (ίδε Krashias Shoe Factory Ltd ν. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassier K.G. [1989] 1(E) A.A.Δ. 750 και Louis Vuitton v. Dermosak Ltd and Orphanidou [1992] 1 Α.Α.Δ. 1453). Ο αιτητής μπορεί να αποσείσει το σχετικό βάρος της απόδειξης είτε με την παράθεση της δικής του μαρτυρίας είτε με την αποκάλυψη στοιχείων που προκύπτουν από την αντεξέταση στην οποία υποβάλλει τα πρόσωπα τα οποία έχουν προβεί σε ένορκες δηλώσεις εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση.» Η αφερεγγυότητα μιας εταιρείας πρέπει να καταφαίνεται ως θετικό γεγονός πράγμα που δεν έχει καταφανεί σ΄ αυτή την υπόθεση. Στην υπόθεση Iacovou Brothers (Constructions) Ltd v. Fashionwise Ltd (ανωτέρω) παρά τη διαπίστωση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι η εικόνα που προέκυψε από την αντεξέταση του διευθυντή της ενάγουσας ήταν ότι η τελευταία «είναι εταιρεία που λόγω της κρίσης στη βιομηχανία κατασκευής ετοίμων ενδυμάτων έχει διακόψει τις εργασίες της και ότι έχει μια περιουσία που συνίσταται από χρεώστες», κατέληξε ότι τα πιο πάνω στοιχεία δεν ήταν ικανοποιητικά για να αποσείσουν το σχετικό βάρος της απόδειξης των ισχυρισμών που έφερε η Αιτήτρια για να εξασφαλίσει διάταγμα για την παροχή ασφάλειας για τα έξοδα. Όπως με σαφήνεια εξηγείται: «Η περιουσία συμπεριλαμβάνει εκτός από τα υφάσματα και μηχανήματα και αριθμό χρεωστών. Η εφεσείουσα είχε την υποχρέωση να ικανοποιήσει το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι η συνολική αξία των πιο πάνω στοιχείων δεν θα μπορούσε να καλύψει το ποσό που θα εδικαιούτο υπό τύπο εξόδων σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής της. Η αδυναμία διάθεσης κινητής περιουσίας που οφείλεται σε προσωρινούς εμπορικούς λόγους δεν εκμηδενίζει την αξία της περιουσίας σε βαθμό που ο ιδιοκτήτης της περιουσίας να θεωρείται ανίκανος να ικανοποιήσει υποχρεώσεις που προκύπτουν από την έκδοση μιας διαταγής καταβολής εξόδων σε μια δικαστική διαδικασία. Η αφερεγγυότητα πρέπει να καταφαίνεται ως θετικό γεγονός πράγμα που δεν έχει καταφανεί σ' αυτή την υπόθεση» Στην παρούσα περίπτωση η Εναγόμενοι δεν έχουν ικανοποιήσει το Δικαστήριο με θετικό τρόπο ότι η συνολική αξία των περιουσιακών στοιχείων δεν θα μπορούσε να καλύψει το ποσό που θα εδικαιούντο υπό τύπο εξόδων σε περίπτωση επιτυχίας της υπεράσπισης. Η με γενικό τρόπο αναφορά σε μια δήλωση του κ. Πανάγου, δικηγόρου της Ενάγουσας, ότι οι Εναγόμενοι δεν διαθέτουν περιουσία στην Κύπρο δεν είναι ικανή να διαφοροποιήσει την κατάληξη του Δικαστηρίου. Επισημαίνω ότι σε πολλά σημεία της Ένστασης των Εναγόντων - Καθ' ων η Αίτηση αμφισβητείται η εν λόγω δήλωση και τονίζεται η παράλειψη του ενόρκως δηλούντα Παύλου Βασιλείου να υποδείξει το πρόσωπο προς το οποίο έγινε αυτή η δήλωση. Εντούτοις οι Εναγόμενοι - Αιτητές δεν ζήτησαν να παρουσιάσουν συμπληρωματική Ένορκη ώστε να αποκαλύψουν το εν λόγω πρόσωπο, ήτοι την πηγή της γνώσης του ομνύοντα και να δώσουν έτσι την ευκαιρία στους Ενάγοντες - Αιτητές να προβούν σε διαβήματα. Στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Βασίλη Χαραλάμπους και Άλλων,
(2010)1 Α.Α.Δ. 829 λέχθηκε ότι: «Δεν μπορεί να λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κάτι που ένας ενόρκως δηλών έχει πληροφορηθεί χωρίς να αναφέρει με ποίον τρόπο το πληροφορήθηκε, ούτε και κάτι που ο ομνύων εκφέρει ως άποψη ή πεποίθηση, χωρίς να διευκρινίζει πού την βασίζει. Γενικά η Αίτηση των Εναγομένων - Αιτητών στηρίζεται σε πιθανολόγηση και όχι μαρτυρία που καταδεικνύει με θετικό τρόπο την οικονομική αδυναμία της Ενάγουσας. Δεν έχουν λοιπόν, οι Εναγόμενοι - Αιτητές αποσείσει το βάρος απόδειξης που είχαν σε σχέση με αυτό το ζήτημα. Επομένως η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί συνεπεία τούτου και παρέλκει η εξέταση των λοιπών θεμάτων που αφορούν την δύναμη της υπόθεσης των Εναγόντων και το ύψος του ποσού της ασφάλειας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπερ της Ενάγουσας - Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον των Εναγομένων - Αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Είναι πληρωτέα στο τέλος της Αγωγής. ...................................................... Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο