ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. NICHOLAS FURNISHINGS LTD κ.α., Αγωγή αρ. 1596/91, 27/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A318 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ꞉ Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 1596/91 Μεταξύ꞉ ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσας - Καθ' ης η Αίτηση και NICHOLAS FURNISHINGS LTD ΑΝΔΡΕΑ ΤΡΥΦΩΝΟΣ ΧΡΥΣΩ ΑΝΔΡΕΟΥ Εναγoμένων - Αιτητών Ημερομηνία꞉ 27.5.2016 Εμφανίσεις꞉ Για την Ενάγουσα - Καθ' ης η αίτηση: κα. Γ. Στυλιανού και κ. Ν. Καλλένος, για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 - Αιτητές: κ. Θ. Αγγελίδης, για Π. Αγγελίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Αναφορικά με την αίτηση, ημερ. 15.2.2016, για τροποποίηση της νομικής βάσης άλλης αίτησης, ημερ. 30.10.
- Α. Εισαγωγή. Στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, εκδόθηκε τελική απόφαση την 1.7.1991, με την οποία κρίθηκε ότι οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 οφείλουν να καταβάλουν στην Ενάγουσα το ποσό των Λ.Κ.12.333,10σ. πλέον 9% τόκο από 21.1.1991 επί ποσού Λ.Κ.11.477,55 μέχρι εξόφλησης, πλέον τα έξοδα. Την 8.7.2014 παραχωρήθηκε άδεια εκτέλεσης της εν λόγω δικαστικής απόφασης στην αγωγή για περίοδο πέντε ετών από της εκδόσεως της εν λόγω άδειας. Στο πλαίσιο εκτέλεσης της απόφασης στην αγωγή, η Ενάγουσα, μεταξύ άλλων μέτρων που έλαβε, εξασφάλισε την εγγραφή και ανανέωση της ισχύος των ακόλουθων επιβαρύνσεων (ΜΕΜΟ) επί της ακίνητης περιουσίας των Εναγομένων꞉ αρ. ΕΒ591/2009 επί της ακίνητης περιουσίας της Εναγομένης αρ.
- αρ. ΕΒ406/92 επί της ακίνητης περιουσίας των Εναγομένων αρ.
- Στις 30.10.2015 οι Εναγόμενοι καταχώρησαν αίτηση με την οποία αιτούνται꞉ (α) την ακύρωση του διατάγματος ημερ. 8.7.2014 με το οποίο παραχωρήθηκε άδεια εκτέλεσης της απόφασης στην αγωγή για περίοδο 5 ετών, (β) την ακύρωση του διατάγματος ημερ. 13.2.2015 με την οποία παρατάθηκε η ισχύς του ΜΕΜΟ ΕΒ591/09, (γ) τη διαγραφή και ακύρωση του ΜΕΜΟ ΕΒ591/09, (δ) την ακύρωση του διατάγματος με το οποίο παρατάθηκε τελευταία η ισχύς του ΜΕΜΟ ΕΒ406/92, (ε) τη διαγραφή και ακύρωση του ΜΕΜΟ ΕΒ406/92, (στ) την απαγόρευση επιβολής οποιουδήποτε ΜΕΜΟ και/ή εμπράγματου βάρους επί της ιδιοκτησίας των Εναγομένων αναφορικά με το εξ αποφάσεως χρέος, (η) διάταγμα με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι το οφειλόμενο ποσό που καταδικάσθηκαν να πληρώσουν οι Εναγόμενοι στην αγωγή δεν μπορεί να υπερβαίνει το διπλάσιο του ποσού που δανείσθηκαν αρχικά οι Εναγόμενοι. Η νομική βάση της εν λόγω αίτησης, ημερ. 30.10.2015, ως εκτίθεται στο σώμα της αίτησης, περιοριζόταν στα εξής꞉ στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, και ειδικότερα - Δ.40, θ.8, παρα. 2 και 3, Δ.48 θ. 1, 2
(1)(κκ) και
(4), θ.12 και θ.13, Δ.64 και Δ.48, θ.8
(1)(κκ), θ.
(4), θ.9, στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στο Ν.2/77 στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, και στη νομολογία. Η Ενάγουσα - Καθ' ης η αίτηση καταχώρησε στις 26.11.2015 Ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στην πιο πάνω αίτηση. Ανάμεσα σε άλλους λόγους ένστασης, δικογράφησε και τον εξής꞉ «(α) Η παρούσα αίτηση είναι νομικά αβάσιμη και/ή ελλιπής καθότι στην νομική βάση της αίτησης δεν περιλαμβάνονται τα άρθρα 53 - 62 και 71 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6». Στην ένορκη δήλωση, ημερ. 26.11.2015, του κ. Μάριου Κουντούρη, η οποία συνόδευε την Ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης της Ενάγουσας, ο πιο πάνω λόγος ένστασης (α) προωθήθηκε με τα εξής λεγόμενα του κ. Κουντούρη꞉ «
- Εγείρω προδικαστική ένσταση από νομικής συμβουλής που λαμβάνω από τους νομικούς μας συμβούλους και ισχυρίζομαι και λέγω ότι η παρούσα αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση, καθότι καμία πρόνοια δεν γίνεται στα άρθρα 53 - 62 του Κεφ. 6 που αφορούν την Επιβάρυνση Γης με Εγγραφή Απόφασης ενώ το άρθρο 71 του ίδιου Νόμου προνοεί το δικαίωμα ακύρωσης του ΜΕΜΟ τα οποία είναι και τα βασικά άρθρα στα οποία στηρίζεται η επίδικη αίτηση.». Β. Η υπό κρίση αίτηση Ενόσω η πιο πάνω αίτηση, ημερ. 30.10.2015, ήταν ορισμένη για ακρόαση με γραπτές αγορεύσεις στις 16.2.2016, οι Εναγόμενοι καταχώρησαν την υστάτη, ήτοι στις 15.2.2016, την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητούν - «Α. Άδεια του Σεβαστού Δικαστηρίου για τροποποίηση της νομικής βάσης της ενδιάμεσης αίτησης των Εναγομένων - Αιτητών 1 - 3 ημερομηνίας 30.10.2015 ως ακολούθως꞉
- Δια της προσθήκης των άρθρων 53 - 62 του Κεφ. 6 και του άρθρου 71 του Κεφ.
