← Κύπρος

Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 6188/2015, 9/3/2016

Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 6188/2015, 9/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A160 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6188/2015 Μεταξύ: Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε. Εναγόντων v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγομένων Αίτηση ημ. 9 Μαρτίου 2016 για Συνοπτική Απόφαση Ημερομηνία: 7 Ιουλίου 2016 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Α. Χαβιαράς για Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγομένους - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Μ. Ναθαναήλ για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Ενάγοντες - Αιτητές ζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των Εναγομένων ως το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης οι Ενάγοντες αξιώνουν διαταγή με την οποία να διατάσσονται οι Εναγόμενοι όπως εκτελέσουν τις οδηγίες των Εναγόντων ημ. 19.10.15 για μεταφορά του ποσού των €513.091,53 σε συγκεκριμένο λογαριασμό στο όνομα τους ή απόφαση για το αντίστοιχο ποσό, με νόμιμο τόκο καθώς επίσης και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Οι εν λόγω οδηγίες βασικά αποσκοπούν στην ακύρωση εγγυητικής την οποία οι Ενάγοντες παρείχαν στα πλαίσια άλλης Αγωγής και στη συνακόλουθη επιστροφή σε αυτούς του προαναφερόμενου ποσού. Σημειώνεται πως η Αίτηση καταχωρίστηκε αμέσως μετά την καταχώριση της υπεράσπισης των Εναγομένων. Συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Ανδρέα Χαβιαρά, ενός εκ των διευθυντών των Εναγόντων. Σε αυτή περιγράφει το ιστορικό των γεγονότων εν σχέσει με την επίδικη εγγυητική και αποδίδει στους Εναγομένους κωλυσιεργία και επίκληση προφάσεων ούτως ώστε να μην συμμορφωθούν με τις οδηγίες για ακύρωση της. Ουσιαστικά ισχυρίζεται πως οι Εναγόμενοι κατακρατούν παράνομα το εν λόγω ποσό. Οι βασικοί λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι:

  1. Η Αίτηση είναι αβάσιμη και ατεκμηρίωτη.
  2. Η Αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις της Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για την έκδοση συνοπτικής απόφασης.
  3. Η Αίτηση είναι αντίθετη με τον περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Ν.188(Ι)/07και με τις σχετικές εκάστοτε Οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας προς τα Πιστωτικά Ιδρύματα οι οποίες είναι άμεσα εκτελεστές και δεσμευτικές.
  4. Η αξίωση των Εναγόντων αποτελείται μεταξύ άλλων από αντιφατικούς ισχυρισμούς με αποτέλεσμα να μην υπάρχει ξεκάθαρη βάση αγωγής.
  5. Οι Ενάγοντες στερούνται αγώγιμου δικαιώματος και τα μόνα πρόσωπα που ενδεχομένως να έχουν τέτοιο δικαίωμα είναι είτε τα πρόσωπα της άλλης Αγωγής είτε αυτά που κατέβαλαν το ποσό προς έκδοση της εγγυητικής.
  6. Οι Εναγόμενοι έχουν καλή και ουσιαστική υπεράσπιση.
  7. Δεν προβάλλεται ισχυρισμός πως η υπεράσπιση υποβάλλεται κακόπιστα και για σκοπούς καθυστέρησης της διαδικασίας.
  8. Είναι εύλογο, δίκαιο και προς το δημόσιο συμφέρον όπως απορριφθεί η Αίτηση. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Ανδρέα Μιχαλιά, Λειτουργού Εξυπηρέτησης Πελατών στους Εναγομένους. Ο ενόρκως δηλών παραθέτει τα γεγονότα, όπως αυτά εκτίθενται και στην υπεράσπιση, και ισχυρίζεται πως οι Εναγόμενοι ενήργησαν άμεσα και χωρίς κωλυσιεργία προς εκτέλεση των οδηγιών των Εναγόντων, καθώς επίσης και ότι προέβησαν σε όλα τα αναγκαία διαβήματα για να ακολουθηθεί η ορθή διαδικασία για οποιαδήποτε μεταφορά χρημάτων. Ισχυρίζεται ακόμα πως οι Εναγόμενοι ενήργησαν στα πλαίσια των επιτακτικών υποχρεώσεων τους προς συμμόρφωση με όλα τα νομοθετήματα, τις οδηγίες, τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας, τα διατάγματα και τις εσωτερικές πρακτικές τους με σκοπό την προστασία των εμπλεκομένων μερών. I. Νομική Πτυχή Η Δ.18 θ.1(α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία στηρίζεται η Αίτηση, προνοεί τα ακόλουθα: «Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2 rule 6 the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend.» Η αντίστοιχη Αγγλική πρόνοια είναι η O.14 r.
  9. Όπως αναφέρεται στο Annual Practice 1958, σελ. 243, ο σκοπός της είναι να παρέχει την ευχέρεια στον ενάγοντα να εξασφαλίσει συνοπτική απόφαση χωρίς δίκη εάν αποδείξει την απαίτηση του ξεκάθαρα ή εάν ο εναγόμενος δεν μπορεί να προβάλει καλόπιστη υπεράσπιση ή να εγείρει κάποιο θέμα έναντι της απαίτησης το οποίο πρέπει να εκδικαστεί. Επίσης αναφέρεται ότι η συνοπτική ευχέρεια που παρέχεται στο Δικαστήριο με βάση την εν λόγω Διαταγή πρέπει να χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή και ότι ένας εναγόμενος δεν πρέπει να στερείται της ευκαιρίας να προβάλει υπεράσπιση εκτός στις περιπτώσεις στις οποίες είναι ξεκάθαρο πως δεν έχει υπόθεση στην υπό κρίση αγωγή. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Trans Middle East (Trading) (TMET) Ltd v Tlais

(1991)1 A.A.Δ. 339, η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος στερείται υπεράσπισης. Σχετική επίσης είναι η υπόθεση Subotic v Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 22. Στο Annual Practice 1958, σελ. 243, προστίθεται πως συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου υπάρχει σοβαρή διαφωνία σε θέμα γεγονότος ή εγείρεται σοβαρό νομικό ζήτημα. Ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι η υπόθεση Μεττή κ.ά. v. Τράπεζας Κυπρου Λτδ
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 417. Σε εκείνη την υπόθεση αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, η γενική αρχή πως συνοπτική απόφαση υπέρ του ενάγοντος εκδίδεται εκτός εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι διαθέτει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας ή αποκαλύπτει γεγονότα τα οποία θεωρούνται ικανοποιητικά για να του επιτρέψουν να υπερασπιστεί. Εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που πρέπει να αποδείξει ο ενάγων, το βάρος μετατίθεται στους ώμους του εναγομένου να αποκαλύψει γεγονότα ικανά να καταδείξουν καλόπιστα την ύπαρξη δικάσιμου θέματος - βλ. Kyprianides v Ioannou
(1966)1 C.L.R. 265. Δεν είναι αρκετό για τον εναγόμενο να προβάλει απλούς ισχυρισμούς αλλά θα πρέπει να παρουσιάσει τέτοια στοιχεία και λεπτομέρειες από τα οποία να διαφαίνεται η ύπαρξη υπεράσπισης - βλ. N. V. Caterchef Ltd v P. C. P. Electronics Ltd
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1912, και Hermes Insurance v Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Ανδρονίκου κ.ά. v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 977, επαναλήφθηκαν οι πιο πάνω νομικές αρχές. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει το ακόλουθο απόσπασμα αναφορικά με τον σκοπό της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση και τον τρόπο άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου: «Το θέμα πραγματεύεται και το Εφετείο στην πρόσφατη απόφαση στην Νεάρχου και Άλλου ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου)
(2005)1 Α.Α.Δ.
  1. Από την απόφαση αυτή παραθέτουμε το πιο κάτω σχετικό απόσπασμα στις σελ. 824-826: "Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18, θ.θ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου."» II. Εξέταση Αίτησης Όπως διαφαίνεται από το ίδιο το κείμενο της Δ.18 θ.1(α) και επιβεβαιώνεται από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, για να δύναται το Δικαστήριο να επιληφθεί και εξετάσει την ουσία αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης πρέπει να ικανοποιούνται οι ακόλουθες τρεις προϋποθέσεις: 1) Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικώς οπισθογραφημένο όπως προνοείται στη Δ.2 θ.6, 2) Ο εναγόμενος πρέπει να έχει καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης, και 3) Η αίτηση πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση προσώπου που δύναται να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και να επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται, καθώς επίσης να δηλώνει ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Στην παρούσα περίπτωση είναι εμφανές ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις τηρούνται. Οι Ενάγοντες καταχώρισαν ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και οι Εναγόμενοι καταχώρισαν εμφάνιση (όπως και υπεράσπιση). Στο σημείο αυτό επισημαίνεται πως το γεγονός της καταχώρισης υπεράσπισης δεν εμποδίζει τους Ενάγοντες να καταχωρίσουν αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση McLardy v Slateum 24 Q.B.D.
