Σωτήρη Παπασάββα ν. Εκδόσεις «ΑΡΚΤΙΝΟΣ Λτδ» κ.α., Συνεκδικαζόμενες Αγωγές Αρ.7590/09 και 4482/10, 8/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A433 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Α.Ε.Δ. Συνεκδικαζόμενες Αγωγές Αρ.7590/09 και 4482/10 Μεταξύ:- Σωτήρη Παπασάββα, εκ Λευκωσίας Ενάγοντα Και
- Εκδόσεις «ΑΡΚΤΙΝΟΣ Λτδ»
- Γιάννου Παπαδόπουλλου
- Γιάννης Νεάρχου
- «Ο Συνήγορος»
- «Κοριός»
- Σόφη Ορφανίδου Εναγόμενοι Ημερομηνία: 8.7.2016 Εμφανίσεις: Για την Ενάγοντα : κ. Α. Αγγελίδης Για τους Εναγόμενους : κα. Κ. Γεωργίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγων με τις πιο πάνω συνενωμένες αγωγές αξιώνει εναντίον όλων των εναγομένων γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για δυσφημίσεις και/ή κακόβουλες ψευδολογίες. Η αγωγή του ενάγοντα στηρίζεται επί τριών πυλώνων. Ήτοι, α. Tα δημοσιεύματα αναφέρονταν στον ίδιο γιατί τον κατονομάζουν και αποτελούν δυσφήμιση κατά την φυσική και συνήθη ερμηνεία και έννοια των λέξεων, β. Ότι έγινε αντιληπτό ότι αναφέρονταν σε αυτόν ως δυσφημιστικά τόσο υπό μορφή νομικού και/ή αληθούς υπονοουμένου (true and legal innuendo) και γ. συνιστούν επιβλαβές ψεύδος, (επιζήμια ψευδολογία). Στηρίζεται σε μια σειρά δημοσιευμάτων που δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα «Πολίτης» σε διάφορες ημερομηνίες, τα οποία θα μπορούσαν να καταταχθούν σε τέσσερις ενότητες. Άλλα είναι ενυπόγραφα υπό των εναγομένων 2 και 6 και άλλα με ψευδώνυμο, ως είναι οι εναγόμενοι 4 και
- Κατατέθηκαν συνολικά 40 τεκμήρια, εκ των οποίων τα 18 αποτελούν τα επίδικα δημοσιεύματα. Εκ μέρους του ενάγοντα μαρτυρία έδωσε ο ίδιος, ενώ εκ μέρους των εναγομένων κατέθεσαν τέσσερις
(4)μάρτυρες υπεράσπισης, μεταξύ αυτών και ο εναγόμενος
- Τόσο η έκθεση απαιτήσεως όσο και η υπεράσπιση είναι μακροσκελείς, καθώς και οι αντίστοιχες γραπτές αγορεύσεις των δικηγόρων των δυο πλευρών. Αυτό αφορά και τις δυο αγωγές. Τούτο ήταν το λογικό και αυτονόητο αποτέλεσμα της ανάγκης της δικογράφησης των επιδίκων δημοσιευμάτων, με αποτέλεσμα ο όγκος των δημοσιευμάτων να έχει άμεσο αντίκτυπο στο εύρος και το μέγεθος αφενός της εκθέσεως απαιτήσεως, αλλά με το αντίστοιχο αφετέρου και εκ των πραγμάτων αποτέλεσμα στην υπεράσπιση, αλλά και στην έκταση της δικαστικής απόφασης. Το δικαστήριο έχει προβληματιστεί ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να καταγραφούν τα επίδικα δημοσιεύματα, αφού ως είθισται σε υποθέσεις αυτής της φύσης, τα επίδικα δημοσιεύματα καταγράφονται στον κορμό της απόφασης του δικαστηρίου, ώστε ο αναγνώστης να έχει εικόνα και προσλαμβάνουσα κατάσταση των δημοσιευμάτων κατά την ανάγνωση της απόφασης. Κρίθηκε όμως, λόγω του όγκου των δημοσιευμάτων, ότι για την καλύτερη παρακολούθηση θα ήταν ευχερέστερο να επίδικα δημοσιεύματα αντί να ενταχθούν στην απόφαση, να καταγραφούν ως έχουν εκ της εκθέσεως απαιτήσεως και να αποτελέσουν παράρτημα της απόφασης, κατατασσόμενα στις τέσσερις ενότητες, υποδιαιρούμενες σε παραρτήματα ανάλογα με τον αριθμό τεκμηρίου που έχει το κάθε παράρτημα, με την αντίστοιχη κάθε φορά αναφορά στα παραρτήματα της κάθε ενότητας. Οι ενότητες αφορούν τέσσερα θέματα. Η μια αφορά την αναστολή ποινικής δίωξης που καταχώρισε ο ενάγων σε ποινική υπόθεση, ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λεμεσού, σχετιζομένη με ναρκωτικά. Η άλλη αφορά αγωγή που ήγειρε ο ενάγων εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας για μισθούς και ωφελήματα που προέκυψαν λόγω ακύρωσης, υπό της ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, της παύσης του από την θέση του βοηθού Γενικού Εισαγγελέα. Η τρίτη ενότητα αφορά δημοσιεύματα που σχετίζονται και με τις δυο πιο πάνω ενότητες και τέλος, υπάρχει ένα δημοσίευμα το οποίο σε ένα μέρος του διαφέρει από τα υπόλοιπα, αποτέλεσμα του οποίου ήταν η κατάθεση κατά την αντεξέταση του ενάγοντα έξη βιβλίων (τεκμ.24 - 29), συγγραφέας των οποίων είναι ο ενάγων. Η υπεράσπιση των εναγομένων κινείται επί τριών επιπέδων. Ότι τα δημοσιεύματα αποτελούν την αλήθεια, εναλλακτικά ότι πρόκειται για εύλογα σχόλια επί αληθών γεγονότων σε θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος και τέλος επικαλούνται το προνόμιο υπό επιφύλαξη. ΔΙΑΔΙΚΟΙ Σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως ο ενάγων καθ' όλους του ουσιώδης χρόνους της αγωγής ήταν ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας της Κυπριακής Δημοκρατίας διορισθείς υπό του Προέδρου της Δημοκρατίας την 1.5.
- Η εναγόμενη 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη, ιδιοκτήτρια και εκδότρια της εφημερίδας «ΠΟΛΙΤΗΣ», Παγκύπριας εμβέλειας και κυκλοφορίας. Στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι κατατέθηκε εκ συμφώνου ως τεκμ.39 το σύνολο των πωλήσεων της εφημερίδας σε Παγκύπρια βάση κατά τις αντίστοιχες ημερομηνίες των δημοσιευμάτων, με εξαίρεση την ημερ.11.1.
- Ο εναγόμενος 2 είναι ο κατά νόμο υπεύθυνος και διευθυντής της εφημερίδας και οι εναγόμενοι 3 και 6 αρθρογράφοι εργοδοτούμενοι στην εναγομένη
- Οι εναγόμενοι 4 και 5 αποτελούν ψευδώνυμα αρθρογράφων στην εναγομένη 1 εφημερίδα. Τα πιο πάνω αποτελούν παραδεκτά γεγονότα εξαγόμενα εκ των δικογράφων, με εξαίρεση τον εναγόμενο 2, που δεν είναι παραδεκτό ότι είναι διευθυντής της εναγομένης εταιρείας, αλλά μόνο ο κατά νόμο υπεύθυνος, σύμφωνα με τον Ν.145/89 ως έχει τροποποιηθεί. Για τον λόγο αυτό είναι η θέση του ότι δεν στοιχειοθετείται οποιαδήποτε ευθύνη εναντίον του. ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ Και στις δυο αγωγές, ως έχει αναφερθεί καταγράφονται τα επίδικα δημοσιεύματα, η δημοσίευση των οποίων είναι παραδεκτή εκ μέρους των εναγομένων. Εγείρονται τόσο στην υπεράσπιση, όσο και στην αγόρευση της κας Γεωργίου ορισμένα δικογραφικά ζητήματα, τα οποία κρίνεται ότι θα πρέπει να αποφασιστούν από το παρόν στάδιο, ώστε να τεθεί εξ αρχής το αναγκαίο υπόβαθρο κατά την εξέταση και ανάλυση των επιδίκων δημοσιευμάτων. Είναι ορθή η θέση της κας Γεωργίου ότι καθόσον αφορά τα δημοσιεύματα που καταγράφονται στις παραγράφους 57, 60 και 61 της εκθέσεως απαιτήσεως δεν κατατέθηκαν ως τεκμήρια, ούτε και προωθήθηκαν δια της μαρτυρίας του ΜΕ
- Θεωρούνται συνεπώς ότι έχουν εγκαταλειφθεί και το δικαστήριο δεν θα ενασχοληθεί στη συνέχεια με αυτά. Ένα άλλο ζήτημα που εγείρεται αφορά την δικογράφηση του νομικού και/ή αληθούς υπονοουμένου (true and legal innuendo). Σύμφωνα με τον Gatley On Libel and Slander, 8η έκδοση, παρα. 95, σελ. 49 υπό τον τίτλο « true and false innuendo»: « In distinguishing between the ordinary and natural meaning and the innuendo meaning of words, the substantive law cannot be separated from the requirements of pleading and the rules of evidence. If it is contended that words are defamatory in their ordinary and natural meaning, it is not necessary for the plaintiff to plead more than the words themselves or to lead any evidence of their meaning. ... If, however, the plaintiff wishes to rely on any special facts as giving the words a defamatory or any particular defamatory meaning, he must plead and prove such facts, including, where necessary, any special knowledge possessed by those to whom the words were published which gives the words that meaning, and must set out the meaning in his pleading. ... the meaning resulting from those facts gives rise to a cause of action separate from that arising from the words in their ordinary sand natural meaning. Such an extended meaning is describe as a "true" or "legal" innuendo». Ως προς τον τρόπο της ορθής δικογράφησης, στην υπόθεση Ηνωμένη Εκδοτική Εταιρεία Δίας Λτδ ν. Χ΄Κώστα
(1990)1 C.L.R 244, υποδεικνύεται ότι ένα νομικό υπονοούμενο αποτελεί ξεχωριστή αιτία αγωγής. Ακριβώς για το λόγο αυτό τα εξωγενή γεγονότα που το στοιχειοθετούν, είναι τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία θα πρέπει να καταγράφονται σύμφωνα με την Δ.19 Θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Μαρτυρία επί του συγκεκριμένου, ήτοι ότι οι λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν έχουν έννοια άλλη από την συνήθη θα πρέπει να καταγράφονται, διαφορετικά δεν μπορεί να γίνει αναφορά σε αυτά στην ακρόαση. Ομοίως στην υπόθεση Γαληνιώτης ν. Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ κ.ά
(2011)1 Α.Α.Δ. 474, 491, επί του θέματος αυτού αναφέρονται τα ακόλουθα: «Τέλος, υπό τύπο σχολίου και γενικότερης καθοδήγησης, λόγω του ότι παρατηρείται γενικώς μια λανθασμένη δικογραφική καταγραφή στις αξιώσεις και τις υπερασπίσεις σε υποθέσεις δυσφήμισης, πρέπει να λεχθεί ότι όσον αφορά την αγωγή θα πρέπει το δημοσίευμα να παρατίθεται αυτούσιο και διαδοχικά να καταγράφεται η δυσφημιστική έννοια του είτε στη συνήθη σημασία των λέξεων που χρησιμοποιούνται, ή, όπου υπάρχει ισχυρισμός για υπαινιγμό, να παρατίθενται σε ξεχωριστή παράγραφο με λεπτομέρειες, οι έννοιες κατά τις οποίες το κείμενο θεωρείται δυσφημιστικό για τον ενάγοντα. Ακόμη να καταγράφονται εκείνα τα εξωγενή γεγονότα που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το δημοσίευμα αναφέρεται στον ενάγοντα (Gatley on Libel and Slander 6η έκδ. σελ. 442)». Παρατηρείται ότι η αναφορά και μόνο στο υπονοούμενο (legal innuendo) σε διάφορες παραγράφους της εκθέσεως απαιτήσεως δεν είναι αρκετή, ούτε και ικανοποιεί τις δικογραφικές απαιτήσεις. Δεν παραγνωρίζεται βεβαίως ότι από την πλευρά του ενάγοντα δεν προσφέρθηκε, ούτε και επιχειρήθηκε να δοθεί μαρτυρία προς αυτή την κατεύθυνση, γεγονός που, για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνεται ότι η αξίωση βασιζομένη επί του υπονοουμένου τελικά δεν προωθήθηκε τόσο γιατί δεν δικογραφήθηκε με τον ορθό τρόπο, όσο και γιατί δεν προωθήθηκε κατά την ακρόαση. Αναφορά θα γίνει και στην συνέχεια επί συγκεκριμένου δημοσιεύματος. Επί ορισμένων δημοσιευμάτων προβάλλεται ότι αυτά συνιστούν επιβλαβές ψεύδος. Η επιζήμια ψευδολογία έχει έρεισμα στο Αρ.25 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148. Για ότι αφορά εδώ το Αρ.25 προβλέπει ότι: «25.-
(1)Επιζήμια ψευδoλoγία συvίσταται στηv κακόβoυλη δημoσίευση ψευδoύς δήλωσης, πρoφoρικά ή άλλως πως πoυ αφoρά- (α) Τo επάγγελμα, τo επιτήδευμα, τηv εργασία, εvασχόληση ή τη θέση άλλoυ ή (β) τα αγαθά άλλoυ ή (γ) τov τίτλo κυριότητας άλλoυ: Νoείται ότι, τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ εδαφίoυ
(2), καvέvας δεv τυγχάvει απoζημίωσης για επιζήμια ψευδoλoγία, εκτός αv εξαιτίας αυτής υπέστη ειδική ζημιά». Εγείρεται και εδώ ζήτημα ορθής εκ μέρους του ενάγοντα, δικογράφησης της αξίωσης καθόσον αφορά την καταγραφή λεπτομερειών. Αντί άλλης αναφοράς, παραπέμπω στο ακόλουθο απόσπασμα το οποίο το παρόν δικαστήριο υιοθετεί πλήρως, από την απόφαση του Ναθαναήλ Π.Ε.Δ, όπως ήταν τότε, στην υπόθεση Ματσάκη ν. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά Αρ. Αγωγής 1089/04 στις σελ.6-7 όπου αναφέρονται τα πιο κάτω: «Η αγωγή βασίζεται, σύμφωνα με το γενικό οπισθογραφημένο κλητήριο, σε δυσφήμιση και/ή επιζήμια ψευδολογία. Η συμπερίληψη αυτή στη γενική οπισθογράφηση είναι δυνατή, όμως στην έκθεση απαίτησης που καταχωρήθηκε μετά η σύζευξη της δυσφήμισης και της επιζήμιας ψευδολογίας είναι λανθασμένη διότι απαντάται μόνο ως μέρος της θεραπείας κάτω από την παρ. 16Α και ως εναλλακτική μάλιστα θεραπεία. Καμία απολύτως εξειδίκευση ή αναφορά στο ίδιο το σώμα της έκθεσης απαίτησης δεν υπάρχει για την επιζήμια ψευδολογία σε αντιδιαστολή με το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης. Οι δύο θεραπείες όμως είναι εντελώς ξεχωριστές διότι η μεν δυσφήμιση ορίζεται στο άρθρο 17 του Κεφ. 148, η δε επιζήμια ψευδολογία ορίζεται στο άρθρο 25 του Κεφ.
- Χρειαζόταν επομένως η επιζήμια ψευδολογία να εμπεριέχετο σε ξεχωριστές παραγράφους με τις αναγκαίες λεπτομέρειες της, ώστε ως θέμα ορθής δικογράφησης να καθιστούσαν δυνατή την εξέταση της και δεν επαρκεί η απλή αναφορά στο καταληκτικό αιτητικό. Στο σύγγραμμα Salmond on the Law of Torts, 16η Έκδ., σελ. 405, αναφέρεται ακριβώς ότι: "This wrong of injurious falsehood is to be distinguished not only from the wrong of deceit, but also from that of defamation, to which it is analogous, but from which it is distinct. Both in defamation and in injurious falsehood the defendant is liable because he has made a false and hurtful statement respecting the plaintiff; but in one case the statement is an attack upon his reputation, and in the other it is not." Στη συνέχεια, στη σελ. 407 αναφέρονται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού, το ίδιο δε απαντάται και στον Gatley on Libel and Slander, 10η Έκδ., σελ.
- Η επιζήμια ψευδολογία ("injurious falsehood"), όπως αναφέρεται στο πρωτότυπο Αγγλικό κείμενο του Κεφ. 148) και που είναι περίπου το αντίστοιχο malicious falsehood που αναφέρεται στα Αγγλικά συγγράμματα, συνίσταται στην κακόβουλη δημοσίευση της ψευδούς δήλωσης, μεταξύ άλλων για το επάγγελμα κάποιου και εκτός τις περιπτώσεις που καλύπτονται από το εδάφιο 2 του άρθρου 25, ουδείς τυγχάνει αποζημίωσης, εκτός αν εξαιτίας της επιζήμιας ψευδολογίας υπέστη ειδική ζημιά. Από αυτά και μόνο είναι φανερό ότι χρειάζεται εξειδικευμένη δικογραφική αναφορά με την παροχή των αναγκαίων λεπτομερειών τόσο για την κακοβουλία όσο και για τις ζημιές, όπως υποδεικνύει και το σύγγραμμα Bullen & Leake: Precedents of Pleadings, 12 Έκδ., σελ. 444-7, και τα εκεί αναφερόμενα πρότυπα, καθώς και ο Gatley - supra - , 10η Έκδ., σελ. 1111-1113, όπου στο πρότυπο Α1.19 δίνεται επίσης ο τρόπος της ορθής δικογράφησης της επιζήμιας ψευδολογίας.» Έπεται συνεπώς, στην απουσία ορθής δικογράφησης, ότι η απαίτηση για επιζήμια ψευδολογία δεν μπορεί να επιτύχει. Κατά συνέπεια και στην βάση όσων έχουν εξηγηθεί τα επίδικα δημοσιεύματα θα κριθούν μόνο στην βάση της συνήθους και φυσικής σημασίας των λέξεων. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Πριν γίνει μια γενική αναφορά στην μαρτυρία, κρίνεται ότι θα πρέπει να τεθεί η νομολογιακή προσέγγιση του τρόπου με τον οποίο αντιμετωπίζεται, κυρίως όπως εδώ, που η δυσφήμηση περιορίζεται στην συνήθη και φυσική σημασία των λέξεων, ώστε κατά την παράθεσή της και κυρίως την αξιολόγηση της να υπάρχει το αναγκαίο υπόστρωμα. Η νομολογία πάγια και σταθερά υποδεικνύει ότι το κατά πόσο το δημοσίευμα είναι ή όχι δυσφημιστικό κρίνεται από το δικαστήριο και αποφασίζεται ως ζήτημα πραγματικό. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Καραμεσίνη
(2011)1 Α.Α.Δ. 715, 734 υποδεικνύεται ότι: «Όπως ορθά σημειώνουν οι εφεσείοντες, το κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι ή όχι δυσφημιστικό εναπόκειται στην κρίση του δικάζοντος την υπόθεση Δικαστηρίου εφόσον το θέμα αποφασίζεται ως πραγματικό ζήτημα. Η ετυμηγορία του Δικαστηρίου τεκμαίρεται να εκφράζει την αντίληψη του ιδεατού μέσου κοινού λογικού ανθρώπου (Knuffer v. London Express Newspaper Ltd [1954] 1 All E.R. 495, Κουτσού v. Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ κ.ά.
(2003)1 Α.Α.Δ. 1198, Salmond on the Law of Torts, 16η έκδ., σελ. 142 και Street on Torts, 11η εκδ., σελ. 487-488). Μαρτυρία ως προς το πώς το δημοσίευμα έγινε αντιληπτό από τον ίδιο τον ενάγοντα ή τους μάρτυρες του, δεν είναι παραδεκτή και δεν ενέχει σημασία. (Capital & County's Bank v. Henty [1882] 7 A.C. 745, Papadopoullos v. Kyrix Publishing Co. Ltd a.o.