- Β. Άδεια για συνέχιση της διαδικασίας. Γ. Οιανδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε το Δικαστήριο κρίνει δίκαιη και/ή εύλογη υπό τις περιστάσεις. Δ. Έξοδα συν ΦΠΑ.». Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.1, Δ.2, Δ.39, Δ.25 θ.1-6, Δ.12, Δ.9 θ.1-13 και Δ.48 θ.1-9, Δ.63 θ.1-13, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρο 25, όπως τροποποιήθηκε, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και άλλης σχετικής Νομολογίας, επί των κανόνων του κοινοδικαίου και επιεικείας και επί των Γενικών Συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η υπό κρίση αίτηση εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του κ. Ανδρέα Τρύφωνος από τη Λευκωσία. Πρόκειται για τον Εναγόμενο αρ. 2 στην ως άνω αγωγή, ο οποίος προβαίνει στην εν λόγω ένορκη δήλωση κατόπιν εξουσιοδότησης που έλαβε και από τους Εναγόμενους 1 και
- Γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης και έχει λάβει νομική συμβουλή από το δικηγόρο κ. Παύλο Αγγελίδη, ο οποίος μελέτησε το φάκελο αυτής. Παραθέτω αυτούσιες τις παρα. 4 - 8 της ένορκης δήλωσης του κ. Τρύφωνος꞉
- «Εκ παραδρομής έχουμε εντοπίσει ότι στην νομική βάση της Ενδιάμεσης Αιτήσεως μας ημερομηνίας 30/10/2015 έχουμε παραλείψει να προσθέσουμε τα άρθρα 53-62 του Κεφ. 6 που αφορούν την Επιβάρυνση Γης με Εγγραφή Απόφασης και το άρθρου 71 του Κεφ.6 που προνοεί για το δικαίωμα ακύρωσης MEMO που είναι και εκ των θεραπειών που επιζητούνται μέσω της αιτήσεως μας ημερομηνίας 30/10/
- Εκ των ανωτέρω είναι απαραίτητο όπως τροποποιηθεί η νομική βάση της ενδιάμεσης μας αιτήσεως ημερομηνίας 30/10/2015 για να μπορέσει να συνεχίσει η δικαστική διαδικασία ως με πληροφορούν οι δικηγόροι μου.
- Από την αιτούμενη τροποποίηση ουδεμία ζημία προκαλείται στους Εναγόμενους, μη δυν £ αποζημιωθεί χρηματικώς και εξυπηρετείται καλύτερα η δικαιοσύνη.
- Η Αίτηση μας ημερομηνίας 30/10/2015 είναι ορισμένη πρώτη φορά για ακρόαση στις 16/2/
- Ως εκ τούτου θεωρούμε ότι δεν προκαλείται οποιαδήποτε σημαντική καθυστέρηση στην εκδίκαση των επίδικων, θεμάτων της Αιτήσεως μας ημερομηνίας 30/10/
- Ως εκ τούτου είναι ορθό και δίκαιο όπως εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα.». Η υπό κρίση αίτηση των Εναγομένων προσέκρουσε στην ένσταση της Ενάγουσας, η οποία καταχωρήθηκε στις 16.3.2016, ως οι οδηγίες του Δικαστηρίου. Εγείρονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης꞉ «(α) Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη των Διαδικαστικών Κανονισμών και/ή της Νομοθεσίας και της πρακτικής του Δικαστηρίου. (β) Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου, των δικαιωμάτων του αντιδίκου και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court), εφόσον οι αιτητές επέδειξαν μεγάλη αδιαφορία για την παρούσα αγωγή. (γ) Οι αιτητές δεν έδωσαν οποιοδήποτε ικανοποιητικό λόγο που να εξηγεί και/ή να δικαιολογεί την αιτούμενη τροποποίηση. (δ) Εν πάση περίπτωση οι ισχυρισμοί των αιτητών στην προβαλλόμενη αίτηση είναι γενικοί και αόριστοι. (ε) Στη συγκεκριμένη υπόθεση υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση (latches) στην καταχώρηση της παρούσης αιτήσεως, ήτοι τέσσερις περίπου μήνες μετά από την καταχώρηση της αίτησης της οποίας οι αιτητές ζητούν να τροποποιήσουν και μετά την πάροδο σχεδόν 3 μηνών από την καταχώρηση της ένστασης των Εναγόντων. (στ) Οι αιτητές δεν έχουν καταδείξει οποιοδήποτε σοβαρό και εύλογο λόγο που να δικαιολογεί την αιτούμενη τροποποίηση. Τουναντίον οι αιτητές καταχώρησαν την παρούσα αίτηση, αφού η εν λόγω παράλειψη τους διαφάνηκε από το περιεχόμενο της ένστασης και της ένορκης δήλωσης των εναγόντων ημερ. 26.11.2015 καθώς και από τις προδικαστικές ενστάσεις των στην ένσταση ημερ.26.11.
- (ζ) Οι αιτητές δεν παρουσιάζουν σοβαρούς και/ή επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν το αιτητικό. (η) Η παρούσα αίτηση αποτελεί προσπάθεια των αιτητών να δικαιολογήσουν την έλλειψη ενδιαφέροντος των υποχρεώσεων τους προς τους ενάγοντες και/ή να διορθώσουν λάθη και/ή παραλείψεις στην αίτηση τους ημερ. 30.10.