  2. Στο Annual Practice 1958, σελ. 260, αναφέρεται περαιτέρω ότι, έχοντας υπόψιν την εν λόγω απόφαση και το περιεχόμενο της σχετικής Διαταγής, ένας εναγόμενος δεν μπορεί να εμποδίσει τον ενάγοντα από του να προχωρήσει με βάση την O.14, καταχωρώντας εικονική - ανύπαρκτη (sham) υπεράσπιση ταυτόχρονα με ή αμέσως μετά την καταχώριση εμφάνισης. Η συνδρομή της τρίτης προϋπόθεσης απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Δημητρίου v Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 782, η οποία υιοθετήθηκε στις υποθέσεις Νεάρχου κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 818, Σπηταλιώτης κ.ά. v. Liberty Life Insurance Ltd
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1113, Παύλου v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1051, και Γεωργίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 274. Η υπόθεση Ανδρονίκου (ανωτέρω) είναι και επί αυτού του σημείου διαφωτιστική. Ειδικότερα όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση λέχθηκαν τα εξής: «Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ΄ ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ. 136-138 όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία). Αυτές είναι βασικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει ο ενάγων-αιτητής προτού το Δικαστήριο ασκήσει την εξουσία αν θα εκδώσει ή όχι συνοπτική απόφαση.» Κατ΄ εφαρμογήν των εν λόγω υποθέσεων και με βάση το περιεχόμενο του συνόλου της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση και τα συνημμένα τεκμήρια, συνάγεται πως ο κ. Χαβιαράς είναι πρόσωπο ικανό εντός της έννοιας της Δ.18 θ.1(α) να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης ενόψει της ιδιότητας και σχέσης του με τους Ενάγοντες, καθώς επίσης και να επαληθεύσει την αιτία της αγωγής παραθέτοντας και τα σχετικά έγγραφα. Συγκεκριμένα ο ενόρκως δηλών είναι δικηγόρος, ένας εκ των διευθυντών των Εναγόντων και δεόντως εξουσιοδοτημένος από αυτούς να προβεί στην ένορκη δήλωση. Αναμφίβολα έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης λόγω της ανάμειξης του σε αυτά, κάτι το οποίο διαφαίνεται και μέσα από τα συνημμένα τεκμήρια, ήτοι τα Τεκμήρια 4-10. Αυτά αφορούν τόσο την άλλη Αγωγή όσο και την αλληλογραφία που ανταλλάγηκε μεταξύ των μερών και καταδεικνύουν την άμεση εμπλοκή του κ. Χαβιαρά με την προσωπική του εμφάνιση στα πλαίσια της άλλης Αγωγής, με την υπογραφή του στις επιστολές προς τους Εναγομένους για το θέμα της εγγυητικής και με απαντήσεις των τελευταίων μέσω επιστολών απευθυνομένων προς τον ίδιο. Έχει ήδη αναφερθεί ότι η βασική αιτία αγωγής στην παρούσα είναι η παράνομη κατακράτηση του ποσού και θα πρέπει να προστεθεί εδώ πως μέσα από προσωπική γνώση του ο ενόρκως δηλών είναι σε θέση να επιβεβαιώσει τόσο την αιτία αγωγής όσο και το ύψος της οφειλής. Ακριβώς εντός των πλαισίων αυτών στη δήλωση του ειδικότερα αναφέρει τα ακόλουθα: (
  1. i)Οι Ενάγοντες καταχώρισαν την Αγωγή 7862/10 Ε.Δ. Λευκωσίας εκ μέρους του Ashot Egiazaryan κ.ά. στα πλαίσια της οποίας στις 15.9.10 εξασφάλισαν προσωρινό διάταγμα υπό τον όρο ότι οι Ενάγοντες θα κατέθεταν εγγύηση ύψους €500.000. (