(1963)2 C.L.R. 290 και την εντελώς πρόσφατη απόφαση στην Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ v. Γεωργιάδη
(2011)1 A.A.Δ. 407)». Σχετική ακόμα είναι και η υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά ν. Βασιλείου
(2005)1 Α.Α.Δ 683, στην οποία υπεδείχθη ότι είναι λάθος το δικαστήριο να ακούει μαρτυρία ως προς το πως ο ενάγων και οι μάρτυρες του εξέλαβαν τα δημοσιεύματα να αναφέρονται και να είναι δυσφημιστικά, καθ' όσον αφορά βεβαίως την φυσική έννοια των λέξεων, σε αντίθεση της περιπτώσεως που ο ενάγων επικαλείται και δικογραφεί το υπονοούμενο (innuendo). Ως υποδεικνύεται και στον Gatley ανωτέρω, σελ.62, παρα.114, το βάρος είναι στον ενάγοντα να αποδείξει ότι κατά την φυσική και συνήθη ερμηνεία των λέξεων αυτές αποτελούν δυσφήμιση. Όπως αντιστρόφως ανάλογη είναι και η προσέγγιση ως προς τον συντάξαντα το επίδικο δημοσίευμα, αφού ως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα Media Law, Geoffrey Robertson and Andrew Nicol l4η έκδοση, σελ.82, (στη συνέχεια η 4η έκδοση) η πρόθεση του είναι άσχετη, όπως για παράδειγμα ότι δεν είχε σκοπό να δυσφημίσει τον ενάγοντα. Έχοντας συνεπώς προδιαγράψει το νομικό πλαίσιο, θα γίνει μια σύντομη και όσο το δυνατό περιληπτική αναφορά στη μαρτυρία που προσκομίστηκε ενώπιον του δικαστηρίου, η οποία στην συνέχεια θα αξιολογηθεί και θα συσχετιστεί όπου απαιτείται με τα επίδικα δημοσιεύματα και άλλα τεκμήρια που κατατέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου. ΜΑΡΤΥΡΕΣ Να σημειωθεί ότι στο παρόν στάδιο η παράθεση της μαρτυρίας του ενάγοντα, όπως και των μαρτύρων υπεράσπισης που θα ακολουθήσουν, θα είναι σύντομη και περιγραφική και ο λόγος είναι γιατί αφενός ήταν εκτεταμένη και αφετέρου θα γίνει ειδικά αναφορά σε διάφορα μέρη της μαρτυρίας τους στην συνέχεια κατά το στάδιο της αξιολόγησης, σε συσχετισμό με τα επίδικα δημοσιεύματα. Ο ενάγων, που ήταν και ο μοναδικός μάρτυρας για την υπόθεση του, αναφέρθηκε και κατέθεσε τα δημοσιεύματα επί των οποίων στηρίζει την απαίτηση του. Ήταν σε γενικές γραμμές η θέση του, κατά την κυρίως εξέταση που μέρος της δόθηκε με γραπτή δήλωση (έγγραφο Α) αλλά και σε σχετικές ερωτήσεις κατά το στάδιο που κατέθετε τα διάφορα δημοσιεύματα, ότι αυτά είναι ψευδέστατα, συνονθύλευμα κιτρινισμού, μίσους και χολής εναντίον του. Εξήγησε τους λόγους για τους οποίους καταχώρισε αναστολή δίωξης κάποιου κατηγορουμένου προσώπου για ναρκωτικά ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λεμεσού, εξηγώντας τα πραγματικά γεγονότα που περιέβαλλαν την υπόθεση, σε αντιπαραβολή με τα επί του συγκεκριμένου δημοσιεύματα, χαρακτηρίζοντας τα επί των γεγονότων ως ψευδή. Εν σχέση με την αγωγή που ήγειρε εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας, αναφέρθηκε στο ιστορικό που οδήγησε στην καταχώριση της αγωγής και στην διευθέτηση που τελικά κατέληξε, με την δήλωση ενώπιον του δικαστηρίου και την συνακόλουθη έκδοση απόφασης υπέρ του, ως αυτή καταγράφεται στην απόφαση του δικαστηρίου τεκμ
- Αντεξετάστηκε επί μακρόν τόσο επί των δημοσιευμάτων, κυρίως ως προς τα ποια γεγονότα που καταγράφονται σε αυτά δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια, με διάφορες υποβολές ως προς τα αληθή γεγονότα. Κατατέθηκαν ως τεκμήρια έξη βιβλία που συνέγραψε με παραπομπές σε συγκεκριμένες σελίδες ως προς τον τρόπο συγγραφής εκ μέρους του και παραπομπής, στα βιβλία του, σε ποιήματα άλλων ποιητών. Ο Χαράλαμπος Ιωάννου (ΜΥ1), ήταν ο διοικητής της ΥΚΑΝ κατά τον επίδικο χρόνο. Αναφέρθηκε σε κάποιες αρχές που έθεσαν μαζί με τον τότε Γενικό εισαγγελέα ως προς τον τρόπο χειρισμού προσώπων εμπλεκομένων σε υποθέσεις ναρκωτικών. Ειδικότερα, ότι κανένας δεν θα απαλλασσόταν και εκείνοι που συνεργάζονταν με την αστυνομία θα γινόταν αναφορά στο δικαστήριο για να τύχουν της ανάλογης μεταχείρισης. Αναφέρθηκε στα γεγονότα της υπόθεσης που αφορούσαν το πρόσωπο για το οποίο καταχωρήθηκε η αναστολή ποινικής δίωξης από τον ενάγοντα και στα αδικήματα που αντιμετώπιζε. Δεν ενημερώθηκαν προηγουμένως για την αναστολή ποινικής δίωξης και όπως το έθεσε «θυμώθηκαν» και υπήρξε αγανάκτηση, γιατί ένας εμπλεκόμενος σε υπόθεση ναρκωτικών απαλλάγηκε χωρίς να υπάρχει ουσιαστικός λόγος. Δεν αντέδρασαν όταν δόθηκε η αναστολή και είχε μια ιδιαιτερότητα το θέμα, γιατί ήταν έξω από αυτά που μίλησαν με τον Γενικό Εισαγγελέα. Παρά την αγανάκτηση που ένοιωσε για το θέμα, δεν τον οδήγησε να δώσει στοιχεία στην εφημερίδα ΠΟΛΙΤΗΣ. Σε καμιά περίπτωση δεν συνεργάστηκε με τους δημοσιογράφους οι οποίοι στην υπόθεση Κίτα τους έβαλλαν καθημερινά, χειρότερα μάλιστα από όλους η εφημερίδα ΠΟΛΙΤΗΣ. Ο Δημήτρης Ταλιαδώρος, φιλόλογος, διευθυντής του Λυκείου Κύκκου Α, πρόεδρος της ΟΕΛΜΕΚ και πρόεδρος του Συνδέσμου Ελλήνων Κυπρίων Φιλολόγων (ΜΥ2), αναφέρθηκε στον τρόπο καταγραφής και αναφοράς σε κείμενα και έργα άλλων ανθρώπων. Εξήγησε με ποιο τρόπο πρέπει να καταγράφονται οι παραπομπές ώστε ο αναγνώστης να αντιλαμβάνεται ότι ανήκουν σε άλλο συγγραφέα. Κατέθεσε προς τούτο ως τεκμ.40 ορισμένες σελίδες από το σύγγραμμα του καθηγητή Γ Καραγιανόπουλου, το οποίο επικαλέστηκε ως πηγή για την μαρτυρία του. Ερωτήθηκε επί πολλών σελίδων των βιβλίων του ενάγοντα (τεκμ.24 - 29) και ως προς τον ορθό τρόπο καταγραφής των παραπομπών και παραθεμάτων. Επί σχετικών ερωτήσεων απάντησε με αναφορά σε κείμενα εκ των βιβλίων, ότι είναι σαφές ότι υπάρχει μια μορφή οικειοποίησης, ενώ εκεί όπου υπάρχει αναφορά στο όνομα του ποιητή όχι. Υπάρχει ο κίνδυνος ο αναγνώστης, τα συγκεκριμένα αποσπάσματα, να θεωρήσει ότι ανήκουν στον συγγραφέα. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι τα βιβλία του ενάγοντα ανήκουν στην σφαίρα της πολιτικής επιστήμης και ως επιστημονικά βιβλία θα πρέπει να τηρούν τους κανόνες που καταγράφονται στο τεκμ.
- Εκεί όπου στα κείμενα των βιβλίων ο ενάγων αναφέρει, «Ως Εισαγγελέας της Κυπριακής Δημοκρατίας λεω ή θα λεω...» χωρίς στην συνέχεια να υπάρχει αναφορά στον ποιητή, υπάρχει καθαρά προσπάθεια οικειοποίησης και απαλλοτρίωσης του ποιητή. Ο Γιάννης Νεάρχου δημοσιογράφος (ΜΥ3) είναι ο συντάκτης αρκετών εκ των επιδίκων δημοσιευμάτων. Στην γραπτή του δήλωση (έγγραφο Β) αναφέρεται στα δημοσιεύματα αναφορικά με την υπόθεση αναστολής ποινικής δίωξης καθώς και της αγωγής του ενάγοντα. Ήταν η θέση του ότι τα γεγονότα που καταγράφει είναι ουσιωδώς αληθή και προβαίνει σε σχόλια επί αληθών γεγονότων. Αντεξετάστηκε επί των επιδίκων δημοσιευμάτων, δίνοντας τις δικές του απαντήσεις και εξηγήσεις. Τέλος ο Διονύσης Διονυσίου (ΜΥ4), δημοσιογράφος και σύμβουλος έκδοσης της εφημερίδας ΠΟΛΙΤΗΣ, στην γραπτή του δήλωση (έγγραφο Γ) αναφέρθηκε ειδικά στις στήλες «Παρασκήνιο», «Ο συνήγορος του διαβόλου», και στην «Φάκα». Η μεν πρώτη συνήθως περιέχει παραπολιτικά σχόλια, ενώ οι άλλες δυο είναι στήλες με ύφος χιουμορίστικο, αιχμηρό, ειρωνικό, συχνά καυστικό και σατυρικό και σχολιάζουν σε αυτό το ύφος την επικαιρότητα. Συχνά είναι γραμμένες σε κριτικό τόνο και ύφος. Πρόκειται για ψευδώνυμα την ευθύνη των οποίων αναλαμβάνει η εφημερίδα. Διαφώνησε επί σχετικής υποβολής ότι παρουσιάζει λιβελλογραφήματα ως αστεϊσμούς με ειρωνικό ύφος, λέγοντας ότι πιστεύει ότι η κριτική, ακόμα και με ειρωνικούς ή αυστηρούς χαρακτηρισμούς, ορισμένες φορές είναι επιβεβλημένη και οδηγεί σε βελτίωση του συστήματος. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Οι δικηγόροι στις πολυσέλιδες γραπτές τους αγορεύσεις προβαίνουν σε εκτεταμένη αναφορά στα διάφορα δημοσιεύματα και σε πληθώρα παραπομπών σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Αγγλικών αποφάσεων και συγγραμμάτων, καθώς και σε νομολογία του Ε.Δ.Α.Δ. Το δικαστήριο έχει μελετήσει ενδελεχώς τις διάφορες εισηγήσεις και θέσεις των δυο πλευρών και έχει πλήρως υπόψη του τα προβαλλόμενα επιχειρήματα. Όπου χρειαστεί στην συνέχεια θα γίνεται ειδική αναφορά σε αυτές. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η ανάλυση των επιδίκων δημοσιευμάτων σε συσχετισμό με την προσφερθείσα μαρτυρία δεν θα μπορούσε ευχερώς να γίνει, αν δεν τεθεί προηγουμένως το νομολογιακό υπόβαθρο του τρόπου με τον οποίο τα δικαστήρια προσεγγίζουν δημοσιεύματα, που κατ΄ ισχυρισμό το περιεχόμενο τους συνιστά δυσφήμιση. Δεδομένου ότι η δυσφήμιση, για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί και αναλυθεί προηγουμένως, περιορίζεται στην συνήθη και φυσική ερμηνεία των λέξεων, ανάλογη επί τούτου θα είναι και η νομική πτυχή περιοριζόμενη σε αυτό το θέμα. Άλλωστε, ως συνάγεται εκ των γραπτών αγορεύσεων των δικηγόρων, εκεί επικεντρώνονται ως προς την νομική πτυχή του θέματος. Παράλληλα θα γίνει αναφορά και στις διάφορες υπερασπίσεις που προβάλλουν οι εναγόμενοι, ώστε να υπάρχει πλήρης εικόνα ως προς το τι θα ακολουθήσει στην συνέχεια σε σχέση με τα επίδικα δημοσιεύματα. ΔΥΣΦΗΜΙΣΗ Για την δυσφήμιση ως αναφέρεται και στην υπόθεση Berkoff v. Burchill
(1996)4 All.E.R 1008, δεν υπάρχει επακριβής ορισμός της. Με αναφορά σε προηγούμενες δικαστικές στην υπόθεση αυτή δόθηκε ο ακόλουθος ορισμός (σελ.1013): « ... words may be defamatory, even though they neither impute disgraceful conduct to the plaintiff nor any lack of skill or efficiency in the conduct of his trade or business or professional activity, if the hold him up to contempt, scorn or ridicule or tend to exclude him from society. On the other hand, insults which do not diminished a man's standing among other people do not found an action for libel or slander. The exact borderline may often be difficult to define». Αποτελεί πάγια αρχή επαναλαμβανόμενη τόσο στα συγγράμματα όσο και στη νομολογία, ότι κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό εναπόκειται στην κρίση του δικάζοντος την υπόθεση Δικαστηρίου εφόσον το θέμα αποφασίζεται ως πραγματικό ζήτημα. Η ετυμηγορία του Δικαστηρίου τεκμαίρεται να εκφράζει την αντίληψη του ιδεατού μέσου κοινού λογικού ανθρώπου (Κωνσταντίνου και Γαληνιώτης ανωτέρω). Στον Gatley ανωτέρω, σελ.52, παρα.98 υπό τον τίτλο, The ordinary man: his knowledge and temperament, καταγράφονται διάφορα χαρακτηριστικά στοιχεία του ιδεατού αναγνώστη. Αναφέρεται ότι: « The typical reader for the court to have in mind is the reasonable man of normal intelligence, possessed of such a high degree of knowledge of the current circumstances (in the industry) as it may be proper to infer in the circumstances of the case. . The layman reads in an implication much more freely, and unfortunately, as the law of defamation has to take into account, is especially prone to do so when it is derogatory. Ordinary men and women have different temperaments and outlooks. Some are unusually suspicious and some are unusually naïve. One must try to envisage people between two extremes and see what is the most damaging meaning they would put on the words in question». Εκεί όπου υπάρχουν ένορκοι τα πράγματα απλοποιούνται, αφού αυτοί αντιπροσωπεύουν τον μέσο κοινό και λογικό άνθρωπο και αναγνώστη. Στην Γαληνιώτης ανωτέρω, υπεδείχθη ότι «στην Κύπρο ο δικαστής προβαίνει σε μια νοητική εργασία που καλύπτει και τις δυο ανωτέρω λειτουργίες». Εκεί που το έργο αυτό τίθεται στους ώμους του δικαστή, θα πρέπει ο δικαστής να αναζητήσει και να βρει τον ιδεατό μέσο και λογικό αναγνώστη, για να εφαρμόσει τα δικά του κριτήρια, αφού δεν είναι οι προσωπικές απόψεις και τα κριτήρια του δικαστή που θα θέσουν τις γραμμές. Το κριτήριο συνεπώς είναι αντικειμενικό. Και εκεί όπου η προσφυγή σε λεξικά αποτελεί την λύση δεν εγείρεται θέμα, πλην όμως τα εγειρόμενα ζητήματα δεν είναι πάντοτε έτσι απλά. Κατά την αντίληψη του δικαστηρίου γενικότεροι παράγοντες και παράμετροι, όπως η ευρύτερη παιδεία, η κουλτούρα, το κοινωνικό υπόβαθρο, η οικονομική κατάσταση, το μορφωτικό επίπεδο, το φύλο, οι αντιλήψεις καθώς και άλλα συναφή κοινωνικοοικονομικά θέματα συνθέτουν τον σύγχρονο ιδεατό μέσο και λογικό άνθρωπο. Αν πρόκειται δε για δημοσίευση που απευθύνεται σε ειδικό και εξειδικευμένο κοινό, τα πράγματα είναι ευκολότερα, παρά για μια δημοσίευση σε μια καθημερινή εφημερίδα με μεγάλο πεδίο αναγνωστών, που καλύπτει ένα ευρύ κοινωνικό φάσμα διαφορετικών χαρακτηριστικών γνωρισμάτων. Στην υπόθεση New Times Ιnc v. Isaacks, του Supreme Court of Texas, case No. 03-0019, September 3, 2004, που παρέπεμψε η κα Γεωργίου, στην οποία επίδικο θέμα ήταν ο τίτλος του δημοσιεύματος «Stop The Madness» και κατά πόσο ήταν σάτιρα, υπεδείχθη ότι το Εφετείο είχε υποτιμήσει τον «λογικό αναγνώστη». Έγινε αναφορά στο δοκίμιο του Jonathan Swift του 1729, ως το πιο γνωστό (famous) παράδειγμα σάτιρας με τον τίτλο «A Modest Proposal» στο οποίο υποστήριξε (advocated) ότι τα παιδιά των φτωχών Ιρλανδών μεταναστών θα πρέπει να πουληθούν, να σφαγιαστούν και να πουληθούν ως κρέας. Ενώ το άρθρο είχε σκοπό να κριτικάρει τους Άγγλους ιδιοκτήτες γης και εκείνους που ασχολούνταν με την πολιτική οικονομία, ο συγγραφέας υπέστη ευρεία κριτική από εκείνους που παρανόησαν το άρθρο του. Το Ανώτατο δικαστήριο διακήρυξε ότι η χώρα έχει παλιά και ιστορική παράδοση στον σατιρικό σχολιασμό. Επί του θέματος αυτού αναφορά θα γίνει στην συνέχεια. Επί του ιδεατού αναγνώστη, που εδώ ενδιαφέρει, το θέμα τέθηκε ως εξής: « As the relevant cases show, the hypothetical reasonable person - the mythic Cheshire cat who darts about the pages of the tort law is no dullard. He or she does not represent the lowest common denominator, but reasonable intelligence and learning. . The person of "ordinary intelligence" described in Turner is a prototype of a person who exercises care and prudence, but not omniscience, when evaluating allegedly defamatory communications. . The appropriate inquiry is objective, not subjective. Thus the question is not whether some actual readers were mislead, as they inevitably will be, but whether the hypothetical reader could be. Υποδεικνύεται στην συνέχεια, ότι ο λογικός αναγνώστης δεν θα απομονώσει το κείμενο, αλλά θα το συνθέσει ως μέρος ενός συνόλου. Εξηγείται ότι: « But we cannot impose civil liability based on the subjective interpretation of a reader who has formed an opinion about the article's veracity after reading a sentence or two out of the context. That person is not an objective reasonable reader». Στην 11η έκδοση του Gatley, σελ.132, παρα.3.32 υπό τον τίτλο Meaning collected from other parts of same publication or from other publications, αναφέρεται ότι: « Where a newspaper article refers to another report in the same issue either party is entitled to have that read as part of the context in which the meaning of the words complained of is to be determined» Κατά συνέπεια τα τεκμήρια 3Α και Β, 6Α και Β, 12Α και Β και 20Α και Β, τα οποία στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας προαγγέλλουν το άρθρο εντός της εφημερίδας, θα πρέπει να διαβαστούν ως ενιαίο σύνολο και όχι αποσπασματικά. Το παράρτημα 5Α παρά το γεγονός ότι κατατέθηκε ως τεκμήριο δεν δικογραφείται και ως εκ τούτου δεν θα ληφθεί υπόψη. ΕΝΤΙΜΟ ΣΧΟΛΙΟ - ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΓΕΓΟΝΟΤΟΣ Αν κάποιο δημοσίευμα συνιστά σχόλιο επί γεγονότος, ή δήλωση γεγονότος, πρωτίστως θα εξαχθεί μέσα από το ίδιο το κείμενο. Από τις λέξεις, φράσεις και το νόημα που αποδίδει το κείμενο μπορεί να διακριβωθεί αν πρόκειται για σχολιασμό κάποιου γεγονότος, ή αν αποτελεί απλή καταγραφή και δήλωση του γεγονότος. Σύμφωνα με το λεξικό του Μπαμπινιώτη, το γεγονός υπογραμμίζει τον πραγματικό και αναπότρεπτο χαρακτήρα μιας πράξης, ότι αποτελεί μια πραγματική κατάσταση η οποία δεν μπορεί να διαψευστεί ή να αλλάξει. Το γεγονός σχηματίζει φράσεις που ταυτίζονται με το «είναι αλήθεια», «είναι αληθές», «είναι πραγματικότητα» και υποδηλώνει συντελεσμένη πράξη που αποτελεί πραγματικότητα. Αντίθετα σχόλιο, είναι η έκφραση της άποψης και η διατύπωση θετικών η αρνητικών χαρακτηρισμών σχετικά με κάτι. Είναι είδος κειμένου που περιέχει τη γνώμη κάποιου για κάτι, ενώ σχολιάζω σημαίνει ότι εκφέρω την άποψη μου σχετικά με γεγονός, κατάσταση, ιδέα ή πρόσωπο προβαίνοντας σε θετικούς ή αρνητικούς ισχυρισμούς. Στο σύγγραμμα Media Law, 4η έκδοση ανωτέρω, σελ. 113, σε σχέση με τα γεγονότα αναφέρεται ότι, «facts should normally be allowed to speak for themselves». Στην υπόθεση Καραβίας ν. Σταύρου
(2012)1 Α.Α.Δ. 469, αναφορικά με το έντιμο σχόλιο υπεδείχθη ότι: «Για να επιτύχει η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου, ο εναγόμενος θα πρέπει να δείξει ότι οι επίδικες λέξεις αποτελούν σχόλιο και όχι δήλωση γεγονότος, ότι υπάρχει πραγματική βάση για το σχόλιο και ότι αυτό αφορά σε ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος. Αν, όμως, ο ενάγοντας δείξει ότι το σχόλιο δεν έγινε έντιμα ή ότι αυτό έγινε κακόβουλα, τότε η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου δεν μπορεί να επιτύχει - (βλ. Gatley on Libel and Slander, Eighth Edition, The Common Law Library, Number 8, παραγράφους 693-748, σελ. 291-326). Είναι, επίσης, θεμελιωμένο ότι το σχόλιο πρέπει να είναι δίκαιο και, για να είναι τέτοιο, θα πρέπει να απαντηθεί το ερώτημα κατά πόσο ένας έντιμος άνθρωπος θα μπορούσε να έχει αυτές τις απόψεις. Σχόλιο αποτελεί η έκφραση γνώμης επί γεγονότων. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται το σχόλιο δεν είναι αναγκαίο να περιλαμβάνονται στο κείμενο, μπορεί, απλώς, να γίνεται νύξη σ' αυτά. Αν τα γεγονότα αναφέρονται αληθώς, η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου επιτυγχάνει, εφόσον το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι τα σχόλια έχουν γίνει εύλογα και έντιμα. Δεν υπάρχει, βέβαια, ανάγκη, για να επιτύχει η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου, να αποδεικνύονται ως αληθινά όλα τα γεγονότα, αρκεί ορισμένα από αυτά να είναι αληθινά - (βλ. Gatley on Libel and Slander, Tenth Edition, The Common Law Library, παράγραφο 12.14, σελ. 299-301)». Είναι ακριβώς για τους λόγους αυτούς και την εννοιολογική διάφορα και νομική σημασία μεταξύ σχολίου και γεγονότος, που στην υπόθεση Μαύρου ν. Στυλιανού κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1743, υπεδείχθη ότι δικαίωμα σχολίου έχει κάθε πολίτης και δεν αναγνωρίζεται ιδιαίτερο ή επιπρόσθετο τέτοιο δικαίωμα στον τύπο. Το δικαίωμα του εύλογου σχολίου χαρακτηρίζεται σαν ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματα της ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης. Ο Νόμος όμως δεν επιτρέπει τη δυσφημιστική παραποίηση των γεγονότων. Και άμεση συνέπεια της διαφοράς, είναι ότι στην υπεράσπιση του εύλογου σχολίου ο εναγόμενος θα πρέπει να αποδείξει ότι οι λέξεις συνιστούσαν σχόλιο και όχι έκθεση γεγονότος. Ο δυσφημιστικός ισχυρισμός θα πρέπει να αναγνωρίζεται από τον μέσο λογικό άνθρωπο ως σχόλιο και όχι ως δήλωση γεγονότος (Μαύρου ανωτέρω). Χωρίς πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων δεν μπορεί να υπάρξει σχόλιο, ούτε και κατ' επέκταση εύλογο σχόλιο. Τέλος για να αποφασιστεί κατά πόσο η δημοσίευση συνιστά σχόλιο ή δήλωση γεγονότος θα πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με το υπόλοιπο κείμενο. (Ονούφριου κ.ά. ν. Εταιρείας « Κ.Κ. Σύγχρονες Κούρσες Λτδ» κ.ά. 2006
(1)Α.Α.Δ. 742.) ΑΛΗΘΕΙΑ Σύμφωνα με το άρθρο 19(α) του Κεφ. 148 αποτελεί υπεράσπιση σε αγωγή για δυσφήμιση ότι η κατ' ισχυρισμό δυσφημιστική δημοσίευση απέδιδε την αλήθεια. Η διάφορα μεταξύ σχολίου επί γεγονότος και της δήλωσης γεγονότος είναι ότι στην πρώτη περίπτωση χωρεί σύμφωνα με την παράγραφο (β) του πιο πάνω άρθρου η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου (fair comment) η οποία περιορίζεται σε έντιμο σχόλιο επί θέματος δημόσιου ενδιαφέροντος. Και ο εναγόμενος που επικαλείται το έντιμο σχόλιο δεν αναλαμβάνει και το βάρος να αποδείξει ότι το σχόλιο ήταν αληθές, νοούμενου ότι τα γεγονότα αναφέρονται αληθώς και έχουν γίνει εύλογα και έντιμα. (Μαύρου και Ονουφρίου ανωτέρω). Αντίθετα, στη δήλωση γεγονότος χωρεί η υπεράσπιση της αλήθειας (justification). Σε αυτή την περίπτωση το βάρος περί της αλήθειας του γεγονότος είναι στον εναγόμενο να το αποδείξει και όχι στον ενάγοντα να αποδείξει το ψεύδος του. (Gatley on Libel and Slander 10η έκδ., παρα. 714, σελ. 303). Και στην υπόθεση Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ κ.ά. ν. Αλωνεύτη
(2002)1 Α.Α.Δ. 1863, υπεδείχθη ότι το αναληθές των δημοσιευμάτων απογυμνώνει τους ισχυρισμούς περί καλής πίστης, αφού ως εξηγείται και στο πιο πάνω σύγγραμμα Gatley παρα. 715, σελ. 304, ο συγγραφέας δεν μπορεί να εισηγείται ή να επινοεί γεγονότα, ή να υιοθετεί ως αληθείς αναληθείς δηλώσεις γεγονότων που έγιναν από άλλους. Να προστεθεί τέλος, ότι εκείνο που απαιτείται δεν είναι η αλήθεια κάθε στοιχείου και λεπτομέρειας των γεγονότων, αλλά ότι στην ουσία του το γεγονός είναι αληθές (substantially true). Στο σύγγραμμα Media Law, A Practical Guide to Managing Publications Risks των Gallant & Epworth 2001, σελ. 15 εξηγείται ότι: «Justification, or proof that the defamatory words are true "in substance and in fact", is a complete defence to defamation: the intention and conduct of the publisher are irrelevant. The defendant does not have to prove the factual accuracy of each and every word of the allegation: he must establish the truth of the "sting", or the main defamatory gist of the publication». Στην υπόθεση Φιλίππου ν. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά.
