ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΒΡΑΑΜΙΔΗΣ ν. ΣΠΥΡΟΣ ΑΡΟΤΗΣ - ΕΛΕΝΑ ΑΡΟΤΑ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ, Αρ. Αγωγής: 41/15, 11/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A291 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 41/15 Μεταξύ: ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΒΡΑΑΜΙΔΗΣ Ενάγων και ΣΠΥΡΟΣ ΑΡΟΤΗΣ - ΕΛΕΝΑ ΑΡΟΤΑ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Εναγομένων Αίτηση για τροποποίηση της υπεράσπισης 11 Μαΐου 2016 Για τον ενάγοντα: κα Ζαχαριάδου Για τους εναγόμενους: κος Αγγελίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η επίδικη αίτηση προωθείται από τους εναγόμενους και με αυτή ζητείται τροποποίηση της υπεράσπισης. Το ακριβές λεκτικό του αιτούμενου διατάγματος έχει ως ακολούθως· «
- Διάταγμα με το οποίο να αριθμείται ως υποστοιχείο (Α) η υφιστάμενη/ ήδη καταγεγραμμένη προδικαστική ένσταση στην παράγραφο 2, όπως καταγράφεται στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ημερ. 04/02/
- Διάταγμα με το οποίο να προστεθούν/ακολουθήσουν ως υποστοιχεία (Β) και (Γ) στην παράγραφο 2 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, τα εξής: «(Β) Η παρούσα αγωγή δεν μπορεί και/ή κωλύεται να προχωρήσει και/ή δεν υφίσταται και/ή παράνομα εγέρθηκε και καταχωρήθηκε λόγω του ότι ο συνεταιρισμός υπό την ονομασία Πολύκαρπος Δ. Πετρίδης & Σία είναι παράνομα εγγεγραμμένος και/ή προσφέρει παράνομα υπηρεσίες εφόσον ο κ. Πολύκαρπος Δ. Πετρίδης δεν είναι εγγεγραμμένος δικηγόρος στο Μητρώο των δικηγόρων που ασκούν το επάγγελμα, ενώ μέχρι και τις 07/08/15 ήταν εγγεγραμμένος συνέταιρος στον συνεταιρισμό Πολύκαρπος Δ. Πετρίδης & Σία. Ως εκ τούτου η καταχώρηση της παρούσας αγωγής από συνεταιρισμό δικηγόρων ο οποίος περιλαμβάνει ως συνέταιρο μη αδειούχο δικηγόρο πάσχει και είναι παράνομη. Εφόσον το ένα (κ. Πολύκαρπος Πετρίδης) από τα τρία μέλη του συνεταιρισμού (κ. Πολύκαρπος Πετρίδης, κ. Άδωνις Πετρίδης και κ. Άγις Πετρίδης) δεν ήταν δικηγόρος (ο κ. Πολύκαρπος Πετρίδης) και συνεπώς δεν είχε δικαίωμα να ασκήσει δικηγορία όπως ορίζει ο περί Δικηγόρων Νόμος, η παρούσα αγωγή και/ή ο σκοπός της είναι άκυρη/ος από τη βάση της και ευθύς εξ αρχής. Ο παρών συνεταιρισμός που παρέχει υπηρεσίες εμπεριέχουσες το στοιχείο της άσκησης δικηγορίας (σύμφωνα με τον περί Δικηγόρων Νόμο) θα πρέπει να αποτελείται από αδειούχους δικηγόρους ανεξάρτητα με το ποιος από τους αδειούχους αυτούς δικηγόρους (συνεταίρους) θα παρέχει τις υπηρεσίες προς τους πελάτες. Εφόσον η συμφωνία δεν ήταν για την παροχή υπηρεσιών από τον κ. Άδωνι Πετρίδη ή τον κ. Άγι Πετρίδη μόνο αλλά το συνεταιρισμό, κατά συνέπεια, η παροχή υπηρεσιών από αμφότερους τους συνεταίρους έρχεται σε αντίθεση με τις πρόνοιες του άρθρου 2
(1)του περί Δικηγόρων Νόμου.» «(Γ) Με την καταχώριση της αίτησης διαγραφής και την συνοδευτική ένορκη δήλωση ημερ. 04/08/15 και την επίδοση της, οι δικηγόροι του Ενάγοντα πήγαν στις 07/08/15 στον Έφορο Εταιρειών και καταχώρησαν αλλαγή στα στοιχεία του συνεταιρισμού. Στις 04/11/15 ύστερα από ηλεκτρονική έρευνα στον Έφορο Εταιρειών προέκυψε έγγραφο στο οποίο καταγράφεται ότι στις 07/08/15 έγιναν αλλαγές στα στοιχεία του συνεταιρισμού. Αν, δηλαδή, κάποιος έκανε έλεγχο στον Έφορο Εταιρειών μέχρι τις 07/08/15 θα διαπίστωνε ότι ο κ. Πολύκαρπος Πετρίδης ήταν συνέταιρος παρά το γεγονός ότι αυτός είχε παύσει να ανανεώνει την άδεια του από το 2004, χρονολογία την οποία οι δικηγόροι του γραφείου του κ. Πετρίδη κατέγραψαν, ετεροχρονισμένα, στην αίτηση/ κοινοποίηση αλλαγών 11 (έντεκα) χρόνια μετά. Δηλαδή, χωρίς