← Κύπρος

ΔΟΜΙΚΑ ΥΛΙΚΑ ΛΗΔΡΑ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Χ.Π.Θ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ & LOIZOS IORDANOU CONSTRUCTIONS LIMITED J.V. κ.α., Αρ. Αγωγής: 3015/1

ΔΟΜΙΚΑ ΥΛΙΚΑ ΛΗΔΡΑ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Χ.Π.Θ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ & LOIZOS IORDANOU CONSTRUCTIONS LIMITED J.V. κ.α., Αρ. Αγωγής: 3015/15, 16/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A297 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Θεοκλήτου, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3015/15 Μεταξύ: ΔΟΜΙΚΑ ΥΛΙΚΑ ΛΗΔΡΑ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγόντων και

  1. ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Χ.Π.Θ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ & LOIZOS IORDANOU CONSTRUCTIONS LIMITED J.V.
  2. ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Χ.Π.Θ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ
  3. LOIZOS IORDANOU CONSTRUCTIONS LIMITED Εναγομένων Ημερομηνία: 16 Μαΐου, 2016 Για αιτητές-ενάγοντες: κος Σέργης Χατζησέργης για Ανδρέας Χατζησέργης Δ.Ε.Π.Ε. Για καθ' ων η αίτηση - εναγόμενους 2: κος Μάριος Κυριακίδης για Μάριο Ι. Κυριακίδη Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτηση ημερ. 7.7.2015 για προσωρινά διατάγματα) Εισαγωγή Στις 24.6.2015 οι ενάγοντες καταχώρησαν επί ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος αγωγή με την οποία ζητούν από τους εναγόμενους 1, 2 και 3 αλληλέγγυα και/ή προσωπικά το ποσό των €70.116,80 ως οφειλόμενο υπόλοιπο για πώληση και παράδοση έτοιμου σκυροδέματος και/ή ως ποσό οφειλόμενο δυνάμει τιμολογίων και/ή δελτίων παραλαβής και/ή δελτίων αποστολής και/ή καταστάσεως λογαριασμού και/ή παραδεδεγμένου λογαριασμού, πλέον τόκο και έξοδα. Στις 7.7.2015 καταχωρήθηκε από τους ενάγοντες μονομερής αίτηση για προσωρινά διατάγματα εναντίον των εναγομένων 2 και
  4. Το Δικαστήριο διέταξε την επίδοση της αίτησης για τους λόγους που φαίνονται στο πρακτικό ημερομηνίας 13.7.
  5. Στις 10.9.2015 οι εναγόμενοι 3, συγκατατέθηκαν στην έκδοση του προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος που οι ενάγοντες ζήτησαν με την αίτηση ημερ. 7.7.2015, με αποτέλεσμα να εκδοθεί διάταγμα δεσμεύον δύο ακίνητα συνολικής αγοραίας αξίας €2.077.400 σε τιμές 1.1.2013 συν το μισό μερίδιο ακινήτου αγοραίας αξίας €437.800 σε τιμές 1.1.
  6. Στο βαθμό στον οποίο η υπό κρίση αίτηση αφορά τους εναγόμενους 2, ζητούνται με αυτήν τα ακόλουθα: «Οι ως άνω Ενάγοντες - Αιτητές, εξαιτούνται παρά του Σεβαστού Δικαστηρίου: Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, σύμφωνα με το οποίο να εμποδίζονται και/ή να απαγορεύεται στους Εναγόμενους - Καθ' ων η αίτηση αρ.2, προσωπικά και/ή μέσω των εκπροσώπων τους και/ή των αντιπροσώπων τους και/ή των υπηρετών τους και/ή μέσω οποιουδήποτε άλλου προσώπου που ενεργεί γι' αυτούς, από του να πωλήσουν, μεταβιβάσουν, εγγράψουν, υποθηκεύσουν, δωρίσουν, επιβαρύνουν και/ή καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν την ακίνητη ιδιοκτησία, η οποία βρίσκεται επ' ονόματι τους, με τα ακόλουθα Κτηματολογικά Στοιχεία, μέχρι εκδικάσεως και πλήρους αποπερατώσεως και/ή εκδόσεως Απόφασης στην παρούσα Αγωγή, ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Κτηματολογικά Στοιχεία, ακίνητης ιδιοκτησίας των Εναγομένων αρ.2: (α) Αρ. Εγγραφής 10/546, Γεωγραφική Περιοχή/Τοποθεσία Λευκωσία, Δήμος Τσερίου, Πλυμαντά, Τμήμα 10, Φ/Σχ.30/45Ε2, Τεμάχιο 481, Ακίνητο Χωράφι, Μερίδιο 1/1, εκτιμημένη αγοραία αξία 1/1/2013, €76,200.- (β) Αρ. Εγγραφής 10/673, Γεωγραφική Περιοχή/Τοποθεσία Λευκωσία, Δήμος Τσερίου, Πλυμαντά, Τμήμα 10, Φ/Σχ.30/45Ε2, Τεμάχιο 599, Ακίνητο Χωράφι, Μερίδιο 1/1, εκτιμημένη αγοραία αξία 1/1/2013, €73,000.- (γ) Αρ. Εγγραφής 0/13856, Γεωγραφική Περιοχή/Τοποθεσία Λευκωσία, Αγία Βαρβάρα, Καφκάλλα του Τσιφλικουδιού, Τμήμα 0, Φ/Σχ.30/54, Τεμάχιο 786, Ακίνητο Χωράφι, Μερίδιο ½, εκτιμημένη αγοραία αξία 1/1/2013, €60,200.- Β. ... Γ. Οποιανδήποτε άλλη διαταγή ή περαιτέρω θεραπεία, την οποία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει εύλογον και δικαίαν υπό τις περιστάσεις. Δ. Έξοδα της παρούσης Αίτησης, πλέον Φ.Π.Α.» Η αίτηση βασίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 7 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/60, άρθρο 32, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.1, 2 και 3, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα γεγονότα πάνω στα οποία βασίζεται η αίτηση φαίνονται στην ένορκη δήλωση του κ. Γιώργου Φυλακτού, διευθυντή των εναγόντων-αιτητών. Ο κ. Φυλακτού, υιοθέτησε και επιβεβαίωσε ως ορθό και αληθινό το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης. Επισύναψε ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη του δήλωση, την προσφορά ημερομηνίας 28.3.2011 των αιτητών προς τους εναγόμενους 1 (στο εξής «ο Συνεταιρισμός») στη βάση της οποίας καταρτίστηκε η συμφωνία συνεργασίας μεταξύ των για την προμήθεια έτοιμου σκυροδέματος από τους αιτητές προς τους εναγόμενους. Ως Τεκμήριο 2 επισύναψε Κατάσταση Λογαριασμού των εναγομένων, η οποία κατά ή περί την 6.5.2015, παρουσιάζει ως χρεωστικό υπόλοιπο το ποσό των €70.116,80, και ως Τεκμήριο 3 παρουσίασε τρεις επιβεβαιώσεις υπογραμμένες εκ μέρους του Συνεταιρισμού όσον αφορά την ορθότητα του οφειλόμενου υπολοίπου προς τους αιτητές κατά τις ημερομηνίες 21.11.2013, 26.11.2014 και 8.1.
  7. Ως Τεκμήρια 4 και 5 επισύναψε Πιστοποιητικά Έρευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας, αναφορικά με τα εγγεγραμμένα ακίνητα επ' ονόματι των εναγομένων 2 και 3, αντίστοιχα, των οποίων ζητείται η δέσμευση, στα οποία φαίνονται οι επιβαρύνσεις επί των ακινήτων, αλλά και οι εκτιμημένες αγοραίες αξίες κατά την 1.1.