  2. ii)Οι εκεί Ενάγοντες διευθέτησαν και απέστειλαν το ποσό μέσω της εταιρείας Mogford Impex Corporation Ltd το οποίο κατατέθηκε σε προθεσμιακό λογαριασμό πελατών των Εναγόντων (στην παρούσα Αγωγή) στην τότε Marfin Laiki Bank. Ο λογαριασμός αυτός δεσμεύτηκε προς όφελος της Τράπεζας. Η τελευταία εξέδωσε την εγγυητική η οποία ανανεωνόταν αυτόματα ανά εξάμηνο μέχρι την τελική αποπεράτωση της Αγωγής 7862/10. Αντίγραφο της κατάθεσης και της εγγυητικής επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 1 και 2 αντίστοιχα. (iii) Κατόπιν της εξυγίανσης της Marfin και της μεταβίβασης των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της προς τους Εναγομένους, η κατάθεση μεταφέρθηκε σε αυτούς λαμβάνοντας άλλο αριθμό λογαριασμού και ανανεώνετο από καιρού εις καιρόν. Ο λογαριασμός είναι στο όνομα των Εναγόντων, τον οποίον (λογαριασμό) δεσμεύει η υπογραφή μόνο του κ. Χαβιαρά ως διευθυντή. Αντίγραφο της κατάθεσης στους Εναγομένους επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3. (
  3. iv)Στις 26.5.15 η Αγωγή 7862/10 αποσύρθηκε και απορρίφθηκε ανεπιφύλακτα, ως εξωδίκως διευθετηθείσα. Το πρακτικό του Δικαστηρίου επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 4. (
  4. v)Έτσι στις 28.5.15 οι Ενάγοντες με επιστολή τους υπογεγραμμένη από τον κ. Χαβιαρά, ζήτησαν από τους Εναγομένους την ακύρωση της εγγυητικής και τη μεταφορά του ποσού αυτής σε λογαριασμό των Εναγόντων στο εξωτερικό. Η επιστολή επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 5. (
  5. vi)Οι Εναγόμενοι άρχισαν έκτοτε την κωλυσιεργία και την επίκληση προφάσεων για να μην εκτελέσουν τις οδηγίες των Εναγόντων. Αρχικά ισχυρίστηκαν πως δεν είχαν πλήρη αρχεία από τη Marfin σε σχέση με την επίδικη εγγυητική. Όταν τους δόθησαν στοιχεία από τους Ενάγοντες, τήρησαν μεγάλη σιγή επικαλούμενοι πως το υπεύθυνο τμήμα KYC (Know Your Client) ήταν υπεύθυνο για το ζήτημα και ανεξάρτητο από αυτούς. (vii) Οι Ενάγοντες αναγκάστηκαν να στείλουν επιστολή προς το νομικό τμήμα των Εναγομένων ημ. 15.7.15, Τεκμήριο 6. Υπήρξε απάντηση πως θα μελετήσει το ζήτημα και επανέλθει. Αντ΄ αυτού επικοινώνησε το τμήμα των Εναγομένων με το οποίο γίνονταν οι προηγούμενες επαφές και ζητούσε προφορικά κάποια στοιχεία για να προβεί στην εκτέλεση των οδηγιών των Εναγόντων. (viii) Επειδή οι Ενάγοντες είχαν πλέον χάσει την εμπιστοσύνη τους στους Εναγομένους, απαίτησαν από αυτούς να τοποθετηθούν γραπτώς για τα όσα ζητούν. (
  6. ix)Έτσι οι Εναγόμενοι απέστειλαν επιστολή ημ. 8.9.15 προς τον κ. Χαβιαρά με την οποία τον πληροφορούσαν τι ζητούσαν, Τεκμήριο 7. (
  7. x)Παρόλο που οι Ενάγοντες θεωρούσαν το αίτημα αδικαιολόγητο, εντούτοις προσκόμισαν τα απαιτούμενα έγγραφα με επιστολή τους ημ. 19.10.15, Τεκμήριο 8. (
  8. xi)Κατόπιν κωλυσιεργίας των Εναγομένων ακολούθησε συνάντηση μεταξύ του κ. Χαβιαρά και του υπεύθυνου υπαλλήλου των Εναγομένων και μετά μια διευκρινιστική επιστολή από τον κ. Χαβιαρά ημ. 6.11.15, Τεκμήριο 9, προς επίλυση του όλου θέματος. (xii) Παρά ταύτα οι Εναγόμενοι αρνούνται να συμμορφωθούν με τις εντολές των Εναγόντων ή να απαντούν στα τηλεφωνήματα ή ηλεκτρονικά μηνύματα τους. (xiii) Έτσι οι Εναγόμενοι κατακρατούν παράνομα τα χρήματα, κάτι το οποίο προκαλεί τεράστια ζημιά στους Ενάγοντες και στην επαγγελματική τους φήμη καθότι αδυνατούν να δώσουν εξήγηση στους πελάτες για τη μη επιστροφή σε αυτούς του ποσού της εγγύησης. (xiv) Οι Ενάγοντες με επιστολή τους ημ. 24.11.15 έθεσαν τελευταία προθεσμία στους Εναγομένους για τη συμμόρφωση τους τις 27.11.15, αλλιώς θα λάμβαναν δικαστικά μέτρα. Η επιστολή επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 10. (
