← Κύπρος

Μαρίας Μυτιληναίου κ.α. ν. Πέτρου Κυριάκου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2003/16, 12/7/2016

Μαρίας Μυτιληναίου κ.α. ν. Πέτρου Κυριάκου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2003/16, 12/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A436 Αρ. Αγωγής: 2003/16 Μεταξύ:

  1. Μαρίας Μυτιληναίου, εκ Λευκωσίας
  2. Ιωάννη άλλως Γιαννάκη Μυτιληναίου, εκ Λευκωσίας Εναγόντων και
  3. Πέτρου Κυριάκου εκ Λευκωσίας
  4. Γεώργιου Κυριάκου, εκ Λευκωσίας Εναγομένων Αίτηση ημερ. 8.4.16 υπό εναγόντων αιτητών για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Ημερομηνία: 12 Ιουλίου 2016 Για ενάγοντες - αιτητές: κα Χριστίνα Ζήκου Για εναγομένους - καθ' ων η αίτηση: κα Άντρεα Χριστοδουλίδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγων 2 είναι πατέρας της ενάγουσας
  5. Οι εναγόμενοι 1 & 2 είναι τέκνα της ενάγουσας 1 και συνεπώς εγγόνια του ενάγοντα
  6. Είναι λυπηρό και όχι βέβαια συνηθισμένο, ένας παππούς και μια μητέρα να ασκούν αγωγή εναντίον των εγγονών και τέκνων τους αντίστοιχα. Η παρούσα είναι μια από τις λυπηρές εξαιρέσεις. Ο παππούς και η μητέρα επικαλούνται για την καταχώρηση της αγωγής, βίαιη συμπεριφορά των νεαρών εναγομένων εναντίον τους κάτι που αρνούνται βέβαια οι εναγόμενοι 1 &
  7. Οι ενάγοντες ζητούν με την παρούσα αγωγή εναντίον των εναγομένων, διατάγματα εγκατάλειψης και απαγόρευσης χρήσης του διαμερίσματος που βρίσκεται στην οδό Τσερίου 37 στην Πάνω Λακατάμια και στο οποίο διαμένουν οι εναγόμενοι με την ενάγουσα 1, μητέρα τους. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της αγωγής, ζήτησαν και πέτυχαν προσωρινό διάταγμα που διατάσσει τους δύο εναγομένους να εκκενώσουν και εγκαταλείψουν το πιο πάνω διαμέρισμα. Την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, υπογράφει ο ενάγων
  8. Αναφέρει ότι ιδιοκτήτρια και κάτοχος του εν λόγω διαμερίσματος είναι η ενάγουσα 1 θυγατέρα του, πλην όμως ο ίδιος έχει εγγεγραμμένο δικαίωμα επικαρπίας. Στο διαμέρισμα διαμένει η ενάγουσα 1 με τα τρία τέκνα της . Ο ίδιος διαμένει στην ίδια οικοδομή σε άλλο διαμέρισμα. Η ενάγουσα 1 τέλεσε γάμο με τον Ανδρέα Κυριάκου από τον οποίο απέκτησε τρία παιδιά. Τον Πέτρο Κυριάκου (εναγόμενο 1) που γεννήθηκε στις 8.2.1996, τον Γιώργο Κυριάκου (εναγόμενο 2) που γεννήθηκε στις 1.3.1998 και τον Σωτήρη Κυριάκου που γεννήθηκε στις 10.3
  9. Οι δύο εναγόμενοι έχουν ενηλικιωθεί ενώ και το τρίτο τέκνο Σωτήρης Κυριάκου, ενηλικιώνεται στις 10.3.