  8. Ο κ. Φυλακτού ανέφερε επίσης ότι ο Ομόρρυθμος Συνεταιρισμός, συνέταιροι στον οποίο είναι οι εναγόμενοι 2 και 3 δημιουργήθηκε βασικά για τη διεξαγωγή του έργου που αφορούσε το αποχετευτικό σύστημα της Πάφου (στο εξής «το Έργο»). Ανέφερε ότι εξ όσων πληροφορείται από τους εναγόμενους, προέκυψαν διαφορές μεταξύ του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Πάφου («Σ.Α.ΠΑ.») και του Συνεταιρισμού, οι οποίες οδήγησαν σε διάφορες δικαστικές και/ή διαιτητικές διαδικασίες που βρίσκονται σε εκκρεμότητα. Ανέφερε επίσης ότι όπως πληροφορείται από τον κ. Αλέξανδρο Ιορδάνους, διευθυντή των εναγομένων 2, ο Συνεταιρισμός άρχισε να αποξενώνει κινητή περιουσία που είχε χρησιμοποιηθεί για το Έργο, και ότι υπάρχουν διαφορές μεταξύ των συνεταίρων, κάτι που αποδεικνύεται, λέγει, από την αγωγή αρ. 6213/10 στην οποία εκδόθηκε ενδιάμεση απόφαση σε αίτηση για προσωρινά διατάγματα στις 15.4.2011 αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει ως Τεκμήριο
  9. Λόγω των εν λόγω διαφορών, αλλά και λόγω της ολοκλήρωσης της δραστηριότητας του Συνεταιρισμού υπάρχει, λέγει ο κ. Φυλακτού, άμεσος κίνδυνος διάλυσης του Συνεταιρισμού. Περαιτέρω ανέφερε ότι επανειλημμένως απαίτησαν από τους εναγόμενους 1, 2 και 3 την εξόφληση του οφειλόμενου χρέους, οι οποίοι παρόλο που δεν το αρνούνται, αλλά αντίθετα το επιβεβαιώνουν εγγράφως, προφασίζονται ότι δεν υπάρχουν λεφτά. Είπε επίσης ότι όταν ο κ. Άντρος Φυλακτού, που είναι ο αδελφός του και μέτοχος και υπάλληλος των αιτητών, επικοινώνησε με τους εναγόμενους αναφέροντας τους ότι ήδη οι αιτητές κατέβαλαν τον ΦΠΑ, η απάντηση τους ήταν «προχωράτε νομικά, για να μπορέσετε να ικανοποιήσετε την απαίτηση σας». Αναφέρει επίσης ότι ο κ. Άντρος Φυλακτού, πληροφορήθηκε από τον κ. Αλέξανδρο Ιορδάνους, διευθυντή των εναγομένων 3 ότι και οι δύο συνεταίροι, προσπαθούν να πωλήσουν ακίνητη περιουσία τους, για να αποπληρώσουν τα χρέη τους, τα οποία είναι πάρα πολλά. Αυτό, λέγει επιβεβαιώνεται και από τις επιβαρύνσεις που έχουν όλα ανεξαίρετα τα ακίνητα, που είναι εγγεγραμμένα επ' ονόματι των εναγομένων 2 και 3, εκ των οποίων τα πλείστα είναι σε τραπεζικά ιδρύματα. Ο κ. Φυλακτού καταλήγει ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στην παρούσα αγωγή καθώς και ορατή προοπτική και/ή πιθανότητα οι αιτητές να δικαιούνται σε θεραπείες. Λέγει επίσης ότι αν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε ζημιά στους εναγόμενους 2 και 3 η οποία θα είναι δύσκολο και/ή αδύνατο να αποκατασταθεί σε μελλοντικό στάδιο, επισημαίνοντας ότι η ακίνητη ιδιοκτησία είναι υποθηκευμένη. Εάν οι εναγόμενοι 2 και 3 δεν εμποδιστούν από του να αποξενώσουν την ακίνητη ιδιοκτησία τους, υπάρχει, λέγει, μεγάλη πιθανότητα να μην καταστεί δυνατό να ικανοποιηθεί πλήρως η απαίτηση των αιτητών, σε περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε εκδώσει απόφαση υπέρ των. Οι καθ' ων η αίτηση - εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση, προβάλλοντας τους εξής λόγους ένστασης: «
  10. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του αρ.32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 Ν. 14/60ώστε να δικαιολογείται η έκδοση των ζητούμενων διαταγμάτων, εναντίον Εναγομένων 1 και
  11. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει εναντίον της έκδοσης των ζητούμενων διαταγμάτων εναντίον των Εναγομένων 1 και
  12. Δεν υπάρχει συμβατική σχέση μεταξύ Εναγομένων 1 και 2 αφ' ενός και Εναγόντων ώστε να υπάρχει νόμιμη απαίτηση εναντίον τους η οποία να είναι εύλογο και δίκαιο να εξασφαλιστεί με την έκδοση των ζητούμενων διαταγμάτων εναντίον των Εναγομένων 1 και
  13. Το όνομα των Εναγομένων 1 στην Αγωγή είναι διαφορετικό από το όνομα των αγοραστών στα τιμολόγια, την κατάσταση λογαριασμού και στις επιβεβαιώσεις χρέους.
  14. Οι αγορές, παραλαβές και χρήσεις σκυροδέματος, έγιναν από τους Εναγόμενους 3, οι οποίοι πληρώθηκαν για την κατασκευή του Έργου.» Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.Θ. 1-9, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/60, άρθρα 31 και 32, στον περί Ομορρύθμων και Ετερορρύθμων Συνεταιρισμών και Εμπορικών Επωνυμιών Νόμο, Κεφ. 116, άρθρα 8, 10, 11, στον περί Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων Νόμο, Ν.29(Ι)/2001, άρθρα 35

(1)και
(2), 44 και 45, καθώς και στη συμφυή και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων η ένσταση στηρίζεται φαίνονται στην ένορκη δήλωση του κ. Χαράλαμπου Αλεξάνδρου, διευθυντή του Συνεταιρισμού και των εναγομένων
  1. Ο κ. Αλεξάνδρου, στη μακροσκελή ένορκη δήλωση του, αρνείται και απορρίπτει τόσο το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης όσο και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση των αιτητών. Σε σχέση με το Συνεταιρισμό, ο κ. Αλεξάνδρου αναφέρεται στην αίτηση που υποβλήθηκε για την εγγραφή του ημερομηνίας 6.5.2008, στον τύπο Ο/Ε 1, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει ως Τεκμήριο
  2. Το Τεκμήριο 1 περιέχει, ως αναφέρει, μέρος της συμφωνίας συνεταιρισμού μεταξύ των εναγομένων 2 και 3 και προβλέπει ότι η εναγομένη 2, δια του διευθυντή της Χαράλαμπου Αλεξάνδρου, διαχειρίζεται τα της ομορρύθμου εταιρείας, τη διευθύνει και υπογράφει γι' αυτήν μετά του ονόματος της από μόνος του. Ο κ. Αλεξάνδρου αναφέρθηκε επίσης στη συμφωνία με τίτλο Joint Venture Agreement ημερομηνίας 3.3.2008 με την οποία συμφωνήθηκε η σύμπραξη των εναγομένων 2 και 3 προς υποβολή προσφοράς για την εκτέλεση του Έργου και στους όρους αυτής, την οποία επισύναψε ως Τεκμήριο 2, καθώς και στη συμφωνία με τίτλο Memorandum of Understanding, ίδιας ημερομηνίας, και στους όρους αυτής, την οποία επισύναψε ως Τεκμήριο
  3. Ως Τεκμήριο 4 επισύναψε το Πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών ημερομηνίας 2.12.
