← Κύπρος

Κάτιας Καττιρτζή - Σπύριτου ν. Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια Λτδ, Αρ. Αγωγής: 1767/15, 15/7/2016

Κάτιας Καττιρτζή - Σπύριτου ν. Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια Λτδ, Αρ. Αγωγής: 1767/15, 15/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A440 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1767/15 Μεταξύ: Κάτιας Καττιρτζή - Σπύριτου Ενάγουσας -και- Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια Λτδ Εναγόμενων Ημερομηνία: 15 Ιουλίου 2016 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες-Αιτητές : κ. Χρ. Δημητριάδης για Κώστας Π. Δημητριάδης ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους- Καθ' ων η Αίτηση : κα Β. Παντελή για Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 21.4.2015 η Ενάγουσα καταχώρησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή αξιώνοντας γενικές και ειδικές αποζημιώσεις συνεπεία τροχαίου ατυχήματος που έγινε στις 23.12.2013 κατά μήκος της Λεωφόρου Νίκης μεταξύ της Ενάγουσας και κάποιου Πασχάλη Μαννούρη. Στις 21.10.2015 η Εναγόμενη καταχώρισε Υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή, ενώ στις 23.10.2015 η Ενάγουσα καταχώρησε Απάντηση στην Υπεράσπιση. Με την υπό κρίση Αίτηση οι Ενάγοντες - Αιτητές ζητούν διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η διαγραφή ολόκληρων των παραγράφων 1 (α) και 9 από την Υπεράσπιση των Εναγομένων ως αχρείαστων και/ή σκανδαλωδών και/ή ενοχλητικών και/ή άσχετων και/ή οι οποίες τείνουν να προκαλέσουν δυσμενείς εντυπώσεις και/ή τείνουν να περιπλέξουν και/ή καθυστερήσουν τη δίκαιη διεξαγωγή της δίκης και/ή την όλη εκδίκαση της υπόθεσης. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.19 Θ.26, Δ.27 Θ.3, Δ.48 Θ.1-4 και 9, στη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου Παραθέτω αυτούσιες τις παραγράφους των οποίων ζητείται η διαγραφή: «1(α). Η Ενάγουσα δε νομιμοποιείται να εγείρει την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, καθώς η απαίτηση της έχει ικανοποιηθεί πλήρως από την ασφαλιστική της εταιρεία ή/και την ασφαλιστική εταιρεία AIG Europe Limited (Cyprus Branch) (η «AIG») δυνάμει ασφαλιστήριου συμβολαίου που η AIG και η Ενάγουσα συνήψαν μεταξύ τους, το οποίο ήταν ή/και είναι τύπου περιεκτικής κάλυψης (comprehensive) ή/και η Ενάγουσα έχει εκχωρήσει την απαίτηση της ή/και όλα τα δικαιώματα της τα οποία απορρέουν από το επίδικο ατύχημα στην AIG ή/και η Ενάγουσα κακώς προωθεί την παρούσα αγωγή καθώς δεν είναι «κατάλληλο πρόσωπο για να ενάγει» (proper claimant) ή/και να έχει απαίτηση για το επίδικο ατύχημα ή/και η παρούσα αγωγή έπρεπε να προωθείται από τον εκδοχέα ή/και την AIG, ως την ασφαλιστική εταιρεία της Ενάγουσας που βάσει του πιο πάνω συμβολαίου περιεκτικής κάλυψης δικαιούται ή/και νομιμοποιείται να προωθεί αξιώσεις για ανάκτηση των καταβληθέντων στην Ενάγουσα εναντίον της Εναγομένης δυνάμει του επίδικου ατυχήματος.