  10. Το 2011 η ενάγουσα 1 χώρισε με τον σύζυγο της, ο οποίος έκτοτε διαμένει σε άλλη οικία. Μετά τον χωρισμό της ενάγουσας 1 με τον σύζυγο της, αυτή αντιμετώπισε αρκετά προβλήματα ένεκα της απαιτητικής συμπεριφοράς των παιδιών της που δεν έδειχναν καμία κατανόηση για την δύσκολη οικονομική κατάσταση που αντιμετώπιζε η μητέρα τους. Τα οικονομικά προβλήματα προέκυψαν λόγω της απουσίας οιασδήποτε συνεισφοράς από τον πατέρα των εναγομένων, στην διατροφή των παιδιών του. Η ενάγουσα 1 αναγκαζόταν να εργάζεται σε τρεις δουλειές για να αντεπεξέρχεται στις διαρκώς αυξανόμενες ανάγκες και εν πολλοίς παράλογες απαιτήσεις των παιδιών της. Στην συνέχεια, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος 2 σε ηλικία 13 ετών χωρίς οιονδήποτε λόγο, εγκατέλειψε το σπίτι που διέμενε με την μητέρα του και εγκαταστάθηκε στην οικία του πατέρα του όπου παρέμεινε για 4 χρόνια. Αυτή την περίοδο, εγκατέλειψε το σχολείο και άρχισε την χρήση ναρκωτικών. Αναγκάστηκε για αυτό τον λόγο να ενταχθεί σε πρόγραμμα απεξάρτησης μετά από επιμονή της ενάγουσας
  11. Μετά το πέρας του προγράμματος απεξάρτησης, ο εναγόμενος 2 εγκαταστάθηκε ξανά στο επίδικο διαμέρισμα με τα αδέλφια και την μητέρα του. Στις 16.2.16, η ενάγουσα 1 είχε ένα σοβαρό ατύχημα στην εργασία της με αποτέλεσμα να κτυπήσει σοβαρά στο πόδι. Υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση και νοσηλεύτηκε για 5 ημέρες. Ο γιατρός σύστησε πλήρη αποχή από οιαδήποτε εργασία για οκτώ τουλάχιστον βδομάδες ενώ το πόδι της τοποθετήθηκε στον νάρθηκα. Η ενάγουσα 1 με την αποχή της από την εργασία, αντιμετώπισε ακόμη μεγαλύτερα οικονομικά προβλήματα με αποτέλεσμα να αδυνατεί να πληρώσει μεταξύ άλλων τους λογαριασμούς κινητού τηλεφώνου των παιδιών της για τους οποίους οφειλόταν το συνολικό ποσόν των €930,
  12. Ως αποτέλεσμα, οι τηλεφωνικές τους συνδέσεις διακόπηκαν. Το πιο πάνω γεγονός εξαγρίωσε τους εναγομένους 1 & 2 που προέβησαν σε βιαιοπραγίες εντός του διαμερίσματος της ενάγουσας 1 αλλά και εντός του διαμερίσματος που διαμένει ο ενάγων 2 με την σύζυγο του. Έσπασαν ότι βρήκαν μπροστά τους, καθυβρίσαν τους ενάγοντες και προσπάθησαν να χειροδικήσουν εναντίον τους. Η συμπεριφορά αυτή συνεχίζεται επί καθημερινής βάσεως, καθιστώντας την διαβίωση των εναγόντων ανυπόφορη. Οι ενάγοντες έχουν προβεί σε σχετικές καταγγελίες στην αστυνομία για τα πιο πάνω συμβάντα. Ήταν στην συνέχεια η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι οι εναγόμενοι 1 & 2 είναι ενήλικοι και μπορούν πλέον να αναλάβουν μόνοι τους τις ευθύνες τους και να χειριστούν τις υποθέσεις τους όπως οι ίδιοι θέλουν. Τις τελευταίες μέρες, ο εναγόμενος 2 έχει εγκατασταθεί στο σπίτι του πατέρα του αλλά τίποτα δεν τον εμποδίζει να εισέλθει στο διαμέρισμα της ενάγουσας 1 ή του ενάγοντα 2 και να συνεχίσει την ως άνω συμπεριφορά. Είναι τέλος κατά τον ενόρκως δηλούντα, εξαιρετικά επείγον να εκδοθούν τα διατάγματα γιατί οι ενάγοντες ζουν σε διαρκή φόβο για το πότε θα ξεσπάσει το επόμενο επεισόδιο με μη ανατρέψιμες συνέπειες. Το Δικαστήριο στην βάση της πιο πάνω ένορκης δήλωσης, εξέδωσε μονομερώς προσωρινό διάταγμα που διατάσσει τους δύο εναγομένους να εκκενώσουν και εγκαταλείψουν το επίδικο διαμέρισμα. Με την επίδοση του διατάγματος, οι εναγόμενοι έφεραν ένσταση στην οριστικοποίηση του. Στους λόγους ένστασης, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων καθώς και έλλειψη των ουσιαστικών προϋποθέσεων έγκρισης του αιτήματος. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του εναγομένου 2 Γεώργιου Κυριάκου, στην οποία αναφέρει ότι προβαίνει κατόπιν εξουσιοδότησης του εναγομένου 1 αδελφού του. Ισχυρίζεται στην συνέχεια ότι ο ίδιος είναι στρατιώτης και αθλητής εδώ και 8 χρόνια στον χώρο της καλαθόσφαιρας με συμμετοχή σε εθνικές ομάδες παίδων και εφήβων. Η ενασχόληση του με τον αθλητισμό, δείχνει ότι δεν είναι βίαιος ή μη συνεργάσιμος χαρακτήρας. Ο εναγόμενος 2 αδελφός του, παρακολουθεί νυχτερινά μαθήματα με στόχο να τελειώσει το νυχτερινό σχολείο. Η μόνη κατοικία που είχαν τα δύο αδέλφια ήταν στο επίδικο διαμέρισμα όπου διέμεναν με την μητέρα τους. Αυτά τα στοιχεία δεν αποκαλύφθηκαν στην ένορκη δήλωση της αίτησης. Τα μοναδικά προβλήματα που τα αδέλφια αντιμετώπισαν από τον χωρισμό των γονιών τους, ήταν καθαρά ψυχολογικά και τα οποία αντιμετωπίστηκαν με την βοήθεια ψυχολόγου. Ήταν η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι ο ενάγοντας 2, απέκρυψε επίσης στην ένορκο δήλωση της αίτησης, το γεγονός ότι οι δύο εναγόμενοι εργάζονταν τα τελευταία χρόνια και παρέδιδαν όλο τον μισθό τους στην ενάγουσα 1 μητέρα τους ως οικονομική βοήθεια και συνεισφορά στα έξοδα του σπιτιού. Είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι αν το Δικαστήριο γνώριζε τις πιο πάνω πληροφορίες και τις δραστηριότητες των εναγομένων δεν θα εξέδιδε μονομερώς το υπό κρίση διάταγμα. Επιπλέον, όταν χρειάστηκε η οικογένεια καινούργιο αυτοκίνητο, ο ενόρκως δηλών έδωσε στην ενάγουσα 1 μητέρα του, το ποσόν των €2.200,00 για την αγορά του αυτοκινήτου. Επισυνάφθηκε επί του προκειμένου ως τεκμήριο 2, κατάσταση του τραπεζικού λογαριασμού του ομνύοντα, ο οποίος ανέφερε περαιτέρω ότι η ενάγουσα 1 του υποσχέθηκε ότι θα του επέστρεφε το εν λόγω ποσόν πριν τον Σεπτέμβριο του 2016 για να το χρησιμοποιήσει για σκοπούς σπουδών του στο εξωτερικό. Παρόλα αυτά, η ενάγουσα 1 δεν εκπλήρωσε αυτή την υπόσχεση της. Ο ομνύων αρνήθηκε στην συνέχεια τους ισχυρισμούς ότι ο πατέρας του δεν συνείσφερε μετά τον χωρισμό στην διατροφή των παιδιών του. Ανέφερε ότι η διατροφή καταβαλλόταν κανονικά και επιπλέον, τους βοηθούσε οικονομικά αφού η μητέρα του αδυνατούσε από μόνη της να τους συντηρήσει. Σε αρκετές περιπτώσεις τους αγόραζε τρόφιμα, τους έπαιρνε εκδρομές σε εστιατόρια και πάρκα και γενικά προσπαθούσε να μην τους λείψει οτιδήποτε. Αναφορικά με τον εναγόμενο 2, αυτός εντάχθηκε σε πρόγραμμα απεξάρτησης και δεν έχει εμπλακεί ξανά σε χρήση οιωνδήποτε ουσιών. Ο λόγος που εγκατέλειψε την οικία της ενάγουσας 1, ήταν γιατί ο ενάγοντας 2 παππούς τους, είχε βάναυση συμπεριφορά απέναντι τους. Ο εναγόμενος 2 λόγω της ευαίσθητης ηλικίας του επηρεάστηκε αρνητικά και τον κυρίευσε ο φόβος