  4. Ανέφερε επίσης ότι ο Συνεταιρισμός δεν είναι εργολάβος ούτε μπορεί να εκτελέσει κατασκευαστικά έργα διότι δεν είναι εγγεγραμμένος κατά τις πρόνοιες του περί Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων Νόμου του 2001, Ν. 29(Ι)/
  5. Αναφέρθηκε στη συνέχεια στις ενέργειες των εναγομένων 3 που έγιναν κατά παράβαση της συμφωνίας συνεταιρισμού, οι οποίοι προχώρησαν μόνοι τους στην εκτέλεση του Έργου με ανάθεση υπεργολαβιών και εργασιών σε τρίτους, αγορά μηχανημάτων και υλικών και με εργοδότηση προσωπικού για το Συνεταιρισμό. Οι εναγόμενοι 2 αποκλείστηκαν, λέγει ο κ. Αλεξάνδρου, από την εκτέλεση του Έργου από τις αρχές του
  6. Επικαλείται προς τούτο και την απόφαση ημερ. 15.4.2011 του Ε.Δ. Λευκωσίας στα πλαίσια της αγωγής αρ. 6213/2010 στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι «ήδη το Έργο συνεχίζεται μόνο από τον ένα από τους δύο εταίρους της Κοινοπραξίας ...». Οι εναγόμενοι 2 με σχετική δημοσίευση στην εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος» ημερομηνίας 8.6.2010 (Τεκμήριο 5) γνωστοποίησαν σε κάθε ενδιαφερόμενο ότι ο Χαράλαμπος Αλεξάνδρου για την Εργοληπτική Εταιρεία Χ.Π.Θ Αλεξάνδρου Λτδ, είναι εξουσιοδοτημένος να διαχειρίζεται, διευθύνει το Συνεταιρισμό και υπογράφει γι' αυτόν από μόνος του, παραθέτοντας το Πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών. Ανάλογη δημοσίευση είχε γίνει και στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ημερομηνίας 8.4.2009, σύμφωνα με τις πρόνοιες του σχετικού Νόμου (Τεκμήριο 6). Λέγει επίσης ότι ακόμη και αν οι αιτητές δεν είχαν υπόψη τους την πιο πάνω δημοσίευση, μπορούσαν και όφειλαν να είχαν πληροφορηθεί σχετικά, μέσω έρευνας στο Γραφείο του Εφόρου Εταιρειών. Ο κ. Αλεξάνδρου αναφέρει ότι ούτε ο Συνεταιρισμός, ούτε οι εναγόμενοι 2 συμβλήθηκαν ποτέ με τους αιτητές για την αγορά σκυροδέματος, ούτε γνωρίζουν οτιδήποτε για τα τιμολόγια, τις καταστάσεις λογαριασμού, τις βεβαιώσεις οφειλής υπολοίπου και τα υπόλοιπα που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του κ. Φυλακτού. Μετά την παύση της εκτέλεσης του Έργου από τους εναγόμενους 2 στις αρχές του 2010, όλες οι εργασίες και συναλλαγές για το αποχετευτικό, γίνονταν από τους εναγομένους 3 δια του διευθυντή τους, ανεξάρτητα από το Συνεταιρισμό και τους εναγόμενους
  7. Συγκεκριμένα, αρνείται ότι είτε ο Συνεταιρισμός είτε οι εναγόμενοι 2 έλαβαν γνώση της προσφοράς των αιτητών, η οποία, ούτως ή άλλως, απευθύνεται στον κ. Αντρέα Ιορδάνους, ο οποίος δεν έχει σχέση με τους εναγόμενους 1 και
  8. Εξάλλου, λέγει, η προσφορά απευθύνεται προς Loizos Iordanous Constructions Ltd & X.P.C. Alexandrou Ltd J.V, ενώ το όνομα του Συνεταιρισμού είναι Εργοληπτική Εταιρεία Χ.Π.Θ. Αλεξάνδρου Λίμιτεδ & Loizos Iordanous Constructions Ltd J.V. Ούτε η κατάσταση λογαριασμού γνωστοποιήθηκε είτε στο Συνεταιρισμό είτε στους εναγόμενους 2, ούτε έγινε παραδεκτό το υπόλοιπο της από αυτούς. Λέγει επίσης ότι οι πληρωμές που φαίνονται στην εν λόγω κατάσταση λογαριασμού πρέπει να έγιναν από τους εναγόμενους 3 διότι αυτοί εκτέλεσαν το έργο, αυτοί έδωσαν τις παραγγελίες και αυτοί παραλάμβαναν και χρησιμοποιούσαν το σκυρόδεμα. Τα τιμολόγια επίσης δεν εκδόθηκαν επί του ορθού ονόματος του Συνεταιρισμού, ούτε και έγιναν αποδεκτά είτε από το Συνεταιρισμό είτε τους εναγόμενους 2 και είναι άγνωστο, λέγει, ποιος τα υπέγραψε σαν αγοραστής. Επίσης, οι τρεις επιβεβαιώσεις χρέους υπογράφονται από άγνωστα πρόσωπα. Περαιτέρω, αρνείται ότι υπήρξε οποιαδήποτε επικοινωνία με τον κ. Γιώργο Φυλακτού. Ο κ. Αλεξάνδρου ανέφερε επίσης ότι η επίδοση της αγωγής στο Συνεταιρισμό είναι παράτυπη, όπως παράτυπο είναι και το Σημείωμα Εμφάνισης που καταχωρήθηκε εκ μέρους του Συνεταιρισμού από τη δικηγορική εταιρεία Chrysses Demetriades & Co LLC κατόπιν εξουσιοδότησης που δόθηκε από τον κ. Λοΐζο Ιορδάνους με σφραγίδα του Συνεταιρισμού. Παρενθετικά σημειώνω στο σημείο αυτό ότι στις 29.7.2015 καταχωρήθηκε αίτηση από τους εναγόμενους 1 και 2, εκπροσωπούμενους από τη δικηγορική εταιρεία Μάριος Ι. Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. με την οποία ζητείται διάταγμα που να διατάσσει τον παραμερισμό του Σημειώματος Εμφάνισης ημερ. 20.7.2015 ως προς τον εναγόμενο 1 - συνεταιρισμό, και διάταγμα που να διατάσσει τον παραμερισμό της επίδοσης ημερ. 17.7.2015 του κλητηρίου εντάλματος στον εναγόμενο 1 - συνεταιρισμό. Η αίτηση αυτή εξακολουθεί να εκκρεμεί. Αναφέρθηκε επίσης στην ποινική υπόθεση αρ. 41426/11 του Ε.Δ. Λευκωσίας, η οποία ακολούθησε καταγγελίας του κ. Λοΐζου Ιορδάνους για πλαστογραφία του Εντύπου Ο/Ε 1 στην οποία κατηγορούμενοι ήταν οι εναγόμενοι 2, ο κ. Χαράλαμπος Αλεξάνδρου και ο κ. Μάριος Αλεξάνδρου, στα πλαίσια της οποίας οι τρεις κατηγορούμενοι αθωώθηκαν και απαλλάχθηκαν. Ο κ. Αλεξάνδρου αρνήθηκε επίσης τον ισχυρισμό ότι το Έργο έχει σταματήσει λόγω διαφορών μεταξύ του Σ.Α.ΠΑ. και του Συνεταιρισμού, και αρνήθηκε την ύπαρξη διαιτητικής διαδικασίας μεταξύ των δύο. Από τις αρχές του 2010 οι εναγόμενοι 3 συνέχισαν τις εργασίες και πληρώνονταν κατ' ευθείαν από το Σ.Α.ΠΑ. Εξηγεί επίσης ότι, η αγωγή αρ. 30/13 στο Ε.Δ. Πάφου που στρέφεται εναντίον και του Σ.Α.ΠΑ. αφορά στη διεκδίκηση αποζημιώσεων από τους εναγόμενους 2 για παραβίαση των συμφωνιών συνεταιρισμού και εκτέλεσης του Έργου και όχι διεκδικήσεις για διαφορές στην εκτέλεση του Έργου. Αρνείται επίσης τον ισχυρισμό ότι ο κ. Αλέξανδρος Ιορδάνους, είναι διευθυντής είτε των εναγομένων 2 είτε των εναγομένων 3, καθώς και τις προερχόμενες από αυτόν πληροφορίες ότι ο Συνεταιρισμός προσπαθεί να πωλήσει τα μηχανήματα του και ότι οι εναγόμενοι 2 προσπαθούν να πωλήσουν ακίνητη περιουσία τους για να αποπληρώσουν χρέη. Περαιτέρω, ο κ. Αλεξάνδρου παραδέχεται ότι υπάρχουν διαφορές μεταξύ των συνεταίρων, αλλά δεν υπάρχει, λέγει, κίνδυνος διάλυσης του Συνεταιρισμού. Αναφέρει επίσης ότι η αγωγή αρ. 6213/10 αποσύρθηκε για να καταχωρηθεί η αγωγή αρ. 30/13, ανωτέρω. Καταλήγει ότι δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, και, συνεπώς, ούτε πιθανότητα επιτυχίας. Περαιτέρω, λέγει, δεν θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το ζητούμενο διάταγμα, αφού οι ενάγοντες δεν έχουν θεμελιώσει αφερεγγυότητα του Συνεταιρισμού και των εναγομένων 2, η δε επιβάρυνση των κτημάτων των εναγομένων 2 δεν εξυπακούεται αφερεγγυότητα. Ούτε και θα ήταν εύλογο και δίκαιο, λέγει, να εκδοθεί το ζητούμενο διάταγμα, αφού οι εναγόμενοι 3 εκτέλεσαν το Έργο και εισέπραξαν από το Σ.Α.ΠΑ. στο όνομα τους τα χρήματα που φαίνεται να οφείλουν στους αιτητές. Η ακροαματική διαδικασία Παρόλο που στην ένσταση αναφέρεται ότι αυτή καταχωρήθηκε από τους εναγόμενους 1 και 2, διευκρινίστηκε κατά την ακροαματική διαδικασία ότι η υπό κρίση αίτηση στρέφεται μόνο εναντίον των εναγομένων
  9. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και κατά την ακροαματική διαδικασία, οι συνήγοροι των δύο πλευρών κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των θέσεων τους. Όλα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο μερών ανέφεραν λαμβάνονται υπόψη και αναφορά στις θέσεις που προβλήθηκαν θα γίνει στα πλαίσια αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, κατωτέρω, και στο βαθμό που χρειάζεται. Νομική πτυχή Η αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/