  9. xv)Στις 2.12.15 ο υπεύθυνος του καταστήματος κ. Ιωσήφ σε τηλεφωνική του επικοινωνία με τον κ. Χαβιαρά του ανέφερε πως η Τράπεζα ήταν πρόθυμη να αποστείλει τα χρήματα απ΄ ευθείας σε λογαριασμό της Mogford, αναιρώντας τις θέσεις των Εναγομένων όπως καταγράφονται στην επιστολή ημ. 8.9.15, ενώ δεν έχουν ακόμα συμμορφωθεί με τις οδηγίες των Εναγόντων. Είναι σαφές από τους πιο πάνω ισχυρισμούς του πως ο ενόρκως δηλών παραθέτει τη βάση της Αγωγής, ήτοι την ισχυριζόμενη αυθαίρετη και αβάσιμη άρνηση και παράλειψη των Εναγομένων να προβούν σε ακύρωση της εγγυητικής και σε επιστροφή του αντίστοιχου ποσού στους Ενάγοντες, καθώς επίσης και προσδιορίζει το αιτούμενο ποσό. Είναι όντως κοινώς αποδεκτό πως οι Εναγόμενοι δεν έχουν ακόμα προβεί σε ακύρωση της εγγυητικής και σε αποδέσμευση του ποσού αυτής. Τέλος αναφέρει πως οι Εναγόμενοι στερούνται παντελώς οποιασδήποτε υπεράσπισης. Ως εκ τούτου, με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της Αίτησης, το Δικαστήριο κρίνει πως ικανοποιούνται και οι τρεις πιο πάνω προϋποθέσεις και εκτός αν καταδειχθεί συζητήσιμη υπεράσπιση θα μπορούσε να οδηγήσουν στην έκδοση συνοπτικής απόφασης. Ουσιαστικά με αυτή τη διαπίστωση, έπεται πως το βάρος μετατίθεται στους Εναγομένους να καταδείξουν καλόπιστα την ύπαρξη δικάσιμου θέματος. Όπως προκύπτει από τις υποθέσεις Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd.
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1968, και Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ. (υπό εκκαθάριση) κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 418, αυτό που αναμένεται να δείξει ο εναγόμενος είναι πως έχει υπεράσπιση σε βαθμό που ενδείκνυται να του επιτραπεί η προβολή της, και το κατά πόσο αυτή νομικά ευσταθεί θα αποτελέσει αντικείμενο της δίκης που θα ακολουθήσει. Χαρακτηριστικά παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Εμπορική Εταιρεία Λούκος (ανωτέρω): «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης. Εφόσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και προβολής σχετικής επί του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο δίκης στην αγωγή. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18.» Επί του ίδιου ζητήματος τo ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Ανδρονίκου (ανωτέρω) προσφέρει καθοδήγηση: «Από πλευράς Εναγομένου (εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις), και νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με τα ακόλουθα: (α) ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή (β)ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή. (Λαζάρου ν. Μακεδόνας, πιο πάνω).» Στα πλαίσια της υπεράσπισης των Εναγομένων αρχικά προβάλλεται ισχυρισμός πως οι Ενάγοντες στερούνται αγώγιμου δικαιώματος εναντίον των Εναγομένων για τους ακόλουθους λόγους:
  1. Tα πρόσωπα τα οποία ενδεχομένως έχουν αγώγιμο δικαίωμα είναι είτε οι Ενάγοντες στην Αγωγή 7862/10 είτε η εταιρεία Mogford η οποία απέστειλε το ποσό που είχε δεσμευθεί για εγγύηση.