αφού ο ενάγοντας 2 ασκούσε καθημερινά βία και στα τρία αδέλφια. Στην οικία του πατέρα τους, ήταν πολύ πιο ήρεμος και ένιωθε ασφάλεια αλλά ήταν μακριά από τα αδέλφια του και τους φίλους του. Επέστρεψε στην οικία της ενάγουσας 1 μετά από διαβεβαιώσεις από τους ενάγοντες ότι ο ενάγοντας 2 δεν θα επέμβαινε στα οικογενειακά και προσωπικά τους θέματα. Ήταν σύνηθες κατά τον ομνύοντα, ο ενάγοντας 2 που έμενε σε διαμέρισμα κάτω από το δικό τους να επεμβαίνει καθημερινά στα προσωπικά τους ζητήματα, να υβρίζει τους ίδιους και τον πατέρα τους και να επιβάλει την γνώμη του με οιονδήποτε τρόπο. Αναφέρθηκε μάλιστα σε μια περίπτωση που ο ενάγοντας 2, απαγόρευσε στον εναγόμενο 2 που ήταν ακόμη ανήλικος να εισέλθει στην οικία που διέμενε με την μητέρα του και τον ανάγκασε να διανυκτερεύσει έξω από το διαμέρισμα. Ο ίδιος ο ομνύοντας αρκετές φορές ως ο μεγαλύτερος σε ηλικία, προσπάθησε να μιλήσει στον ενάγοντα 2 παππού του, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Στην συνέχεια, ο ενόρκως δηλών αρνήθηκε ότι οι εναγόμενοι είχαν οικονομικές απαιτήσεις ή συμπεριφέρθηκαν βίαια στους ενάγοντες. Μετά τον τραυματισμό της μητέρας τους σε εργατικό ατύχημα, όντως αντιμετώπισαν οικονομικά προβλήματα. Όμως τότε εργάζονταν και οι δύο εναγόμενοι και βοηθούσαν οικονομικά την μητέρα τους. Αναλάμβαναν επίσης τις εργασίες του σπιτιού λόγω αδυναμίας μετακίνησης της μητέρας τους. Ο ίδιος ο ενόρκως δηλών αφού ήταν ενήλικας και κατείχε άδεια οδήγησης, ανέλαβε τις μετακινήσεις των αδελφών του. Αντίθετα, ο ενάγοντας 2 παππούς και η σύζυγος του, καμία οικονομική ή άλλη βοήθεια δεν τους παρείχαν. Ο ομνύων παρατηρεί ότι του προκαλεί εντύπωση η εκδίωξη τους από την οικία που μεγάλωσαν αφού ποτέ η μητέρα τους δεν τους ζήτησε κάτι τέτοιο. Ούτε θα δεχόταν οικονομική βοήθεια από τον ίδιο αν η πρόθεση της, ήταν να τον εκδιώξει από την οικία. Αρνείται ότι οι ενάγοντες εγκατάλειψαν σε οιοδήποτε στάδιο την μητέρα τους αλλά αντίθετα καθημερινά την στήριζαν οικονομικά γι' αυτό και από μικρή ηλικία εργάζονταν. Ο ενόρκως δηλών, επαναλαμβάνει τέλος τον ισχυρισμό ότι ο ενάγοντας 2 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την μονομερή αίτηση, απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα που αν ήταν σε γνώση του Δικαστηρίου δεν θα εκδιδόταν το υπό κρίση προσωρινό διάταγμα. Αγορεύσεις Η συνήγορος των εναγόντων - αιτητών στην αγόρευση της, αναφέρθηκε στα γεγονότα της υπόθεσης και στους προβληθέντες λόγους ένστασης. Απέρριψε την θέση για απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, ιδιαίτερα τον ισχυρισμό ότι οι εναγόμενοι βοηθούσαν οικονομικά την μητέρα τους. Εισηγήθηκε επί του προκειμένου ότι πέραν του ότι ο ισχυρισμός αυτός παρέμεινε αόριστος, επιπλέον αν γίνει αποδεκτός, καταδεικνύει την θέση των εναγόντων ότι οι εναγόμενοι ως ενήλικοι εργάζονται, είναι αυτάρκεις και μπορούν να συντηρήσουν από μόνοι τους τον εαυτό τους. Η συνήγορος ισχυρίστηκε στην συνέχεια ότι τα πιο πάνω στοιχεία δεν ήταν ουσιώδη για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος μονομερώς. Αλλά ακόμη και στην αντίθετη περίπτωση, το Δικαστήριο διατηρεί την ευχέρεια σύμφωνα με την νομολογία να οριστικοποιήσει το διάταγμα ακόμα και στην περίπτωση που αποδειχθεί απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων της υπόθεσης. Η συνήγορος ισχυρίστηκε στην συνέχεια ότι πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 για οριστικοποίηση του διατάγματος. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και όχι μόνον πιθανότητα αλλά βεβαιότητα επιτυχίας της αγωγής. Επιπλέον αν δεν οριστικοποιηθεί το διάταγμα θα είναι αδύνατον να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Οι ενάγοντες ξεκάθαρα αναφέρουν στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ότι ζουν υπό τον διαρκή φόβο πότε θα ξεσπάσει το επόμενο επεισόδιο λόγω της συμπεριφοράς των εναγομένων με ανυπολόγιστες και μη αναστρέψιμες για όλους συνέπειες. Η συνήγορος των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση στην δική της αγόρευση, αναφέρθηκε στην νομολογία που σχετίζεται με την απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων σε μονομερή αίτηση. Ισχυρίστηκε στην συνέχεια ότι στην παρούσα περίπτωση, οι ενάγοντες απέκρυψαν από το Δικαστήριο ότι ο εναγόμενος 1 είναι στρατιώτης και ο εναγόμενος 2 μαθητής σε νυχτερινό γυμνάσιο και ότι δεν είχαν που να διαμένουν πλην του επίδικου διαμερίσματος. Απέκρυψαν επίσης ότι οι εναγόμενοι εργάζονταν και συνείσφεραν οικονομικά στα οικογενειακά βάρη. Κατ' επέκταση, οι προθέσεις των εναγομένων προς την οικογένεια και ιδιαίτερα προς την ενάγουσα 1, ήταν να την στηρίζουν με κάθε τρόπο και όχι να προκαλούν προβλήματα όπως ισχυρίστηκε ο ενάγων
  13. Το γεγονός της αποδοχής οικονομικής βοήθειας από τους εναγομένους προς την μητέρα τους, καταρρίπτει την εικόνα που προσπάθησε να δημιουργήσει ο ενάγοντας 2 για τους εναγομένους. Αντιθέτως, αποδεικνύει ότι υπήρξε σκόπιμη απόκρυψη γεγονότων που επηρέασε την κρίση του Δικαστηρίου στο να εκδώσει μονομερώς το υπό κρίση διάταγμα. Στην συνέχεια, η συνήγορος αναφέρθηκε στις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  14. Ήταν η θέση της ότι στην παρούσα περίπτωση δεν έχει αποδειχθεί σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Περαιτέρω, οι ενάγοντες δεν έχουν καταδείξει ότι αν δεν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Νομική Πτυχή Η αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 4 - 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6) και στο άρθρο 32 του Νόμου 14/
  15. Το άρθρο 4 του Κεφ. 6, αφορά την δέσμευση ακίνητης περιουσίας που είναι το αντικείμενο της αγωγής και δεν έχει σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ομοίως δεν εφαρμόζεται στην παρούσα, το άρθρο 5 του Κεφ. 6, που αφορά δέσμευση ακινήτου περιουσίας εναγομένου προς το σκοπό εκτέλεσης απόφασης που ήθελε πετύχει ο ενάγοντας. Αντιθέτως, το δικαιοδοτικό πλαίσιο εξέτασης της παρούσας αίτησης, είναι το άρθρο 32 του Ν.14/60 επί του οποίου επίσης στηρίζεται η αίτηση και του οποίου οι πρόνοιες έχουν ευρύτερη εφαρμογή στην έκδοση συντηρητικού διατάγματος από τα άρθρα 4 & 5 του Κεφ.