(2006)1 A.A.Δ. 1124, υπεδείχθη ότι η υπεράσπιση της αλήθειας επιτυγχάνει μόνο όταν τόσο οι ισχυρισμοί ως προς τα γεγονότα όσο και τα δυσφημιστικά συμπεράσματα που εξάγονται από αυτό, αποδεικνύονται ως αληθή από τον εναγόμενο. Και το βάρος το οποίο αποσείεται, με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, είναι να αποδείξει την αλήθεια των λέξεων υπό τη φυσική και συνήθη έννοια τους. Η υπεράσπιση επιτυγχάνει αν ο εναγόμενος αποδείξει ότι η ουσία των δυσφημιστικών λέξεων είναι αληθής. Όπως εξηγείται στο σύγγραμμα των Media Law 4η έκδοση ανωτέρω σελ. 112 η υπεράσπιση της αλήθειας: «.. ιt operates whenever the defendants can show, by admissible evidence, that their allegation is, on balance, substantially correct. The question of "substance" may be significant - it is not necessary to prove that every single fact stated in the criticism is accurate, so long as its "sting" (its defamatory impact) is substantially true.. » ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑΣ ΚΑΙ ΦΗΜΗΣ - ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΟΥ ΤΥΠΟΥ Στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Παπαευσταθίου
(2007)1 Α.Α.Δ. 856, αναλύεται εκτενώς η εξισορρόπηση των πιο πάνω θεμελιωδών δικαιωμάτων. Υπεδείχθη μεταξύ άλλων ότι: «Η σύγχρονη τάση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου είναι να περιορίζει το δικαίωμα στη φήμη προς όφελος του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης, στο οποίο το Δικαστήριο αναγνωρίζει υψηλή αξία. Στην υπόθεση Lingens v. Austria, App. No. 9815/82, Ser. A, vol. 103 [1986] 8 E.H.R.R. 407 at para. 41 το Δικαστήριο παρατήρησε πως η ελευθερία της έκφρασης, όπως προστατεύεται από την πρώτη παράγραφο του άρθρου 10, συνιστά ένα από τα ουσιαστικά θεμέλια της δημοκρατικής κοινωνίας και μια από τις βασικές προϋποθέσεις για την πρόοδο της και για την ικανοποίηση των ατόμων. Η ελευθερία αυτή, με τις εξαιρέσεις της παραγράφου 2, εφαρμόζεται όχι μόνον σε πληροφορίες και ιδέες που είναι αρεστές ή τουλάχιστον θεωρούνται ως μη εχθρικές ή αδιάφορες αλλά επίσης και σε εκείνες που είναι προσβλητικές, εκπλήττουν ή ενοχλούν. Αυτό απαιτεί ο πλουραλισμός, η ανεκτικότητα και η ευρύτητα πνεύματος, χωρίς τις οποίες δεν υπάρχει δημοκρατική κοινωνία. Όπως όμως ανάφερε το Ε.Δ.Δ.Α., η ελευθερία της έκφρασης ρητά περιορίζεται προς όφελος της προστασίας της φήμης ενός ατόμου σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 10. Το στάθμισμα αυτών των δύο δικαιωμάτων έχει εξεταστεί σε σειρά αποφάσεων του Ε.Δ.Δ.Α. σύμφωνα με τις οποίες οιοσδήποτε περιορισμός του ενός δικαιώματος πρέπει να είναι ανάλογος και απαραίτητος για την προστασία του άλλου δικαιώματος. Στην υπόθεση Barfod v. Denmark, App. No. 11508/85, Ser. A. vol. 149 [1991] 13 E.H.R.R, 493, στην παρα. 29, το Δικαστήριο τόνισε πως η έννοια της αναλογικότητας δεν εξυπακούει ισότητα μεταξύ ανταγωνιστικών συμφερόντων. Η έννοια της αναλογικότητας εξυπακούει ότι οι στόχοι του άρθρου 10
(2)θα πρέπει να αντιπαραβληθούν με την αξία της ανοικτής συζήτησης θεμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος. Για να βρει τη χρυσή τομή μεταξύ των δύο αυτών συμφερόντων το Δικαστήριο δεν πρέπει να παραγνωρίσει τη μεγάλη σημασία της μη αποθάρρυνσης του κοινού από του να εκφράζει τη γνώμη του πάνω σε θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος, λόγω φόβου ποινικών ή άλλων κυρώσεων. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, πολιτικά ή άλλα δημόσια πρόσωπα θα πρέπει να ανέχονται πιο εύκολα τη δημόσια κριτική. Στην υπόθεση Krone Verlag GmBH & Co Kg v. Austria, App. Νο. 34315/96, ημερ. 26.2.02 (Δέστε: Gatley on Libel and Slander, 10η έκδοση, σελ. 724), το Δικαστήριο παρατήρησε ότι ο ενάγοντας, που ήταν πολιτικός, είχε εισέλθει στο δημόσιο στίβο και θα έπρεπε να υποστεί τις συνέπειες. Στην υπόθεση Lopes Gomes da Silva v. Portugal, App. No. 37698/97, 2000-X [2002] 34 E.H.R.R. 56 το Δικαστήριο παρατήρησε ότι στους δημοσιογράφους μπορεί να επιτραπεί και ένας βαθμός υπερβολής ή ακόμα και πρόκλησης, ειδικά επειδή και ο ενάγων είχε χρησιμοποιήσει παρόμοια γλώσσα σε δικό του κείμενο που είχε δημοσιευθεί δίπλα στο κείμενο του δημοσιογράφου, με αποτέλεσμα οι αναγνώστες να είναι σε θέση να διαμορφώσουν τις δικές τους απόψεις. Στην περίπτωση εκείνη, όπου ο ενάγων είχε χαρακτηριστεί ως ο πιο γελοίος υποψήφιος που μπορούσε να βρεθεί, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρξε προσωπική επίθεση εναντίον του ενάγοντος αλλά ότι το τί η εφημερίδα έγραφε γι' αυτόν αποτελούσε μέρος των ρίσκων της πολιτικής ζωής. Στην υπόθεση Fressoz & Roire v. France, App. No. 29183/95, ημερ. 21.1.99 .... Το Δικαστήριο πρόσθεσε ότι όχι μόνον ο τύπος έχει καθήκον να μεταδίδει πληροφορίες και ιδέες σε θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος αλλά ταυτόχρονα και το κοινό έχει το δικαίωμα να λαμβάνει τέτοιες πληροφορίες. Έτσι η καταδίκη του δημοσιογράφου κρίθηκε ότι παραβίαζε το άρθρο 10 της Σύμβασης. Σχετική είναι και η απόφαση του Ε.Δ.Δ.Α. στην υπόθεση Toma v. Luxembourg, App. No. 38432/97, ημερ. 29.3.01. Είναι θεμελιωμένο από τη νομολογία του Ε.Δ.Δ.Α. ότι όσον πιο προκλητική είναι η δήλωση την οποία σχολιάζει μια εφημερίδα τόσον πιο σκληρό και δυνατό μπορεί να είναι και το σχόλιο (Δέστε: Oberschilck v. Austria, App. No. 11662/85, Ser. A, vol. 204, [1995] 19 E.H.R.R., 389 - Δέστε, επίσης Gatley, ανωτέρω, σελ. 732). Κατά την εξέταση της παρούσας υπόθεσης καθοδηγηθήκαμε και από την απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ κ.ά. ν. Αλωνεύτη
(2002)1 Α.Α.Δ. 1863 και την απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση R (ProLife Alliance) v. BBC [2002] 2 All E.R. 756». ΘΕΜΑ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ Στον Gatley on Libel and Slander, 10η έκδ., σελ. 311 αναφέρεται: «Matters of public interest are very numerous and should not be confined with narrow limits.... Whenever a matter is such as to affect people at large, so that they may be legitimately interested in or concerned at what is going on or what may happen to them or to others, then is a matter of public interest on which everyone is entitled to make fair comment. » Στην υπόθεση T.M.P Agents v. Saba & Co (T.M.P)
(2007)1 Α.Α.Δ. 448, εξηγήθηκε ότι στην κατηγορία των θεμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος περιλαμβάνονται θέματα κεντρικής και τοπικής διοίκησης, διαγωγή δημοσίων προσώπων, συντεχνίες, η αστυνομία, έργα τέχνης, βιβλία, θεατρικά και κινηματογραφικά έργα, τηλεόραση και άλλες εκπομπές. ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ Ο ενάγων ως λέχθηκε, κατά τους ουσιώδης χρόνους ήταν ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αποτέλεσε κοινό έδαφος, ότι η μια ενότητα των δημοσιευμάτων αφορούσε την αναστολή ποινικής δίωξης εναντίον κατηγορουμένου προσώπου ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λεμεσού. Το Μέρος 6 του Συντάγματος έχει ως τίτλο «Περί των Ανεξαρτήτων Αξιωματούχων της Δημοκρατίας και το Κεφάλαιο Ι φέρει τίτλο, Ο Γενικός Εισαγγελέας και ο Βοηθός Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας. Η δεύτερη παράγραφος του Άρθρου 113 του Συντάγματος προβλέπει ότι: «Ο γενικός εισαγγελεύς της Δημοκρατίας έχει εξουσίαν κατά την κρίσιν αυτού προς το δημόσιον συμφέρον να κινεί, διεξάγει, επιλαμβάνηται και συνεχίζει ή διακόπτει οιανδήποτε διαδικασίαν ή διατάσσει δίωξιν καθ' οιουδήποτε προσώπου εν τη Δημοκρατία δι' οιονδήποτε αδίκημα.» Η διακοπή συνεπώς οποιασδήποτε διαδικασίας, γνωστή ως αναστολή ποινικής δίωξης, υπό του Γενικού Εισαγγελέα αποτελεί Συνταγματικό του δικαίωμα εξασκώντας την κρίση του προς το δημόσιο συμφέρον. Πρόκειται για εξουσία που κατά το Άρθρο 114 του Συντάγματος μπορεί να ασκήσει και ο Βοηθός Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, όταν αναπληρώνει τον Γενικό Εισαγγελέα σε περίπτωση απουσίας ή πρόσκαιρου κωλύματος αυτού. Η νομολογία υποδεικνύει ότι η εξουσία αυτή του Γενικού ή και του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, ούτε και είναι υποχρεωμένος να δώσει λόγους προς το δικαστήριο. Στην υπόθεση Kaya Meryem
(2010)1 Α.Α.Δ 1887, αναφορικά με τις εξουσίες του Γενικού Εισαγγελέα αναφέρθηκαν τα εξής: «Επιπρόσθετα προς τη νομολογία στην οποία παρέπεμψε η πρωτόδικη απόφαση σημειώνουμε και την υπόθεση Ellinas v. Republic
(1989)1 C.L.R. 17, όπου η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην απόφαση πλειοψηφίας της, τόνισε ότι ούτε στην Αγγλία αλλά ούτε και στην Κύπρο οι αποφάσεις του Γενικού Εισαγγελέα υπόκεινται σε δικαστική αναθεώρηση με το προνομιακό ένταλμα Certiorari. Ο Γενικός Εισαγγελέας είναι, δυνάμει του Συντάγματος, εμπιστευμένος με την εξουσία δίωξης, κατά την κρίση του (Άρθρο 113.2). Η εξουσία αυτή υπόκειται μόνο στους περιορισμούς που προνοούνται από το Σύνταγμα. Για τους σκοπούς του Αρθρου 113.2, ο ίδιος ο Γενικός Εισαγγελέας είναι ο κριτής του δημοσίου συμφέροντος. Η άσκηση της εξουσίας που παρέχεται στο Γενικό Εισαγγελέα από το Άρθρο 113 δεν εμπίπτει ούτε στη σφαίρα του Άρθρου 146.1 του Συντάγματος διότι είναι στενά συνδεδεμένη με δικαστικές διαδικασίες (Δέστε: Xenofontos, ανωτέρω και Kyriakides, ανωτέρω, και συναφώς, Καρατσής v. Δημοκρατίας
(2001)3 Α.Α.Δ. 201). Είναι προφανές, επομένως, ότι ο Γενικός Εισαγγελέας έχει ανέλεγκτη εξουσία να κινεί, διεξάγει, επιλαμβάνεται, συνεχίζει ή διακόπτει οιανδήποτε διαδικασία ή διατάσσει δίωξη εναντίον οποιουδήποτε προσώπου στη Δημοκρατία, για οποιοδήποτε αδίκημα, εφόσον, κατά την κρίση του, αυτό είναι προς το δημόσιο συμφέρον. Το δημόσιο συμφέρον, δηλαδή, σ' αυτή την περίπτωση, κρίνεται από τον ίδιο το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και η κρίση του δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο είτε με προνομιακό ένταλμα, είτε δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος». Από την άλλη όμως, η αναστολή δίωξης ή η μη δίωξη, επενεργεί ως παράγοντας μετριαστικός της ποινής υπέρ συγκατηγορουμένου ώστε, με την απάμβλυνση της ανισοσκέλιας στη μεταχείριση των παραβατών, να μετριάζεται το αίσθημα αδικίας το οποίο αναπόφευκτα προκαλεί η άνιση μεταχείριση. Η ισότητα στη μεταχείριση έχει ως λόγο την προσαγωγή ενώπιον της δικαιοσύνης και την τιμωρία όλων που συνέργησαν στο έγκλημα (Κάττου ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 498, Νικήτας ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 156). Ομοίως στην Αγγλία, η εξουσία του Γενικού Εισαγγελέα δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, είναι όμως υπόλογος για την άσκηση της εξουσίας του αυτής στο Κοινοβούλιο. Την ασκεί όμως ανεξάρτητα από την Κυβέρνηση, ως θεματοφύλακας του δημόσιου συμφέροντος (guardian of the public interest). Και σε άλλες χώρες του Κοινοδικαίου η εξουσία αυτή του Γενικού Εισαγγελέα δεν ελέγχεται δικαστικά, υπόκειται όμως σε δημόσια κριτική (upon public opinion). Στην παρούσα υπόθεση τα επίδικα δημοσιεύματα της ενότητας αυτής που αφορούσαν τον ενάγοντα, είχαν άμεση σχέση με την άσκηση του Συνταγματικού του δικαιώματος της αναστολής ποινικής δίωξης υποκείμενης όμως σε δημόσια κρίση. Το δημόσιο συμφέρον είναι το μοναδικό κριτήριο που θέτει το Σύνταγμα και ως τέτοιο μπορεί μεν να κρίνεται από τον ίδιο το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και η κρίση του να μην υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, με κανένα τρόπο όμως δεν αναιρεί το γεγονός ότι το δημόσιο συμφέρον αποτελεί, εξ ορισμού, θέμα για το οποίο το κοινό γενικά και ο τύπος ειδικά, έχει κάθε δικαίωμα να ασχοληθεί και να εκφέρει τις απόψεις και τα σχόλια του. Άλλο η ανέλεγκτη δικαστικά εξουσία του Γενικού Εισαγγελέα που αφορά τις δικαστικές διαδικασίες ως μέρος του δικαστικού συστήματος και άλλο το δικαίωμα οποιουδήποτε να σχολιάσει και να εκφέρει άποψη. Με αυτή συνεπώς την έννοια, και κατά Συνταγματική επιταγή, η άσκηση της αναστολής ποινικής δίωξης εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα αποτελεί ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος, ιδίως εδώ, όπου η υπόθεση αφορούσε μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών, χαρακτηριζόμενα από την νομολογία, αλλά και από την ίδια την κοινωνία, ως μια σύγχρονη μάστιγα που πλήττει τον κοινωνικό ιστό. Σοβαρότητα που έχει τονιστεί κατ΄ επανάληψη σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κοινή συνισταμένη των οποίων είναι ότι σε υποθέσεις ναρκωτικών πρέπει να επιβάλλονται αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές σε μια προσπάθεια καταπολέμησης της μάστιγας των ναρκωτικών, τα οποία ενσπείρουν τον πόνο, τη δυστυχία και την εξαθλίωση σε ένα μεγάλο αριθμό συνανθρώπων μας, κυρίως νέων. (Marius ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 155/14 ημερ.27.5.15). Η άλλη ενότητα των επιδίκων δημοσιευμάτων σχετίζεται με αγωγή που ήγειρε ο ενάγων, υπό την ιδιότητα του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα, εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα και αφορά αξίωση για αποζημιώσεις μετά την επιτυχία της προσφυγής του ενάγοντα ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, εναντίον της απόλυσης του από την Ε.Δ.Υ κατόπιν γραπτού αιτήματος του, τότε, Γενικού Εισαγγελέα. Το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε ως παράνομη την πράξη απολύσεως του ενάγοντα. Με την ρηθείσα αγωγή ο ενάγων αξίωνε αποζημιώσεις ύψους Λ.Κ.73.031,50 πλέον γενικές αποζημιώσεις για ταλαιπωρία του ενάγοντα καθώς και τιμωρητικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις λόγω της συμπεριφοράς του εναγομένου (Γενικού Εισαγγελέα) κατά την απόλυση του (τεκμ.33). Χωρίς οποιαδήποτε άλλη αναφορά, για παράδειγμα στα δικόγραφα της αγωγής (τεκμ.33-35), δεν χωρεί αμφιβολία ότι η επίδικη διαφορά συνιστούσε πράγματι θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος, αφού ένας ανεξάρτητος αξιωματούχος, όπως είναι κατά το Σύνταγμα ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας, ήγειρε αγωγή εναντίον άλλου ανεξάρτητου αξιωματούχου και δη του Γενικού Εισαγγελέα, ο οποίος κατά το Αρ.112 του Συντάγματος προηγείται του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα και κατά το Αρ.114 του Συντάγματος υπόκειται στις οδηγίες αυτού. Η απόλυση και η επιτυχία της προσφυγής του ενάγοντα από την θέση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα και στην συνέχεια η καταχώριση αγωγής προς διεκδίκηση ειδικών, γενικών, τιμωρητικών και παραδειγματικών αποζημιώσεων εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, καθιστούσε την διαφορά, από όποια άποψη και αν αντικριστεί, ως θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος. Σημειώνεται πως εν πάση περιπτώσει δεν αμφισβητήθηκε με κάποιο τρόπο, εκ μέρους του ενάγοντα ότι τα πιο θέματα συνιστούσαν θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος. ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ Σε σχέση με την πρώτη ενότητα των δημοσιευμάτων και σε σχέση με τα δημοσιεύματα, παραρτήματα 1 και 2, στα οποία πουθενά δεν αναφέρεται ο ενάγων, ανεξάρτητα από όσα έχουν λεχθεί σε σχέση με το υπονοούμενο ανωτέρω, θα πρέπει να γίνει η εξής παρατήρηση και επεξήγηση. Ο ενάγων στην μαρτυρία του δέκτηκε ότι το δημοσίευμα αυτό δεν αναφέρει «στην όψη του» οτιδήποτε για τον ίδιο, αλλά όπως το έθεσε, «άμα προχωρήσουμε στο σίριαλ αυτής της υπόθεσης θα δούμε ότι ονοματίζομαι εγώ .... εάν δει κανείς τον συνδυασμό με τα υπόλοιπα δημοσιεύματα». Παρόλο που στις αγορεύσεις των δικηγόρων των δυο πλευρών δεν εγείρεται με κάποιο ξεκάθαρο τρόπο η προσέγγιση που θα πρέπει να γίνει στα διάφορα δημοσιεύματα, κρίνεται πως είναι σημαντικό να ξεκαθαρίσει και αυτό το σημείο. Η αρχή όπως αναλύεται στον Gatley 11η έκδοση, σελ.133 είναι ότι το νόημα του δημοσιεύματος αποφασίζεται ως έχει κατά τον χρόνο της δημοσίευσης ( Astaire v. Campling and another
