Χαράλαμπος Γεωργίου ν. Χαράλαμπος Πολυδώρου κ.α., Αρ. Αγωγής 2425/2008, 9/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A283 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ - ΚΕΡΥΝΕΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ꞉ Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 2425/2008 Μεταξύ: Χαράλαμπος Γεωργίου, εκ Λεμεσού Ενάγοντας και Χαράλαμπος Πολυδώρου, εκ Λευκωσίας Κυριάκος Πολυδώρου, εκ Λευκωσίας Εναγόμενων ΑΠΟΦΑΣΗ Ημερομηνία꞉ 9.5.2016 Εμφανίσεις꞉ Για τον Ενάγοντα꞉ κ. Στέλιος Γ. Στυλιανού Για τους Εναγόμενους꞉ κ. Σωτήρης Αργυρού με κ. Ανδρέα Λουκά, για Σωτήρης Αργυρού & Σία. ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Στην παρούσα υπόθεση είναι διαφιλονικούμενη η ιδιοκτησία ενός ακινήτου, το οποίο βρίσκεται στην επαρχία Κερύνειας. Το Δικαστήριο καλείται ουσιαστικά να αποφασίσει αν το ακίνητο αυτό ανήκει στον Ενάγοντα ή στους Εναγόμενους. Η επίδικη διαφορά δημιουργήθηκε όταν, μετά την Τουρκική εισβολή του 1974, δεδομένης της κατάληψης και κατοχής της Κερύνειας από τον Τουρκικό στρατό, δεν υπήρχε πλέον πρόσβαση στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Κερύνειας και ακολουθήθηκε μία διαδικασία αναδόμησης του αρχείου, στο πλαίσιο της οποίας ο Διευθυντής του Κτηματολογίου εμφανίζεται να εξέδωσε μία «Βεβαίωση Ιδιοκτησίας Τουρκοκρατούμενου Ακινήτου» δυνάμει του άρθρου 10
(2)των περί Επαρχιακών Κτηματολογικών Γραφείων Αμμοχώστου και Κερύνειας (Προσωριναί Διατάξεις) Νόμων του 1984 - 1990 (Ν.44/84, 51/86 και 78/90) στην οποία περιγράφεται, αφενός, ο Ενάγων ως ιδιοκτήτης κατά 1/1 μερίδιο του όλου και, αφετέρου, οι Εναγόμενοι και τα άλλα τρία αδέρφια τους ως ιδιοκτήτες κατά 1/10 μερίδιο έκαστος του ιδίου επίδικου ακινήτου. Στην ίδια Βεβαίωση σημειώνεται ότι «Η ιδιοκτησία του επίδικου ακινήτου είναι διαφιλονικούμενη». Ο λόγος που οι Εναγόμενοι και τα τρία αδέρφια τους εμφανίζονταν συνολικά να κατέχουν τα 5/10 της ιδιοκτησίας έγκειται στο ότι η μητέρα τους ήταν, κατά παραδοχή, μόνο κατά το ½ μερίδιο ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου προ της επίμαχης πώλησής του. Το άλλο ½ μερίδιο ανήκε στον αδερφό της, Νικόλα Νεοφύτου, και δεν εγείρεται στην παρούσα αγωγή οποιαδήποτε αμφισβήτηση για την πώληση του δικού του μεριδίου στον Ενάγοντα. Ενώπιον του Δικαστηρίου, ο μεν Ενάγων ισχυρίζεται ότι είναι ο αποκλειστικός ιδιοκτήτης του όλου, ως πρόσωπο που είχε αγοράσει ολόκληρο το επίδικο ακίνητο και στον οποίο είχε ήδη μεταβιβαστεί ο τίτλος ιδιοκτησίας του ακινήτου προ της εισβολής, οι δε Εναγόμενοι 1 και 2 ισχυρίζονται ότι ουδέποτε συμφώνησε η μητέρα τους στην πώληση του εν λόγω ακινήτου, ότι εξακολουθούσε εκείνη να είναι ιδιοκτήτρια του ½ μεριδίου του επίδικου ακινήτου μετά την εισβολή μέχρι και το θάνατό της και ότι κατ' επέκταση αυτοί, ως υιοί της, είναι οι νόμιμοι ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου κατά το μερίδιο που τους αναλογεί δια κληρονομικής διαδοχής από τη μητέρα τους. Αξίζει να σημειωθεί ότι προτού τα πράγματα οδεύσουν στο Δικαστήριο, φαίνεται ότι ο Ενάγων κατάφερε να πείσει τρία από τα αδέρφια των Εναγομένων ότι είχε όντως αγοράσει το επίδικο ακίνητο από τη μητέρα τους, παρουσιάζοντας τους ως αποδεικτικό της πώλησης ένα έγγραφο που είχε στην κατοχή του ο μεσίτης της πράξης. Εν συνεχεία, ο Ενάγων εξασφάλισε την έκδοση νέας Βεβαίωσης από το Διευθυντή του Κτηματολογίου στην οποία εμφανίζονται μόνο οι Εναγόμενοι 1 και 2 να διαφιλονικούν με αυτόν για την ιδιοκτησία του επίδικου ακινήτου. Επιχειρούν αυτοί οι δύο, ανταπαιτητικά στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής, να αποδείξουν ότι το έγγραφο στο οποίο βασίζεται ο Ενάγων για να αποδείξει την αγοραπωλησία είναι πλαστό και άκυρο και ότι αυτοί είναι οι νόμιμοι ιδιοκτήτες. Παραθέτω αναλυτικότερα πιο κάτω το πλαίσιο της αντιδικίας και τις εκατέρωθεν αξιώσεις, ως δικογραφήθηκαν. Α. Η αξίωση του Ενάγοντος. Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, ο Ενάγων εξαιτείται: Α. «Απόφαση του Δικαστηρίου εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 προσωπικά και αλληλέγγυα διά της οποίας να υποχρεούνται να μεταβιβάσουν επ' ονόματι του Ενάγοντος το μερίδιο των, το οποίο κατέχουν επί του ακινήτου τμήμα 0, Φ/ΣΧ. 11/12, Τεμ. 77, Χωράφι στην περιοχή Χασάνη του Χωρίου Βασίλεια - Κυρηνείας. Β. Νόμιμον Τόκον. Γ. Τα τέλη και έξοδα της παρούσης αγωγής, πλέον ΦΠΑ πλέον έξοδα επιδόσεως.». Σημειωτέον ότι ευθύς μετά την καταχώριση της αγωγής (8.5.2008), ο Ενάγων έσπευσε και καταχώρησε στις 23.5.2008 αίτηση για προσωρινό διάταγμα μη αποξένωσης του ως άνω επίδικου ακινήτου από τους Εναγόμενους και/ή υπηρέτες αυτών και/ή αντιπροσώπους αυτών. Το εν λόγω διάταγμα εκδόθηκε μονομερώς στις 4.6.2008 και ως φαίνεται στο φάκελο του Δικαστηρίου κατέστη απόλυτο στις 21.10.2008, αφού ο συνήγορος των Εναγομένων συνέναισε στην οριστικοποίησή του. Έκτοτε παραμένει σε ισχύ μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Η εκδοχή γεγονότων επί της οποίας εδράζεται η απαίτηση. Η εκδοχή γεγονότων που προβάλλει ο Ενάγων, ως δικογραφείται στην Έκθεση Απαίτησης, είναι η ακόλουθη:
- Τόσον ο Ενάγων όσον και οι Εναγόμενοι 1 και 2 ήταν κάτοικοι του χωριού Βασίλεια της Κυρήνειας και μετά το 1974 εγκαταστάθηκαν στις ελεύθερες περιοχές.
- Κατά ή περί την 16/8/1972 ο Ενάγων αγόρασε δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου από τη μητέρα και τον πατέρα των Εναγομένων 1 και 2, κ.κ. Ειρήνης Πολυδώρου και Νικόλα Νεοφύτου, το ακίνητο με σημερινά στοιχεία (ευρισκόμενα στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Κυρήνειας) Τμήμα 0, Φ/ΣΧ. 11/12, Τεμ.77, Χωράφι στην περιοχή Χασάνη του Χωρίου Βασίλεια Κυρήνειας.
- Το εν λόγω ακίνητο ο Ενάγων το είχε αγοράσει μέσω της Κτηματικής Επιχειρήσεως «Η ΣΤΕΓΗ» έναντι του ποσού των ΛΚ.3,500- ήτοι €5,980.11- και προς τούτο είχε καταρτιστεί έγγραφη συμφωνία ημερομηνίας 16/8/1972, την οποία υπέγραψαν ως πωλητές οι Νικόλας Νεοφύτου και Ειρήνη Πολυδώρου με μάρτυρες τους Πέτρο Ν. Νεοφύτου και Ανδρέα Πολυδώρου.
- Στην εν λόγω συμφωνία αναφερόταν ότι η τοποθεσία του ακινήτου ήταν «Πικραθασιές», όμως με υπεύθυνη δήλωση και βεβαίωση του κοινοτάρχη φαίνεται ότι η εν λόγω τοποθεσία όπου βρίσκεται το ακίνητο είναι περιοχή Χάσανη.
- Ο Ενάγων είχε εξοφλήσει το τίμημα πωλήσεως την 18/9/1972, το οποίο στη συνέχεια στην παρουσία και του μεσίτη κ. Ιάκωβου Κατίρη ο οποίος είχε και το ανωτέρω κτηματομεσιτικό γραφείο μετεβιβάσθη επ' ονόματι του Ενάγοντος.
- Μετά την Τουρκική Εισβολή και αφού εζητήθησαν στοιχεία από τις αρμόδιες αρχές παρά των ιδιοκτητών των διαφόρων τεμαχίων που ευρίσκονται στην κατεχόμενη Κύπρο, ο Ενάγων προσήλθε στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο Κερύνειας και δήλωσε το εν λόγω τεμάχιο ως ιδιοκτησία του. Το ίδιο έπραξαν οι Εναγόμενοι 1 και 2, καθώς και οι άλλοι δύο αδελφοί τους.
- Κατόπιν τούτου, ο Ενάγων, αφού είχε μιλήσει τόσον με τους Εναγόμενους 1 και 2 όσο και με τα δύο άλλα αδέλφια τους, είχαν συμφωνήσει ότι θα αποδέχονταν να μεταβιβασθεί ολόκληρο το ακίνητο επ' ονόματι του καθ' ότι με τη δήλωση την οποίαν είχαν κάνει είχαν εκδοθεί τίτλοι ιδιοκτησίας επ' ονόματι των.
- Οι δύο αδελφοί των Εναγομένων 1 και 2, ήτοι οι κ.κ. Κώστας Πολυδώρου και Δημήτρης Πολυδώρου, αφού απεδέχθησαν το έγγραφο πωλήσεως, προχώρησαν και δέχθησαν όπως το μερίδιο τους μεταβιβασθεί επ' ονόματι του Ενάγοντος, πράγμα το οποίο και έγινε.
- Οι Εναγόμενοι 1 και 2 αρνούνται συστηματικά να προχωρήσουν στη μεταβίβαση των μεριδίων τους επ' όνόματι του Ενάγοντος με αποτέλεσμα να στερείται του δικαιώματος ιδιοκτησίας επί του όλου μεριδίου του εν λόγω ακινήτου.
- Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι είχε εκπληρώσει όλους τους όρους του εγγράφου ημερομηνίας 16/8/1972 και ότι είχε μεταβιβασθεί επ' όνόματι του το εν λόγω ακίνητο.
- Προς τούτο επικαλείται την μαρτυρία του κ Ιάκωβου Κατίρη, ο οποίος ήταν κτηματομεσίτης κατ' εκείνη την περίοδο και ο οποίος μέχρι σήμερα κατέχει και το πρωτότυπο έγγραφο, καθώς επίσης επικαλείται την μαρτυρία των μαρτύρων οι οποίοι υπέγραψαν ως μάρτυρες εις το εν λόγω έγγραφο.
- Διά όλους τους ανωτέρω λόγους, ο Ενάγων εξαιτείται απόφαση του Δικαστηρίου διά της οποίας να εξαναγκάζονται και/ή να διατάττονται οι Εναγόμενοι 1 και 2 όπως μεταβιβάσουν το μερίδιο το οποίο κατέχουν αναφορικά με το εν λόγω ακίνητο επ' ονόματι του ενάγοντος. Γ. Η δικογραφημένη εκδοχή γεγονότων επί της οποίας εδράζεται η υπεράσπιση και ανταπαίτηση. Η εκδοχή γεγονότων επί των οποίων στηρίζεται η Υπεράσπιση και η Ανταπαίτηση των Εναγομένων, ως δικογραφείται, είναι η ακόλουθη: · (Βλ. παρα. 5(α)(β) της Ε/Υ): «Η μητέρα των Εναγομένων ουδέποτε υπέγραψε και/ή συμφώνησε να πωλήσει το επίδικο ακίνητο στον ενάγοντα και/ή ουδέποτε υπέγραψε συμφωνία και/ή έγγραφο με τις κτηματικές επιχειρήσεις «Η Στέγη». Τα εν λόγω έγγραφα, αν υπάρχουν, είναι προϊόν πλαστογραφίας και/ή η φερόμενη σε αυτά υπογραφή της μητέρας τους είναι προϊόν πλαστογραφίας.». · (Βλ. παρα. 8(α)(γ) της Ε/Υ): Οι Εναγόμενοι είναι οι νόμιμοι και εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες των 2/10 του επίδικου ακινήτου (από 1/10 μερίδιο έκαστος των Εναγομένων, το οποίο έλαβαν ως κληρονομιά από την μητέρα τους, η οποία ήταν ιδιοκτήτρια του ½ μεριδίου του εν λόγω ακινήτου). Ο Ενάγων ουδέν δικαίωμα έχει και/ή είχε επί των μεριδίων τους και/ή επί του επίδικου ακινήτου. Ουδέποτε συμφώνησαν οι Εναγόμενοι να μεταβιβάσουν και/ή εγγράψουν το μερίδιο τους επί του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι του Ενάγοντος. · (βλ. παρα. 8(δ) της Ε/Υ): Ο Ενάγων επιχείρησε να εξαπατήσει και/ή να παραπλανήσει τους Εναγομένους με ψευδείς παραστάσεις για να επιτύχει μεταβίβαση των μεριδίων τους επί του επίδικου ακινήτου στο όνομα του. Ο Ενάγων παραπλάνησε τους αδελφούς των Εναγομένων με δόλο και/ή απάτη και/ή ψευδείς παραστάσεις και με αυτό τον τρόπο κατάφερε να τους πείσει να υπογράψουν υπεύθυνη δήλωση ημερομηνίας 19/11/06 (την οποία υπέγραψε και ο εναγόμενος 2) και επιστολή προς τον διευθυντή του Κτηματολογίου Κερύνειας ημερομηνίας 30/1/07 και να προχωρήσουν στην μεταβίβαση και εγγραφή σε αυτόν των μεριδίων τους στο επίδικο ακίνητο (γεγονός για το οποίο οι Εναγόμενοι πληροφορούνται ότι οι αδελφοί τους θα λάβουν νομικά μέτρα). Δικογραφούνται οι εξής λεπτομέρειες δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων Ενάγοντα προς τους Εναγομένους και προς τους αδελφούς τους: (α) Παρέστησε ψευδώς και εν γνώσει της αναλήθειας των ισχυρισμών του ότι η μητέρα των Εναγομένων είχε υπογράψει τα έγγραφα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 και 3 της έκθεσης απαίτησης. (β) Παρέστησε ψευδώς και αναληθώς και εν γνώσει της αναλήθειας των ισχυρισμών του ότι κατέβαλε το υποτιθέμενο τίμημα πωλήσεως για το επίδικο ακίνητο. (γ) Παρέστησε ψευδώς και εν γνώσει της αναλήθειας των ισχυρισμών του ότι η υπογραφή επί των εγγράφων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 και 3 της έκθεσης απαίτησης είναι της μητέρας των Εναγομένων. (δ) Παρέστησε ψευδώς και εν γνώσει της αναλήθειας των ισχυρισμών του ότι συμφώνησε με την μητέρα των Εναγομένων για την αγορά του επιδίκου ακινήτου. (ε) Γενικώς, εν γνώσει του προέβη σε παραστάσεις αναληθών γεγονότων για να πείσει του Εναγομένους και/ή αδελφούς τους να του μεταβιβάσουν τα μερίδια τους επί του επιδίκου ακινήτου. Οι Εναγόμενοι αξιώνουν, αφενός, την απόρριψη της απαίτησης των Εναγόντων και, αφετέρου, ανταπαιτούν τις ακόλουθες θεραπείες: «(α) Δήλωση ότι είναι οι νόμιμοι και εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες κατά 1/10 μερίδιο έκαστος του επιδίκου ακινήτου. (β) Δήλωση ότι το πωλητήριο έγγραφο και/ή η έγγραφος συμφωνία ημερομηνίας 16/8/1972 που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 της έκθεσης απαίτησης είναι άκυρα και στερημένα παντός εννόμου αποτελέσματος και/ή προϊόντα πλαστογραφίας. (γ) Δήλωση και/ή απόφαση ότι η υπεύθυνη δήλωση ημερομηνίας 19/11/06 την οποία υπέγραψε ο Εναγόμενος 2 είναι άκυρη και/ή στερημένη παντός εννόμου αποτελέσματος αφού είναι προϊόν δόλου και/ ή απάτης και/ ή ψευδών παραστάσεων από μέρους του Ενάγοντα. (δ) Γενικές Αποζημιώσεις. (ε) Τιμωρητικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις. (στ) Νόμιμο τόκο. (ζ) Έξοδα πλέον Φ.Π.Α.». Δ. Η απάντηση του Ενάγοντος. Σημειώνω ότι με το Δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτησης, ο Ενάγων προβάλλει πλήρη και γενική άρνηση της εκδοχής γεγονότων που δικογράφησαν οι Εναγόμενοι. Ε. Οι προδικαστικές ενστάσεις των Εναγομένων. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό, προτού αναφερθώ στη δοθείσα μαρτυρία, ότι στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης (στο εξής «η Ε/Υ») που καταχώρησαν οι Εναγόμενοι εγείρονταν προδικαστικώς και/ή προκαταρκτικώς τα πιο κάτω θέματα: «(α) Η παρούσα αγωγή δέον όπως απορριφθεί από το Σεβαστό Δικαστήριο δια το λόγο ότι ο ενάγοντας ουδέν έπραξε για να προωθήσει την ισχυριζόμενη αξίωση του εδώ και 37 χρόνια, ήτοι από το 1972 όταν και γεννήθηκε το ισχυριζόμενο αγώγιμο δικαίωμα του, και ότι εξ' αυτού η παρούσα αγωγή πρέπει να απορριφθεί αφού ο ενάγοντας κωλύεται εκ την συμπεριφοράς του να την προωθήσει και/ή η προώθησή της αντίκειται στις αρχές της επιείκειας και/ή τις αρχές της δίκαιης δίκης αφού οι κύριοι μάρτυρες της παρούσας υπόθεσης έχουν αποβιώσει και βασικά έγγραφα έχουν απωλεσθεί. (β) Ο ενάγοντας κωλύεται εκ της συμπεριφοράς και/ή των πράξεων του να εγείρει και/ή να προχωρήσει την παρούσα αγωγή. (γ) Η παρούσα αγωγή είναι ατελέσφορη και οι αιτούμενες θεραπείες ως αυτές δικογραφούνται δεν μπορούν να εγκριθούν. Ο ενάγοντας ουδεμία σχέση έχει και/ή ουδένα αγώγιμο δικαίωμα διατηρεί απέναντι στους εναγομένους (ουδεμία συμβατική ή άλλη σχέση έχει ο ενάγοντας με τους εναγομένους και/ή ουδεμία υποχρέωση έχουν οι εναγόμενοι να μεταβιβάσουν τα μερίδια τους επί του επιδίκου ακινήτου, ουδέποτε υπήρξε συμφωνία μεταξύ των διαδόχων και ουδένα αντάλλαγμα και/ή τίμημα έλαβαν ή υπάρχει ισχυρισμός ότι έλαβαν οι εναγόμενοι για κάτι τέτοιο). Η παρούσα αγωγή κινήθηκε κατά λανθασμένων προσώπων. (δ) Η παρούσα διαδικασία είναι λανθασμένη και/ή το δικαστήριο στερείται αρμοδιότητας προς εκδίκαση της παρούσας. Για τα επίδικα μερίδια έχουν εκδοθεί στο όνομα των εναγομένων Βεβαιώσεις Ιδιοκτησίας Τουρκοκρατούμενου Ακινήτου από τον Διευθυντή του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος βάσει των προνοιών των Περί Επαρχιακών Κτηματολογικών Γραφείων Αμμοχώστου και Κυρήνειας (Προσωρινοί Διατάξεις) Νόμων του 1984-90 (αρ. 44/84, 51/86 και 78/90). Οι εν λόγω αποφάσεις/βεβαιώσεις του Διευθυντή του Κτηματολογίου (οι οποίες λήφθηκαν αφού άκουσε τόσο τους εναγομένους όσο και τον ενάγοντα-παράγραφος 6 έκθεσης απαίτησης) είναι εκτελεστή διοικητική πράξη και/ή δύναται να προσβληθεί μόνο ως αναφέρει ο σχετικός νόμος, ήτοι οι νόμοι περί Επαρχιακών Κτηματολογικών Γραφείων Αμμοχώστου και Κυρήνειας (Προσωρινοί Διατάξεις) Νόμων του 1984-90 (αρ. 44/84, 51/86 και 78/90) και ο περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος, Κεφ 224.». Υποβλήθηκε από τους Εναγόμενους ενδιάμεση αίτηση, ημερ. 24.1.2012, δυνάμει της Δ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, έτσι ώστε τα πιο πάνω προδικαστικά θέματα να εξεταστούν από το Δικαστήριο προκαταρκτικά και κατά προτεραιότητα. Καταχωρήθηκε ένσταση από πλευράς Ενάγοντος και η εν λόγω αίτηση απορρίφθηκε με αιτιολογημένη ex tempore απόφαση του Δικαστηρίου (υπό διαφορετική σύνθεση), ημερ. 28.5.2012, με το σκεπτικό (βλ. σελ. 4 του γραπτού κειμένου της απόφασης, τελευταία παρα.) ότι «οι προδικαστικές υπερασπίσεις και/ή ενστάσεις των εναγομένων βασίζονται σε πραγματικό υπόβαθρο το οποίο τελεί υπό αμφισβήτηση» και ότι «δεν είναι η παρούσα μία από τις περιπτώσεις όπου τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά ώστε το συζητούμενο θέμα να αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα». Στις τελικές τους αγορεύσεις, οι συνήγοροι των δύο πλευρών δεν ενδιέτριψαν στα προδικαστικά νομικά σημεία. Προχώρησαν μόνο σε εισηγήσεις αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας επί της ουσίας της αγωγής. Ε.