  16. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/60 είναι: · Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. · Ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. · Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, απαιτεί από τον αιτητή να δείξει με την αγωγή του συζητήσιμο θέμα που πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Η έννοια του ορατού ενδεχομένου επιτυχίας, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις (βλ. μεταξύ άλλων Πουργουρίδης ν. Μέζου

(1994)1 ΑΑΔ 201). Σε τελικό στάδιο, το Δικαστήριο θα πρέπει πρόσθετα να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, λέχθηκε ότι στη διαδικασία προσωρινού διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο στην διαπίστωση κατά πόσο πληρούνται οι τρεις βασικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης και πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα, αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. επίσης Adidas v. Jonitexo
(1984)1 CLR 263). Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι η έννοια του ενδιάμεσου διατάγματος είναι υπό συνήθεις συνθήκες, η διατήρηση του status quo ante μέχρι της εκδίκασης της υπόθεσης και όχι η προκατάληψη της έκβασης της υπόθεσης επί της ουσίας. Σχετική είναι και η υπόθεση Γεώργιου Κοσμά ν Ανδρέα Χ¨Κυπρή κ.α
(2000)1 Α.Α.Δ. 169 στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής στην σελ. 176: «Δεν αποκλείεται βέβαια η έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος αντίστοιχου προς τη θεραπεία που ζητείται με την αγωγή (ιδέ: Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG
(1984)1 CLR 263). Όπως όμως δείχνει καθαρά η υπόθεση Michael v. Brevinos
(1969)1 CLR 578, εκτός ίσως σε ξεκάθαρες υποθέσεις, αυτό δεν μπορεί να γίνει με τρόπο που να ανατρέπει το status quo ante, και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται με την αγωγή.» Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, απαιτεί από τον αιτητή να αποδείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το άρθρο 32 είναι διατυπωμένο με ευρύτητα και δεν περιορίζεται στην εκτέλεση απόφασης αλλά αναφέρεται σε δυσκολία ή αδυναμία απονομής δικαιοσύνης. (Βλ. Η εξουσία των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων στην Κύπρο, υπό Γ.Κ. Κωνσταντινίδη, CORPUS DE JURE CYPRII, τεύχος 1, σελ. 179,202). Στην έννοια της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32, αναφέρεται η απόφαση M & Ch Mitsingas Trading Ltd κ.α ν. The Timberland Co.
(1997)1 Α.Α.Δ 1791. Η υπόθεση αφορούσε ενδιάμεσο διάταγμα που εκδόθηκε στα πλαίσια αγωγής για αθέμιτο ανταγωνισμό. Λέχθηκε ότι η έννοια της απονομής δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή. Περαιτέρω, στην Highgate Primary School Ltd κ.α. v. Στέλιος Φυλακτίδης κ.α
(2009)1A Α.Α.Δ 317, λέχθηκε ότι: «Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σε αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσίβλητων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους - ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Αναφορικά με τους ισχυρισμούς για απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, η νομολογία καθορίζει ότι η διαδικασία σε μονομερή αίτηση, επιβάλλει στον αιτητή να αποκαλύψει στο Δικαστήριο, όλα τα ουσιαστικά γεγονότα που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως. Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Όπως τονίζεται τόσο στην Αγγλική όσο και στην Κυπριακή νομολογία, οι αρχές για πλήρη αποκάλυψη εφαρμόζονται στις περιπτώσεις όπου ένας διάδικος καταχωρεί μονομερή αίτηση και ζητά στην απουσία του αντιδίκου του, κάποια θεραπεία. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο αιτητής έχει υποχρέωση προς το Δικαστήριο να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη όχι μόνον όλων των ουσιωδών γεγονότων αλλά να αναφερθεί και σε τυχόν υπεράσπιση που ο αιτητής ενδεχομένως να έχει λόγο να πιστεύει ότι μπορεί να προβάλει η άλλη πλευρά. Έτσι όπου ο αιτητής εξασφαλίσει όφελος από την απόκρυψη γεγονότων στην μονομερή του αίτηση, το Δικαστήριο σε μεταγενέστερο στάδιο θα ακυρώσει οποιοδήποτε διάταγμα έχει εκδώσει σε μια προσπάθεια να του στερήσει αυτό το όφελος. Αυτό γιατί παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων στην μονομερή αίτηση, θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου, το οποίο ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στην μονομερή αίτηση. (Βλ. μεταξύ άλλων, Gircotis & Achilleos Limited v. Chr. M. Sarlis & Co. M.S. κ.α