(1965)3 All.E.R. 666). Στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά ν. Βασιλείου
(2005)1 Α.Α.Δ. 683, υπεδείχθη ότι ήταν αναιτιολόγητη η από κοινού εξέταση των δημοσιευμάτων γιατί δεν υπήρχε το αναγκαίο υπόβαθρο για ενιαία εξέταση τους. Κρίθηκε ότι επρόκειτο για δυο διαφορετικά δημοσιεύματα που δημοσιεύτηκαν με μια διαφορά ενός μηνός μεταξύ τους. Στην υπόθεση Galloway v. Telegraph Group Ltd
(2004)EWHC 2786, Q.B.D η αγωγή στηριζόταν σε διάφορα δημοσιεύματα που δημοσιεύτηκαν στις 22 και 23 Απριλίου του 2003. Ο Eady J. εξετάζοντας τα ως ενιαίο σύνολο ανέφερε τα πιο κάτω. « Furthermore, when judging the meaning of the 23rd April articles, it is necessary to bear in mind that many readers will have had a general impression of their reading from the day before. It is legitimate to take that into account when assessing the meaning of the second day's coverage. The reverse is not the case, since it is not permitted when attributing a meaning or meanings to a published article to refer to subsequent material». Στον Gatley ανωτέρω σελ.133 - 134 μνημονεύεται η υπόθεση Wheeler v. Somerfield
(1966)2 Q.B.D. 94 C.A με τον ακόλουθο σχολιασμό. « It may in some cases be permissible to travel outside the bounds of a particular publication complained of to established the context. If, for example, a weekly publication is so made up that a particular part of it becomes associated with the exposure of wrongdoing, that may make defamatory the inclusion in that part of material which would not otherwise be so». Και πάλι στον Gatley ανωτέρω σελ.132, παρα.3.32, επί του ιδίου θέματος αναφέρεται ότι: « Some difficulty arises, however, where the defendant publishes what is in fact one piece but does so as a number of items over a period of time». Και στην συνέχεια, με αναφορά στην αρχή που έθεσε η υπόθεση Astaire ανωτέρω, επεξηγείται ότι: « it is submitted that the situation of series of work all published by the same person is distinguishable and there is no good reason for applying this rule to it». Στον Gatley ανωτέρω, σελ.133, επεξηγείται ότι εκεί που τα δημοσιεύματα εξετάζονται ως ενιαίο σύνολο (one unit), «the second statement would make the apparently innocuous first statement defamatory». Σχετική ακόμα είναι η υπόθεση Brown v. Marron
(2001)WASC
- Δεδομένου ότι τα διάφορα δημοσιεύματα της πρώτης αλλά και της δεύτερης ενότητας, δημοσιεύτηκαν σε ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα μεταξύ τους και αφορούσαν το ίδιο θέμα, κρίνεται ότι θα πρέπει να εξεταστούν ενιαία. Της πρώτης ενότητας τα δημοσιεύματα έγιναν την 16.10.09, 17.10.09, 21.10.09, 23.10.09 και 4.11.
- Της δεύτερης ενότητας τα δημοσιεύματα έγιναν την 21.11.09, 22.11.09, 23.11.09 και 24.11.
- Τα δημοσιεύματα παραρτήματα 8 και 9 της πρώτης ενότητας δημοσιεύτηκαν την 25.5.10, αφορούν όμως το ίδιο θέμα, πλην όμως, για τους λόγους που θα διαφανούν στην συνέχεια, δεν διαφοροποιείται η κατάσταση είτε εξεταστούν αυτοτελώς, είτε ενιαία με τα άλλα δημοσιεύματα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ότι τα δημοσιεύματα της πρώτης ενότητας (παραρτήματα 1 και 2) στα οποία δεν κατονομάζεται ο ενάγων, αποτελούν μέρος ενός ενιαίου συνόλου, αφού στο επόμενο δημοσίευμα (παράρτημα 3), γίνεται άμεση αναφορά σε αυτόν και τον κατονομάζει. ΕΝΟΤΗΤΑ Α Το δικαστήριο έχει μελετήσει τα επίδικα δημοσιεύματα της ενότητας αυτής. Πρόκειται για τα τεκμήρια 1, 2, 3Α και Β, 5Β, 6Α και Β και
- Κατά την κρίση του δικαστηρίου τα παραρτήματα 1 και 2 (τεκμ.1 και 2) που έχουν ως τίτλο «Κουκούλωμα», «Γαργάρα έκαναν μισό κιλό κόκα» και «βιομηχανία κουκουλώματος ποινικών υποθέσεων», συνιστούν δυσφήμηση, αφού στη συνήθη ερμηνεία των λέξεων καταλογίζουν στον ενάγοντα ως Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα, ότι υποβαθμίζει, αναστέλλει και συγκαλύπτει ποινικές υποθέσεις κατά βούληση και δεν ενεργεί αξιοκρατικά. Το δημοσίευμα παράρτημα 3 (τεκμ.3A) κατά την κρίση του δικαστηρίου δεν περιέχει οτιδήποτε δυσφημιστικό για τον ενάγοντα. Το δημοσίευμα παράρτημα 4 (τεκμ.3Β) που έχει ως τίτλο «καθάρισαν νεαρό με 12 κιλά κάνναβης» στο οποίο κατονομάζεται ο ενάγων, υπάρχει και σχετική φωτογραφία του ενάγοντα, αποτελεί δυσφήμιση αφού στην συνήθη ερμηνεία της λέξης «καθάρισαν», καταλογίζει στον ενάγοντα ενέργεια ή πράξη με την οποία απάλλαξε τον νεαρό από τις κατηγορίες ναρκωτικών και ότι ο ενάγων ενέργησε ευνοιοκρατικά υπέρ του κατηγορουμένου, με αποτέλεσμα αυτός να αποφύγει τις συνέπειες των πράξεων του. Το δημοσίευμα παράρτημα 5 (τεκ.5Β) στην ουσία αποτελεί απάντηση σε δημοσίευμα ημερ.20.10.09 της εφημερίδας «Φιλελεύθερος», τεκμήριο
- Ο τίτλος «ναρκωτικά και στο βάθος ξέφωτο» συνιστά δυσφήμιση αφού και πάλι ο ενάγων παρουσιάζεται ως άτομο που ως εκ της θέσεως του, απαλλάσσει κατηγορουμένους από ποινικές υποθέσεις και ενεργεί ευνοιοκρατικά. Στην στήλη υπό τον τίτλο «Άνευ αιτιολογίας» αναφέρεται ότι «όλα τα στοιχεία καταδεικνύουν μεθόδευση η οποία οδήγησε στην αθώωση...» και στην συνέχεια ο τίτλος «Συμπαιγνία» συνιστούν δυσφήμιση, αφού καταλογίζουν στον ενάγοντα ευτελή κριτήρια και κίνητρα με σκοπό να αναστείλει την δίωξη του υπόπτου. Το γεγονός ότι το δημοσίευμα αυτό αποτελεί ουσιαστικά απάντηση στην εφημερίδα «Φιλελεύθερος» δεν απαλλάσσει την εφημερίδα. Το παράρτημα 6 (τεκμ.6Α) που έχει ως τίτλο «Ανέπαφοι έμπορος και βαποράκι σε υπόθεση 12 κιλών χασίς» εντασσόμενο στην ενιαία αντιμετώπιση και κρίση των δημοσιευμάτων, για τους ίδιους λόγους που έχουν εξηγηθεί, κρίνεται ότι συνιστά δυσφήμιση για τον ενάγοντα. Στο παράρτημα 7 (τεκμ.6Β) ο τίτλος «Δεν έφτασε στο μεδούλι», δηλαδή μέχρι σε όλο το βάθος της υπόθεσης των ναρκωτικών κρίνεται για τους ίδιους λόγους που έχουν αναφερθεί ότι συνιστά δυσφήμιση για τον ενάγοντα. Για να υπάρχει ολοκληρωμένη εικόνα για τις περιβάλλουσες συνθήκες, πέραν του ρηθέντος δημοσιεύματος του «Φιλελεύθερου», υπήρξε δημοσίευμα και στην εφημερίδα «Αλήθεια» ημερ.18.11.08 (τεκμ.9) με τίτλο « Βοήθησε στην εξάρθρωση σπείρα Ναρκωτικών», »Απειλές κατά της ζωής του μάρτυρα» καθώς επίσης και δημοσίευμα ημερ.18.11.08 στην εφημερίδα «Φιλελεύθερος» (τεκμ.10). Κρίνεται πως μέσα στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να καταταχθεί και το δημοσίευμα παράρτημα 9 (τεκμ.11,) με τον τίτλο «Της κάνναβης το κάγκελο». Το δημοσίευμα αναφέρεται σε διάφορες υποθέσεις ναρκωτικών, μεταξύ αυτών και για την επίδικη υπόθεση. Στον βαθμό που αναφέρεται και στον ενάγοντα, για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί κρίνεται ότι συνιστά δυσφήμιση για τον ενάγοντα, αφού καταλογίζει σε αυτόν το ίδιο νόημα, ότι ο Β.Γ. Εισαγγελέας ενεργεί κατά τον δοκούν και αναστέλλει ποινικές υποθέσεις επιδεικνύοντας εύνοια υπέρ κάποιων κατηγορουμένων. ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΕΙΣ Είναι η υπεράσπιση των εναγομένων ότι τα πιο πάνω στον βαθμό που συνιστούν δυσφήμιση, αποτελούν εύλογα σχόλια επί θεμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος και αποτελούν την αλήθεια. ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ Ως έχει ήδη αναφερθεί για να επιτύχει το έντιμο σχόλιο απαιτείται να στηρίζεται επί πραγματικών και όχι φανταστικών γεγονότων. Στην υπόθεση Hamilton v Clifford [2004] EWHC 1542 QB, σελ 60-62 υποδεικνύεται ότι: «In fair comment, it is a necessary pre-condition for the defence to succeed that there was something solid on which to comment» Στην δε υπόθεση Galloway ανωτέρω, υποδεικνύεται ότι: «
- The defence of fair comment is directed towards defamatory allegations, in the form of comment, about the claimant. It is necessary to establish relevant underlying facts». Η νομολογία καθώς και τα συγγράμματα για την δυσφήμιση διαχρονικά έχουν χρησιμοποιήσει διάφορους όρους ως προς τα πραγματικά γεγονότα. Στην Καραβίας ανωτέρω, αναφέρεται για την ύπαρξη πραγματικής βάσης, ή υπόβαθρο γεγονότων (Μαύρου ανωτέρω), στην απόφαση της μειοψηφίας στην Καραβίας, υπεδείχθη ως αναγκαιότητα η ύπαρξη υποστηρικτικών γεγονότων. Στον Gatley ανωτέρω, η αναφορά είναι ότι τα γεγονότα θα πρέπει να είναι ουσιωδώς αληθή, ενώ στο Media Law 4η έκδοση ανωτέρω, υποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος δεν είναι υποχρεωμένος να αποδείξει την ακρίβεια της κάθε λέξης, αλλά ότι το κεντρί (sting) είναι αληθές. Άλλη παράλληλη προσέγγιση υποδεικνύει ότι το κύριο θέμα (dominant) θα πρέπει να είναι αληθές, ή ότι θα πρέπει να υπάρχει κάτι το σταθερό και ακλόνητο (solid Galloway ανωτέρω). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΓΕΓΟΝΟΤΑ Δεδομένου ότι οι προβαλλόμενες υπό των εναγομένων υπερασπίσεις έχουν άμεση σχέση με τα γεγονότα που αναφέρονται στα επίδικα δημοσιεύματα ως αληθή και ότι αυτά αποτελούν εύλογα σχόλια, θα πρέπει ως θέμα λογικής τάξης να ανεβρεθούν και να καταγραφούν τα πραγματικά και αληθή γεγονότα, όπως αυτά προέκυψαν από την προσκομισθείσα μαρτυρία, με δεδομένο πάντοτε ότι το βάρος της αλήθειας των γεγονότων το φέρει ο εναγόμενος. Ως έχει ήδη αναφερθεί η υπεράσπιση του εύλογου σχολίου καταρρέει αν στηρίζεται σε εσφαλμένα γεγονότα, ή αυτά είναι εμποτισμένα με κακοβουλία. Κρίνεται ότι αδιάψευστος οδηγός για την ανεύρεση των γεγονότων που αφορά η πρώτη ενότητα των δημοσιευμάτων, αποτελεί η δικαστική απόφαση στην υπόθεση 27827/09 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού (τεκμ.31), όπως και η μαρτυρία του ΜΥ1 Χαράλαμπου Ιωάννου. Η υπόθεση αυτή είχε άμεση σχέση με την υπόθεση των ναρκωτικών στην οποία ανεστάλη υπό του ενάγοντα η δίωξη του κατηγορουμένου ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λεμεσού. Δεν παραγνωρίζεται ότι η απόφαση αυτή εκδόθηκε πολύ αργότερα, στις 29.6.12, ήτοι 4 χρόνια μετά την δημοσίευση των επιδίκων δημοσιευμάτων, αποτελεί όμως αναπόφευκτα σταθερό οδηγό έλεγχου των γεγονότων όπως αυτά καταγράφονται στα δημοσιεύματα. Στο σύγγραμμα Media Law 4η έκδοση ανωτέρω σελ.116 υποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος μπορεί να βασιστεί σε γεγονότα που προέκυψαν (emerged) μετά την δημοσίευση. Κατά συνέπεια η απόφαση του δικαστηρίου αποτελεί οδηγό του ελέγχου της ορθότητας και ακρίβειας των δημοσιευμάτων, υπό την έννοια που έχει εξηγηθεί και ως η νομολογία υποδεικνύει. Προκύπτει ότι το πρόσωπο που του ανεστάλη η ποινική δίωξη ήταν κάποιος Θεοδόσης Νικολάου, ενώ κατηγορούμενος στην πιο πάνω υπόθεση ήταν κάποιος Μάριος Καραΐσκος, δικηγόρος, που αντιμετώπιζε κατηγορίες για καταρτισμό και χρήση πλαστού αποδεικτικού στοιχείου, για πράξεις οι οποίες ήταν ενδεχόμενο να παρεμποδίσουν ή να επηρεάσουν αστυνομική έρευνα και δικαστική διαδικασία και ότι διέγειρε τρίτο πρόσωπο να διαπράξει ποινικό αδίκημα. Στην απόφαση του δικαστηρίου (2η σελίδα) αναφέρεται ότι: «ο κατηγορούμενος (Καραΐσκος) ενώ βρισκόταν σε χώρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, μαζί με κάποιο Θεοδόση Νικολάου (τότε ύποπτο για υπόθεση εισαγωγής, κατοχής και κατοχής με σκοπό τη προμήθεια 12.600 γρ. φυτού κάνναβης καθώς επίσης και χρήσης της εν λόγω ναρκωτικής ουσίας), με ένα στυλό τραυμάτισε τον Θεοδόση στην περιοχή της κοιλιάς, λέγοντας του να κάνει παράπονο για κακοποίηση του στην αστυνομία και ότι μετά την εν λόγω συνάντηση, ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε ως συνήγορος του Θεοδόση σε διαδικασία προσωποκράτησης και επικαλέστηκε κακοποίηση του πελάτη του από την αστυνομία και επέτυχε να εκδοθεί διάταγμα του δικαστηρίου για εξέταση του Θεοδόση από κυβερνητικό γιατρό, παρά το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι ο Θεοδόσης δεν είχε κακοποιηθεί από αστυνομικούς». Στην συνέχεια στην σελ.3 της απόφασης του δικαστηρίου αναφέρεται ότι: «προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας θεωρώ ορθό να παραθέσω τα πιο κάτω γεγονότα, τα οποία είτε πηγάζουν από αναντίλεκτη ενώπιον μου μαρτυρία, είτε αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών». Και συνεχίζει: «Στις 27.5.08 το βράδυ ο Θεοδόσης συνελήφθηκε από την ΥΚΑΝ Λεμεσού ως ύποπτος για τα αδικήματα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, της παράνομης εισαγωγής, παράνομης κατοχής και παράνομης κατοχής με σκοπό τη προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β και συγκεκριμένα 12 κιλών και 600 γρ φυτού κάνναβης καθώς επίσης και για το αδίκημα της παράνομης χρήσης του εν λόγω ελεγχόμενου φαρμάκου. Μαζί με τον Θεοδόση συνελήφθη και μια