- Εξέταση του δικαιοδοτικού ζητήματος που δικογραφήθηκε. Παραταύτα, το προδικαστικό ζήτημα «(δ)», ανωτέρω, εγείρει ζήτημα δικαιοδοτικό, επί του οποίου κρίνω πως είναι αναγκαίο και κατάλληλο να αποφανθεί το Δικαστήριο έστω και στο παρόν τελικό στάδιο της δίκης. Η παρουσίαση και ανάλυση των προνοιών των περί Επαρχιακών Κτηματολογικών Γραφείων Αμμοχώστου και Κυρήνειας (Προσωριναί Διατάξεις) Νόμων του 1984-90 (αρ. 44/84, 51/86 και 78/90) θα βοηθήσει, εν πάση περιπτώσει, και ως υπόβαθρο για την αξιολόγηση της προσφερθείσας μαρτυρίας. Ε.1.
- Το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο αναδόμησης του αρχείου του Επαρχιακού Κτηματολογίου Κερύνειας μετά την εισβολή του
- Ο περί Επαρχιακών Κτηματολογικών Γραφείων Αμμοχώστου και Κυρήνειας (Προσωριναί Διατάξεις) Νόμος του 1984 (Ν.44/84)δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και τέθηκε σε ισχύ στις 25.5.
- Με βάση το άρθρο 3 του περί Επαρχιακών Κτηματολογικών Γραφείων Αμμοχώστου και Κυρήνειας (Προσωριναί Διατάξεις) Νόμου του 1984 (Ν.44/84), όπως τροποποιήθηκε με το Ν.51/86, τα επαρχιακά Κτηματολογικά Γραφεία Κυρηνείας και Αμμοχώστου θεωρούνται ότι έπαυσαν να λειτουργούν από της 20ης Ιουλίου 1974 και 15ης Αυγούστου 1974, αντιστοίχως. Με βάση το άρθρο 4 του ίδιου Νόμου, δόθηκε εξουσία στον Διευθυντή του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών (στο εξής «ο Διευθυντής) να διατάξει την ετοιμασία και υιοθέτηση νέων αρχείων αναφορικά προς την ακίνητη ιδιοκτησία την κειμένην εντός των επαρχιών Αμμοχώστου και Κυρηνείας εις αντικατάστασιν των αρχείων που κατατακρατούνται από τους Τούρκους. Εισήχθη πρόνοια στο εδάφιο
(1)του άρθρου 5 του Νόμου ότι εφόσον ο Διευθυντής διατάξει την ετοιμασία και υιοθέτηση τέτοιων νέων αρχείων, αυτός θα δημοσιεύσει στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας ή σε οποιαδήποτε άλλα μέσα μαζικής επικοινωνίας κρίνει ο ίδιος αναγκαίο, σχετικές ειδοποιήσεις καλούσες꞉ (α) πάντα ιδιοκτήτην ακινήτου όπως υποβάλει στο Διευθυντή, κατά τον καθορισμένο τύπο, δήλωση περιέχουσα στοιχεία της ιδιοκτησίας του, και (β) πάντα έχοντα συμφέρον επί ακινήτου, είτε ως ιδιοκτήτης, είτε ως ενυπόθηκος δανειστής ή εξ αποφάσεως δανειστής ή ως δικαιούχος εμπράγματου βάρους ή δικαιώματος το οποίο ίσχυεν προ της 15ης Αυγούστου 1974, όπως υποβάλη προς τον Διευθυντή δήλωση κατά τον καθορισμένο τύπο περί του συμφέροντός του, υποστηριζόμενην από ένορκη ομολογία. Καθορίστηκε στο εδάφιο
(2)του άρθρου 5 του Νόμου ότι οι πιο πάνω αναφερόμενες δηλώσεις έπρεπε να υποβληθούν στο Διευθυντή εντός 4 μηνών από την ημερομηνία δημοσίευσης της ειδοποίησης και να υποστηρίζονται, αναλόγως της περιπτώσεως, από - πιστοποιητικό εγγραφής, όπου τούτο είναι δυνατόν να προσκομισθεί, τα έγγραφα της υποθήκης, οποιαδήποτε άλλα αποδεικτικά στοιχεία ήθελε ζητήσει ο Διευθυντής. Με τη λήψη των πιο πάνω δηλώσεων και των αποδεικτικών στοιχείων που τις συνόδευαν, ήταν δέσμια αρμοδιότητα του Διευθυντή να προβεί σε επαλήθευση αυτών σε συνεργασία με την οικεία Χωρητική Αρχή ή άλλο πρόσωπο ή οργανισμό ή αρχή (βλ. το άρθρο 5
(3)). Με τη συμπλήρωση της επαλήθευσης, ο Διευθυντής προχωρούσε στον καταρτισμό πρόχειρης κατάστασης ακινήτων, η οποία περιλάμβανε την περιγραφή των διαφόρων τεμαχίων, την έκταση, τα όρια, τη θέση, την αξία, τη μερίδα, το συμφέρον και «το όνομα του προσώπου του δικαιούμενου όπως εγγραφή και τους λόγους βάσει των οποίων το προς εγγραφή δικαίωμα έχει προκύψει, των εμπραγμάτων βαρών και απαγορεύσεων». Ακολούθως, η εν λόγω κατάσταση παρήχετο στον οικείο Κοινοτάρχη και δια δημοσιεύσεως σχετικής ειδοποίησης στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας καλείτο κάθε ιδιοκτήτης ή κάτοχος εμπράγματων βαρών, όπως εντός τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία της δημοσιεύσεως της ειδοποίησης προσέλθουν για να δείξει λόγο γιατί τα εμπράγματα βάρη και δικαιώματα και ιδιοκτησία δέον όπως μη εγγραφούν επ' ονόματι ή προς όφελος αυτού, ως περιγράφονται στην κατάσταση λεπτομερειών. Σχετικό το άρθρο 7 του Νόμου. Η διαδικασία οριστικοποίησης του αρχείου ρυθμίστηκε με το άρθρο 8 του Νόμου όπου προβλέφθηκε ότι, εάν εντός της καθοριζόμενης στο άρθρο 7 προθεσμίας (ήτοι εντός 4 μηνών από τη δημοσίευση της ειδοποίησης) υποβαλλόταν ένσταση, αλλά ο Διευθυντής είχε την γνώμη ότι η εγγραφή της ιδιοκτησίας ή των εμπράγματων βαρών έπρεπε να γίνει ως είχε δημοσιευθεί στην κατάσταση λεπτομερειών, τότε ο Διευθυντής όφειλε να δώσει ειδοποίηση στον ενιστάμενο για τη γνώμη του. Από την ημερομηνία λήψης τέτοιας ειδοποιήσεως, άρχιζε να τρέχει προθεσμία 60 ημερών, εντός της οποίας ο ενιστάμενος δικαιούταν να αιτηθεί ενώπιον δικαστηρίου δήλωση «ότι ούτος είναι το εις εγγραφήν δικαιούμενον πρόσωπον αντί του σκοπούμενου όπως εγγραφή προσώπου» και όφειλε να δώσει ειδοποίηση στο Διευθυντή για την αίτησή του αυτή. Εάν ο ενιστάμενος δεν προχωρούσε στην καταχώριση τέτοιας αίτησης, τότε ο Διευθυντής δικαιούταν να προχωρήσει να καταρτίσει νέο αρχείο ακινήτων ως η δημοσιευθείσα κατάσταση λεπτομερειών (βλ. το άρθρο 8
(1)του Νόμου). Ομοίως, εάν οποιοσδήποτε ενδιαφερόμενος επηρεαζόμενος από την ειδοποίηση που έδιδε ο Διευθυντής βάσει του άρθρου 7 του Νόμου, παρέλειπε να συμμορφωθεί προς αυτήν εντός της προθεσμίας, τότε ο Διευθυντής είχε δικαίωμα να προχωρήσει στην κατάρτιση του αρχείου ακινήτων ως η δημοσιευθείσα κατάσταση λεπτομερειών (βλ. το άρθρο 8
(2)του Νόμου). Το άρθρο 8
(3)του Νόμου προέβλεπε τα εξής͘: «Δι' όσα ακίνητα δεν κατέστη δυνατόν να εξακριβωθεί η κυριότης των δύνανται να εξετάζονται κεχωρισμένως κατόπιν αιτήσεως υπό του ενδιαφερομένου προσώπου προς το σκοπό συμπληρώσεως της εγγραφής των.». Σύμφωνα με το άρθρο 10 του Νόμου, μετά τον καταρτισμό των νέων αρχείων, ο Διευθυντής εκδίδει πιστοποιητικά εγγραφής για κάθε ακίνητον ως επίσης πιστοποιητικά εγγραφής των εμπράγματων βαρών και δικαιωμάτων. Προβλέπεται στο ίδιο άρθρο ότι οποιονδήποτε τέτοιο πιστοποιητικό εγγραφής, εκδιδόμενον από το Διευθυντή στη βάση του άρθρου αυτού, θα είναι προσωρινό και θα αποτελεί μόνο κατά τεκμήριο τίτλον ιδιοκτησίας του ακινήτου σε σχέση προς το οποίο εκδόθηκε. Μόνο με διάταγμα του Υπουργικού Συμβουλίου, δημοσιευόμενου στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας θα μπορούσε να καθοριστεί ότι «άπαντα τα ούτω εκδοθέντα πιστοποιητικά εγγραφής ή οιαδήποτε εξ αυτών είναι οριστικοί τίτλοι ιδιοκτησίας των ακινήτων εν σχέσει τα οποία εξεδόθησαν». Ο Νομοθέτης προνόησε στο άρθρο 9 και για το ενδεχόμενο που τα αρχεία του παλαιού Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου και Κυρηνείας καταστούν στο μέλλον διαθέσιμα στον Διευθυντή. Σε τέτοια μελλοντική περίπτωση, διατηρεί ο ίδιος ο Διευθυντής την ευχέρεια να προβεί αυτεπαγγέλτως στις αναγκαίες αντικαταστάσεις, διορθώσεις, τροποποιήσεις και επιβαρύνσεις στα δυνάμει του άρθρου 8 καταρτισθέντα σχέδια. Βάσει του άρθρου 11 του ίδιου Νόμου, μετά τη συμπλήρωση των νέων αρχείων ακινήτου ιδιοκτησίας και την έκδοση πιστοποιητικών εγγραφής σύμφωνα προς το άρθρο 10, αρχίζουν να τυγχάνουν εφαρμογής οι εξουσίες του Διευθυντή ως προβλέπονται στον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησης) Νόμου, Κεφ. 224, και στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν.9/65) και οποιωνδήποτε άλλων Νόμων αφορώντων στην ακίνητη ιδιοκτησία. Το πιστοποιητικό εγγραφής αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη κυριότητας και η απόδειξη λάθους κατά την εγγραφή μπορεί να το εξουδετερώσει (Βλ. Thomas Antoni Theodorou v. Christos Theori HadjiAntoni
(1961)C.L.R. 203, Myrofora Nicou Socratous v. Nicolas Michael Mezou
(1975)1 C.L.R. 62). Έτσι, στην περίπτωση των νέων αρχείων και των νέων πιστοποιητικών εγγραφής που εκδόθηκαν δυνάμει του άρθρου 10 του Νόμου, ο Διευθυντής διατηρεί, βάσει του άρθρου 11 ανωτέρω, την εξουσία να προβεί δυνάμει του άρθρου 61 του Κεφ.224 σε διόρθωση λαθών και παραλείψεων σε οποιοδήποτε πιστοποιητικό εγγραφής. Εν προκειμένω, προβλέπεται βάσει του εδαφίου
(2)του άρθρου 61 ότι - «Όταν λόγω λάθους, παράλειψης, ψευδούς βεβαίωσης ή ψευδούς παράστασης που έγινε καλή τη πίστει ή δόλια, διενεργηθεί οποιαδήποτε εγγραφή σε οποιοδήποτε βιβλίο Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου, ο Διευθυντής δύναται, μετά τη διαπίστωση των αληθινών γεγονότων, να προβεί σε ακύρωση της εγγραφής αυτής καθώς και κάθε πιστοποιητικού που σχετίζεται με αυτήν.». Το άρθρο 61
(3)προβλέπει ότι - «Καμία τροποποίηση, διόρθωση ή ακύρωση δεν διενεργείται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1)ή
(2)εκτός αν δοθεί από το Διευθυντή προηγούμενη ειδοποίηση τριάντα ημερών σε οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο δυνατό να επηρεάζεται από αυτή και οποιοδήποτε πρόσωπο δύναται, εντός της περιόδου των τριάντα ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία δόθηκε η ειδοποίηση αυτή, να καταχωρήσει ένσταση στο Διευθυντή, ο οποίος για τούτο εξετάζει αυτή και δίδει ειδοποίηση για την απόφασή του επί αυτής στον ενιστάμενο.». Αποφάσεις του Διευθυντή οι οποίες λαμβάνονται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 61 ανωτέρω, υπόκεινται σε αίτηση - έφεση ενώπιον Δικαστηρίου σύμφωνα με το Άρθρο 80 του Κεφ. 224, το οποίο προβλέπει ότι: «Κάθε πρόσωπο το οποίο έχει παράπονο κατά οποιασδήποτε διαταγής, ειδοποίησης ή απόφασης του ∆ιευθυντή, που διενεργήθηκε, δόθηκε ή λήφθηκε δυνάµει των διατάξεων του Νόµου αυτού δύναται, εντός τριάντα ηµερών από την ηµεροµηνία κοινοποίησης σε αυτόν της διαταγής αυτής, ειδοποίησης ή απόφασης να υποβάλει έφεση στο ∆ικαστήριο και το ∆ικαστήριο δύναται να εκδώσει επί αυτής τέτοιο διάταγµα ως ήθελε είναι δίκαιο αλλά, κανένα ∆ικαστήριο δεν επιλαµβάνεται οποιασδήποτε αγωγής ή διαδικασίας επί οποιουδήποτε ζητήµατος σε σχέση µε το οποίο ο ∆ιευθυντής έχει εξουσία να ενεργεί δυνάµει των διατάξεων του Νόµου αυτού, εκτός µε έφεση όπως προνοείται στο άρθρο αυτό: Νοείται ότι, το Δικαστήριο δύναται, αν ικανοποιηθεί ότι λόγω απουσίας από τη ∆ηµοκρατία, ασθένειας ή άλλης εύλογης αιτίας το παραπονούµενο πρόσωπο εµποδίζετο από του να υποβάλει έφεση εντός της περιόδου των τριάντα ηµερών, να παρατείνει την προθεσµία εντός της οποίας δύναται να υποβληθεί έφεση υπό τέτοιους όρους όπως αυτό ήθελε θεωρήσει σκόπιµο.». Ωστόσο, η εμβέλεια της αρμοδιότητας και των εξουσιών του Διευθυντή δυνάμει του άρθρου 61 του Κεφ. 224 έχει αποσαφηνιστεί με τη νομολογία κατά τρόπο περιοριστικό, ώστε να αποκλείει την επίλυση «διαφορών αναγόμενων στην ιδιοκτησία ακινήτου». Παραπέμπω στα όσα λέχθηκαν στην Μιχαήλ Χριστοδούλου Φανή ν. 1. Διευθυντή Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Κτήματος Λευκωσίας, 2. Ανδρέα Σάββα Κυτάλα, 3. Ανδρέα Παναγή Σάββα, κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1760͘: «Στη Φιλίππου ν. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 448, υποδείξαμε ότι η επίλυση κτηματικών διαφορών ουσίας κείται εκτός του πλαισίου του Άρθρου 61 του ΚΕΦ. 224. Όπως και πρόσφατα εξηγήσαμε, στην Ιωάννου ν. Κωνσταντίνου κ.ά.
(1999)1 A.A.Δ. 749, η εξουσία του Διευθυντή του Κτηματολογίου, βάσει του Άρθρου 61, περιορίζεται σε διορθώσεις «(α) λαθών και (β) παραλείψεων, οι οποίες διαπιστώνονται σε (ι) βιβλία, ή (ιι) σχέδια του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου, και (ιιι) στο πιστοποιητικό εγγραφής ακινήτου (τίτλος ιδιοκτησίας). Ό,τι υπόκειται σε διόρθωση είναι το λάθος ή η παράλειψη. Η διόρθωση σκοπεί στην αποκατάσταση της αυθεντικότητας των κτηματολογικών σχεδίων βιβλίων και εγγραφών.». Στην Abraham Hassidoff v. Paul Antoine-Aristide Santi and Others
(1970)1 C.L.R. 220 και σε σειρά μεταγενέστερων αποφάσεων, υπογραμμίζεται ότι η επίλυση διαφορών, αναγόμενων στην ιδιοκτησία ακινήτου ως εκ της φύσεώς τους, αποτελεί αρμοδιότητα των Δικαστικών Αρχών και υπάγονται στη δικαιοδοσία πολιτικού δικαστηρίου - (βλ., μεταξύ άλλων, Λιασίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 185. Φιλίππου ν. Στυλιανού, (ανωτέρω). Χ"Ιωάννου ν. Κωνσταντίνου κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 844. Νεοφύτου ν. Δ/ντή Κτηματολογίου
(1995)1 Α.Α.Δ. 842). Τα περιουσιακά δικαιώματα αποτελούν μέρος των αστικών δικαιωμάτων του ατόμου, η διάγνωση των οποίων ανάγεται αποκλειστικά στη δικαιοδοσία αρμόδιου δικαστηρίου - (βλ. Άρθρο 30.2 του Συντάγματος).» Παραπέμπω και στην πιο πρόσφατη απόφαση Κατερίνα Στυλιανού ν. 1. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, 2. G. & V. HADJIDEMOSTHENOUS LTD.