  10. Το εν λόγω άρθρο παρέχει στο Δικαστήριο ευρείες εξουσίες έκδοσης παρεμπίπτοντων διαταγμάτων, εφόσον ικανοποιούνται οι σχετικές προϋποθέσεις. Κλασσική επί των προϋποθέσεων που το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου θέτει για την έκδοση προσωρινού διατάγματος είναι η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557, 568. Οι προϋποθέσεις αυτές, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν, είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη ορατής πιθανότητας/προπτικής ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.[1] Η πρώτη προϋπόθεση έχει να κάνει με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης του ενάγοντα και έχει ερμηνευθεί ότι ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης (arguable case) στη βάση των δικογράφων. Η δεύτερη προϋπόθεση έχει να κάνει με τη «δύναμη» της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Ως έχει νομολογηθεί, η «πιθανότητα» στην οποία γίνεται αναφορά, αναφέρεται σε κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το επίπεδο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις.[2] Η τρίτη προϋπόθεση έχει να κάνει με την επάρκεια των αποζημιώσεων ως θεραπεία για τον ενάγοντα με βάση τα περιστατικά της υπόθεσης. Το κριτήριο ικανοποιείται όταν ο ενάγοντας δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Από την άλλη, έστω και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των αποζημιώσεων δεν δικαιολογεί την έκδοση προσωρινού διατάγματος.[3] Πρέπει βεβαίως να λεχθεί ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά και ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη.[4] Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των συμφερόντων του αιτητή.[5] Σε περίπτωση που και οι τρεις προϋποθέσεις ικανοποιούνται, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στο επόμενο στάδιο και θα σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ή να το διατηρήσει.[6] Στα πλαίσια αυτά θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η δυσχέρεια που θα προκληθεί στους διαδίκους, από την ύπαρξη ή όχι των διαταγμάτων αντιστοίχως. Το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience) ή των αναγκών της δικαιοσύνης[7] αναφέρεται στο καθήκον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει αν φανεί ότι η ενδιάμεση απόφαση του είναι εσφαλμένη και να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας.[8] Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε για το «balance of convenience» από τον May LJ στην υπόθεση Cayne v. Global Natural Resources plc [1984] 1 ALL ER 225, σελ. 237 «the balance that one is seeking to make is more fundamental, more weighty, than mere 'convenience'. I think it is quite clear . that although the phrase may be substantially less elegant, 'the balance of the risk of doing an injustice' better describes the process involved». Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι διάφοροι, και δεν μπορεί να προκαθοριστούν, εξαρτώνται δε κάθε φορά από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης.[9] Εκεί δε όπου οι άλλοι παράγοντες φαίνονται να είναι ισοζυγισμένοι, το Δικαστήριο συνήθως θα λάβει τα μέτρα εκείνα που σκοπό έχουν τη διατήρηση του status quo ante bellum.[10] Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του.[11] Το Δικαστήριο εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα, αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης.[12] Δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του Δικαστηρίου σ' αυτό το αρχικό στάδιο της διαδικασίας να προσπαθήσει να επιλύσει αντικρουόμενη μαρτυρία στις ένορκες δηλώσεις σε σχέση με τα γεγονότα επί των οποίων οι αξιώσεις των μερών εδράζονται, ούτε και να αποφασίσει δύσκολα νομικά σημεία τα οποία χρειάζονται λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση, καθότι τα ζητήματα αυτά πρέπει να αφήνεται να εξετάζονται στη δίκη.[13] Το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την τεθείσα μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων αλλά προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα.[14] Βέβαια κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υπέδειξε και η Odysseos ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 C.L.R. 557, 569, αλλά σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο, δεν θα προβεί στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο σε τελεσίδικη κρίση επί των ζητημάτων αυτών. Το Δικαστήριο θα περιοριστεί στη διαπίστωση της παρουσίας ή της απουσίας οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηνε έκδηλα ανικανοποίητα τα τρία κριτήρια.[15] Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται, γίνονται για τους σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της.[16] Η αίτηση βασίζεται επίσης στα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Το άρθρο 4 του Κεφ. 6, επιτρέπει την έκδοση των ειδικών διαταγμάτων που προβλέπει σε σχέση με περιουσία που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής.[17] Δεδομένου ότι τα ακίνητα των οποίων ζητείται η δέσμευση δεν αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής, θεωρώ ότι το άρθρο 4 του Κεφ. 6, δεν μπορεί να έχει εφαρμογή στην υπό κρίση αίτηση. Το άρθρο 5 του Κεφ. 6 εφαρμόζεται σε περιπτώσεις αγωγών που αφορούν χρέος ή αποζημίωση. Όπως είναι, δηλαδή, και η παρούσα. Σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)του Κεφ. 6, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τον εναγόμενο να μην αποξενώσει τόση από την ακίνητη ιδιοκτησία η οποία είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του, όση κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου θα ήταν αρκετή για να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα μαζί με τα έξοδα της αγωγής. Τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να εκδοθεί διάταγμα στη βάση του άρθρου 5
(1)εκτίθενται στο εδάφιο
(2)του ίδιου άρθρου και είναι τα εξής: (α) Ο ενάγων να έχει καλή βάση αγωγής. (β) Με την πώληση ή μεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τρίτο πρόσωπο να είναι πιθανό ο ενάγοντας να εμποδισθεί στην ικανοποίηση απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ο όρος «καλή βάση αγωγής» στο άρθρο 5 του Κεφ. 6 έχει την ίδια έννοια με τον όρο «σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» στο άρθρο 32
(1)του Νόμου 14/60. Και στις δύο περιπτώσεις επιβάλλεται η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης (arguable case) ως προϋπόθεση για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος.[18] Στην υπόθεση Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, το Δικαστήριο, αναφερόμενο στην προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6 για ύπαρξη «καλής αιτίας αγωγής», επισήμανε, στη σελ. 258, τα εξής: «Εγείρεται για εξέταση η έννοια της προϋπόθεσης για την ύπαρξη "καλής αιτίας αγωγής". Δεν εντοπίσαμε οποιαδήποτε ερμηνεία στη νομολογία. Είναι πάντως σαφές από τον επιθετικό προσδιορισμό ότι η αιτία αγωγής πρέπει να διακρίνεται από την ποιότητα της. Το ότι διατυπώνεται αιτία αγωγής δεν είναι από μόνο του αρκετό. Η αιτία αγωγής πρέπει να είναι καλή με την έννοια ότι, από άποψης ποιότητας, συγκεντρώνει πιθανότητα επιτυχίας. Αυτή η ποιότητα, μόνο από μαρτυρία μπορεί να διαγνωσθεί. Πρόκειται λοιπόν για προϋπόθεση όμοια με την αντίστοιχη στην επιφύλαξη του Άρθρου 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960.» Όσον αφορά το δεύτερο κριτήριο του άρθρου 5 του Κεφ. 6, έχει νομολογηθεί ότι αυτό αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 όπως αυτή ερμηνεύθηκε σε σχέση με παρεμπίπτοντα διατάγματα αυτής της φύσης. Δηλαδή τη δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο.[19] Σύμφωνα με τη νομολογία, στην εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 5 του Κεφ. 6 δεν είναι αναγκαίο να αποδειχθεί πραγματική πρόθεση αποξένωσης ή επιβάρυνσης της περιουσίας του εναγομένου.[20] Ούτε το γεγονός ότι ακίνητο είναι υποθηκευμένο αποκλείει τον κίνδυνο αποξένωσης.[21] Στην υπόθεση Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.α ν. Benfleet Enterprises Ltd κ.α