αλλοδαπή από την Ολλανδία. Μετά την σύλληψη του ο Θεοδόσης, στα πλαίσια κατάθεσης που του λήφθηκε παραδέχθηκε την ανάμειξη του στα υπό διερεύνηση αδικήματα αρνούμενος ωστόσο επικαλούμενος φόβο να κατονομάσει το πρόσωπο για το οποίο ενεργούσε και στο οποίο θα κατέληγαν τα ναρκωτικά.» Στην συνέχεια, στις επόμενες σελίδες καταγράφονται τα γεγονότα που έλαβαν χώρα την επόμενη ημέρα, πριν και κατά την διαδικασία προσωποκράτησης του Θεοδόση ενώπιον του δικαστηρίου Λεμεσού. Στην σελίδα 5 της απόφασης αναφέρεται ότι το απόγευμα της επόμενης ημέρας, την 28.5.08: «Στο γραφείο του υπευθύνου της ΥΚΑΝ Λεμεσού ο Θεοδόσης ανάφερε ακόμα ότι θα κατονομάσει το πρόσωπο για το οποίο ενεργούσε και στο οποίο θα κατέληγαν τα ναρκωτικά. Μετά την συνάντηση του με τον τότε υπεύθυνο της ΥΚΑΝ Λεμεσού λήφθηκε δεύτερη κατάθεση από τον Θεοδόση στην οποία μεταξύ άλλων κατονομάζει ένα πρόσωπο ως το πρόσωπο για το οποίο ενέργησε και στο οποίο θα κατέληγαν τα ναρκωτικά. ...». Στην συνέχεια στην σελίδα 8 της απόφασης καταγράφεται ότι: «Της διερεύνησης της υπόθεσης εναντίον του Θεοδόση ακολούθησε καταχώρισε ποινικής δίωξης εναντίον του αναφορικά με τα αδικήματα που σχετίζονταν 12.600 γρ. Ποινική δίωξη ασκήθηκε εναντίον και του προσώπου που κατονόμασε ο Θεοδόσης ως το πρόσωπο για το οποίο ενεργούσε και στο οποίο θα κατέληγαν τα ναρκωτικά. Σε κάποιο στάδιο η ποινική δίωξη εναντίον του Θεοδόση διακόπηκε και αυτός απαλλάγηκε από τις εναντίον του κατηγορίες. Εντάχθηκε δε στο πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων ώστε να καταθέσει ως κύριος μάρτυρας κατηγορίας στη δίκη εναντίον του προσώπου που κατονόμασε στην κατάθεση του. Για λόγους που παρέμειναν άγνωστοι προς το δικαστήριο, ο Θεοδόσης σε χρονικό στάδιο όπου η αστυνομία αναζητά το πρόσωπο εναντίον του οποίου θα κατέθετε, εξήλθε του προγράμματος προστασίας μαρτύρων και εγκατέλειψε το έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, με αποτέλεσμα, όταν εν τέλει κατέστει δυνατός ο εντοπισμός και η σύλληψη του εν λόγω προσώπου η κατηγορούσα αρχή να μην μπορεί να παρουσιάσει τον Θεοδόση ως μάρτυρα κατηγορίας και ο Γενικός Εισαγγελέας να αναγκαστεί να διακόψει και την ποινική δίωξη εναντίον του εν λόγω προσώπου. Η αστυνομία αναζήτησε τότε (πριν την διακοπή της τελευταίας πιο πάνω αναφερόμενης ποινικής δίωξης) το Θεοδόση και διαπίστωσε ότι βρισκόταν για σπουδές στην Αγγλία. Καμιά ενέργεια (π.χ. επίδοσης κλήσης μάρτυρα στο εξωτερικό ή αίτηση για δικαστική συνδρομή από την Αγγλία) έγινε για να καταστεί δυνατή η παρουσία του Θεοδόση στο δικαστήριο για να καταθέσει είτε στην υπόθεση των ναρκωτικών είτε στην παρούσα. Μέχρι σήμερα καμιά ποινική δίωξη εναντίον του Θεοδόση και/ή του κατονομαζόμενου από αυτόν προσώπου έχει περατωθεί ενώπιον του δικαστηρίου. Ούτε διώχθηκε ο Θεοδόσης αναφορικά με τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση παρά το γεγονός ότι, όπως αναφέρεται και ανωτέρω, ο ίδιος εμπλέκει άμεσα τον εαυτό του. Τα μόλις πιο πάνω γεγονότα καθίστανται πλέον ευρήματα του δικαστηρίου.» Για την πιο πάνω δικαστική απόφαση και κυρίως για ότι αφορά τα αδικήματα που αντιμετώπιζε ο Θεοδόσης, ο ενάγων αντεξετάστηκε. Οι απαντήσεις του ελέγχονται ως μη συνάδουσες με τα ευρήματα του δικαστηρίου ως έχουν εκτεθεί. Κυρίως ελέγχεται η απάντηση του, όταν του ζητήθηκε να δει την απόφαση του δικαστηρίου ότι, «δεν θα την πάρω γιατί δεν υιοθετώ ούτε μια γραμμή απ' ότι έχει μέσα.... ». Στην συνέχεια απάντησε ότι «όλα τα ευρήματα της είναι λανθασμένα, όχι γιατί φταιει ο δικαστής ή το δικαστήριο αλλά φταίνε εκείνοι που παρουσίασαν την υπόθεση» και ότι «είναι πλήρως λανθασμένα τα ευρήματα, όχι γιατί φταίει ο δικαστής, ή το δικαστήριο, ότι του παρουσίασαν έτσι έκρινε το δικαστήριο». Ήταν επίσης η θέση του ότι Θεοδόσης είχε αναστολή ποινικής δίωξης και δεν ήταν καταζητούμενο πρόσωπο και ότι υπάρχουν και άλλα τόσα ανακριβή (στην απόφαση) και η δημόσια κατήγορος τα παρουσίασε όπως νόμιζε να τα παρουσιάσει. Εκείνο που θα μπορούσε να λεχθεί και αυτό υπό τύπο σχολίου, είναι πως αν η κατηγορούσα αρχή, ή το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα, ή και ο ίδιος ο ενάγων που ήταν ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας διαφωνούσε με τα ευρήματα του δικαστηρίου, θα μπορούσε και θα έπρεπε να ασκήσει έφεση. Η απόφαση και κυρίως τα ευρήματα του δικαστηρίου θα έπρεπε να ήταν σεβαστά αλλά και δεσμευτικά και οι περί αντιθέτου αιτιάσεις του ενάγοντα δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Αχρείαστη, αλλά και αντιφατική επίσης κρίνεται η επιμονή του ενάγοντα σε πολλά και διάφορα μέρη της μαρτυρίας του αναφορικά με τα επίδικα δημοσιεύματα, ότι ο Θεοδόσης και η Ολλανδή δεν συνελήφθησαν μαζί, και ότι πρόκειται για «ένα ψέμα χοντρό» και «ξεπερνούν σε αισχρότητα τα ψέματα», ή ότι «τον νεαρό τον βρήκαν εις την αυλή», ή ότι είναι «ψευδέστατο, δεν είχε ποτέ μα ποτέ στην κατοχή του ο νεαρός (Ο Θεοδόσης) που του βάλαμε, του έβαλα αναστολή ποινικής δίωξης, γιατί η αστυνομία αντί να περιμένει να πάει ο νεαρός στην Ολλανδέζα να τον πιάσει έπιασεν τον που την αυλή», γιατί αντιστρατεύεται τα πιο ευρήματα του δικαστηρίου και επ' αυτού το δικαστήριο θα συμφωνήσει με τον ΜΥ3 ότι δεν είναι του παρόντος να γίνει νομική ανάλυση περί της κατοχής ναρκωτικών. Ούτε και μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση του σε σχετική υποβολή ως προς τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε ο Θεοδόσης ότι, «Αν ήταν αυτά, αυτά ήταν απόλυτα λανθασμένα, απόλυτα 100% και τα 4 ή 5 (αδικήματα) που αναφέρατε, διότι ο νεαρός συνελήφθη στο προαύλιο του ξενοδοχείου. Ούτε ναρκωτικά κρατούσε ούτε οτιδήποτε .... Άρα και οι 4 αυτές κατηγορίες, εάν ήταν, δεν θυμάμαι, δεν μπορούσαν να στοιχειοθετηθούν». Και ο λόγος είναι γιατί αφενός αντιστρατεύεται τα ευρήματα της ρηθείσας απόφασης του δικαστηρίου και αφετέρου, ήταν ο ίδιος που καταχώρισε την ανατολή της δίωξης του Θεοδόση και θα έπρεπε να γνωρίζει ποιες κατηγορίες αντιμετώπιζε τις οποίες και ανέστειλε. Αν από την άλλη αυτός ήταν ο λόγος που τις ανέστειλε - ότι δηλαδή ο νεαρός δεν κατείχε ναρκωτικά - δεν φαίνεται να προώθησε την εκδοχή αυτή ούτε στην μαρτυρία του, ούτε και στην δημοσιογραφική διάσκεψη που έδωσε μαζί με τον Γενικό Εισαγγελέα για το θέμα αυτό. Αχρείαστη και εν πολλοίς ασαφής ήταν η θέση του ότι ο νεαρός δεν συνελήφθη μαζί με την Ολλανδή γιατί τον νεαρό τον βρήκαν στην αυλή, γιατί η ουσία του δημοσιεύματος, όπως ακριβώς καταγράφεται και στην απόφαση του δικαστηρίου, είναι ότι συνελήφθησαν μαζί και όχι όπως ουσιαστικά προσπάθησε να εξηγήσει, ότι δεν ήταν μαζί κατά την ώρα ή την στιγμή της σύλληψης. Οι κατηγορίες που αντιμετώπιζε ο Θεοδόσης δεν θα αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης από τον παρόν δικαστήριο, ούτε και κατά πόσο ευσταθούσαν. Καταγράφονται πάντως οι απαντήσεις του ενάγοντα ότι οι κατηγορίες ήταν για θέματα ναρκωτικών, καθώς και η σχετική επί τούτου υπεκφυγή του ότι δεν τις θυμόταν, και ότι «ο νεαρός συνελήφθη στο προαύλιο του ξενοδοχείου. Ούτε ναρκωτικά κρατούσε ούτε οτιδήποτε», «δεν ακούμπησε ναρκωτικά, δεν πούλησε ναρκωτικά, δεν χρησιμοποίησε ναρκωτικά». Οι απαντήσεις αυτές εν πάση περιπτώσει είναι και αντιφατικές με το γεγονός ότι ως ο ίδιος κατέθεσε, ο Θεοδόσης συνεργάστηκε με την αστυνομία και έδωσε και το όνομα του τελικού παραλήπτη των ναρκωτικών, ο οποίος σύμφωνα με τον ΜΥ1 ήταν ένας από τους μεγαλύτερους εμπόρους ναρκωτικών στην περιοχή της Λεμεσού αλλά και Παγκύπρια. Και κρίνεται αντιφατική γιατί και στον βαθμό που έτσι είχαν τα πράγματα, ο Θεοδόσης δεν θα είχε κανένα λόγο ούτε να παραδεχθεί στην αστυνομία, ούτε και να συνεργαστεί και στην συνέχεια να κατονομάσει και τον έμπορο και τον τελικό παραλήπτη των ναρκωτικών. Εν πάση περιπτώσει αλλού θα έπρεπε να εξεταστούν, αν εγείρονταν, τα ζητήματα αυτά και δή από τον Θεοδόση ή από τον δικηγόρο του και όχι υπό του ενάγοντος ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου. Άλλωστε προς αυτή την κατεύθυνση ήταν και η μαρτυρία του ΜΥ
- Κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος ενώπιον του Κακουργιοδικείου ήταν ο Θεοδόσης Νικολάου. Περιληπτικά ήταν η μαρτυρία του ότι περί τον Μάιο του 2008 εντοπίστηκε στον χώρο ξενοδοχείου και παραδέκτηκε την εμπλοκή του στην υπόθεση από το ίδιο βράδυ. Προστίθεται για αποφυγή επαναλήψεων ότι ο μάρτυρας ουσιαστικά επανέλαβε όσα αποτελούν ευρήματα του δικαστηρίου στην πιο πάνω υπόθεση. Ανέφερε επίσης ότι ο Θεοδόσης την επομένη που κατάγγειλε τον δικηγόρο του έδωσε και δεύτερη κατάθεση και κατονόμαζε το πρόσωπο που κρυβόταν πίσω από την όλη υπόθεση. Στην ΥΚΑΝ τον κατονομασθέντα υπό του Θεοδόση τον θεωρούσαν ότι ήταν ένας από τους μεγαλύτερους εμπόρους ναρκωτικών στην περιοχή της Λεμεσού και Παγκύπρια, γι' αυτό και αποφάσισαν να εντάξουν τον Θεοδόση στο πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων. Αναφέρθηκε επίσης στις κατηγορίες που αντιμετώπιζε ο Θεοδόσης, που είναι αυτές που καταγράφονται στα ευρήματα του δικαστηρίου και πρόσθεσε ότι η κοπέλα (Ολλανδέζα) που έφερε τα ναρκωτικά η οποία συνεργάστηκε και αυτή με την ΥΚΑΝ, καταδικάστηκε σε 7 χρόνια φυλάκιση. Ο ΜΥ1 κρίνεται ως μάρτυρας της αλήθειας και κατέθεσε όσα γνώριζε για την επίδικη υπόθεση υπό την ιδιότητα του ως ο τότε διοικητής της ΥΚΑΝ. Η εισήγηση του κ. Αγγελίδη ότι ο μάρτυρας καταδικάστηκε, κατά δική του παραδοχή κατά την αντεξέταση, για την υπόθεση Κίτα και διώχθηκε πειθαρχικά και συνεπώς δεν θα πρέπει να γίνει πιστευτός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Τέτοιος κανόνας αποκλεισμού μαρτυρίας, ή προκαθορισμός για την αξιοπιστία μαρτύρων δεν υπάρχει. Η μαρτυρία του μάρτυρα αξιολογήθηκε και δεν έχει προκύψει οτιδήποτε ικανό να πλήξει την αξιοπιστία του. Ούτε και το γεγονός ότι παρουσιάστηκε στο δικαστήριο χωρίς κλήση και πήγε στα γραφεία της Λεμεσού για σκοπούς της μαρτυρίας του συνιστούν ικανούς λόγους να κριθεί αναξιόπιστος. Ο μάρτυρας δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις, ούτε και διαπιστώθηκε ότι προσπάθησε να βοηθήσει κάποια πλευρά. Κατέθεσε την αλήθεια με απλότητα και σαφήνεια και για τους λόγους αυτούς η μαρτυρία του γίνεται απόλυτα αποδεκτή από το δικαστήριο. Σημειώνεται πως ο μάρτυρας όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε, αλλά η μαρτυρία του συνάδει πλήρως και με τα ρηθέντα ευρήματα του δικαστηρίου. Για τους λόγους αυτούς η μαρτυρία του, ως προς τα πραγματικά γεγονότα που περιέβαλλαν την υπόθεση των ναρκωτικών γίνεται αποδεκτή, με την εξαγωγή αναλόγων ευρημάτων του δικαστηρίου. Ούτε η ισοπεδωτική αντιμετώπιση και η τοποθέτηση εκ μέρους του ενάγοντα επί σχετικής ερωτήσεως, ότι «όλα όσα είναι γραμμένα γύρω από το θέμα αυτής της αναστολής είναι λάσπη και διαστρέβλωση, συκοφαντία και δημιούργημα ανυπάρκτων γεγονότων, είτε λέγεται κουκούλωμα, είτε λέγεται κοκαίνη .....» κρίνεται ορθή γιατί αποτέλεσε δεδομένο και εύρημα του δικαστηρίου, ως αληθές γεγονός ακόμα και με την δική του μαρτυρία, ότι ο Θεοδόσης συνελήφθη μαζί με την Ολλανδέζα και αντιμετώπιζε κατηγορίες, ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λεμεσού, για τα αδικήματα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, της παράνομης εισαγωγής, παράνομης κατοχής και παράνομης κατοχής με σκοπό τη προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β και συγκεκριμένα 12 κιλών και 600 γρ φυτού κάνναβης. Γεγονός αποτέλεσε, ως αληθές γεγονός, σύμφωνα επίσης και με την δική του μαρτυρία, ότι ο ενάγων στην απουσία του τότε Γενικού Εισαγγελέα καταχώρισε αναστολή ποινικής δίωξης για τον Θεοδόση, με αποτέλεσμα αυτός να απαλλαγεί των πιο πάνω κατηγοριών που αντιμετώπιζε. Καθόλου δεν παραγνωρίζεται ότι το βάρος της αλήθειας το φέρει ο εναγόμενος και ότι ο ενάγων δεν έχει καμιά υποχρέωση να αποδείξει το ψεύδος του κειμένου ( Γαληνιώτης ανωτέρω), αλλά στην παρούσα υπόθεση είναι ο ενάγων που επέλεξε να διαψεύσει τα γεγονότα και να αρνηθεί ακόμα και τα ευρήματα του δικαστηρίου στην πιο πάνω ποινική υπόθεση, δημιουργώντας εύλογα ερωτηματικά για τους λόγους που τον οδήγησαν να το πράξει αυτό. Και πάλι στο Media Law 4η έκδοση ανωτέρω σελ.117 υποδεικνύεται ότι οι απαντήσεις του ενάγοντα μπορούν να υποστηρίξουν την υπεράσπιση της αλήθειας. Εκ της αποδεκτής επίσης μαρτυρίας του ΜΥ1 εξάγεται ότι αποτελεί αληθές γεγονός ότι η Ολλανδέζα καταδικάστηκε σε 7 χρόνια φυλάκιση το οποίο και γίνεται εύρημα του δικαστηρίου. Αποτελεί επίσης εύρημα του δικαστηρίου εξαγόμενο εκ της αποδεκτής μαρτυρίας του ΜΥ1 ότι, όπως ο ίδιος το έθεσε, «θυμωθήκαμε ναι, υπήρχε αν θέλετε αγανάκτηση γιατί ένας εμπλεκόμενος σε υπόθεση ναρκωτικών να απαλλαγεί χωρίς να υπάρχει ουσιαστικός λόγος». Στο σημείο αυτό κρίνεται κατάλληλο να γίνει αναφορά σε ορισμένα μέρη της μαρτυρίας του δημοσιογράφου Νεάρχου (ΜΥ3) με γνώμονα πάντοτε ότι είναι το δικαστήριο που αποτελεί τον τελικό κριτή των δημοσιευμάτων. Η αναφορά που θα γίνει στη μαρτυρία του, σχετίζεται με τα γεγονότα και ως προς την προβαλλόμενη υπεράσπιση της αλήθειας. Ο μάρτυρας άφησε πολύ καλή εντύπωση στο δικαστήριο, ήταν σταθερός και χωρίς αντιφάσεις και έδωσε την δική του άποψη ως προς τα πραγματικά γεγονότα, η οποία συνάδει με τα ευρήματα του δικαστηρίου. Κατέθεσε στην κυρίως εξέταση (έγγραφο Β) ότι σε σχέση με το δημοσίευμα παράρτημα 3 υπήρξαν δυο ανακρίβειες. Η μια αφορούσε το είδος και την ποσότητα των ναρκωτικών και η άλλη στο κατά πόσο ο Θεοδόσης συνεργάστηκε ή όχι με την αστυνομία. Και τις δυο ανακρίβειες, τις οποίες χαρακτήρισε ως καλόπιστα λάθη, κατέθεσε ότι τις διόρθωσε στο επόμενο δημοσίευμα. Αποτελεί βεβαίως διαπίστωση και του δικαστηρίου, ότι όντως έτσι έχουν τα πράγματα, με την έννοια ότι πράγματι στο παράρτημα υπήρχαν τα δυο αυτά λάθη, ή και ανακρίβειες, τα οποία στην συνέχεια διορθώθηκαν. Ως προς το πρώτο, κρίνεται πως δεν μεταβάλλεται η ουσία του πράγματος, αφού στο τέλος της ημέρας επρόκειτο για πολύ μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών, είτε επρόκειτο για μισό κιλό κοκαίνης, είτε για 12.5 κιλά κάνναβης, ως προς δε το δεύτερο, το οποίο ως λέχθηκε διορθώθηκε στο επόμενο