- (θ) Η αιτούμενη τροποποίηση θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους ενάγοντες. (ι) Η αιτούμενη τροποποίηση θα είχε ως μοναδικό σκοπό να πλήξει την απονομή της δικαιοσύνης και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί υπό τις περιστάσεις.». Η Ένσταση των Εναγόντων - Καθ' ών η Αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς (Civil Procedure Rules), Δ.25 Θ.1-5, Δ.48, Θ.1-9, Δ.59 και Δ.64, επί του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, επί των συμφυών εξουσιών του Σεβαστού Δικαστηρίου, καθώς επίσης και από το περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του κ. Μάριου Κουντούρη, ημερ. 16.3.2016, ο οποίος υιοθετεί κατ' ουσίαν και επαναλαμβάνει όλους τους λόγους ένστασης. Στο επίκεντρο των λόγων ένστασης και της επιχειρηματολογίας του συνηγόρου της Ενάγουσας στη γραπτή αγόρευση του προς το Δικαστήριο βρίσκονται τα εξής (παραθέτω επιμέρους αποσπάσματα από τις σελ. 5 και 6 της αγόρευσης)꞉ «Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να τονίσω ότι στην ένσταση τους ημερ. 26.11.2015 οι Ενάγοντες εγείρουν προδικαστικά ότι η αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση, καθότι καμία πρόνοια δεν γίνεται στα άρθρα 53-62 του Κεφ. 6 που αφορούν την Επιβάρυνση Γης με Εγγραφή Απόφασης ενώ το άρθρο 71 του ίδιου Νόμου προνοεί το δικαίωμα ακύρωσης του MEMO τα οποία είναι και τα βασικά άρθρα στα οποία στηρίζεται η εν λόγω αίτηση τα οποία επιδιώκει να συμπεριλάβει στην νομική βάση, με την παρούσα αίτηση τροποποίησης. Συνεπώς και τυχόν έγκριση της παρούσας αίτησης τροποποίησης και/ή διόρθωσης της αίτησης ακύρωσης των MEMO και των σχετικών διαταγμάτων παράτασης των εν λόγω MEMO καθιστά άνευ αντικειμένου την προδικαστική ένσταση των εναγόντων ημερ. 26.11.2015 και θέτει αυτόματα τους ενάγοντες σε υπέρμετρη δυσμένεια αφ' ης στιγμής η εν λόγω παράλειψη των αιτητών έγινε αντιληπτή από τους δικηγόρους τους από το περιεχόμενο της ένστασης των εναγόντων.». Ενόψει των πιο πάνω, είναι φανερό ότι οι Εναγόμενοι/Αιτητές κωλύονται και/ή παρεμποδίζονται από την προώθηση της υπό κρίση Αίτησης, καθότι η εν λόγω Αίτηση καταχωρήθηκε με αργοπορία και σε κατοπινό στάδιο της διαδικασίας. Επομένως, με την ως άνω συμπεριφορά των Εναγομένων, οι Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση είναι υποχρεωμένοι να σημειώσουν ότι η παρούσα Αίτηση δεν είναι καλόπιστη και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και αποσκοπεί στην πρόκληση περαιτέρω καθυστέρησης της εκδίκασης της Αγωγής. Περαιτέρω [...] (α) Οι αιτητές δεν προωθούν οποιοδήποτε επαρκή λόγο για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και/ή δεν επεξηγούν τον λόγο παράλειψης τους να συμπεριλάβουν στην νομική βάση της αίτησης ημερ. 30.10.2015 τα άρθρα 53 - 62 και του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, κάτι το απαράδεκτο, εν πάση περιπτώσει, αφ' ης στιγμής η αίτηση ημερ. 30.10.2015 αφορά το θέμα ακύρωσης εγγραφής επιβάρυνσης γης (MEMO) ημερ. 30.10.
- [...] (β) Η αίτηση των εναγομένων/αιτητών αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of the process of the Court) υπό την έννοια της υπερβολικής και/ή υπέρμετρης καθυστέρησης στην υποβολή της (latches) ήτοι 4 περίπου μήνες μεταγενέστερα της αίτησης ημερ. 30.10.2015 την νομική βάση της οποίας επιζητούν να τροποποιήσουν με την παρούσα αίτηση και μετά την παρέλευση σχεδόν 3 μηνών από την καταχώρηση της ένστασης των εναγόντων. [...]». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Από την άλλη, ο συνήγορος των Εναγομένων - Αιτητών, στη δική του γραπτή αγόρευση αναπτύσσει την εξής επιχειρηματολογία (βλ. σελ. 1 της αγόρευσης, δεύτερη παράγραφο)꞉ Ότι οι επιζητούμενες τροποποιήσεις έχουν ζητηθεί «πριν η κάθε πλευρά να κλείσει την υπόθεση της». Ότι γίνεται σαφές από την ένορκο δήλωση των Αιτητών-Εναγομένων ότι δεν προτίθενται να ζητήσουν να κατατεθεί οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία και απλά επιχειρείται να εισαχθούν τα εν λόγω άρθρα στην νομική βάση της αιτήσεως τους. Ότι οι θεραπείες που επιζητούνται και τα γεγονότα αναβλύζουν από την ήδη κατατεθείσα μαρτυρία και δεν πρόκειται να κατατεθεί νέα μαρτυρία λόγω της προσθήκης των εν λόγω άρθρων στην νομική βάση, τα οποία έχουμε εντοπίσει εκ παραδρομής ότι από λάθος δεν προστέθηκαν. Ότι, συνεπακόλουθα, εάν επιτύχει η υπό κρίση αίτηση, δεν θα εκτραπεί η διαδικασία, αλλά απλώς θα υπάρξει κάποια καθυστέρηση που η νομολογία θεωρεί ότι θεραπεύεται με την κατάλληλη διαταγή για έξοδα που δημιουργούνται από την καθυστέρηση. Προχωρεί ο εν λόγω συνήγορος των Εναγομένων και εισηγείται ότι το Δικαστήριο θα πρέπει χωρίς δισταγμό να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έγκρισης των αιτούμενων τροποποιήσεωνς στη βάση της Δ.25, θ.1, την οποία και παραθέτει στην αγόρευσή του. Προς νομική υποστήριξη της εισήγησής του αυτή, ο συνήγορος των Εναγομένων παραθέτει μία σύνοψη των αρχών που καθιερώθηκαν νομολογιακά αναφορικά με την ερμηνεία της Δ.25,θ.1 και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται βάσει αυτής η τροποποίηση δικογράφων. Εισηγείται ότι οι ίδιες αρχές είναι σχετικές και για τους σκοπούς της εκδίκασης της υπό κρίσης αίτησης (βλ. σελ. 2 έως 4 της αγόρευσης)꞉
(1)Η τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δύναται να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. (Χοίστου ν Ago
(1992)1 Α.Α.Δ 7071.
