← Κύπρος

Χρυστάλλα Παπαδοπούλου ν. Αντώνη Σωκράτους, Αρ. Αγ. 9048/12, 22/7/2016

Χρυστάλλα Παπαδοπούλου ν. Αντώνη Σωκράτους, Αρ. Αγ. 9048/12, 22/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A449 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Αγ. 9048/12 Μεταξύ: Χρυστάλλα Παπαδοπούλου Ενάγουσας Και Αντώνη Σωκράτους Εναγόμενου Ημερομηνία: 22 Ιουλίου 2016 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο-Αιτητή: κα Κουρουζίδου για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγουσα-Καθ' ης η Αίτηση: κ. Τσιναρέλης για Ν. Ροτσίδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 25.2.2015 το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα με το οποίο διατάσσονταν και οι δύο πλευρές όπως αποκαλύψουν ενόρκως τα έγγραφα που έχουν στην κατοχή τους και προτίθενται να χρησιμοποιήσουν στην δίκη. Στις 25.11.2015 η Ενάγουσα προς συμμόρφωση με το πιο πάνω διάταγμα κατέθεσε Ένορκη Δήλωση αποκάλυψης εγγράφων. Με την υπό κρίση αίτηση ο Εναγόμενος - Αιτητής ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει την Ενάγουσα ή/και τους δικηγόρους της όπως παράσχουν τη δυνατότητα ή/και επιτρέψουν ή/και διευθετήσουν την επιθεώρηση των εγγράφων που αναφέρονται στην Ένορκη Δήλωση αποκάλυψης εγγράφων της Ενάγουσας και όπως εφοδιάσουν τους δικηγόρους του Εναγομένου με αντίγραφα όλων των εν λόγω εγγράφων. Η αίτηση βασίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.28 Θ.5-9, Δ.48 Θ. 1-9, ως και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εναγομένου - Αιτητή ο οποίος αφού αναφέρεται στο ιστορικό έκδοσης διατάγματος και καταχώρησης Ένορκης Δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων, αναφέρει περαιτέρω ότι οι δικηγόροι του απέστειλαν στους δικηγόρους της Ενάγουσας, επιστολές ημερομηνίας 19.1.2016 και 11.3.2016, με την οποία καλούνταν οι τελευταίοι όπως εφοδιάσουν τους δικηγόρους του Εναγομένου με αντίγραφα των αποκαλυφθέντων εγγράφων της πλευράς της Ενάγουσας. Αντίγραφα των εν λόγω επιστολών παρουσιάζονται ως Τεκμήριο Α. Λόγω της μη ανταπόκρισης των δικηγόρων της Ενάγουσας, οι δικηγόροι του Εναγομένου στις 22.3.2016 προχώρησαν στη καταχώριση και κοινοποίηση προς τους δικηγόρους της Ενάγουσας Ειδοποίησης Προσαγωγής Εγγράφων με την οποία απαιτούσαν την επιθεώρηση και λήψη αντιγράφων των αναφερθέντων εγγράφων στην Ένορκη Δήλωση Αποκάλυψης ημερομηνίας 25.11.

  1. Η εν λόγω ειδοποίηση αποστάληκε με τηλεομοιότυπο στους δικηγόρους της Ενάγουσας (Τεκμήριο Β). Παρά ταύτα, οι δικηγόροι της Ενάγουσας ουδέποτε ανταποκρίθηκαν στη πιο πάνω ειδοποίηση. Ακολούθησε η καταχώρηση ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης στην αίτηση η οποία βασίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.28, θ.5, 6, 7, 8 και 9, Δ.39 θ.1-10, 21, Δ.48 θ.1-9, Δ.50, Δ.51 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι Ένστασης:
  2. Το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία ή διακριτική ευχέρεια να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα.
  3. Η Αίτηση είναι παράτυπη, καταχρηστική και αντικανονική και δε συνάδει με τους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας.
  4. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις και δεν έχουν ακολουθηθεί οι διαδικαστικές διαδικασίες που προνοούνται από τους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  5. Δεν έγινε νομότυπη επίδοση στην Καθ' ης η Αίτηση της Ειδοποίησης προσαγωγής εγγράφων για επιθεώρηση σύμφωνα με τον Τύπο
  6. Η Αίτηση είναι πρόωρη και ως εκ τούτου δεν έχει νομική ισχύ.