(2006)1 Α.Α.Δ. 281, αναφέρθηκαν σχετικώς τα εξής στη σελ. 285: «Όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Limited v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λίμιτεδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785, εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η τυχόν αποξένωση ή επιβάρυνση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί ή όπως αναφέρεται στην υπόθεση Τσιολάκκη κ.α. ν. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782, 785, εκείνο που απαιτείται είναι "η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος"». Βέβαια πρέπει να επισημανθεί ότι το γεγονός ότι δεν είναι απαραίτητο να αποδειχθεί πρόθεση αποξένωσης ενός περιουσιακού στοιχείου, δεν έχει την έννοια πως η θεραπεία μπορεί να δοθεί σχεδόν δικαιωματικά, εκ του γεγονότος δηλαδή και μόνο ότι εκκρεμεί η αγωγή στη βάση της οποία ο ενάγοντας διεκδικεί την έκδοση απόφασης προς όφελος του. Ως το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε στις υποθέσεις Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd
(2005)1(B) ΑΑΔ 1237, 1245 και Marketrents (Capital Market) Ltd v. Γεωργίου
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1759, 1760-1761, η εξουσία του Δικαστηρίου για δέσμευση περιουσιακών στοιχείων που δεν αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής «δικαιολογείται κατ' εξαίρεση και ασκείται με φειδώ» και «όχι ως μέτρο γενικής εξασφάλισης ενάγοντα που βρίσκεται αντιμέτωπος με τη μη πληρωμή χρέους». Το ζήτημα είναι πραγματικό και θα πρέπει να αποφασίζεται στη βάση του συνόλου των περιστατικών που περιβάλλουν την εκάστοτε υπό συζήτηση περίπτωση. Τέλος, από το λεκτικό του άρθρου 5 του Κεφ. 6 εξάγεται το συμπέρασμα ότι η ακίνητη περιουσία της οποίας επιζητείται η δέσμευση δεν πρέπει να είναι δυσανάλογη με το ύψος της απαίτησης και τα έξοδα. Θα πρέπει ο ενάγοντας να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία σε σχέση με το ακίνητο του οποίου ζητεί τη δέσμευση και την κατά προσέγγιση αξία του, ώστε να συσχετισθεί με το ύψος της απαίτησης του ενάγοντα στην αγωγή. Αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων Έχοντας κατά νου τις άνω αρχές, θα προχωρήσω στην εξέταση της υπό κρίση αίτησης. Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, ήτοι την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, σημειώνω τα εξής. Η αξίωση των αιτητών παρατέθηκε στην αρχή της παρούσας απόφασης. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης οι εναγόμενοι 1 κατά πάντα ουσιώδη χρόνο για την αγωγή ήταν και είναι ομόρρυθμη εταιρεία (συνεταιρισμός), νομίμως εγγεγραμμένη δυνάμει του περί Ομορρύθμων και Ετερορρύθμων Εταιρειών και Εμπορικών Επωνυμιών Νόμου, Κεφ. 116, με ομόρρυθμους συνεταίρους τις εναγόμενες εταιρείες 2 και
  1. Οι εναγόμενοι 2 και 3 ενάγονται και υπό την προσωπική τους ιδιότητα ως υπεύθυνοι από κοινού για όλες τις υποχρεώσεις του συνεταιρισμού συμφώνως των προνοιών του Κεφ.
  2. Ως αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης ο συνεταιρισμός βασικά έγινε για εκτέλεση του αποχετευτικού έργου της Πάφου και προς τούτο υπεγράφη συμφωνία μεταξύ του Σ.Α.ΠΑ. και του Συνεταιρισμού. Είναι η θέση των εναγόντων ότι περί την 28.3.2011 υπεβλήθη προσφορά από μέρους τους προς το Συνεταιρισμό, στη βάση της οποίας επήλθε προφορική συμφωνία περί τις αρχές Απριλίου του 2011, στην Πάφο, για πώληση και/ή προμήθεια έτοιμου σκυροδέματος από τους ενάγοντες προς το Συνεταιρισμό. Αμέσως μετά και συγκεκριμένα περί την 9.4.2011, οι ενάγοντες άρχισαν να πωλούν και/ή να προμηθεύουν τους εναγόμενους με έτοιμο σκυρόδεμα, το οποίο οι εναγόμενοι χρησιμοποιούσαν για τις ανάγκες του Έργου. Προς τούτο, οι ενάγοντες εξέδιδαν τιμολόγια και/ή δελτία παραλαβής και/ή δελτία αποστολής προς τους εναγόμενους, τα οποία οι εναγόμενοι αποδέχονταν και υπέγραφαν, και τα οποία υπόσχονταν να πληρώσουν εντός 30 ημερών από την έκδοση τους, ως η συμφωνία. Οι ενάγοντες τηρούσαν επίσης κατάσταση λογαριασμού των εναγομένων ανά έτος, η οποία περί την 6.5.2015 παρουσίαζε ως χρεωστικό υπόλοιπο το αξιούμενο με την αγωγή ποσό. Το τελευταίο τιμολόγιο που εξέδωσαν οι ενάγοντες προς τους εναγόμενους ήταν ημερομηνίας 24.10.2012 και η τελευταία πληρωμή έγινε στις 19.11.
  3. Οι ενάγοντες απαίτησαν επανειλημμένες φορές την εξόφληση του χρέους των εναγομένων, αλλά οι εναγόμενοι, παρόλο που δεν αρνούντο το χρέος τους, και αντίθετα παραδέχθηκαν αυτό εγγράφως (έγγραφα ημερομηνίας 21.11.2013, 26.11.2014 και 8.1.2015), ισχυρίζονταν ότι δεν έχουν χρήματα. Υπό το φως των ως άνω δικογραφημένων θέσεων των αιτητών, κρίνω ότι αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση που αφορά σε υπόλοιπο οφειλόμενο δυνάμει συμφωνίας για πώληση και παράδοση έτοιμου σκυροδέματος από τους ενάγοντες προς τους εναγόμενους 1, και, συνεπώς, η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου πληρούται. Για την εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, η προσοχή θα πρέπει να στραφεί στην προσκομισθείσα μαρτυρία. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, επαναλαμβάνω ότι είναι αρκετό οι αιτητές να πείσουν το Δικαστήριο ότι έχουν κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας, η δε ικανοποίηση του εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται στο στάδιο αυτό από τις ένορκες δηλώσεις. Συνοψίζοντας τις θέσεις των δύο πλευρών, σημειώνω τα εξής. Σύμφωνα με τους αιτητές, στις 28.3.2011 υπέβαλαν προσφορά προς το Συνεταιρισμό (Τεκμήριο 1), στη βάση της οποίας καταρτίστηκε συμφωνία συνεργασίας μεταξύ των και του Συνεταιρισμού στις αρχές Απριλίου του 2011, για προμήθεια έτοιμου σκυροδέματος από τους αιτητές προς το Συνεταιρισμό. Σε σχέση με τη συμφωνία αυτή, οι αιτητές τηρούσαν κατάσταση λογαριασμού η οποία περί την 6.5.2015 παρουσίαζε υπόλοιπο ύψους €70.116,80 (Τεκμήριο 2). Στην εν λόγω κατάσταση λογαριασμού φαίνονται οι αριθμοί τιμολογίων και οι πληρωμές που έγιναν κατά καιρούς. Στις 21.11.2013, 26.11.2014 και 8.1.2015 οι αιτητές ζήτησαν την επιβεβαίωση του οφειλόμενου υπολοίπου από το Συνεταιρισμό, κάτι που έγινε (Τεκμήριο 3). Με την αγωγή ενάγονται τόσο ο Συνεταιρισμός (εναγόμενοι 1), όσο και οι δύο ομόρρυθμοι συνεταίροι του, ήτοι οι εναγόμενοι 2 και 3, ως υπεύθυνοι από κοινού για όλες τις υποχρεώσεις του Συνεταιρισμού σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 12 του περί Ομορρύθμων και Ετερορρύθμων Συνεταιρισμών και Εμπορικών Επωνυμιών Νόμο, Κεφ.