δημοσίευμα, δεν μεταβάλλει το γεγονός ότι δόθηκε η αναστολή της ποινικής δίωξης από τον ενάγοντα για τον Θεοδόση, που αποτελούσε το κύριο θέμα που αναδεικνυόταν στα δημοσιεύματα ως προς το αποτέλεσμα αυτής. Ο ΜΥ3 κατέθεσε, χωρίς να αμφισβητηθεί (δες παράγραφο 14 γραπτής του δήλωσης Β), ότι ο Θεοδόσης είναι εγγονός προσώπου που κατά τον ουσιώδη χρόνο εργοδοτείτο στην κατοικία του (τότε) Προέδρου της Δημοκρατίας. Η απουσία αντεξέτασης και κυρίως αμφισβήτησης του μέρους αυτού της μαρτυρίας του ΜΥ3 οδηγεί το δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι είναι παραδεκτό. Ανεξάρτητα όμως από αυτό, στις λεπτομέρειες της παραγράφου 13 της εκθέσεως απαιτήσεως καταγράφεται ότι ο ενάγων «θα καλέσει το δικαστήριο να συμπεράνει ότι ένας σημαντικός αριθμός ατόμων και/ή αναγνωστών γνώριζε τα όσα γεγονότα αναφέρονται στις λεπτομέρειες πιο κάτω και θα είχαν αντιληφθεί ότι το δημοσίευμα αναφερόταν στον ενάγοντα». Το πρώτο γεγονός, μεταξύ άλλων, που ο ενάγων θα καλέσει το δικαστήριο να συμπεράνει είναι «(α) ο συλληφθείς νεαρός είναι από το Κελλάκι Λεμεσού και εγγονός του κηπουρού του Προέδρου της Δημοκρατίας στην ιδιωτική του έπαυλη στο Κελλάκι». Είναι ορθή συνεπώς η εισήγηση της κας Γεωργίου ότι το γεγονός αυτό είναι δικογραφημένα παραδεκτό εκ μέρους του ενάγοντα. Αντιφατικώς και πάλι και προφανώς αχρείαστα, ο ενάγων κατά την κυρίως εξέταση ανέφερε ότι δεν είχε ιδέα για κηπουρούς, με αναφορά δε στο τεκμ.4 (παράρτημα 1 Ενότητα Γ) ανέφερε «Σας έχω πει στον όρκο μου, εγώ αν ήξερα αν ήταν part time ή όχι ο κηπουρός ή ο γιος του κηπουρού ..». Αντεξεταζόμενος και επί σχετικής ερωτήσεως απάντησε « Μα τι σχέση έχει η σχέση του νεαρού με τη λάσπη. Επειδή ήταν εγγονός αυτού που δούλευε part time, του κηπουρού του Χριστόφια, έγινε κουκούλωμα, γαργάρα έγιναν όσα έγιναν από την πρώτη σελίδα ...». Και στην συνέχεια ανέφερε ότι « δυο χυδαιότητες σε ένα φακελάκι. Λειτουργώ ως νομικός, γιατί θα ευχαριστηθεί θα δυσαρεστηθεί ο πρόεδρος και ο άθλιος υπαινιγμός εκτός αν υπάρχει άλλος λόγος μόνο στα μυαλά εκείνου που το έγραψε μπορούσε να γεννηθεί. Έχουμε και λέγουμε, ο νεαρός είναι εγγονός του part time κηπουρού του Προέδρου Χριστόφια στην ιδιόκτητη του έπαυλη στο Κελλάκι, το παιδί συνελήφθη ως ύποπτος για παραλαβή 12 κιλών και εδώ ψέμα, δεν τα παρέλαβε, τον πιάσαν στην αυλή και τα είπε με το νι και με το σίγμα στους αστυνομικούς ..». Εκ των απαντήσεων αυτών είναι προφανές ότι και ο ενάγων παραδέχεται ως αληθές και πραγματικό γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ήταν εγγονός του κηπουρού, παρά την αρχικά περί αντιθέτου τοποθέτηση του. Αποτελεί συνεπώς παραδεκτό γεγονός αλλά και εύρημα του δικαστηρίου ότι ο Θεοδόσης ήταν ο εγγονός του κηπουρού του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας στο Κελλάκι. Θα πρέπει να προστεθεί εδώ, για χάριν τάξεως, ότι τα δημοσιεύματα που αναφέρονται στην σχέση κηπουρού και εγγονού διευκρινίζουν ότι το «σημαντικό πρόσωπο» δεν φαίνεται να γνωρίζει οτιδήποτε (παράρτημα 2), « το σημαίνον πρόσωπο ειρήσθω εν παρόδω, δεν έχει απολύτως καμιά σχέση ή ιδέα για τις δραστηριότητες του νεαρού» (παράρτημα 1), «Ωστόσο το πολιτικό πρόσωπο δεν φαίνεται μέχρι σήμερα να έχει ιδέα και πολύ περισσότερο εμπλοκή στην υπόθεση της αναστολής ποινικής δίωξης» ( παράρτημα 3), «θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ουδεμία σχέση ή γνώση της υπόθεσης είχε» (παράρτημα 5). Ως προς τα υπόλοιπα γεγονότα εξάγεται αβίαστα εκ του συνόλου της μαρτυρίας και γίνεται εύρημα του δικαστηρίου, ότι ο Θεοδόσης τοποθετήθηκε στο πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων και στην συνέχεια μετακινήθηκε στις φυλακές. Με επιστολή του δικηγόρου του, επικαλούμενος την δίκαιη δίκη και την κατάχρηση της διαδικασίας, ο ενάγων ως αναπληρωτής Γενικός Εισαγγελέας, υπό τις δοσμένες συνθήκες, όπως ο ίδιος κατέθεσε, έκρινε ότι θα έπρεπε να δώσει αναστολή ποινικής δίωξης. Στη συνέχεια ο Θεοδόσης, μετά από επιστολή του δικηγόρου του έφυγε από την Κύπρο για σπουδές. Τέλος, με αναφορά τόσο στην απόφαση του δικαστηρίου ανωτέρω όσο και στην μαρτυρία του ΜΥ1, εξάγεται ως εύρημα του δικαστηρίου ότι όταν τελικά εντοπίστηκε και συνελήφθη ο κατονομαζόμενος υπό του Θεοδόση έμπορος ναρκωτικών, η κατηγορούσα αρχή δεν μπορούσε να παρουσιάσει τον Θεοδόση ως μάρτυρα κατηγορίας και ο Γενικός Εισαγγελέας αναγκάστηκε να διακόψει την ποινική δίωξη εναντίον του εν λόγω προσώπου. Όπως επιγραμματικά το έθεσε ο ΜΥ1, με τον τρόπο που έγινε τιμωρήθηκε μόνο η γυναίκα που έφερε τα ναρκωτικά από την Ολλανδία και ο τρίτος δεν τιμωρήθηκε γιατί δεν υπήρχε μαρτυρία εναντίον του γιατί ο Θεοδόσης ήταν ο κύριος μάρτυρας. Η απάντηση του ενάγοντα ότι η αιτία της απαλλαγής του τρίτου προσώπου δεν ήταν η αναστολή που δόθηκε στον Θεοδόση, γιατί «είχε εκδοθεί εναντίον του Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και αν η αστυνομία σε 9 μήνες δεν τον εντόπισε, δεν είναι αποτέλεσμα της αναστολής που έδωσε στον Θεοδόση», για τους πιο πάνω λόγους δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Όπως το έθεσε και ο ΜΥ1 ο Θεοδόσης θα έπρεπε να αντιμετωπίσει τις πράξεις του και αν και όταν συλλαμβανόταν ο τρίτος, θα επανερχόταν στο σχέδιο και θα προστατευόταν για να μαρτυρήσει εναντίον του προσώπου αυτού. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο αλλά και ορθό να αναφερθεί ότι το δικαστήριο δεν θα ελέγξει τους λόγους για τους οποίους ο ενάγων έκρινε και αποφάσισε να χορηγήσει αναστολή της δίωξης του Θεοδόση. Οι πιο πάνω κρίσεις και σχόλια γίνονται ακριβώς γιατί η υπεράσπιση των εναγομένων επικεντρώνεται στο εύλογο σχόλιο επί αληθών γεγονότων. Κατά συνέπεια οι κρίσεις που γίνονται είναι για την ανεύρεση των πραγματικών (αληθών) γεγονότων στα πλαίσια της υπεράσπισης του εύλογου σχολίου, το βάρος των οποίων - αληθών γεγονότων - φέρουν οι εναγόμενοι. Τέλος και καθόσον αφορά το παράρτημα 7 που έχει ως τίτλο «Πέτρος Κληρίδης, Κάλυψη με αποστάσεις» το οποίο ο ενάγων θεωρεί ως δυσφημιστικό για τον ίδιο, ο ΜΥ3 κατέθεσε - σχετική επί τούτου είναι και παράγραφος 17 της γραπτής του δήλωσης - ότι τέθηκε ερώτηση στον Γενικό Εισαγγελέα τι θα έπραττε ο ίδιος στην υπόθεση και απέφυγε να απαντήσει. Ευθέως, θα πρέπει να λεχθεί, ότι ερωτήθηκε ο ενάγων για το συγκεκριμένο περιστατικό κατά την αντεξέταση. Του τέθηκε ότι ήταν εκεί κατά την δημοσιογραφική διάσκεψη και ερωτήθηκε, «Ρώτησαν τον (τον Γενικό Εισαγγελέα) τι θα έπραττε ο ίδιος και απέφυγε να απαντήσει ή όχι;». Ο ενάγων απάντησε «Δεν το θυμούμαι, αλλά δεν παίζει κανένα ρόλο είτε ερωτήθη είτε δεν ερωτήθη, η τοποθέτηση του ήταν κρυστάλλινη σε συνάρτηση με τα γεγονότα, ήταν κρυστάλλινη σε συνάρτηση με την νομολογία». Σημειώνεται πως ο ΜΥ3 δεν αμφισβητήθηκε σε αυτό που κατέθεσε και εξάγεται συνεπώς ως εύρημα ότι τέθηκε στον Γενικό Εισαγγελέα τέτοια ερώτηση και δεν απάντησε. Έχοντας λοιπόν το δικαστήριο διεξέλθει τα γεγονότα με την σχετική κατάληξη υπό μορφή ευρημάτων ως προς αυτά, θα εξεταστούν τα δημοσιεύματα υπό το φως των ευρημάτων του δικαστηρίου. Κατά την κρίση του δικαστηρίου ο αναγνώστης που διάβασε ολόκληρα τα δημοσιεύματα, εκείνο που σχημάτισε και αντελήφθη ως συνολική εικόνα μέσα από αυτά, είναι ότι το κυρίαρχο θέμα και κεντρικό σημείο αναφοράς, που αποτελούσε τον πυρήνα και το κεντρί των δημοσιευμάτων της ενότητας αυτής, με άλλα λόγια η ουσία των δημοσιευμάτων, ήταν τα αποτελέσματα της απόφασης του ενάγοντα, υπό την ιδιότητα του Β.Γ. Εισαγγελέα, να αναστείλει την ποινική δίωξη του Θεοδόση που κατηγορείτο για την εισαγωγή και εμπορία μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών μαζί με κάποια Ολλανδέζα, που τα έφερε στην Κύπρο από το εξωτερικό. Παρόλο που ( ο Θεοδόσης) κατονόμασε τον συνεργάτη του και τον μεγαλέμπορο και τοποθετήθηκε στο πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων, ώστε να δώσει μαρτυρία εναντίον του, τελικά μετά την αναστολή της δίωξης εναντίον του εγκατέλειψε την Κύπρο για σπουδές. Όταν δε συνελήφθη ο έμπορος ναρκωτικών και παρουσιάστηκε στο δικαστήριο, δεν υπήρχε μαρτυρία εναντίον του, με αποτέλεσμα να ανασταλεί η ποινική δίωξη και εναντίον αυτού. Το τελικό αποτέλεσμα αυτής της υπόθεσης, από όποια σκοπιά και αν αντικριστεί, στην ουσία της ως εκ του αποτελέσματος και αυτό κρίνεται ότι είναι το κεντρί και ο πυρήνας των επιδίκων δημοσιευμάτων, είχε ως πραγματικό και αληθές γεγονός και το αναπόδραστο αποτέλεσμα, όπως ανέφερε και ο ΜΥ1, την καταδίκη μόνο της κοπέλας από την Ολλανδία και την απαλλαγή των άλλων δυο. Τα γεγονότα συνεπώς επί των οποίων οι εναγόμενοι 1, 3 και 6 στήριξαν τα δημοσιεύματα τους, στην ουσία τους ήταν αληθή και ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Τα διάφορα θέματα που τέθηκαν από τον ενάγοντα, όπως για παράδειγμα αν έδωσε και πότε καταθέσεις ο Θεοδόσης καθώς και οι εξηγήσεις που έδωσε ως προς τους λόγους που τον ώθησαν να αναστείλει την ποινική δίωξη εναντίον του, γιατί κατά τον δικηγόρο του, ως ανέφερε, παραβιάστηκαν τα δικαιώματα του, αφού αντί να παραμείνει στο πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων μεταφέρθηκε στις κεντρικές φυλακές, πέραν του ότι δεν κρίνονται από το δικαστήριο και δεν συνιστούν επίδικο θέμα της παρούσης υποθέσεως, αποτελούν ζητήματα περιφερειακής σημασίας ως προς την ουσία του πράγματος των δημοσιευμάτων. Αναδεικνυόταν με αυτά το αποτέλεσμα της αναστολής της ποινικής δίωξης του Θεοδόση και αν τελικά εξυπηρετήθηκε και με ποιο τρόπο, το δημόσιο συμφέρον με την καταδίκη τελικά μόνο της Ολλανδέζας και την απαλλαγή των άλλων δυο. Όπως επεξηγείται και στο Media Law 4η έκδοση ανωτέρω σελ.112: «Minor errors such as dates or times or places will not be held against the journalist if the gist of the allegation is justified. Every mis-takes that diminish reputation will not count if they pale into minor significance beside the truth of major charges». Ομοίως στην υπόθεση Charleston v News Group Newspapers [1995] 2 AC 65, 70 υπεδείχθη ότι: «Thus a claimant cannot seek to isolate a passage in an article, and complain of that alone, if other parts tends to throw a different light on that passage». Η αναστολή δίωξης του Θεοδόση που χορηγήθηκε από τον ενάγοντα, ως λέχθηκε σε άλλο μέρος της απόφασης, δεν κρίνεται μεν από το δικαστήριο, υπόκειται όμως, στα πλαίσια μιας δημοκρατίας, στην δημόσια γνώμη και κριτική από τους πολίτες και από τους δημοσιογράφους, αφού το δημόσιο συμφέρον αποτελεί, κατά το Σύνταγμα, την βάση και την πηγή αναζήτησης των λόγων για τους οποίους θα ασκηθεί η εξουσία αυτή από τον Γενικό ή και τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα. Κατά την κρίση του δικαστηρίου η υφή και το είδος της υπόθεσης, ιδιαίτερα μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών αλλά και το αποτέλεσμα αυτής, να απαλλαγούν τελικά των κατηγοριών ο συλληφθείς (Θεοδόσης) αλλά και ο κατονομασθείς και κατηγορούμενος μεγαλέμπορος, αποτελούσε ένα κεφαλαιώδους σημασίας θέμα, αφορούσε το σύνολο της κοινωνίας που αποτελεί το εν δυνάμει ανώνυμο θύμα των εμπόρων ναρκωτικών, με όλες τις γνωστές και άγνωστες συνέπειες των θυμάτων ναρκωτικών, που εύλογα κατά την κρίση του δικαστηρίου κάθε πολίτης αλλά και κάθε δημοσιογράφος, όπως εδώ ο ΜΥ3, είχε αναφαίρετο δικαίωμα έντιμα να κρίνει αλλά και να σχολιάσει τα γεγονότα, όπως αυτά τελικά κατέληξαν. Είχε δικαίωμα να κρίνει και να διερωτηθεί αλλά και να θέσει ερωτήματα - ο δημοσιογράφος - ως προς το πως εξυπηρετήθηκε το δημόσιο συμφέρον με την αναστολή της δίωξης του Θεοδόση. Άλλωστε αυτό συνεχώς, ως το κεντρικό σημείο αναφοράς, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, επαναλαμβάνεται στα δημοσιεύματα. ΕΝΤΙΜΟ ΣΧΟΛΙΟ Σχόλια, κρίσεις και απόψεις που θα μπορούσαν να σχολιαστούν ως σκληρά, ενδεχομένως και καυστικά με τα οποία είναι διαποτισμένα τα επίδικα δημοσιεύματα, δεν θα κριθούν με βάση την γνώμη ή και την υποκειμενική άποψη και αντίληψη του δικαστηρίου, αλλά το κριτήριο είναι αντικειμενικό, στο κατά πόσο συνιστούσαν εύλογα και έντιμα σχόλια επί θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος επί αληθών γεγονότων. Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Ρ.Ι.Κ ν. Καψού
(2009)1 Α.Α.Δ 1175 ο έντιμος σχολιασμός περιλαμβάνει τρία στοιχεία. Οι λέξεις αποτελούν σχόλια και όχι δήλωση γεγονότων, ότι συνιστούν έντιμο ή δίκαιο σχόλιο επί γεγονότων ορθώς διατυπωμένων και ότι αποτελούν σχολιασμό επί θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος. Σύμφωνα με την Καψού, μια δυσφημιστική δήλωση γεγονότος δεν συνιστά ούτε σχόλιο, ούτε γνώμη ή κριτική. Ισχυρισμός ή καταλογισμός κάποιου γεγονότος είναι όταν καταλογίζεται σε κάποιον ότι προέβη σε μια πράξη ή ενέργεια, ενώ σχόλιο συνιστά ο χαρακτηρισμός της πράξης ως απεχθούς, ανέντιμης κλπ. Στην παρούσα υπόθεση, η πράξη που καταλογίζεται ως πραγματικό και αληθές γεγονός στον ενάγοντα, είναι μια και μοναδική. Η αναστολή της ποινικής δίωξης του Θεοδόση, που ως εκ της θέσεως που κατείχε ο ενάγων, είχε συνταγματικό δικαίωμα να το πράξει. Εκείνο που σχολιάζεται στο τέλος της ημέρας και ασκείται κριτική με τα επίδικα δημοσιεύματα, είναι το αποτέλεσμα της πράξης αυτής και στο κατά πόσο τελικά ικανοποιήθηκε το δημόσιο συμφέρον, όταν ο συλληφθείς για κατοχή και εμπορία ναρκωτικών 12.600 γρ. κάνναβης καθώς και ο έμπορος που ήταν ο τελικός παραλήπτης απαλλάγηκαν των κατηγοριών, ενώ η Ολλανδέζα που συμμετείχε ως μέρος της συνωμοτικής ομάδας - δες εύρημα του δικαστηρίου για την κατηγορία της συνομωσίας - και μετέφερε - ως βαποράκι - τα ναρκωτικά από την Ολλανδία, ήταν η μοναδική τελικά που αντιμετώπισε τον νόμο δια της επταετούς καταδίκης της. Το έντιμο ή δίκαιο σχόλιο προστατεύει μια έντιμη έκφραση γνώμης ανεξάρτητα πόσο άδικη ή υπερβολική και εξογκωμένη είναι σε οποιοδήποτε θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος (Media Law 4η έκδοση ανωτέρω σελ.119). Το ερώτημα που τίθεται για το δικαστήριο είναι αν οι απόψεις του δημοσιογράφου θα μπορούσαν στην βάση των γεγονότων να εκφραστούν. Στην υπόθεση Branson v. Bower