(2)Τροποποίηση δικογράφου θεωρείται ότι επιφέρει βλάβη στον αντίδικο όταν δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήματα. (Federal Bank of Lebanon (SAL) ν Ν. Σιακόλα
(1999)1(A) Α.Α.Δ 44) Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα.
(3)Επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφου στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά, που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήματα.
(4)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην κάθε υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου. (Φοινιώτης ν Greenmar Navigation
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 33).
(5)Ο παράγοντας χρόνος στην υποβολή αίτησης τροποποίησης είναι σχετικός χωρίς να είναι εκ προοιμίου και απαραίτητα αποφασιστικής σημασίας.
(6)Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. (SABA & Co. ΓΓ.Μ.Β) ν Τ.Μ.Ρ. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426).
(7)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης δικογράφου. Στο στάδιο αυτό όμως, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. (Γραυυές Στρίντζη ν Επίσημος Παραλήπτης (1 995) 1 Α.Α.Δ 607). Το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποιήσεις της δικογραφίας κατά τη δίκη.
(8)Να μη γίνεται προσπάθεια από πλευράς του αιτούντος για εισαγωγή νέας αιτίας ή και βάσης αγωγής. (Ανδρέας Τσαγγάρη ν Μακεδονίας Γαβριηλίδου κ.α., Πολ. Έφεση 11027. ηυερ. 08/02/02) Από την νομολογία εξάγεται το συμπέρασμα ότι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης των δικογράφων είναι φιλελεύθερη, ενώ αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας πριν την έναρξη της δίκης αντιμετωπίζονται με λιγότερη διστακτικότητα. Είναι περαιτέρω νομολογιακά καθιερωμένη και αποδεκτή η σύγχρονη τάση όπως αυτή διατυπώθηκε στην Χριστοδούλου ν Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 πως τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Όσον αφορά στο θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης στην υπόθεση Astor ν A.G. Leventis κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726 ελέχθη ότι «ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντες ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης». Στην προαναφερθείσα υπόθεση το Εφετείο παραμέρισε την πρωτόδικη απόφαση εγκρίνοντας την αίτηση για τροποποίηση που καταχωρήθηκε 12 ολόκληρα χρόνια μετά την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Ως προς το θέμα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης, στην υπόθεση SABA & CO Τ.Μ.Ρ. ν Τ.Μ.Ρ. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. στη σελ. 432 αναφέρονται τα εξής: «Η σημασία που ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα δεν έχει γίνει τέτοιος ή ανάλογος ισχυρισμός και δεν συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή». Η φιλελεύθερη τάση της νομολογίας στην αποδοχή αιτήσεων τροποποίησης φαίνεται και στη βαρύτητα που δίδεται στην εξέταση της φύσης της αιτούμενης τροποποίησης και σχετικά προς τούτο σας παραπέμπουμε στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν Αλωνεύτη (2002, Πολ. Έφεση 11026) όπου παρά το εκτεταμένο των τροποποιήσεων και το στάδιο που υποβλήθηκαν κρίθηκε ότι «η φύση των εν λόγω τροποποιήσεων, η σχετικότητα και η διαπλοκή τους με τα επίδικα θέματα καθιστούσαν ενδεδειγμένο την εκδίκαση όλων των νέων θεμάτων με την αρχική απαίτηση». ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (i) Κατά πόσον χωρεί εφαρμογής η Δ.25, θ.
- Δεν αντιλέγω ότι είναι ορθή η πιο πάνω σύνοψη στην οποία προέβηκε ο συνήγορος των Εναγομένων όσον αφορά τις παραμέτρους που το Δικαστήριο δέον να λαμβάνει υπόψη για την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας κατ΄εφαρμογήν της Δ.25, θ.
- Ωστόσο, αυτό το οποίο με απασχολεί είναι το ερώτημα κατά πόσον η ζητούμενη με την υπό κρίση αίτηση τροποποίηση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Δ.25, θ.
- Παραθέτω την εν λόγω δικονομική διάταξη και αναλύω πιο κάτω το σκεπτικό με το οποίο έχω καταλήξει ότι δεν εμπίπτει στην εμβέλειά της η ζητηθείσα τροποποίηση꞉ «Δ.25 O.I The Court or α Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his endorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy, between the parties.» Σε ανεπίσημη μετάφραση: «Δ.25, θ.
- Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οιονδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων.» Υπό το φως της διατύπωσης της ως άνω δικονομικής διάταξης, το πρώτο ερώτημα που τίθεται είναι εάν αυτό που επιδιώκεται να τροποποιηθεί εμπίπτει στην έννοια του όρου «οπισθογράφηση» ή «δικόγραφα». Παρατηρώ κατ' αρχάς ότι δεν υπάρχει γενική ερμηνευτική διάταξη των εν λόγω όρων στη Δ.1, θ.1 έως
- Ωστόσο꞉ · Όσον αφορά την έννοια της «οπισθογράφισης», στη Δ.1, θ.2 συναντάται ο όρος «specially indorsed» (ειδικά οπισθογραφημένο), ο οποίος παραπέμπει στη Δ.2, θ.6 στην οποία απαριθμούνται οι περιπτώσεις αγωγών οι οποίες δύνανται να αρχίσουν με κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο και επεξηγείται στους λοιπούς θεσμούς της Δ.2 τί δέον να διαλαμβάνει η οπισθογράφηση. · Όσον αφορά την έννοια των «δικογράφων», στη Δ.19, θ.1 γίνεται συνολική, όπως το αντιλαμβάνομαι, απαρίθμηση των κανονισμών που θα εφαρμόζονται αναφορικά με δικόγραφα, οι οποίοι κανονισμοί συνίστανται στα διαλαμβανόμενα στους θ. 2 έως 27 της ίδιας Διάταξης. Προκύπτει ευθέως από τους θεσμούς αυτούς ότι ο όρος «δικόγραφα» καλύπτει꞉ (α) την Έκθεση Απαίτησης, (β) την «Υπεράσπιση» ή, ανάλογα με την περίπτωση, «Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση», (γ) την «Απάντηση», ή ανάλογα με την περίπτωση «Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση». Το συμπέρασμα αυτό συνάδει και με όσα ερμηνευτικά αναφέρονται στο «The Annual Practice
(1952)», σελ. 352, τα οποία και παραθέτω: «Pleading. - This word includes all Statements in writing of the claim, or demand of any plaintiff and of the defence of any defendant thereto, and of the reply of the plaintiff to any counterclaim of a defendant)). (J.Α., 1925, s. 225.) A letter sent to the plaintiffs solicitor, stating what the defendant believes to he his defence to the action, but not in the form prescribed by r. 11, infra, is not a pleading (Marshall v. Jones, 52 J. P. 423). A writ is not a pleading (Murray v. Stephenson, 19 Q. B. D. 60); but if a writ be specially indorsed under O. 3, r. 6, the special indorsement is a pleading, and it is delivered when the writ is served (Anlaby v. Proetorius, 20 Q. B. D. 764).». Επιβάλλεται, λοιπόν, να σημειωθεί ότι η αίτηση, ημερ. 30.10.2015, η οποία ζητείται τώρα να τροποποιηθεί δεν φαίνεται να εμπίπτει και δεν εμπίπτει ούτε στην έννοια του όρου «οπισθογράφιση» ούτε στην έννοια του όρου «δικόγραφο» κατά τα ανωτέρω. Είναι απλώς μια αίτηση, της οποίας η σύνταξη διέπεται από τα διαλαμβανόμενα στη Δ.48, τα οποία φανερώνουν και την αντιδιαστολή μεταξύ αιτήσεων και δικογράφων, αρκεί να ληφθεί υπόψη η εξής σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο꞉ ότι δεν αναμένεται τα δικόγραφα να περιέχουν αναφορά στη νομική βάση της επίδικης διαφοράς, ούτε να περιέχουν μαρτυρία, παρά μόνο σύντομη έκθεση των ουσιωδών γεγονότων (βλ. τη Δ.19, θ.4), εν αντιθέσει προς τις αιτήσεις, στις οποίες - βάσει της Δ.48, θ.1 -επιβάλλεται να περιέχουν ρητή αναφορά «στο ειδικό άρθρο του Νόμου ή τον ειδικό κανόνα του Δικαστηρίου» στον οποίο στηρίζονται, καθώς επίσης να υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση, εν είδη μαρτυρίας για τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση. Δεδομένης της έκδηλης διαφοράς μεταξύ, αφενός, της οπισθογράφησης ή/και των δικογράφων και, αφετέρου, των αιτήσεων που καταχωρούνται δυνάμει της Δ.48, όπως είναι η περίπτωση της αίτησης ημερ. 30.10.2015, έπεται ότι η ζητούμενη τροποποίηση δεν αφορά σε τροποποίηση οπισθογράφισης ή δικογράφου και για το λόγο αυτό θεωρώ άτοπη την επίκληση της Δ.25, θ.1 ως νομικής βάσης της υπό κρίση αίτησης τροποποίησης ημερ. 15.2.2016. (ii) Κατά πόσον χωρεί εφαρμογής η Δ.25, θ.5 ή θ.6. Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον η υπό κρίση αίτηση τροποποίησης θα μπορούσε να χωρεί εξέτασης δυνάμει της Δ.25, θ. 5 ή της Δ.25, θ.6, που είναι οι άλλες δύο νομικές βάσεις οι οποίες περιέχονται στην υπό κρίση αίτηση τροποποίησης.[1] Για μια συγκριτική αναφορά του πότε εφαρμόζεται η Δ.25, θ.5 και πότε η Δ.25, θ.6, παραπέμπω στην απόφαση του Δ. Χατζηχαμπή, Δ. (όπως ήταν τότε), ημερ. 31.3.1999, στην Πολιτική Έφεση αρ. 10235, E.G. FALEKKOS LTD, ν. REANA MANUFACTURERS LTD.
(1999)1 Α.Α.Δ.
- Η Δ.25 θ.6 προνοεί: "Clerical mistakes in judgments or orders, or errors arising therein from any accidental slip or omission may, at any time, be corrected by the Court or a judge on application without an appeal". (Σε μετάφραση) «
- Γραφικά λάθη ή παραλείψεις στις αποφάσεις ή διατάγματα μπορούν οιονδήποτε χρόνο να διορθωθούν από το Δικαστήριο ή Δικαστή με αίτηση χωρίς έφεση.». Είναι προφανές ότι η επιδιωκόμενη με την υπό κρίση αίτηση τροποποίηση, ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι αφορά σε λάθος προκύπτον από τυχαία διολίσθηση «ή παράλειψη» (accidental slip or omission), εντούτοις και πάλιν δεν αφορά σε τροποποίηση (διόρθωση) «απόφασης» ή «διατάγματος» Δικαστηρίου, αλλά σε αίτηση η οποία εκκρεμεί προς εκδίκαση, και συνεπώς δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Δ.25, θ.
- Όσον αφορά τη Δ.25, θ.5, αυτή προβλέπει ότι꞉ "The Court or a Judge may at any time, and on such terms as to costs or otherwise as the Court or Judge may think just, amend any defect or error in any proceedings, and all necessary amendments shall be made for the purpose of determining the real question or issue raised by or depending on the proceedings". Σε μετάφραση꞉ «Δ.25, θ.
- Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί καθ' οιονδήποτε χρόνο και με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή όπως το Δικαστήριο ή Δικαστής κρίνει δίκαιο, να τροποποιήσει οιανδήποτε έλλειψη ή λάθος σε οιανδήποτε διαδικασία και όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα γίνονται για το σκοπό αποπερατώσεως του πραγματικού ζητήματος ή στοιχείου που εγείρεται ή εξαρτάται από τη διαδικασία.». Όπως επεσήμανε ο Χατζηχαμπής, Δ. (όπως ήταν τότε) στην προμνησθείσα απόφαση ημερ. 31.3.1999, η πιο πάνω Δ.25, θ.5 έχει πανομοιότυπη διατύπωση με εκείνην της αγγλικής Ο.28 r.
- Επομένως, χρήσιμη καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από το Annual Practice 1958, όπου στη σελίδα 637 αναφέρονται τα εξής: "General Power to amend (0.28 r. 12). Effect of this Rule - Rule 1 of this Order is confined to the amendment of "indorsement or pleading"; and r.11 to correcting errors in "judgments or orders"; but this Rule extends to defects or errors in "any proceedings". And under it every Judge or Master has full power of his own motion to make any amendment which he deems necessary for the purpose of determining the real question at issue between the parties (Nottage v. Jackson, 11 Q.B.D. 627, 638; and see J.A. 1925, s. 43, and r 1 of this Order). "Rule 12 does not mean that an order may be made in general terms, but gives a general power to make proper orders in all cases for determining the real question". It is the duty of any counsel who applies at the trial for leave to amend his pleading "to formulate and state in writing the exact amendment for which he asks" (per Farwell, L.J., in Hyans v. Stuart King
(1908)2 K.B. p. 724). In any proceedings - Under this Rule amendments have been made in legal documents of every kind...". (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι δική μου.) Παράδειγμα εφαρμογής της Δ.25, θ.5, αποτελεί η περίπτωση διόρθωσης λανθασμένου ονόματος διαδίκου στην αγωγή (misnomer) ακόμη και μετά την έκδοση της απόφασης, την οποία περίπτωση πραγματεύεται η προμνησθείσα απόφαση ημερ. 31.3.1999, στην Πολιτική Έφεση αρ. 10235. Είναι όμως κατά την κρίση μου σημαντικό να ληφθεί υπόψη η εξής παράγραφος από την εν λόγω απόφαση, όπου αιτιολογείται ο λόγος γιατί η εν λόγω διόρθωση κρίνεται ότι εξυπηρετεί το σκοπό αποπερατώσεως του πραγματικού ζητήματος ή στοιχείου που εγείρεται ή εξαρτάται από τη διαδικασία꞉ «Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι το προκύψαν θέμα είναι εντελώς τεχνικό και δεν συντρέχει λόγος ουσίας ο οποίος να καθιστά άλλως παρά αναγκαία την άσκηση της εξουσίας του δικαστηρίου προς όφελος της διόρθωσης που επιδιώχθηκε. Είναι φανερό ότι, καθ' όλη τη διαδικασία, η εταιρεία εναντίον της οποίας εστρέφετο η αγωγή ήταν η Reana Manufacturing and Trading Co Ltd, που ήταν και η μόνη υφιστάμενη νομική οντότητα, και όχι η ανύπαρκτη Reana Manufacturers Ltd, η αναφορά της οποίας ως εναγομένης συνιστούσε λανθασμένη ονομασία.». Περαιτέρω παράδειγμα εφαρμογής της Δ.25, θ. 5 αποτελεί η απόφαση Cyprus Transport (Taxi) Co Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 294, στην οποία απερρίφθη αίτημα για έκδοση προνομιακού διατάγματος prohibition με το οποίο ζητείτο να απαγορευθεί στο πρωτόδικο δικαστήριο να επιληφθεί αίτησης για τροποποίηση του ονόματος της εναγομένης στον τίτλο της αγωγής μετά από την έκδοση της απόφασης στην αγωγή και στην απόφαση αναφέρετο ως "KEM TAXI", ώστε αυτό να διορθώνετο στο πραγματικό της όνομα που ήταν "CYPRUS TRANSPORT (TAXI) CO LTD". Και πάλιν, όμως, καταλήγει να με απασχολεί το αν η υπό κρίση αίτηση τροποποίησης αφορά σε «τροποποίηση έλλειψης ή λάθους σε διαδικασία», ώστε να είναι κατάλληλη η εφαρμογή της Δ.25, θ.5. Κρίνω, εν προκειμένω, ότι η έλλειψη ή το λάθος που επιχειρείται να διορθωθεί ή τροποποιηθεί από τους Εναγόμενους με την υπό κρίση αίτηση, δεν είναι ούτε διαδικαστικής υφής ούτε τεχνικό ούτε τυπικό. Εάν ήταν τέτοιο θα χωρούσε άλλωστε η διόρθωσή του με αίτηση που να εδράζεται στη Δ.64, δικονομική διάταξη που οι Εναγόμενοι δεν επικαλούνται ως βάση της υπό κρίση αίτησης, αναγνωρίζοντας προφανώς τη διαφορά του πράγματος. Απεναντίας, η ζητούμενη τροποποίηση άπτεται της ίδιας της ουσιαστικής εγκυρότητας της αίτησης ημερ. 30.10.2015, από τη νομική βάση της οποίας φαίνεται να ελλείπει το ουσιαστικό δίκαιο (δηλ. τα άρθρα 53 έως 62 του Κεφ. 6 αναφορικά με την «επιβάρυνση γης με εγγραφή απόφασης» και το άρθρο 71 αναφορικά με την ακύρωση οποιασδήποτε εγγραφής που διενεργήθηκε δυνάμει του Μέρους αυτού) που παρέχει στο Δικαστήριο τη δικαιοδοτική βάση για να επιληφθεί της αίτησης και να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. Κατά την κρίση μου, δεν θα μπορούσε το Δικαστήριο «by its own motion» (βλ. Annual Practice 1958, σελ. 637, ανωτέρω) να αναλάβει «γενική εξουσία» («general power») για να επιφέρει τροποποίηση η οποία άπτεται της νομικής υπόστασης και εγκυρότητας μιας αίτησης. Η Δ.25, θ.5 δεν μπορεί να αξιοποιηθεί για να διορθώσει μια ουσιώδη δικαιοδοτική έλλειψη, η οποία άπτεται της εγκυρότητας της δικαστικής διαδικασίας και όχι απλώς της αποπεράτωσης της «πραγματικής διαφοράς». Όσον αφορά την έλλειψη νομικής βάσης η οποία είναι μοιραία για την εγκυρότητα ενός διαβήματος, τα προλεχθέντα εδράζονται στα όσα συνάγω από την ακόλουθη νομολογία꞉ Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδης
(1990)1 Α.Α.Δ. 965 «Η παράλειψη αναφοράς στο άρθρο 51
(1)κρίθηκε από το Δικαστήριο μοιραία για την εγκυρότητα της έφεσης. Και όπως έχει αναφερθεί, η διαπίστωση αυτή αποτέλεσε τον πρώτο λόγο απόρριψής της. Στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Kouppa and Another v. Vassiliades* αποφασίστηκε ότι σε ενδιάμεση αίτηση ο καθορισμός του νομικού βάθρου, με αναφορά στο άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας και των θεσμών που το στοιχειοθετούν, αποτελεί, σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48 θ.1 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου. Το σκεπτικό του Δικαστηρίου στην υπόθεση Kouppa συνοψίζεται στο πιο κάτω απόσπασμα: "The specification of the rules relied upon in interlocutory proceedings is not, to my comprehension, a matter of mere formality but a substantive procedural provision that should be strictly adhered to. For interlocutory proceedings are proceedings of an extraordinary nature in that deliberations are made without a complete trial, the normal process through which a cause is ventilated before the Court. Hence procedural safeguards designed to elicit the questions in issue and put the matter in a proper perspective should be meticulously observed especially mandatory provisions like those set out in Ord. 48 r.l. It is no accident that the legal substratum of an application must, unlike the statement of claim, be specified for there are compelling reasons that side issues should be succinctly defined both legally and factually so that the Court may, without undue delay, deal with them and thus pave the way for the trial of the main issues in dispute." Σε μετάφραση: "Ο καθορισμός των θεσμών στους οποίους στηρίζεται το ενδιάμεσο δικονομικό μέτρο (αίτηση με κλήση) δεν είναι όπως κατανοώ μόνο θέμα τύπου αλλά ουσιαστική δικονομική διάταξη, η οποία πρέπει να ακολουθείται αυστηρά· εν όψει του ότι η ενδιάμεση διαδικασία συνιστά διαδικασία ασυνήθη χαρακτήρα, για το λόγο ότι τα επίδικα θέματα εκδικάζονται έξω από το πλαίσιο της ολοκληρωμένης δίκης που αποτελεί τη συνήθη οδό για την εκδίκαση των επίδικων θεμάτων. Συνεπώς τα δικονομικά εχέγγυα τα οποία αποβλέπουν στον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και του πλαισίου εκδίκασης τους πρέπει να τηρούνται με σχολαστικότητα ιδιαίτερα στην περίπτωση των επιτακτικών προνοιών της Δ.48 θ.1. Δεν είναι τυχαίο ότι το νομικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει, αντίθετα με την έκθεση απαιτήσεως, να καθορίζεται· συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι που επιβάλλουν όπως παρεμφερή θέματα προσδιορίζονται τόσο νομικά όσο και πραγματικά με ακρίβεια ώστε το Δικαστήριο, χωρίς υπέρμετρη καθυστέρηση, να είναι σε θέση να τα εξετάσει και με αυτό τον τρόπο να επιστρώσει το έδαφος διά την εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς." Συμφωνούμε με τις αρχές που διατυπώνονται στην Kouppa ως προς το δικονομικό πλαίσιο το οποίο διέπει την έγκυρη έγερση ενδιάμεσων αιτήσεων. [...] (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι δική μου.) Απόφαση ημερ. 19 Φεβρουαρίου 2013 στην Πολιτική Έφεση Αρ. 75/2011, 1. ASHOT EGIAZARYAN, κ.α. -ν- 1. DENORO INVESTMENTS LIMITED, κ.α. «Επί της ουσίας, παρατηρείται πρώτιστα ότι η νομική βάση στην οποία στηρίζονται οι εφεσείοντες είναι μόνο η Δ.35 θ.8. Όμως, όπως έχει υποδειχθεί σε σειρά υποθέσεων όπως την Pavlidou v. Yerolemou
(1982)1 C.L.R. 912, υπάρχει και η πρόνοια του άρθρου 25
(3)του περί Δικαστηρίων Νόμου αρ. 14/60, στο οποίο δεν στηρίχθηκε η επίδικη αίτηση, παράλειψη που ώθησε τους εφεσίβλητους να εισηγηθούν ότι τόσο αναγκαία ήταν αυτή η αναφορά, σε βαθμό που η αίτηση μπορεί να απορριφθεί μόνο γι΄ αυτό το λόγο. Είναι γεγονός ότι το άρθρο 25
(3)είναι σαφώς δικαιοδοτικό και περικλείει την όλη εξουσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά τη δικαιοδοσία του ως Εφετείου, να εξετάζει οποιαδήποτε έφεση χωρίς δέσμευση από τα πραγματικά γεγονότα και τις αποδείξεις που ήσαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, που ευθέως παραπέμπει στη δυνατότητα του Εφετείου να συναγάγει τα δικά του συμπεράσματα, τόσο επί ερμηνείας, όσο και επί νομικής επίπτωσης, αλλά και να δέχεται, μεταξύ άλλων, περαιτέρω μαρτυρία ή και να επανακροάται μαρτύρων, με στόχο βέβαια να αποδίδεται δικαιοσύνη. Το άρθρο 25