  4. Σύμφωνα με τους καθ' ων η αίτηση 2 η αγωγή εναντίον του Συνεταιρισμού, ηγέρθη βάσει τιμολογίων και κατάστασης λογαριασμού που φέρουν διαφορετικό όνομα συνεταιρισμού. Λόγω διαφορών που προέκυψαν μεταξύ των συνεταίρων, οι καθ' ων η αίτηση 2 έπαυσαν να εκτελούν το Έργο από τις αρχές του
  5. Οι πληρωμές έναντι των αγορών σκυροδέματος δεν έγιναν από το Συνεταιρισμό ή από τους καθ' ων η αίτηση 2, αλλά από τους εναγόμενους 3, το ίδιο και οι παραλαβές σκυροδέματος. Εξουσία και δικαίωμα δέσμευσης του Συνεταιρισμού για την αγορά σκυροδέματος είχαν μόνο οι καθ' ων η αίτηση 2, κάτι που προκύπτει τόσο από την αίτηση για εγγραφή συνεταιρισμού που υποβλήθηκε στον Έφορο Εταιρειών, όσο και από το Πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών (Τεκμήρια 1 και 4). Στις 8.6.2010 δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος» ανακοίνωση με την οποία το κοινό πληροφορείτο ότι ο κ. Χαράλαμπος Αλεξάνδρου ήταν το άτομο που είχε δικαίωμα να διαχειρίζεται το συνεταιρισμό, διευθύνει και υπογράφει για αυτόν (Τεκμήριο 5). Συνεπώς, είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση 2, ότι δεν υπάρχει συμβατική σχέση μεταξύ των εναγόντων και του Συνεταιρισμού και των καθ' ων η αίτηση 2 για την αγορά σκυροδέματος. Επαναλαμβάνω ότι στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο ούτε χρειάζεται αλλά ούτε και πρέπει να καταλήξει σε οποιοδήποτε εύρημα ως προς τα συγκρουόμενα πραγματικά και νομικά σημεία που εγείρουν οι δύο πλευρές, αλλά απλώς να διαπιστώσει ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 ικανοποιούνται. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά εκεί όπου επιτρέπεται η διαπίστωση ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Είναι δε αρκετό οι αιτητές, προς στοιχειοθέτηση της σχετικής προϋπόθεσης, να παραθέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας η οποία θα χρειασθεί με σκοπό μόνο να δικαιολογηθεί η έκδοση του ζητούμενου παρεμπίπτοντος διατάγματος.[22] Είναι η κρίση μου, ότι τα όσα έχει επικαλεστεί η πλευρά των αιτητών στην ένορκη δήλωση που έγινε προς υποστήριξη της παρούσας αιτήσεως, με το περιορισμένο βάρος που έχουν για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Συγκεκριμένα, οι αιτητές επικαλούνται την ύπαρξη συμφωνίας με το Συνεταιρισμό, στη βάση της οποίας προμήθευαν το Συνεταιρισμό με έτοιμο σκυρόδεμα, διατηρώντας προς τούτο σχετική κατάσταση λογαριασμού, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτουν, η οποία περί την 6.5.2015 παρουσίαζε υπόλοιπο ύψους €70.116,
  6. Το ότι το ποσό αυτό εξακολουθεί να οφείλεται προς τους αιτητές, δεν αμφισβητείται ουσιαστικά από τους καθ' ων η αίτηση 2, αφού αυτό που κατ' ουσίαν αμφισβητούν είναι αν ο Συνεταιρισμός δεσμεύεται από τη γενόμενη συμφωνία, και κατ' επέκταση, αν οι καθ' ων η αίτηση 2 ευθύνονται ως ομόρρυθμος συνέταιρος, ή αν το ποσό αυτό οφείλεται μόνο από τους εναγόμενους
  7. Ούτε και προκύπτει από την ένορκη δήλωση του κ. Αλεξάνδρου θετικός ισχυρισμός περί του ότι οι αιτητές γνώριζαν για τις λεπτομέρειες των συμφωνιών μεταξύ των συνεταίρων ή για τις διαφορές που προέκυψαν μεταξύ τους, αφού αυτό που αναφέρει είναι ότι ακόμα και αν οι αιτητές δεν είχαν υπόψη τους τις δημοσιεύσεις, μπορούσαν και όφειλαν να προβούν σε σχετική έρευνα στο γραφείο του Εφόρου Εταιρειών (παρ. 18 της ένορκης του δήλωσης). Οι καθ' ων η αίτηση 2 πράγματι εγείρουν με την ένσταση τους αριθμό ζητημάτων. Το γεγονός ότι το όνομα του Συνεταιρισμού ως αυτό εμφαίνεται στα Τεκμήρια 1,[23] 2,[24] και 3[25] της ένορκης δήλωσης του κ. Φυλακτού που συνοδεύει την αίτηση δεν είναι ακριβώς το ίδιο με το όνομα του Συνεταιρισμού ως αυτό εμφαίνεται στο Πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών, Τεκμήριο 4[26] στην ένορκη δήλωση του κ. Αλεξάνδρου που συνοδεύει την ένσταση, το γεγονός ότι οι καθ' ων η αίτηση 2 από τις αρχές του 2010 έπαυσαν να λαμβάνουν μέρος στην εκτέλεση του Έργου (χωρίς να έχουν αποχωρήσει από το Συνεταιρισμό), η σημασία της γνωστοποίησης στην εφημερίδα «ο Φιλελεύθερος» στις 8.6.2010, η έρευνα στην οποία πρόσωπο που προτίθεται να συναλλαχθεί με συνεταιρισμό οφείλει να διενεργήσει, καθώς και το περιεχόμενο και η ορθή ερμηνεία των εγγράφων που επισυνάφθηκαν ως Τεκμήρια 1, 2 και 3 στην ένορκη δήλωση του κ. Αλεξάνδρου (σημειώνω ότι στα τελευταία δύο έγγραφα οι εναγόμενοι 3 κατονομάζονται ως ο «Lead Partner (Partner in Charge)» και «Leading partner»), και, κατ΄ επέκταση το κατά πόσο η σύμβαση έγινε μεταξύ του Συνεταιρισμού και των αιτητών (ως οι αιτητές διατείνονται) ή μεταξύ των αιτητών και των εναγομένων 3 (ως η θέση των καθ' ων η αίτηση 2), είναι θέματα που σίγουρα θα απασχολήσουν το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Το ίδιο και η ορθή ερμηνεία του άρθρου 8 του Κεφ. 116, στη βάση της επί του θέματος νομολογίας και θεωρίας,[27] το οποίο ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ' ων η αίτηση 2 επικαλείται. Το παρόν, όμως, στάδιο στο οποίο η σχετική μαρτυρία είναι ασυμπλήρωτη, δεν προσφέρεται για την επίλυση δύσκολων πραγματικών ή νομικών ζητημάτων τα οποία χρειάζονται λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση, τα οποία πρέπει να εξετάζονται στην κυρίως δίκη.[28] Τυχόν εξέταση των θεμάτων που οι καθ' ων η αίτηση 2 εγείρουν θα ισοδυναμούσε, κατά την κρίση μου, με εξέταση της ουσίας της αγωγής, και διατύπωση κρίσης ως προς την ύπαρξη των ουσιαστικών δικαιωμάτων των αιτητών, ενώ εκείνο που χρειάζεται στο στάδιο τούτο είναι μόνο σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης τους, κάτι για το οποίο, με βάση τα όσα οι αιτητές έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, θεωρώ ότι έχουν ικανοποιήσει. Για τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  8. Στη βάση δε των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω, κρίνω ότι πληρείται και η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6, ήτοι η κατάδειξη καλής βάσης αγωγής, υπό το φως της νομολογίας που αναφέρθηκε στα πλαίσια ανάλυσης της «νομικής πτυχής», ανωτέρω. Αναφορικά, τώρα με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60, οι δύο πλευρές επικαλέστηκαν τα εξής. Ο κ. Γ. Φυλακτού ανέφερε ότι, όπως πληροφορείται από τον κ. Αλέξανδρο Ιορδάνους, διευθυντή των εναγομένων 2, ο Συνεταιρισμός άρχισε να αποξενώνει κινητή περιουσία που είχε χρησιμοποιηθεί για το Έργο, και υπάρχουν διαφορές μεταξύ των συνεταίρων. Λόγω των εν λόγω διαφορών, αλλά και λόγω της ολοκλήρωσης της δραστηριότητας του Συνεταιρισμού (που ήταν η διεξαγωγή του Έργου) υπάρχει, λέγει, άμεσος κίνδυνος διάλυσης του Συνεταιρισμού. Ανέφερε επίσης ότι επανειλημμένως απαίτησαν από τους εναγόμενους την εξόφληση του οφειλόμενου χρέους, χωρίς αποτέλεσμα, προφασιζόμενοι ότι δεν υπάρχουν λεφτά. Είπε επίσης, ότι ο αδελφός του, Άντρος Φυλακτού, πληροφορήθηκε από τον κ. Αλέξανδρο Ιορδάνους, διευθυντή των εναγομένων 3, ότι και οι δύο συνεταίροι, προσπαθούν να πωλήσουν ακίνητη περιουσία τους, για να αποπληρώσουν τα χρέη τους, τα οποία είναι πάρα πολλά. Αυτό, λέγει επιβεβαιώνεται και από τις επιβαρύνσεις που έχουν όλα ανεξαίρετα τα ακίνητα, που είναι εγγεγραμμένα επ' ονόματι των εναγομένων 2 και 3, εκ των οποίων τα πλείστα είναι σε Τραπεζικά Ιδρύματα (Τεκμήρια 4 και 5). Στον αντίποδα, ο κ. Αλεξάνδρου παραδέχεται ότι υπάρχουν διαφορές μεταξύ των συνεταίρων, αλλά δεν υπάρχει, λέγει, κίνδυνος διάλυσης του Συνεταιρισμού. Αρνείται ότι υπήρξε οποιαδήποτε επικοινωνία με τον κ. Γιώργο Φυλακτού, και λέγει επίσης ότι ο κ. Αλέξανδρος Ιορδάνους, δεν είναι διευθυντής των εναγομένων 2 και ότι δεν λέγει την αλήθεια όταν αναφέρεται σε προσπάθεια πώλησης των μηχανημάτων του Συνεταιρισμού. Αρνείται επίσης τον ισχυρισμό ότι ο κ. Αλέξανδρος Ιορδάνους, είναι διευθυντής των εναγομένων 3, και λέγει ότι ψευδώς έχει πληροφορήσει τον αδελφό του ομνύσαντα για τους αιτητές ότι οι εναγόμενοι 2 προσπαθούν να πωλήσουν ακίνητη περιουσία τους για να αποπληρώσουν χρέη. Περαιτέρω, λέγει, δεν θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αν δεν εκδοθεί το ζητούμενο διάταγμα, αφού οι ενάγοντες δεν έχουν θεμελιώσει αφερεγγυότητα του Συνεταιρισμού και των εναγομένων 2, η δε επιβάρυνση των κτημάτων των εναγομένων 2 δεν εξυπακούει αφερεγγυότητα. Από το ενώπιον μου υλικό δεν έχω ικανοποιηθεί ότι έχει αποδειχθεί η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 ότι, δηλαδή, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Με τον ίδιο τρόπο δεν έχει αποδειχθεί και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ.
  9. Και εξηγώ. Κατ' αρχάς δεν αμφισβητείται ότι η καταβολή αποζημιώσεων θα συνιστούσε ικανοποιητική θεραπεία για τους αιτητές, αφού με την αγωγή ζητείται συγκεκριμένο ποσό (€70.116,80 πλέον τόκοι). Αυτό που οι αιτητές ισχυρίζονται είναι ότι, για τους λόγους που αναφέρουν, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να μην ικανοποιηθεί πλήρως η απόφαση που ενδεχομένως θα εκδοθεί υπέρ τους, εάν οι εναγόμενοι 2 δεν εμποδιστούν από του να αποξενώσουν την ακίνητη ιδιοκτησία της οποίας επιζητείται η δέσμευση. Ως έχει νομολογηθεί, απαιτείται «στερεά, θετική μαρτυρία» και «απτά στοιχεία» για την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος.[29] Η παρούσα αίτηση είναι ενδιάμεση, και ισχύει σε σχέση με αυτήν η Δ.39 Θ.2,[30] επιτρέπεται, συνεπώς, η συμπερίληψη σε αυτήν δηλώσεων που γίνονται στη βάση πληροφοριών που λαμβάνει ο ομνύων, φτάνει να αποκαλύπτεται στην ένορκη δήλωση η πηγή της πληροφόρησης. Στην προκειμένη περίπτωση, σημαντικό μέρος των πληροφοριών των αιτητών σε σχέση με την οικονομική κατάσταση των εναγομένων 2 αναφέρεται ότι προέρχεται από κάποιο κ. Αλέξανδρο Ιορδάνους. Ο κ. Αλέξανδρος Ιορδάνους περιγράφεται στην ένορκη δήλωση του κ. Φυλακτού, τόσο ως διευθυντής των εναγομένων 2, όσο και ως διευθυντής των εναγομένων 3 (παρ. 10 και 13 της ένορκης δήλωσης του κ. Φυλακτού). Ο κ. Αλεξάνδρου, στη δική του ένορκη δήλωση, αρνήθηκε ότι ο κ. Αλέξανδρος Ιορδάνους είναι διευθυντής είτε των εναγομένων 2 είτε των εναγομένων 3 (παρ. 42 και 44 της ένορκης δήλωσης του κ. Αλεξάνδρου). Παρά την ως άνω άρνηση, οι αιτητές δεν επιδίωξαν την προσκόμιση περαιτέρω μαρτυρίας προς διευκρίνιση ή/και υποστήριξη των ισχυρισμών τους, οι οποίοι συναρτώνται άμεσα με την ικανοποίηση των εξεταζόμενων προϋποθέσεων. Τούτο διότι ο κ. Αλέξανδρος Ιορδάνους είναι το πρόσωπο που, κατά τους αιτητές, ενημέρωσε τον κ. Γιώργο Φυλακτού ότι ο Συνεταιρισμός άρχισε να αποξενώνει την κινητή περιουσία του, και το πρόσωπο που ενημέρωσε τον αδελφό του κ. Γ. Φυλακτού ότι και οι δύο συνέταιροι προσπαθούν να πωλήσουν ακίνητη ιδιοκτησία τους για να αποπληρώσουν τα χρέη τους, τα οποία είναι πάρα πολλά. Δεδομένου ότι το βάρος απόδειξης της πλήρωσης των προϋποθέσεων προς έκδοση του αιτούμενου διατάγματος βαρύνει τους αιτητές, θεωρώ ότι μετά την ένορκη τοποθέτηση του κ. Αλεξάνδρου, ότι ο κ. Αλέξανδρος Ιορδάνους δεν είναι διευθυντής των εναγομένων 2 ή 3, και ότι ο κ. Αλέξανδρος Ιορδάνους ψευδώς έχει πληροφορήσει τον αδελφό του ομνύσαντα για τους αιτητές ότι οι εναγόμενοι 2 προσπαθούν να πωλήσουν την ακίνητη περιουσία τους για να αποπληρώσουν τα πάρα πολλά χρέη τους, οι αιτητές όφειλαν να προσκομίσουν μαρτυρία με την οποία να διευκρινίζεται εν τέλει ποιος είναι ο κ. Αλέξανδρος Ιορδάνους ο οποίος έδωσε αυτή την πληροφορία στον αδελφό του ομνύσαντα για τους αιτητές, διευκρίνιση η οποία θα είχε τη σημασία της υπό το φως και των σχέσεων μεταξύ των συνεταίρων ως αυτές αναδύονται μέσα από την ένορκη δήλωση του κ. Αλεξάνδρου. Περαιτέρω, ο κ. Φυλακτού ανέφερε ότι επανειλημμένως απαιτήθηκε από τους εναγόμενους 1, 2 και 3 η εξόφληση του οφειλόμενου χρέους, οι οποίοι, όμως, προφασίζονται ότι δεν υπάρχουν λεφτά. Η δήλωση του κ. Φυλακτού είναι ασαφής καθώς δεν αναφέρει με ποιο συγκεκριμένο πρόσωπο επικοινώνησε εκ μέρους των εναγομένων 2, το οποίο προφασίστηκε ότι δεν υπάρχουν λεφτά. Ο κ. Αλεξάνδρου, στη δική του ένορκη δήλωση αρνείται την ανάμειξη των εναγομένων 2 με το Έργο από τις αρχές του 2010 και αρνείται ότι οι εναγόμενοι 2 είχαν οποιαδήποτε επικοινωνία με τον κ. Γιώργο Φυλακτού, αναφέροντας ότι γνώση για τα έγγραφα που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του κ. Φυλακτού έλαβε με την επίδοση της παρούσας αίτησης. Των πιο πάνω δοθέντων, κρίνω ότι από την ενώπιον μου μαρτυρία δεν έχει καταδειχθεί ότι χωρίς τη δέσμευση των ακινήτων η απόφαση που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ των αιτητών πιθανό να παραμείνει ανικανοποίητη. Περαιτέρω, το γεγονός ότι τα δύο από τα τρία ακίνητα που οι καθ' ων η αίτηση 2 έχουν στην επαρχία Λευκωσίας είναι επιβαρυμένα με υποθήκη προς όφελος τραπεζικού ιδρύματος, και το γεγονός ότι και τα τρία ακίνητα είναι επιβαρυμένα με ένα μέμο του Τμήματος Φορολογίας, δεν αρκεί, από μόνο του για να καταδείξει την αφερεγγυότητα των εναγομένων 2, ο δε ισχυρισμός ότι οι εναγόμενοι 2 προσπαθούν να πωλήσουν ακίνητη ιδιοκτησία για να αποπληρώσουν τα χρέη τους που είναι πάρα πολλά, αντικρούστηκε από τους εναγόμενους 2 ως ανωτέρω αναφέρθηκε, ομοίως δε αντικρούστηκε ο ισχυρισμός περί προβολής, ως δικαιολογίας για τη μη πληρωμή των αιτητών, του ισχυρισμού ότι δεν υπάρχουν λεφτά. Οι ενάγοντες ουδεμία άλλη μαρτυρία έχουν προσκομίσει αναφορικά με την οικονομική κατάσταση των εναγομένων 2, ενώ οι ίδιοι, ως φέροντες το βάρος απόδειξης, όφειλαν να δώσουν επαρκείς λεπτομέρειες ή άλλα στοιχεία με τα οποία να καταδεικνύεται ότι σε περίπτωση μη δέσμευσης των ακινήτων των εναγομένων 2, πιθανό να εμποδιστούν στην ικανοποίηση απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ τους, λόγω αδυναμίας των εναγομένων 2 να ανταποκριθούν και να ικανοποιήσουν αυτήν. Όμως, από το ενώπιον μου τεθέν υλικό, προκύπτει ότι οι ενάγοντες απέτυχαν στην υποχρέωση τους αυτή. Κρίνω, συνεπώς, ότι οι αιτητές έχουν αποτύχει να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ.
  10. Κατάληξη Υπό το φως όλων των ανωτέρω, είναι η κρίση μου ότι η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Συνεπώς η αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βρίσκω λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων 2 - καθ' ων η αίτηση 2 και εναντίον των εναγόντων - αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .............. Μ. Θεοκλήτου, Προσ. Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] «(a) A serious question arises to be tried at the hearing, (b) There appears to be "a probability" that plaintiff is entitled to relief and, lastly, (c) unless it shall be difficult or impossible to do complete justice at a later stage without granting an interlocutory injunction.». [2] Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557, 569. [3] Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν. Θεωρή
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 255, 259. [4] Κυρίσαββα κ.α. ν. Κύζη
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1245, 1253. [5] M & CH Mitsingas Trading Ltd v. The Timberland Co
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1791, 1799. [6] Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557, 570, Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788, Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν. Θεωρή
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 255, 258, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Χατζηβασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152, 154. [7] Βλ. Avila Management Services Ltd κ.α. ν. Frantisek Stepanek κ.α.
(2012)1(Β) ΑΑΔ 1403, 1424. [8] Bacardi Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788, 795. [9] Όπως αναφέρεται στην American Cyanamid v. Ethicon [1975] AC 396 στη σελ. 408 από το Λόρδο Diplock: «It would be unwise to attempt even to list all various matters which may need to be taken into consideration in deciding where the balance lies, let alone to suggest the relative weight to be attached to them.». [10] Βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 2015, όπου το Δικαστήριο υιοθέτησε αποσπάσματα από το σύγγραμμα Copinger and Skone James on Copyright, 12η έκδοση, παρ. 624 και 625. [11] T.A. Micrologic Computer Cosnultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 ΑΑΔ 1802. [12] Επίσημος Παραλήπτης ν. Nicantony Trading Co Ltd
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1653, 1659. [13] Βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 2015, όπου το Δικαστήριο υιοθέτησε αποσπάσματα από το σύγγραμμα Copinger and Skone James on Copyright, 12η έκδοση, παρ. 620. [14] Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799. [15] Φαέθων Μιχαηλίδης v. Παπακυριακού
(2004)1 ΑΑΔ 209, 215 - 216. [16] Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(A) ΑΑΔ 225, 236, Πολ. Εφ. Ε71/2013, Melouskia Commercial Ltd κ.α. ν. Chumachenko Alica κ.α., ημερ. 30.9.2014. [17] Cyprus Plantations Ltd v. Olivier & Co (Cyprus) Ltd 16 CLR 122 και Compania Portuguessa De Transporters Maritime of Lisbon v. Sponsalia Shipping Co Ltd
(1987)1 CLR 11, 16. [18] Τσιολάκκη κ.α. ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 782, 785. [19] C. Phasarias (Automotive Centre) Limited v. Σκυροποιία «ΛΕΩΝΙΚ» Λίμιτεδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785, 789, Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.ά. ν. Benfleet Enterprises Ltd κ.ά
(2006)1 Α.Α.Δ. 280, 285. [20] Larticon co v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1121, 1128. [21] Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd
(2005)1(B) ΑΑΔ 1237, 1245. [22] GEO M. Hadjikyriacos Co Ltd and others v. United Biscuits UK Ltd
(1979)1 C.L.R. 689,
  1. [23] Loizos Iordanous Construction Ltd & X.P.C. Alexandrou Ltd JV. [24] Loizos Iordanous Cons Ltd & X.P.C. Alexandro. [25] Loizos Iordanous Cons Ltd & X.P.C. Alexandrou Ltd. [26] Εργοληπτική Εταιρεία Χ.Π.Θ. Αλεξάνδρου Λίμιτεδ & Loizos Iordanous Constructions Ltd J.V. [27] Lindley on The Law of Partnership, 14, έκδοση, 1979, Κεφάλαιο
  2. [28] Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 2015, 2040 - 2041, Φετοκάκης ν. Λ. Χριστοφή κ.α.
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 800, 804-805. [29] Larticon co v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1121, 1128. [30] Fashion Box S.R.L. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1 A.A.Δ 1858. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.