  2. Οι Ενάγοντες νομιμοποιούνται να εγείρουν την παρούσα Αγωγή νοουμένου ότι αποδειχθεί αμέλεια εκ μέρους των Εναγομένων. Όσον αφορά τα γεγονότα της παρούσας Αγωγής, οι Εναγόμενοι δίνουν μια πολύ πιο λεπτομερή παράθεση αυτών σε σχέση με τα όσα παρουσίασαν οι Ενάγοντες. Αρχικά αναφέρονται ουσιαστικά στις ενέργειες στις οποίες προέβησαν άμεσα από τις 28.5.15 κιόλας προς εκτέλεση των οδηγιών των Εναγόντων. Συγκεκριμένα αναφέρονται σε εσωτερικά διαβήματα της ίδιας ημερομηνίας στα διάφορα εμπλεκόμενα Τμήματα της Τράπεζας, όπως το Κέντρο Εμπορικών Συναλλαγών, την Κεντρική Υπηρεσία Εκτελέσεων και τους Λειτουργούς Συμμόρφωσης, εφόσον επρόκειτο για λογαριασμό υπό μορφή «Clients Account». Ακολούθως οι Εναγόμενοι επικαλούνται τον Ν.118(Ι)/07 και τις ανάλογες οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας προς τα Πιστωτικά Ιδρύματα με σκοπό τον καθορισμό συγκεκριμένης πολιτικής, διαδικασιών και συστημάτων ελέγχου τα οποία πρέπει να εφαρμόζουν για την αποτελεσματική παρεμπόδιση του ξεπλύματος παράνομου χρήματος. Επισυνάπτουν δε την Τροποποίηση αρ. 1 της Οδηγίας Δεκεμβρίου του 2013, Τεκμήριο
  3. Επί τούτου είναι η θέση των Εναγόντων πως η συγκεκριμένη τροποποίηση τέθηκε σε ισχύ μετά τα επίδικα γεγονότα. Όμως μια προσεκτική ανάγνωση της ένορκης δήλωσης της ένστασης καταδεικνύει πως οι Εναγόμενοι δεν στηρίζονται αποκλειστικά και μόνο στην εν λόγω τροποποίηση αλλά παραπέμπουν γενικά σε όλες τις εκάστοτε οδηγίες οι οποίες βρίσκονταν εν ισχύι κατά τον ουσιώδη χρόνο, πέραν του ότι στηρίζονται και στη σχετική νομοθεσία του
  4. Είναι επί αυτής της βάσης που οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται περαιτέρω πως η διατήρηση και λειτουργία «Clients Accounts» θεωρείται από την Κεντρική Τράπεζα ως κατηγορία λογαριασμών υψηλού κινδύνου με αυξανόμενες υποχρεώσεις και καθήκοντα των Λειτουργών Συμμόρφωσης των Πιστωτικών Ιδρυμάτων ως προς τη διαδικασία προσδιορισμού ταυτότητας πελατών και ή δικαιούχων και ή τελικών δικαιούχων, και πως αυτά τα στοιχεία πρέπει να είναι πάντα διαθέσιμα για έλεγχο από την Κεντρική Τράπεζα. Είναι γεγονός πως το θέμα του προσδιορισμού ταυτότητας διέπεται ρητώς από τον Ν.118(Ι)/
  5. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται πως, με σκοπό τη διεκπεραίωση των εντολών των Εναγόντων και σε συνεννόηση με τους Λειτουργούς Συμμόρφωσης, προέβησαν άμεσα, ήτοι μεταξύ 28.5.15-3.6.15, στην αποστολή σχετικού εντύπου (Αίτηση - Τεκμήριο 6), το οποίο επιστράφηκε συμπληρωμένο από τους Ενάγοντες, και ακολούθως στην αποστολή ηλεκτρονικών μηνυμάτων προς τους Ενάγοντες ζητώντας διάφορες διευκρινίσεις και πληροφορίες αναφορικά με τον λόγο μεταφοράς του ποσού στο εξωτερικό και αναφορικά με την πηγή και τον σκοπό του εμβάσματος. Η σχετική αλληλογραφία η οποία ανταλλάγηκε μεταξύ των μερών επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  6. Όταν δε ενημέρωσαν τους Ενάγοντες πως μόνο για έμβασμα ποσού άνω των €15.000 από Clients Account χρειαζόταν έγκριση από την Κεντρική Τράπεζα, στις 4.6.15 οι Ενάγοντες επανήλθαν με διαφοροποιημένο αίτημα για μεταφορά ποσού €14,500, Τεκμήριο 8, δηλαδή περιόρισαν το αίτημα τους, ούτως ώστε να εμπίπτει και συνάδει με τις νέες πληροφορίες τους. Σύμφωνα πάντα με τους Εναγομένους, το νέο αίτημα προκάλεσε την αναζήτηση νέων οδηγιών από τους Εναγομένους καθότι μεταφορές δεν εκτελούνταν από λογαριασμό γραμματίου αλλά από τρεχούμενους. Το αποτέλεσμα των συζητήσεων μεταξύ των μερών φαίνεται να οδήγησε στην προβολή ενός νέου ισχυρισμού, ήτοι περί οφειλής όλου του ποσού στους Ενάγοντες ως αμοιβής για τις υπηρεσίες που πρόσφεραν στους πελάτες τους (Ενάγοντες στην Αγωγή 7862/10). Προς τούτο παρουσίασαν επτά τιμολόγια για το συνολικό ποσό των €511.000 με ημερομηνία έκδοσης 5.6.15, Τεκμήριο