  1. Άνευ βλάβης των ανωτέρω ή/και επιπρόσθετα η Εναγομένη αναφέρει ότι η απαίτηση της Ενάγουσας έχει ικανοποιηθεί πλήρως από την AIG δυνάμει ασφαλιστήριου συμβολαίου που η AIG και η Ενάγουσα συνήψαν μεταξύ τους, το οποίο ήταν ή/και είναι τύπου περιεκτικής κάλυψης (comprehensive) ή/και η Ενάγουσα έχει εκχωρήσει την απαίτηση της ή/και όλα τα δικαιώματα της τα οποία απορρέουν από το επίδικο ατύχημα στην AIG ή/και η Ενάγουσα κακώς προωθεί την παρούσα αγωγή καθώς δεν είναι «κατάλληλο πρόσωπο για να ενάγει» (proper claimant) ή/και να έχει απαίτηση για το επίδικο ατύχημα ή/και δεν δικαιούται ή/και δε νομιμοποιείται να προωθεί ή/και προβάλλει αξιώσεις εναντίον της Εναγομένης δυνάμει του επίδικου ατυχήματος.» Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Μαρίας Γιαννακού η οποία βρίσκεται στην υπηρεσία των δικηγόρων της Ενάγουσας. Δεν προσθέτει οποιοδήποτε πραγματικό γεγονός αλλά περιορίζεται σε έκφραση γνώμης μέσα από συμβουλές και προσωπική πίστη που έχει ότι η τυχόν ύπαρξη ασφαλιστικού συμβολαίου μεταξύ θύματος τροχαίου ατυχήματος και ασφαλιστικής εταιρείας, ως επίσης και η τυχόν εφαρμογή της αρχής της υποκατάστασης δυνάμει του εν λόγω συμβολαίου, σε περίπτωση πληρωμής του θύματος από την ασφαλιστική εταιρεία, είναι παντελώς άσχετα με την αξίωση του θύματος εναντίον του υπαιτίου του τροχαίου ατυχήματος και, κατά συνέπεια, οποιαδήποτε αναφορά στα δικόγραφα για τα θέματα αυτά είναι ανεπίτρεπτη. Είναι η θέση της ότι η πληρωμή σε θύμα τροχαίου ατυχήματος από ασφαλιστική εταιρεία δυνάμει ασφαλιστικού συμβολαίου δεν θεωρείται αποζημίωση με την έννοια του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου ώστε να κωλύεται το θύμα από του να αξιώσει αποζημίωση από τον υπαίτιο του αστικού αδικήματος. Συνεπώς η οποιαδήποτε σχέση μεταξύ ασφαλιστικής εταιρείας και θύματος τροχαίου ατυχήματος και τυχόν αποζημίωση του θύματος από την ασφαλιστική του εταιρεία είναι παντελώς άσχετα με την αξίωση του θύματος εναντίον του υπαιτίου του τροχαίου ατυχήματος και οποιαδήποτε αναφορά στα δικόγραφα για τα θέματα αυτά είναι ανεπίτρεπτη. Ακολούθησε η καταχώρηση ειδοποίησης ότι η Εναγόμενη - Καθ' ης η αίτηση προτίθεται να προβάλει Ένσταση στην αίτηση. Η ένσταση της Εναγόμενης βασίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.19 Θ.Θ.4 και 26, Δ.26 Θ.2-10, Δ.27 Θ.1-3, Δ.48 Θ.1-9, και Δ.64, στο άρθρο 30.1 του Συντάγματος, στις γενικές εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου καθώς και στη νομολογία. Προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι Ένστασης:
  2. Η Αίτηση είναι γενική και αόριστη ή/και δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε βάσιμο ή/και επαρκή λόγο χορήγησης της αιτούμενης θεραπείας.
  3. Δεν πληρούνται ή/και δεν συντρέχουν οι νομοθετικές και νομολογιακές προϋποθέσεις οι οποίες εφαρμόζονται για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  4. Η Αίτηση γίνεται κακόπιστα ή/και καταχρηστικά ή/και με μοναδικό σκοπό την παρεμπόδιση της προβολής ή/και της ορθής τροχοδρόμησης μέρους της Υπεράσπισης ή/και την πρόκληση καθυστέρησης στην εκδίκαση της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής.
  5. Οι παράγραφοι, των οποίων ζητείται η διαγραφή, προβάλλουν συγκεκριμένη υπεράσπιση ή/και τα γεγονότα που περιβάλλουν συγκεκριμένη υπεράσπιση και καταγράφουν ουσιαστικά, ουσιώδη και σημαντικά γεγονότα άμεσα συνυφασμένα με τα επίδικα θέματα και απαραίτητα για την στοιχειοθέτηση της υπόθεσης της Εναγόμενης και την προσκόμιση εκ μέρους της Εναγόμενης μαρτυρίας στα πλαίσια διεξαγωγής της δίκης.
  6. Οι παράγραφοι, των οποίων ζητείται η διαγραφή, δεν περιέχουν οτιδήποτε που να μπορεί να θεωρηθεί ως μη αναγκαίο ή/και αχρείαστο ή/και περιττό ή/και σκανδαλώδες ή/και που να προκαλεί αμηχανία ή/και οποιαδήποτε ζημιά ή βλάβη στην Ενάγουσα ή/και να δυσχεραίνει τη διεξαγωγή της δίκης σύμφωνα με τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης ή/και να δικαιολογεί με οποιοδήποτε τρόπο την χορήγηση της αιτούμενης θεραπείας.
  7. Η Αίτηση δεν αποκαλύπτει τα γεγονότα επί των οποίων η Ενάγουσα στηρίζει τις αιτούμενες θεραπείες.
  8. Η Αίτηση έχει καταχωρηθεί παράτυπα ή/και καταχρηστικά, αφού η Ενάγουσα έχει εκχωρήσει το αγώγιμο δικαίωμα για άσκηση της παρούσας αγωγής και κατά συνέπεια δεν νομιμοποιείται στην καταχώριση της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής και κατ' επέκταση της παρούσας Αίτησης.
  9. Τυχόν έγκριση της Αίτησης παραβιάζει τις αρχές φυσικής δικαιοσύνης και το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της Εναγόμενης για δίκαιη δίκη. Η Ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Μάμα Πάρπα, λειτουργού του Τμήματος Απαιτήσεως της Εναγόμενης ο οποίος αφού αναφέρεται στο ιστορικό της αγωγής αναφέρει στην συνέχεια την θέση της Εναγόμενης, ότι δηλαδή πριν από το επίδικο ατύχημα, είχε συναφθεί μεταξύ της Ενάγουσας και της ασφαλιστικής εταιρείας AIG Europe Limited (Cyprus Branch) («η AIG») ασφαλιστήριο συμβόλαιο το οποίο ήταν τύπου περιεκτικής κάλυψης (comprehensive). Δυνάμει του αναφερόμενου ασφαλιστήριου συμβολαίου η AIG είχε την υποχρέωση να καλύψει όλες τις ζημιές που προέκυψαν από το επίδικο ατύχημα ενώ παράλληλα το σύνολο των αξιώσεων της Ενάγουσας έναντι τρίτων εκχωρούνταν στην AIG. Στη βάση αυτής της συμφωνίας, η AIG μετά το ατύχημα αποζημίωσε την Ενάγουσα για τις ζημίες του οχήματος της και κατέστη εκδοχέας οποιωνδήποτε δικαιωμάτων της. Είναι η θέση του ότι με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει εκ νέου την καταβολή αποζημιώσεων που αφορούν την επιδιόρθωση του οχήματος της ενώ ήδη έχει αποζημιωθεί για αυτές από την ασφαλιστική της εταιρεία. Παράλληλα, δεν είναι Ενάγουσα η AIG και ούτε δικογραφείται ή αποδεικνύεται ότι η AIG εξουσιοδότησε την έγερση της αγωγής. Συνεπώς, υπάρχει βάσιμη υπεράσπιση της Εναγόμενης στη βάση των πιο πάνω γεγονότων, την οποία η Εναγόμενη επιθυμεί να προωθήσει και, ως εκ τούτου, δεόντως δικογραφεί στις παραγράφους 1(α) και 9 της Υπεράσπισης. Κατά τα λοιπά ο Ενόρκως δηλών αναφέρεται στους λόγους Ένστασης τους οποίους εξειδικεύει χωρίς να παραθέτει όμως οτιδήποτε ουσιαστικό από πλευράς γεγονότων. Η Ένορκη του δήλωση στο μεγαλύτερο της μέρος συνιστά επιχειρηματολογία που δεν έχει θέση σε ένορκη δήλωση γεγονότων. Νομική Πτυχή Η Δ.19 Θ.26 και η Δ.27 Θ.3 είναι οι δικονομικές διατάξεις που επιτρέπουν την επέμβαση του Δικαστηρίου στο δικόγραφο ενός διαδίκου κατά παρέκκλιση του θεμελιακού κανόνα ότι το Δικαστήριο δεν επιβάλλει στα μέρη τον τρόπο με τον οποίο θα πλαισιώσουν την υπόθεσή τους. Αν και τόσο η Δ.19 Θ.26 όσο και η Δ.27 Θ.3 αφορούν διαγραφή δικογράφου, εντούτοις η εμβέλεια τους είναι διαφορετική. Η δυνάμει της Δ.27 Θ.3, εξουσία του Δικαστηρίου μπορεί να φτάσει μέχρι το σημείο έκδοσης απόφασης ή απόρριψης αγωγής. Από την άλλη έχει νομολογηθεί ότι η Δ.19 Θ.26 περιορίζεται στη διαγραφή μέρους του δικογράφου και όχι ολόκληρης της αγωγής. (βλ. Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon

(1998)1 Γ ΑΑΔ 1338, 1343). Επίσης έχει νομολογηθεί ότι με τη διάταξη Δ.19 Θ.26 δεν επιχειρείται εξέταση της εγκυρότητας του δικογράφου, αφού αυτό είναι ζήτημα που εξετάζεται δυνάμει της Δ.27. θ.3. (βλ. Cyber Group Ltd v. Χαραλαμπίδη κ.α.
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ 1852, 1860) Είναι καλά θεμελιωμένη στη νομολογία αρχή ότι η τήρηση των κανόνων σύνταξης δικογράφων είναι καίριας σημασίας για την αποτελεσματική διεξαγωγή της δίκης. Παραπέμπω σχετικά στην υπόθεση Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ v. Σαββίδη
(1997)1(Β) ΑΑΔ 685 όπου λέχθηκε ότι τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης. Η σύνταξή τους διέπεται από ιδιαίτερους δικονομικούς κανόνες που ενσωματώνονται στη Δ.19 και διασφαλίζουν την αποτελεσματική διεξαγωγή της δίκης. Το Ανώτατο Δικαστήριο χαρακτήρισε τον Θ. 4 της ίδιας διάταξης ως τον πιο θεμελιακό κανόνα σύμφωνα με τον οποίο τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν μόνο απαραίτητους και ουσιώδεις ισχυρισμούς και ότι η μαρτυρία για απόδειξη των επίδικων θεμάτων δεν έχει θέση στα δικόγραφα. Τονίστηκε ότι η διατύπωση και η παρουσίαση της υπόθεσης πρέπει να είναι λιτή χωρίς πλατειασμούς. (βλ. επίσης Αγγελίδου Μιράντα ν. Σοφοκλή Μούσουλου,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1846. Όπως επεξηγείται στην Cyber Group Ltd v. Χαραλαμπίδης (ανωτέρω) η Δ.19 Θ. 26 επιτρέπει τη διαγραφή δικογράφου το οποίο είναι μη αναγκαίο ή σκανδαλώδες ή τείνει να προκαταλάβει ή επηρεάσει τη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής και έχει ως κύριο σκοπό τη συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων. Όμως δεν είναι κανόνας η διαγραφή δικογράφου ή μέρους αυτού όταν με κάποιο τρόπο υπάρχει παράβαση των δικονομικών κανόνων σύνταξης. Απεναντίας, η διαγραφή αποτελεί την σπάνια εξαίρεση. Στην Vector Onega A.G. v. του πλοίου Μ/V Girvas κ.α.
(2000)1Α Α.Α.Δ 16 με αναφορά σε Αγγλική και Κυπριακή Νομολογία τονίζεται το δικαίωμα των διαδίκων να καθορίζουν ελεύθερα τα δικόγραφα τους και η αρχή ότι διαγραφή μπορεί να γίνει μόνο σε εμφανείς και ξεκάθαρες περιπτώσεις παράβασης των κανόνων σύνταξης δικογράφων. Στο σύγγραμμα Bullen & Leake, 12η Έκδοση, σελ. 146-148 κάτω από τον τίτλο "Pleadings Tending to Prejudice, Embarrass or Delay Fair Trial" αναφέρεται ότι ένα δικόγραφο τείνει να προκαταλάβει, προσβάλει ή καθυστερήσει τη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής εάν είναι διφορούμενο ή ακατανόητο ή περιέχει άσχετα θέματα και έτσι εγείρει άσχετα ζητήματα τα οποία δυνατόν να προκαλούν έξοδα, ανωμαλία και καθυστέρηση και ως εκ τούτου τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς τη δίκαιη δίκη. Για παράδειγμα εάν ένας εναγόμενος δεν καθιστά σαφές σε ποια έκταση η απαίτηση του Ενάγοντος είναι αποδεκτή τότε το δικόγραφο του είναι προσβλητικό. Στην υπόθεση Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd ν. Hussein Ali Abdallah H κ.α., Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 69/2011, ημερομηνίας 19.7.2013 με παραπομπή στο Annual Practice, 1958, σελ. 477-479, λέχθηκε ότι η φράση «τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς, να προκαλέσουν αμηχανία, ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη της αγωγής» έχει ερμηνευθεί φιλελεύθερα από τα δικαστήρια, έτσι ώστε απλή πολυλογία να μην προκαλεί αμηχανία. Όπως αναφέρεται και στο Annual Practice, 1958 σελ. 477, απλώς και μόνο το γεγονός ότι το δικόγραφο περιλαμβάνει κάποιο αχρείαστο (unnecessary) θέμα δεν είναι αρκετό για διαγραφή του αν κατά τα άλλα δεν προκαλεί βλάβη. Για παράδειγμα, εάν δικογραφούνται σημαντικά θέματα αλλά σε αχρείαστη έκταση δεν θα διαγραφούν απλώς και μόνο για αυτό το λόγο. Εάν όμως δικογραφούνται γεγονότα τόσο άσχετα τα οποία μπορεί να συνεπάγονται έξοδα, ταλαιπωρία και καθυστέρηση τότε πρέπει να διαγράφονται γιατί θα επηρεάσουν τη δίκαιη διεξαγωγή της δίκης. Στο σύγγραμμα Bullen & Leake, 12η Έκδοση στην σελίδα 144 αναφέρεται επίσης ποιο είναι το δικόγραφο το οποίο θεωρείται σκανδαλώδες (scandalous). Ειδικότερα, ισχυρισμοί σε ένα δικόγραφο θεωρούνται σκανδαλώδεις αν εκθέτουν ζητήματα που είναι προσβλητικά ή ανέντιμα ή που μόνο σκοπό έχουν να επηρεάσουν δυσμενώς τον αντίδικο. Επίσης, αχρείαστοι ή επουσιώδεις ισχυρισμοί θα διαγραφούν ως σκανδαλώδεις αν θίγουν τον αντίδικο ή αποδίδουν σε αυτόν ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο κατηγορία για αθέμιτη διαγωγή ή συμπεριφορά ή κακή πίστη. Από την άλλη ένας τέτοιος σκανδαλώδης ισχυρισμός δεν θα διαγραφεί εάν είναι αναγκαίος ή σχετικός με οποιοδήποτε επίδικο θέμα. Η ίδια αυστηρότητα παρατηρείται στη νομολογία και σε σχέση με την Δ.27 Θ. 3 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Έχει επισημανθεί ότι η διαγραφή δικογράφου συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. (βλ. Drummond - Jackson v. British Μ. Ass. & Others [1970] 1 All E.R. 1094, Ιn Re Pelmako Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246). Η Δ.27 Θ.3 αφορά το κατά πόσον η βάση αγωγής ή υπεράσπισης που αποκαλύπτεται με τα δικόγραφα έχει βάση συζήτησης (no reasonable cause of action or answer), ή στην περίπτωση που αυτή φαίνεται ότι είναι επιπόλαιη ή ενοχλητική (frivolous or vexatious), το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να απορρίψει την απαίτηση ή την υπεράσπιση. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Βullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings (12η έκδοση) στη σελ. 144 σε τέτοια αίτηση το ερώτημα που τίθεται δεν θα πρέπει να είναι κατά πόσο αποκαλύπτεται καλή βάση αγωγής ή υπεράσπισης αλλά αν αποκαλύπτεται μια εύλογη βάση Αγωγής ή Υπεράσπισης. Πρόσθετα στην Κύπρο η θεραπεία αυτή θα πρέπει να εξετάζεται σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του Άρθρου 30 του Συντάγματος που καθιερώνει το δικαίωμα κάθε διαδίκου να προσφεύγει στο Δικαστήριο και να προβάλλει τις θέσεις του. Επίσης στο ίδιο σύγγραμμα στη σελ. 145 αναφέρεται ότι μια αγωγή ή ένα δικόγραφο είναι επιπόλαιο (frivolous) όταν δεν έχει ουσιαστικό υπόβαθρο και είναι ενοχλητικό (vexatious) όταν δεν γίνεται με καλή πίστη και έχει σκοπό την καταπίεση ή να προκαλέσει στην άλλη πλευρά αγωνία, ταλαιπωρία και έξοδα. Εφόσον το δικόγραφο αποκαλύπτει κάποια αιτία Αγωγής ή Υπεράσπισης ή εγείρει κάποιο ζήτημα το οποίο είναι κατάλληλο για να αποφασιστεί από το Δικαστήριο, το απλό γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύνατη και δεν ενδέχεται να πετύχει, δεν αποτελεί λόγο για τη διαγραφή του (βλ. Annual Practice 1953, σελ. 575 και Moore v. Lawson, 31 T.L.R 418, C.A). Ούτε επίσης είναι επιτρεπτή η εξέταση σε βάθος της Υπεράσπισης. Η υπό κρίση Αίτηση Αυτό που πρέπει να αποφασιστεί στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης είναι ουσιαστικά, κατά πόσον το ισχυριζόμενο γεγονός ότι η Ενάγουσα έχει αποζημιωθεί από μια ασφαλιστική εταιρεία η οποία δεν είναι μέρος της αγωγής και στην οποία η Ενάγουσα έχει κατ' ισχυρισμό εκχωρήσει τα δικαιώματα της που πηγάζουν από το επίδικο ατύχημα μπορεί να αποτελέσει μια εύλογη βάση υπεράσπισης έναντι της Ενάγουσας. Η πλευρά των Εναγομένων υποστηρίζει ότι οι παράγραφοι των οποίων ζητείται η διαγραφή, περιγράφουν όλα τα γεγονότα τα οποία υποστηρίζουν τη θέση της Εναγόμενης περί εκχώρησης του αγώγιμου δικαιώματος της Ενάγουσας στην AIG και συνεπώς της μεταβίβασης του δικαιώματος επί των ζημιών από την Ενάγουσα στην AIG. Πρόκειται, όπως ισχυρίζονται, για σημαντική ενότητα της Υπεράσπισης της Εναγόμενης, αφού τα γεγονότα τα οποία περιγράφονται σε αυτήν υποστηρίζουν και επιβεβαιώνουν τη θέση της Εναγόμενης ότι δεδομένου ότι η πληρωμή της απαίτησης από την AIG έγινε σε χρόνο πριν από την καταχώρηση της παρούσης αγωγής και παρείσφρησε εκχώρηση, η Ενάγουσα δε νομιμοποιείται να αξιώνει οποιοδήποτε ποσό και κατ' επέκταση δεν ανιχνεύεται στο πρόσωπο της αγώγιμο δικαίωμα. Πέρα από την πραγματική υπόσταση του ισχυρισμού, το ζήτημα της υποκατάστασης του θύματος τροχαίου ατυχήματος από ασφαλιστική εταιρεία η οποία τον αποζημίωσε και κατά πόσον το αγώγιμο δικαίωμα παραμένει στο θύμα ή μεταβιβάζεται στην εν λόγω ασφαλιστική εταιρεία είναι κυρίως ζήτημα νομικό. Η πλευρά των Εναγόντων - Αιτητών παρέπεμψε σε νομολογία και σε συγγράμματα σχετικά με την υποκατάσταση και εκχώρηση αγώγιμου δικαιώματος σε ασφαλιστή. Ειδικότερα στο σύγγραμμα MacGillivray & on "Insurance Law", 9η έκδοση αναφέρονται τα ακόλουθα: "22-43. Insurer has no right to sue in own name. The cause of action for damages remains in the assured and an insurer subrogated to the assured's rights brings the action in the name of his assured, who's action it is." Στην Buckland v. Palmer
(1984)3 All ER. 554 λέχθηκαν τα εξής: "An insurer who pays his insured under a comprehensive policy and then seeks under his right of subrogation to recover the sum in the name of his insured can have no greater rights, against the tortfeasor than those of the insured." Στην υπόθεση Chellaram & Sons (London) Ltd v. Overtania Shipping Co. Ltd
(1982)1 C.L.R. 699, ο Σαββίδης Δ. στη σ. 710, αφού ανασκόπησε τη νομολογία κατάληξε ως εξής: "If once the claim is paid, then, as a matter of equity, the rights to recover against third persons pass from the assured to the insurer, although the legal right to compensation remains in the assured, and although actions at law must be brought in the name of the assured and not of the insurer - see London Assurance Co. v. Sainsbury and King v. Victoria Insurance Co." Στους Ηalsbury's Laws of England, 4η ΄Εκδοση, Reissue, Volume 25, σελ. 293 παρ. 509 αναφέρονται τα εξής: "In the absence of a formal assignment of the right of action the insurers cannot sue the third party in their own names; they must bring the action in the name of the assured. On receiving a proper indemnity against costs, it is the duty of the assured to permit his name to be used in such action." Απόλυτα σχετική είναι η υπόθεση Kelly ν. Νικολάου,
(1992)1 Α.Α.Δ. 463 στην οποία το εφετείο ανέτρεψε πρωτόδικη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε αγωγή για τον λόγο ότι ο Ενάγοντας είχε αποζημιωθεί από ασφαλιστική εταιρεία με την οποία είχε συμβληθεί. Λέχθηκαν ειδικότερα τα εξής σε σχέση με την ερμηνεία του άρθρου 61 του Κεφ. 149: «Η ορθή ερμηνεία των προνοιών του άρθρου αυτού, όπως αποδίδεται με τη γραμματική και συνήθη έννοια των λέξεων που χρησιμοποιούνται, αλλά και που συνάδει απόλυτα με το σκοπό του νομοθέτη, είναι πως το θύμα αστικού αδικήματος όταν αποζημιωθεί ή τύχει άλλης θεραπείας δεν μπορεί να αξιώσει πάρα πέρα αποζημίωση, με αιτία αγωγής το ίδιο αστικό αδίκημα. Η λέξη "compensation - αποζημίωση", και η φράση "in respect of such civil wrong - επί τω τοιούτω) αστικώ αδικήματι" υποδηλώνουν αποζημίωση από το νομικά υπόχρεο πρόσωπο ως υπαίτιο του αστικού αδικήματος. Για να δώσουμε ένα παράδειγμα. Όταν η ζημιά ενός ατόμου, που προήλθε από αστικό αδίκημα, αποκατασταθεί από συγγενικό του πρόσωπο ή άλλο, δεν έχει ως συνέπεια την απαλλαγή του υπαιτίου για το αστικό αδίκημα για αποζημίωση του θύματος. Η αποκατάσταση της ζημιάς του θύματος, στο παράδειγμα που δίδουμε, δεν θεωρείται αποζημίωση από τον νόμιμα υπόχρεο στην καταβολή της ως υπαίτιο για το αστικό αδίκημα. Στην υπό κρίση υπόθεση η πληρωμή στον εφεσείοντα από την ασφαλιστική εταιρεία της ζημιάς που υπέστη, έγινε σύμφωνα με το συμβόλαιο, που υπεγράφη μεταξύ τους, για την κάλυψη ζημιάς, και όχι ως αποζημίωση του αστικού αδικήματος για το οποίο υπαίτιος είναι ο εφεσίβλητος. Η διευθέτηση του εφεσείοντα με την ασφαλιστική του εταιρεία ήταν συμβατική και παντελώς άσχετη με την αξίωση του εναντίον του εφεσίβλητου με αιτία αγωγής την υπαιτιότητα του για το αστικό αδίκημα της αμέλειας. Γι' αυτούς ακριβώς τους λόγους και οποιαδήποτε αναφορά στα δικογραφήματα, και κατ' ακολουθία στη μαρτυρία, για τη σχέση αυτή θα ήταν ανεπίτρεπτη.» Κατ' ακολουθία της πιο πάνω απόφασης έτσι και στην παρούσα περίπτωση οποιαδήποτε αναφορά στα δικόγραφα σε σχέση με την συμβατική σχέση μεταξύ Ενάγουσας και της ασφαλιστικής της εταιρείας δεν πρέπει να επιτραπεί. Όπως προκύπτει από την Kelly ν. Νικολάου (ανωτέρω) αλλά και από τα συγγράμματα στα οποία έγινε παραπομπή πιο πάνω το εκάστοτε θύμα τροχαίου ατυχήματος έχει πάντοτε δικαίωμα καταχώρισης αγωγής εναντίον του αδικοπραγήσαντα. Απλώς σε περίπτωση εκχώρησης της απαίτησης από το θύμα σε ασφαλιστική εταιρεία τότε αποκτά δικαίωμα η ασφαλιστική εταιρεία να εγείρει αγωγή στο όνομα του θύματος ή ακόμα και στο δικό της όνομα σε περίπτωση που κριθεί ότι υπάρχει επίσημη εκχώρηση (formal assignment) της απαίτησης. Παραπέμπω στο άρθρο 3
(1)του Κεφ. 149 όπου αναφέρονται τα εξής: «.oπoιoδήπoτε πρόσωπo, πoυ υφίσταται βλάβη ή ζημιά λόγω αστικoύ αδικήματoς δικαιoύται vα αvαζητήσει από τo πρόσωπo τo οπoίo διέπραξε ή ευθύvεται για τo αστικό αυτό αδίκημα τις θεραπείες τις oπoίες τo δικαστήριo έχει εξoυσία vα χoρηγήσει.» Πως μπορεί οποιαδήποτε ιδιωτική συμφωνία μεταξύ του προσώπου που υφίσταται βλάβη ή ζημιά λόγω του αστικού αδικήματος και κάποιου τρίτου προσώπου να στερήσει από τον πρώτο τα νόμιμα δικαιώματά του εναντίον αυτού που ευθύνεται για αστικό αδίκημα; Διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα εάν η παρούσα αγωγή εγειρόταν από την ασφαλιστική εταιρεία της Ενάγουσας και όχι από την ίδια την Ενάγουσα. Τότε ενδεχομένως να υπήρχε συζητήσιμο ζήτημα αναφορικά με το κατά πόσον η εν λόγω ασφαλιστική εταιρεία απέκτησε ή όχι αγώγιμο δικαίωμα δυνάμει της εκχώρησης. Αν αποφασιζόταν λόγου χάρη, ότι υπήρχε εκχώρηση τότε δεν θα εγειρόταν αμφισβήτηση στο δικαίωμα της ασφαλιστικής εταιρείας ως εκδοχέων να κινήσουν μόνοι τους την αγωγή. (βλ. Chrysostomou v. G.S. Chalkousi & Sons
(1978)1 C.L.R. 10). Δεν σημαίνει όμως ότι σε τέτοια περίπτωση αποκλείεται ο εκχωρητής από του να κινήσει απευθείας αγωγή εναντίον του Εναγομένου. Ακόμα κι αν υπήρχε δηλαδή εκχώρηση, η ασφαλιστική εταιρεία θα μπορούσε και πάλιν να κινήσει αγωγή στο όνομα του ασφαλισμένου. Αφού επιτρέπεται το μείζον επιτρέπεται και το έλασσον. Από την στιγμή που, στην παρούσα περίπτωση, η απαίτηση εγείρεται κατ' ευθείαν από την Ενάγουσα η οποία είναι εκ του νόμου δικαιούχο πρόσωπο (θύμα) να αποζημιωθεί από το νομικά υπόχρεο πρόσωπο (αδικοπραγήσαντα) τότε δεν τίθεται ζήτημα κωλύματος λόγω της οποιασδήποτε συμφωνίας της Ενάγουσας με την ασφαλιστικής της εταιρεία. Τέτοιοι ισχυρισμοί δεν μπορούν να αποτελέσουν εύλογη βάση υπεράσπισης και το μόνο που επιτυγχάνουν είναι να περιπλέξουν και/ή καθυστερήσουν την όλη εκδίκαση της υπόθεσης. Συνεπώς πρέπει να διαγραφούν σε αυτό το στάδιο. Εν όψει όλων των πιο πάνω η παρούσα Αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η διαγραφή ολόκληρων των παραγράφων 1 (α) και 9 από την Υπεράσπιση των Εναγομένων. Επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας - Αιτήτριας και εναντίον των Εναγομένων - Καθ' ων η Αίτηση τα έξοδα της Αίτησης τα οποία να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. Είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. [Υπ.] Χ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.