  7. Η Αίτηση είναι αχρείαστη, καθότι εάν ακολουθούνταν οι ορθές διαδικαστικές διαδικασίες, τότε δε θα υπήρχε λόγος καταχώρισης της.
  8. Ο Αιτητής δεν δικαιούται στην αιτούμενη θεραπεία.
  9. Σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος θα πληγεί το δικαίωμα της Καθ' ης η Αίτηση σε δίκαιη δίκη. Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση της Αίγλης Χατζηδημητρίου, δικηγορικής βοηθού στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της Ενάγουσας η οποία επαναλαμβάνει του λόγους Ένστασης. Η Αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση στις 8.7.2016 κατά την οποία κατατέθηκαν γραπτές αγορεύσεις στις οποίες αναπτύσσονται οι αντίστοιχες θέσεις των διαδίκων στις οποίες θα αναφερθώ αν και όπου κρίνω σκόπιμο στην συνέχεια της απόφασής μου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στην παρούσα περίπτωση εκδόθηκε διάταγμα που διέτασσε την Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση να αποκαλύψει ενόρκως τα έγγραφα που έχει ή είχε στην κατοχή της και τα οποία θα χρησιμοποιήσει στην δίκη. Η διαδικασία για την έκδοση διατάγματος αποκάλυψης εγγράφων προνοείται στην Δ.28 Θ.1 και έχει σκοπό τη λήψη πληροφοριών και παρουσίαση εγγράφων, σχετικών με την διαφορά των διαδίκων για την προετοιμασία της ακρόασης. (βλ. G.A.P. Navigation Ltd v. Merzario Marrittima SRL

(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1624). Διάδικος που έχει διαταχθεί να προβεί σε γενική αποκάλυψη, πρέπει να προβεί σε ένορκη δήλωση, προσδιορίζοντας όλα τα έγγραφα που είναι ουσιώδη σε σχέση με τα επίδικα θέματα της αγωγής, τα οποία είναι ή ήταν, στην κατοχή του. Σχετικά με τα επίδικα θέματα έγγραφα είναι αυτά τα οποία εμπεριέχουν πληροφορίες τέτοιες που είναι δυνατό είτε άμεσα είτε έμμεσα να βοηθήσουν τον αιτούντα διάδικο είτε με την προώθηση της υπόθεσης του είτε με την βλάβη της υπόθεσης του αντιδίκου του (βλ. The National Bank of Greece SA. v. Mitsides & Anor
(1962)C.L.R. 40, 42). Στην υπόθεση Τηλλυρή ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2271, λέχθηκε ότι «κάθε έγγραφο που μπορεί να ρίξει φως την υπόθεση είναι σχετικό». Ο διάδικος πρέπει να περιγράψει στην Ένορκη Δήλωση αποκάλυψης με λεπτομέρεια τα έγγραφα, επαρκή για τον προσδιορισμό τους - στην περίπτωση που το Δικαστήριο διατάξει όπως οποιοσδήποτε απ' αυτά προσαχθούν για επιθεώρηση (βλ. Annual Practice 1958 σελ. 716 «Sufficient Description of Documents.) Πρέπει επίσης να καθορίσει ποιά, αν υπάρχουν, αντιτάσσεται στο να προσαχθούν και ποιός ο λόγος επί του οποίου βασίζεται η ένσταση για την προσαγωγή τους. (βλ. Δ.28 Θ.2) Όπως ήδη αναφέρθηκε η αποκάλυψη εγγράφων έχει ως σκοπό τη λήψη πληροφοριών και την παρουσίαση εγγράφων που έχουν σχέση με την αντιδικία των μερών για την προετοιμασία της ακρόασης. Επιπλέον στοχεύει στην ορθή παρουσίαση της υπόθεσης, την αποφυγή αχρείαστων εξόδων και την αποτροπή αιφνιδιασμού κατά την διάρκεια της δίκης. Με άλλα λόγια η αποκάλυψη εγγράφων συμβάλλει στην δίκαιη εκδίκαση της αγωγής. Την ίδια συμβολή έχει και η επιθεώρηση εγγράφων. Οι σχετικές διαδικασίες προσαγωγής εγγράφων διέπονται από την Δ.28 Θ.Θ 4 έως 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η Δ.28 Θ.4 προνοεί τα εξής: «