  7. Αποτελεί ισχυρισμό των Εναγομένων πως με δεδομένη την επιμονή των Εναγόντων όπως η αποστολή των χρημάτων γίνει σε λογαριασμό τους στο Λιχτενστάιν, οι πρώτοι επικοινώνησαν εκ νέου με τον Λειτουργό Συμμόρφωσης για περαιτέρω οδηγίες. Ισχυρίζονται ακόμα πως οι ίδιοι όχι μόνον δεν επέδειξαν κωλυσιεργία, αλλά αντιθέτως αποδίδουν στους Ενάγοντες την άρνηση να προσκομίσουν τα απαραίτητα έγγραφα τα οποία οι Εναγόμενοι ζήτησαν επανειλημμένα αναφορικά με τη συμφωνία μεταξύ Εναγόντων και της Mogford και τη σχέση της τελευταίας με τους Ενάγοντες στην Αγωγή 7862/
  8. Οι Εναγόμενοι επικαλούνται νέα συνάντηση μεταξύ των μερών στις 18.6.15, στην οποία οι Ενάγοντες, ισχυριζόμενοι πως ολόκληρο το ποσό της εγγυητικής αποτελεί την αμοιβή τους, πρότειναν την κατάθεση αυτού σε τρεχούμενο λογαριασμό των Εναγόντων και συμψηφισμό του έναντι δανείου τους. Μετά από διαβουλεύσεις μεταξύ των μερών είναι κοινώς αποδεκτό πως οι Εναγόμενοι απέστειλαν την επιστολή ημ. 8.9.15, Τεκμήριο 10, με την οποία ζητούσαν διάφορα έγγραφα αναφορικά με τη Mogford και τους διοικητικούς συμβούλους και αξιωματούχους αυτής. Οι Εναγόμενοι αναγνωρίζουν πως στις 21.10.15 οι Ενάγοντες προσκόμισαν πλείστα από τα ζητηθέντα έγγραφα, πλην όμως ισχυρίζονται πως κάποια εξ αυτών έπρεπε να επικαιροποιηθούν ενώ δεν προσκομίστηκαν στοιχεία για τη μόνιμη διαμονή του κ. Egiazaryan, μοναδικού μετόχου της Mogford. Είναι ισχυρισμός των Εναγομένων πως τέτοια στοιχεία αποτελούν είτε αντίγραφο διεθνούς διαβατηρίου είτε απόδειξη μόνιμης διανομής. Οι Εναγόμενοι αναφέρουν περαιτέρω πως σε συνάντηση στις 6.11.15 έγινε η επικαιροποίηση και επιπλέον παρουσιάστηκαν η κάρτα εργοδότησης του κ. Egiazaryan και επιστολή του κ. Χαβιαρά στην οποία αναφέρεται πως αυτός εργάζεται μόνιμα στις Η.Π.Α. και πως οι Ρωσικές Αρχές δεν επιτρέπουν την ανανέωση του διαβατηρίου του κατά τη διάρκεια παραμονής του στις Η.Π.Α. Σύμφωνα πάντα με τους Εναγομένους, η μη ανανέωση του διαβατηρίου του κ. Egiazaryan σε συνδυασμό με την ύπαρξη αιχμών πως αυτός καταζητείται από την Interpol εγείρει σοβαρά ερωτηματικά αναφορικά με τον μέτοχο της Mogfrod, ούτως ώστε τελικώς την 1.12.15 οι Εναγόμενοι δήλωσαν πως δεν μπορούν να αποδεχθούν τα έγγραφα αλλά θα μπορούσαν μόνο να μεταφέρουν τα χρήματα απευθείας σε λογαριασμό της Mogford. Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, προκύπτει σαφώς πως οι Εναγόμενοι προβάλλουν ισχυρισμούς τόσο νομικούς όσο και επί γεγονότων ως υπεράσπιση. Ειδικότερα, μέσα από μια λεπτομερή παράθεση του όλου ιστορικού και των ενεργειών τους, οι ίδιοι επικαλούνται την άμεση ανταπόκριση και προθυμία τους προς ικανοποίηση των εντολών των Εναγόντων, τις συνεχείς προσπάθειες και επαφές τους με τους Ενάγοντες προς τον σκοπό αυτό και την ένταξη όλων των ενεργειών τους στα πλαίσια των υποχρεώσεων συμμόρφωσης τους τόσο με τη νομοθεσία όσο και με τις Εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας. Περαιτέρω οι ίδιοι αποδίδουν τη μη αποδέσμευση του ποσού της εγγυητικής στη στάση των Εναγόντων, επισημαίνοντας πως αυτή δεν ήταν σταθερή και συνεπής αλλά διαφοροποιείτο και προσαρμόζετο αναλόγως