(1992)1A ΑΑΔ 360 και Χριστιάνα Στυλιανού v. Ανδρέα Στυλιανού
(1992)1Α ΑΑΔ 583). Η μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων δεν είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από πρόθεση εξαπάτησης. Ότι ανατρέπει την βάση του διατάγματος, είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ' αντικειμένου ουσιαστικής σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (Βλ Resola Cyprus Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ 598 και Ahmet Zein κ.α. v. Παράσχος Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ 606). Στην Αγγλική υπόθεση Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)3 ALL E.R 188 ο Δικαστής Gibson, αναφέρει ότι η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή, αλλά και εκείνα που μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα. Το Δικαστήριο κρίνει αν το γεγονός που παραλείφθηκε είναι ουσιαστικό και αν δεν ήταν γνωστό στον αιτητή ή δεν μπορούσε εύλογα να γίνει γνωστό. Τα πιο πάνω ενέχουν ουσιαστική βαρύτητα αλλά δεν είναι και οι μόνοι αποφασιστικοί παράγοντες. Τελικά, το Δικαστήριο σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση, έχει διακριτική ευχέρεια παρόλη την απόδειξη ουσιαστικής μη αποκάλυψης που δικαιολογεί την άμεση ακύρωση του διατάγματος να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του ή να εκδώσει νέο διάταγμα με όρους. Συμπεράσματα Το πρώτο στοιχείο που θα με απασχολήσει, είναι οι ισχυρισμοί για απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων στην μονομερή έκδοση του διατάγματος. Είναι σαφές ότι σε περίπτωση που γίνουν αποδεκτοί οι εν λόγω ισχυρισμοί, η υπόθεση θα πρέπει να απορριφθεί χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέλθει στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται επί του προκειμένου ότι οι ενάγοντες απέκρυψαν την ιδιότητα των εναγομένων ως στρατιώτη και μαθητή αντίστοιχα, με την έννοια ότι αυτοί παρότι ενήλικες, ήταν εξαρτώμενοι και δεν είχαν τόπο διαμονής άλλο από το επίδικο διαμέρισμα. Ισχυρίζονται επίσης ότι το Δικαστήριο παραπλανήθηκε ως προς το ότι ήταν βίαιοι και απαιτητικοί προς την μητέρα τους αφού προκύπτει από την μαρτυρία που προσκόμισαν ότι συνεισέφεραν στα οικονομικά βάρη της οικογένειας. Πρόκειται κατά την κρίση μου για ουσιώδη στοιχεία, τα οποία οι ενάγοντες θα έπρεπε να αναφέρουν στο Δικαστήριο αφού αυτά πιθανόν να επηρέαζαν την απόφαση για μονομερή έκδοση του διατάγματος. Ως προς το πρώτο στοιχείο, οι ενάγοντες δεν αμφισβητούν την ιδιότητα των εναγομένων ως στρατιώτη και μαθητή νυχτερινού σχολείου αντίστοιχα. Όμως στην ένορκη δήλωση της αίτησης, αναφέρουν μόνο ότι οι εναγόμενοι είναι ενήλικες και μπορούν να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Παραλείπουν να αναφέρουν ότι ο ένας είναι στρατιώτης και ο άλλος μαθητής σε νυχτερινό σχολείο. Η ιδιότητα αυτή των εναγομένων, τους καθιστά έστω και αν ήταν ενήλικες, εξαρτώμενους από την οικογενειακή κατοικία και τους διαχωρίζει από ένα συνηθισμένο ενήλικα που μπορεί να εργάζεται σε κανονικό ωράριο και να είναι αυτάρκης. Αν ήταν σε γνώση του Δικαστηρίου αυτό το γεγονός, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να επηρεαζόταν η κρίση του ως προς την μονομερή έκδοση του διατάγματος. Πιο σοβαρή είναι κατά την κρίση μου, η παράλειψη αναφοράς σε τυχόν οικονομική βοήθεια που οι ενάγοντες παρείχαν στην μητέρα τους. Βέβαια, ο ισχυρισμός αυτός αμφισβητείται από την πλευρά των εναγόντων. Όμως στην ένορκη δήλωση της ένστασης, παρατίθεται τραπεζική κατάσταση λογαριασμού από την οποία προκύπτει ότι έγινε απόσυρση του ποσού των €2200,00 από τον λογαριασμό του εναγομένου 1. Ο ίδιος ο εναγόμενος 1 στην ένορκη δήλωση της ένστασης, αναφέρει ότι το εν λόγω ποσόν, το έδωσε στην μητέρα του για σκοπούς αγοράς αυτοκινήτου για την οικογένεια. Αυτό πέραν της οικονομικής βοήθειας που παρείχαν οι δύο εναγόμενοι για τις καθημερινές ανάγκες της οικογένειας. Η πλευρά των εναγόντων δεν ζήτησε την αντεξέταση του εναγομένου 1 με αποτέλεσμα οι πιο πάνω θέσεις του, να παραμείνουν αναντίλεκτες ενώπιον του Δικαστηρίου. Η συνήγορος των εναγόντων, ανέφερε μάλιστα στην αγόρευση της ότι οι ισχυρισμοί αυτοί αν γίνουν αποδεκτοί, καταδεικνύουν ότι οι εναγόμενοι είναι αυτάρκεις και μπορούν να αυτοσυντηρηθούν. Όμως γεγονός παραμένει ότι αν το Δικαστήριο γνώριζε τα στοιχεία αυτά, η απόφαση του κατά την μονομερή έκδοση του διατάγματος θα ήταν διαφορετική. Ο λόγος είναι ότι στην ένορκη δήλωση της αίτησης, οι εναγόμενοι παρουσιάζονται ως βίαιοι και απαιτητικοί που με καθημερινή βίαιη συμπεριφορά, ζητούν συνεχώς χρήματα από την μητέρα τους, αδιαφορώντας για το ότι αυτή δεν μπορεί να ανταποκριθεί. Το αναντίλεκτο γεγονός ότι οι δύο ενάγοντες εργάζονται έστω και περιστασιακά αφού είναι ο ένας στρατιώτης και ο άλλος μαθητής αλλά και κυρίως το γεγονός ότι συνεισφέρουν στα οικογενειακά βάρη, αλλάζει τελείως το σκηνικό. Ανατρέπεται η εικόνα του βίαιου ενήλικα υιού που δεν εργάζεται και απαιτεί με την βία και τις απειλές, χρήματα από την ανήμπορη μητέρα του. Κρίνω ενόψει των πιο πάνω ότι στην παρούσα περίπτωση, οι ενάγοντες απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα, τα οποία αν ήταν υπόψη του Δικαστηρίου θα επηρέαζαν την κρίση του στην μονομερή έκδοση του διατάγματος. Ως εκ τούτου, το διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς στις 12.4.16 θα πρέπει να ακυρωθεί χωρίς το Δικαστήριο να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης. Παρόλα αυτά θα πρέπει να σημειώσω ότι όσον αφορά τουλάχιστον τον ενάγοντα 2 δεν υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Υπενθυμίζω ότι η αγωγή στηρίζεται στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης στο επίδικο διαμέρισμα. Είναι νομολογημένο ότι το δικαίωμα άσκησης αγωγής για το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητο, ανήκει μόνο στον κάτοχο του ακινήτου, ανεξάρτητα αν είναι ιδιοκτήτης ή όχι (βλ. μεταξύ άλλων Αδάμου ν. Χριστοφή
(1974)1 CLR 100 και Παναγή ν. Ζουβάνη
(1987)1 CLR 58). Από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, προκύπτει ότι η ενάγουσα 1 είναι ιδιοκτήτρια και κάτοχος του διαμερίσματος. Ως εκ τούτου, αυτή και μόνον είχε δικαίωμα να ασκήσει αγωγή εναντίον των εναγομένων για παράνομη επέμβαση στο ακίνητο. Ό ενάγων 2 δεν νομιμοποιείται να ασκήσει αγωγή αφού δεν είναι κάτοχος του διαμερίσματος έστω και αν έχει δικαίωμα επικαρπίας σε αυτό. Να σημειώσω επίσης ότι δεν υπάρχει κανένα στοιχείο ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η κάτοχος του διαμερίσματος ενάγουσα 1, ανακάλεσε την άδεια χρήσης του ακινήτου από του εναγομένους ώστε αυτοί από νόμιμοι αδειούχοι να καταστούν επεμβασίες (Βλ. Australian Blue Metal Co Ltd. v. Hughes
(1962)3 ALL E.R 335). Σημειώνω εδώ την θέση του εναγομένου 2 στην ένορκη δήλωση της ένστασης ότι η ενάγουσα 1 όχι μόνο δεν ζήτησε από τους εναγομένους να εγκαταλείψουν το διαμέρισμα αλλά δεχόταν και οικονομική βοήθεια από αυτούς για τα καθημερινά έξοδα της οικογένειας. Εν πάση περιπτώσει, οι πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής δεν θα με απασχολήσουν άλλο αφού όπως προανέφερα, το διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί χωρίς εξέταση της ύπαρξης ή όχι των ουσιαστικών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν. 14/60 λόγω απόκρυψης ουσιαστικών στοιχείων της υπόθεσης κατά την μονομερή έκδοση του διατάγματος . Για όλους τους πιο πάνω λόγους, το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς στις 12.4.16 ακυρώνεται. Οι ενάγοντες αιτητές να επιβαρυνθούν επίσης με τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.