  1. It shall be lawful for the Court or a Judge, at any time during the pendency of any cause or matter, to order the production by any party thereto upon oath of such of the documents in his possession or power, relating to any matter in question in such cause or matter, as the Court or Judge shall think right; and the Court may deal with such documents when produced in such manner as shall appear just.» Ο πιο πάνω Θεσμός είναι πανομοιότυπος με τον Ο.31 r. 14 των Αγγλικών Θεσμών του
  2. Στο Annual Practice του 1958 στις σελίδες 718 σε σχέση με την εν λόγω διαταγή αναφέρεται ότι δεν θα διαταχθεί διάδικος να προσαγάγει κάποιο έγγραφο εκτός εάν αμέσως ή εμμέσως έχει παραδεχθεί τόσο την κατοχή όσο και την σχετικότητα του. Εξ αντιδιαστολής συνάγεται ότι όταν ο διάδικος έχει παραδεχθεί τόσο την σχετικότητα όσο και την κατοχή κάποιου εγγράφου τότε υπάρχει διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να διατάξει την προσαγωγή του. Η Δ.28 Θ.5 προνοεί ότι όταν τα έγγραφα των οποίων θα ζητηθεί η επιθεώρηση δεν αναφέρονται σε δικόγραφα ή σε ένορκη δήλωση αποκάλυψης, τότε η σχετική αίτηση για επιθεώρηση εγγράφων πρέπει να συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση στην οποία να φαίνεται ποιων εγγράφων ζητείται η επιθεώρηση, ότι ο αιτών διάδικος δικαιούται να τα επιθεωρήσει και ότι βρίσκονται στην κατοχή της άλλης πλευράς. Μια άλλη διαδικασία για επιθεώρηση εγγράφων που συναντάται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας είναι αυτή αφορά περιπτώσεις στις οποίες κάποιος διάδικος έχει αναφερθεί στα δικόγραφα ή σε ένορκο δήλωση σε έγγραφα. Σε τέτοια περίπτωση, ο αντίδικος έχει δικαίωμα να του ζητήσει με ειδοποίηση να προσαγάγει τα σχετικά έγγραφα για επιθεώρηση δυνάμει της Δ.28 Θ. 6 την οποία παραθέτω αυτούσια: «
  3. Where any party to a cause or matter has in his pleadings particulars or affidavits referred to any document he may be required by any other party thereto by notice in writing to produce such document for the inspection of the party giving such notice or of his advocate and to permit him or them to take copies thereof. Any party failing to comply with such notice shall not afterwards be at liberty to put any such document in evidence on his behalf in such cause or matter, unless he shall satisfy the Court that such document relates only to his own title, he being a defendant to the cause or matter, or that he had some other cause or excuse which the Court shall deem sufficient for not complying with the notice, in which case the Court may allow the same to be put in evidence on such terms as to costs and otherwise as the Court shall think just.» Η ειδοποίηση προσαγωγής εγγράφων πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τον Τύπο 23 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. (βλ. Δ.28 Θ.7). Ο διάδικος στον οποίο δίδεται η ειδοποίηση πρέπει να ακολουθήσει τις πρόνοιες της Δ.28 Θ.8 και εντός καθορισμένης προθεσμίας, ανάλογα με την περίπτωση, να καθορίσει, δια σχετικής ειδοποίησης (Τύπος 24) τον χρόνο κατά τον οποίο τα εν λόγω έγγραφα, ή όποια από αυτά για τα οποία δεν έχει ένσταση να παρουσιάσει μπορούν να επιθεωρηθούν στο γραφείο του δικηγόρου του ή στον τόπο φυλάξεως τους. Εάν οποιοσδήποτε διάδικος στον οποίο επιδόθηκε η ειδοποίηση προσαγωγής εγγράφων παραλείψει να δώσει ειδοποίηση σύμφωνα με τον τύπο 24 ή ενίσταται στην επιθεώρηση ή προσφέρει επιθεώρηση σε χώρο άλλο από το γραφείο του δικηγόρου του