να είναι εγγεγραμμένος δικηγόρος, ο κ. Πολύκαρπος Πετρίδης παρουσιαζόταν στα αρχεία του Εφόρου ως συνέταιρος στο δικηγορικό γραφείο Πολύκαρπος Δ. Πετρίδης & Σία.» «(Δ) Η παρούσα αγωγή δεν μπορεί και/ή κωλύεται να προχωρήσει και/ή δεν υφίσταται και/ή παρανόμως εγέρθηκε και καταχωρήθηκε, λόγω του ότι οι δικηγόροι που αποτελούν σύμφωνα με το επιστολόχαρτο του Δικηγορικού Γραφείου Πολύκαρπος Δ. Πετρίδης & Σία - κ. Πολύκαρπος Πετρίδης, κ. Άδωνις Πετρίδης και κ. Άγις Πετρίδης - δεν ήταν εγγεγραμμένοι δικηγόροι και/ή δεν είχαν ανανεώσει την άδεια άσκησης του επαγγέλματος κατά την περίοδο έγερσης της παρούσας αγωγής, δηλαδή στις 09/01/
- Συνεπώς, ο συνεταιρισμός δεν αποτελείτο κατά την περίοδο έγερσης της αγωγής από δικηγόρους που είχαν το δικαίωμα άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος και ως εκ τούτου είναι άκυρη και/ή null».
- Διάταγμα με το οποίο να προστίθεται το εξής, ως νέο υποστοιχείο (Γ) και με το οποίο να τροποποιούνται, κατά συνέπεια, αλφαβητικά τα υφιστάμενα/ήδη καταγεγραμμένα επακόλουθα της Ανταπαίτησης: «(Γ) €10,000 ως απωλεσθέν ποσό δυνάμει απώλειας πελατών και/ή αποτυχίας προσφοράς υπηρεσιών εγκαίρως και/ή αποτελεσματικά λόγω της παραβίασης της συμφωνίας του Ενάγοντα και/ή της εξαπάτησης των Εναγομένων από τον Ενάγοντα και/ή μη έγκαιρης ενημέρωσης και/ή μη επίδοσης»
- Τροποποίηση της κλίμακας της παρούσας αγωγής από €2,000-€10,000 σε €10,000-€50,000.» Η αίτηση των εναγομένων εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς και συγκεκριμένα στη Δ.25 κκ1-4 και Δ.48 κκ1, 2 και 8, καθώς επίσης στη συμφυή εξουσία του δικαστηρίου. Τα πραγματικά γεγονότα στα οποία εδράζεται η αίτηση αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που την πλαισιώνει, την οποία ομνύει η Έλενα Αρότη. Όπως θα διαφανεί και στη συνέχεια δεν εξυπηρετεί σύνοψη όσων αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει είτε την αίτηση είτε την ένσταση. Υποδεικνύω μόνο ότι η πλευρά του ενάγοντα αντιτίθεται στο αίτημα, εξ ου και καταχώρισε ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Επιπλέον, αντιπαραβολή των δύο ενόρκων δηλώσεων, δηλαδή της δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση με τη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, αποκαλύπτει ότι τα μέρη αντιλαμβάνονται και εκτιμούν με διαφορετικό τρόπο τα γεγονότα που περιβάλλουν το αίτημα. Αυτό εν τούτοις δεν κωλύει την πάρα πέρα διεργασία. Όπως θα φανεί πιο κάτω, το πραγματικό πλαίσιο που διέπει το αίτημα δεν προκύπτει από εξωγενή μαρτυρία, αλλά από τη διαδικασία που προηγήθηκε. Ως εκ τούτου το δικαστήριο είναι σε εξίσου καλή θέση να διαπιστώσει τούτα τα γεγονότα, διερχόμενο και μελετώντας το περιεχόμενο του φακέλου (βλ. Lord Jeans Ltd v. Orbit-Kazoulis Ltd
(2003)1Β Α.Α.Δ. 808, 814 με αναφορά στη Δ.48 κκ1, 2 και 3 και Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1938, 1943). Είναι εδώ κατάλληλο στάδιο να συνοψίσω τα γεγονότα που προκύπτουν από το περιεχόμενο του φακέλου. Η αγωγή καταχωρίστηκε την 09.01.
- Η δε αξίωση τούτης δεν υπερβαίνει τις €10.
- Η σημασία της κλίμακας έγκειται στο ότι η εκδίκαση της επίδικης αγωγής διέπεται από τις διατάξεις των νέων θεσμών, εν προκειμένω των νέων διαταγών 25 και
- Είναι για αυτό το λόγο που άμα την επίδοση της αγωγής η όλη διαδικασία προχώρησε με γοργούς ρυθμούς. Την 27.01.2015 καταχωρίστηκε σημείωμα εμφανίσεως και ακολούθησε καταχώριση υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Η τελευταία καταχωρίστηκε την 04.02.2015, ενώ η υπεράσπιση στην ανταπαίτηση και η απάντηση στην υπεράσπιση ακολούθησε την 10.02.