(2001)E.H.L.R 33, ο Lord Esher έθεσε το θέμα ως εξής: «Fairness plays no part in the fair comment defence, which is open to the obstinate and prejudiced commentator and whose views must be honest but not necessarily reasonable or fair» Στο Media Law σελ.119 υποδεικνύεται: «So long as that comment amounts to an opinion that an honest (but not necessarily fair-minded) person might express on a matter of public interest, and that has in fact been expressed by a defendant who was not actuates by malice». Τέλος, χρήσιμη κρίνεται η αναφορά και στην υπόθεση Gardiner v. John Fairfax & Sons
(1942)42 S.R. (NSW) 171 που το θέμα του έντιμου σχολίου τέθηκε ως εξής: « Every latitude must be given to opinion and prejudice and then an ordinary set of men with ordinary judgment must say [not whether they agree with it, but] whether any fair man would have made such a comment. Mere exaggeration or even gross exaggeration would not make the comment unfair. However wrong the opinion expressed may in point of truth, or however prejudiced the writer, it may still be within the prescribed limit». Η υπό κρίση υπόθεση αφορούσε την αναστολή της ποινικής δίωξης συλληφθέντα για εμπορία μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών και ως τέτοια την καθιστούσε ως λέχθηκε θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος. Αφορούσε την ενέργεια του Β.Γ. Εισαγγελέα, ενός δημοσίου προσώπου και αξιωματούχου και δεδομένου ότι η χορήγηση της αναστολής ποινικής δίωξης αποτελεί πράξη ή ενέργεια υποκείμενη στην κοινή γνώμη και συνεπώς στην κριτική, την έκφραση κρίσης ή άποψης, οι αρχές που τέθηκαν στην υπόθεση Παπαευσταθίου ανωτέρω, θα πρέπει να τυγχάνουν απόλυτης εφαρμογής στα γεγονότα της παρούσης υποθέσεως. Το δικαστήριο έχει μελετήσει και έχει πλήρως υπόψη όλα όσα καταγράφονται στα επίδικα δημοσιεύματα και είναι η κρίση και η κατάληξη του ότι αναφέρονται και καταγράφουν στην ουσία τους πραγματικά και αληθινά γεγονότα. Ο μέσος λογικός ή ιδεατός αναγνώστης του 21ου αιώνα που διανύουμε, διαφέρει από εκείνον άλλων εποχών. Η εποχή της προηγμένης τεχνολογίας, της παγκοσμιοποίησης και της εύκολης επικοινωνίας μεταξύ των πολιτών μέσα από τα διάφορα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αλλά και το ψηλό επίπεδο μόρφωσης και παιδείας των πολιτών, έχει δημιουργήσει ένα πρότυπο ανθρώπου ευαισθητοποιημένου, περισσότερο γνωστικού και καχύποπτου σε όλα όσα συμβαίνουν γύρω του. Απαιτεί και έχει κάθε δικαίωμα στην ορθή πληροφόρηση και γνώση του κοινωνικού και πολιτικού γίγνεσθαι. Έχει πλέον και πρέπει να έχει άποψη επί παντός θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος και δικαίωμα στην ορθή πληροφόρηση των γεγονότων, αλλά και στην κριτική, ώστε να διαμορφώνει άποψη και την δική του αξιολογική κρίση επί θεμάτων και γεγονότων που ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Θα ήταν λοιπόν αναχρονισμός και οπισθοδρόμηση και σε αντίθεση με όσα διακηρύσσει το Ε.Δ.Α.Δ - δες Παπαευσταθίου ανωτέρω - να καταταχθούν τα σχόλια επί πραγματικών και αληθών γεγονότων, οι αξιολογικές κρίσεις, τα συμπεράσματα και οι απόψεις της εφημερίδας και του δημοσιογράφου, αλλά και κατ' επέκταση του καθενός πολίτη ξεχωριστά, ως μη εύλογα ή ανέντιμα. Ούτε και θα μπορούσε κάθε αρνητική ή αυστηρή κριτική, άνευ ετέρου, να θεωρείται ως κακόβουλη και ανέντιμη. Μπορεί οι απόψεις και τα σχόλια να προσβάλλουν, να σοκάρουν ή να ενοχλούν, μπορεί ακόμα να κρίνονται ως επιθετικές και μη φιλικές απόψεις ή σκέψεις, αλλά, ως υποδεικνύεται και στην υπόθεση Εκδοτικός Οίκος Δίας Δημόσια Εταιρεία κ.ά ν. Γεννάρη
(2011)1 Α.Α.Δ. 1952, αυτό απαιτεί ο πλουραλισμός, η ανεκτικότητα και η ευρύτητα του πνεύματος. Αυτό άλλωστε επιβάλλει η δημοκρατία και με αυτό τον τρόπο προάγεται ο διάλογος και η σύνθεση των απόψεων. Περαιτέρω, το θέμα που ηγέρθη κατά την κρίση του δικαστηρίου με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να καταταχθεί ως κακόβουλο ή ανέντιμο, ούτε και έχει καταδειχθεί κάτι τέτοιο. Αντίθετα, η ανάδειξη και η δημοσίευση του θέματος δημιούργησε μια δημόσια συζήτηση στην οποία έλαβαν μέρος ακόμα δυο εφημερίδες, ο Φιλελεύθερος και στην συνέχεια η Αλήθεια, προβάλλοντας τις δικές τους κρίσεις και απόψεις, με αποτέλεσμα τελικά, τόσο ο ενάγων όσο και ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας να νοιώσουν την ανάγκη και να καλέσουν συνέντευξη τύπου και να θέσουν τις δικές τους απόψεις και θέσεις επί του θέματος αυτού. Οι οποίες καταγράφηκαν και σχολιάστηκαν στην εφημερίδα. Για τους πιο πάνω λόγους είναι η κατάληξη του δικαστηρίου ότι η απαίτηση του ενάγοντα ως προς την πρώτη ενότητα των δημοσιευμάτων δεν συνιστούν δυσφήμιση, αλλά πρόκειται για εύλογα και έντιμα σχόλια επί πραγματικών γεγονότων επί θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος. ΕΝΟΤΗΤΑ Β Η επόμενη ενότητα αφορά την αγωγή που ήγειρε ο ενάγων για αποζημιώσεις εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα. Σχετίζεται με τα τεκμήρια 12Α και Β, 15, 16, 17, 18, 19 και 20Α και Β. Για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί τα πιο πάνω δημοσιεύματα θα κριθούν ενιαία. Το θέμα που αναδεικνύεται μέσα από τα δημοσιεύματα σχετίζεται με την αγωγή που ήγειρε ο ενάγων. Σχετικά είναι τα τεκμήρια 13, 33-
- Πρόκειται για τα δικόγραφα της αγωγής του ενάγοντα εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας με αριθμό 4835/
- Το τεκμ.13 είναι η εκ συμφώνου απόφαση του δικαστηρίου με την οποία επιδικάστηκαν υπέρ του ενάγοντα και σε βάρος του εναγομένου €28.733 πλέον τόκοι και έξοδα. Το δικαστήριο έχει μελετήσει και έχει πλήρως υπόψη του το περιεχόμενο των επιδίκων δημοσιευμάτων της ενότητας αυτής. Ξεκινώντας από το δημοσίευμα Παράρτημα 1 που έχει ως τίτλο «Περίεργη δικαστική υπόθεση για αποζημιώσεις στον Παπασάββα, Κόλπο για τον Άκη με δημόσιο χρήμα», κρίνεται ότι συνιστά δυσφήμιση αφού καταλογίζει στον ενάγοντα ότι μετέρχεται κόλπα, ήτοι ανέντιμη συμπεριφορά για να λάβει αποζημιώσεις. Στο παράρτημα 2 υπάρχει ανακρίβεια ως προς το ποσό που αφορούσε ο συμβιβασμός, ήτοι υπάρχει αναφορά για το ποσό των €55.000 ενώ στην πραγματικότητα το ποσό που δηλώθηκε στο δικαστήριο ήταν €28.733 (τεκμ.13). Στο παράρτημα αυτό καταγράφονται με αρκετή λεπτομέρεια τα δικόγραφα της αγωγής. Στην συνέχεια καταγράφεται η δήλωση του ιδιώτη δικηγόρου, όταν του ζήτησε ο τότε Γενικός Εισαγγελέας να του επιστρέψει τον φάκελο, όπως αυτή την κατέγραψε ο ΜΥ3 που ήταν παρόν, καθώς και την παρουσία εκπροσώπου του Γενικού Εισαγγελέα και εκ των πραγμάτων υφιστάμενη του ενάγοντα. Το παράρτημα 3 ουσιαστικά αναφέρεται σε συντομία στα ίδια γεγονότα και καταγράφεται ότι τήρησαν «σιγή ιχθύος οι συνήθως λαλίστατοι πρωταγωνιστές της περίεργης υπόθεσης που ανέδειξε χθες ο Πολίτης και ότι απέφυγαν να προβούν σε δηλώσεις για την αιφνίδια υπαναχώρηση του Γενικού Εισαγγελέα. Στην συνέχεια μεταφέρει και καταγράφει επιστολή του Εισαγγελέα κ. Στ. Θεοδούλου που αποστάληκε στην εφημερίδα, καταγράφοντας το περιεχόμενο της. Κρίνεται πως το δημοσίευμα αυτό δεν περιέχει κάποιο δυσφημιστικό γεγονός, ούτε και συνιστά δυσφήμηση η λέξη «λαλίστατος» αφού σύμφωνα με το λεξικό του Μπαμπινιώτη, σημαίνει αυτός που μιλά πολύ, αλλά και ομιλητικός. Η τήρηση δε «σιγής ιχθύος» υποδηλώνει ότι δεν ανέφεραν οτιδήποτε για το θέμα της αγωγής που ανέδειξε η εφημερίδα την προηγούμενη ημέρα. Το δημοσίευμα παράρτημα 4 αποτελεί απάντηση στην εφημερίδα Χαραυγή (τεκμ.37) που έχει ως τίτλο «Αθλιότητες «Πολίτη» κατά Άκη Παπασάββα, Οι συναυτουργοί του δημοσιεύματος θα αντιμετωπίσουν την αλήθεια στο δικαστήριο απαντά, ο Β.Γ. Εισαγγελέας». Έχει ως τίτλο «Αγωγές και Απειλές αντί για απάντηση», «δεν εξηγούν γιατί το κράτος θα δώσει €55.000 στον κ. Παπασάββα, ενώ απαιτούσε από αυτόν 110.000». Στην συνέχεια καταγράφονται σε συντομία τα γεγονότα. Κατά την κρίση του δικαστηρίου ο πιο πάνω τίτλος δεν συνιστά δυσφήμιση για τον ενάγοντα, ήταν δικαίωμα των εναγομένων να εκλάβουν ή να αντιληφθούν το δημοσίευμα της Χαραυγής ως απειλή για αγωγή εναντίον τους, αφού ως το δημοσίευμα αναφέρει, «όλες τις λεπτομέρειες τόνισε ο κ. Παπασάββας που θα καταδείξουν και με μαθηματική επαλήθευση τις αθλιότητες του δημοσιεύματος, οι συναυτουργοί του θα τις αντιμετωπίσουν στο δικαστήριο στην επικείμενη αγωγή λιβέλλου για το λιβελλογράφημα τους». Η θέση του ενάγοντα ότι η άσκηση του δικαιώματος έγερσης αγωγής δεν συνιστά απειλή, και έτσι να είναι, δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως δυσφήμιση η «λέξη απειλή» που αναφέρεται στο τίτλο του δημοσιεύματος, αλλά σχόλιο εξαγόμενο από την δήλωση του ενάγοντα στην εφημερίδα, την οποία και δεν διέψευσε. Άλλωστε όπως υποδεικνύουν τα συγγράμματα και η νομολογία κατά την έκφραση γνώμης και άποψης δεν μπορεί να επικρέμεται ως δαμόκλειος σπάθη ο φόβος των δικαστικών διαδικασιών. Το δημοσίευμα παράρτημα 5 έχει ως τίτλο «Γενικός και Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας κρύφτηκαν πίσω από απειλές» «Απαντήστε επί της ουσίας», κρίνεται ότι δεν είναι δυσφημιστικό για τον ενάγοντα, ούτε και η λέξη κρύφτηκαν υποδηλώνει οτιδήποτε το δυσφημιστικό. Εκείνο που υποδηλώνει είναι ότι δεν απαντούν στις ερωτήσεις που θέτει η εφημερίδα. Στην συνέχεια επανέρχεται στα γεγονότα και θέτει διάφορα ερωτήματα για τα οποία ζητούνται απαντήσεις. Καταγράφεται η ανακρίβεια των €55.
- Το παράρτημα 6 έχει ως τίτλο «Με άποψη» «Περιμένουμε απαντήσεις». Σχολιάζονται τα γεγονότα της υπόθεσης και ότι θα πρέπει να καταθέσουν επιχειρήματα - Ο Γενικός και Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας - στα όσα αποκαλύφθηκαν από την εφημερίδα, ενώ επιτέθηκαν με σφοδρότητα σε αυτή, χαρακτηρίζοντας αθλιότητες και γελοιότητες όσα έγραψε η εφημερίδα. Καταγράφονται εκ νέου τα γεγονότα με το ερώτημα στο τέλος, «Αν αυτά τα θέματα δεν είναι σοβαρά και δεν απαιτούν την προβολή τους από μια εφημερίδα, τότε ποια θέματα αξίζουν αυτής της προσοχής». Κατά την κρίση του δικαστηρίου στο δημοσίευμα αυτό δεν καταγράφεται κάποιο δυσφημιστικό γεγονός για τον ενάγοντα, εκφράζει τις θέσεις και τις απόψεις της εφημερίδας θέτοντας ερωτήματα. Σημειώνεται ότι καταγράφεται εκ νέου το ποσό των €55.
- Κρίνεται ότι δεν είναι δυσφημιστικό για τον ενάγοντα. Το παράρτημα 7 έχει ως τίτλο «Με άποψη» «Η ένοχη σιωπή και η «απυρόβλητη Νομική». Ο τίτλος έχει σχέση με το περιεχόμενο του δημοσιεύματος, το οποίο αφού αναφέρεται στα γεγονότα της υπόθεσης που προηγήθηκαν και ότι δεν υπήρξε απάντηση επί της ουσίας του δημοσιεύματος, θέτει το ερώτημα αν οι χειρισμοί της νομικής υπηρεσίας οφείλουν να βρίσκονται στο απυρόβλητο της δημόσιας κριτικής. Και πάλι καταγράφεται το ποσό των €55.
- Το δημοσίευμα αυτό, όπως και το προηγούμενο, κρινόμενο στην ολότητα του κρίνεται πως δεν περιέχει κάποιο δυσφημιστικό γεγονός για τον ενάγοντα, αντίθετα εκφράζει τις απόψεις της εφημερίδας και θέτει ένα ερώτημα. Το δημοσίευμα, παράρτημα 8 (αγωγή 4482/10) που έχει ως τίτλο « Η Νομική υπηρεσία δέχθηκε συμβιβασμό στην αγωγή του βοηθού γενικού εισαγγελέα», «Ενέδωσε το κράτος στις απαιτήσεις Άκη» δεν περιέχει κάποιο δυσφημιστικό γεγονός για τον ενάγοντα, αντίθετα είναι στο Κράτος που αναφέρεται ότι «ενέδωσε» και δήλωσε συμβιβασμό στην αγωγή. Εκείνο επίσης που καταγράφεται στο τέλος του κειμένου ότι «Επειδή τα χρήματα θα καταβληθούν από το ταμείο του κράτους στο οποίο συνεισφέρουν κατά κύριο λόγο οι φορολογούμενοι, κρίνεται εύλογο να δοθεί και δημοσίως η εξήγηση πώς και γιατί η ανταπαίτηση έγινε συμβιβασμός και παραχώρηση» κατά την κρίση του δικαστηρίου αναδεικνύει την ουσία (sting) του πράγματος που ήθελε να προβάλλει η εφημερίδα. Τέλος το δημοσίευμα παράρτημα 9 (αγωγή 4482/10) έχει φωτοτυπία μέρους της ανταπαίτησης του Γενικού Εισαγγελέα και έχει ως τίτλο «Πήρε και αποζημιώσεις ο Άκης». Σημειώνεται ότι καταγράφεται τώρα ορθά το ποσό των €29.000 περίπου και αναφέρεται στα γεγονότα καθώς και στην εκδοθείσα απόφαση του δικαστηρίου. Υπάρχει επίσης ξεχωριστό άρθρο με μαύρα γράμματα που φέρει τίτλο «Συμβιβασμός στα Μουλωχτά» και στην συνέχεια αναφέρεται στα γεγονότα της υπόθεσης, ότι τελικά αυτή δεν εκδικάστηκε αλλά συμβιβάστηκε και ότι θα έπρεπε η συμφωνία μεταξύ των δυο μερών να γίνει με διαφάνεια. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν ο τίτλος στα «μουλωχτά» αναφέρεται στον ενάγοντα ή στον Γενικό Εισαγγελέα, ή και στους δυο, δεδομένου ότι είναι η Δημοκρατία ως εναγόμενη που αποδέχτηκε τον συμβιβασμό για να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των €27.
- Κατά την αντίληψη του δικαστηρίου δεν θα αναμένετο ευλόγως από τον μέσο αναγνώστη να αντιληφθεί ότι δεν αφορούσε και τον ενάγοντα. Υπό αυτή συνεπώς την έννοια κρίνεται ότι συνιστά δυσφήμιση για τον ενάγοντα γιατί καταλογίζει σε αυτόν ενέργεια μυστική και ύποπτη. Για τους ίδιους λόγους που έχουν ήδη εξηγηθεί ως προς την πρώτη ενότητα και δεδομένου ότι και εδώ, προβάλλεται η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου, κρίνεται αναγκαία η ανεύρεση των γεγονότων. Τα δικόγραφα της αγωγής αποτελούν και πάλι αδιάψευστο οδηγό για την ανεύρεση των αληθών και πραγματικών γεγονότων όχι με την έννοια της νομικής εμβέλειας και δυναμικής τους, αλλά της καταγραφής των εκατέρωθεν ισχυρισμών, αφού ως είναι νομολογημένο, τα δικόγραφα, συνιστούν, όπως παραστατικά τέθηκε στην υπόθεση Courtis and others v. Iassonides
(1970)1 C.L.R. 180, τις ράγες του τραίνου που ορίζουν την πορεία της δίκης. Θα μεταφερθούν εδώ τα κύρια σημεία των εκατέρωθεν θέσεων όπως αυτές προβάλλονται στα δικόγραφα της αγωγής με αριθμό 4835/06 που αποτελεί το αντικείμενο των δημοσιευμάτων της ενότητας αυτής, τα οποία σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του ΜΥ3 αποτέλεσε το υλικό επί του οποίου στήριξε την αρθρογραφία του. Σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως ο ενάγων μετά την ακυρωτική απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου για την αναγκαστική αφυπηρέτηση του, ζήτησε από την Ε.Δ.Υ να διευθετήσει κάθε ζημιά που υπέστη. Αφορούσε την καταβολή όσων εδικαιούτο προς πλήρη θεραπεία των συνεπειών της παράνομης απόλυσης του. Στις λεπτομέρειες ειδικών ζημιών αξιώνει συνολικά το ποσό των Λ.Κ.73.031,50 πλέον τόκους από 6.7.
- Ήταν επίσης η θέση του ότι υπήρξε παράνομος συμψηφισμός και αποκοπή ή αναζήτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων αντίθετα με τον νόμο. Αξιώνει επίσης γενικές αποζημιώσεις για ταλαιπωρία και τιμωρητικές ή και παραδειγματικές αποζημιώσεις λόγω της συμπεριφοράς του εναγομένου κατά την απόλυση του. Ο Γενικός Εισαγγελέας διόρισε ιδιώτη δικηγόρο, τον κ. Κ.Χ. Βελάρη για να υπερασπιστεί την υπόθεση. Περιληπτικά είναι η θέση του Γενικού Εισαγγελέα ότι ο ενάγων παρέμεινε εκτός εργασίας για 14.5 μήνες περίπου - περίοδος αναγκαστικής αφυπηρέτησης - και ο ενάγων για την περίοδο αυτή εισέπραξε, α. Λ.Κ.47.357.04 σαν καθαρό εφάπαξ, μετά την αφαίρεση του φόρου εισοδήματος και ενός ποσού Λ.Κ.7.071,42 ως προκαταβολή για την αγορά αυτοκινήτου, β. Κατά την διάρκεια της ανωτέρω αναγκαστικής αφυπηρέτησης του είσπραξε υπό μορφή μηνιαίας σύνταξης Λ.Κ.14.641.12, αφαιρουμένου του φόρου εισοδήματος και της άμυνας και γ. είσπραξε Λ.Κ.2.810.52 ως επίδομα ανεργίας μετά από αίτηση και εγγραφή του ως άνεργου. Η ακυρωτική απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου είχε ως αποτέλεσμα την επιστροφή του ενάγοντα στην εργασία του, οπότε και εδικαιούτο σε πλήρεις απολαβές για την περίοδο της αναγκαστικής αφυπηρέτησης του, οι οποίες και του καταβλήθηκαν. Όφειλε όμως ταυτόχρονα να επιστρέψει όλα τα ποσά που είχε εισπράξει λόγω αυτής. Επανειλημμένα του ζητήθηκε να επιστρέψει τα ποσά αυτά αλλά αρνήθηκε, προβάλλοντας ότι τα εδικαιούτο ως αποζημίωση. Μετά την άρνηση του ενάγοντα να καταβάλει τα ποσά που όφειλε, οι αρμόδιες αρχές αποφάσισαν να τα αφήσουν να συνυπολογιστούν με ότι είχε αυτός να παίρνει κατά την αφυπηρέτηση του. Είναι η θέση του ότι ο ενάγων εδικαιούτο Λ.Κ.10.792,73 - καταγράφονται λεπτομέρειες του υπολογισμού - και επίσης όφειλε να επιστρέψει και το ποσό που έλαβε ως επίδομα ανεργίας (Λ.Κ.2.810,52) οπότε το τελικό ποσό που εδικαιούτο ο ενάγων ήταν μόνο Λ.Κ.7.982,
- Ανταπαιτεί εναντίον του ενάγοντα το ποσό των Λ.Κ.64.808,68 ή €110.732,20 εντόκως με 8% τον χρόνο γιατί ο ενάγων θα εισέπραττε ότι εδικαιούτο από την αφυπηρέτηση του εις διπλούν, που θα του επέτρεπε να πλουτίσει αδικαιολόγητα σε βάρος του Δημοσίου, το οποίο, όπως και ο εναγόμενος, δεν είχαν πρόθεση να του καταβάλουν χαριστικά. Ο ενάγων δια της απαντήσεως του αναφέρει ότι η υπεράσπιση εμπεριέχει την πεποίθηση, σε αντίθεση με το τεκμήριο της αθωότητας και χωρίς την τήρηση των διαδικασιών της δίκαιης δίκης και της φυσικής δικαιοσύνης, ότι ο ενάγων θεωρείται ένοχος δήθεν διάπραξης πειθαρχικών και άλλων παραπτωμάτων, θέση που δείχνει κακεντρέχεια που πρέπει να προσμετρήσει στον υπολογισμό των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα. Επί της ουσίας είναι η θέση του ότι όλα όσα του καταβλήθηκαν διαρκούσης της παράνομης απόλυσης του ήταν αναγκαία για την επιβίωση και αντιμετώπιση έκτακτων υποχρεώσεων του. Αν η πρόθεση του εναγομένου ήταν να τα συνυπολογίσει κατά την αφυπηρέτηση του είναι αντιφατικό να τα διεκδικεί με την ανταπαίτηση, ο δε συμψηφισμός που έπραξε ο εναγόμενος είναι παράνομος και αυθαίρετος. Δεν κατακράτησε οτιδήποτε παράνομα γιατί όσα έλαβε τα προβλέπει ο νόμος και του καταβλήθηκαν κατά την απόλυση του. Ο ενάγων κατά την κυρίως εξέταση αναφέρθηκε σε εισηγήσεις του Γενικού Λογιστηρίου που υπάρχουν μέσα στο φάκελο της υπόθεσης που φαίνεται, ως ήταν η θέση του, στην απόφαση του δικαστηρίου (τεκμ.13). Πρόβαλλε επανειλημμένα ότι καταγραφόταν στα δημοσιεύματα ότι το ποσό ήταν €55.000, ενώ στην πραγματικότητα ήταν γύρω στις €27.000, ποσό που αποτελούσε την εισήγηση του Γενικού λογιστηρίου. Ο Γενικός Εισαγγελέας δεν έκανε πίσω, αλλά υπήρξε ένα πρόβλημα με τον κ. Βελάρη που δεν αφορούσε την υπόθεση του και του ζήτησε να του επιστρέψει όλες τις υποθέσεις. Ήταν επίσης η θέση του ότι πρόκειται περί ψεύδους ότι την υπόθεση την ανέλαβαν οι υφιστάμενοι του, παραπέμποντας στην δήλωση του κ. Σ. Θεοδούλου και συνεπώς δεν υπήρχε ούτε απατεωνιά, ή κλεψιά ή ματσαράνγκα. Η καταφυγή στο δικαστήριο δεν είναι απειλή και άλλη είναι η μορφή της αγωγής και άλλη της ανταπαίτησης. Την υπόθεση τελικά ανέλαβε άλλος ιδιώτης δικηγόρος που χειρίστηκε την εισήγηση του Γενικού λογιστηρίου. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι πρόκειται για ασύστολο ψεύδος και βρισιά ο τίτλος του παραρτήματος 1 και όσα ζητούσε με την έκθεση απαιτήσεως. Και να αφαιρούνταν οι €110.000 που ανταπαιτούσε ο Γενικός Εισαγγελέας εδικαιολογείτο απόλυτα το ποσό που δηλώθηκε στο δικαστήριο. Αν αθροίσεις και αφαιρέσεις τις διεκδικήσεις και τις ενστάσεις, το τελικό ποσό είναι το δηλωθέν και ούτε κόλπο υπήρξε, ούτε απώλεια στο κράτος. Επί σχετικών ερωτήσεων επί των δημοσιευμάτων ήταν η θέση του ότι πρόκειται για σχόλια απόλυτα λανθασμένα και υβριστικά και τα γεγονότα που καταγράφονται έχουν σχέση με την λάσπη, διαφωνώντας ότι τα γεγονότα που καταγράφονται είναι ακριβή. Πρόκειται για διαστρέβλωση της αλήθειας παρουσιαζόμενα λανθασμένα και ανύπαρκτα γεγονότα. Τα παραρτήματα 8 και 9 είναι η μισή αλήθεια που είναι χειρότερη από το ψέμα. Ο ΜΥ3 Νεάρχου στη γραπτή του δήλωση αναφέρει ότι για τα επίδικα δημοσιεύματα που αφορούν την πιο πάνω αγωγή στηρίχθηκε στις έγγραφες προτάσεις των διαδίκων. Σημειώνεται ότι στο παράρτημα 5 υπάρχει φωτοτυπία του καταληκτικού μέρους της ανταπαίτησης του εναγομένου - Γενικού Εισαγγελέα - και ότι όταν ο ιδιώτης δικηγόρος - ο κ. Βελάρης - ζήτησε να αποσυρθεί από δικηγόρος του εναγομένου και προέβη σε δήλωση, ήταν παρόν στην διαδικασία και κατέγραψε την δήλωση την οποία και μετέφερε στο δημοσίευμα παράρτημα
- Στα παραρτήματα 4 και 5 καταγράφει και σχολιάζει τις δηλώσεις του ενάγοντα και του Γενικού Εισαγγελέα στην εφημερίδα Χαραυγή (τεκμ.37). Τέλος καθόσον αφορά τα δημοσιεύματα στα παραρτήματα 8 και καταγράφει το αποτέλεσμα της αγωγής το οποίο και σχολίασε. Αφορούσε τον τρόπο με τον οποίο διευθετήθηκε η αγωγή η οποία κατά την άποψη του ήταν δυσμενής για την Δημοκρατία, δεδομένης της ανταπαίτησης του Γενικού Εισαγγελέα. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι η αγωγή αφορούσε δυο εν ενεργεία αξιωματούχους που ήταν οι επικεφαλείς της Νομικής υπηρεσίας και η υπόθεση οδηγείτο σε διευθέτηση. Το λιγότερο που είχαν να κάμουν ήταν να τηρήσουν μια γραμμή πλήρους διαφάνειας το οποίο κατά την γνώμη του δεν έγινε στην περίπτωση αυτή. Επρόκειτο για ένα αυτονόητο θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος. Παρόλο που ο ΜΥ3 δεν αμφισβητήθηκε ως προς αυτά που κατέθεσε, η μαρτυρία του επί των γεγονότων κρίνεται ότι επιβεβαιώνεται και από τα σχετικά δικόγραφα της αγωγής που κατατέθηκαν και αποτέλεσαν και την πηγή της πληροφόρησης του. Ανεξάρτητα από αυτό, ο ενάγων παρά τα σκαμπανεβάσματα στην μαρτυρία του επί του θέματος αυτού, δεν αμφισβήτησε τα γεγονότα, αντίθετα επικαλέστηκε τα δικόγραφα και τις σχετικές προσθαφαιρέσεις των εκατέρωθεν απαιτήσεων για να καταλήξει ότι το δηλωθέν ποσό ήταν το πραγματικά οφειλόμενο από τον εναγόμενο. Διαπιστώνεται πάντως ότι οι εκατέρωθεν απαιτήσεις και ανταπαιτήσεις υπό μορφή απλής μαθηματικής πράξης, όπως ανέφερε ο ενάγων, δεν οδηγούν στο συμπέρασμα που είπε. Και ο λόγος είναι γιατί η απαίτηση του αφορούσε μεν το ποσό των Λ.Κ.71,031,50, ως την διαφορά του εφάπαξ που του εγκρίθηκε τελικά, από το πραγματικά καταβληθέν σε αυτόν ποσό αλλά, σύμφωνα με την υπεράσπιση και την ανταπαίτηση όπως είναι καταγραμμένα τα ποσά, εξάγεται ότι ο ενάγων είσπραξε όλα τα ποσά που εδικαιούτο λόγω της απόλυσης του και παρέμενε μόνο ένα ποσό Λ.Κ.7.982.
- Στην συνέχεια εισέπραξε επίσης όλους τους μισθούς που εδικαιούτο μετά την απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Εκείνο που καταγράφεται στην παράγραφο 11 της υπερασπίσεως είναι ότι ο ενάγων δεν εδικαιούτο να κατακρατήσει τα ποσά που είσπραξε λόγω της απόλυσης του, ήτοι τις Λ.Κ.64.808,68 ή €110.732,20 οι οποίες και ανταπαιτούνται, για τον λόγο, όπως αναφέρεται στην επόμενη παράγραφο 12, ότι ο ενάγων θα εισέπραττε ότι εδικαιούτο κατά την αφυπηρέτηση του εις διπλούν. Με άλλα λόγια του καταβλήθηκαν όλα τα συνταξιοδοτικά του δικαιώματα, τα οποία όφειλε να επιστρέψει, αφού επανήλθε στην θέση του και έλαβε και όλους τους μισθούς του. Ήταν επίσης ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι το ποσό που δηλώθηκε στο δικαστήριο ουσιαστικά ήταν αποτέλεσμα εισήγησης του Γενικού λογιστηρίου. Δεδομένου ότι επικαλέστηκε την ορθότητα του ποσού, όση αξία και αν έχει, θα μπορούσε να προσκομίσει την εισήγηση του Γενικού Λογιστηρίου να διαφανεί αν πράγματι έτσι είχαν τα πράγματα. Με δεδομένο πάντως το πιο πάνω δικογραφικό πεδίο, η υπόθεση τελικά δηλώθηκε στο δικαστήριο με την έκδοση απόφασης υπέρ του ενάγοντα και σε βάρος του Γενικού Εισαγγελέα για το ποσό των €28.733 πλέον τόκους και έξοδα (τεκμ.13). Τα πιο πάνω αποτελούν το πραγματικό και αληθές υπόβαθρο των γεγονότων, τα οποία με διάφορους τρόπους έχουν καταγραφεί στα επίδικα δημοσιεύματα. Όσα έχουν αναφερθεί στην πρώτη ενότητα ως προς το νομικό μέρος δεν θα επαναληφθούν, αποτελούν όμως τον οδηγό για την εξέταση των δημοσιευμάτων της παρούσης ενότητας. Το σύνολο των δημοσιευμάτων αναδεικνύει και προβάλλει ένα θέμα βασιζόμενο επί πραγματικών και αληθών γεγονότων, που δεν είναι άλλο από τα δικόγραφα της ρηθείσης αγωγής και ο επιτευχθείς τελικά συμβιβασμός προς όφελος του ενάγοντα. Σε ορισμένα δημοσιεύματα καταγράφονται αρκετά εξαντλητικά και με λεπτομέρειες τόσο η απαίτηση του ενάγοντα στην αγωγή, όσο και η ανταπαίτηση του Γενικού Εισαγγελέα. Καταγράφεται η διαφωνία του ιδιώτη δικηγόρου ως προς τον συμβιβασμό καθώς και η δήλωση του που καταγράφηκε στο δικαστήριο, παρουσία του ΜΥ3, ο οποίος δεν αμφισβητήθηκε ως προς τούτο και συνεπώς γίνεται αποδεκτή. Αντίθετα η επιστολή του εισαγγελέα Θεοδούλου επιβεβαιώνει τον ΜΥ
- Εκείνο που αναδεικνύεται με τα δημοσιεύματα δεν είναι οι λεπτομέρειες και οι διαφωνίες του ιδιώτη δικηγόρου, ούτε και αν ορθά διαφώνησε ή όχι, αρκεί ότι το γεγονός αυτό είναι αληθές και πραγματικό. Ούτε και το γεγονός ότι καταγράφηκε αρχικά ότι ο επιτευχθείς συμβιβασμός ήταν για €55.000 αντί των €28.733 μεταβάλλει την κατάσταση. Δεν ήταν το ποσό αυτό καθαυτό που διαφοροποιούσε τα πράγματα και την ουσία των δημοσιευμάτων, αλλά το γεγονός ότι σε μια αγωγή που ο Γενικός Εισαγγελέας ανταπαιτούσε εναντίον του Β.Γ. Εισαγγελέα €110.000 για ισχυριζόμενη διπλή πληρωμή δικαιωμάτων και άλλων ωφελημάτων λόγω απόλυσης του Β.Γ. Εισαγγελέα, στην συνέχεια όταν ανέλαβε εκ νέου την θέση του, μετά την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, έλαβε επιπλέον και όλους τους μισθούς της περιόδου που ήταν σε αναγκαστική αφυπηρέτηση. Με άλλα λόγια και πάντα μέσα από τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς όπως αναδεικνύονται μέσα από τα δικόγραφα, ο ενάγων έλαβε τόσο τα ωφελήματα της αναγκαστικής απόλυσης του, όσο και τους μισθούς της ίδιας περιόδου. Στην βάση αυτών των γεγονότων εκείνο που οι εναγόμενοι υπογράμμιζαν, είναι ότι θα έπρεπε με κάποιο τρόπο να δοθούν δημόσιες εξηγήσεις. Αυτό αναδείκνυαν επανειλημμένα δια των δημοσιευμάτων, ως την ουσία του θέματος, που αφορούσε τον τρόπο που κατέληξαν στον συμβιβασμό. Το θέμα, ως έχει λεχθεί σε άλλο μέρος της απόφασης, ήταν δημοσίου ενδιαφέροντος δεδομένης της θέσης και των δυο διαδίκων και με βάση τα γεγονότα όπως αυτά καταγράφονταν στα δικόγραφα, οι πολίτες είχαν κάθε δικαίωμα πληροφόρησης και η εφημερίδα δικαίωμα και υποχρέωση να θέσει τα γεγονότα και να υποβάλει τα ερωτήματα που έθετε, αλλά και να σχολιάσει και να θέτει τις δικές της κρίσεις και απόψεις. Εξάγεται από την μαρτυρία του ενάγοντα, ότι εκείνο που τον ενόχλησε ήταν τα σχόλια τα οποία θεωρούσε λάσπη. Έχει γίνει αναφορά στο θέμα αυτό, αρκεί να υπομνησθεί εδώ ότι σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου πολιτικά ή άλλα δημόσια πρόσωπα θα πρέπει να ανέχονται πιο εύκολα τη δημόσια κριτική. Και ο ενάγων ως εκ της θέσεως που κατείχε ήταν δημόσιο πρόσωπο και το θέμα που αναδεικνυόταν ήταν η αγωγή που ήγειρε εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα αναφορικά με τα διάφορα ωφελήματα του, αλλά και κυρίως οι θέσεις και οι ισχυρισμοί του Γενικού Εισαγγελέα όπως αυτοί καταγράφονταν στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση. Αναπόφευκτα δεν επρόκειτο για μια απλή ιδιωτική διαφορά μεταξύ δυο ιδιωτών διαδίκων, αλλά διαφορά μεταξύ δυο θεσμικών αξιωματούχων και δεδομένης της όλης πλοκής της, αναπόδραστα κατέστη ζήτημα και ανεδείχθη ως θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος. Κατά συνέπεια είχε κάθε δικαίωμα η εφημερίδα και ο δημοσιογράφος να ασχοληθούν, θέτοντας το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων, να θέσουν ερωτήματα και να σχολιάσουν, να κρίνουν αλλά και να εκθέσουν τις απόψεις τους. Προφανώς, εκ της μαρτυρίας του ενάγοντα, τα σχόλια και οι απόψεις δεν του ήταν αρεστά, αλλά δεν είναι αυτό το κριτήριο που θέτει η νομολογία, ούτε και το προσωπικό κριτήριο του δικαστηρίου ή του δικαστή. Το ερώτημα είναι ως έχει ήδη λεχθεί, αν θα μπορούσε κάποιος έντιμος τρίτος να προβεί σε τέτοια σχόλια. Για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί ως προς το νομικό μέρος στην πρώτη ενότητα, κρίνεται ότι τα επίδικα δημοσιεύματα δεν συνιστούν δυσφήμιση, αλλά έντιμα και εύλογα σχόλια επί θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος. Ούτε και εδώ μπορεί να εγερθεί ζήτημα κακοβουλίας εκ μέρους της εφημερίδας ή του δημοσιογράφου, γιατί επρόκειτο περί εύλογων σχολίων επί αληθών και πραγματικών γεγονότων, ενώ το θέμα έλαβε περαιτέρω δημόσιες διαστάσεις δια της εμπλοκής και πάλι άλλης εφημερίδας, της Χαραυγής. Ως προς το μέτρο του εύλογου σχολίου, και αυτό αφορά και τις δυο πιο πάνω ενότητες, στο σύγγραμμα Media Law, A Practical Guide to Managing Publication Risks, ανωτέρω, σελ.16, παρα. 3-15, υποδεικνύεται ότι: « The test as to "fairness" is an objective one: the jury will be directed to decide whether the opinion is one which could be held by an honest or fair-minded person. The courts have recognized that a fair-minded person need not be reasonable: he may hold strong or violent views, or prejudice or exaggerated views. The test is not whether the jury agrees with the views expressed. Consequently, the defence protects the expression of a broad range of opinion. The requirement of fairness does not feature highly in practice, as the more crucial elements of the defence are that the material concerned is comment and that the comment is based on fact» Για όλους τους πιο πάνω λόγους είναι η κατάληξη του δικαστηρίου ότι η απαίτηση του ενάγοντα ως προς την δεύτερη ενότητα των δημοσιευμάτων, αυτά δεν συνιστούν δυσφήμιση, αλλά πρόκειται για έντιμα και εύλογα σχόλια επί πραγματικών γεγονότων επί ενός θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος. ΕΝΟΤΗΤΑ Γ Η επόμενη ενότητα αφορά τα τεκμήρια 4, 7 και
- Η μαρτυρία του ΜΥ4 Διονύση Διονυσίου είναι σχετική. Οι στήλες «Παρασκήνιο», «Ο Συνήγορος του διαβόλου» και στην «Φάκα» σύμφωνα με τον μάρτυρα, είναι στήλες της Κυριακάτικης έκδοσης της εφημερίδας. Το Παρασκήνιο περιέχει παραπολιτικά σχόλια της επικαιρότητας. Οι άλλες δυο είναι στήλες με χιουμορίστικο ύφος, αιχμηρό, ειρωνικό, συχνά καυστικό και σατιρικό και σχολιάζουν σε αυτό το ύφος την επικαιρότητα της εβδομάδας. Συχνά είναι γραμμένες σε κριτικό τόνο και ύφος. Ο Κοριός και ο Συνήγορος είναι ψευδώνυμα και πρόκειται για σύνηθες φαινόμενο να υπάρχουν τέτοιες στήλες για τις οποίες την ευθύνη την αναλαμβάνει η εφημερίδα. Το δημοσίευμα παράρτημα 1 σχετίζεται με τις ενότητες Α και Β και παρουσιάζει ένα αληθινό γεγονός και το σχολιάζει σε ένα ύφος ειρωνικό και σατυρικό. Το δημοσίευμα παράρτημα 7 ασκεί κριτική στην απόφαση του ενάγοντα να αναστείλει την ποινική δίωξη και είναι γραμμένο σε σατυρικό ύφος. Τέλος το δημοσίευμα παράρτημα 3 αναφέρεται στα δημοσιεύματα της ενότητας Β. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι η κριτική ακόμα και με ειρωνικούς ή αυστηρούς χαρακτηρισμούς ορισμένες φορές είναι επιβεβλημένη και βοηθά να συναισθανθούμε καλύτερα κάποιες πραγματικότητες που οδηγά σε φοβερή βελτίωση του συστήματος μας. Σημειώνεται ότι η μαρτυρία του ΜΥ4 δεν παρουσίασε αντιφάσεις, άφησε πολύ καλές εντυπώσεις στο δικαστήριο και για τους λόγους αυτούς γίνεται αποδεκτή, πάντοτε βεβαίως στην βάση ότι τελικός κριτής των δημοσιευμάτων είναι το δικαστήριο, εφαρμόζοντας την αντίληψη του ιδεατού μέσου αναγνώστη. Είναι η εισήγηση της κας Γεωργίου ότι τα δημοσιεύματα αυτά, όπως και το τεκμήριο 14 ( ενότητα Δ) στο οποίο θα γίνει ειδική αναφορά στην συνέχεια, αποτελούν μια οξύτατη και αυστηρότατη κριτική στον ενάγοντα, η οποία διατυπώνεται υπό τύπο διακωμώδησης, παρωδίας και σάτιρας. Το κλειδί για την προσέγγιση των δημοσιευμάτων αυτών αποτελεί σύμφωνα με τη κα Γεωργίου η φράση του δικαστή (μειοψηφίας) στην υπόθεση Berkoff ανωτέρω: « The line between mockery and defamation may sometimes be difficult to draw. People must be allowed to poke fun at one other without fear of litigation. It is one think to ridicule a man; it is another to expose him to ridicule» Το σχόλιο των συγγραφέων στο Media Law 4η έκδοση ανωτέρω, σελ.32, για την υπόθεση Berkoff είναι ότι: «Article 10 should now protect Burchillian speech which is offensive, shocking and distasteful, because readers must be credited with the ability to discern when it is the writer, than the her target, who deserves these adjectives» Στην υπόθεση Κουτσού ν. Μικελλίδης κ.ά
(2007)1 Α.Α.Δ. 1256 εξετάστηκε η έκφραση της γνώμης υπό μορφή σάτιρας με βάση το κριτήριο της αντίληψης του αντικειμενικού αναγνώστη υπό το σύνολο των περιστάσεων. Έγινε αποδεκτό ότι δημοσιεύματα με τη χρήση υπερβολών και εξωπραγματικών καταστάσεων, συνιστούν σάτιρα ως μέσου έκφρασης της γνώμης του συγγραφέα τους και δεν μπορούσαν να γίνουν αντιληπτά με τη συνήθη και φυσική σημασία συγκεκριμένων λέξεων σε αυτά, ή πιστευτά στην κυριολεξία από τον αντικειμενικό αναγνώστη υπό τις περιστάσεις. Στην περίπτωση μάλιστα δημοσίου προσώπου, η κριτική που εκφράζεται μέσω της σάτιρας μπορεί να είναι και ακραία. Μπορεί δε να περιλαμβάνει υπερβολές και επιγραμματικές παραδοξότητες που δεν θα μπορούσαν να εκληφθούν ως πραγματικά ή κυριολεκτικά εκφραζόμενα. Σύμφωνα με την υπόθεση Παπαευσταθίου ανωτέρω, η έκφραση σχολίων επί πραγματικών γεγονότων με μορφή σκίτσου δεν συνιστά δυσφήμιση καλυπτόμενα από την υπεράσπιση του έντιμου σχολίου. Στο πιο κάτω απόσπασμα ανάγλυφα αναδεικνύεται και υπογραμμίζεται η προσέγγιση της νομολογίας επί του θέματος: «Έστω και αν καταλήγαμε στο συμπέρασμα ότι το προαναφερόμενο δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό για τον εφεσίβλητο, θα θεωρούσαμε ότι καλύπτεται από την υπεράσπιση του εντίμου σχολίου για θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος που προνοείται στο άρθρο 19(β) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Στην ουσία οι θέσεις που εκφράστηκαν στο δημοσίευμα συνιστούσαν τέτοιο σχόλιο, που βασιζόταν στις θέσεις και δηλώσεις του εφεσίβλητου, που είχαν προηγηθεί και στις οποίες αναφερθήκαμε πιο πάνω. Κατά την κρίση μας, αυτό ήταν έντιμο σχόλιο, αφού θεωρούμε ότι ήταν η έκφραση της έντιμης και ειλικρινούς γνώμης των εφεσειόντων έστω και αν μετέδιδε το νόημα ότι η διαγωγή το