τότε ο αντίδικος του ο οποίος επιθυμεί την επιθεώρηση μπορεί να αποταθεί στο Δικαστήριο δυνάμει της Δ.28 Θ.9 και να ζητά διάταγμα για επιθεώρηση σε τέτοιο μέρος και με τέτοιο τρόπο που το Δικαστήριο θα κρίνει βολικό. Το Δικαστήριο δεν θα εκδώσει διάταγμα εάν κρίνει ότι δεν είναι αναγκαίο είτε για σκοπούς δικαίας περατώσεως του ζητήματος ή για εξοικονόμηση εξόδων. Στο Annual Practice του 1958 στις σελίδες 721-722 σε σχέση με την Δ.31 Θ.15 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών που είναι πανομοιότυπη με την Δ.28 Θ.6 αναφέρεται ότι οι κανόνες αυτοί σκοπό έχουν να δώσουν στον αντίδικο το ίδιο πλεονέκτημα που θα υπήρχε εάν τα έγγραφα τίθεντο αυτούσια στο δικόγραφο. Με παραπομπή στην Quilter v Heatley [1883] 23 ChD 42 αναφέρεται ότι ο καθ' ου η Αίτηση πρέπει να προσαγάγει αμέσως τα έγγραφα που αναφέρονται στα δικόγραφα ή σε ένορκες δηλώσεις εκτός αν δείξει καλό λόγο για την άρνηση του. Ο μοναδικός λόγος ένστασης της Ενάγουσας - Καθ' ης η Αίτηση που προωθείται μέσα από την γραπτή αγόρευση του συνηγόρου της είναι ότι η Αίτηση δεν πρέπει να επιτύχει γιατί ο Εναγόμενος - Αιτητής αποτάθηκε πρόωρα στο Δικαστήριο και παρέλειψε να ακολουθήσει τις πρόνοιες της Δ.28 αφού δεν επέδωσε σχετική ειδοποίηση στην Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση με την οποία να ζητά την προσαγωγή εγγράφων για επιθεώρηση. Στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση δεν γίνεται άρνηση του γεγονότος ότι η Ειδοποίηση έγινε σύμφωνα με τον Τύπο 23 και ότι αυτή κοινοποιήθηκε με τηλεομοιότυπο στους δικηγόρους της Ενάγουσας. Είναι η θέση της όμως ότι από την στιγμή που στην διεύθυνση επίδοσης που αναγράφεται στο Κλητήριο Ένταλμα δεν περιλαμβάνεται αριθμός τηλεομοιότυπου τότε τέτοια επίδοση δεν είναι νομότυπη. Γίνεται παραπομπή στις σχετικές πρόνοιες των Δ.Δ. 50 και 51των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται στην Δ.28 Θ.Θ. 5 έως
  4. Όπως ήδη αναφέρθηκε ο Θεσμός 5 της εν λόγω διαταγής αφορά περιπτώσεις εγγράφων που δεν αναφέρονται στα δικόγραφα ή σε ένορκες δηλώσεις. Όταν πρόκειται για τέτοια έγγραφα τότε εφαρμογή έχουν οι Θεσμοί 6 έως
  5. Είναι προφανές ότι ο Εναγόμενος - Αιτητής προσπάθησε να ακολουθήσει τη διαδικασία που προνοείται στη Δ.28, θθ.6 και 7, εκδίδοντας σχετική Ειδοποίηση Προσαγωγής Εγγράφων για Επιθεώρηση σύμφωνα με τον Τύπο 23, όπως αυτός προνοείται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Ακολούθως καταχώρησε την υπό κρίση Αίτηση στηριζόμενος στις εν λόγω δικονομικές διατάξεις και όχι στους Θεσμούς 1 έως 4 όπως εσφαλμένα αναφέρεται στην γραπτή αγόρευση των συνηγόρων του. Η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος επιθεώρησης εγγράφων που αναφέρονται στα δικόγραφα ή σε ένορκες δηλώσεις προνοείται ειδικότερα στον Θεσμό 9 τον οποίο παραθέτω αυτούσιο: «
  6. If a party served with notice under Rule 6 of this Order omits to give such notice of a time for inspection or objects to give inspection, or offers inspection elsewhere than at the office of his advocate, the Court or a Judge may, on the application of the party desiring it, make an order for inspection in such place and in such manner as the Court or Judge may think fit : provided that the order shall not be made when and so far as the Court or Judge shall be of opinion that it is not necessary either for disposing fairly