των απαντήσεων και θέσεων των Εναγομένων και η οποία κατέληξε στην αδυναμία των Εναγόντων να παρουσιάσουν τα στοιχεία τα οποία ζήτησαν οι Εναγόμενοι. Μάλιστα ακόμα και σε αυτή την περίπτωση οι Εναγόμενοι δήλωσαν την ετοιμότητα τους να αποδεσμεύσουν το ποσό με μεταφορά στο πρόσωπο το οποίο το κατέβαλε. Το Δικαστήριο θεωρεί πως αυτοί οι ισχυρισμοί αποκαλύπτουν συζητήσιμη υπεράσπιση ή κατ΄ ελάχιστον εγείρουν ζητήματα τα οποία θεωρούνται ικανοποιητικά για να επιτραπεί στους Εναγομένους να τα εγείρουν στα πλαίσια της υπεράσπισης τους. Με άλλα λόγια το Δικαστήριο αδυνατεί σε αυτό το στάδιο να καταλήξει πως οι ισχυρισμοί των Εναγομένων εκ προοιμίου και χωρίς άλλο είναι παντελώς αβάσιμοι και δεν αποτελούν καθόλου υπεράσπιση και πως η συμπεριφορά τους στο να αρνηθούν να ακυρώσουν την εγγυητική και να εκτελέσουν τις οδηγίες των Εναγόντων είναι ξεκάθαρα αυθαίρετη, αντικανονική και παράλογη. Από τη στιγμή που αυτοί παρουσιάζουν την άμεση ανταπόκριση τους και δικαιολογούν τις ενέργειες τους στα πλαίσια συμμόρφωσης τους με τις νομικές τους υποχρεώσεις ως τραπεζικό ίδρυμα τότε το Δικαστήριο θεωρεί πως αποκαλύπτουν συζητήσιμη υπεράσπιση. Σε περίπτωση που στα πλαίσια της δίκης ήθελε διαφανεί πως αυτές οι θέσεις των Εναγομένων είναι ορθές, τότε το Δικαστήριο θα καταλήξει πως δικαιολογημένα οι Εναγόμενοι δεν προχώρησαν μέχρι στιγμής στην εκτέλεση των εντολών των Εναγόντων. Περαιτέρω το Δικαστήριο ικανοποιείται πως η προβαλλόμενη υπεράσπιση εγείρεται καλόπιστα, καθότι δεν έχει καταδειχθεί η ύπαρξη οποιουδήποτε οφέλους των Εναγομένων στην κατακράτηση του συγκεκριμένου ποσού ούτε και οποιουδήποτε αλλότριου κινήτρου στην όλη συμπεριφορά τους. Επί τούτου το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψιν πως οι Ενάγοντες στην αγόρευση τους αποδίδουν στους Εναγομένους κακοπιστία, αυθαίρετη και στενόμυαλη προσέγγιση και προβολή προφάσεων όσον αφορά τις ενέργειες τους με σκοπό να μην εκτελέσουν τις οδηγίες των Εναγόντων. Με βάση όμως όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω και τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου δεν δύναται να λεχθεί στο παρόν στάδιο πως οι Εναγόμενοι ενήργησαν εντελώς αυθαίρετα και κακόπιστα και πως η προβαλλόμενη υπεράσπιση στερείται κάθε ερείσματος. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου ακόμα πως ενόψει των ισχυρισμών των Εναγομένων προκύπτει διαφωνία μεταξύ των δύο πλευρών ως προς το νομικό πλαίσιο των ενεργειών των Εναγομένων, επομένως εγείρεται σοβαρό νομικό ζήτημα προς εκδίκαση. Όπως τονίζεται στην ανωτέρω παρατεθείσα νομολογία το Δικαστήριο εκδίδει συνοπτική απόφαση μόνο στις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες είναι ξεκάθαρο και αναμφίβολο πως ο εναγόμενος στερείται υπεράσπισης, κάτι το οποίο δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση. Ακόμα δεν εκδίδεται συνοπτική απόφαση όπου εγείρεται σοβαρό νομικό ζήτημα, όπως στην παρούσα. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί πως συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, γεγονός το οποίο συνηγορεί υπέρ της απόρριψης της Αίτησης και της χορήγησης ευκαιρίας στους Εναγομένους να υπερασπιστούν. ΙΙΙ. Κατάληξη Ως εκ τούτου η Αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων - Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο συν ΦΠΑ, και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) ........ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.