(2010)1 Α.Α.Δ. 1860, όπου λέχθηκαν τα εξής꞉ «Στο σημείο αυτό θα θέλαμε να υπενθυμίσουμε ότι με το δικονομικό μέτρο της έφεσης με βάση τις πρόνοιες του Αρθρου 80 του Κεφ. 224, ελέγχεται η νομιμότητα και ταυτόχρονα η ορθότητα της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου. Μάλιστα, εκεί όπου διαπιστώνεται ότι ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται το σύνολο των απαιτούμενων στοιχείων, παρέχεται δυνατότητα στο Δικαστήριο να εκδώσει οποιαδήποτε διαταγή κρίνει δίκαιη, ακόμα και να αντικαταστήσει την κρίση του Διευθυντή με τη δική του. Θα θέλαμε επίσης να υπενθυμίσουμε ότι η διόρθωση στην οποία ο Διευθυντής έχει, δυνάμει του Άρθρου 61 του Κεφ. 224, εξουσία να προβαίνει, συνιστά κατ' εξοχή διοικητική λειτουργία στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου, η οποία αποσκοπεί αποκλειστικά στην αποκατάσταση της αυθεντικότητας των κτηματολογικών σχεδίων, βιβλίων και εγγράφων και με κανένα τρόπο παρέχεται στο Διευθυντή εξουσία να επιλύει κτηματικές διαφορές ουσίας ή διαφορές που συνίστανται σε διεκδίκηση ακίνητης περιουσίας. (Βλ. Kofteros v. Theocharous
(1978)1 C.L.R. 619, Χατζηϊωάννου v. Κωνσταντίνου
(1993)1 Α.Α.Δ. 844, Διευθυντής Κτηματολογίου v. Α.Χ. Καρακωτού
(2005)1 Α.Α.Δ. 99 και Σταυρούλα Θ. Θέμη v. Πόπης Α. Χριστοδούλου
(2010)1 A.A.Δ. 1177).». Στην υπόθεση Παρασκευού Λοϊζού Θεοφίλου ν. Ανδρέα Χριστοδούλου Πολεμίτη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1349, ο εφεσίβλητος-ενάγων διεκδίκησε μέρος του τεμαχίου 294/1 το οποίο, όπως ισχυρίστηκε, απέκτησε με αγορά το 1956 και το οποίο λανθασμένα δεν γράφτηκε επ' ονόματί του και περιλήφθηκε στον τίτλο της εφεσείουσας-εναγομένης, ενώ εκείνο που ενεγράφη στο δικό του όνομα (τεμάχιο 295/1/2) δεν ήταν εκείνο που αγόρασε, ούτε εκείνο που καλλιεργούσε μέχρι σήμερα. Ολόκληρο το τεμάχιο 294/1 ήταν εγγεγραμμένο επ' ονόματι της εφεσείουσας-εναγομένης. Η εφεσείουσα-εναγομένη αμφισβήτησε τη θέση αυτή και επέμεινε ότι το επίδικο κτήμα ορθά περιλήφθηκε στον τίτλο της. Ο Διευθυντής του Κτηματολογίου δεν είχε αποφασίσει σε αίτηση του ενάγοντα και άφησε τους διάδικους να προσφύγουν στο Δικαστήριο για επίλυση της διαφοράς. Ο πρωτόδικος Δικαστής εξέτασε το θέμα ύπαρξης δικαιοδοσίας του και προχώρησε στην εκδίκαση της αγωγής. Το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε αυτεπάγγελτα το θέμα ως προς το κατά πόσο το Επαρχιακό Δικαστήριο μπορούσε να επιληφθεί του θέματος χωρίς προηγούμενη απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου. Το Ανώτατο αποφάνθηκε ότι, όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία, όπου απόφαση επί του θέματος δεν είναι δυνατή με απλή εξέταση των φακέλων του Κτηματολογίου και απαιτείται η λήψη μαρτυρίας, ενίοτε πολύπλοκης, τότε το θέμα πρέπει να άγεται απευθείας ενώπιον του Δικαστηρίου. Έτσι όπου το ζήτημα παρουσιάζεται ως λάθος στην εγγραφή ενώ στην ουσία πρόκειται για σοβαρή διαφορά που αφορά την κυριότητα ακίνητης ιδιοκτησίας, το Άρθρο 61 δεν τυγχάνει εφαρμογής. Κρίθηκε ότι η κρινόμενη περίπτωση, ήταν στην ουσία περίπτωση που αφορούσε νομικά δικαιώματα ιδιοκτησίας σε γη και ως εκ τούτου ορθά το θέμα αφέθηκε να αποφασιστεί από το Δικαστήριο και καλώς δεν ετέθη σε εφαρμογή η διαδικασία του Άρθρου 61 του Κεφ. 224. Ε.1.2. Εκτίμηση Δικαστηρίου επί του δικαιοδοτικού ζητήματος Για να μπορέσει το Δικαστήριο να διαμορφώσει άποψη ως προς το δικαιοδοτικό ζήτημα, θα πρέπει να λάβει υπόψη τη φύση της αξίωσης ως δικογραφείται στην Έκθεση Απαίτησης από τον Ενάγοντα και, ανταπαιτητικά, στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης από τους Εναγόμενους. Στην υπό κρίση αγωγή, στην όψη της δικογραφίας, ουδείς εκ των διαδίκων ζητεί να ελεγχθεί η νομιμότητα ή η ορθότητα των ενεργειών του Διευθυντή, για την αναδόμηση του αρχείου του Κτηματολογίου Κερύνειας, οι οποίες οδήγησαν στην έκδοση των δύο επίμαχων Βεβαιώσεων βάσει του άρθρου 10
(2)του Ν.44/84. Δεν υπάρχει αξίωση να κηρυχθούν παράνομες και άκυρες οι επίμαχες Βεβαιώσεις. Εγείρεται τεκμήριο νομιμότητας και κανονικότητας των ενεργειών του Διευθυντή. Είναι παραδεκτό ότι ο Διευθυντής, εκδίδοντας τις δύο επίμαχες Βεβαιώσεις κατ' επίκληση του άρθρου 10
(2)του Ν.44/84, διέκρινε ότι υφίσταται ιδιοκτησιακό ζήτημα και το άφησε ανοικτό για να επιλυθεί δικαστικά, εισάγοντας στις δύο επίμαχες Βεβαιώσεις τη σημείωση ότι «Η ιδιοκτησία του ακινήτου είναι διαφιλονικούμενη». Αυτή η ενέργειά του Διευθυντή δείχνει, κατά την κρίση μου, ότι και ο ίδιος αναγνώρισε ότι εκφεύγει των ορίων της δικής του εξουσίας δυνάμει του άρθρου 61 του Κεφ. 224 η έκδοση απόφασης η οποία να επιλύει την ιδιοκτησιακή διαφορά. Εφόσον ο Διευθυντής δεν θα μπορούσε να επιλύσει την εγερθείσα ιδιοκτησιακή διαφορά κατ' εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 61 του Κεφ. 224, δεν θα έπρεπε να αναμένεται από αυτόν να εκδώσει πρώτος απόφαση δυνάμει του εν λόγω άρθρου αναφορικά με το ποιος είναι ο πραγματικός ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου και έπειτα να προσβαλλόταν η απόφασή του αυτή δυνάμει του άρθρου 80 του Κεφ. 224 με αίτηση - έφεση ενώπιον πολιτικού Δικαστηρίου, προτού ή αντί να καταχωρηθεί αγωγή. Με το πιο πάνω σκεπτικό, κρίνω ότι το παρόν Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα να ακούσει την επίδικη ιδιοκτησιακή διαφορά. Στ. Η προσκομισθείσα μαρτυρία. Προς υποστήριξη της εκδοχής του Ενάγοντος, μαρτυρία έδωσαν꞉ Ο ίδιος ο Ενάγων («ο ΜΕ1»). Ο κ. Ιάκωβος Σάββα Χαραλάμπους, άλλως «Ιάκωβος Κατίρης», (στο εξής «ο μεσίτης ΜΕ2») που ήταν, ως η εκδοχή του Ενάγοντος, ο μεσίτης που ανέλαβε τη διεκπεραίωση της αγοραπωλησίας του επίδικου ακινήτου προ της εισβολής. Ο κ. Πέτρος Νικολάου Νεοφύτου (στο εξής «ο ΜΕ3»), ο οποίος είναι γιος του Νικόλαου Νεοφύτου που ήταν, ως η εκδοχή του Ενάγοντος, ένας εκ των πωλητών του επίδικου ακινήτου κατά το ½ μερίδιο σε αυτό. Προς υποστήριξη της εκδοχής των Εναγομένων, μαρτυρία έδωσαν꞉ Ο εμπειρογνώμονας δικαστικός γραφολόγος, κ. Μάριος Μαρκίδης (στο εξής «ο ΜΥ1»). Ο Εναγόμενος αρ. 1 (στο εξής «ο ΜΥ2»). Ο Κώστας Πολυδώρου (στο εξής «ο ΜΥ3»), ο οποίος είναι αδερφός των Εναγομένων αρ. 1 και
- Στο σύνολό της η δοθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου προφορική μαρτυρία η οποία δόθηκε ενόρκως, είναι πλήρως καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου. Επίσης, όσα έγγραφα κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως τεκμήρια κατά την ακροαματική διαδικασία βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου και αναφέρομαι σε αυτά κατά την ανάλυση της μαρτυρίας. Λόγω λεπτών ζητημάτων που εγείρονται προς αξιολόγηση, περιλαμβανομένων ισχυρισμών περί δόλου και πλαστογραφίας σε έγγραφο, επιλέγω να παραθέσω εκτενώς τη δοθείσα μαρτυρία. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, αναφέρομαι ειδικότερα σε εκείνα τα στοιχεία της μαρτυρίας τα οποία επέδρασαν στη διαμόρφωση της δικαστικής μου κρίσης και κατάληξης. Η μαρτυρία του ΜΕ1 Ο ΜΕ1 υιοθέτησε, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης κατατεθείσας και σημειωθείσας ως Έγγραφο Α. Κατ' ουσίαν, υιοθέτησε και επανέλαβε την εκδοχή γεγονότων ως είναι στην Έκθεσης Απαίτησης. Για να αποδείξει την εκδοχή ότι αυτός αγόρασε το επίδικο ακίνητο (με σημερινά στοιχεία Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Κερύνειας, Τμήμα 0, Φ/Σχ.11/12, Τεμ. 77, χωράφι στην περιοχή Χασάνη του χωριού Βασίλειας Κερύνειας) κατά ή περί την 16/8/1972 δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου από τους κ.κ. Ειρήνη Πωλυδώρου και Νικόλα Νεοφύτου έναντι του ποσού των ΛΚ3.500, μέσω της Κτηματικής Επιχείρησης «η ΣΤΕΓΗ», ο ΜΕ1 παρουσίασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α αντίγραφο ενός εγγράφου που τιτλοφορείται «Έγγραφος Εξουσιοδότησις» και το οποίο φέρει ημερομηνία 16.8.1972, το οποίο κατ' ισχυρισμόν το κατήρτισε ο μεσίτης Ιάκωβος Κατίρης (ΜΕ2) και υπογράφηκε από τους πωλητές κ.κ. Νικόλα Νεοφύτου και Ειρήνη Πωλυδώρου, με μάρτυρες τους κ.κ. Πέτρο Ν. Νεοφύτου και Ανδρέα Πολυδώρου. Στη βάση του ιδίου Τεκμηρίου 1 υπό Έγγραφο Α, ο ΜΕ1 στηρίχθηκε για να αποδείξει τον ισχυρισμό του ότι αυτός εξόφλησε το τίμημα πωλήσεως την 18.9.
- Ισχυρίσθηκε επίσης ο ΜΕ1 ότι μετά την εξόφληση του τιμήματος, αυτός μετέβη, στην παρουσία του μεσίτη Ιάκωβου Κατίρη (ΜΕ2), ο οποίος είχε το ανωτέρω κτηματομεσιτικό γραφείο «η ΣΤΕΓΗ», στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Κερύνειας, όπου το επίδικο ακίνητο μεταβιβάσθηκε στο όνομά του. Επέμεινε ο ΜΕ1 στη γραπτή του δήλωση στην εκδοχή, ότι μετά την Τουρκική εισβολή, όταν οι αρμόδιες αρχές εζήτησαν στοιχεία από τους ιδιοκτήτες των τεμαχίων που ευρίσκονται στην κατεχόμενη Κύπρο, αυτός προσήλθε στο αρμόδιο Κτηματολογικό γραφείο Κερύνειας και εδήλωσε το εν λόγω τεμάχιο ως ιδιοκτησία του. Ισχυρίστηκε επίσης ότι το ίδιο έπραξαν και οι εναγόμενοι 1 και 2, καθώς και οι άλλοι τρεις αδερφοί τους, με αποτέλεσμα, μετά τις δηλώσεις αυτές, να εκδοθεί στις 26.1.2007 από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Κερύνειας η «Βεβαίωση Ιδιοκτησίας Τουρκοκρατούμενου Ακινήτου», ως το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α. Στην εν λόγω Βεβαίωση εμφανίζονται τα εξής στοιχεία꞉ Διακριτικός αριθμός Όνομα Ιδιοκτήτη Διεύθυνση Μερίδιο Ημ. εγγραφής Αρ. Φακέλου [...] Γεωργίου Γεωργίου Χαράλαμπος [...] 1/1 [...] Ανδρέου Πολύδωρος [...] 1/10 07/11/2000 2/Α/161/2000 [...] Πολυδώρου Ανδρέα Δημήτρης [...] 1/10 07/11/2000 2/Α/161/2000 [...] Πολυδώρου Ανδρέα Κώστας [...] 1/10 07/11/2000 2/Α/161/2000 [...] Πολυδώρου Ανδρέα Χαράλαμπος [...] 1/10 07/11/2000 2/Α/161/2000 [...] Πολυδώρου Ανδρέα Κυριάκος [...] 1/10 07/11/2000 2/Α/161/2000 Όπου «[...]» - παρατίθενται στοιχεία, τα οποία δεν κρίνω αναγκαίο να παραθέσω. Πάνω από τον Πίνακα υπάρχει σημείωση ότι «Η ιδιοκτησία του ακινήτου είναι διαφιλονικούμενη». Κάτω από τον πίνακα υπάρχει η εξής Σημείωση꞉ «ΣΗΜΕΙΩΣΗ꞉ Το παρόν εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 10
(2)των περί Επαρχιακών Κτηματολογικών Γραφείων Αμμοχώστου και Κυρηνείας (Προσωριναί Διατάξεις) Νόμων του 1984 - 1990 (Αρ. 44/84, 51/86 και 78/90).». Προχώρησε ο ΜΕ1 και, για να αποδείξει την εκδοχή του ότι, μετά την έκδοση της ως άνω Βεβαίωσης από το Κτηματολόγιο, αυτός μίλησε τόσο με τους Εναγόμενους 1 και 2 όσο και με τα τρία άλλα αδέρφια τους και ότι εκείνοι συμφώνησαν ότι θα αποδέχονταν να μεταβιβασθεί ολόκληρο το ακίνητο επ' ονόματί του, παρουσίασε και κατέθεσε τα εξής τεκμήρια꞉ Ως Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α, το Ειδικό Πληρεξούσιο Έγγραφο, ημερ. 27.1.2007, το οποίο φέρεται να είναι υπογραμμένο από τον αδερφό των Εναγομένων, κ. Δημήτρη Πολυδώρου και δυνάμει του οποίου αυτός εμφανίζεται να διορίζει και αποκαθιστά ειδικό πληρεξούσιο και αντίκλητό του τον δικηγόρο κ. Στυλιανό Γ. Στυλιανού εκ Λευκωσίας, όπως μεταβεί ενώπιον του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Κερύνειας και διενεργήσει κάθε τι το οποίο είναι κατά Νόμο απαραίτητο για τη μεταβίβαση επ ονόματι του Χαράλαμπου Γεωργίου (ΜΕ1) το 1/10 μερίδιο του επίδικου ακινήτου, καθώς επίσης εξουσιοδοτείται ο εν λόγω δικηγόρος να υπογράφει εκ μέρους του Δημήτρη Πολυδώρου οποιοδήποτε έγγραφον ή δήλωσιν και οτιδήποτε νόμιμα απαιτηθεί για διεκπεραίωση της ανωτέρω αναφερόμενης εντολής. Ως Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α, το Ειδικό Πληρεξούσιο Έγγραφο, ημερ. 29.1.2007, το οποίο φέρεται να είναι υπογραμμένο από τον Κώστα Πολυδώρου και το οποίο περιέχει τους ίδιους όρους εντολής προς τον ειδικό αντιπρόσωπο - δικηγόρο κ. Στυλιανό Γ. Στυλιανού, με τα ίδια δικαιώματα ως ανωτέρω περιγράφονται στο Τεκμήριο
- Ως Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α, την επιστολή ημερ. 30.1.2007, η οποία φέρεται να υπογράφεται από τον αδερφό των Εναγομένων, κ. Πολύδωρο Ανδρέου και από τον δικηγόρο κ. Στυλιανό Γ. Στυλιανού εκ μέρους των Δημήτρη Πολυδώρου και Κώστα Πολυδώρου, η οποία επιστολή απευθύνεται προς το Διευθυντή Κτηματολογίου Κερύνειας και αναφέρει τα εξής꞉ «Επισυνάπτομεν αντίγραφο της επιστολής ιδιοκτησίας του κτήματος με αρ. εγγραφής 0/705 Φ/Σχ.11/12, τεμάχιο 77, εμβαδόν 6355 τ.μ. στο οποίο φαίνεται ότι είμαστε συνιδιοκτήτες ανά 1/10 μερίδιον έκαστος. Δια της παρούσης επιστολής μας δηλούμεν ότι λανθασμένα γραφτήκαμεν ως συνιδιοκτήτες. Το κτήμα αυτό ανήκει ολόκληρο στον συγχωριανό μας Χαράλαμπο Γεωργίου αρ. ταυτ. [...], [στοιχεία διευθυνσης]. Δεν φέρουμεν καμμίαν ένσταση να μεταβιβάσετε τα μερίδια μας ολόκληρα στα πιο πάνω.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Ως Τεκμήριο 6 υπό Έγγραφο Α, το έγγραφο ημερ. 19.11.2006, που τιτλοφορείται «Υπεύθυνη Δήλωση» και στην οποία αναφέρονται τα εξής꞉ «Εμείς οι υποφαινόμενοι Ανδρέου Πολύδωρος, Πολυδώρου Δημήτρης, Πολυδώρου Κώστας, Πολυδώρου Χαράλαμπος και Πολυδώρου Κυριάκος, δηλώνουμε υπεύθυνα ότι το χωράφι με αρ. σχεδίου 77 που βρίσκεται στην περιοχή «Χασάνη» στη Βασίλεια, Επαρχίας Κερύνειας, ανήκει εξολοκλήρου στο Χαράλαμπο Γεωργίου αρ. ταυτ. [...]». Σημειωτέον ότι τη Δήλωση, ως το Τεκμήριο 6 ανωτέρω, την υπογράφουν όλοι οι ως άνω αναφερόμενοι (περιλαμβανομένου του Εναγόμενου 2 - Κυριάκου Πολυδώρου), πλην του Χαράλαμπου Πολυδώρου, που είναι ο Εναγόμενος 1 στην παρούσα αγωγή, ο οποίος αρνήθηκε να την υπογράψει. Ισχυρίζεται ο ΜΕ1 στην παρα. 22 της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Α), ότι, ενώ ο Εναγόμενος 2, Κυριάκος Πολυδώρου, είχε υπογράψει και αυτός την Υπεύθυνη Δήλωση (ως το Τεκμήριο 6 υπό Έγγραφο Α), εντούτοις στη συνέχεια δεν ήθελε να υλοποιήσει το τί υπέγραψε και δια τούτο ενάγεται μαζί με τον 1ον εναγόμενο. Επισημαίνω ότι τα Τεκμήρια 3, 4, 5 και 6 υπό Έγγραφο Α, ανωτέρω, φέρουν τη σφραγίδα του Κοινοτάρχη Βασίλειας Κερύνειας, κ. Μιχαλάκη Γεωργίου, ο οποίος δηλώνει ότι πιστοποιεί ότι οι υπογραφές των Δημήτρη Πολυδώρου (Τεκμήριο 3), Κώστα Πολυδώρου (Τεκμήριο 4), Πολύδωρου Ανδρέου (Τεκμήριο 5), τέθηκαν στην παρουσία του. Όσον αφορά την Υπεύθυνη Δήλωση (Τεκμήριο 6) ο ίδιος κοινοτάρχης δηλώνει ότι βεβαιώνει τις εκεί παρατιθέμενες υπογραφές, χωρίς να αναφέρει αν τέθηκαν στην παρουσία του. Είναι όμως ο ισχυρισμός του ΜΕ1 ότι ήταν στην παρουσία του κοινοτάρχη που τέθηκαν οι υπογραφές (βλ. παρα. 22 του Εγγράφου Α). Περαιτέρω, ο ΜΕ1 παρουσίασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο, ως το Τεκμήριο 7 υπό Έγγραφο Α, τη νέα «Βεβαίωση Ιδιοκτησίας Τουρκοκρατούμενου Ακινήτου», ημερ. 1/2/2007, στην οποία απαλείφονται πλέον από τον προπαρατεθέντα πίνακα τα ονόματα των Δημήτρη Πολυδώρου, Κώστα Πολυδώρου και Πολύδωρου Ανδρέου οι οποίοι είχαν υπογράψει τα Τεκμήρια 3, 4, 5 και
- Ο πίνακας ιδιοκτησίας διαμορφώνεται ως εξής꞉ Διακριτικός αριθμός Όνομα Ιδιοκτήτη Διεύθυνση Μερίδιο Ημ. Εγγραφής Αρ. Φακέλου [...] Γεωργίου Γεωργίου Χαράλαμπος [...] 1/1 [...] Πολυδώρου Ανδρέα Χαράλαμπος [...] 1/10 07/11/2000 2/Α/161/2000 [...] Πολυδώρου Ανδρέα Κυριάκος [...] 1/10 07/11/2000 2/Α/161/2000 Εξακολουθεί να υπάρχει στην πιο πάνω νέα Βεβαίωση, η σημείωση ότι «Η ιδιοκτησία του ακινήτου είναι διαφιλονικούμενη» καθώς και ότι «Το παρόν εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 10
(2)των περί Επαρχιακών Κτηματολογικών Γραφείων Αμμοχώστου και Κυρηνείας (Προσωριναί Διατάξεις) Νόμων του 1984 - 1990 (Αρ. 44/84, 51/86 και 78/90).». Το παράπονο του ΜΕ1 είναι οι Εναγόμενοι 1 και 2 αρνούνται συστηματικά να προχωρήσουν στην μεταβίβαση των μεριδίων τους επ' ονόματί του, με αποτέλεσμα να στερείται του δικαιώματος ιδιοκτησίας επί του όλου μεριδίου του εν λόγω ακινήτου (βλ. την παρα. 17 του Εγγράφου Α), γι' αυτό και εξαιτείται απόφαση δια της οποίας αυτοί να εξαναγκάζονται να του το μεταβιβάσουν (βλ. παρα. 23 του Εγγράφου Α). Κατόπιν διευκρινιστικής ερώτησης που τέθηκε στον ΜΕ1 από το συνήγορό του, αν ο ίδιος ήταν προσωπικά παρών όταν υπογράφηκε το Έγγραφο Εξουσιοδότησης ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α (που είναι αντίγραφο του Έγγραφου Στ), ο ΜΕ1 απάντησε ως εξής (βλ. τα πρακτικά της δικασίμου 18/2/2015)꞉ «Εγώ δεν είχα ιδέα ότι έγινε αυτό το έγγραφο και όταν το 2006 επήγα να μεταβιβάσω την περιουσία στα κατεχόμενα στα παιδιά μου, είδα ότι ήταν διαφιλονικούμενη. Τότες εζήτησα από το Κτηματολόγιο να μου πουν ποιος ήταν ο άλλος και μου έδωσε τα ονόματα των 5 αδερφών, τα παιδιά της Ειρήνης Πολυδώρου. Ο Πολύδωρος Ανδρέου, ο Δημήτρης Πολυδώρου, ο Κώστας Πολυδώρου, ο Κυριάκος Πολυδώρου και ο Χαράλαμπος Πολυδώρου. Μετά εσυνάντησα διαδοχικά όλα τ' αδέρφια. Τα 3 αδέρφια εδέχτηκαν και είπαν ότι πράγματι είναι δικό μου». Εξήγησε ο ΜΕ1 πώς περιήλθε στην κατοχή του το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α, και συγχρόνως ήταν αποκαλυπτικός για το ποια ήταν τα άτομα με τα οποία είχε επαφή προτού καταχωρήσει την υπό κρίση αγωγή. Σχετικό το εξής απόσπασμα από τις διευκρινιστικές απαντήσεις που έδωσε κατά τη δικάσιμο ημερ. 18/2/2015꞉ «Όταν έψαξα μετά με τον Ιάκωβο Κατίρη, μου λέει έφερα ένα χαρτί το οποίο έκαμνα συμβόλαιο τζιαι άσε με να το ψάξω να το βρω. Πράγματι, έψαξε και μου τηλεφώνησε, «έλα τζιαι ήβρα τη συμφωνία που έκαμα μαζί τους». Τότες επήγα στο μαγαζί του και ήβραμε πράγματι το Τεκμήριο
- Το οποίο όταν είδα ποιοι ήταν υπογεγραμμένοι, ήταν η Ειρήνη Πολυδώρου, ο Νικόλας Νεοφύτου και μάρτυρες ο Πέτρος Ν. Νεοφύτου και ο Ανδρέας Πολυδώρου. Τότες ερώτησα τον Πέτρο Νεοφύτου «Ρε φίλε, τούτη η υπογραφή είναι δική σου;» Και μου λέει «Ναι». Είπα του την κουβέντα ότι το κτήμα το αγόρασα και μου λέει «Ξέρω ότι το αγόρασες». «Αλλά τα ξαδέρφια σου», του λέω, γιατί τυγχάνει να είναι 1α ξαδέρφια με τον Νεοφύτου, «αρνούνται να μου το μεταβιβάσουν». Μου λέει «εντάξει, κάμε τζι' εσύ ό,τι νομίζεις». Τζιαι αποφάσισα να έρθω στο Δικαστήριο.». Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΕ1 επανέλαβε τη θέση ότι μέχρι το 2006 αυτός δεν ήξερε καθόλου για την ύπαρξη του εγγράφου ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α (και αντίστοιχα του Έγγραφου Στ). Ούτε ενδιαφέρθηκε ποτέ προηγουμένως να το δει, αφού, ως η εκδοχή του, το επίδικο ακίνητο είχε γραφτεί στο όνομά του το 1972 στην παρουσία του εσίτη (ΜΕ2), της Ειρήνης Πολυδώρου και του Νικόλα Νεοφύτου. Περαιτέρω, κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΕ1 ισχυρίσθηκε ότι - · «Μετά το '75, αν δεν λανθάνομαι, όταν εγίναμε πρόσφυγες και επήγαμε στη Λεμεσό, το εξαναδήλωσα στο Κτηματολόγιο της Λεμεσού ότι ήταν δικό μου.», και · «Βεβαίως, ήρτε το Κτηματολόγιο στη Λεμεσό, ο Χατζηκωνσταντής συγκεκριμένα του Κτηματολογίου, και πήγαμε και δηλώσαμε όλες τις περιουσίες που είχαμε περιλαμβανομένου και αυτού». Αντεξετάσθηκε ο ΜΕ1 όσον αφορά τις κατ' ιδίαν συναντήσεις που αυτός είχε με τους Εναγόμενους και τα αδέρφια τους για να τους πείσει να του μεταβιβάσουν το μερίδιο τους. Ισχυρίστηκε ότι ήξερε τα σπίτια όλων των παιδιών της Ειρήνης Πολυδώρου, με εξαίρεση του Κώστα που δεν το ήξερε και γι' αυτό του τηλεφώνησε ο αδερφός του ο Δημήτρης και ήρθε στο σπίτι του Δημήτρη και του υπέγραψε. Ισχυρίστηκε επίσης ότι έπαιρνε μαζί του τον Κοινοτάρχη σε κάθε σπίτι που πήγαινε, για να πιστοποιεί την υπογραφή, εκτός στην περίπτωση του Χαράλαμπου Πολυδώρου που ο κοινοτάρχης δεν ήταν παρών διότι τον ειδοποίησε ο γιος του που ήταν γιατρός στο νοσοκομείο ότι κάτι έγινε και έτσι ο κοινοτάρχης έπρεπε να φύγει. Παραδέχθηκε ο ΜΕ1 κατά την αντεξέτασή του ότι αυτός πληροφορήθηκε από τον Χαράλαμπο Πολυδώρου (Εναγόμενο αρ. 1) το 2007, όταν του ζήτησε να υπογράψει για να γινόταν η μεταβίβαση του μεριδίου του στο όνομά του, ότι η μητέρα του, Ειρήνη Πολυδώρου, δεν ήξερε να υπογράφει. Περιέγραψε ο ΜΕ1 ότι η δική του αντίδραση στο άκουσμα των όσων του είπε ο Χαράλαμπος Πολυδώρου ως εξής: «Εγώ του επανάλαβα ότι δεν ξέρω ούτε ποιος υπέγραψε ούτε ποιος δεν υπέγραψε. Εγώ βλέπω τις υπογραφές τους εδώ.». Ισχυρίστηκε ο ΜΕ1 ότι τα άλλα αδέρφια του Χαράλαμπου Πολυδώρου, δηλαδή ο Πολύδωρος Ανδρέου και ο Δημήτρης Πολυδώρου, του δήλωσαν προφορικά ότι πιστοποιούσαν την υπογραφή του πατέρα τους και ότι πιθανόν να υπέγραψε ο πατέρας τους για τη μητέρα τους. Περαιτέρω, ο ΜΕ1 παραδέχθηκε κατά την αντεξέτασή του ότι είχε ενημερωθεί προφορικά από το δικηγόρο του για την επιστολή, ημερ. 14.3.2007 (βλ. το τεκμήριο σημειωθέν ως Έγγραφο Β) που παρέλαβε από τη δικηγόρο κα Ελένη Βραχίμη κατ' εντολή του πελάτη της, κου Χαράλαμπου Πολυδώρου (Εναγόμενου αρ. 1) και στην οποία εδήλωνε ότι - «Ουδέποτε η αποβιώσασα μητέρα του πελάτη μου υπέγραψε το πωλητήριο έγγραφο στο οποίο αναφέρεστε στην επιστολή σας. Επομένως, ουδεμία μεταβίβαση πρόκειται να γίνει επ' ονόματί του πελάτη σας. Προχωρούμε σε καταγγελία στην αστυνομία προς διερεύνηση του όλου θέματος». Όταν υποβλήθηκε στον ΜΕ1 ότι σύμφωνα με την εμπιστευτική έκθεση ειδικού εμπειρογνώμονα γραφολόγου, η υπογραφή στο Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α δεν είναι της Ειρήνης Πολυδώρου και δεν έγινε από τον άντρα της, η αντίδραση του ήταν ότι «Εγώ να απαντήσω για 10η φορά ότι δεν ήμουν παρών στις υπογραφές». Η μαρτυρία του ΜΕ2 Ο ΜΕ2 υιοθέτησε, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης, κατατεθείσας και σημειωθείσας ως Έγγραφο Ε. Σε αυτήν ο ΜΕ2 αναφέρει꞉ Πρώτον, ότι κατά ή περί το 1972 επαγγελλόταν κτηματομεσίτης στην επαρχία Κερύνειας με την ονομασία Κτηματικαί Επιχειρήσεις «η ΣΤΕΓΗ». Δεύτερον, ότι κατά ή περί την 16.8.72 οι κ.κ. Νικόλας Νεοφύτου και Ειρήνη Πολυδώρου, του υπέγραψαν έγγραφο εξουσιοδότηση για να εξεύρει αγοραστή και να πωλήσει το επίδικο ακίνητο. Παρουσίασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο, ως Έγγραφο Στ, το πρωτότυπο έγγραφο της εν λόγω «Έγγραφου Εξουσιοδότησις», το οποίο είχε συνταχθεί από τον ίδιο και, ως ήταν η θέση του ΜΕ2, αυτός το έφερε μαζί του στις ελεύθερες περιοχές μαζί με άλλα έγγραφα που αφορούσαν τη δουλειά του. Ήταν η θέση του ΜΕ2 ότι το εν λόγω έγγραφο το υπέγραψαν οι Νικόλας Νεοφύτου και η Ειρήνη Νεοφύτου, διευκρινίζοντας συγχρόνως ότι (βλ. την παρα. 8 του Εγγράφου Ε) «η κ. Ειρήνη επειδή δεν υπέγραφε εζήτησε από το σύζυγο της και υπέγραψε εκείνος για λογαριασμό της». Παρόντες στην υπογραφή ήταν, ως η θέση του ΜΕ2, ο Πέτρος Ν. Νεοφύτου και ο Ανδρέας Πολυδώρου, οι οποίοι υπέγραψαν ως μάρτυρες. Τρίτον, ότι αυτός βρήκε ως αγοραστή τον Ενάγοντα, ο οποίος εξόφλησε το τίμημα αγοράς στις 18.9.1972 και πήγαν τότε όλοι μαζί, περιλαμβανομένου του ΜΕ2, στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Κερύνειας, όπου έγινε η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι του Ενάγοντος. Τέταρτον, ότι (βλ. την παρα. 11 του Εγγράφου Ε) «Μετά την εισβολή τα παιδιά των Νικόλα Νεοφύτου και Ειρήνης Πολυδώρου δεν γνωρίζω γιατί, εδήλωσαν και αυτοί το επίδικο ακίνητο δικό των, κάτι που δεν έκαναν οι γονείς των.». Πέμπτον, ότι όταν εκδόθηκε η Βεβαίωσης Ιδιοκτησίας Τουρκοκρατούμενων Ακινήτων ημερ. 26.1.2007, επισκέφθηκε τον ΜΕ2 ο Ενάγων και, αφού μεσολάβησε ο ΜΕ2, πείσθηκαν τα τρία από τα πέντε αδέρφια και με δηλώσεις τους προς το Κτηματολόγιο αναγνώρισαν ότι από λάθος έπραξαν ό,τι έπραξαν και έτσι το μερίδιό τους μεταβιβάσθηκε επ ονόματι του Ενάγοντος. Κατόπιν διευκρινιστικών ερωτήσεων του δικηγόρου του, ο ΜΕ2 αφηγήθηκε όσα έλαβαν χώρα το 1972 μετά τη σύνταξη του Εγγράφου Στ ως εξής꞉ «Έκαμα προσπάθεια εγώ να έβρω πελάτη να το πουλήσω, διότι η Ειρήνη Πολυδώρου εν τζιαι 1η μου εξαδέρφισα και μου σύστησε, «ρε Ιάκωβο βοήθα με να το πουλήσω διότι έχω γιο που εν να παντρέψω και να τον βοηθήσω να τελειώσει το σπίτι του». Αθυμούμαι τις δουλειές μου που έκαμνα τζιήνον τον καιρό, θωρώ τα γραψίμια μου και εν γι' αυτό που συγκινούμαι. Μάλλον η Ειρήνη μου λέει «αν το πουλήσεις σύντομα, διώ σου τζιαι 100 λίρες». Έτο, γράφει το πάνω στο χαρτί, 1η παράγραφο του εγγράφου. Εγώ λαλώ της «μακάρι να έβρω να το πουλήσω, τζιαι εν πειράζει, μπορεί τζιαι να μεν πιάσω τζιαι καθόλου», τζιαι όπως τζιαι εν έπιασα. Εχάρισα τους τα. Εγώ έκαμα τις ενέργειες μου τζιαι ήβρα πελάτη. Ήταν ο Χαράλαμπος Γεωργίου. Εγώ όταν εβρήκα τον Χαμπή για αγοραστή, επήγα στο καφενείο της Ειρήνης τζιαι της είπα ήβρα αγοραστή. Λαλεί μου το κτήμα ρίζουμε το 2 άτομα, ο θκειος μου ο Νικόλας Νεοφύτου τζιαι εγώ. Λέω της εγώ πρέπει να τον ειδοποιήσεις τζιαι τζιήνον αν εν δεκτός με την τιμή που προσφέρουμε, να εν παρών τζιαι τζιήνος στο χαρτί που εν να κάμουμεν. Ο άνθρωπος την επόμενη ήρθε με το γιο του τον Πέτρο. Έκαμα εγώ το έγγραφο, είδα τους, υπέγραψε ο Νικόλας Νεοφύτου, ήξερε γράμματα, υπέγραψε ως ιδιοκτήτης ο ίδιος, τζια δίπλα υπέγραψε μάρτυρας ο γιος του ο Πέτρος Νικολάου. Ε λαλώ τους, θέλουμε ακόμα ένα μάρτυρα τζιαι να υπογράψεις τζιαι εσύ Ειρήνη. Λαλεί η Ειρήνη «εν ηξέρω εγώ να υπογράψω ρε Ιάκωβε». Λαλώ της εγώ «εν να υπογράψει ο άντρας σου, διέταξε ποιον θέλεις». Επροτίμησα εγώ ο άντρας της να υπογράψει τζιε μετά έβαλα τον τζιε υπόγραψε τζιαι ως μάρτυρας διότι έπρεπε να έχει δύο μάρτυρες. Υπέγραψε ο άντρας της εκ μέρους της Ειρήνης και ξεχωριστά ο ίδιος σαν μάρτυρας. Πας στο ππούλλιν έβαλε το όνομα της γυναίκας του ως ιδιοκτήτριας τζιαι που την άλλη ο ίδιος ως μάρτυρας. Δεν ήταν παρών ο αγοραστής. Τούτο έγινε την προηγούμενη μέρα τζιαι είπα τους εγώ την επόμενη που ήταν να ανοίξει η συνεργατική να πιάσει τα λεφτά να το πληρώσει το κτήμα. Όπως τζι' έγινε. Το πρωί στις 18.9.72, ήρθε, απόσυρε τα λεφτά που τη Συνεργατική και οι ιδιοκτήτες ήταν μέσα στο γραφείο μου και επεριμέναμεν τον να φέρει τα λεφτά. 'Εφερε τα λεφτά, τους τα έδωσε, εμοιράσαν τα, τζιε εμπήκαμεν στο αυτοκίνητο και επήγαμεν στην Κερύνεια για τιτλοποίηση αυθημερόν. Σαν επηέναμεν στην Κερύνεια, ερώτησα την Ειρήνη αν έφερε το κοτσιάνι μαζί της. «Α Παναγία μου», λαλεί μου, «εξήασα να το πιάσω». Ερώτησα το Νικόλα «εσύ έπιασες το;», λαλεί μου «ναι, έπιασα το». Σχεδόν ήμασταν στο μισό δρόμο προς την Κερύνεια. Λέω τους, «εν θα στραφούμεν για ένα κοτσιάνι, άμαν το βαστά ο κ. Νικόλας, οι ανθρώποι ξέρουν με στο Κτηματολόγιο τζιε εν να τα κανονίσουν, εν να βάλουν το όλον», όπως τζιε έγινε. Εγίνην η δήλωση, υπογράψαν τζιαμέ, εβκήκαμεν έξω, ήπιαν καφέ, τζιε επήαμεν στη Βασίλεια πάλε. Μάλλον εκάμαν τζιε χειραψία με το Χαμπή τζιε είπαν του «να το σιέρεστε».Τζαι ύστερα επήαμεν στον καφενέ απέναντι. Ο δρόμος εχώριζε το κτηματολόγιο που τον καφενέ. Ήταν το Κτηματολόγιο και τα γραφεία των Δικηγόρων.» Αντεξετάζοντας τον ΜΕ2, ο συνήγορος Υπεράσπισης αμφισβήτησε την ιδιότητα και το δικαίωμα του ΜΕ2 να ενεργεί ως μεσίτης. Για να αποδείξει ότι αυτός ήταν μεσίτης στο επάγγελμα με δικαίωμα να ενεργεί ως αντιπρόσωπος για λογαριασμό του Κτηματομεσιτικού Γραφείου «Η ΣΤΕΓΗ», ο ΜΕ2 κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο (βλ. το Έγγραφο Ζ), το βιβλίο που περιέχει μονοσέλιδα έντυπα με τίτλο «Έγγραφος Εξουσιοδότησις». Στο εξώφυλο του εν λόγω βιβλίου υπάρχει χειρόγραφη σημείωση ότι «Παραδίδεται εις Ιάκωβο Σάββα από Βασίλεια 21/7/71» και προσυπογράφεται από τον «Ε. Βασιλειάδη», ο οποίος φέρεται εκ της σφραγίδας που υπάρχει στα έντυπα που εσωκλείονται στο εν λόγω βιβλίο, να είναι ο ιδιοκτήτης του κτηματομεσιτικού γραφείου. Όλη η έμφαση της αντεξέτασης του ΜΕ2 περιστράφηκε γύρω από το Έγγραφο Στ όσον αφορά το ποιοι ήταν παρόντες κατά την κατάρτισή του και ποιος τοποθέτησε την υπογραφή «Ειρήνη Πολιδόρου» υπό τον τίτλο «Ιδιοκτήτης». Ισχυρίστηκε ο ΜΕ2 ότι, αν και ο ίδιος γνώριζε ότι η Ειρήνη Πολυδώρου δεν υπέγραφε παρά μόνο με το σημείο του αντίχειρά της, εντούτοις εκείνος δέχτηκε να υπογράψει ο άντρας της στη θέση της, εφόσον εκείνη «πρόσταξε» να γίνει αυτό και έτσι του έδειξαν εμπιστοσύνη και οι υπόλοιποι. Κληθείς να εξηγήσει ο ΜΕ2 πώς συμβαίνει να υπέγραψε ο σύζυγος της Ειρήνης Πολυδώρου, Ανδρέας Πολυδώρου ως μάρτυρας με έναν τύπο γραφής και να υπέγραψε στη θέση της συζύγου του ο ίδιος άνθρωπος με άλλο τύπο γραφής και με ορθογραφικά λάθη, ο ΜΕ2 επέμεινε ότι αυτός «είδε με τα δύο του μάτια» ότι ο Αντρέας Πολυδώρου υπέγραψε και στα δύο σημεία και ότι δεν θα μπορούσε να τον πιάσει ο ίδιος από το αυτί ωσάν να ήταν καθηγητής αν έκανε κάποια ορθογραφικά. Πρόσθεσε ο ΜΕ2 ότι, εξ όσων ο ίδιος γνώριζε, ο Αντρέας Πολυδώρου ούτε τρίτη τάξη δημοτικού δεν θα τέλειωσε, διότι οι γονείς τους ήταν γεωργοί και δύο τρία χρόνια αν πήγαιναν σχολείο τον καιρό εκείνο. Παρατήρησε, μάλιστα, ο ΜΕ2 ότι εκείνος ήταν βέβαιος για την αλήθεια όσων δήλωνε, ενώ δεν είχε εμπιστοσύνη στα μηχανάκια που χρησιμοποιούν οι γραφολόγοι διότι σήμερα γίνονται πολλές δωροδοκίες. Υποβλήθηκε καταληκτικά στον ΜΕ2 ότι ο Αντρέας Πολυδώρου ουδέποτε υπέγραψε στο Έγγραφο Στ. Αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση ο ΜΕ2, λέγοντας «Λανθάνεστε». Κατόπιν διευκρινιστικής ερώτησης του Δικαστηρίου «Ο άντρας της πότε λέτε εσείς ότι υπόγραψε, πριν να πουληθεί ή μετά που βρήκετε τον αγοραστή;», ο ΜΕ2 απάντησε λέγοντας «Τη μέρα που εθέλαν Λ.Κ.3500 το χωράφι». Κατόπιν νέας διευκρινιστικής ερώτησης του Δικαστηρίου «Την υπογραφή τούτη που αμφισβητούν οι άλλοι, που εσείς λέτε έβαλεν την ο άντρας της, μετά που σας πρόσταξε η ίδια να τη βάλει ο άντρας της, εκείνη τη μέρα που έγινε το γεγονός που υπογράφηκε, δεν είχε βρεθεί ήδη ο αγοραστής;», ο ΜΕ2 απάντησε λέγοντας «Το έγγραφο τούτο, που έγινε να πούμεν, εν ο Νικόλας τζιαι ο τούτος, εν ήταν ο αγοραστής τζιαμέ. Αλλά η κοπέλα ερώτησε με που έτυχε τζαι περνούσαμε «ρε Κυριάκο επούλησες το χωράφι;», λαλώ της «ακόμα, εν το πούλησα, θα το πουλήσουμε σύντομα» λέω της».». Σε σχέση με κοτσιάνι, σε κάποιο σημείο της αντεξέτασής του, αμέσως μετά το διάλειμμα της δικασίμου ημερ. 4.5.2015, ο ΜΕ2 άφησε να νοηθεί ότι η Ειρήνη Πολυδώρου του παρέδωσε το κοτσιάνι για να πουλήσει το χωράφι, αλλά αμέσως πιο κάτω ο ίδιος μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι, τη μέρα που θα γινόταν η μεταβίβαση, η Ειρήνη εξέχασεν να πάρει το κοτσιάνι μαζί της και ότι το είχε δώσει στο γιο της υπεύθυνο αλλά το ξέχασε. Ο ΜΕ2 υπεραμύνθηκε του καλού του χαρακτήρα. Κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο σημειωθέν «Έγγραφο Θ» το διορισμό του στη θέση «Ειδικού Αστυφύλακα της Δημοκρατίας» την 25.2.
- Ο ΜΕ2 έδειξε κατά την αντεξέτασή του να αγνοεί το γεγονός ότι η Ειρήνη Πολυδώρου είχε δηλώσει, μετά το 1974, ότι το επίδικο ακίνητο εξακολουθούσε να αποτελεί ιδιοκτησία της. Προέβηκε μάλιστα στη διατύπωση του εξής θετικού ισχυρισμού꞉ «Η τιμιότητά της, όι να την κρίνω εγώ, μόνο ότι ήταν τίμια και ειλικρινής, αλλά όταν ήρτε πρόσφυγας στη Λεμεσό, δεν επήγε να πάει στο Κτηματολόγιο να το δηλώσει ότι εν πάνω της το χωράφι. Τζαι έτσι μετά το θάνατό της επήαν τα κοπελούθκια της και δηλώσαν το.». Όταν υποδείχθηκε στον ΜΕ2 από το συνήγορο Υπεράσπισης, η Δήλωση της Ειρήνης Δημήτρη Κατίρη που εσωκλείεται στην Έκθεση του ΜΥ1 (βλ. τις τελευταίες τρεις σελίδες του Έγγραφου Η), με την οποία αυτή δήλωνε προς το Κτηματολόγιο ότι κατά την 20η Ιουλίου 1974 ήταν η αδιαφιλονίκητος ιδιοκτήτης διαφόρων τεμαχίων, μεταξύ των οποίων και το επίδικο ακίνητο κατά ½ μερίδιο, ο ΜΕ2 αντέδρασε λέγοντας «Δεν είναι δικό της, τζείνο μπορεί να το κάμει οποιοσδήποτε τούτο το πράγμα. Φαίνεται τζήνος που το έκαμε τζείνο το σταυρούι.». Όταν στη συνέχεια επεξηγήθηκε από το συνήγορο Υπεράσπισης ότι το σύμβολο του σταυρού έγινε στο σημείο όπου έβαλε το σημείο του αντίχειρα της με μελάνι η Ειρήνη Πολυδώρου ως η υπογραφή της, ο ΜΕ2 αντέδρασε εκ νέου λέγοντας τα εξής꞉ «Δεν νομίζω να έκαμε έτσι λάθος η κοπελούα να επήε να δηλώσει έτσι ψέματα, ήταν τόσο ειλικρινής που δεν καταδέχετουν τζαι τίμια κοπελλούα ήταν τζιαι ποούλα, δεν νομίζω να καταδέχετουν να κάμει έτσι ψέμα η ίδια τζαι να βάλει τούτον το πράγμα. [...] Τούτο μπορεί να το εκάμαν τα παιδιά και δήλωσαν την παρούσα τζαι εβάλαν το δακτύλι της τζιαμέ. Τούτο το πράγμα γίνεται.». Υποβλήθηκε στον ΜΕ2 ότι η Ειρήνη Πολυδώρου ήταν ζωντανή μέχρι το 1992, κάτι το οποίο εκείνος ισχυρίστηκε ότι αγνοούσε επειδή κατ' ισχυρισμόν κατοικούσαν σε διαφορετικές πόλεις μετά την εισβολή. Υποβλήθηκε στον ΜΕ2꞉ Ότι όλα όσα αφηγήθηκε αναφορικά με την δήθεν πώληση του επίδικου ακινήτου στην παρουσία της Ειρήνης Πολυδώρου είναι προϊόν της φαντασίας του. Ότι το Έγγραφο Στ αποτελεί πλαστό έγγραφο το οποίο αυτός κατήρτισε σε συνεργασία με τον Ενάγοντα για να ξεγελάσει την Ειρήνη Πολυδώρου και τα παιδιά της και να προσποριστεί το όφελος αυτός και ο Ενάγων. Ότι στη συνεργασία για να καταρτιστεί το πλαστό Έγγραφο Στ συμμετείχε και ο Πέτρος Ν. Νεοφύτου, ο οποίος υπέγραψε ως ιδιοκτήτης στη θέση για την Ειρήνη Νεοφύτου, ενώ η ίδια δεν ήταν ποτέ παρούσα όταν υπογράφηκε. Ότι επειδή ακριβώς ήταν όλα ψέματα, αυτός επερίμενε 34 χρόνια μετά την ισχυριζόμενη ψευδή πώληση και 14 χρόνια μετά που πέθανε η Ειρήνη Πολυδώρου να προχωρήσει και να γράψει αυτή την πώληση ως νόμιμη. Η αντίδραση του ΜΕ2 ήταν ότι «Τζιαι εις το τέλος τα μακρά κοντά εγίναν, αν ανοίξουν τα Δικαστήρια της Κερύνειας και να δούμε την υπογραφή της, που υπόγραψε πάνω στη δήλωση για να πάει πάνω στο Χαράλαμπο [...]». Η μαρτυρία του ΜΕ3 Ο ΜΕ3 έδωσε εξ ολοκλήρου προφορική μαρτυρία στο Δικαστήριο. Δήλωσε τα εξής꞉ · Ότι αυτός είναι γιος του Νικόλα Νεοφύτου, ο οποίος ήταν κατά ½ μερίδιο ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου. · Ότι ο ίδιος ήταν παρών όταν υπεγράφη το Έγγραφο Εξουσιοδότησις ως το Έγγραφο Στ και το υπέγραψε ως μάρτυρας αρ.