of the cause or matter or for saving costs.» Είναι σαφές από τα πιο πάνω ότι απαραίτητο προαπαιτούμενο για την έκδοση του διατάγματος επιθεώρησης δυνάμει του εν λόγω κανονισμού αποτελεί η επίδοση της ειδοποίησης προσαγωγής εγγράφων. Είναι ορθό αυτό που παρατηρούν και οι συνήγοροι του Εναγομένου - Αιτητή, ότι στους Θεσμούς 6 και 8 της ίδιας Διαταγής δεν γίνεται αναφορά σε επίδοση αλλά σε παράδοση ("giving such notice"). Όμως η Δ.51 στην οποία θα αναφερθώ στην συνέχεια προνοεί ότι επίδοση ή παράδοση ειδοποίησης (notice to be served or given) μπορεί να γίνει στην διεύθυνση επίδοσης. Εν πάση περιπτώσει ο Θεσμός που ενεργοποιεί την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα επιθεώρησης, ήτοι η Δ.28 Θ.9 αναφέρεται ρητώς σε επίδοση («served with notice under Rule 6»). Το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να διευρύνει αυτή την αναφορά ώστε να περιλαμβάνει και παράδοση. Είναι βασική αρχή ότι όπου το λεκτικό του νόμου (εν τη ευρεία έννοια) είναι σαφές τότε αποδίδεται στις λέξεις η φυσική και συνήθης έννοια τους. (βλ. Μακεδόνας ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 162, Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ. κ.ά. ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερμασόγειας
(1998)3 Α.Α.Δ. 348 και ΚΟΤ ν. Παπαδόπουλος
(1990)2 Α.Α.Δ. 86). Πόσο μάλλον στην παρούσα περίπτωση που οι ίδιοι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας αφιερώνουν διάφορες διατάξεις που προνοούν για τον νομότυπο τρόπο επίδοσης δικαστικών εγγράφων είτε πρόκειται για κλήσεις είτε για ειδοποιήσεις. Η Δ.51 επί της οποίας βασίζεται η Ένσταση προνοεί τα εξής: «1. Any summons or notice to be served or given to any person may be served or given at his address for service if he has furnished one, and if he has not then at his last known or usual place of residence or, if this is impossible, with the leave of the Court or Judge obtained ex parte, in any one of the ways in which service or notice of a writ of summons may be effected or given. And everything done on any proceeding whereof notice has been served or given according to these Rules shall be binding on a person so served or notified, whether he attends on the proceeding or not. 1Β. Εφόσον η διεύθυνση επίδοσης περιλαμβάνει και τηλεομοιότυπο καθίσταται αποδεκτή η επίδοση ή παράδοση δικαστικού εγγράφου, μέσω τηλεομοιοτυπικής επικοινωνίας.» Στην παρούσα περίπτωση δεν περιλαμβάνεται στην διεύθυνση επίδοσης της Ενάγουσας αριθμός τηλεομοιότυπου. Συνεπώς η πλευρά του Εναγομένου - Αιτητή δεν συμμορφώθηκε πλήρως με τις δικονομικές απαιτήσεις της Δ.28 Θ.9 επί της οποίας στηρίζει την Αίτηση του. Πρόκειται συνεπώς για παρατυπία σε σχέση με την εφαρμογή των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Αν και το θέμα δεν εγέρθηκε από την πλευρά του Εναγομένου - Αιτητή εντούτοις κρίνω ότι μπορώ να εξετάσω στα πλαίσια της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου να ενεργεί ως Δικαστήριο δικαιοσύνης, κατά πόσον η παρατυπία είναι τέτοια που να πρέπει να οδηγήσει σε απόρριψη της Αίτησης. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό την παρατήρηση ότι οι δικονομικοί κανόνες υπάρχουν για να διευκολύνουν και προστατεύουν τους διαδίκους και όχι για να συνιστούν τροχοπέδη στην απονομή της δικαιοσύνης (βλ. Παναγιώτης Λουκά Λτδ ν. Ηλία Ονουφρίου,
(2004)1 Α.Α.Δ. 582. Με άλλα λόγια οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας θα πρέπει να εφαρμόζονται με τέτοιο τρόπο ώστε να υπηρετούν την διαδικασία και την απονομή της δικαιοσύνης και όχι να οδηγούν σε ανούσιους διαξιφισμούς και παρεκκλίσεις από τον υπέρτατο σκοπό για τον οποίο υπάρχουν, ήτοι την διεξαγωγή δίκαιης δίκης. Προσθέτω ανάμεσα στα άλλα ότι η εποχή υιοθέτησης τακτικών αιφνιδιασμού των αντιδίκων (trial by ambush) έχει παρέλθει προ πολλού. Στην υπόθεση Naylor v. Preston Area Health Authority & Other
(1987)2 All E.R. 353, 360 λέχθηκαν τα ακόλουθα τα οποία θεωρώ ότι πρέπει πλέον και στην Κύπρο να αποτελούν φάρο όλων των διαδίκων και των συνηγόρων τους: «Although the English courts adhere in the main to what is known as an adversarial procedure, we have moved far and fast from a procedure whereby tactical considerations which did not have any relation to the achievement of justice were allowed to carry any weight. This is as it should be. Justice is not achieved by a war of attrition in which survival is a prize to be awarded to the party with the greatest determination and longest purse. Nor is justice normally achieved by the surprise attack, although it can be. . But nowadays the general rule is that, whilst a party is entitled to privacy in seeking out the 'cards΄ for his hand, once he has put his hand together, the litigation is to be conducted with all the cards face up on the table. Furthermore, most of the cards have to be put down well before the hearing. This is not the product of a change of fashion or even of recognition that professional judges approach their duties on the basis of mental equipment, training and attitudes of mind which are far removed from those of juries. It is the product of a growing appreciation that the public interest demands justice be provided as swiftly and as economically as possible. .The exercise of discretion has to be approached on the basis of the philosophy that the basic objective is always the achievement of true justice, which takes account of time, money and what can only be described as the anguish of uncertainty, as well as of a just outcome. It has to be exercised on the basis that the procedure of the courts must be, and is, intended to achieve the resolution of disputes by a variety of methods, of which a resolution by judgment is but one, and probably the least desirable. Accordingly, anything which enables the parties to appreciate the true strength or weakness of their positions at the earliest possible moment and at the same time enables them to enter on fully informed and realistic discussions designed to achieve a consensual resolution of the dispute is very much in the public interest.» Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσον η παράλειψη επίδοσης της Ειδοποίησης Προσαγωγής εγγράφων αποτελεί θεραπεύσιμη παρατυπία δυνάμει της Δ.64. Στην υπόθεση Γιώργος Φαλέκκου v. Κυριάκου Χριστοφίδη Πολιτική Έφεση 63/10 ημερομηνίας 17.12.2013 επαναβεβαιώθηκε ότι η διάταξη αυτή (όπως διαμορφώθηκε με τον τροποποιητικό Κανονισμό 2/1995) κατάργησε τη διάκριση μεταξύ άκυρης και αντικανονικής διαδικασίας. Το Εφετείο με αναφορά τόσο σε Κυπριακή αλλά και σε Αγγλική νομολογία σε σχέση με την αντίστοιχη Αγγλική διάταξη αποφάσισε ότι η Δ.64 δίνει στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τους Κανονισμούς είτε να παραμερίσει τη διαδικασία, είτε να θεωρήσει τη μη συμμόρφωση θεραπεύσιμη και να εκδώσει διάταγμα για διόρθωση ή άρση της παρατυπίας. Στην ίδια απόφαση εξετάστηκε και το ζήτημα κατά πόσον το Δικαστήριο έχει εξουσία να θεραπεύσει αυτεπαγγέλτως την παρατυπία, ή πρέπει να αφήσει τον διάδικο να αποταθεί ο ίδιος στο δικαστήριο για άρση της. Το Εφετείο αποφάσισε με αναφορά στην υπόθεση Karl Heinz Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου
(1999)1A ΑΑΔ 366, ότι υπάρχει διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου δικαστηρίου, όταν με κάποιο τρόπο εγείρεται ενώπιον του θέμα μη συμμόρφωσης με τους Κανονισμούς, να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχεται από τη Δ.64. Το Εφετείο κατέληξε ότι από τη στιγμή που το πρωτόδικο δικαστήριο προέβη σε διαπίστωση ότι πρόκειται για θεραπεύσιμη παρατυπία, μπορούσε στην ίδια διαδικασία να θεραπεύσει την παρατυπία δυνάμει της Δ.64, εφόσον έκρινε αυτό αναγκαίο. Λέχθηκαν τα εξής χαρακτηριστικά: «Θα ήταν τυπολατρική προσέγγιση αν κρίναμε ότι για να θεραπευθεί η ήδη διαπιστωθείσα παρατυπία θα έπρεπε το πρωτόδικο δικαστήριο να αναβάλει την υπόθεση, ώστε να δοθεί χρόνος στον Εφεσίβλητο να καταχωρίσει αίτηση δυνάμει της Δ.64 για να θεραπεύσει την παρατυπία.» Τα κριτήρια άσκησης της σχετικής διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αναφέρθηκαν στην Wunderlich (ανωτέρω). Συνοψίζοντας όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση εκείνη προκύπτει ότι ο κυριότερος λόγος που λαμβάνονται υπόψη υπέρ της άρσης της παρατυπίας είναι να μην οδηγήσει σε πασιφανή αδικία στην άλλη πλευρά. Επίσης η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία. Η νέα Δ.64 θ.2 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη. Καθοδηγούμενος από τα πιο πάνω θεωρώ ότι η παράλειψη επίδοσης της Ειδοποίησης Προσαγωγής Εγγράφων, στην προκειμένη περίπτωση, είναι θεραπεύσιμη παρατυπία. Κατέληξα στην πιο πάνω απόφαση αφού έλαβα υπόψη μου διάφορα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που υφίστανται στην παρούσα περίπτωση. Πρώτον, ότι οι δικηγόροι της Ενάγουσας - Καθ' ης η Αίτηση δεν αμφισβήτησαν την λήψη του τηλεομοιότυπου με το οποίο στάλθηκε προς αυτούς η Ειδοποίηση Προσαγωγής Εγγράφων. Δεν αμφισβήτησαν επίσης την λήψη των διαφόρων επιστολών προς αυτούς με την οποία οι συνήγοροι του Εναγομένου - Αιτητή ζητούσαν την επιθεώρηση. (βλ. Τεκμήριο Α της Ένορκης Δήλωσης ημερομηνίας 30.3.2016 που συνοδεύει την Αίτηση). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Marfin Popular Bank Public Co Ltd ν. Telec Logistic Company Ltd και άλλης,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1002 σκοπός της επίδοσης είναι η διαπίστωση ότι συγκεκριμένος διάδικος έχει ειδοποιηθεί για τη διαδικασία η οποία τον αφορά. Στην προκειμένη περίπτωση η Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση ειδοποιήθηκε για την επιθυμία του Εναγομένου - Αιτητή να επιθεωρήσει τα αποκαλυφθέντα έγγραφα αλλά επέλεξε να μην επιτρέψει την επιθεώρηση σε εκείνο τα στάδιο. Αργότερα όμως και δη μετά την καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης είχε προτείνει στους δικηγόρους του Εναγομένου να γίνει «παράδοση και επιθεώρηση των αποκαλυφθέντων εγγράφων της Ενάγουσας και απόσυρση της Αίτησης για σκοπούς θεραπείας της παρατυπίας και συντόμευση της διαδικασίας.» (βλ. παράγραφο 7 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση και σελ. 5 της γραπτής αγόρευσης των δικηγόρων της Ενάγουσας - Καθ' ης η Αίτηση). Εάν τούτος ήταν ο σκοπός της Ενάγουσας - Καθ' ης η Αίτηση γιατί δεν ανταποκρίθηκε ευθύς εξ αρχής στην επιστολή που τους εστάλη 2 και πλέον μήνες πριν την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης; Περαιτέρω λαμβάνω υπόψη μου ότι στην ίδια την ένορκη δήλωση αποκάλυψης της Ενάγουσας αναφέρεται ότι τα έγγραφα του Παραρτήματος Α ευρίσκονται στη κατοχή της και σχετίζονται με το αντικείμενο της αγωγής και ότι δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε λόγος περί ύπαρξης προνομίου ή άλλης προστασίας. Συνεπώς η παροχή ευκαιρίας στην άλλη πλευρά να τα επιθεωρήσει μπορεί μόνο να βοηθήσει στην προετοιμασία για την ακρόαση της αγωγής και κατ' επέκταση στην δίκαιη απονομή της δικαιοσύνης. Τούτος είναι ως λέχθηκε, ο κύριος σκοπός της διαδικασίας επιθεώρησης εγγράφων. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, καταλήγω στο να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ του Εναγομένου - Αιτητή αφού θεωρώ ότι δεν θα επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα της Ενάγουσας - Καθ' ης η Αίτηση και η ικανοποίηση του αιτήματος του Εναγομένου - Αιτητή μάλλον θα επιταχύνει και θα διευκολύνει τη διαδικασία. Παρά την επιτυχία της Αίτησης όμως θεωρώ ορθό όπως η κάθε πλευρά επιβαρυνθεί με τα δικά της έξοδα. Και τούτο διότι από την μια, η πλευρά του Εναγομένου - Αιτητή δεν ακολούθησε επακριβώς τις πρόνοιες της Δ.28 Θ.9, ενώ από την άλλη πλευρά η Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση ενώ δεν είχε ουσιαστικό λόγο να μην επιτρέψει την επιθεώρηση των εγγράφων εντούτοις επέλεξε να αναμένει την καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης για να έλθει στην πορεία να προτείνει την απόσυρση της ενώ ήταν διατεθειμένη να παραδώσει τα έγγραφα για επιθεώρηση. Τελειώνω την παρούσα απόφαση με το εξής απόσπασμα από την υπόθεση Kipagrotiki Ltd ν Σάββα
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1610 που αν και αφορούσε αίτημα για αποκάλυψη και όχι επιθεώρηση εγγράφων, εντούτοις θεωρώ ότι τυγχάνει εφαρμογής και στην υπό κρίση περίπτωση: «Η εντύπωσή μας τελικά είναι πως ένα απλό ζήτημα που θα μπορούσε να είχε αντιμετωπιστεί κατά τρόπο πρακτικό και δίκαιο με στοιχειώδη συνεννόηση, περιεπλάκη αχρείαστα.» Εκδίδεται Διάταγμα το οποίο διατάσσει την Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση, όπως επιτρέψει στον Εναγόμενο - Αιτητή ή τους Δικηγόρους του, όπως επιθεωρήσει και/ή λάβει αντίγραφα των εγγράφων που παρατίθενται στον Πίνακα «Α» της Ένορκης Δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων ημερομηνίας 25.11.2015 που κατέθεσε η Ενάγουσα. Η επιθεώρηση και/ή λήψη αντιγράφων, να γίνει εντός 15 ημερών από σήμερα, στο γραφείο των Δικηγόρων της Ενάγουσας - Καθ' ης η Αίτηση, σε ημερομηνία και ώρα που θα συμφωνηθεί μεταξύ των δύο πλευρών. Τυχόν πραγματικά έξοδα για την λήψη αντιγράφων να καταβληθούν από τον Εναγόμενο - Αιτητή ταυτόχρονα με τη λήψη των αντιγράφων στην Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση ή στους Δικηγόρους της. Η κάθε πλευρά να επωμιστεί τα δικά της έξοδα σε σχέση με την παρούσα Αίτηση. [Υπ.] Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.