- Σε σύντομο χρόνο, εν προκειμένω τη 19.02.2015, ο ενάγων εξέδωσε τη νενομισμένη κλήση για οδηγίες. Ας σημειωθεί ότι μόνο ο ενάγων προέβη σε τούτη την ενέργεια, δηλαδή έκδοση κλήσης. Η σχετική κλήση ορίστηκε τη 02.04.
- Και κάπου εκεί άρχισαν να παρεμβάλλουν αιτήματα, εκτροχιάζοντας σε κάποιο βαθμό τη νενομισμένη διαδικασία. Δεν εξυπηρετεί παράθεση του συνόλου των ημερομηνιών που ακολούθησαν, υποδεικνύεται μόνο ότι από αυτό το σημείο και εντεύθεν υποβλήθηκαν σωρεία αιτημάτων, κάποια εκ των οποίων αποφασίστηκαν και άλλα αποσύρθηκαν. Προστίθεται εδώ ότι η πλευρά των εναγομένων όχι μόνο δεν προέβη σε έκδοση κλήσης για οδηγίες δια την ανταπαίτηση που προωθούσε, αλλά ούτε καταχώρισε το προβλεπόμενο παράρτημα. Σε μία προσπάθεια αναστροφής των επιπτώσεων αυτής της παράλειψης οι εναγόμενοι προώθησαν αίτηση για παράταση του χρόνου καταχώρισης παραρτήματος. Περιπλέον, προώθησαν και αίτηση τροποποίησης. Εν τέλει, την 07.07.2015 οι εναγόμενοι απέσυραν και τις δύο αιτήσεις, δηλαδή την αίτηση για παράταση χρόνου καταχώρισης παραρτήματος και την αίτηση για τροποποίηση, ενώ παράλληλα απορρίφθηκε και η ανταπαίτηση, ως επίπτωση της μη έκδοσης κλήσης για οδηγίες και παράλειψης καταχώρισης παραρτήματος. Καίτοι στη συνέχεια προωθήθηκε αίτηση για διαγραφή (strike out) και/ή απόρριψη της αγωγής, εν τέλει και αυτή είχε την ίδια τύχη με τις προηγούμενες, δηλαδή απεσύρθη. Η επίδικη αίτηση καταχωρίστηκε την 16.12.
- Όλα τα πιο πάνω είναι όσα προκύπτουν από το περιεχόμενο του φακέλου του δικαστηρίου και ως εκ τούτου καθίστανται ευρήματα του δικαστηρίου. Είναι η θέση των εναγομένων ότι η νέα Δ.25 δεν επέφερε οιανδήποτε διαφοροποίηση. Αντιπαραβάλλοντας τη Δ.25 κ.1
(2)και
(3)με την παλαιά Δ.25 κ.1, καταλήγουν ότι· «Προφανώς, η νομολογία που προϋπήρχε των τροποποιήσεων της Διάταξης 25 δεν έχει αλλάξει το σκεπτικό των Δικαστηρίων και της Δικαιοσύνης, δηλαδή την εξυπηρέτηση του θεσμού και της έννοιας της Δικαιοσύνης». Επιπλέον, επικαλούνται τα αναφερόμενα στη νέα Δ.30 κ.1(γ) ώστε να υποδείξουν πως στην προκείμενη περίπτωση ο ενάγων και το πρωτοκολλητείο δεν ακολούθησαν τη νενομισμένη διαδικασία, συνεπώς, υποστηρίζουν, δεν ισχύουν οι αιτιάσεις του ενάγοντα δια καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας. Ωσαύτως οι εναγόμενοι επικαλούνται όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Green Mar. Navigarion Ltd
(1989)1 Α.Α.Δ. 33, καθώς και τη νομολογία που την υιοθέτησε. Αντίθετη είναι η θέση του ενάγοντα που θέλει τη νέα Δ.25 να διαφέρει από την προηγούμενη. Κριτήριο δια να εγκριθεί αίτημα τροποποίησης είναι, υποστηρίζει ο ενάγων, απόδειξη εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους ή νέων δεδομένων που δεν ήταν υπαρκτά κατά τη λήψη οδηγιών για έγερση της αγωγής. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι στη δοσμένη περίπτωση δεν ισχύει κάτι τέτοιο και γι' αυτό το λόγο η αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Εξαρχής αναφέρω ότι το αίτημα δεν περιορίζεται απλώς στη Δ.25, αλλά απασχολεί και τις πρόνοιες της Δ.30. Αυτό όμως σχολιάζεται πιο κάτω. Σε αυτό το στάδιο ενδιαφέρει η εμβέλεια της νέας Δ.25 και κατά πόσο οι διατάξεις τούτης έχουν επιφέρει οιανδήποτε αλλοίωση στην υφιστάμενη νομολογία. Εάν η απάντηση είναι καταφατική τότε ζητούμενο είναι η εξακρίβωση και εφαρμογή των νέων κριτηρίων. Περιττό βεβαίως να λεχθεί ότι με βάση την παλαιά Δ.25 η νομολογία αποκαλύπτει πως η τύχη του αιτήματος εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου και όπως σε κάθε άλλη περίπτωση που το δικαστήριο καλείται να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία, έτσι και εδώ η σχετική εξουσία ασκείται κατά τρόπο δικαστικό. Κριτήριο είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η δε σύγχρονη τάση αντιμετώπισης του αιτήματος αποδόθηκε στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 όπου στη σελ. 938 αναφέρθηκε ότι· «Στην υπόθεση Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε αυτό που ο Λόρδος Denning M.R. είπε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd, and Others v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754, στην οποία ανέφερε τα πιο κάτω: "I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here.".................................. Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα.» Μάλιστα έχει νομολογηθεί ότι δεν είναι πρόσφορο να αναζητηθούν και να σχολιασθούν in abstracto οι παράμετροι που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου εφόσον, όπως υποδεικνύεται στις υποθέσεις D.J. Karapatakis & Sons Ltd v. Δήμου Στροβόλου, Πολ. Εφ. 135/11, ημερ. 13.06.2013 και Παπαχρυσοστόμου ν. Κ. Γρηγοριάδης & Συνέταιροι, κ.α., Π.Ε. 79/09, ημερ. 04/05/2012, οι παράγοντες που καθορίζουν το συμφέρον της δικαιοσύνης είναι πολυάριθμοι και ποικίλλουν ανά περίπτωση. Κατ' επέκταση, δεν χρησιμεύει γενική και αφηρημένη αναζήτηση τούτων. Είμαι της γνώμης ότι τα πιο πάνω ανήκουν στο παρελθόν και δεν απηχούν τη νέα Δ.25. Είναι αρκετό, πιστεύω, να αντιπαραβάλει κανείς το λεκτικό της παλαιάς διαταγής με εκείνο της νέας, ώστε να καταλήξει σε τούτο το συμπέρασμα. Στην παλαιά διαταγή ο κ.1 είναι εκείνος που καθορίζει τα κριτήρια και τη σχετική εξουσία του δικαστηρίου. Ό,τι εκεί αναφερόταν είναι πως· «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.» Σήμερα το αντίστοιχο λεκτικό είναι εκείνο του κ.1
(3)της νέας διαταγής, το οποίο αναφέρει πως· «Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.» Είμαι της γνώμης ότι σήμερα πλέον δεν μπορεί να γίνεται λόγος για τροποποίηση σε οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας (at any stage) και για οιονδήποτε λόγο που φαίνεται εύλογος και δίκαιος (in such a manner and on such terms as may be just). Η σχετική διαπίστωση οφείλεται στο σύνολο της νέας Δ.25, η οποία φαίνεται να διακρίνεται σε τρία χρονικά στάδια. Το πρώτο είναι μέχρι και πριν την επίδοση του δικογράφου και σε αυτό το στάδιο ουδείς περιορισμός επιβάλλεται, εφόσον ο διάδικος μπορεί να προβεί σε όσες και όποιες τροποποιήσεις επιθυμεί (Δ.25, κ.1
(1)). Το δεύτερο είναι μετά την επίδοση αλλά πριν το στάδιο έκδοσης κλήσης για οδηγίες. Σε αυτό το χρονικό περιθώριο επιτρέπεται τροποποίηση χωρίς την άδεια του δικαστηρίου, εν τούτοις περιορίζεται σε μια μόνο φορά (Δ.25, κ.1
(2)). Το τρίτο στάδιο είναι μετά την έκδοση κλήσης για οδηγίες. Αυτό είναι και το στάδιο που αφορά η επίδικη αίτηση. Σε αυτό το πλαίσιο η τροποποίηση διαφέρει από τα δύο προηγούμενα στάδια, εφόσον δεν επιτρέπεται παρά μόνο με άδεια του δικαστηρίου. Η δε εξουσία του δικαστηρίου, δηλαδή η βάση στην οποία ερείδεται η χορήγηση τέτοιας άδειας, δεν είναι ανέλεγκτη και ευρεία όπως παλαιότερα. Συνάγεται τούτο από τα αναφερόμενα στον κ.1
(3)και δη τη φράση· «ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση .». Κρίνω πως δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι πλέον η τροποποίηση των δικογράφων δεν είναι επιτρεπτή, εκτός εάν ο αιτητής πείσει ότι υφίσταται μια εκ των δύο περιπτώσεων που ρητά αναφέρονται στον κανονισμό, ήτοι· καλόπιστο λάθος λόγω παραδρομής και/ή νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής. Αυτές είναι οι δύο προϋποθέσεις που διέπουν πλέον αίτημα τροποποίησης και δεν νοείται αναζήτηση άλλων εξωγενών λόγων, όπως ούτε παρείσφρηση άλλων γεγονότων. Σε αυτό το στενό πλαίσιο ερμηνείας έγκειται και η προηγούμενη διαπίστωση ότι η σχετική διακριτική εξουσία του δικαστηρίου δεν είναι απύθμενη, κατά τον τρόπο που η υφιστάμενη νομολογία ανέλυσε την παλαιά Δ.
- Έχοντας προσδιορίσει το δικανικό πλαίσιο του αιτήματος παρατηρώ ότι η αιτούμενη τροποποίηση αδυνατεί να ενταχθεί σε οιανδήποτε εκ των δύο προϋποθέσεων. Ας δούμε όμως το αίτημα με περισσότερη προσοχή. Η αιτούμενη τροποποίηση διακρίνεται σε δύο ενότητες. Η πρώτη αφορά τη σύσταση του συνεταιρισμού των δικηγόρων που εκπροσωπούν τον ενάγοντα, ενώ η δεύτερη επιζητεί προσθήκη νέας ανταπαίτησης και αύξηση της κλίμακας, ώστε να δικογραφηθούν οι επιπτώσεις της κατ' ισχυρισμό αντισυμβατικής συμπεριφοράς του ενάγοντα. Σε σχέση με την πρώτη ενότητα οι εναγόμενοι αναφέρουν ότι μέχρι και την 07.08.2015, δηλαδή μετά την καταχώριση της αγωγής, η σύσταση του συνεταιρισμού δικηγόρων που εκπροσωπεί τον ενάγοντα αντιμετώπιζε πρόβλημα, εφόσον μέλος τούτης ήταν συνταξιοδοτημένος δικηγόρος και πως γι' αυτό ακριβώς το λόγο δεν νομιμοποιούνταν, νοείται ο συνεταιρισμός, να καταχωρίσουν την επίδικη αγωγή. Καίτοι η σύνθεση του συνεταιρισμού έχει πλέον αλλάξει, το πρωταρχικό σφάλμα δεν παραγράφεται, σύμφωνα με τους εναγόμενους και έχει μολύνει την όλη διαδικασία. Όπως και αν εξετάσει κανείς τα πιο πάνω αδύνατο είναι να μην διαπιστώσει ότι δεν συνιστούν καλόπιστο λάθος στη σύνταξη του δικογράφου. Σε αυτό το πλαίσιο το δικαστήριο δεν έχει απεριόριστη εξουσία να δεχτεί προσθήκη νέου γεγονότος. Η έγκριση του αιτήματος εξαρτάται από απόδειξη σφάλματος στη σύνταξη του δικογράφου. Φερ' ειπείν εκεί όπου μια ημερομηνία αναγράφηκε λανθασμένα ή καθόλου, ο κανονισμός επιτρέπει απάλειψη του σχετικού σφάλματος. Πλείστες τούτων των περιπτώσεων δεν θα είναι τίποτα άλλο παρά εκτυπωτική πλημμέλεια. Τονίζω το γεγονός ότι ο συντάκτης του κανονισμού συναρτά το λάθος με τη σύνταξη του δικογράφου. Εν ολίγοις, καλόπιστο σφάλμα άσχετο με τη σύνταξη τούτου, λόγου χάριν επειδή ο διάδικος αντιλήφθηκε καθυστερημένα κάποιο γεγονός, παρ' ότι καλόπιστο δεν είναι ικανό να υποστυλώσει το αίτημα. Είναι λοιπόν φανερό ότι στην προκείμενη περίπτωση οι σχετικές αιτιάσεις των εναγομένων περί του συνεταιρισμού των δικηγόρων που εκπροσωπούν τον ενάγοντα, δεν συνιστά καλόπιστο λάθος και ούτε αφορά τη σύνταξη του δικογράφου, ώστε να επιτρέπεται τροποποίηση σε αυτό το στάδιο και αυτό γιατί οι εναγόμενοι ουδέν ανάφεραν που να φανερώνει σφάλμα και δη καλόπιστο. Η παρούσα είναι περίπτωση που οι εναγόμενοι ολιγώρησαν να εξακριβώσουν το σχετικό ζήτημα και όχι περίπτωση σφάλματος. Ούτε όμως πρόκειται για νέο γεγονός. Σε αυτό το πλαίσιο ο κανονισμός ρητά επιτάσσει όπως το νέο δεδομένο, δηλαδή εκείνο που επιχειρείται να ενταχθεί στο δικόγραφο με την τροποποίηση, ήταν μη υπαρκτό κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή καταχώρισης της υπεράσπισης. Αυτό σημαίνει ότι προέκυψε εκ των υστέρων, εκκρεμούσης της αγωγής, και όχι ότι διαπιστώθηκε εκ των υστέρων. Στην προκείμενη περίπτωση τα συμφραζόμενα των εναγομένων αποκαλύπτουν ότι καθετί σχετικό της τροποποίησης που αφορά αυτή η ενότητα, ήταν υπαρκτό κατά το χρόνο καταχώρισης της αγωγής ή υπεράσπισης και απλώς οι εναγόμενοι δεν το γνώριζαν και το πληροφορήθηκαν εκ των υστέρων. Διαπιστώνεται λοιπόν ότι ούτε αυτή η πτυχή της αιτούμενης τροποποίησης είναι επιτρεπτή, καθ' ότι τα γεγονότα ήταν υπαρκτά πριν την καταχώριση του δικογράφου και συνεπώς δεν εμπίπτουν στην κατηγορία νέων δεδομένων. Λόγω του ότι η νέα Δ.25 προσφάτως τέθηκε σε εφαρμογή, κρίνω σκόπιμο να επεκτείνω την αιτιολόγηση των πιο πάνω, επιχειρώντας να πείσω για το εύλογο και λογικοφανές των σχετικών κριτηρίων. Παρατηρώ εν προκειμένω ότι ανέκαθεν η δικανική επιστήμη, ως μέσο κατίσχυσης του δικαίου, εξαρτάτο από πλήρωση προϋποθέσεων και τήρηση χρονοδιαγραμμάτων και περαιτέρω, ότι προϋποθέσεις ως οι ανωτέρω δεν είναι άγνωστες στο δίκαιο. Γνωστή είναι βεβαίως η αρχή res judicata και εύστοχα όσα αναφέρθηκαν στην Henderson v. Henderson (1843 - 1860) All E.R. (Rep.)
- Λέχθηκε εκεί ότι· «In trying this question I believe I state the rule of the court correctly when I say that, where a given matter becomes the subject of litigation in, and of adjudication by, a court of competent jurisidiction, the court requires the parties to that litigation to bring forward their whole case, and will not (except under special circumstances) permit the same parties to open the same subject of litigation in respect of matter which might have been brought forward as part of the subject in contest, but which was not brought forward, only because they have, from negligence, inadvertence, or even accident, omitted part of their case. The plea of res judicata applies, except in special cases, not only to points upon which the court was actually required by the parties to form an opinion and pronounce a judgment, but to every point which properly belonged to the subject of litigation, and which the parties, exercising reasonable diligence, might have brought forward at the time». Επιπλέον στην υπόθεση K.S.R. Comercio E. Industria De Papel S.A. v. Bluecoral Navigation Limited
(1995)1 A.A.Δ. 309, 312 ο αείμνηστος Νικήτας Δ., ανέφερε. «Σαν θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα δικογραφήματά του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίξει την υπόθεση ή υπεράσπισή του δε δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ότι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ' επιλογήν του διαδίκου και τη διαιώνισή τους. Έτσι η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα.» Διαπιστώνεται λοιπόν ότι ανέκαθεν ο διάδικος βαρύνετο με υποχρέωση εξονυχιστικής διερεύνησης της υπόθεσής του, ώστε να είναι σε θέση να παρουσιάσει τούτη στο δικαστήριο με πληρότητα και κατά τρόπο που προάγει τόσο το δίκαιο όσο και τα συμφέροντά του. Αν όμως ήθελε αποτύχει σε τούτη την υποχρέωσή του, δεν δικαιολογείται να μέμφεται το δίκαιο και τις διαδικασίες, αλλά την αμέλεια και ανετοιμότητά του, εξ ου και η αρχή του res judicata δεν επιτρέπει επαναφορά του ίδιου θέματος ή θέματος που αν διερευνούσε θα διαπίστωνε. Προσφάτως δε έχει υποδειχθεί, στο πλαίσιο αίτησης για προδικαστική ένσταση (Δ.27 κ.1), πως ούτε ακόμη και αυτό το αίτημα δια ανυπαρξία του ενάγοντα μπορεί να τίθεται με καθυστέρηση (βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Επιτροπής του Σχεδίου Ταμείου Συντάξεων και Χορηγημάτων σε Υπαλλήλους της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου και Εξαρτώμενούς τους, ECLI:CY:AD:2016:D117, Πολ. Έφ. 168/10, ημερομηνίας 24.02.2016). Λέχθηκε μάλιστα ότι· «Ως προς την εισήγηση ότι η απόρριψη της αίτησης λόγω καθυστέρησης θα ισοδυναμούσε με συνέχιση της αγωγής με ανύπαρκτο ενάγοντα, σημειώνεται ότι, με βάση τη νομολογία, όπως στην περίπτωση που αμφισβητείται η εξουσιοδότηση του δικηγόρου του ενάγοντα έτσι και εν προκειμένω, εναπόκειται στον εναγόμενο να εγείρει το ζήτημα εγκαίρως και δεόντως. Αν δεν λάβει μέτρα ή αν ενεργήσει με αδικαιολόγητη καθυστέρηση με αποτέλεσμα ν΄απορριφθεί η αίτησή του, τέτοια απόρριψη δεν ισοδυναμεί με συνέχιση της αγωγής από ανύπαρκτο διάδικο, ως η εισήγηση των εφεσειόντων, αλλά απλώς έχει ως συνέπεια τη συνέχιση της αγωγής χωρίς να είναι πλέον δυνατό για τον εναγόμενο να ισχυρίζεται ότι ο ενάγοντας είναι ανύπαρκτο πρόσωπο.» Εν όψει όλων των πιο πάνω δεν πρέπει να ξαφνιάζει η υποχρέωση που βαραίνει τους διαδίκους δια να ερευνήσουν τα γεγονότα που συνθέτουν είτε την αξίωση είτε την υπεράσπιση και ότι εκείνοι είναι που οφείλουν να επιβεβαιώσουν ότι έθεσαν το σύνολο τούτων ενώπιον του δικαστηρίου. Αν όμως αποτύχουν να προβούν σε δέουσα έρευνα και να δικογραφήσουν ό,τι σχετικό, ελλοχεύει ο κίνδυνος να μην τους επιτραπεί να τροποποιήσουν το δικόγραφο δια προσθήκη γεγονότος που ήταν υπαρκτό άμα τη λήψη οδηγιών για έγερση αγωγής ή καταχώριση κλητηρίου εντάλματος ή υπεράσπισης. Έτι χειρότερη είναι η κατάσταση σε σχέση με τη δεύτερη ενότητα του επίδικου αιτήματος, δηλαδή εκείνη που επιζητεί προσθήκη ανταπαίτησης. Αν και αυτή η ενότητα ήθελε θεωρηθεί ότι διέπεται από τη Δ.25, τότε ευθαρσώς δηλώνω ότι δεν πρόκειται για καλόπιστο λάθος και εφόσον αυτό κρίνεται τόσο ξεκάθαρο, δεν προτίθεμαι να ασχοληθώ περαιτέρω. Τίθεται όμως το ερώτημα· έχουν αποκαλυφθεί νέα δεδομένα που δεν ήταν σε γνώση των εναγομένων πριν την καταχώριση του σχετικού δικογράφου; Είμαι της γνώμης ότι η απάντηση προκύπτει από τους ισχυρισμούς της ομνύουσας τη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Αναφέρει τούτη πως· «Επιπρόσθετα, κάναμε ενδελεχή έρευνα σε παλαιότερους φακέλους και υποθέσεις που χειρίστηκε το Γραφείο μας και με βάση τα ευρήματα μας προχωρήσαμε σε περαιτέρω υπολογισμούς. Το αποτέλεσμα είναι ότι διαπιστώσαμε πως η απώλεια πελατών εξαιτίας της παραβίασης της συμφωνίας του Ενάγοντα μαζί μας ο οποίος δεν προχωρούσε σε επιδόσεις και/ή καθυστερούσε και/ή δεν μας ειδοποιούσε εγκαίρως μας προκάλεσε μεγαλύτερη ζημιά. Συγκεκριμένα, το ύψος της ζημιάς που μας προκάλεσε η συμπεριφορά του Ενάγοντα υπερβαίνει την κλίμακα της παρούσας αγωγής με τις ειδικές ζημιές να ξεπερνούν τις €10,
- Ζητούμε, ως εκ τούτου, επιπρόσθετα, όπως τροποποιηθεί η κλίμακα της παρούσας αγωγής από €2,000-€10,000 σε €10,000-€50,000.» Αντικειμενική θεώρηση των πιο πάνω οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η ζημία που κατ' ισχυρισμό υπέστησαν οι εναγόμενοι, ήταν υπαρκτή κατά το χρόνο καταχώρισης της ανταπαίτησης και δεν προέκυψε εκ των υστέρων. Διαπιστώνεται λοιπόν ότι δεν πρόκειται για νέο δεδομένο. Υποδεικνύω εδώ ότι δεν είναι η θέση των εναγομένων πως η αντισυμβατική συμπεριφορά του ενάγοντα ήταν πριν την καταχώριση της ανταπαίτησης αλλά η ζημία, ως επίπτωση, προέκυψε μετά την καταχώριση τούτης. Η θέση τους εν προκειμένω είναι πως η έρευνα που με ενδελέχεια διενήργησαν, ακολούθησε την καταχώριση της ανταπαίτησης. Αναδεικνύεται συναφώς αμέλεια των εναγομένων, ενώ ομολογώ ότι δεν αντιλαμβάνομαι γιατί προέβησαν σε έρευνα μετά την καταχώριση του δικογράφου αντί πριν. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω όσα πιο πάνω αναφερθήκαν, αρκούμαι μόνο σε επισήμανση ότι αυτές ακριβώς οι συμπεριφορές είναι που καθυστερούν την απονομή της δικαιοσύνης και αυτές είναι που σήμερα εξαιρούνται με βάση το λεκτικό της νέας Δ.
- Υπό το φως όλων των ανωτέρω ούτε αυτή η πτυχή του αιτήματος εμπίπτει στις προϋποθέσεις που θέτει η Δ.25, ως έχει τροποποιηθεί, και γι' αυτό απορρίπτεται. Σε σχέση όμως με τη δεύτερη ενότητα του αιτήματος, η οποία αφορά την ανταπαίτηση, κρίνω ότι τα πιο πάνω δεν είναι ο μόνος λόγος δια τον οποίο το αίτημα είναι υποκείμενο σε απόρριψη. Και εξηγώ· έχω αναφέρει ήδη ότι την 07.07.2015 οι εναγόμενοι απέσυραν δύο αιτήσεις που εκκρεμούσαν, μάλιστα η μια αφορούσε αίτημα δια παράταση του χρόνου καταχώρισης παραρτήματος, ενώ συν τω χρόνω απορρίφθηκε και η ανταπαίτηση. Ποια όμως η σημασία τούτου; Η απάντηση συνάγεται από τις διατάξεις της νέας Δ.
- Στον κ.2(β) της Δ.30 αναφέρεται ότι· «Οι προθεσμίες των 30 ημερών που καθορίζονται ανωτέρω στους Θεσμούς 1(α) και 2(α) δεν παρατείνονται εκτός αν καταδειχθεί στο Δικαστήριο ότι υπήρχε αντικειμενική αδυναμία συμμόρφωσης με τις εν λόγω προθεσμίες ή άλλος καλός λόγος που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για παράταση τους.» Ο δε κ.1(γ) αναφέρει τα ακόλουθα· «Σε περίπτωση που ο ενάγων αμελήσει ή παραλείψει να εκδώσει την προνοούμενη στην παράγραφο (α) πιο πάνω κλήση για οδηγίες, επιδίδεται ειδοποίηση προς τον ενάγοντα που εκδίδει ο εναγόμενος στον συνημμένο τύπο με την οποίαν τον ενημερώνει για την παράλειψη και τον καλεί όπως εντός 30 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης καταχωρήσει την αίτηση για οδηγίες. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης σε οποιαδήποτε από τις πιο πάνω πρόνοιες η αγωγή ή η ανταπαίτηση θα θεωρείται ως εγκαταλειφθείσα και θα απορρίπτεται από το Δικαστήριο στη λήξη της περιόδου των 60 ημερών, με έξοδα εναντίον του ενάγοντα ως θα είναι η περίπτωση. Η έννοια του ενάγοντα και της αγωγής, καλύπτει και τον ανταπαιτούντα διάδικο, και, αναλόγως, την ανταπαίτηση.» Συνδυασμένη ανάγνωση των πιο πάνω θέλει το επίδικο αίτημα να είναι καταχρηστικό και αντινομικό. Άπαξ και ανταπαίτηση απορριφθεί δεν νοείται επαναφορά της μέσω τροποποίησης των δικογράφων. Όπως έχει ήδη υποδειχθεί, τροποποίηση μετά το στάδιο οδηγιών επιτρέπεται μόνο για νέα δεδομένα ή καλόπιστο λάθος. Είναι όμως αντιληπτό ότι όσα αναφέρονταν σε δικόγραφο που έχει απορριφθεί, φέρ' ειπείν ανταπαίτηση, υφίσταντο κατά το χρόνο οδηγιών και δεν συνιστούν νέα δεδομένα. Πέραν όμως των πιο πάνω, αν η τροποποίηση επέτρεπε επαναφορά ανταπαίτησης, εμμέσως θα καταργείτο η τιμωρία που επισύρει ο κ.1(ε) της νέας Δ.
- Αναφέρεται εκεί ότι· «Τα έξοδα εναντίον του ενάγοντα ή του ανταπαιτούντος ως θα είναι η περίπτωση θα υπολογίζονται και η πληρωμή τους θα συνιστά προαπαιτούμενο καταχώρησης νέας αγωγής κατά την παράγραφο (δ) ανωτέρω. Το νέο κλητήριο θα φέρει σημείωμα ότι πρόκειται για «Νέα αγωγή σε σχέση με αγωγή αρ.... που απορρίφθηκε την .... συνεπεία των προνοιών της Δ.30 Θ1» και τα τέλη καταχώρησης της (χαρτόσημα, δικηγορόσημα ή άλλα) θα είναι τα διπλάσια εκείνων που αναλογούν στην κλίμακα της αγωγής ή της ανταπαίτησης ως θα είναι η περίπτωση.» Συνεπώς με την υπό κρίση αίτηση οι εναγόμενοι επιχειρούν να παρακάμψουν τις σχετικές δικονομικές διατάξεις και να αποφύγουν καταβολή των εξόδων του αντιδίκου, όπως και να πληρώσουν χαρτόσημα διπλής αξίας. Περιπλέον, με το αίτημα καταστρατηγούνται, εμμέσως, και οι ταχθείσες προθεσμίες. Αν ήθελε επιτραπεί σήμερα η αιτούμενη τροποποίηση, η οποία στην ουσία επαναφέρει και επαυξάνει την ανταπαίτηση που απορρίφθηκε λόγω μη προώθησης, θα ήτο ωσάν να παραγραφόταν η μη προώθηση και οι σχετικές προθεσμίες. Με τούτη τη θέση δεν μπορώ να συμφωνήσω. Η νέα Δ.30 θέτει αυστηρές προθεσμίες ώστε να εξυπηρετείται η απονομή της δικαιοσύνης σε σύντομο χρόνο και όχι δια να εφευρίσκονται νέοι τρόποι παράκαμψης των προθεσμιών. Καταλήγω συνεπώς ότι η δεύτερη ενότητα του αιτήματος όχι μόνο δεν καλύπτεται από τη νέα Δ.25, είναι και καταχρηστική εφόσον επιδιώκει να παρακάμψει όσα το δικαστήριο διέταξε με βάση τη νέα Δ.30 και εμμέσως επιχειρεί να αποφύγει τις συνέπειες παράλειψης έκδοσης κλήσης δια οδηγίες. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω η αίτηση απορρίπτεται. Έξοδα της αίτησης, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων. (Υπ)..................................... Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο