← Κύπρος

Sujani Gunasihghe ν. Κωνσταντίνα Κωνσταντίνου, Αρ. Αγωγής: 4003/09, 29/7/2016

Sujani Gunasihghe ν. Κωνσταντίνα Κωνσταντίνου, Αρ. Αγωγής: 4003/09, 29/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A454 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 4003/09 Μεταξύ: Sujani Gunasihghe Ενάγουσα και Κωνσταντίνα Κωνσταντίνου Εναγομένης και Ranjith Vidana Pathiranage Τριτοδιάδικος Ημερομηνία: 29 Ιουλίου 2016 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγουσα: κ. Μιχάλης Κ. Μιχαηλίδης Για τον Εναγομένη: κα Χρ. Ερωτοκρίτου για Ανδρέας Π. Ερωτοκρίτου & Σια Για τριτοδιάδικο: κα Κ. Πετρίδου για Λ. Παπαφιλίππου & Σια Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα ζητά γενικές και ειδικές αποζημιώσεις και άλλες συναφείς ζημιές τις οποίες υπέστη συνεπεία τροχαίου ατυχήματος το οποίο συνέβη στις 9.10.2007 και ώρα 7.15 π.μ στη Λεωφόρο Τσερίου στη Λευκωσία συνεπεία της αμέλειας και/ή παραβάσεως των νομίμων καθηκόντων της Εναγομένης η οποία οδηγούσε το υπ' αρ. ΚΚΑ212 αυτοκίνητο της και προσέκρουσε επί του μοτοποδηλάτου με αρ. HPN287 στο οποίο η Ενάγουσα ήτο συνεπιβάτιδα. Κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, η Εναγόμενη καταχώρησε στις 29.10.2010 Ειδοποίηση προς τον ως άνω αναφερόμενο Τριτοδιάδικο, με την οποία ήγειρε εναντίον του αξίωση όπως αποζημιωθεί εν σχέσει με την αξίωση της Ενάγουσας και τα έξοδα της αγωγής, επί τω ότι το περί ου ο λόγος δυστήχημα επεσυνέβη λόγω της αποκλειστικής και/ή συντρέχουσας αμέλειας του. Ζητά συνεισφορά και/ή αποζημιώσεις αναλόγως του καθορισμού ευθύνης δι' οιονδήποτε ποσόν ήθελε τυχόν επιδικασθεί εις όφελος της Ενάγουσας. Στις 27.1.2014 όλα τα μέρη της διαδικασίας συμφώνησαν ότι το ποσό των γενικών αποζημιώσεων επί πλήρους ευθύνης ανέρχεται στο ποσό των €30.000 με νόμιμο τόκο από 1.1.2011. Στις 20.1.2016 και ενώ η υπόθεση βρισκόταν στο στάδιο της ακρόασης, ο συνήγορος της Ενάγουσας με δήλωση του ενώπιον του Δικαστηρίου απέσυρε οποιαδήποτε απαίτηση σε σχέση με ειδικές αποζημιώσεις. Απομένει επομένως η εξέταση του ζητήματος της ευθύνης. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, κατά ή περί την 9.10.07 η Ενάγουσα, ηλικίας 30 ετών από τη Σρι Λάνκα και κάτοικος Κύπρου, ήτο συνεπιβάτιδα επί του μοτοποδηλάτου μάρκας KIMCO με αρ. εγγρ. ΗΡΝ 287 το οποίο οδηγήτο νόμιμα υπό του Ranjith Vidan Pathiranage. Η Εναγόμενη με αμέλεια και/ή συντρέχουσα αμέλεια οδήγησε και/ή διεύθυνε το αναφερόμενο όχημα της με συνέπεια να προκαλέσει δυστύχημα, ήτοι να επιπέσει επί του μοτοποδηλάτου επί του οποίου επέβαινε η Ενάγουσα και να προκαλέσει σε αυτή εκτεταμένες σωματικές βλάβες και άλλες συναφείς ζημιές. Η Εναγόμενη καθ' όλους τους ουσιώδης προς την παρούσα αγωγή χρόνους ήτο οδηγός και ιδιοκτήτρια του οχήματος με αρ. εγγρ. ΚΚΑ 212 μάρκας MAZDA. Στην Έκθεση Απαίτησης παρατίθενται λεπτομέρειες αμέλειας της Εναγομένης και ειδικότερα ότι: (α) Οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα και/ή υπερβολική υπό τις περιστάσεις. (β) Απέφυγε και/ή παρέλειψε να σταματήσει και να ελέγξει την Λεωφόρο Τσερίου, στην οποία εισήλθε από χωμάτινο και/ή μη εγκριμένο δρόμο, (γ) Απέφυγε και/ή παρέλειψε να έχει οιανδήποτε επαρκή προσοχή και φροντίδα για άλλα οχήματα τα οποία χρησιμοποιούσαν την Λεωφόρο Τσερίου. (δ) Εισήλθε εντός της Λεωφόρου Τσερίου χωρίς προηγουμένως να σταματήσει και/ή να ελέγξει ότι ήτο ασφαλές να το πράξει, (ε) Εισήλθε εντός της Λεωφόρου Τσερίου παράνομα και/ή από μη εγκεκριμένο σημείο, κα/ή παραβίασε την συνεχόμενη άσπρη γραμμή, (στ) Επέδειξε εγωιστική συμπεριφορά. (ζ) Απέτυχε και/ή παρέλειψε να ελέγξει το όχημα της και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο να οδηγήσει το όχημα της για να αποφύγει την σύγκρουση. (η) Επέπεσε επί του οχήματος στο οποίο επέβαινε η ενάγουσα. (θ) Παρέλειψε να δει εγκαίρως και/ή ενωρίς το μοτοποδήλατο επί του οποίου επέβαινε η ενάγουσα, το οποίο οδηγήτο νόμιμα επί της Λεωφώρου Τσερίου. (ι) Γενικά οδηγούσε κατά τρόπο αμελή και κατά παράβαση των νομίμων καθηκόντων της περί το οδηγείν. Συνεπεία της πιο πάνω αμέλειας της Εναγομένης, η Ενάγουσα υπέστη σωματικές βλάβες και ή ζημιές στο αριστερό της πόδι και/ή ειδικές ζημιές στις οποίες δεν θα επεκταθώ καθότι το θέμα των αποζημιώσεων, τόσο των γενικών όσο και των ειδικών, δεν είναι πλεόν επίδικο. Με την Έκθεση Υπεράσπισης, η Εναγομένη παραδέχεται ότι κατά ή περί την 9.10.2007 ενεπλέκη σε ατύχημα με το υπ' αρ. ΗΡΝ 287 μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο Τριτοδιάδικος ενόσω η Ενάγουσα επέβαινε του μοτοποδηλάτου. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι νόμιμα και κανονικά σταμάτησε στο σημείο του χωμάτινου δρόμου που εφάπτετο της Λεωφόρου Τσερίου με πρόθεση να στρίψει δεξιά. Όχημα το οποίο ήλαυνε εκ δεξιών της Εναγόμενης σταμάτησε και έδωσε προτεραιότητα και/ή νόημα στην Εναγόμενη να εξέλθει δεξιά. Η Εναγόμενη εκκινώντας και εξερχόμενη με ελάχιστη ταχύτητα συγκρούστηκε με το μοτοποδήλατο υπ' αρ. εγγραφής ΗΡΝ 287, το οποίο προσπερνούσε οχήματα που ήσαν πίσω από το όχημα το οποίο σταμάτησε για να δώσει προτεραιότητα στην εναγόμενη. Είναι ισχυρισμός και θέση της Εναγόμενης ότι το επίδικο ατύχημα, οφειλόταν στην αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια του οδηγού του υπ' αρ. εγγραφής ΗΡΝ 287 μοτοποδηλάτου και/ή στην υπ' αυτού παράβαση των νόμιμων καθηκόντων του τον οποίο ως αναφέρθηκε κάλεσε στην διαδικασία ως Τριτοδιάδικο. Στην Έκθεση Απαίτησης που καταχώρισε η Εναγόμενη εναντίον του Τριτοδιαδίκου επαναλαμβάνει τις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε το ατύχημα και παραθέτει λεπτομέρειες της αποκλειστικής και/ή συντρέχουσα αμέλειας του Τριτοδιαδίκου και/ή στην υπ' αυτού παράβαση των νομίμων καθηκόντων του. Ειδικότερα ότι ο τελευταίος: (α) Οδηγούσε με υπερβολική υπό τας περιστάσεις ταχύτητα. (β) Παρέλειψε να λάβει υπόψη του την λοιπή τροχαία κίνηση. (γ) Παρέλειψε να τηρεί την κανονική πορεία του και/ή παρέλειψε να οδηγεί στη αριστερή πλευρά του δρόμου. (δ) Δημιούργησε δεύτερη λωρίδα και/ή αντί να παραμείνει στην ορθή λωρίδα κυκλοφορίας και/ή ακολουθεί τα προπορευόμενα οχήματα του, απότομα και/ή χωρίς προειδοποίηση επιχείρησε να προσπεράσει τα προπορευόμενα του οχήματα (ε) Παρέλειψε να έχει την δέουσα εποπτεία του δρόμου. (ζ) Παρέλειψε να δώσει οιονδήποτε σήμα περί της προσέγγισης του. (η) Παρέλειψε να έχει κανονικό έλεγχο του οχήματος του. (θ) Οδηγούσε στην λανθασμένη πλευρά του δρόμου. (ι) Παρέλειψε να ελαττώσει ταχύτητα και/ή πεδήσει εγκαίρως ή καθόλου. (κ) Παρέλειψε να προβεί σε οιονδήποτε ελιγμό προς αποφυγή της σύγκρουσης. (λ) Οδηγούσε αφηρημένα και/ή επιχείρησε προσπέρασμα σε τόπο και χρόνο που δεν ήτο ασφαλές να πράξει τούτο. (κ) Γενικά οδηγούσε αμελώς. Με την Υπεράσπισή του στην Έκθεση Απαίτησης της Εναγομένης, ο Τριτοδιάδικος παραδέχεται μόνο ότι στον ισχυριζόμενο τόπο και χρόνο, επεσυνέβη δυστύχημα μεταξύ του ιδίου και της Εναγόμενης. Αρνείται τις ισχυριζόμενες λεπτομέρειες του δυστυχήματος όπως αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης της Εναγομένης και υιοθετεί και επαναλαμβάνει ως να ήταν μέρος της Υπεράσπισης του τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης της Ενάγουσας στον βαθμό και/ή στην έκταση που δεν αντιβαίνουν με τους ισχυρισμούς του. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι το δυστύχημα επεσυνέβη λόγω της αποκλειστικής και/ή συντρέχουσας αμέλειας της Εναγομένης. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι η Εναγομένη: α) Οδηγούσε με υπερβολική και/ή υπερβολική υπό τις περιστάσεις και/ή επικίνδυνη ταχύτητα και/ή β) Παρέλειψε να χρησιμοποιήσει έγκαιρα και/ή καθόλου και/ή αποτελεσματικά τα φρένα του αυτοκινήτου της και/ή οδηγούσε τούτο χωρίς φρένα και/ή γ) Παρέλειψε να έχει την πρέπουσα και/ή οποιαδήποτε παρατήρηση και εποπτεία του δρόμου επί του οποίου οδηγούσε και της εν γένει τροχαίας κίνησης επί τούτου και/ή δ) Παρέλειψε να αντιληφθεί καθόλου και/ή έγκαιρα το όχημα που οδηγούσε ο Τριτοδιάδικος και/ή ε) Παρέλειψε να λάβει τα ενδεδειγμένα μέτρα και να προβεί στους κατάλληλους ελιγμούς προς αποφυγή της σύγκρουσης και/ή στ)Έθεσε τον Τριτοδιάδικο προ αιφνίδιου διλήμματος και του αποστέρησε την δυνατότητα να αποφύγει την σύγκρουση και/ή ζ) Απέκοψε την ελεύθερη πορεία του οχήματος του Τριτοδιάδικου και/ή η) Παρέλειψε να σταματήσει στο ΑΛΤ πριν εισέλθει από την πάροδο όπου οδηγούσε, εντός του κυρίου δρόμου και/ή παρέλειψε να βεβαιωθεί ότι ήταν απόλυτα ασφαλές πριν εισέλθει στον κύριο δρόμο και/ή θ) Γενικά ενήργησε αμελώς και χωρίς την δέουσα φροντίδα και προσοχή. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Για την πλευρά της Ενάγουσας κατέθεσε ο Αστυφύλακας 2551 Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου (Μ.Ε.1) και η Ενάγουσα (Μ.Ε.2). Για την Υπεράσπιση κατέθεσε η ίδια η Εναγόμενη (Μ.Υ) ενώ για τον Τριτοδιάδικο κατέθεσε ο ίδιος (Μ.Τ). Πιο κάτω παραθέτω όσο το δυνατόν πληρέστερα την μαρτυρία κάθε μάρτυρα και παράλληλα εξηγώ τους λόγους για τους οποίους η μαρτυρία εκάστου γίνεται πιστευτή εξ ολοκλήρου ή μερικώς ή καθόλου. Προτού χρησιμοποιηθεί η μαρτυρία που έχει προσφερθεί στο Δικαστήριο αυτή πρέπει να αξιολογηθεί ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις πάνω σε όλα τα αμφισβητούμενα γεγονότα. (βλ. Κώστας Ιωάννου ν. Όλγας Παλάζη

(2004)1 Α.Α.Δ. 576.) Μαρτυρία η οποία κρίνεται αναξιόπιστη δεν μπορεί να αποτελέσει αποδεικτικό υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου. (βλ. Αθανασίου και Άλλος ν. Αντώνη Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614). Η αποτίμηση της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα δεν πρέπει να συγχέεται με το βάρος απόδειξης που φέρει ο κάθε διάδικος. (Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138, KEO Plc v. Χριστάκης Χριστοφή, Πολιτική Έφεση αρ. 138/2010 ημερ. 22/5/2015). Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή της γνώσης τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και η αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια είτε να αποδεχθεί στο σύνολο της την μαρτυρία ενός μάρτυρα ο οποίος κρίθηκε αξιόπιστος είτε να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του το οποίο κρίνει ότι εκφράζει την αλήθεια και ταυτόχρονα να απορρίψει άλλο μέρος το οποίο θεωρεί ως λανθασμένο είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (βλ. Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, 268.) Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα επίσης υπόψη μου ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο. (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339) Ως Μ.Ε. 1 κατέθεσε ο Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου, Αστυφύλακας 2551 ο οποίος κατά τον Οκτώβριο του 2007 υπηρετούσε στον Κλάδο Ατυχημάτων Τροχαίας Λευκωσίας. Είχε ασχοληθεί με την διερεύνηση του ατυχήματος που αφορά η παρούσα αγωγή και ετοίμασε ποινικό φάκελο ο οποίος έχει καταστραφεί. Έχει στην κατοχή του συνοπτική Έκθεση ατυχήματος που ετοίμασε το γραφείο Αστυνομικών Εκθέσεων της τροχαίας Λευκωσίας βασιζόμενοι στον ποινικό φάκελο που ετοίμασε ο ίδιος. Το σχέδιο που επισυνάπτεται στην αστυνομική έκθεση είναι ακριβές αντίγραφο του σχεδίου που ετοίμασε για σκοπούς του ποινικού φακέλου βασιζόμενος σε ευρήματα από την επίσκεψη του στον χώρο του ατυχήματος και από μαρτυρίες που έλαβε από τους ενεχόμενους οδηγούς και την συνεπιβάτιδα του μοτοποδηλάτου. Το σχέδιο είναι συμμετρικό και απεικονίζει σκηνή ατυχήματος ανάμεσα στα οχήματα ΚΚΑ121 και του μοτοποδηλάτου ΗΡΝ
  1. Κατέθεσε το εν λόγω σχέδιο ως Τεκμήριο
  2. Το σχέδιο αυτό δεν είναι αυτό που υπεδείχθη στους οδηγούς. Είχε υποδειχθεί ένα πρόχειρο σχέδιο το οποίο υπέγραψαν και οι δύο οδηγοί. Εξήγησε στο δικαστήριο το Τεκμήριο 1 και ανέφερε ότι το όχημα υπ. Αρ. ΚΚΑ121 εισήλθε στην Λεωφόρο Τσερίου από χωμάτινο δρόμο. Αφού εισήλθε κάθετα στην λεωφόρο τσερίου συγκρούστηκε με το μοτοποδήλατο υπ αρ. ΗΡΝ287στο σημείο Χ στην συνέχεια μετακινήθηκε από το σημείο σύγκρουσης και πέρασε την συνεχόμενη άσπρη γραμμή κατά μήκος του οδοστρώματος. Για το δυστήχημα κατηγορήθηκε η οδηγός του αυτοκινήτου σε δύο κατηγορίες. Η μια αφορούσε οδήγηση χωρίς την δέουσα προσοχή και φροντίδα και η άλλη για παραβίαση σήματος τροχαίας δηλαδή άσπρη συνεχόμενη γραμμή ευρισκόμενη κατά μήκος του μέσου της Λεωφόρου Τσερίου. Δεν γνωρίζει το αποτέλεσμα της ποινικής υπόθεσης αλλά σίγουρα δεν κλητεύθηκε να δώσει μαρτυρία. Δεν γνωρίζει επίσης αν ο χωμάτινος δρόμος είναι εγγεγραμμένος, αλλά στους χάρτες που είχε εξετάσει τότε δεν φαινόταν πουθενά. Αντεξεταζόμενος από την συνήγορο της Εναγομένης ανέφερε ότι η Λεωφόρος Τσερίου είναι πολυσύχναστος δρόμος διπλής κατεύθυνσης. Αποτελείται από 2 λωρίδες κυκλοφορίας οι οποίες έχουν πλάτος περίπου 3 μέτρα έκαστη. Ένα αυτοκίνητο έχει περίπου 1,50 μ. - 1,70 μ. πλάτος. Καθόλο το μήκος της λεωφόρου υπάρχουν πάροδοι. Δεν θυμάται να είχε καταγράψει ισχυρισμό της Εναγομένης ότι το μοτοποδήλατο προσπερνούσε σειρά οχημάτων. Ανέφερε επίσης ότι το ατύχημα συνέβηκε σε ώρα αιχμής (07.15 π.μ.) κατά την οποία η κυκλοφορία ήταν πυκνή. Σε ερώτηση κατά πόσον έχει καταγράψει τις ορατότητες ανέφερε ότι είναι εκπαιδευτής διερεύνησης δυστηχημάτων και όταν συμπληρώνει ένα φάκελο πάντοτε καταγράφονται οι ορατότητες. Δυστυχώς όμως ο φάκελος έχει απωλεσθεί. Το όχημα ΚΚΑ212 μάλλον ήταν τύπου saloon και το ύψος του περίπου 1,50 με 1,
  3. Το μοτοποδήλατο Kymco 49cc έχει ύψος από την σέλα μέχρι το έδαφος περίπου 70-80 εκατοστά. Σε ερώτηση κατά πόσον όταν κάποιος κάθεται σε ένα μοτοποδήλατο θα εξέχει πάνω από το αυτοκίνητο σαλούν απάντησε ότι το κράνος θα είναι πιο ψηλά από την οροφή του αυτοκινήτου. Δεν θυμάται αν υπήρχαν αυτόπτες μάρτυρες στην σκηνή. Αντεξεταζόμενος από την συνήγορο του τριτοδιαδίκου ανέφερε ότι μπορεί και να υπήρχε και υψομετρική διαφορά από το χωράφι και τον δρόμο κάτι που μπορεί να επηρέαζε την ορατότητα. Αλλά δεν θυμάται αν υπήρχε. Εξήγησε επίσης ότι η μαύρη έντονη γραμμή που φαίνεται στο σχέδιο είναι τα όρια της ασφάλτου. Ανέφερε επίσης ότι σε απόσταση 50 -70 μέτρων από το σημείο της σύγκρουσης προς την κατεύθυνση του μοτοποηδηλάτου υπάρχει πάροδος που οδηγεί στις φάρμες Σαμψών. Ο χωμάτινος δρόμος από τον οποίο εξήλθε η Εναγομένη οδηγεί διαγωνίως μέσα από ένα χωράφι προς εκείνο τον δρόμο. Δεν θυμάται εάν εκείνος ο δρόμος χρησιμοποιήθηκε και από άλλα αυτοκίνητα όταν ήταν εκεί για την διερεύνηση. Επιθώρησε τις ζημιές των οχημάτων αλλά δεν θυμάται να πει ακριβώς. Ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος ξηρή. Μετά από σχετικές ερωτήσεις της συνηγόρου του Τριτοδιαδίκου εξήγησε ότι το σημείο σύγκρουσης (σημείο Χ) βρίσκεται 2,5 μέτρα εντός του δρόμου της πορείας του μοτοποδηλάτου. Αν λάβει κανείς υπόψη ότι, όπως ανέφερε σε προηγούμενο σημείο της αντεξέτασής του, το πλάτος της κάθε λωρίδας είναι περί τα 3 μέτρα τότε το σημείο σύγκρουσης ήταν πιο κοντά στην άσπρη γραμμή που διαχωρίζει τις δύο λωρίδες της λεωφόρου. Ο Μ.Ε. 1 μου έκανε θετική εντύπωση ως μάρτυρας, υπό την έννοια ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να πει την αλήθεια. Η μαρτυρία του όμως σε πολλά σημεία παρουσίαζε κενά που οφείλονταν κυρίως στο γεγονός ότι ο ποινικός φάκελος ο οποιος σχηματίστηκε έχει απωλεσθεί με αποτέλεσμα να μην μπορεί να φρεσκάρει την μνήμη του. Συνεπώς η βοήθεια του προς το Δικαστήριο ήταν περιορισμένη. Ο μάρτυρας παρουσίασε σχεδιάγραμμα με τη σκηνή του ατυχήματος το οποίο ως ανέφερε είναι πιστό αντίγραφο του σχεδιαγράμματος που ετοιμάστηκε για τον ποινικό φάκελο. Δεν αντεξετάστηκε σε εκείνο το σημείο της μαρτυρίας του ούτε του υπεβλήθη η θέση ότι οι καταγραφές στο εν λόγω σχεδιάγραμμα δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματική εικόνα όπως αυτή προέκυψε από τις μαρτυρίες που είπε ότι συνέλεξε και τα ευρήματα που εντόπισε στην σκηνή. Σύμφωνα με τη νομολογία εκεί που ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του παρέχει στο δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε. (βλ. A.C.T. Textiles v. Zodhiatis
(1986)1 C.L.R. 89 και Adidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383). Τώρα καθ' όσον αφορά το ακριβές σημείο της σύγκρουσης είναι ορθή η παραπομπή της ευπαίδευτης δικηγόρου της Εναγομένης στην απόφαση Ευθυμίου Κώστας ν. Παρασκευά Γεωργίου,
(2002)1 Α.Α.Δ. 1280 όπου λέχθηκαν τα εξής: «Όσο για το άλλο σημείο που προσδιόρισε ο αστυνομικός, τονίζουμε απλώς ότι δεν είναι αρμοδιότητα του ερευνώντος το δυστύχημα αστυνομικού να υποδείξει το σημείο σύγκρουσης ως να ήταν κριτής και δικαστής της υπόθεσης, παρά μόνο να παραθέσει τα πραγματικά στοιχεία που παρατήρησε ώστε το δικαστήριο να τα αξιολογήσει ανάλογα.» Δεν σημαίνει όμως τούτο ότι η αγωγή πρέπει να αποτύχει για αυτό και μόνο τον λόγο επείδή η Ενάγουσα δεν απέδειξε συστατικά στοιχεία του αδικήματος της αμέλειας, ως ήταν η εισήγησή της. Το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας όπως αυτή τέθηκε ενώπιον του προκειμένου να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με τις συνθήκες τέλεσης του επίδικου ατυχήματος. Εξάλλου η ευθύνη αποφασίζεται στη βάση του συνόλου της μαρτυρίας που έχει προσκομιστεί, ανεξάρτητα εαν είναι μαρτυρία που έχει προσαχθεί από τον ενάγοντα ή τον εναγόμενο (βλ. Fabrey and another v. Demetriou,
(1976)1 CLR 1). Ως Μ.Ε. 2 κατέθεσε η Ενάγουσα. Η μαρτυρία της ήταν πολύ σύντομη. Ανέφερε στο Δικαστήριο ότι επεβαινε στην μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο σύζυγός της και πήγαιναν στην εργασία τους. Ενώ κατευθύνονταν ευθεία στον δρόμο ένα αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε η Κωνσταντίνα Κωνσταντίνου εισήλθε στον κύριο δρόμο από χωράφι και την κτύπησε στο πόδι και της προκάλεσε ζημιά για την οποία ζητά αποζημίωση. Δεν αναφέρθηκε ούτε στο σημείο της σύγκρουσης ούτε στις συνθήκες πρόκλησης του ατυχήματος εν γένει. Εν πάση περιπτώσει η μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε εκτεταμένα και δεν έγινε ουσιαστική προσπάθεια κλονισμού της μαρτυρίας της από την πλευρά της Εναγομένης ή του Τριτοδιαδίκου. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Ενάγουσα κατέθεσε για την Υπεράσπιση η Εναγομένη (M.Y.). Ανέφερε στο Δικαστήριο ότι κατά την 9.10.2007 και περί ώρα 7:00 το πρωί οδηγούσε το αυτοκίνητο της με αρ. εγγραφής ΚΚΑ 212 μάρκας Mazda Demio, και μήκους περίπου 3.5 μέτρα, σε χωμάτινο δρόμο που συνδέει την Λεωφόρο Τσερίου με το δρόμο που οδηγεί στις φάρμες Σαμψών έχοντας στο όχημα τα δύο ανήλικα παιδιά της. Ο εν λόγω χωμάτινος δρόμος παρακάμπτει την διασταύρωση που δημιουργείται μεταξύ της Λεωφόρου Τσερίου και του δρόμου που οδηγεί προς τις φάρμες Σαμψών. Η εν λόγω διασταύρωση δεν ελέγχετο τότε με φώτα τροχαίας με αποτέλεσμα η τροχαία κίνηση να είναι πολύ πυκνή. Γι'αυτό το λόγο όλα τα αυτοκίνητα που ήθελαν να εισέλθουν δεξιά στη Λεωφόρο Τσερίου χρησιμοποιούσαν τον εν λόγω χωμάτινο δρόμο. Τόσο πίσω της όσο και μπροστά της υπήρχαν πολλά αυτοκίνητα τα οποία θα έστριβαν, όπως και η ίδια δεξιά, εντός της Λεωφόρου Τσερίου. Οταν το προπορευόμενο από αυτή όχημα έστριψε δεξιά και το αυτοκίνητο της ήρθε πρώτο στη σειρά, στο στόμιο του χωμάτινου δρόμου με την Λεωφόρο Τσερίου, χρησιμοποίησε το δεξιό δείκτη του οχήματος της δείχνοντας την πρόθεση της να στρίψει δεξιά. Η τροχαία κίνηση στη Λεωφόρο Τσερίου με κατεύθυνση προς Λευκωσία ήταν πολύ πυκνή και τα οχήματα κινούνταν σημειωτόν, εννοώντας προφανώς πάρα πολύ αργά. Από την αντίθετη κατεύθυνση υπήρχε τροχαία κίνηση όχι όμως τόσο πυκνή. Αφού περίμενε λίγα λεπτά σταμάτησε μία μπετονιέρα της εταιρείας GGS, ένα - δύο μέτρα μακριά από την ίδια και ο οδηγός της έκανε νόημα με το χέρι του να περάσει. Το εργοστάσιο τσιμέντου της εταιρείας GGS βρίσκεται λίγο πιο κάτω στη Λεωφόρο Τσερίου και είναι συχνή η διακίνηση των μπετονιέρων της εταιρείας αυτής στον εν λόγω δρόμο. Ακολούθως, αφού ο οδηγός της μπετονιέρας της έδωσε προτεραιότητα, τότε ξεκίνησε πολύ προσεκτικά και με πολύ σιγανή ταχύτητα να μπαίνει στο δρόμο. Πατούσε και ξεπατούσε εναλλάξ το γκάζι και τα φρένα του αυτοκινήτου της μέχρι να καλύψει το πλάτος της μπετονιέρας. Παράλληλα είχε συνεχώς το κεφάλι της στραμμένο στα δεξιά προσπαθώντας να ελέγξει την τροχαία κίνηση, σκύβωντας και μπροστά για να μπορέσει να δει πέραν του πλάτους της μπετονιέρας. Προχωρούσε λίγους πόντους, σταματούσε και ακολούθως συνέχιζε με τον ίδιο τρόπο. Μόλις το όχημα της κάλυψε το πλάτος της μπετονιέρας είδε στα δεξιά της μία μοτοσικλέττα να έρχεται κατά πάνω της. Το όχημα της ήταν ήδη ακινητοποιημένο και υπήρχε χώρος για να περάσει η μοτοσικλέτα. Παρά ταύτα, η μοτοσικλέττα συνέχισε την πορεία της και χτύπησε στη δεξιά μπροστινή γωνιά του προφυλακτήρα του οχήματος της. Κατέβηκε από το αυτοκίνητο της και είδε ότι στο δρόμο βρισκόταν μία αλλοδαπή κοπέλλα και ένας αλλοδαπός άντρας. Η κοπέλα φαινόταν τραυματισμένη ενώ ο άντρας ήταν καλά. Τηλεφώνησε ασθενοφόρο και έμεινε στη σκηνή μέχρι που ήρθε ένας αστυνομικός. Στη σκηνή ο αλλοδαπός άντρας της είπε ότι βιάζονταν να πάνε στη δουλειά τους και ήθελαν να προσπεράσουν την μπετονιέρα. Στην συνέχεια επισκεπτόταν συχνά την Ενάγουσα στο νοσοκομείο αλλά και αργότερα όταν πήρε εξιτήριο την μετέφερε μαζί με τον σύζυγό της με το δικό τους όχημα από και προς το Νοσοκομείο Λευκωσίας για να κάμνει φυσιοθεραπεία. Αναπτύξαν ακόμα και φιλικές σχέσεις. Αντεξεταζόμενη η ΜΥ1 από τον δικηγόρο της Ενάγουσας ανέφερε ότι το αυτοκίνητο της δεν έπαθε καμία ζημιά. Ούτε η μοτοσυκλέτα είχε πάθει κάτι το ιδιαίτερο, εκτός από κάποιες μικροζημιές ίσως. Ήταν όμως σίγουρη ότι εν πάση περιπτώσει δεν υπήρχαν σοβαρές ζημιές. Το σημείο σύγκρουσης του αυτοκινήτου με τη μοτοσυκλέτα ήταν στο μπροστινό μέρος του δεξιού προφυλακτήρα του αυτοκινήτου της. Αντεξεταζόμενη από την δικηγόρο του Τριτοδιαδίκου ανέφερε ότι την ώρα του ατυχήματος στο αυτοκίνητο βρίσκονταν και τα δύο της παιδιά. Θα μετέφερε το ένα από τα δύο παιδιά στο σχολείο ενώ το άλλο θα το έπαιρνε στη μητέρα της να το προσέχει. Ακολούθως και μέχρι τις 8.00 θα έπρεπε να ήταν στην δουλειά της. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι ήταν βιαστική. Υποστήριξε ότι είχε αρκετό χρόνο διότι από τη Λακατάμια θα πήγαινε μέσω της λεωφόρου Τσερίου στα Λατσιά όπου βρισκόταν τόσο το σχολείο όσο και το σπίτι της μητέρας της. Η δουλειά της ήταν στην βιομηχανική περιοχή Στροβόλου και δεν είχε κάποιο λόγο να βιάζεται. Συμφώνησε ότι ο χωμάτινος δρόμος που χρησιμοποιήσε είναι συντόμι για να μπεί στον κύριο δρόμο. Εδώ και κάποια χρόνια έχουν κλείσει τον συγκεκριμένο χωμάτινο δρόμο. Τότε όμως αρκετά αυτοκίνητα χρησιμοποιούσαν τον συγκεκριμένο δρόμο. Για το τροχαίο που αφορά η παρούσα αγωγή κατηγορήθηκε σε ποινικό Δικαστήριο όπου παραδέκτηκε ενοχή σε κάποιο αδίκημα και της επιβλήθηκε ποινή προστίμου και βαθμοί ποινής. Ανέφερε ότι δεν εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο ούτε και έλαβε συμβουλή πριν πάει στην ποινική υπόθεση. Σε ερώτηση αν παραδέκτηκε την ευθύνη του δυστυχήματος στο ποινικό Δικαστήριο απάντησε καταφατικά. Εξηγώντας εκ νέου τις συνθήκες του ατυχήματος ανέφερε ότι όταν εισήλθε από τον χωμάτινο δρόμο στην Λεωφόρο Τσερίου, είδε για πρώτη φορά τη μοτοσυκλέτα που οδηγείτο από τον Ranjith Vidana Pathiranage, τον τριτοδιάδικο όταν ήταν περίπου στους πίσω τροχούς της μπετονιέρας. Ήδη το αυτοκίνητο της ήταν ακινητοποιημένο. Ακολούθως το μπροστινό μέρος της μοτοσυκλέτας χτύπησε στο δεξί πλευρό του προφυλακτήρα του αυτοκινήτου της. Σε ερώτηση τι κινήσεις έκανε για να αποφύγει τη σύγκρουση απάντησε ότι από τη στιγμή που είδε ότι έρχεται η μοτοσυκλέτα, το αυτοκίνητο της ήταν ακινητοποιημένο και δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Ήταν η θέση της ότι η μοτοσυκλέτα είχε αρκετό χώρο και μπορούσε να περάσει μπροστά της αποφεύγοντας την ή έστω να σταματήσει. Η μάρτυρας συμφώνησε ότι εισήλθε εντός της λεωφόρου Τσερίου από μη εγκεκριμένο σημείο, δηλαδή από σημείο που δεν ήταν δρόμος. Υποστήριξε εν πάση πριπτώσει ότι ο οδηγός της μοτοσυκλέτας είχε και τον χώρο και τον χρόνο να περάσει μπροστά από το αυτοκίνητο της. Η Εναγομένη μου άφησε θετική εντύπωση ως μάρτυρας. Δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε προσπάθεια παραποίησης των γεγονότων και θεωρώ ότι ήλθε στο Δικαστήριο να πει την αλήθεια. Ήταν σαφής και κατανοητή στα όσα ανέφερε. Ήταν καθόλα ήρεμη και δεν φάνηκε να διακατέχεται από αμηχανία ή δισταγμό στις απαντήσεις της και απαντούσε με αμεσότητα. Ήταν επίσης σταθερή στις θέσεις της ενώ η αξιοπιστία της δεν κλονίστηκε κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης. Εν όψει των πιο πάνω αποδέχομαι τη μαρτυρία της όπως καταγράφηκε πιο πάνω. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Υπεράσπιση κατέθεσε ο Τριτοδιάδικος. Ανέφερε ότι στις 9.10.2007 οδηγούσε την μοτοσυκλέτα του μαζί με την Ενάγουσα με κατεύθυνση από το Τσέρι προς Λευκωσία. Είχε πολλή κίνηση εκείνη την ώρα ήτοι μεταξύ 7:00 και 7:15. Σε ένα σημείο του δρόμου, ένα αυτοκίνητο μπήκε στον δρόμο από ένα χωράφι και χτύπησε στη μοτοσυκλέτα του. Οδηγός του εν λόγω αυτοκινήτου ήταν η Κωνσταντίνα Κωνσταντίνου. Ο ίδιος δεν έπαθε οτιδήποτε από το ατύχημα αλλά η Ενάγουσα είχε τραυματιστεί σοβαρά στο πόδι της. Ανέφερε ότι στα αριστερά του δεν είχε οποιοδήποτε αυτοκίνητο ούτε περνούσε ανάμεσα από κάποιο αυτοκίνητο. Η ταχύτητά του ήταν γύρω στα 20 χ.α.ω. Δεν γνωρίζει την ταχύτητα του οχήματος που οδηγούσε η Κωνσταντίνα Κωνσταντίνου την ώρα της σύγκρουσης. Οι ζημίες στην μοτοσυκλετα δεν ήταν σοβαρές. Στη μοτοσυκλέτα, υπήρχαν χτυπήματα μόνο στο δεξί πλαϊνό καθρεφτάκι. Ο μάρτυρας αναγνώρισε το σχεδιάγραμμα (Τεκμήριο 1) και συμφώνησε με το σημείο Χ, που φαίνεται στο σχεδιάγραμμα. Το αυτοκίνητο της Κωνσταντίνας Κωνσταντίνου κτύπησε στο αριστερό μέρος της μοτοσυκλέτας του και στο αριστερό πόδι της Sujani. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας από την δικηγόρο της Εναγομένης ανέφερε ότι χρησιμοποιεί συχνά τον εν λόγω δρόμο και γνωρίζει ότι η τροχαία κίνηση είναι πυκνή. Γνώριζε επίσης και για τον χωμάτινο δρόμο που ενώνει την λεωφόρο με τις φάρμες Σαμψών και ότι χρησιμοποιείται από οχήματα. Ανέφερε επίσης ότι λίγα μέτρα μετά από το σημείο της σύγκρουσης προς Λευκωσία είναι το εργοστάσιο της GGS και είναι συχνή η χρησιμοποίηση αυτού του δρόμου από τις μπετονιέρες που μπαίνουν και βγαίνουν από το εν λόγω εργοστάσιο το οποίο σύμφωνα με την πορεία της μοτοσυκλέτας από Τσέρι προς Λευκωσία βρίσκεται στα δεξιά πλευρά του δρόμου. Του ζητήθηκε να εξηγήσει τον ισχυρισμό που προέβαλε στην κυρίως εξέταση ότι «δεν περνούσα μέσα από αυτοκίνητα», και ανέφερε ότι δεν πήγαινε ζικ ‑ ζακ ή προσπερνούσε 2 αυτοκίνητα. Είχε χώρο στην πλευρά του, ακολουθούσε το μπροστινό αυτοκίνητο και προχωρούσε αργά μπροστά. Βρισκόταν περίπου στο κέντρο της λωρίδας του, για να ακολουθεί τον μπροστινό. Αργότερα του υποβλήθηκε η θέση ότι δεν ακολουθούσε το προπορευόμενο όχημα στο κέντρο περίπου της λωρίδας, αλλά κρατούσε την άκρα της δεξιάς πλευράς της λωρίδας επειδή προσπερνούσε προπορευόμενο όχημα. Δεκτηκε ότι ήταν κοντά στη δεξιά άσπρη γραμμή, αλλά αρνήθηκε ότι προσπερνούσε. Σε σχέση με το καθρεφτάκι που είχε ζημιά, διευκρίνισε ότι επρόκειτο για το δεξί καθρεφτάκι. Σε ερώτηση κατα πόσον η πρώτη φορά που είδε το αυτοκίνητο ήταν την ώρα της σύγκρουσης ή προηγουμένως απάντησε ότι το είδε μετά που κτυπήθηκε από αυτό. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Μιχαηλίδη ανέφερε ότι ένα αυτοκίνητο ήρθε από τα αριστερά του από το χωράφι και η Sujani ήταν συνεπιβάτης του και χτύπησε την πισινή πλευρά της μοτοσυκλέτας του. Ανέφερε ότι η Sujani κτύπησε το αριστερό της πόδι. Ο Τριτοδιάδικος δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Ήταν εμφανής η προσπάθεια να βοηθήσει την υπόθεση της Ενάγουσας η οποία είναι σύζυγός του και ταυτόχρονα να αποποιηθεί της δικής του ευθύνης. Η μαρτυρία του δεν ήταν καθόλου βοηθητική προς τον σκοπό ανεύρεσης της αλήθειας. Και εξηγώ: Ο μάρτυρας ανέφερε ότι η ταχύτητά του ήταν γύρω στα 20 χ.α.ω. και ότι ακολουθούσε το προπορευόμενο όχημα. Εξάλλου η χαμηλή ταχύτητα ενισχύεται και από το γεγονός ότι οι ζημίες στην μοτοσυκλετα δεν ήταν σοβαρές αλλά μόνο στο δεξί πλαϊνό καθρεφτάκι που προφανώς κτυπήθηκε από την πτώση της μοτοσυκλέτας στο έδαφος. Στην συνέχεια του υπεδείχθη ότι σύμφωνα με το σημείο Χ στο σχεδιάγραμμα (Τεκμήριο 1) με το οποίο συμφώνησε βρισκόταν πιο κοντά στην δεξιά πλευρά της λωρίδας του σύμφωνα πάντα με την κατεύθυνση του και αναγκάστηκε να αναιρέσει την προηγούμενη αναφορά ότι βρισκόταν στο κέντρο της λωρίδας του. Περαιτέρω ενώ στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι αυτοκίνητο της Εναγομένης κτύπησε στο αριστερό μέρος της μοτοσυκλέτας του κατά την αντεξέταση από τον κ. Μιχαηλίδη ανέφερε ότι το κτύπημα ήταν στο πισινό μέρος της μοτοσυκλέτας. Γενικά η μαρτυρία του Τριτοδιαδίκου στερείται πειστικότητας. Ο Τριτοδιάδικος γνώριζε, ως ανέφερε, για για τον χωμάτινο δρόμο και ότι αυτός χρησιμοποιείται από οχήματα. Εντούτοις ενώ παραδέκτηκε το σημείο σύγκρουσης και ότι αυτό βρισκόταν κοντά στην δεξιά πλευρά της λωρίδας στην οποία κινείτο και ενώ γνώριζε ότι το όχημα της εναγομένης προήλθε από αριστερά, καθώς και αν λάβει κανείς υπόψη την αναφορά του ιδίου περί πυκνής τροχαίας κίνησης και ότι κινείτο με χαμηλή ταχύτητα ξενίζει η αναφορά του ότι δεν είδε το όχημα της Εναγομένης να εισέρχεται στην Λεωφόρο και ότι είδε τούτο μόνο μετά που τον κτύπησε. Έστω και να γινόταν δεκτή αυτή θέση, ότι δηλαδή δεν πρόλαβε να δεί ένα αυτοκίνητο το οποίο βρισκόταν ήδη 2,5 μέτρα εντός του δρόμου ενώ πήγαινε με ταχύτητα 20 χ.μ.α και δεν πρόλαβε να αντιδράσει τότε η μόνη λογική εξήγηση που το Δικαστήριο τούτο μπορεί να δώσει είναι ότι ο Τριτοδιάδικος δεν είχε την προσοχή του στραμμένη στον δρόμο και υπήρξε ο ίδιος αμελής. Εν όψει όλων των πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη μου τη συνολική παρουσία του μάρτυρα στο εδώλιο του μάρτυρα κρίνω ότι η μαρτυρία του Τριτοδιαδίκου δεν προσφέρεται για την εξαγωγή συμπερασμάτων και συνεπώς την απορρίπτω. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας καθώς και με βάση τις παραδοχές εκ της δικογραφίας καταλήγω στα εξής ευρήματα: Στις 9.10.2007 και περί η ώρα 7.15 π.μ ο Τριτοδιάδικος οδηγούσε το μοτοποδήλατο με αριθμό εγγραφής ΗΡΝ287 και κυβισμό 49cc κατά μήκος της Λεωφόρου Τσερίου με κατεύθυνση από Τσέρι προς Λευκωσία με συνεπιβάτιδα την Ενάγουσα. Η Λεωφόρος Τσερίου είναι πολυσύχναστος δρόμος διπλής κατεύθυνσης. Αποτελείται από 2 λωρίδες κυκλοφορίας οι οποίες έχουν πλάτος περίπου 3 μέτρα έκαστη. Ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος ξηρή. Η Εναγομένη οδηγούσε το αυτοκίνητο της μάρκας Mazda Demio και αρ. Εγγραφής ΚΚΑ121 σε χωμάτινο δρόμο ο οποίος εφάπτεται κάθετα επί της αριστερής πλευράς της Λεωφόρου Τσερίου ως ήταν η πορεία του μοτοποδηλάτου. Ο εν λόγω χωμάτινος δρόμος χρησιμοποιείτο από πολλά αυτοκίνητα προκειμένου να παρακάμψουν την διαστάυρωση της Λεωφόρου Τσερίου με άλλο ασφάλτινο δρόμο που βρισκόταν λίγο πιο κάτω. Επρόκειτο κοινώς για συντόμι και δεν ήταν εγγεγραμμένος δρόμος. Ενώ η Εναγομένη ήταν πρώτη στην σειρα και ανέμενε να εξέλθει από τον εν λόγω χωμάτινο δρόμο προκειμένου να κατευθυνθεί δεξιά προς την Λεωφόρο Τσερίου ήτοι προς Τσέρι, τότε χρησιμοποίησε το δεξιό δείκτη του οχήματος της δείχνοντας την πρόθεση της να στρίψει δεξιά. Η τροχαία κίνηση στη Λεωφόρο Τσερίου με κατεύθυνση προς την Λευκωσία ήταν πολύ πυκνή εκείνη την ώρα και τα οχήματα κινούνταν πάρα πολύ αργά. Στην αντίθετη κατεύθυνση η τροχαία κίνηση δεν ήταν τόσο πυκνή. Αφού περίμενε λίγα λεπτά σταμάτησε μία μπετονιέρα περίπου ένα με δύο μέτρα μακριά από την ίδια και ο οδηγός της μπετονιέρας της έκανε νόημα με το χέρι του να περάσει. Τότε εκκίνησε με πολύ μικρή ταχύτητα να μπαίνει στο δρόμο, σκύβωντας παράλληλα μπροστά για να μπορέσει να δει πέραν του πλάτους της μπετονιέρας. Προχωρούσε λίγους πόντους και σταματούσε και συνέχιζε με τον ίδιο τρόπο μέχρι που κάλυψε το πλάτος της μπετονιέρας και ακινητοποιήθηκε. Εκείνη την στιγμή η Εναγομένη είδε την μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο Τριτοδιάδικος με συνεπιβάτιδα την Ενάγουσα να έρχεται κατά πάνω της και παρέμεινε ακινητοποιημένη. Η μοτοσικλέττα εκείνη την ώρα κινείτο πιο κοντά στην διαχωριστική γραμμή που χώριζε τις δύο λωρίδες οι οποίες αποτελούν την Λεωφόρο Τσερίου και προσπερνούσε την μπετονιέρα από την δεξιά πλευρά της τελευταίας. Ενώ το όχημα της Εναγομένης ήτο ακινητοποιημένο περίπου στο ύψος του πλάτους της μπετονιέρας και ενώ η μοτοσυκλέτα του τριτοδιαδίκου είχε αρκετό χώρο και μπορούσε να περάσει μπροστά από το όχημα της Εναγομένης αποφεύγοντας την ή έστω να σταματήσει χρησιμοποιώντας τα φρένα εντούτοις η μοτοσυκλέττα συνέχισε την πορεία της και χτύπησε στη δεξιά μπροστινή γωνιά του προφυλακτήρα του οχήματος της Εναγομένης με αποτέλεσμα να ανατραπεί. Το όχημα της Ενάγομένης δεν υπέστη ζημιές ενώ η μοτοσυκλέτα είχε κάποιες μικροζημιές κυρίως από την πτώση. Η Ενάγουσα τραυματίστηκε σοβαρά στο αριστερό πόδι. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το αστικό αδίκημα της αμέλειας προνοείται στο άρθρο 51
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 το οποίο παραθέτω αυτούσιο: «Αμέλεια συνίσταται: (α) στην τέλεση πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις δεν θα τελούσε λογικό συνετό πρόσωπο ή στην παράλειψη τέλεσης πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις τέτοιο πρόσωπο θα τελούσε ή (β) στην παράλειψη καταβολής τέτοιας δεξιότητας ή επιμέλειας για την άσκηση επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας όπως ένα λογικό συνετό πρόσωπο, που έχει τα προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, επιτηδεύματος αυτού ή ασχολίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στην πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής: Νοείται ότι για αυτή δύναται να τύχει αποζημίωσης μόνο το πρόσωπο έναντι του οποίου ο υπαίτιος της αμέλειας υπέχει υποχρέωση, υπό τις περιστάσεις, να μην επιδείξει αμέλεια.» Στην υπόθεση Στρατμάρκο Λτδ ν Πέτρου Μιχαήλ
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 453 λέχθηκαν τα εξής: «Αμέλεια είναι, κατά το άρθρο 51 του Νόμου Περί Αστικών Αδικημάτων, που στην ουσία κωδικοποιεί τις αρχές του Κοινού Δικαίου στον κλάδο αυτό, παράβαση καθήκοντος επιμέλειας. Το καθήκον τούτο περιλαμβάνει την επιμέλεια που υποθετικά καταβάλλει ο μέσος λογικός άνθρωπος κάτω από τις ίδιες αντικειμενικές συνθήκες και περιστάσεις που ενήργησε ο εναγόμενος. Βασικό χαρακτηριστικό της αμέλειας είναι, καταρχήν, η έλλειψη της προσήκουσας προσοχής την οποία ο δράστης όφειλε και μπορούσε στις δοσμένες περιστάσεις να καταβάλει για να μην προκαλέσει ζημιά στον πλησίον του. Τα στοιχεία του «μέσου συνετού ανθρώπου» και του «πλησίον» διαγράφουν τα όρια της επιμέλειας την οποία όφειλε να καταβάλει ο εναγόμενος. Η έννοια του καθήκοντος επιμέλειας ολοκληρώνεται με το στοιχείο της δυνατότητας πρόβλεψης, ότι, δηλαδή, η ενεργούμενη παρά το καθήκον επιμέλειας πράξη μπορεί να προκαλέσει το συγκεκριμένο ζημιογόνο αποτέλεσμα» Ειδικά για περιπτώσεις τροχαίων ατυχημάτων παραπέμπω στην υπόθεση Αλεξάνδρου ν. Λεβέντη
(1996)1 Α.Α.Δ. 420 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Το καθήκον για επιμέλεια γεννάται αφότου η διακίνηση άλλων προσώπων καθιστά εξ αντικειμένου μέριμνα του προσώπου που χρησιμοποιεί το δρόμο τη λήψη προφυλακτικών μέτρων για την προστασία της ασφάλειας τους. Το κριτήριο της αμέλειας είναι καθολικό και απρόσωπο. Η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί το δρόμο λελογισμένα και με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο.» Στην υπόθεση Κυριάκος Αργυρού ν Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 378, αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με το καθήκον επιμέλειας του οδηγού: «Η αμέλεια ενός οδηγού βασίζεται στην παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος εκδήλωσης μέριμνας και φροντίδας για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Η υποχρέωση αυτή εξετάζεται μέσα στα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης για να διαπιστωθεί κατά πόσο ο οδηγός τα έχει εκπληρώσει.» Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου, δηλαδή με βάση την αντίληψη ενός συνηθισμένου οδηγού και όχι του ενεχόμενου οδηγού και ο προσδιορισμός του καθήκοντος ποικίλλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Στην παρούσα περίπτωση η Ενάγουσα υποστηρίζει ότι την ευθύνη για το επίδικο ατύχημα έχει η Εναγόμενη ενώ η τελευταία προσπαθεί να υποστηρίξει ότι την ευθύνη για το επίδικο ατύχημα έχει ο Τρτοδιάδικος. Οι κύριοι παράγοντες για τον καταμερισμό της ευθύνης μεταξύ οδηγών είναι η υπαιτιότητα και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας των εμπλεκόμενων οδηγών, του τροχαίου ατυχήματος που προκάλεσε και της ζημίας που αποτελεί το αντικείμενο της δίκης (βλ. Χαραλάμπους ν Στυλιανού
(1991)1(Α) Α.Α.Δ. 284). Σχετική είναι επίσης η απόφαση στην Κυριάκος Χριστοδούλου ν Γρηγόρης Γρηγορίου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 178 όπου λέχθηκαν τα εξής: «Οι καθοριστικοί παράγοντες για τον καθορισμό της ευθύνης είναι δύο: (α) Η υπαιτιότητα (blameworthiness) που συναρτάται με την εκπλήρωση των καθηκόντων του κάθε οδηγού για την ασφάλεια του άλλου, και (β) Η αιτιώδης συνάφεια (causative potency) μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης. Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας. Οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά αλλά από την πλατιά γωνία του μέσου συνετού πολίτη, όπως επεξηγήθηκε στις υποθέσεις Charalambous v Kassapis
(1988)1 C.L.R. 25 και Polykarpou v Adamou
(1988)1 C.L.R. 727» Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Χρυσάνθη Χρυσάνθου κ.α. ν. Ανδρέα Φραντζή
(2010)1 Α.Α.Δ. 1295 που αφορούσε θανατηφόρο τροχαίο ατύχημα, το βάρος του ισοζυγίου των πιθανοτήτων όπως έχει διαχρονικά αποφασιστεί το φέρει στην πολιτική δίκη κατά κανόνα ο Ενάγων και αυτό αποσείεται όταν ικανοποιήσει το Δικαστήριο με επαρκή αποδεκτά στοιχεία ότι η θέση του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Ο Ενάγων πρέπει να δείξει στοιχεία αμέλειας εκ μέρους του αντιδίκου του καθώς, επίσης, οφείλει να αποδείξει και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αμέλειας αυτής και των ζημιών που έχει υποστεί. Δεν εναπόκειται, όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Ράλλης Μακρίδης & Υιοί Λτδ ν. Λουκά
(2003)1 Α.Α.Δ 447 στον Εναγόμενο «..να απαλλάξει τον εαυτό του αποδεικνύοντας ότι το δυστύχημα ήταν είτε αναπόφευκτο ή ότι δεν ήταν αποτέλεσμα της δικής του αμέλειας.» Όπως ταυτόχρονα λέχθηκε στην ίδια υπόθεση δεν είναι, όμως, από την άλλη «..αναγκαίο για τον Ενάγοντα να αποκλείσει κάθε πιθανή δυνατότητα ότι το δυστύχημα δυνατό να προκλήθηκε χωρίς αμέλεια από την πλευρά του Εναγομένου...» Υπάρχουν διάφορες αποφάσεις στις οποίες εξετάστηκε η ευθύνη οδηγού ο οποίος εισέρχεται σε κύριο δρόμο από πάροδο. Στην Xριστοδούλου Iωάννης ν. Mιχάλη Mπίλλη
(1998)1 Α.Α.Δ. 164 λέχθηκαν τα εξής: «Ο οδηγός σε κύριο δρόμο δεν αναμένεται να προβλέψει ότι ο οδηγός σε πάροδο κατά παράβαση σαφούς καθήκοντος θα εισέλθει στον κύριο δρόμο χωρίς να σταματήσει και γενικά χωρίς να βεβαιωθεί πως αυτή η είσοδός του είναι ασφαλής, εκτός αν έχει ένδειξη, ενόψει των ιδιαιτέρων περιστάσεων της κάθε υπόθεσης, πως τέτοια εξέλιξη είναι εύλογα πιθανή. Βλ. Τουμαζή v. Κούλα
(1994)1 Α.Α.Δ. 420 και Χ"Γιάννη v. Κουμάση
(1995)1 Α.Α.Δ. 150.» Στην Τουμαζή v. Κούλα (ανωτέρω) το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία κρίθηκε ότι ο εφεσείων που εισήλθε στον κύριο δρόμο από πάροδο ήταν αποκλειστικά υπέυθυνος για το ατύχημα. Ο Εφεσείων οδηγούσε με πολύ μικρή ταχύτητα και εύλογα ο εφεσίβλητος είχε υποθέσει ότι θα σταματούσε. Δεν υπήρχε καμμία ένδειξη πως η εξέλιξη θα ήταν διαφορετική και γι' αυτό κρίθηκε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε αποφασίσει ότι αποκλειστική ευθύνη για το ατύχημα είχε ο εφεσείων. Περαιτέρω, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε κρίνει ότι η αντίδραση του εφεσίβλητου ενόψει του αιφνίδιου κινδύνου που αντιμετώπισε ήταν η πρέπουσα και η εύλογη. Στην Χ"Γιάννη v. Κουμάση (ανωτέρω) επαναλήφθηκε ότι ο οδηγός οχήματος που οδηγεί κατά μήκος κυρίου δρόμου, δεν χρειάζεται, εκτός αν υπάρχουν συνθήκες τέτοιες που να προδιαθέτουν για ένα τέτοιο ενδεχόμενο, να προβλέψει ότι άλλος οδηγός θα μπει από πάροδο στον κύριο δρόμο, χωρίς πρώτα να σταματήσει και να βεβαιωθεί ότι είναι ασφαλές να το πράξει. Κοινή συνισταμένη και συμπέρασμα από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι ότι ο οδηγός που εισέρχεται από πάροδο είναι ένοχος αμέλειας εάν το πράξει τούτο χωρίς πρώτα να σταματήσει και να βεβαιωθεί ότι είναι ασφαλές να το πράξει. Παρόμοια περιστατικά με αυτά που αφορά η παρούσα περίπτωση εξετάστηκαν και στην υπόθεση Βίκης ν. Νεοφύτου
(1990)1 Α.Α.Δ 345. Εκεί το όχημα του Εναγομένου ήταν σταθμευμένο σε χώρο στάθμευσης που εφάπτεται μιας Λεωφόρου. Υπήρχε ουρά αυτοκινήτων η οποία κατευθυνόταν κατά μήκος της Λεωφόρου, προς διασταύρωση που ελέγχεται από φώτα τροχαίας. Ένα εκ των διερχομένων αυτοκινήτων (φορτηγό) σταμάτησε και δημιούργησε ένα μικρό άνοιγμα στην ουρά των σταθμευμένων αυτοκινήτων, το οποίο κατέστησε δυνατή την έξοδο με οπίσθια κατεύθυνση του οχήματος του Εναγομένου στον κύριο δρόμο. Κατά τον ίδιο περίπου χρόνο ο τριτοδιάδικος οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του κατά μήκος της ίδιας κατεύθυνσης με εκείνη των σταθμευμένων αυτοκινήτων. Η μικρή έκταση χώρου που κατελάμβανε η μοτοσυκλέττα του κατέστησε ευχερές το προσπέρασμα των σταθμευμένων αυτοκινήτων χωρίς εμπόδιο. Κανένα ορατό εμπόδιο δεν υπήρχε στην πορεία του. Στην προσπάθειά του Εναγομένου να καταλάβει την αριστερή πλευρά του δρόμου, έφραξε με το αυτοκίνητό του την πορεία της επερχόμενης μοτοσυκλέττας. Το αυτοκίνητο του εφεσείοντα προβλήθηκε και κατέλαβε έκταση επτά ποδών πέραν του σταθμευμένου φορτηγού όταν η μοτοσυκλέττα βρισκόταν σε απόσταση λίγο μόνο ποδών από το σημείο εκείνο. Λόγω της μικρής απόστασης που χώριζε τα δυο οχήματα, η πιθανότητα αποφυγής της σύγκρουσης ήταν μηδαμινή. Ο μοτοσυκλεττιστής έκλινε προς τα δεξιά σε μια ύστατη προσπάθεια αποφυγής της σύγκρουσης, χωρίς όμως επιτυχία συγκρούστηκε με το μπροστινό αριστερό άκρο του αυτοκινήτου του εφεσείοντα. Το Εφετείο θεώρησε ως το κρίσιμο ερώτημα σε εκείνη την περίπτωση το κατά πόσον η στάθμευση αριθμού οχημάτων έξω από την κατοικία, από την οποία εξήλθε ο εφεσείων, έπρεπε να αποτελέσει προειδοποίηση για το μοτοσυκλεττιστή ότι ήταν ενδεχόμενο να εισέλθει στον κύριο δρόμο και να παρεμβληθεί στην πορεία του άλλο όχημα. Δόθηκε αρνητική απάντηση.Λέχθηκαν ειδικότερα τα εξής: «Η ύπαρξη του ανοίγματος στην ουρά της τροχαίας που διευκόλυνε την είσοδο του οχήματος του εφεσείοντα, δεν ήταν ορατή ούτε μπορούσε να αναμένεται κατά λογική πρόβλεψη η είσοδος στον κύριο δρόμο και παρεμβολή άλλου οχήματος στην πορεία πλεύσεως του εφεσιβλήτου. Συνεπώς δεν παρέλειψε ο εφεσίβλητος να εκπληρώσει κανένα καθήκον το οποίο όφειλε στον εφεσείοντα. Η ταχύτητα με την οποία ήλαυνε ο τελευταίος, 25 περίπου μίλια την ώρα, δε συνιστούσε αφεαυτής παράλειψη στην εκτέλεση καθήκοντος οφειλόμενη στον εφεσείοντα. Όπως διαφαίνεται από τις αποφάσεις στις οποίες έχει αναφερθεί ο δικηγόρος του εφεσείοντα και, γενικότερα, από τις αρχές που διέπουν τον καθορισμό της αμέλειας, το μέτρο με το οποίο κρίνονται οι πράξεις προσώπων που χρησιμοποιούν το δημόσιο δρόμο, είναι εκείνο του μέσου συνετού ανθρώπου, και ο προσδιορισμός του καθήκοντος ενός εκάστου ποικίλλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Το καθήκον για τη λήψη προφυλακτικών μέτρων μορφοποιείται ενόψει κινδύνου ο οποίος διαφαίνεται κατά λογική πρόβλεψη. Ο εφεσείων, και άλλωστε δεν αμφισβητήθηκε, εισερχόμενος στον κύριο δρόμο και προχωρώντας πέραν των σταθμευμένων οχημάτων καθ' ον χρόνο βρισκόταν πολύ κοντά ο μοτοσυκλεττιστής, παραβίασε τα καθήκοντά του έναντι του συνεπιβάτη του μοτοσυκλεττιστή και ορθά κρίθηκε αμελής. Στην πρόκληση της ζημίας που υπέστη ο συνεπιβάτης του, ο εφεσίβλητος δε συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο γιατί δε μπορούσε εύλογα να αναμένει τη δημιουργία του κινδύνου τον οποίο προκάλεσε στο δρόμο ο εφεσείων, φράσσοντας την πορεία του. Τα μέτρα δε τα οποία έλαβε κάτω από τον πιεστικό κίνδυνο, ήταν μέσα στα όρια του λογικού. Συνεπώς, δεν είχε συμβάλει με δική του αμέλεια στην πρόκληση της ζημίας του επιβάτη, ενάγοντα στην αγωγή στο πρωτόδικο Δικαστήριο.» (υπογράμμιση δική μου) Στην παρούσα περίπτωση τα πράγματα διαφοροποιούνται. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου στην παρούσα περίπτωση, η Εναγομένη προχωρούσε με πολύ χαμηλή ταχύτητα και βαθμιαία χρησιμοποιώντας αφενός τα φρένα της και αφετέρου το γκάζι μέχρι του σημείου που κάλυψε το μήκος του μπορστινού μέρους της μπετονιέρας. Σε εκείνο το σημείο ακινητοποίησε το όχημα της και σκύβωντας μπροστά κατόρθωσε να δει την μοτοσυκλέτα του Εναγομένου να πλησιάζει προς αυτή. Το κρίσιμο κατά την άποψη μου ζήτημα είναι κατά πόσον κάτω από τα δεδομένα της παρούσας περίπτωσης ο τριτοδιάδικος όφειλε να λάβει δέοντα μέτρα προς αποφυγή της σύγκρουσης. Ο Τριτοδιάδικος προσπαθώντας να αποφύγει την πυκνή τροχαία κίνηση προφανώς εκμεταλλεύτηκε το μικρό μέγεθος του οχήματος του και προσπερνούσε εκείνη την ώρα μια μπετονιέρα. Από την άλλη η Εναγομένη εισήλθε στην Λεωφόρο από χωμάτινο δρόμο. Δεν ήταν δηλαδή διαστάυρωση από την οποία ενδεχομένως να ανέμενε κάποιος να εισέλθει κάποιο όχημα. Όμως όπως ο ίδιος ο Εναγόμενος ανέφερε γνώριζε περί της ύπαρξης του εν λόγω δρόμου και ότι αυτός χρησιμοποιείτο από οχήματα. Σύμφωνα με την αποδεκτή ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία η Εναγομένη προχωρούσε βαθμιαία και με ελεγχόμενες κινήσεις μέχρι να καλύψει το πλάτος της μπετονιέρας. Παρά τις αργές κινήσεις της Εναγομένης και παρά το ότι ο Τριτοδιάδικος όπως ίδιος διατείνεται αλλά και επιβεβαιώνεται από το μικρό εώς ανύπαρκτο μέγεθος των ζημιών στα δύο οχήματα, εντούτοις δεν πρόλαβε να πράξει οτιδήποτε για να αποφύγει την σύγκρουση. Η διαφοροποιήση της παρούσας από την Βίκης ν. Νεοφύτου (ανωτέρω) είναι ότι στην παρούσα η Ενάγουσα δεν προχώρησε πέραν του πλάτους της μπετονιέρας σε τέτοιο σημείο ώστε να φράξει εντελώς την πορεία της μοτοσυκλέτας που ερχόταν. Ούτε προχώρησε πέραν του πλάτους της μπετονιέρας καθ' όν χρόνο η μοτοσυκλέτα του Τριτοδιαδίκου ήταν πολύ κοντά ώστε να μην μπορεί ο τελευταίος να αντιδράσει. Περαιτέρω σύμφωνα με την μόνη αποδεκτή ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία σε σχέση με τις συνθήκες υπό τις οποίες συνέβηκε το ατύχημα, ο Τριτοδιάδικος είχε και τον χρόνο και τον χώρο να αντιδράσει και να αποφύγει την σύγκρουση αλλά δεν το έπραξε. Σχετική με τα περιστατικά που αφορούν την παρούσα υπόθεση είναι η πρόσφατη απόφαση στην Άριστου Αριστείδου ν. Χριστόφορου Πολυδώρου, Πολιτική Έφεση Αρ. 346/2010 ημερομηνίας 15.1.2016 όπου λέχθηκαν τα εξής: «Στην προκείμενη περίπτωση, ο Εφεσίβλητος σταμάτησε εντελώς το όχημά του και παρέμεινε ακινητοποιημένος μέσα στον κύριο δρόμο σε απόσταση μόλις 40 εκατοστών από το σημείο από το οποίο είχε κάποια, μικρή, ορατότητα προς τα δεξιά, παρέχοντας κάθε ευκαιρία στον Εφεσείοντα να αποφύγει τη σύγκρουση φρενάροντας ή κάνοντας κίνηση αποφυγής του σταματημένου αυτοκινήτου του Εφεσίβλητου. Προς τούτο είχε υπόλοιπο δρόμου 3,10 μ. πλέον χωμάτινο «παγκέτο» και εξ αντιθέτου κατευθύνσεως δεν ερχόταν οποιοσδήποτε. Η γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος, στην προκείμενη περίπτωση, δεν ήταν η είσοδος και ακινητοποίηση του αυτοκινήτου του Εφεσίβλητου στον κύριο δρόμο, αλλά το γεγονός ότι ο Εφεσείων έχασε τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας του και συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο του Εφεσίβλητου, ενώ, άνετα, θα μπορούσε να το αποφύγει, δεδομένου ότι το αυτοκίνητο ήταν εντελώς ακινητοποιημένο, το είχε δει από απόσταση σχεδόν 20 μέτρων και είχε επαρκές υπόλοιπο δρόμου διαθέσιμο.» Όπως και πιο πάνω έτσι και στην προκειμένη περίπτωση θεωρώ ότι δεν έχει καταδειχθεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι η Εναγομένη επέδειξε αμελή συμπεριφορά. Στην υπόθεση Ζίκκου Χριστίνα ν. Αστυνομίας,
(2004)2 Α.Α.Δ. 18 η εφεσείουσα εισήλθε από πάροδο σε κύριο δρόμο με πρόθεση να στρίψει δεξιά. Επειδή δεν είχε ορατότητα εισχώρησε με μεγάλη προσοχή στον κύριο δρόμο και όταν έφθασε σε σημείο του δρόμου που διεύρυνε την ορατότητα προς τα δεξιά είδε το μοτοποδήλατο του παραπονουμένου να έρχεται προς την κατέυθυνσή της. Τότε σταμάτησε το αυτοκίνητό της αφήνοντας το μεγαλύτερο μέρος του δρόμου ελεύθερο απ' όπου θα μπορούσε να περάσει ο παραπονούμενος. το Εφετείο ακύρωσε την καταδίκη της εκεί εφεσείουσας για αμέλεια, με το ακόλουθο σκεπτικό: «Εισήλθε στο δρόμο με ταχύτητα συνάδουσα προς τους περιορισμούς της ορατότητας της, παρέχουσα στον εαυτό της τη δυνατότητα να σταματήσει, αν αυτό επέβαλλε η κίνηση τρίτων στο δρόμο. Πήρε κάθε μέτρο προς προστασία άλλων διακινούμενων στο δρόμο έναντι προβλεπτών κινδύνων». Παρόμοια ήταν η προσέγγιση στην πρόσφατη απόφαση στην Αλέξανδρου Θεοδώρου ν. Μαρίνας Σάββα κ.α., ECLI:CY:AD:2016:A42, Πολιτική Έφεση Αρ. 189/2010 ημερομηνίας 27.1.2016 όπου με αναφορά στην Ζίκκου (ανωτέρω) λέχθηκαν τα εξής: «Στην προκειμένη περίπτωση, ο εφεσίβλητος 2, εισήλθε στον κύριο δρόμο με ιδιαίτερη προσοχή, έχοντας το βλέμμα του στραμμένο συνέχεια προς τα δεξιά και με ταχύτητα τέτοια που, αντιλαμβανόμενος το όχημα του εφεσείοντα και τον κίνδυνο, μπόρεσε να πάρει έγκαιρα και αποτελεσματικά μέτρα προς αποφυγή της σύγκρουσης με το τελευταίο. Η οδική συμπεριφορά του εφεσίβλητου 2, κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις, δεν ήταν αντίθετη με αυτή ενός σώφρονα και λογικού οδηγού.» Εν όψει των πιο πάνω καταλήγω ότι η Εναγομένη, κάτω από τα δεδομένα της παρούσας περίπτωσης δεν ενήργησε αμέλώς και η συμπεριφορά της στον δρόμο δεν ήταν αντίθετη με αυτή ενός σώφρονα και λογικού οδηγού. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι δεν αποδίδω καθόλου σημασία στο γεγονός ότι η εναγόμενη παραδέχθηκε ποινική κατηγορία αμελούς οδήγησης που της προσάφθηκε σε σχέση με το επίδικο ατύχημα. Και τούτο επειδή καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Πουρίκκος ν. Βασιλείου
(1993)1 Α.Α.Δ. 256) σε αστική δίκη, η αποδεικτική σημασία της παραδοχής ενοχής στην ποινική υπόθεση θα πρέπει να αποτιμηθεί σε συνάρτηση προς τα γεγονότα που θεωρήθηκαν ότι στοιχειοθετούν το αδίκημα. Στην προκειμένη περίπτωση, όχι μόνο τα γεγονότα που στοιχειοθετούσαν το αδίκημα έχουν τεθεί ενώπιόν αλλά ούτε και το κατηγορητήριο της σχετικής υπόθεσης για να είμαι σε θέση να γνωρίζω στη βάση ποιων γεγονότων στοιχειοθετήθηκε η κατηγορία που παραδέχθηκε η Εναγόμενη και ακολούθως να προβώ σε αποτίμηση της αποδεικτικής αξίας της παραδοχής της. Τέλος, σημειώνω ότι το γεγονός ότι η Εναγομένη εξήλθε από μη εγγεγραμμένο δρόμο, δεν συνεπάγεται από μόνο του αμέλεια, εκτός αν η παράβαση αυτή, συνδυαζόμενη με άλλα γεγονότα και περιστάσεις οδηγεί σε τέτοια κατάληξη. (κατ' αναλογία των όσων ισχύουν σε περιπτώσεις υπέρβασης του ορίου ταχύτητας βλ. Χριστοφόρου ν. Προδρόμου
(2007)1 Α.Α.Δ. 123). Ακόμα και η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ από μόνη της δεν αποδεικνύει αμέλεια. (βλ. Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300). Σε πολλές περιπτώσεις στη νομολογία δεν αποδόθηκε αμέλεια σε οδηγούς ακόμα και αν αυτοί διέπραξαν κάποιο σοβαρό ή λιγότερο σοβαρό τροχαίο αδίκημα. Παραπέμπω επίσης στην Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου
(1991)1 ΑΑΔ 475 όπου το Εφετείο σχολιάζοντας την απόφαση Joseph Eva Ltd v. Reeves [1938] 2 All ER 115 ανέφερε τα εξής: «Η υπόθεση αυτή είναι σημαντική ως προς τα καθήκοντα των οδηγών σε διασταυρώσεις δρόμων που ρυθμίζονται με φώτα τροχαίας. Είναι ξεκαθαρισμένο όμως ότι κάθε άλλο παρά έθεσε οποιαδήποτε αρχή που θα ήταν δυνατό να αναχθεί σε κανόνα δικαίου που θα διείπε όλες τις περιπτώσεις ανεξάρτητα από τα ιδιαίτερα περιστατικά τους. Αντίθετα, τονίστηκε ότι όσο κι αν ο οδηγός που προχωρούσε στη διασταύρωση με πράσινο φως είχε δικαίωμα να υποθέσει ότι οχήματα που πλησίαζαν τη διασταύρωση από διαφορετική κατεύθυνση θα συμμορφώνονταν με τους κανονισμούς, έτσι που να μη ήταν υποχρεωμένος να μεριμνήσει για την περίπτωση που κάποιο όχημα δεν θα σταματούσε στο κόκκινο φως, είχε καθήκον να πάρει όλα τα εύλογα μέτρα για να αποφύγει σύγκρουση με αυτοκίνητο που είχε έγκαιρα δει ότι θα έμπαινε στη διασταύρωση κατά παράβαση των κανονισμών.» Στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Ευδοκίας Γεωργίου Μαχάττου κ.α. ν. Δημόκριτου Σταματίδη,
(2011)1 Α.Α.Δ. 1265, με αναφορά στην προσέγγιση της Φοινικαρίδης (ανωτέρω) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: Η προσέγγιση αυτή είναι διαχρονική. Στην υπόθεση Varnakides v. Papamichael
(1970)1 CLR 367, και πάλι απεδόθη ευθύνη στον οδηγό που είχε προτεραιότητα, ανάλογη δε προσέγγιση υπήρξε και στην Panayides v. Kyriacou
(1969)1 CLR 167. Η προσέγγιση αυτή συναρτάται προς τη θεμελιακή έννοια της αμέλειας ως πάντοτε θέμα γεγονότων και όχι κανόνος, ώστε και η σημασία των σημάτων τροχαίας να ανάγεται και να σταθμίζεται στο συνολικό πλαίσιο του καθορισμού των υποχρεώσεων επιμέλειας των χρηστών του δρόμου.» Στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι η ενέργεια της Εναγομένης να εξέλθει από τον χωμάτινο δρόμο που οδήγησε στην πρόκληση του ατυχήματος. Την ίδια ευθύνη για επιμέλεια θα είχε η Εναγομένη είτε εξερχόταν από εγγεγραμμένο δρόμο είτε από μη εγγεγραμμένο. Εξάλλου σύμφωνα με την παραδοχή του ίδιου του τριτοδιαδίκου, ο τελευταίος γνώριζε για την ύπαρξη του εν λόγω δρόμου. Παρά το ότι η Εναγομένη εξήλθε από τον εν λόγω δρόμο εντούτοις έλαβε όλα τα μέτρα που ένας σώφρων και συνετός οδηγός θα ελάμβανε προκειμένου να μεριμνήσει για την ασφάλεια των υπολοίπων οδηγών στον δρόμο. Κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση, η γενεσιουργός αιτία της επίδικης σύγκρουσης είναι η έλλειψη παρατηρητικότητας και εγγρήγορσης του Τριτοδιαδίκου και η παράλειψη του τελευταίου να ελαττώσει ταχύτητα και/ή να προβεί σε οιονδήποτε ελιγμό προς αποφυγή της σύγκρουσης παρά το ότι είχε τον χρόνο και τον χώρο να αντιδράσει. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω ότι η Εναγόμενη ουδεμία ευθύνη φέρει για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος. Υπό το φως των πιο πάνω δεν μπορεί να υπάρξει άλλη κατάληξη πέραν από την απόρριψη της αγωγής. Δεν έχω διαπιστώσει να συντρέχει κάποιος λόγος που να δικαιολογεί απόκλιση από τον κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα συνεπώς η Εναγομένη δικαιούται στα έξοδα της αγωγής. Αναφορικά με τα έξοδα της διαδικασίας του Τριτοδιάδικου και παρά το ότι η διαδικασία Τρτοδιαδίκου θα απορριφθεί αφού δεν μπορεί να γίνει οποιοσδήποτε επιμερισμός ευθύνης, κρίνω ότι δεν θα ήταν δίκαιο να επιδικασθούν έξοδα προς όφελος του Τριτοδιάδικου και εις βάρος της Εναγομένης καθότι όπως διαφάνηκε η ενέργεια της Εναγομένης να συνενώσει τον Τριτοδιάδικο ήταν δικαιολογημένη. (Βλ. Δημήτρης Λουκαϊδης, ανήλικος δια του πατρός και κηδεμόνος του Θαλή Λουκαϊδη ν. Ανδρέα Γεωργίου
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1742). Εν όψει των πιο πάνω η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγομένης και εναντίον της Ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η αξίωση της Εναγομένης εναντίον του Τριτοδιάδικου απορρίπτεται χωρίς διαταγή για έξοδα. (Υπ.)..................................... Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.