- Ενώπιον του Δικαστηρίου ο ΜΕ3 αναγνώρισε την εν λόγω υπογραφή του και την έδειξε στο Δικαστήριο. · Ότι, το Έγγραφο Στ υπογράφηκε στο σπίτι του ΜΕ3 στην παρουσία των εξής ατόμων꞉ «Ήμουν εγώ, ήμαστε η οικογένειά μου, έτυχε να ήμουν στο σπίτι εγώ και ο τζύρης μου και η μάνα μου, π.χ. η μάνα μου πολλά αγράμματη, εν είσιε καμιά σχέση η μάνα μου, τζιαι ήρτε ο Κουμής», δηλ. ο Ιάκωβος Κατίρης (ΜΕ2), «τζιαι ύστερα που λλίο ήρτε τζαι ο Αντρέας Πολυδώρου τζιαι η Ειρήνη Πολυδώρου». · Όσον αφορά το ποιοι υπέγραψαν το Έγγραφο Στ και αν το υπέγραψε η ίδια η Ειρήνη Πολυδώρου, ο ΜΕ3 δήλωσε τα εξής꞉ «Υπόγραψα εγώ σαν μάρτυρας, υπέγραψε ο Σέρβος ο Αντρέας Πολυδώρου τζιαι υπόγραψε τζιαι ο τζύρης μου. Τώρα όπως λένε η Ελένη δεν υπόγραψε. Εγώ εν αθυμούμαι εάν υπόγραψε ή εν υπόγραψε τούτο η Ειρήνη, μπορεί να μεν το υπόγραψε η ίδια, εάν υπόγραψε δεν υπέγραφε η Ειρήνη.». · Αργότερα, ο ΜΕ3 δήλωσε ότι το Έγγραφο Στ το συμπλήρωσε ο μάστρος, ο «Σάββας Κατίρης», για τον οποίο ο ίδιος δεν ήξερε αν είχε ή δεν είχε τον τότε καιρό άδεια κτηματομεσίτη. Κληθείς να πει αν ο Σάββας Κατίρης ήταν ο Κουμής που προανέφερε, ο ΜΕ3 απάντησε καταφατικά. · Ερωτηθείς να πει αν έγινε κάποια συζήτηση για το θέμα της υπογραφής ή της πώλησης τη μέρα που συντάχθηκε το Έγγραφο Στ, ο ΜΕ3 απάντησε λέγοντας «Τον καιρό εκείνο καμιά συζήτηση δεν μπορούσε να γίνει, όταν έλεε ο άντρας τούτη η δουλειά πρέπει να γίνει, η γυναίκα εκάθετουν, ετσούλλωνε». · Όσον αφορά το αν ολοκληρώθηκε η πράξη της πώλησης, ο ΜΕ3 έδειξε βεβαιότητα ότι συμπληρώθηκε η πράξη της πώλησης όσον αφορά τον πατέρα του. Παραθέτω αυτούσια τα λόγια του꞉ «Το έγγραφο έγινε, ο τζύρης μου ξέρω σίγουρα έπιαε τζιαι τα ριάλια τζιαι εφάμεν τα στην προσφυγιά». Δεν έδειξε όμως ο ΜΕ3 να έχει την ίδια βεβαιότητα σε ό,τι αφορά την Ειρήνη Πολυδώρου και τον άντρα της Αντρέα Πολυδώρου. Δήλωσε χαρακτηριστικά τα εξής꞉ «Όι εν έχω υπόψη μου. Καλά πλάσματα τζιαι οι θκιο τους, δεν ξέρω εάν επιάν τα λεφτά ή εάν μεν τα επιάσιν, εν έχω υπόψη μου.». Ήταν όμως η θέση του ΜΕ3 ότι ουδέποτε του παραπονέθηκε η Ειρήνη Πολυδώρου ότι την ξεγέλασε κανένας για το επίδικο ακίνητο. Ούτε ο Αντρέας Πολυδώρου, με τον οποίο συγκατοίκησαν σχεδόν για ένα χρόνο μετά την εισβολή, του παραπονέθηκε ποτέ. Η αντεξέταση του ΜΕ3 έγινε σε νέα δικάσιμο, ημερ. 2.6.
- Όπως ο ίδιος δήλωσε, ο ΜΕ3 γεννήθηκε στις 24.9.
- Συνεπώς, τον Αύγουστο του 1972 όταν φαίνεται να συντάχθηκε το Έγγραφο Στ, αυτός ήταν σχεδόν 23 χρονών. Αντεξεταζόμενος και ερωτηθείς να πει αν είχε τελειώσει σχολείο, ο ΜΕ3 ανάφερε ότι αποφοίτησε από οκτατάξιο σχολείο, δηλαδή όπως το έθεσε ολοκλήρωσε «6+2 τάξεις» και εξήγησε ότι εκείνο τον καιρό υπήρχαν 15 σχολεία παγκύπρια, εκ των οποίων το ένα οκτατάξιο ήταν της Βασίλειας. Προχώρησε από μόνος του ο ΜΕ3, χωρίς να προκληθεί με κάποια ερώτηση του συνηγόρου Υπεράσπισης, και δήλωσε τα εξής꞉ «Δεν ήμουν άριστος στην ορθογραφία. Μαθηματικά όμως ρώτα με ό,τι θέλεις.». Αντεξεταζόμενος, ο ΜΕ3 παραδέχθηκε ότι ο ίδιος δεν γνώριζε ότι η Ειρήνη Πολυδώρου δεν ήξερε να γράψει. Προχώρησε από μόνος του ο ΜΕ3 και είπε ότι όταν υπογράφηκε το Έγγραφο Στ, βρισκόντουσαν «σε καφενέ» και κληθείς να διευκρινίσει σε ποιον, ο ΜΕ3 ισχυρίστηκε ότι επρόκειτο για δικό τους καφενείο, στο σπίτι του πατέρα του, του Νικόλα Νεοφύτου, το οποίο καφενείο ήταν νεόκτιστο, διότι πριν την εισβολή, περί το 1970 - 71, εχάλασε ο πατέρας του το σπίτι για να κτίσει ο γαμπρός του ΜΕ3 κέντρο - καφενέ. Ισχυρίστηκε ο ΜΕ3 ότι θυμόταν πως κάθονταν έξω στην αυλή όταν υπογράφηκε το Έγγραφο Στ. Αντεξετασθείς να πει ποιοι ήταν παρόντες όταν καταρτίστηκε το Έγγραφο Στ, ο ΜΕ3 ανέφερε ότι παρόντες ήταν «ο Χάμπος, ο Κουμής τζι ο Σέρβος», όπου ο Χάμπος ήταν ο Χαράλαμπος Γεωργίου, δηλαδή ο Ενάγων (ΜΕ1) στην παρούσα αγωγή, Κουμής ήταν ο Ιάκωβος Κατίρης, δηλαδή ο μεσίτης ΜΕ2, και Σέρβος ήταν ο Ανδρέας Πολυδώρου, σύζυγος της Ειρήνης Πολυδώρου και πατέρας των Εναγομένων. Σε αντίθεση με όσα ανέφεραν στις προηγούμενες δικασίμους ο ίδιος ο Ενάγων (ΜΕ1) και ο μεσίτης (ΜΕ2), παρατηρώ ότι ο ΜΕ3 ισχυρίστηκε ότι ο Ενάγων (ΜΕ1) ήταν παρών όταν καταρτίστηκε το Έγγραφο Στ. Παρατηρώ, επίσης, ότι όταν υπεδείχθη στον ΜΕ3 από το συνήγορο Υπεράσπισης ότι από τα λεγόμενά του προκύπτει ότι ο ίδιος, δηλ. ο ΜΕ3, δεν ήταν παρών όταν τάχα υπέγραψε ο κ. Πολυδώρου στο Έγγραφο Στ στη θέση του πωλητή, ο ΜΕ3 απάντησε ως εξής꞉ «Όταν σου φέρουν το έγγραφο να υπογράψεις 2ος μάρτυρας, τζιε βλέπεις ότι ο 1ος μάρτυρας το όνομα είναι Ανδρέας Πολυδώρου τζιαι ότι είναι τζιαμέ ο Ανδρέας Πολυδώρου, ε που θέλει ας υπόγραψε.». Σε άμεση συνέχεια αυτής της απάντησής του, ο ΜΕ3 πρόσθεσε τα εξής꞉ «Υπέγραψα τζιαι για τον πατέρα μου, σαν μάρτυρας». Έδειξε στο σημείο επί του Εγγράφου Στ όπου είναι η υπογραφή του «Μάρτυρος 1». Ερωτηθείς από το συνήγορο Υπεράσπισης να πει ξεκάθαρα, εφόσον ο Αντρέας Πολυδώρου υπέγραψε ως «Μάρτυρας 2» αν τούτο έγινε στην παρουσία του, ο ΜΕ3 έδειξε να το σκέφτεται, ακούμπησε το κεφάλι του, και ακολούθως απάντησε «Ναι, υπόγραψε στην παρουσία μου». Κληθείς να πει αν είναι σίγουρος ότι υπέγραψε μόνο στη θέση που έδειξε, δηλαδή του στο Έγγραφο Στ, ο ΜΕ3 απάντησε χρησιμοποιώντας πληθυντικό αριθμό, λέγοντας «Όπου έχω υπογραφές εν δικές μου». Παραταύτα, ο ΜΕ3 αρνήθηκε ότι είναι αυτός που υπέγραψε υπό την κεφαλίδα «ιδιοκτήτης» το όνομα «Ειρήνη Πολιδόρου». Δεν δίστασε ο ΜΕ3 να δείξει ότι γνωρίζει ότι ο δικαστικός γραφολόγος (ΜΥ1) έχει συνδέσει την υπογραφή «Ειρήνη Πολιδόρου» επί του Εγγράφου Στ με το δικό του γραφικό χαρακτήρα. Δήλωσε χαρακτηριστικά τα εξής꞉ «Ο Μαρκίδης είπε αυτών των παιδιών δαμέ ότι σε 24 ώρες εν να με βάλει φυλακή. Ήντα με έσιει δαμέ; τζιαι εν να με βάλει φυλακή;». Ακολούθως, ο συνήγορος Υπεράσπισης, εξήγησε στον ΜΕ3, με παραπομπή στην Έκθεση του ΜΥ1, ως το Έγγραφο Η, σελ. 13, 15, 18, 23, 25 και 26, τα διάφορα ευρήματα του ΜΥ1 και πώς καταλήγει στη σύνδεση του γραφικού του χαρακτήρα με την επίμαχη υπογραφή «Ειρήνη Πολιδόρου». Επέλεξε ο ΜΕ3 να στρέψει, σε αντίδραση, την προσοχή του Δικαστηρίου στο γεγονός ότι τα αδέρφια των Εναγομένων (Πολύδωρος, Δημήτρης, Κώστας, Κούλλης) δέχθηκαν και υπέγραψαν του Ενάγοντος το 2006 ότι εν δικό του και διερωτήθηκε «Έρκεται κάποιος στο σπίτι σας να υπογράψετε τζιε υπογράφετε χωρίς να ξέρετε κάτι;». Ακολούθως, σχολιάζοντας το γεγονός ότι ο ΜΥ1 συνέδεσε την επίμαχη υπογραφή με τον ΜΕ3 λόγω των ορθογραφικών λαθών, ο ΜΕ3 αποκρίθηκε λέγοντας «Όπου θέλει ας το στηρίξει ο Μαρκίδης». Υποβλήθηκε στον ΜΕ3 η θέση της Υπεράσπισης ότι το Έγγραφο Στ έγινε με σκοπό την πώληση μόνο του μεριδίου του πατέρα του ΜΕ3 και γι' αυτό ο ίδιος υπέγραψε ως μάρτυρας της υπογραφής του πατέρα του, Νικόλα Νεοφύτου, ενώ μεταγενέστερα (οποτεδήποτε μετά τις 16.8.72), υπέγραψε ο ΜΕ3 για την Ειρήνη Πολυδώρου για να πάρουν και το κομμάτι της Ειρήνης. Ο συνήγορος Υπεράσπισης έθεσε υπόψη του ΜΕ3 ότι την εκδοχή αυτή της Υπεράσπισης, ενισχύει το γεγονός ότι η Ειρήνη Πολυδώρου όταν ήρθε στις ελεύθερες περιοχές, δήλωσε το επίδικο ακίνητο ως δικό της. Η άμεση αντίδραση του ΜΕ3 στο άκουσμα αυτής της εκδοχής της Υπεράσπισης ήταν να διερωτηθεί «Ποιο είναι το τεμάχιο 77;» Ακολούθως, από μόνος του ο ΜΕ3 πιθανολόγησε ότι «πρέπει να είναι ούλλο το τεμάχιο, διότι ήταν ½ του ενός και ½ του άλλου, 3500 λίρες πρέπει να ήταν δύο.». Κατέληξε ο ΜΕ3 λέγοντας «Αν επιάσαμε έτσι πράγμα ύστερα για να ξεγελάσουμε την Ειρήνη, σημαίνει βάλ' μας φυλακή!». Μετά από όλα αυτά επανήλθε ο συνήγορος Υπεράσπισης εκ νέου στο θέμα των υπογραφών επί του Εγγράφου Στ. Δεν θέλει να απαντήσει εκ νέου ο ΜΕ
- Κληθείς, όμως, ο ΜΕ3 από το Δικαστήριο να πει καταληκτικά αν αυτός είδε τον Ανδρέα Πολυδώρου να υπογράφει το όνομα της Ειρήνης Πολυδώρου, η απάντηση του ΜΕ3 ήταν «Όχι, το όνομα της δεν ξέρω». Δράττοντας τότε της ευκαιρίας, ο συνήγορος Υπεράσπισης τον ρώτησε πώς είναι δυνατόν να υπέγραψε αυτός ως μάρτυρας υπογραφής, αφού δεν ήξερε ποιος υπέγραψε; Η απάντηση του ΜΕ3 ήταν «Υπέγραψα διότι έβλεπα τους δύο, γαμπρός και σύγαμπρος, να συμφωνούν. Τέρμα και τελείωσε. Τον Ανδρέα Πολυδώρου και τον Νικόλα Νεοφύτου.». Κατά την επανεξέτασή του, ο ΜΕ3 ισχυρίστηκε ότι που τη μέρα που υπεγράφην το Έγγραφο Στ και μετά, αυτός δεν ήξερε ποιος κρατούσε το συγκεκριμένο έγγραφο. Η μαρτυρία του ΜΥ1 Ο ΜΥ1 υιοθέτησε, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, το περιεχόμενο Έκθεσης γραφολογικής εξέτασης εκδοθείσας από τον ίδιο την 27.12.2013, η οποία κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Έγγραφο Η. Όπως αναφέρεται στη σελ. 4 της Έκθεσης, το αίτημα γραφολογικής εξέτασης υποβλήθηκε στον ΜΥ1 από το δικηγόρο Σωτήρη Αργυρού (που είναι ο δικηγόρος των Εναγομένων 1 και 2 στην παρούσα αγωγή), εκ μέρους του πελάτη του Χαράλαμπου Πολυδώρου (Εναγόμενου αρ. 1) και με τη σύμφωνη γνώμη του δικηγόρου του Ενάγοντος, κ. Στέλιου Στυλιανού. Αντικείμενο της γραφολογικής εξέτασης αποτέλεσε το πρωτότυπο έγγραφο εξουσιοδότησης, ημερ. 16.8.1972, το οποίο βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου ως το Έγγραφο Στ και ειδικότερα η αμφισβητούμενη υπογραφή που παρατίθεται στο Έγγραφο Στ ως δεύτερη κατά σειρά υπογραφή υπό του τίτλου «ιδιοκτήτης» και η οποία σημειώνεται ολογράφως ως «Ειρήνη Α. Πολιδόρου». Όπως αναφέρει στη σελ. 7 της Έκθεσης, το αμφισβητούμενο έγγραφο έχει ευανάγνωστη γραφή με πλούσια γραφολογικά γνωρίσματα και γι' αυτό προσφέρεται για γραφολογική σύγκριση με αντίστοιχα δείγματα γραφής και υπογραφής. Στην ίδια σελίδα της Έκθεσης, ο ΜΥ1 διατυπώνει την άποψη ότι «Τα γραφολογικά δεδομένα του εγγράφου αυτού μπορούν να οδηγήσουν έναν Εμπειρογνώμονα σε απόλυτο και ασφαλές συμπέρασμα.». Για να ελέγξει την αμφισβητούμενη υπογραφή της «Ειρήνης Πολιδόρου», όπως εξηγεί στη σελ. 6 της Έκθεσής του, ο ΜΥ1꞉ Έλαβε δείγματα γραφής και υπογραφής από τον κ. Ιάκωβο Κατίρη (ΜΕ2) και τα σύγκρινε με το κείμενο του Εγγράφου Στ γενικά αλλά και ειδικότερα με την αμφισβητούμενη υπογραφή «Ειρήνη Πολιδόρου». Περαιτέρω, έλαβε δείγματα υπογραφής του Πέτρου Νεοφύτου και τα συνέκρινε τόσο με την υπογραφή που υπάρχει στο Έγγραφο Στ στη θέση του πρώτου μάρτυρα όσο και με την αμφισβητούμενη υπογραφή «Ειρήνη Πολιδόρου». Έτι περαιτέρω, έλαβε δείγματα γραφής του Ανδρέα Πολυδώρου και τα συνέκρινε τόσο με την υπογραφή που υπάρχει στο Έγγραφο Στ στη θέση του δεύτερου μάρτυρα όσο και με την αμφισβητούμενη υπογραφή «Ειρήνη Πολιδόρου». Όπως αναφέρεται στη σελ. 9 της Έκθεσης, κατά τη γραφολογική εξέταση, ο ΜΥ1 χρησιμοποίησε τη «Συγκριτική Αναλυτική Μέθοδο», η οποία είναι διαπιστευμένη μέθοδος σύμφωνα με τις πρόνοιες του I.S.O.
- Σύμφωνα με τη μέθοδο αυτή, το ανθρώπινο χέρι δεν είναι μηχανισμός ο οποίος παράγει προϊόντα ακριβείας, όπως π.χ. μια γραφομηχανή, μια σφραγίδα ή ένας εκτυπωτής, αλλά μηχανισμός που παράγει προϊόντα τα οποία υπόκεινται σε φυσικές παραλλαγές ή διακυμάνσεις. Οι παραλλαγές αυτές οφείλονται σε διάφορες αιτίες όπως θεληματικές ή αθέλητες, μόνιμες ή πρόσκαιρες, φυσικές ή παθολογικές και κυμαίνονται μεταξύ ενός ανώτατου και ενός κατώτατου ορίου, αλλά περιορίζονται μόνο στα επιφανειακά μέρη της γραφής, ενώ τα ιδιαίτερα ατομικά χαρακτηριστικά παραμένουν αναλλοίωτα και επαναλαμβάνονται. Έτσι, ο ΜΥ1 εντόπισε τα ιδιαίτερα ατομικά χαρακτηριστικά γραφής των προσώπων από τα οποία έλαβε τα δείγματα γραφής και υπογραφής και επεξήγησε με τη χρήση Συγκριτικού Πίνακα τις ομοιότητες ή διαφόρες που εντοπίζονται μεταξύ των εν λόγω δειγμάτων και της αμφισβητούμενης υπογραφής. Κατέληξε ο ΜΥ1 στα εξής ευρήματα και συμπεράσματα꞉ Πρώτον (βλ. σελ. 12 της Έκθεσης), ότι όλη η γραφή και συμπλήρωση του κειμένου του Εγγράφου Στ, περιλαμβανομένης και της φράσης «εξοφλήθη 18/9/1972», ως επίσης και η υπογραφή που υπάρχει κάτω από τη φράση αυτή, έγινε γνήσια από τον Ιάκωβο Κατίρη (ΜΕ2). Δεύτερον (βλ. σελ. 15 της Έκθεσης), ότι η υπογραφή που φαίνεται επί του Εγγράφου Στ στη θέση του πρώτου μάρτυρα ως «Πέτρος Ν. Νεοφύτου» είναι γνήσια υπογραφή του Πέτρου Ν. Νεοφύτου (ΜΕ3). Τρίτον (βλ. σελ. 17 της Έκθεσης), ότι η υπογραφή που φαίνεται επί του Εγγράφου Στ στη θέση του δεύτερου μάρτυρα ως «Ανδρέας Πολυδώρου» είναι γνήσια υπογραφή του Ανδρέα Πολυδώρου. Τέταρτον (βλ. 17 της Έκθεσης), ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή που φαίνεται επί του Εγγράφου Στ στη θέση του δεύτερου ιδιοκτήτη ως «Ειρήνη Α. Πολιδόρου» παρουσιάζει ανεξήγητες διαφορές ουσίας συγκρινόμενη προς τη γνήσια υπογραφή του «Ανδρέα Πολυδώρου» πιο πάνω. Συγκεκριμένα꞉ Όπως παραστατικά φαίνεται στο Συγκριτικό Πίνακα αρ. 5, υπάρχει διαφορά στη μορφή και τον τρόπο σχηματισμού των γραμμάτων «Α», «ν», «δ», «ρ», «Π», «ο» και «λ». Όπως παραστατικά φαίνεται στο Συγκριτικό Πίνακα αρ. 6, υπάρχει διαφορά στις συνδέσεις των γραμμάτων ανάμεσα στις δύο υπογραφές, διότι στην υπογραφή «Ανδρέας Πολυδώρου» υπάρχει σύνδεση του «π» με το «ο» και το «λ», του «ω» με το «ρ» και του «ο» με το «υ», ενώ στην υπογραφή «Ειρήνη Πολιδόρου» δεν υπάρχουν οποιεσδήποτε συνδέσεις γραμμάτων. Όπως παραστατικά φαίνεται στο Συγκριτικό Πίνακα αρ. 7, υπάρχουν δύο ορθογραφικά λάθη («ι» αντί «υ» και «ο» αντί «ω») στο επίθετο στην υπογραφή «Ειρήνη Πολιδόρου», ενώ δεν υπάρχουν καθόλου ορθογραφικά στην υπογραφή «Ανδρέας Πολυδώρου». Όπως χαρακτηριστικά φαίνεται στον Συγκριτικό Πίνακα αρ. 8, δεν υπάρχουν χαρακτηριστικές μεσογραμματικές αποστάσεις μεταξύ συγκεκριμένων γραμμάτων στην υπογραφή «Ειρήνη Πολιδόρου» ενώ υπάρχουν στην υπογραφή «Ανδρέας Πολυδώρου». Ενόψει όλων των πιο πάνω διαφορών, ο ΜΥ1 καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι δύο υπογραφές «Ανδρέας Πολυδώρου» και «Ειρήνη Πολιδόρου» δεν έγιναν από το ίδιο πρόσωπο (βλ. σελ. 22 της Έκθεσης). Πέμπτον, (βλ. 23 της Έκθεσης), ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή που φαίνεται επί του Εγγράφου Στ στη θέση του δεύτερου ιδιοκτήτη ως «Ειρήνη Α. Πολιδόρου» παρουσιάζει ομοιότητες με τη γνήσια υπογραφή του «Πέτρου Ν. Νεοφύτου». Όπως παραστατικά φαίνεται στο Συγκριτικό Πίνακα αρ. 9, υπάρχει ομοιότητα στη μορφή και τον τρόπο σχηματισμού των γραμμάτων «ρ», «η», «λ», «δ», «ο». Όπως παραστατικά φαίνεται στο Συγκριτικό Πίνακα αρ. 10, υιοθετείται ο ίδιος τρόπος σύνδεσης των γραμμάτων «ε» και «ι» στο «ειρήνη». Όπως παραστατικά φαίνεται στο Συγκριτικό Πίνακα αρ. 11, υπάρχουν και επαναλαμβάνονται τα ίδια ορθογραφικά λάθη («ι» αντί «υ» και «ο» αντί «ω») στην αμφισβητούμενη υπογραφή «Ειρήνη Πολιδόρου» επί του Εγγράφου Στ, και στα δείγματα γραφής που έλαβε ο ΜΥ1 από τον Πέτρο Νεοφύτου (ΜΕ3) όσον αφορά το επίθετο Πολυδώρου, το οποίο ο ΜΕ3 έγραψε ως «Πολιδόρου». Όπως χαρακτηριστικά φαίνεται στον Συγκριτικό Πίνακα αρ. 12, υπάρχει ομοιότητα στη μορφή, την κλίση και τη θέση του γράμματος «ρ» σε σχέση με τη νοητή οριζόντια γραμμή στην αμφισβητούμενη υπογραφή και στα δείγματα γραφής που έλαβε ο ΜΥ1 από τον ΜΕ
- Υπάρχει ομοιότητα στη μορφή, την κλίση και τη θέση του γράμματος «δ» σε σχέση με την υπόλοιπη γραφή. Ενόψει όλων των πιο πάνω ομοιοτήτων, ο ΜΥ1 καταλήγει στη σελ. 29 της Έκθεσής του να αναφέρει ότι του δημιουργείται «η υποψία» ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή «Ειρήνη Πολιδόρου» δυνατόν να έγινε από τον Πέτρο Ν. Νεοφύτου. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΥ1 εξήγησε ότι τα πιθανά αποτελέσματα στα οποία μπορεί να καταλήξει ένας εμπειρογνώμονας διαβαθμίζονται ως εξής: Πλήρης βεβαιότητα. Ισχυρή πεποίθηση. Υποψία. Καμία εκφορά γνώμης. Με βάση την πιο πάνω κατάταξη, ο ΜΥ1 δήλωσε ότι εν προκειμένω στην παρούσα υπόθεση αυτός διατύπωσε στην Έκθεσή του: Πλήρη βεβαιότητα ότι η υπογραφή του 1ου μάρτυρα είναι γνήσια υπογραφή του Πέτρου Νεοφύτου (ΜΕ3). Πλήρη βεβαιότητα ότι η υπογραφή του 2ου μάρτυρα ήταν γνήσια υπογραφή του Αντρέα Πολυδώρου. Πλήρη βεβαιότητα ότι η υπογραφή «Ειρήνη Πολιδόρου» δεν έγινε από το ίδιο πρόσωπο που υπογράφει ως Αντρέας Πολυδώρου. Πλήρη βεβαιότητα ότι η γραφή συμπλήρωσης του Εγγράφου Στ είναι του Ιάκωβου Κατίρη. Υποψία ότι δυνατόν η υπογραφή «Ειρήνη Πολιδόρου» να έγινε από τον Πέτρο Νεοφύτου (ΜΕ3). Ο ΜΥ1 παρουσίασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Έγγραφο Ι τα δείγματα γραφής και υπογραφής που αυτός έλαβε από τον Πέτρο Νεοφύτου (ΜΕ3) σε πρωτότυπη μορφή, ως επίσης εκείνα που είχε λάβει από τον Ιάκωβο Κατίρη (ΜΕ2) σε πρωτότυπη μορφή ως το Έγγραφο ΙΑ. Κατόπιν διευκρινιστικής ερώτησης του Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο ημερ. 5.6.2015, ο ΜΥ1 διευκρίνισε ότι αυτός υπαγόρευσε στον Πέτρο Νεοφύτου (ΜΕ3) τα ονόματα Πέτρος Ν. Νεοφύτου, Ανδρέας Πολυδώρου, Νικόλας Νεοφύτου και Ειρήνη Πολυδώρου, για να τα γράψει με το δικό του γραφικό χαρακτήρα, «χωρίς οποιαδήποτε υπόδειξη ως προς το αν θα γράψει κεφαλαίο ένα γράμμα ή ένα μικρό ή ως προς την ορθογραφία». Ως φαίνεται στο Έγγραφο Ι, ο ΜΕ3 κατέληξε από μόνος του να γράφει «Ανδρέας Πολιδόρου» και «Ειρήνη Πολιδόρου». Κατά τη συνέχιση της αντεξέτασης του ΜΥ1 στη δικάσιμο ημερ. 15.6.2015, αυτός ερωτήθηκε αν μπορεί κάποιος γραφολόγος να πει πότε χρονικά τοποθετήθηκε η υπογραφή «Ειρήνη Πολιδόρου» επί του Εγγράφου Στ. Αυτούσια η απάντηση του ΜΥ1 ήταν ότι «Από την εμπειρία μου και τις γνώσεις μου σχετικά με το αντικείμενο της δικαστικής γραφολογίας λέγω ότι σήμερα δεν υπάρχει μέθοδος που να καθορίζει την ηλικία της μελάνης. Ως εκ τούτου, δεν μπορώ να καθορίσω χρονικά.». Με βάση την εν λόγω τοποθέτησή του, ο ΜΥ1 διευκρίνισε περαιτέρω ότι αυτός δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο η επίμαχη υπογραφή να τέθηκε επί του Εγγράφου Στ το
- Διευκρίνισε, τέλος, ότι δεν του ζητήθηκε να κάνει οποιαδήποτε εξέταση όσον αφορά τη διαφορά μελάνης στις υπογραφές που φαίνονται επί του Εγγράφου Στ, γι' αυτό και δεν καταγράφει οτιδήποτε σχετικό στην Έκθεσή του. Κατόπιν διευκρινιστικής ερώτησης του Δικαστηρίου στο τέλος της δικασίμου ημερ. 15.6.2015, κατά πόσον έχει εξετάσει το μέγεθος των γραμμάτων, ο ΜΥ1 απάντησε ότι, αν και αυτό αποτελεί ένα γραφολογικό γνώρισμα που λαμβάνεται υπόψη στη γραφολογική σύγκριση που γίνεται, εντούτοις, στη συγκεκριμένη περίπτωση ο συνδυασμός των γραφολογικών γνωρισμάτων στον οποίο βασίστηκε και ο οποίος προσδίδει ατομικότητα στη γραφή του Πέτρου Νεοφύτου ήταν, πρώτον, η μορφή και ο τρόπος σχηματισμού των γραμμάτων, δεύτερον, τα ίδια ορθογραφικά λάθη και, τρίτον, η μορφή κλίσης και η θέση του γράμματος «ρ» και του γράμματος «δ». Η μαρτυρία του ΜΥ2 Ο ΜΥ2 υιοθέτησε, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης, σημειωθείσας και κατατεθείσας στο Δικαστήριο ως Έγγραφο ΙΒ. Σε αυτήν αναφέρει ότι από μικρός δούλευε στο καφενείο της μάνας τους (Ειρήνης Πολυδώρου) και ήξερε όλα της τα περιουσιακά στοιχεία διότι εκεί στο καφενείο της έκανε όλες τις συναλλαγές και του τα έλεγε κατά καιρούς. Ισχυρίζεται ότι αυτός έμαθε για πρώτη φορά το 1979 πώς ήταν η υπογραφή της μητέρας του, όταν την πήρε ο ίδιος στην τράπεζα και την είδε να υπογράφει βάζοντας τον αντίχειρά της στο μελάνι επειδή ήταν αγράμματη. Μάλιστα, ο ΜΥ2 ισχυρίζεται ότι ντράπηκε η μάνα του όταν εκείνος την είδε να υπογράφει με αυτόν τον τρόπο και του είπε να βγει έξω. Μέχρι τότε αυτός δεν ήξερε ότι η μάνα του υπέγραφε με το συγκεκριμένο τρόπο. Προχωρεί ο ΜΥ2 και λέγει ότι δεν έτυχε ποτέ να πει στα αδέρφια του για αυτό το περιστατικό επειδή σεβάστηκε το γεγονός ότι η μάνα του ντρεπόταν και δεν ήθελε να το ξέρουν. Όσον αφορά την Υπεύθυνη Δήλωση ως το Τεκμήριο 6 υπό Έγγραφο Α, ο ΜΥ2 λέγει ότι, επειδή ακριβώς αυτός γνώριζε για την υπογραφή της μάνας του, αρνήθηκε να υπογράψει την εν λόγω Δήλωση όταν πήγε ο Ενάγων για να του το ζητήσει και αντ' αυτού του είπε ότι θα του απαντούσε σε μια βδομάδα. Τότε αμέσως ο ΜΥ2 τηλεφώνησε στον αδερφό του Κυριάκο (Εναγόμενο 2) του εξήγησε ότι η μάνα τους, ως αγράμματη που ήταν, δεν υπέγραφε με γράμματα. Τότε ο Εναγόμενος 2 εξέφρασε την επιθυμία να ανακαλέσει την υπογραφή που είχε ήδη βάλει στο Τεκμήριο 6 υπό Έγγραφο Α, όπως και έπραξε αργότερα. Τα άλλα τρία αδέρφια τους, τα οποία είχαν ήδη υπογράψει την Υπεύθυνη Δήλωση ως το Τεκμήριο 6 ανωτέρω, δεν αναίρεσαν την υπογραφή τους επειδή δεν ήθελαν να τσακωθούν με τον Ενάγοντα ο οποίος είναι συγγενής τους. Την επόμενη μέρα, ο ΜΥ2 μετέβηκε στη Διευθύντρια Κτηματολογίου Κερύνειας και αφού της παρουσίασε την ταυτότητα της μητέρας του η οποία είχε ήδη πεθάνει και την οποία ταυτότητα είχε στην κατοχή του ο ΜΥ2, ζήτησε και έλαβε κατάσταση με όλα τα ακίνητα της μητέρας του. Την κατάσταση αυτή ο ΜΥ2 την κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο ΙΒ, επισημαίνοντας στο Δικαστήριο ότι στην κατάσταση αυτήν φαίνεται το γεγονός ότι η μητέρα του υπέγραφε βάζοντας το σημείο του αντίχειρά της στο μελάνι. Προχώρησε ο ΜΥ2 και ανέφερε στο Δικαστήριο ότι, εφόσον πλέον είχε στην κατοχή του την ανωτέρω κατάσταση ακινήτων της μητέρας του ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο ΙΒ, αυτός αρνήθηκε να υπογράψει την Υπεύθυνη Δήλωση ως το Τεκμήριο 6 υπό Έγγραφο Α. Τότε ήταν που ο Ενάγων του απέστειλε μέσω δικηγόρου την επιστολή ημερ. 12.2.2007 ως το Έγγραφο Γ, καλώντας τον να μεταβεί εντός 10 ημερών στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Κερύνειας για να του μεταβιβάσει το 1/10 μερίδιό του στο επίδικο ακίνητο. Αμέσως μετά ο ΜΥ2 απευθύνθηκε σε δική του δικηγόρο, την κα Ελένη Βραχίμη, και αφού της επέδειξε τη Δήλωση που απαιτούσε ο Ενάγων να του υπογράψει (Τεκμήριο 6 υπό Έγγραφο Α) και την κατάσταση ακίνητης περιουσίας της μάνας του (Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο ΙΒ) μαζί με την ταυτότητα της μάνας του, ανέλαβε η εν λόγω δικηγόρος και απέστειλε απαντητική επιστολή, ημερ. 14.3.2007, στο δικηγόρο του Ενάγοντος, ως το Έγγραφο Β, προειδοποιώντας ότι θα προχωρούσε σε καταγγελία στην Αστυνομία για διερεύνηση του όλου θέματος. Το 2008, όταν του επιδόθηκε η παρούσα αγωγή, ο ΜΥ2 μετέβηκε στο ΤΑΕ Λευκωσίας όπου κατήγγειλε την υπόθεση για πλαστογραφία της υπογραφής της μητέρας του. Με δεδομένο ότι όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο ΙΒ, η μάνα του ΜΥ2 δήλωσε στο Κτηματολόγιο ως δικό της το επίδικο ακίνητο μετά την εισβολή, καταλήγει ο ΜΥ2 στο δικό του συμπέρασμα ότι ο λόγος που ο Ενάγων κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το Έγγραφο Στ μετά το θάνατο της Ειρήνης Πολυδώρου, είναι επειδή γνώριζε ή τουλάχιστον του είχαν πει ότι εκείνη δεν συγκατατέθηκε στην υπογραφή του εν λόγω Εγγράφου. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΥ2 δήλωσε ότι τον Αύγουστο του 1972, όταν φαίνεται να συντάχθηκε το Έγγραφο Στ, αυτός ήταν μόλις 15 χρονών. Εξήγησε ο ΜΥ2, κατά την αντεξέτασή του, ότι η Ειρήνη Πολυδώρου και η Ειρήνη Δημήτρη Κατίρη, η οποία φαίνεται στο Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο ΙΒ ως ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου είναι ο ίδιος άνθρωπος. Δεν αμφισβητήθηκε επί των λεχθέντων του αυτών. Ερωτηθείς να πει αν ξέρει ποιος έγραψε το όνομα «Ειρήνη Δημήτρη Κατίρη», ο ΜΥ2 απάντησε λέγοντας «όχι, το μόνο που ξέρω είναι ότι όταν πήγα στο Κτηματολόγιο και είπα τα γεγονότα της Διευθύντριας που πήρα το Τεκμήριο Στ, και της έδειξα την κατάσταση, μου είπε, με αγκάλιασε και μου είπε, τούτο το χωράφι εν δικό σου». Πρόσθεσε ο ΜΥ2 ότι είχε πάει η ίδια η μάνα του στο Κτηματολόγιο για να υποβάλει τη δήλωση ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο ΙΒ, κρατώντας τα κοτσιάνια, και ισχυρίστηκε περαιτέρω ο ΜΥ2 ότι αυτός έχει ακόμη στην κατοχή του και τα κοτσιάνια τα παλιά. Υποβλήθηκε στον ΜΥ2 ότι και ο Ενάγων είχε υποβάλει στο Κτηματολόγιο δήλωση όπως αυτή που υπέβαλε η Ειρήνη Πολυδώρου κατά το υπόδειγμα του Τεκμηρίου 1 υπό Έγγραφο ΙΒ και ότι ο μόνος λόγος που το Κτηματολόγιο Κερύνειας έγραψε ότι η ιδιοκτησία ήτανη διαφιλονικούμενη είναι διότι δεν είχε τα πρωτότυπα κοτσιάνια. Απάντησε ο ΜΥ2 υποβάλλοντας ως δική του θέση ότι η δήλωση ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο ΙΒ έγινε επειδή ακριβώς η μάνα του εκράταν ακόμα κάποια κοτσιάνια στα χέρια της. Υπέδειξε ο ΜΥ2 ότι ακόμη και στο Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο ΙΒ η μάνα του υπέγραψε βάζοντας το σημάδι της στο μελάνι. Διερωτήθηκε, σε σχέση με την εκδοχή που είχε εξιστορήσει ο μεσίτης ΜΕ2, γιατί δεν στράφηκαν πίσω να πιάσει η μάνα του το κοτσιάνι της, αφού κατ' ισχυρισμόν πήγαιναν στο Κτηματολόγιο για να μεταβιβάσει και το δικό της μερίδιο στον Ενάγοντα; Πώς μπόρεσε να γίνει μεταβίβαση αφού δεν υπήρχε πωλητήριο έγγραφο με το σημείο (δηλ. την υπογραφή) της μάνας του; Ερωτηθείς κατά την αντεξέτασή του να πει πότε πήγαν στην Αστυνομία για να καταγγείλουν το Έγγραφο Στ ως πλαστογραφημένο, ο ΜΥ2 τοποθέτησε το γεγονός αυτό εντός του 2008, μετά από ενάμιση χρόνο που την επιστολή ημερ. 14.3.2007 που έστειλε μέσω της δικηγόρου Ελένης Βραχίμη ως το Έγγραφο Β, όταν είδαν ότι ο Ενάγων επέμεινε να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή. Σημειωτέον ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 8.5.
- Ο ΜΥ2 έθιξε ακόμη ένα στοιχείο αναφορικά με το παράνομο των ενεργειών του Ενάγοντος. Ισχυρίστηκε, συγκεκριμένα, ότι ο Ενάγων πήγαινε μόνος του, χωρίς τον κοινοτάρχη, στα σπίτια των αδερφών του ΜΥ2, με το έγγραφο που κρατούσε να είναι ήδη σφραγισμένο από τον Κοινοτάρχη ότι βεβαίωνε την υπογραφή του υπογράφοντος το έγγραφο και με το έγγραφο να είναι από προηγουμένως χαρτοσημασμένο, πριν υπογράψουν τα αδέρφια του. Ο ΜΥ2 εξήγησε ότι ήταν σε θέση να γνωρίζει περί τούτου, αφού με το ίδιο έγγραφο είναι που τον προσέγγισε ο Ενάγων για να του υπογράψει και ο ίδιος. Υπεβλήθηκε στον ΜΥ2 ότι ο πατέρας του συμφώνησε να πωληθεί το επίδικο ακίνητο και ότι επειδή η σχέση του πατέρα του και της μητέρας του ήταν τόσο καλή και εμπιστευόταν ο ένας τον άλλο, ο πατέρας του έβαλε κάποιον από τους παριστάμενους και υπόγραψε για την Ειρήνη Πολυδώρου. Η απάντηση του ΜΥ2 στις δύο αυτές υποβολές ήταν ότι ο πατέρας του υπέγραψε ως μάρτυρας μόνο για το μερίδιο του Φυτή, Νικόλα Νεοφύτου, και διερωτήθηκε, αν επρόκειτο να υπογράψει κάποιος για τη μητέρα του, γιατί να μην υπέγραφε ο ίδιος ο πατέρας του και να έβαζε τρίτο άτομο να υπογράψει; Η μαρτυρία του ΜΥ3 Ο ΜΥ3 υιοθέτησε, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης σημειωθείσας και κατατεθείσας ως Έγγραφο ΙΓ. Σε αυτήν ξεκινά να αναφέρεται σε γεγονότα από 29.1.2007 και έπειτα. Ο ΜΥ3 λέγει συγκεκριμένα ότι εκείνη την ημερομηνία, του τηλεφώνησε ο αδερφός του ο Δημήτρης Πολυδώρου και τον κάλεσε να πάει στο σπίτι του επειδή ήταν εκεί ο Ενάγων και τον περίμενε. Όταν πήγε εκεί, βρήκε τον αδερφό του το Δημήτρη μαζί με τον Ενάγοντα και τον κουνιάδο του Ανδρέα Καραμανή (Μανδράλλη). Ο Ενάγων του ζήτησε να υπογράψει τα έγγραφα που είναι κατατεθειμένα ως Τεκμήρια 4 (Ειδικό Πληρεξούσιο) και 6 (Υπεύθυνη Δήλωση) υπό Έγγραφο Α στο Δικαστήριο, αφού του παρουσίασε ότι το Έγγραφο Στ είχε την υπογραφή της μάνας του (Ειρήνης Πολυδώρου) και ότι ο μεγάλος τους αδερφός, ο Πολύδωρος είχε ήδη υπογράψει τα ίδια τεκμήρια. Ο ΜΥ3 σκέφτηκε να μην υπογράψει διότι δεν θυμόταν ποτέ να είχε πωλήσει η μάνα του εκείνο το χωράφι, αλλά τελικά υπέγραψε τα τεκμήρια επειδή ήξερε τον Ενάγοντα από χρόνια πριν ως συγχωριανό τους. Μετά από λίγες μέρες, πήρε τηλέφωνο τον ΜΥ3 ο αδερφός του ο Χαράλαμπος Πολυδώρου που είναι ο Εναγόμενος αρ. 1 (ΜΥ2) και είπε τόσο σε αυτόν όσο και στα άλλα δύο αδέρφια τους, ήτοι τον Δημήτρη και τον Πολύδωρο, ότι ήξερε ότι η υπογραφή της μάνας τους γινόταν με μελάνι στον αντίχειρα, αφού ήταν αγράμματη. Ο ΜΥ3 ισχυρίζεται ότι ο ίδιος δεν ήξερε με ποιον τρόπο υπέγραφε η μάνα τους και πώς ήταν η υπογραφή της, διότι δεν την είχε δει ποτέ προηγουμένως να υπογράφει. Απεναντίας, ο ΜΥ2 ήταν πιο κοντά στη μάνα τους για περισσότερα χρόνια από τα υπόλοιπα αδέρφια και ήξερε τις συναλλαγές της. Ακούγοντας ο ΜΥ3 τον ΜΥ2 να λέγει ότι η υπογραφή που του παρουσίασε ο Ενάγων στο Έγγραφο Στ δεν ήταν η υπογραφή της μάνας τους, αντιλήφθηκε ότι ξεγελάστηκε από τον Ενάγοντα και υπέγραψε τα Τεκμήρια 4 και
- Δεν πήγε όμως ο ΜΥ3 να αναιρέσει την υπογραφή του στα εν λόγω δύο τεκμήρια γιατί, κατ' ισχυρισμόν, δεν ήθελε να τσακωθεί με τον Ενάγοντα. Πήγε όμως ο ΜΥ3 μαζί με τα υπόλοιπα αδέρφια του στην Αστυνομία για να καταγγείλει υπόθεση πλαστογραφίας, αλλά κατ' ισχυρισμόν η Αστυνομία τους είπε ότι έπρεπε πρώτα να τελειώσει η εκδίκαση της παρούσας αγωγής και μετά να εξετάσει υπόθεση πλαστογραφίας. Εν πάση περιπτώσει, ο ΜΥ3 και τα αδέρφια του έλαβαν συμβουλή από το δικηγόρο που χειρίζεται την παρούσα αγωγή ότι ανάλογα με το αποτέλεσμα της παρούσας αγωγής θα μπορούν να ανακτήσουν το μερίδιό τους που μεταβίβασαν στον Ενάγοντα επειδή τους ξεγέλασε ότι το Έγγραφο Στ είχε την υπογραφή της μάνας τους. Παρά το γεγονός ότι η Υπεύθυνη Δήλωση ως το Τεκμήριο 6 υπό Έγγραφο Α φέρει ημερομηνία 19.11.2006 ενώ το το Ειδικό Πληρεξούσιο ως το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α φέρει ημερομηνία 29.1.2007, εντούτοις ο ΜΥ3 επέμεινε κατά την αντεξέτασή του ότι αυτός μία μόνο φορά συναντήθηκε με τον Ενάγοντα στην οικία του αδερφού του, κατά την οποία συνάντηση αυτός υπέγραψε και τα δύο έγγραφα. Ισχυρίστηκε επίσης ο ΜΥ3 ότι αυτός υπέγραψε τα έγγραφα προς όφελος του Ενάγοντος και μετά από 5 - 6 μέρες ήταν που ο αδερφός του ο Χαράλαμπος Πολυδώρου του εξήγησε ότι η μάνα τους υπέγραφε με το μελάνι και ότι δεν ήταν η υπογραφή της εκείνη στο Έγγραφο Στ. Παραδέχθηκε ο ΜΥ3 ότι αν και με το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α, αυτός εξουσιοδοτούσε τον δικηγόρο Στυλιανό Στυλιανού να προβεί στη μεταβίβαση του μεριδίου του προς τον Ενάγοντα, εντούτοις αυτός (δηλ. ο ΜΥ3) ουδέποτε τηλεφώνησε στον εν λόγω δικηγόρο για να του παραπονεθεί ότι ξεγελάστηκε από τον Ενάγοντα στο να του υπογράψει το συγκεκριμένο πληρεξούσιο. Ήταν όμως η θέση του ΜΥ3 ότι ευθύς μετά που ο Χαράλαμπος Πολυδώρου τους αποκάλυψε πώς ήταν η υπογραφή της μάνας τους, τα τέσσερα αδέρφια (Κώστας, Δημήτρης, Χαράλαμπος και Κυριάκος) μετέβησαν στον Αστυνομικό Σταθμό στην Πύλη Πάφου, για να καταγγείλουν πλαστογραφία της υπογραφής της μάνας τους. Ήταν σταθερός ο ΜΥ3 κατά την αντεξέτασή του στη θέση ότι αυτός δεν άκουσε ποτέ στην οικογένειά του να λέγεται ότι πουλήθηκε το συγκεκριμένο χωράφι ούτε το 1972 ούτε το 1974 ούτε το
- Ποτέ δεν τους είπαν οι γονείς τους ότι επούλησαν το συγκεκριμένο χωράφι παρά το ότι ζούσαν για 19 χρόνια μετά τον πόλεμο του 1974, ούτε γνωρίζει ο ΜΥ3 να πήγε ποτέ ο Ενάγων στους γονείς του, ενόσω εκείνοι ήταν εν ζωή, για να διεκδικήσει το χωράφι. Ζ. Βάρος της απόδειξης. Σύμφωνα με πάγια νομολογία, σε μία αγωγή ο Ενάγων έχει το γενικό βάρος να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Η αρχή αυτή έχει επαναληφθεί στην πρόσφατη απόφαση Χρυσάνθη Χρύσανθου και Σταύρος Φραντζή ν Αντρέα Φραντζή
(2010)1Β Α.Α.Δ.1295. Όπως διευκρινίσθηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001), 1(B) Α.Α.Δ 1858 - «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». Το νομικό ή γενικό βάρος δεν πρέπει, όμως, να συγχέεται με το αποδεικτικό βάρος απόδειξης. Το πρώτο είναι πάντοτε στους ώμους του Ενάγοντος και δεν μεταφέρεται. Το ειδικό βάρος απόδειξης υποδηλώνει το βάρος που έχει ένας διάδικος να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός θέματος που είναι σχετικό, έτσι ώστε το δικαστήριο να καλέσει την άλλη πλευρά να απαντήσει. Όσον αφορά τη δικογραφηθείσα ανταπαίτηση των Εναγομένων, αναφορικά με το βάρος της απόδειξης πλαστογραφίας σε αστική δίκη, παραπέμπω στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ΑΡΧΙΠΠΕΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΛΤΔ κ.α. ν. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΚΑΚΑΒΟΥ, ECLI:CY:AD:2015:A683, Πολιτική Έφεση Αρ. 278/2010, 15/10/2015, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση Doe d. Davine v. Wilson
(1855)10 Moo P.C.C. 502, το βάρος απόδειξης πλαστογραφίας είναι με το διάδικο εκείνο που εγείρει τέτοιο ζήτημα, αλλά σε αστική δίκη το επίπεδο είναι στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ στην ποινική δίκη το βάρος το έχει κατά κανόνα η κατηγορούσα αρχή που ισχυρίζεται πλαστογραφία εγγράφου στο επίπεδο της απόδειξης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Γενικώς οι εφεσείοντες εδώ απέτυχαν να θεμελιώσουν το γνήσιο του Τεκμηρίου 13 είτε με απευθείας μαρτυρία από άτομο που είδε τον εφεσίβλητο να υπογράφει, εν προκειμένω τον Βούλγαρη, είτε με κάποια άλλη οδό όπως συγκριτική γραφολογία ή από πρόσωπο που γνώριζε την υπογραφή του εφεσίβλητου, (δέστε γενικά για το θέμα το σύγγραμμα του Τ. Ηλιάδη: «Το Δίκαιο της Απόδειξης» σελ. 77-78 και το σύγγραμμα του Cross and Tapper on Evidence 10η έκδ. σελ. 710-712). Σχετικές για την συγκριτική υπογραφή, το βάρος και το επίπεδο απόδειξης είναι και η απόφαση Ewing
(1983)Q.B. 1039 και τα αναφερόμενα στο σύγγραμμα του Murphy on Evidence 8η έκδ., σελ. 668-669).» Η. Αξιολόγηση μαρτυρίας, ευρήματα και εκτίμηση Δικαστηρίου. Η.1. Κριτήρια αξιολόγησης Όταν προωθούνται διϊστάμενες εκδοχές γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση, επιβάλλεται να αξιολογηθεί η μαρτυρία από το Δικαστήριο, έτσι ώστε αυτό να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και, στη βάση των δικών του ευρημάτων ως προς τα γεγονότα, να εξετάσει στη συνέχεια κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης, το έχει αποσείσει στον βαθμό που απαιτείται. Η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης (Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138, Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614).). Για το θέμα της αξιοπιστίας της μαρτυρίας απολύτως σχετική είναι η εκτεταμένη ανάπτυξη του θέματος στο βιβλίο των Σάντη - Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, Hippasus, 2014, Κεφάλαιο 3, IB. Η θετική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυς που καταθέτει αποτελεί σε γενικές γραμμές στοιχείο εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του. Η αξιοπιστία αποτελεί έννοια πολυσήμαντη. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, η μνήμη του, οι αντιδράσεις του (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν Ηροδότου, Π.Ε. 332/09, ημερ. 10.6.13, Re N-BCM
(2002)EWCA Civ. 1052, C & A Pelekanos Associates Limited ν Πελεκάνου
(1999)1(B) ΑΑΔ 1273). Η συμπεριφορά μάρτυρα κατά την αντεξέταση δεν φαίνεται να έχει μεγαλύτερη σημασία από ό,τι έχει κατά την κυρίως εξέταση και επανεξέταση (Attorney-General for the Sovereign Base Areas of Akrotiri and Dhekelia ν Steinhoff
(2005)UKPC 31). Ασφαλώς, κρίση του δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας δεν δύναται να έχει ως μόνο οδηγό την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Αποτιμάται η συνολική παρουσία καθενός μάρτυρα στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας του χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεως, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη) - Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Το περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα υποβάλλεται στη βάσανο της λογικής με γνώμονα και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Πέραν τούτου, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489), αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(B) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεων της και συναρτώνται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 159/09, ημ. 4.5.12). Αυτή η προσέγγιση επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και την πίστη του κοινού στη δικαστική διαδικασία (Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1(B) ΑΑΔ 1056). Τέλος, σημειώνω ότι αποτελεί βασικό κανόνα ότι μια υπόθεση πρέπει να εκδικάζεται στα αυστηρά πλαίσια των δικογράφων (Cheeseline Ltd v Ανθούλης Θωμά & Υιοί Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Έφεση 45/2009, ημερομηνίας 14.5.2014 και Χριστοδούλου ν. Χρ. Μαρνέρος και Σία Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 718). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται υπό το πρίσμα και της συνοχής της εν σχέση προς τη δικογραφηθείσα εκδοχή της κάθε πλευράς (βλ. Γιώργου Παπαγεωργίου ν Λούης Κλάππας (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ 24). Όπως λέχθηκε στη Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676: «Δεν διαπιστώνεται όμως καμία ουσιώδης παρέκκλιση μεταξύ δικογραφίας και μαρτυρίας, που είναι βέβαια επιτρεπτό από το Δικαστήριο να εντοπίζεται ως στοιχείο για την τυχόν αξιοπιστία του διαδίκου (δέστε Σοφοκλέους ν. Τσεσμέλογλου
(2006)1 Α.Α.Δ. 1153, 1158-59)». Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των ανωτέρω κριτηρίων. Η.2. Ανίχνευση συμφέροντος μαρτύρων. Ξεκινώ με μία διαδικασία ανίχνευσης συμφέροντος, το οποίο ενδεχομένως να καθοδηγεί και να επηρεάζει τη μαρτυρία που δόθηκε. Κατ' αρχάς, παρατηρώ ότι ο Ενάγων αναφέρθηκε από τους ΜΥ2 και ΜΥ3 ότι είχε κάποια συγγένεια μαζί τους και ότι τούτος ήταν ο λόγος που τα άλλα αδέρφια τους δεν ήθελαν να τσακωθούν μαζί του. Παρατηρώ ότι δεν αναφέρθηκε ρητά ποια σχέση συγγένειας τους συνδέει μαζί του. Εν πάση περιπτώσει, ο Ενάγων έχει συμφέροντα διαμετρικά αντίθετα από εκείνα των Εναγομένων όσον αφορά τη διεκδίκηση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου. Τούτου δεδομένου, τόσο η μαρτυρία του Ενάγοντος (ΜΕ1) όσο και του αντιδίκου του, ήτοι του Εναγόμενου αρ. 1, ο οποίος επίσης προσήλθε ως μάρτυρας (ΜΥ2), ελέγχεται προσεκτικά από το Δικαστήριο υπό το φως του συμφέροντος που έχουν στην τελική έκβαση της δίκης. Όσον αφορά τους ΜΕ2 και ΜΕ3, παρά το ότι αυτοί προσήλθαν στο Δικαστήριο για να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα του Ενάγοντος, εντούτοις η παρούσα υπόθεση παρουσιάζει ιδιαιτερότητα υπό την έννοια ότι οι εν λόγω δύο μάρτυρες συνδέονται με τους Εναγόμενους με σχέση συγγένειας, είτε εξ αίματος είτε εξ αγχιστείας είτε και με τις δύο μορφές συγγένειας. Συγκεκριμένα꞉ Ο μεσίτης ΜΕ2 είναι εξ αίματος συγγενής με τους Εναγόμενους, καθ' ότι η μητέρα των Εναγομένων (Ειρήνη Πολυδώρου) ήταν 1η ξαδέρφη του, μέσω του πατέρα της και του παππού του, οι οποίοι ήταν αδέρφια. Συγχρόνως, ο μεσίτης ΜΕ2 είναι εξ αγχιστείας συγγενής με τον Ενάγοντα, διότι ο Ενάγων είναι αδερφός της γυναίκας του ΜΕ2. Όσον αφορά τον ΜΕ3, αποκαλύφθηκε στο Δικαστήριο κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας ότι αυτός είναι 1ος ξάδερφος των Εναγομένων και από τις δύο πλευρές (του πατέρα του και της μητέρας του). Τούτο, ως αποτέλεσμα του γεγονότος ότι δύο αδέρφια είχαν παντρευτεί άλλα δύο αδέρφια. Συγκεριμένα꞉ Η Ειρήνη Πολυδώρου (δηλαδή η μητέρα των Εναγομένων) ήταν αδερφή του Νικόλα Νεοφύτου (που είναι ο πατέρας του ΜΕ3 και όχι πατέρας των Εναγομένων όπως εσφαλμένα αναφέρεται στην παρα. 2 της Έκθεση Απαίτησης). Η Ειρήνη Πολυδώρου παντρεύτηκε τον Ανδρέα Πολυδώρου που ήταν αδερφός της γυναίκας του Νικόλα Νεοφύτου. Πέραν της πιο πάνω σχέσης συγγένειας του ΜΕ3 με τους Εναγόμενους, ο ΜΕ3 δήλωσε ότι είναι συγγενής εξ αγχιστείας (μέσω του πεθερού του) και με τον Ενάγοντα. Αξίζει, πάντως, να σημειωθεί ότι ουδείς εκ των μαρτύρων ΜΕ2 και ΜΕ3 δήλωσε να υπάρχει οποιαδήποτε εχθρότητα μεταξύ αυτού και των Εναγομένων. Ειδικότερα꞉ Ο ΜΕ2 εξέφρασε τη βαθιά του εκτίμηση και αγάπη που είχε για το πρόσωπο της ξαδέρφης του, Ειρήνης Πολυδώρου, χαρακτηρίζοντας την «τιμιότατη κοπέλα» και δήλωσε ότι ουδεμία σύγκρουση είχε αυτός οποτεδήποτε με τους γιούδες της, θέση επί της οποίας δεν αντεξετάσθηκε. Ο ΜΕ3, θέλοντας να εξηγήσει στο Δικαστήριο ότι διατηρεί καλές σχέσεις με τους Εναγόμενους, δήλωσε χαρακτηριστικά ότι όταν αυτός πάντρεψε και όταν οι Εναγόμενοι πάντρεψαν τα παιδιά τους πήγαν ο ένας στο γάμο που έκανε ο άλλος. Φαινόμενο το οποίο, όντως, στην Κυπριακή κοινωνία αποτελεί συνήθως ένδειξη της ύπαρξης καλών σχέσεων μεταξύ συγγενών. Περαιτέρω, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ουδείς εκ των ΜΕ2 και ΜΕ3 εμφανίσθηκε να έχει οποιοδήποτε οικονομικό συμφέρον από την έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, σημειώνω ότι꞉ Ο ΜΕ2 δεν έχει κάποιο οικονομικό όφελος να αποκομίσει ανεξαρτήτως της έκβασης της υπόθεσης, αφού θέση του ήταν ότι η αγοραπωλησία του επίδικου ακινήτου από την Ειρήνη Πολυδώρου και τον Νικόλα Νεοφύτου προς τον Ενάγοντα ολοκληρώθηκε προ της εισβολής και εξοφλήθηκε, χωρίς να μένει οποιαδήποτε εκκρεμότητα για τη δική του αμοιβή. Ο ΜΕ3, όντας γιος του Νικόλα Νεοφύτου που ήταν κατά το χρόνο της αγοραπωλησίας πωλητής του επίδικου ακινήτου κατά το ½ μερίδιο αυτού, προσήλθε για να επιβεβαιώσει ότι η πιο πάνω αναφερόμενη αγοραπωλησία του επίδικου ακινήτου είχε όντως ολοκληρωθεί και εξοφληθεί προ της εισβολής και ότι η οικογένειά του «έφαγε» τα έσοδα της πώλησης στα χρόνια της προσφυγιάς. Δεν αξιώνει ακύρωση της πώλησης του μεριδίου του πατέρα του και δεν δύναται να έχει όφελος αν ακυρωθεί η πώληση του μεριδίου του ξαδέρφων του (Εναγομένων). Ο ΜΥ1 δεν συνδέεται με οποιαδήποτε σχέση συγγένειας με τους διάδικους. Πρόκειται για το μόνο άτομο που προσήλθε ως καθαρά ανεξάρτητος μάρτυρας και φέρει την ιδιότητα εμπειρογνώμονα. Όσον αφορά τον ΜΥ3 τον συνδέει εξ αίματος συγγένεια με τους Εναγόμενους εφόσον είναι αδερφός τους. Η δική του μαρτυρία θα πρέπει να κριθεί υπό το φακό του εξής σημαντικού στοιχείου꞉ ότι αυτός «καραδωκεί», θα έλεγα, να έχει, έμμεσα, συμφέρον από την έκβαση της δίκης. Τούτο διότι, αν επιτύχει η ανταπαίτηση των Εναγομένων και εκδοθεί απόφαση του Δικαστηρίου ότι η υπεύθυνη δήλωση ημερομηνίας 19/11/06 την οποία υπέγραψε ο αδερφός του ΜΥ3 (ήτοι ο Εναγόμενος 2) είναι άκυρη και/ή στερημένη παντός εννόμου αποτελέσματος αφού είναι προϊόν δόλου και/ ή απάτης και/ ή ψευδών παραστάσεων από μέρους του Ενάγοντος, αντίστοιχο αποτέλεσμα θα δικαιούται να αξιώσει και ο ίδιος ο ΜΥ3, εφόσον και αυτός προσυπέγραψε την ίδια δήλωση. Και κατ' αυτόν τον τρόπο ο ΜΥ3 θα δικαιούται ν' αξιώσει να επανέλθει σε αυτόν η κυριότητα του 1/10 του επίδικου ακινήτου που με την εν λόγω υπεύθυνη δήλωση είχε παραχωρήσει στον Ενάγοντα. Η.3. Γενική εντύπωση για έκαστο μάρτυρα (
- i)Αναφορικά με τον ΜΕ1 Κατά την κυρίως εξέτασή του, ο ΜΕ1 διακατείχετο, θα έλεγα, από ενθουσιασμό για την παρούσα υπόθεση με την προοπτική απόδειξης της υπόθεσής του και απόκτησης των μεριδίων των Εναγομένων. Όμως, ενώ κατά την κυρίως εξέτασή του ο Ενάγων κρύφτηκε πίσω από το Έγγραφο Στ για να αποδείξει την εκδοχή του, εν τέλει κατά την αντεξέτασή του, προκειμένου ν' αποφύγει τις συνέπειες που θα του επέφερε η επίκληση του εν λόγω εγγράφου, αποστασιοποιήθηκε από αυτό, λέγοντας ότι δεν γνώριζε τις συνθήκες σύνταξης κα υπογραφής του και δεν έχει ο ίδιος καμία σχέση με αυτό. Η δήλωση του ότι έμαθε για την ύπαρξή του Εγγράφου Στ μόλις το 2006 και ότι αυτός είχε δηλώσει το επίδικο ακίνητο αμέσως μετά το 1975 ενώ μόλις το 2006 έμαθε ότι αυτό είχε εγγραφεί στο όνομα των παιδιών της Ειρήνης Πολυδώρου, συνθέτουν μια εικόνα αναξιοπιστίας την οποία αναλύω πιο κάτω. (
- ii)Αναφορικά με το ΜΕ2 και το ΜΕ3 Καθ' ον χρόνο έδιδε μαρτυρία στο Δικαστήριο, ο ΜΕ2 ήταν 81 ετών. Θα αναμένετο από αυτόν να ξεχνάει λόγω ηλικίας κάποιες λεπτομέρειες γεγονότων. Αντ' αυτού έδειξε να έχει πολύ ζωηρές παραστάσεις στο μυαλό του για όσα έγιναν και προσήλθε με αφηγηματική διάθεση. Διακρίνω όμως αριθμό αντιφάσεων στα δικά του λεγόμενα꞉ Πρώτον, όσον αφορά τη χρονική ροή των γεγονότων. Αφενός, κατά την αφήγηση των γεγονότων στην κυρίως εξέτασή του, ισχυρίστηκε ότι πρώτα αυτός ανακοίνωσε στην Ειρήνη ότι είχε βρει τον αγοραστή και μετά αυτή του αποκάλυψε ότι έριζε στο κτήμα ο Νικόλας Νεοφύτου, ώστε στη συνέχεια να ειδοποίησαν τον Νικόλα να έλθει να υπογράψει το Έγγραφο Στ. Αφετέρου, κατά την αντεξέτασή του ισχυρίστηκε ότι πρώτα υπογράφηκε το Έγγραφο Στ και μετά ακόμη απορούσε η Ειρήνη αν βρέθηκε αγοραστής. Δεύτερον, ισχυρίστηκε ότι το Έγγραφο Στ ετοιμάστηκε τη μια μέρα και την αμέσως επομένη ο αγοραστής θα πήγαινε στη Συνεργατική για να τραβήσει τα χρήματα που χρειαζόταν να εξοφλήσει, ενώ στο ίδιο το Έγγραφο Στ δείχνει να υπογράφηκε στις 16.8.72 και μετά πάροδο ενός μηνός στις 18.9.72 να έγινε η εξόφληση. Τρίτον, διαφορετικές εκδοχές, ως προανέφερα κατά την παράθεση της μαρτυρίας του, έδωσε ο ΜΕ2 και για το λόγο που η Ειρήνη δεν είχε πάρει μαζί της το κοτσιάνη της. Υπάρχουν όμως και ουσιώδεις λεπτομέρειες της μαρτυρίας του ΜΕ2 σε σχέση με τις οποίες ο ΜΕ3 έδωσε αντιφατική μαρτυρία, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει συνοχή στα λεγόμενά τους και η εκδοχή που εξιστόρησαν όσον αφορά τις συνθήκες υπογραφής του Εγγράφου Στ να μην είναι συμπαγής. Όσον αφορά τον τόπο όπου έπεσαν οι υπογραφές επί του Εγγράφου Στ, ο ΜΕ2 μίλησε για το καφενείο της Ειρήνης, ενώ ο ΜΕ3 μίλησε για το σπίτι του Νικόλα Νεοφύτου ή/και το καφενείο του γαμπρού του ή/και την αυλή του σπιτιού του Νικόλα Νεοφύτου. Όσον αφορά το ποιος υπέγραψε στη θέση της Ειρήνης και γιατί, ο ΜΕ2 δήλωσε ότι εκείνη πρόσταξε, έπειτα δήλωσε ότι ο ίδιος ο ΜΕ2 εισηγήθηκε, ενώ ο ΜΕ3 δήλωσε ότι ο σύζυγος της Ειρήνης πρόσταξε. Αρνητική εντύπωση για τη μαρτυρία του ΜΕ2 μου έκανε το γεγονός ότι αυτός επέμεινε ότι ο Αντρέας Πολυδώρου υπέγραψε μπροστά στα μάτια του ΜΕ2 την ίδια ωρα σε δύο σημεία του Εγγράφου Στ, ενώ ο γραφικός χαρακτήρας των δύο υπογραφών που του απέδωσε ο ΜΕ2 είναι εξόφθαλμα διαφορετικός, με τρανταχτά ορθογραφικά λάθη στην μια περίπτωση, τα οποία δεν υπάρχουν στην άλλη. Επίσης αρνητική εντύπωση μου έκανε το ότι ο ΜΕ2 ισχυρίστηκε ότι δεν έμαθε πότε πέθανε η εξαδέρφη του η Ειρήνη, επειδή δήθεν ζούσαν σε ξεχωριστές πόλεις, ενώ αυτός εύκολα εντόπισε τα παιδιά της παρά το ότι κατοικούσαν σε ξεχωριστές πόλεις για να μεσολαβήσει να δεχθούν να μεταβιβάσουν τον τίτλο στον Ενάγοντα. Όσον αφορά το ΜΕ3 κρίνω ότι η δική του μαρτυρία ήταν πιο αυθόρμητη, μη επιτηδευμένη. Έχοντας πλέον ακούσει στο σύνολό της την υπόθεση, κρίνω πιο ειλικρινείς τις δικές του δηλώσεις, παρά εκείνες του ΜΕ2. Δεν είναι τυχαίο κατά την κρίση μου το γεγονός ότι ο ΜΕ3 τοποθέτησε τη σύνταξη του Εγγράφου Στ στην οικία του πατέρα του, το ότι εξέφρασε τη βεβαιότητα ότι ο πατέρας του εισέπραξε, ενώ αντίθετα έθεσε αμφιβολία για το αν υπέγραψε ο Αντρέας Πολυδώρου στη θέση της Ειρήνης Πολυδώρου και αν εισέπραξαν εκείνη από την πώληση. Οι δηλώσει αυτές του ΜΕ3 συνάδουν με την εκδοχή των Εναγομένων, παρά του Ενάγοντος. (iii) Αναφορικά με το ΜΥ1 Ένας εμπειρογνώμονας μπορεί να εκφράσει γνώμη αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της ειδικότητάς του (βλέπε Georghios Constantinides (Akinita) Ltd and others ν. Mavrogenis and others
(1983)1 C.L.R. 663 και Νικολάου ν. Σταύρου, ανωτέρω. Βλέπε επίσης Χαραλάμπους ν. Σάββα
(1996)1 A.A.Δ. 576). Αποτελεί νομολογημένη θέση ότι δεν είναι μόνο στη βάση των ακαδημαϊκών προσόντων που κρίνεται αν ένας μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας. Προσμετρά και η πείρα του σε ένα συγκεκριμένο επιστημονικό κλάδο (βλ. υποθέσεις Ευαγγέλου κ.α. ν. Αμπίζας
(1982)1 C.L.R. 57, Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 984, R.K.B. LEADERGOODS LTD. ν. Αγγελίδη
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1071, Παπαχριστοφόρου ν. Καπνίση κ.α.
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 244 και Δημητρίου ν. Εγγλέζου κ.α. 1(Γ) Α.Α.Δ. 1285). Δηλώθηκε από την αρχή από το συνήγορο του Ενάγοντος ότι δεν ασφισβητείται η εμπειρογνωμοσύνη του ΜΥ
- Για χάριν πληρότητας και μόνο, σημειώνω ότι πρόκειται για καταξιωμένο άτομο στον κλάδο της δικαστικής γραφολογίας όπως φαίνεται από το Βιογραφικό Σημείωμα του ΜΥ1 το οποίο παρατίθεται στις σελ. 1 έως 3 του Εγγράφου Η. Συνοπτικά και μόνον αναφέρω ότι꞉ Ο ΜΥ1 διορίστηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο ως Εμπειρογνώμονας Δικαστικός Γραφολόγος την 12.6.98 δυνάμει της ΚΔΠ 152/
- Είναι πτυχιούχος της Παντείου Ανωτάτης Σχολής Πολιτικών Επιστημών, του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης. Τοποθετήθηκε στην Υπηρεσία Εγκληματολογικών Ερευνών το 1990 και αφυπηρέτησε ως Διευθυντής της εν λόγω Υπηρεσίας στις 4.9.2013, στο βαθμό του Αστυνόμου Α'. Εκπαιδεύτηκε και ειδικεύτηκε στην εξέταση και ανάλυση γραφής και υπογραφών, στη ψηφιακή φωτογράφιση τεκμηρίων, καθώς επίσης και στην εξέταση και αναγνώριση των στοιχείων ασφαλείας που περικλείονται στα έντυπα ασφαλείας. Το 2007 του παραχωρήθηκε Πιστοποιητικό Διαπίστευσης με αρ. 346 (ΕΛΟΤ ΕΝ ISO/IEC 17025:2005) για δικανική εξέταση αμφισβητούμενης γραφής κα υπογραφής. Εξέτασε πέραν των 10,000 υποθέσεων πλαστογραφίας και κατέθεσε εκατοντάδες φορές ως εμπειρογνώμονας ενώπιον Δικαστηρίων σε ποινικές και αστικές υποθέσεις. Οι αρχές για την αξιολόγηση της μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων τέθηκαν, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση CYBARCO LTD -V- SILVIA KOVASCIK
(2001)1Γ Α.Α.Δ. σελ. 2013, απόσπασμα από την οποία παραθέτω: «Καθώς έχει νομολογηθεί οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες υπέχουν υποχρέωση να δώσουν στο δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Kouppis v. Republic
(1977)2 C.L.R. 361, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1, 5 και Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, 308).». Είμαι ικανοποιημένη ότι η μέθοδος που χρησιμοποίησε ο ΜΥ1 δεν ήταν αυθαίρετη και ότι έχει τα εχέγγυα μιας επαγγελματικής, αντικειμενικά στοιχειοθετηθείσας ανάλυσης, με βάση τη Συγκριτική Μέθοδο που είναι διαπιστευμένη με το I.S.O 17025 (βλ. σελ. 9 του Εγγράφου Η). Η βιβλιογραφία αποδέχεται ότι (βλ. το σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές», Τάκης Ηλιάδης και Νικόλας Σάντης, Εκδόσεις Hippasus, 2014, σελ 366): «ένας πραγματογνώμονας (γραφολόγος), αφού συγκρίνει έγγραφο που έχει υπογραφεί από συγκεκριμένο πρόσωπο, μπορεί να καταθέσει τη γνώμη του για το αν το αμφισβητούμενο έγγραφο έχει ή δεν έχει υπογραφεί από το ίδιο πρόσωπο» Κρίνω πως ο ΜΥ1 έχει διατυπώσει κατά τέτοιον τρόπο την Έκθεσή του ως το Έγγραφο Η, ώστε να έχει δώσει στο Δικαστήριο τα εφόδια ώστε να μπορεί να ελέγξει τα δικά του επιστημονικά συμπεράσματα και να διαμορφώσει άποψη αν θα τα υιοθετήσει ή εάν θα αποστεί από αυτά. Κρίνω πως δεν έχει πληγεί η αξιοπιστία της μελέτης του ΜΥ1 κατά την αντεξέταση του από το συνήγορο του Ενάγοντος. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΥ1 ως αξιόπιστη. (
- iv)Αναφορικά με το ΜΥ2 Ο ΜΥ2 ήταν μόλις 15 ετών όταν συντάχθηκε το Έγγραφο Στ. Η όλη προσπάθεια του συνηγόρου του Ενάγοντος να βάλει κατά της αξιοπιστίας του ΜΥ2, εστιάστηκε στο ότι, εφόσον εκείνος ήταν συνέχεια στο πλευρό της μητέρας του, δεν είναι δυνατόν να μην γνώριζε μέχρι το 1974 που ήταν 17 χρονών, ότι η μάνα του δεν ήξερε να υπογράφει. Ο ΜΥ2 απάντησε επαναλαμβάνοντας ότι αυτός έμαθε για την υπογραφή της μάνας του για πρώτη φορά το 1979 όταν την πήρε στην τράπεζα. Υπερασπιζόμενος της θέσης του αυτής, είπε ότι ενόσω ζούσαν στο χωριό, όπου η μάνα τους σηκωνόταν από το πρωί για να πάει στα χωράφια, δεν ήταν σύνηθες να ξέρουν ποια είναι η υπογραφή της μάνας τους, αλλά γνώριζαν ποια ήταν τα πιο μεγάλα χωράφια της μάνας τους. Όσον αφορά τη θέση του ότι η μάμα του ντρεπόταν να φανερώσει στο γιο της ότι δεν ήξερε να υπογράφει και ότι έβαζε για υπογραφή το σημάδι του αντίχειρα στο μελάνι, ο ΜΥ2 έδωσε ως παράδειγμα, για να δείξει ότι είναι ζήτημα προσωπικής αντίληψης, ότι αυτός μέχρι τώρα δεν πάει στο σούπερμαρκετ, διότι ντρέπεται. Προσωπικά πείθομαι από τα λεγόμενα του ΜΥ2. Πέραν των πιο πάνω, έχω να παρατηρήσω ότι ο ΜΥ2 κατάφερε να αποδείξει μέσω του Τεκμηρίου 1 του Εγγράφου ΙΒ ότι αυτός εξασφάλισε μόλις στις 22.1.2007 το πιστοποιημένο αντίγραφο της Δήλωσης που είχε κάνει η μητέρα του προς το Κτηματολόγιο και ότι αυτός ήταν και ο λόγος που ο ίδιος αρνήθηκε να υπογράψει στον Ενάγοντα αφού πλέον ήταν βέβαιος ότι η μάνα του θεωρούσε δικό της το επίδικο ακίνητο και υπέγραφε με το σημείο του αντίχειρα. (
- v)Αναφορικά με το ΜΥ3 Το ότι ο ΜΥ3 δεν είχε ιδιαίτερη επαφή με τους γονείς του κατά τον ουσιώδη χρόνο ώστε να είχε γνώση του αν υπέγραψαν ή όχι το Έγγραφο Στ ή αν πώλησαν ή όχι το επίδικο ακίνητο στον Ενάγοντα, κρίνεται ειλικρινές, αφού αυτός το 1972 εργαζόταν στη Λάπηθο, έπειτα πήγε στο εξωτερικό στη Λιβύη για δουλειά και όταν επαναπατρίστηκε κατοίκησε στη Λεμεσό ενώ οι γονείς του σε συνοικισμό στην Ανθούπολή. Πειστική είναι όμως και η δήλωσή του ότι αν το είχαν πωλήσει, θα το είχε ακούσει έστω και κάποτε εντός της περιόδου των 19 χρόνων μετά την εισβολή που ήταν ακόμη εν ζωή και πρωτίστως θα ήξερε ο ίδιος να πει αν ο Ενάγων το είχε διεκδικήσει από αυτούς οποτεδήποτε προηγουμένως. Ενδιαφέρον στη μαρτυρία του ΜΥ3 προκαλεί η δήλωσή του ότι ο Ενάγων, όταν τον επισκέφθηκε στις 29.1.2007 δεν του παρουσίασε το Έγγραφο Στ παρά μόνο την Υπεύθυνη Δήλωση ως το ΄Τεκμήριο 6 υπό Έγγραφο Α και ότι είναι εκείνη τη μέρα που αυτός υπέγραψε και τα δύο έγγραφα. Παρατηρώ ότι δεν αντεξετάσθηκε σθεναρά επί της δήλωσής του αυτής ο ΜΥ3, ώστε να αναγκασθεί να παραδεχθεί ότι είπε ψέματα ισχυριζόμενος ότι δεν είχε υπογράψει από το 2006 την Υπεύθυνη Δήλωση. Παρέμεινε η δήλωση του ΜΥ3 ακλόνητη. Και τούτο έχει τη σημασία του, γιατί προφανώς εφόσον ο Ενάγων γνώριζε πλέον στις 29.1.2007 ότι ο ΜΥ2 αμφισβητούσε τη γνησιότητα της υπογραφής της μάνας τους, φαίνεται να προσπάθησε να εκμαιεύσει την υπογραφή του ΜΥ3 όχι στη βάση του Εγγράφου Στ, αλλά στη βάση του γεγονότος ότι είχε ήδη εξασφαλίσει τις γνήσιες υπογραφές των αδερφών του ΜΥ3 επί της Υπεύθυνης Δήλωσης Αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΥ3 ως αξιόπιστη. Η.4. Συνολική αξιολόγηση εκδοχής του Ενάγοντος. Η.4.1. Σύγκριση Έκθεσης Απαίτησης με προσφερθείσα μαρτυρία. Κρίνω ότι, η εκδοχή του Ενάγοντος, ως δικογραφήθηκε στην Έκθεση Απαίτησης (Ε/Α), εμφανίζει ουσιώδεις διαφορές στις λεπτομέρειές της συγκρινόμενη με τη μαρτυρία που προσφέρθηκε. Ειδικότερα: Στην παρα. 2 της Ε/Α ο Ενάγων ισχυρίστηκε ότι αγόρασε το επίδικο ακίνητο κατά ή περί την 16/8/1972 δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου από τη μητέρα και τον πατέρα των Εναγομένων 1 και 2, κ.κ. Ειρήνης Πολυδώρου και Νικόλα Νεοφύτου, ενώ: πρώτον, ουδέν πωλητήριο έγγραφο κατατέθηκε ενώπιον μου ως τεκμήριο, δεύτερον, το μόνο έγγραφο που κατατέθηκε για να αποδείξει την πώληση, ήτοι το Έγγραφο Στ, δεν αποτελεί πωλητήριο έγγραφο, παρά μόνο Έγγραφη Εξουσιοδότηση του μεσίτη να βρει αγοραστή, τρίτον, το εν λόγω Έγγραφο Στ, αν και είναι ημερομηνίας 16/8/72, εντούτοις, με βάση τη μαρτυρία που δόθηκε από τον μεσίτη ΜΕ2, είχε συνταχθεί και υπογραφεί περί τον ένα μήνα προτού εξευρεθεί ο Ενάγων ως αγοραστής, και τέταρτον, ο Νικόλας Νεοφύτου δεν είναι πατέρας των Εναγομένων ως εσφαλμένα καταγράφεται στην παρα. 2 της Ε/Α, αλλά θείος αυτών και έτερος ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου κατά ½ μερίδιο, με συνεπακόλουθο ξεχωριστό συμφέρον από εκείνο της μητέρας των Εναγομένων. Στην παρα. 3 της Ε/Α ο Ενάγων επανέλαβε τον ισχυρισμό ότι για την πώληση είχε καταρτιστεί έγγραφη συμφωνία ημερομηνίας 16/8/1972 και ισχυρίστηκε ότι τη συμφωνία αυτήν την υπέγραψαν ως πωλητές οι Νικόλας Νεοφύτου και Ειρήνη Πολυδώρου, με μάρτυρες τους Πέτρο Ν. Νεοφύτου και Ανδρέα Πολυδώρου, ενώ: Όπως έχω προαναφέρει, το μόνο έγγραφο που προσκομίστηκε για να αποδείξει έγγραφη συμφωνία πώλησης είναι το Έγγραφο Στ, αλλά τούτο, βάσει του περιεχομένου του ως θα το παραθέσω πιο κάτω, δεν αποτελεί αγοραπωλητήριο συμβόλαιο. Ο ουσιώδης ισχυρισμός γεγονότων ότι η Ειρήνη Νεοφύτου υπέγραψε τη λεγόμενη «έγγραφη συμφωνία πώλησης ημερομηνίας 16/8/1972», δεν προωθήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία, και αντ' αυτού προωθήθηκε ο ισχυρισμός ότι δεν υπέγραψε η ίδια, αλλά ο σύζυγός της, επειδή κατά παραδοχή η ίδια δεν ήξερε να υπογράφει. Περαιτέρω, κρίνω ότι δεν προσφέρθηκε καθόλου ή/και επαρκής μαρτυρία προς τεκμηρίωση ορισμένων δικογραφημένων ισχυρισμών γεγονότων. Συγκεκριμένα: · Στην παρα. 4 της Ε/Α δικογραφήθηκε ο ισχυρισμός ότι στη συμφωνία πώλησης αναφερόταν ότι η τοποθεσία του ακινήτου ήταν «Πικραθασιές», «όμως με υπεύθυνη δήλωση και βεβαίωση του κοινοτάρχη φαίνεται ότι η εν λόγω τοποθεσία όπου βρίσκεται το ακίνητο είναι περιοχή Χάσανη». Παρατηρώ ότι τέτοια βεβαίωση από τον αρμόδιο Κοινοτάρχη δεν τέθηκε ενώπιον μου ως αποδεικτικό στοιχείο. Η μόνη «υπεύθυνη δήλωση» η οποία τέθηκε ενώπιον μου είναι το Τεκμήριο 6 υπό Έγγραφο Α, είναι εκείνη η οποία ετοιμάστηκε από τον Ενάγοντα ή/και από το δικηγόρο του και τέθηκε προς υπογραφή από τα παιδιά της Ειρήνης Πολυδώρου, επί της οποίας υπεύθυνης δήλωσης το μόνο που ο Κοινοτάρχης εκεί βεβαιώνει είναι τις υπογραφές των εν λόγω παιδιών και όχι το αν το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στην τοποθεσία Πικραθασιές ή αν βρίσκεται στην τοποθεσία Χασάνη. Στην παρα. 6 της Ε/Α δικογραφήθηκε ο ισχυρισμός ότι «Μετά την Τουρκική Εισβολή και αφού εζητήθησαν στοιχεία από τις αρμόδιες αρχές παρά των ιδιοκτητών των διαφόρων τεμαχίων που ευρίσκονται στην κατεχόμενη Κύπρο, ο Ενάγων προσήλθε στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο Κερύνειας και δήλωσε το εν λόγω τεμάχιο ως ιδιοκτησία του.». Εντούτοις, ο Ενάγων δεν προσέφερε κανένα αποδεικτικό στοιχείο ή έγγραφο που να βεβαιώνει αν και πότε υπέβαλε δήλωση στο Κτηματολόγιο περί της από μέρους του ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου. Κατά την ακρόαση ο Ενάγων (ΜΕ1) περιορίστηκε μόνο σε δική του προφορική δήλωση περί τούτου. Από την άλλη, ο Ενάγων έδειξε να εικάζει, στην παρα. 6 της Ε/Α, ότι «Το ίδιο έπραξαν οι Εναγόμενοι 1 και 2, καθώς και οι άλλοι δύο αδελφοί τους», ενώ ουδεμία μαρτυρία προσκόμισε ο Ενάγων για να δείξει ότι η δήλωση ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου έγινε από τα παιδιά της Ειρήνης Πολυδώρου. Αντ' αυτού, όπως προκύπτει από τη δοθείσα μαρτυρία της Υπεράσπισης δεν είναι τα παιδιά της Ειρήνης Πολυδώρου, αλλά η ίδια η Ειρήνη Πολυδώρου εκείνη που προέβη στη σχετική δήλωση ιδιοκτησίας προς το Κτηματολόγιο ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο ΙΒ, γεγονός το οποίο προφανώς αγνοούσε ο Ενάγων, όπως και ο ΜΕ2. Η.4.2. Αναλυτική αξιολόγηση των πιο πάνω σημείων. Κάθε ένα από τα πιο πάνω σημεία έχει τη σημασία του. (
- i)Η αποδεικτική αξία του Έγγραφου Στ. Παρατηρώ ότι επί του Εγγράφου Στ επιχειρήθηκε να στηθεί όλη η υπόθεση του Ενάγοντος꞉ · Πρώτον, για την τεκμηρίωση της αγοραπωλησίας ολόκληρου του επίδικου ακινήτου προς τον Ενάγοντα με τη συγκατάθεση της μητέρας των Εναγομένων. · Δεύτερον, για την τεκμηρίωση της εξόφλησης και εξασφάλισης τίτλου ιδιοκτησίας στο όνομα του Ενάγοντος δια μεταβίβασης του εν λόγω ακινήτου στον ίδιο στις 18.9.1972, δηλαδή πριν την εισβολή. Πρόκειται για μονοσέλιδο έγγραφο σε πρωτότυπη μορφή, το οποίο είχε συνταχθεί και εκδοθεί από τον ίδιο το ΜΕ2 μέσα στο βιβλιάριο που τηρούσε ως μεσίτης εκ μέρους και για λογαριασμό του Κτηματομεσιτικού γραφείου «Η ΣΤΕΓΗ» (βλ. το βιβλιάριο που κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο σημειωθέν «Έγγραφο Ζ»). Το Έγγραφο Στ αναφέρει τα εξής꞉ «Ο κάτωθι υπογεγραμμένος δηλώ δια του παρόντος ότι σας εξουσιοδοτώ όπως προβήτε εις την πώλησιν των κάτωθι κτημάτων μου και αναλαμβάνω να πληρώσω το ποσόν των ΛΚ100- εφ άπαξ ή επί της πωλήσεως άμα τη υπογραφή του πωλητήριου εγγράφου. Η παρούσα εξουσιοδότησις ισχύει μέχρι της 30ης Αυγούστου 1972. Εις περίπτωσιν κατά την οποία ήθελον πωλήση τα εν λόγω κτήματα κατά την περίοδον της ανωτέρω προθεσμίας υποχρεούμαι εις την πληρωμήν προμηθείας 3% ή εις το συμφωνηθέν ποσόν εφ' άπαξ έστω και εάν το πρόσωπο το οποίον θα είναι ο αγοραστής δεν έχει υποδειχθεί εκ μέρους σας. Συμφωνηθείσα τιμή πωλήσεως μεταξύ Ιδιοκτήτου και του Μεσιτικού Γραφείου «Η ΣΤΕΓΗ» ΛΚ3,500 χιλιάδες λίρες. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΚΤΗΜΑΤΩΝ Εν κομάτη χωράφι εις Βασίλεια και εις τοποθεσίαν Πικραθασιές Αριθ. τεμ. 77. Εν Βασίλεια 16 / Αυγ. 1972. Μάρτυρες Ο ιδιοκτήτης 1) Πέτρος Ν. Νεοφύτου Νικόλας Νεοφύτου 2) Ανδρέας Πολυδώρου Ειρήνη Α. Πολιδόρου Σφραγίδα [ΚΤΗΜΑΤΟΜΕΣΙΤΙΚΟΝ ΓΡΑΦΕΙΟΝ «Η ΣΤΕΓΗ» ΕΥΘΥΜΙΟΣ Ε. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ ΜΕΓΑΡΟΝ Χ''ΣΑΒΒΑ 1ΟΣ ΟΡΟΦΟΣ ΝΟ [...] ΛΕΥΚΩΣΙΑ - ΤΗΛ.64260». Σημειωτέον ότι επί του Εγγράφου Στ φέρεται να υπάρχουν διαγώνια σημειωθείσες δύο παράλληλες ευθείες γραμμές μαζί με τη λέξη «εξοφλήθη» την ημερομηνία «18.9.1972» και υπάρχει σε συσχετισμό με τη σημείωση αυτή μία υπογραφή, η οποία επιβεβαιώθηκε από το δικαστικό γραφολόγο (ΜΥ1) ότι είναι γνήσια και αντιστοιχεί στο δείγμα υπογραφής που έλαβε από τον ΜΕ2. Το ότι το Έγγραφο Στ δεν ήταν πωλητήριο έγγραφο προκύπτει ευθέως από το περιεχόμενο του και ιδίως: Από τον τίτλο του, Από τη συμφωνία που περιέχει, η οποία είναι μεταξύ ιδιοκτήτη και μεσίτη μόνο, προς εξέυρεση αγοραστή για συγκεκριμένη τιμή πώλησης, Από την αναβλητική αίρεση που περιέχει, ότι ο ιδιοκτήτης αναλάμβανε να πληρώσει στον μεσίτη την προμήθεια (ήτοι ποσόν των ΛΚ100-) «εφ άπαξ ή επί της πωλήσεως άμα τη υπογραφή του πωλητήριου εγγράφου». Εξάλλου, ο Ενάγων (ΜΕ1) παραδέχθηκε, κατά την κυρίως εξέτασή του, ότι αυτός ουδεμία ανάμειξη είχε στη διατύπωση του Εγγράφου Στ, δεν είναι συμβεβλημένο μέρος σε αυτό, δεν το προσυπογράφει και δεν το είχε ποτέ στην κατοχή του. Αν ήταν αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, δεν θα ήταν αυτή η κατάσταση, αφού ο Ενάγων, ως ισχυριζόμενος αγοραστής θα έπρεπε να το είχε υπογράψει ώστε να είχε συμβληθεί δυνάμει αυτού και θα αναμενόταν να είχε στην κατοχή του ένα αντίγραφο αυτού τουλάχιστον πριν την εισβολή του 1974. Απεναντίας, ο Ενάγων εδώ ισχυρίστηκε ότι ούτε καν γνώριζε για την ύπαρξή του Εγγράφου Στ από το 1972 μέχρι και το 2006 που προέκυψε η διαφιλονικία για τη διεκδίκηση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου, οπότε απευθύνθηκε στο μεσίτη (ΜΕ2), ο οποίος και του το παρουσίασε για πρώτη φορά. Δεν μου διαφεύγει ότι κατά την ακρόαση ο Ενάγων (ΜΕ1) προσπάθησε να αποστασιοποιηθεί από τα γεγονότα που αφορούν στη σύνταξη, το περιεχόμενο και τις υπογραφές του Εγγράφου Στ. Δεν