(3)ως δικαιοδοτικό υπερτερεί της κανονιστικής ρύθμισης που εμπεριέχεται στη Δ.35 θ.8, στην οποία θα γίνει αναφορά αμέσως μετά. Ακριβώς διότι το άρθρο έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία κατ΄ επανάληψη περιοριστικά, κατά τον τρόπο που θα εξηγηθεί στη συνέχεια, οι εφεσείοντες όφειλαν να εστιάσουν την προσοχή τους και σ΄ αυτό, ιδιαιτέρως διότι η νομολογία είναι αποκαλυπτική στο ότι οποιαδήποτε αίτηση θα πρέπει να αναφέρει το νόμο και τους κανονισμούς στους οποίους βασίζεται ως απαραίτητο στοιχείο εγκυρότητας του δικονομικού μέτρου. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Κούππα ν. Βασιλειάδη
(1981)1 J.S.C. 120, Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδης
(1990)1 Α.Α.Δ. 965 και Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λοΐζος Ιορδάνους Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 743, στην οποία μάλιστα λέχθηκε ότι η παράλειψη αναφοράς στους ορθούς κανονισμούς και, βέβαια, το νόμο δεν χωρεί διόρθωσης στη βάση των προνοιών της Δ.64. Η σημασία της τήρησης των Θεσμών τονίστηκε και στις πρόσφατες αποφάσεις Τσεσμέλογλου ν. Σοφοκλέους, Πολ. Έφ. αρ. 205/2010, ημερ. 15.1.2013 και Σ΄ ό,τι αφορά την περιουσία του Ιωάννου Κοντού¸ Πολ. Έφ. αρ. 187/09, ημερ. 29.1.2013.». Απόφαση ημερ. 1.6.2001, στην υπόθεση Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λοΐζος Ιορδάνους Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 743 «Είναι η θέση της εφεσίβλητης ότι η αίτηση βασίζεται σε λανθασμένους Κανονισμούς αφού η εμβέλεια της Δ.25 θ.4 περιορίζεται στην τροποποίηση δικογράφων που αφορούν πολιτικές διαδικασίες ενώπιον πρωτόδικων Δικαστηρίων. Αντίθετα, όπως υποδεικνύεται από τον ευπαίδευτο συνήγορο της εφεσίβλητης η σχετική Κανονιστική Διάταξη είναι εκείνη της Δ.35 θ.4 και στην παρούσα περίπτωση δεν χωρεί διορθωτική επέμβαση με την καταφυγή στις πρόνοιες της Δ.64. Η εισήγηση της εφεσίβλητης ότι η αίτηση βασίζεται σε λανθασμένους Κανονισμούς είναι ορθή. Η Δ.48 θ.2 προνοεί ότι οι ενδιάμεσες αιτήσεις πρέπει απαραιτήτως να προσδιορίζουν τις νομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζονται. Και τούτο γιατί η ενδιάμεση διαδικασία της εξέτασης αιτήσεων έχει ένα ασυνήθιστο χαρακτήρα αφού τα επίδικα θέματα πρέπει να εξετάζονται έξω από τα πλαίσια της ολοκληρωτικής δίκης και με αυτό το πνεύμα ο προσδιορισμός τους πρέπει να γίνεται με ακρίβεια για να μπορεί το Δικαστήριο να επιστρώσει το έδαφος για τη γρήγορη εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς. (Ίδε Kouppa and another v. Vassiliadis [1981] 1 JSC 120). Οι αρχές που καθιερώθηκαν στην Kouppa and another v. Vassiliadis υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη και άλλων
(1990)1 Α.Α.Δ. 965 όπου τονίστηκε ότι απαράβατοι όροι της εγκυρότητας του δικονομικού πλαισίου μιας ενδιάμεσης αίτησης είναι η αναφορά στα άρθρα και στους θεσμούς που στοιχειοθετούν το νομικό υπόβαθρο της αίτησης.». Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω να κρίνω ότι η υπό κρίση αίτηση δεν δύναται να προωθηθεί επιτυχώς ούτε στη βάση της Δ.25, θ.1, ούτε στη βάση της Δ.25, θ. 5, ούτε στη βάση της Δ.25, θ.6, επειδή δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής τους. Χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω κατάληξής μου, προχωρώ και λέγω ότι υπήρξε καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης για τροποποίηση, η οποία καθυστέρηση λογίζεται το ενωρίτερο από την ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης ημερ. 30.10.2015 και το αργότερο από την ημέρα καταχώρησης της ένστασης των Εναγόντων - Καθ' ων η αίτηση όπου επεσήμαναν την έλλειψη στη νομική βάση της αίτησης ημερ. 30.10.
- Πρόκειται για καθυστέρηση, για την οποία ουδεμία δικαιολογία έχει δοθεί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση τροποποίησης. Πρόκειται για μια παράμετρο που θα λάμβανα υπόψη σε περίπτωση που έκρινα ότι η υπό κρίση αίτηση ενέπιπτε στις διατάξεις Δ.25, θ.1 ή θ.
- Δεν θα ήταν όμως καταλυτικής σημασίας για απόρριψη της αίτησης τροποποίησης, εφόσον αυτή καταχωρήθηκε πριν την έναρξη της ακρόαση της αίτησης ημερ. 30.10.2015, και θα επιδίκαζα απλώς υπέρ των Εναγόντων - καθ' ων η αίτηση τα έξοδα της αίτησης τροποποίησης και τα απωλεσθέντα έξοδα. Η αίτηση απορρίπτεται. Ουδείς λόγος έχει καταδειχθεί ώστε να αποκλίνω από το γενικό κανόνα που θέλει τα έξοδα να ακολουθούν το αποτέλεσμα, γι' αυτό και επιδικάζω υπέρ των Εναγόντων / καθ΄ων η αίτηση και εναντίον των Εναγομένων / αιτητών τα έξοδα της αίτησης τροποποίησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης. (Υπ) ...................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Η Δ.25, θ.2, 3 και 4 αφορά σε εφαρμοστικές διατάξεις στην περίπτωση που εγκριθεί η έκδοση διατάγματος τροποποίησης και δεν παρέχουν αυτοτελή βάση για την έκδοση τέτοιους διατάγματος. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο