← Κύπρος

Αντώνη Γεωργιάδη και Μιχάλη Πιερίδη ως Διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Γεώργιου Βαρνάβα Βασιλείου ν. Κωνσταντίνου Αδαμίδη, Αρ. Αγωγής: 56

Αντώνη Γεωργιάδη και Μιχάλη Πιερίδη ως Διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Γεώργιου Βαρνάβα Βασιλείου ν. Κωνσταντίνου Αδαμίδη, Αρ. Αγωγής: 5649/2011, 8/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A429 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5649/2011 Μεταξύ: Ιωάννη Ερωτοκρίτου και Μιχάλη Πιερίδη ως Διαχειριστές της περιουσίας Του αποβιώσαντος Γεώργιου Βαρνάβα Βασιλείου, δυνάμει Διατάγματος Διαχείρισης στην Αίτηση Αριθμός 86/96 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, από την Λευκωσία Εναγόντων Και Κωνσταντίνου Αδαμίδη Εναγομένου Ως ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου Ημερομηνίας 16.12.15 Μεταξύ: Αντώνη Γεωργιάδη και Μιχάλη Πιερίδη ως Διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Γεώργιου Βαρνάβα Βασιλείου, δυνάμει Διατάγματος Διαχείρισης στην Αίτηση Αριθμός 86/96 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, από την Λευκωσία. Εναγόντων Και Κωνσταντίνου Αδαμίδη από το Στρόβολο Εναγομένου Ημερομηνία: 8 Ιουλίου 2016 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κα Ερωτοκρίτου για Κ.Π. Ερωτοκρίτου & Σια Εναγόμενος - Καθ' ου η Αίτηση: Αυτοπροσώπως ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό κρίση αγωγή καταχωρήθηκε την 26.8.2011 από τους τότε συνδιαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Γεωργίου Βαρνάβα Βασιλείου, κ.κ. Ιωάννη Ερωτοκρίτου και Μιχάλη Πιερίδη. Με αυτή ζητούν από τον Εναγόμενο την επιστροφή του ποσού των €7,593 που κατ' ισχυρισμό παράνομα οικειοποιήθηκε και κατακράτησε ο Εναγόμενος από την περιουσία του Γεωργίου Βαρνάβα Βασιλείου. Ο Εναγόμενος καταχώρησε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στην αγωγή και ακολούθως οι Ενάγοντες καταχώρησαν Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση. Δυστυχώς ο Iωάννης Ερωτοκρίτου απεβίωσε την 3.2.

  1. Εις αντικατάσταση του τελευταίου, διορίστηκε ο Αντώνης Γεωργιάδης ως συνδιαχειριστής μαζί με τον Μιχάλη Πιερίδη. Κατόπιν αίτησης ημερομηνίας 2.12.2015 τροποποιήθηκε ο τίτλος της αγωγής δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 16.12.2015 και αντικαταστάθηκε ο Ιωάννης Ερωτοκρίτου από τον τίτλο της αγωγής με το όνομα του νέου συνδιαχειριστή, ήτοι του Αντώνη Γεωργιάδη. Το εν λόγω διάταγμα εκδόθηκε με τη σύμφωνη γνώμη του Εναγομένου. Το τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα καταχωρήθηκε εντός του καθοριζόμενου στο διάταγμα χρόνου και ακολούθησε η καταχώριση στις 12.1.2016 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης στο τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα. Με την υπό κρίση Αίτηση οι Ενάγοντες - Αιτητές ζητούν την διαγραφή διαφόρων λέξεων ή φράσεων από την καταχωρημένη Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση ημερομηνίας 12.1.16 ως μη προκυπτόντων από το Διάταγμα τροποποίησης ημερομηνίας 16.12.2015 και αποτελούντων τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του Εναγόμενου χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου και την αντικατάσταση των εν λόγω λέξεων ή φράσεων τους με την αντίστοιχη λέξη ή φράση του αρχικού δικογράφου Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ημερομηνίας 14.12.
  2. Ζητούν επίσης την προσθήκη των λέξεων ή φράσεων που δεν συμπεριελήφθησαν στην Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση ημερομηνίας 12.1.16 ενώ συμπεριλαμβάνοντο στην αρχική Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση ημερομηνίας 14.12.
  3. Η Αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.19 Θ.26, Δ.27 Θ.1,2 και 3 και Δ.48 Θ.Θ.1,2,3 και 9(ι). Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η Αίτηση περιέχονται στο φάκελο της υπόθεσης. Ο Εναγόμενος - Καθ' ου η Αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση για πρόθεση προβολής Ένστασης στην Αίτηση, βασιζόμενη στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.2 Θ.12, Δ.17 Θ.10, Δ.21, Θ.1,2, Δ.26, Θ.2, 10, 14, Δ.39, Δ.48, Θ.1, 9

(1)επί του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60, στις συμφυείς εξουσίες και Πρακτική του Δικαστηρίου. Προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: (Α) Η αίτηση είναι νομικά αβάσιμη, αστήρικτη, παράτυπη, αντικανονικά και ουσιαστικά αδικαιολόγητη και αντίθετη των διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής των Δικαστηρίων. (Β) Η αίτηση δεν στηρίζεται σε ένορκη δήλωση των συνδιαχειριστών και ειδικότερα δεν παρουσιάζει εξουσιοδότηση από τους δύο συνδιαχειριστές και ούτε έγγραφο διορισμό από τον νέο διαχειριστή και αντικαταστάτη του αποβιώσαντος I. Ερωτοκρίτου, Αντώνη Γεωργιάδη. (Γ) Η παρούσα διαδικασία αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας ενοχλητική και παράνομη εκ μέρους του Δικηγόρικου Γραφείου του αποβιώσαντος I. Ερωτοκρίτου. (Δ) Με την παρούσα αίτηση θα προκληθεί μεγάλη καθυστέρηση για την ακρόαση της αγωγής που καταχωρήθηκε την 26/8/2011 από τον αποβιώσαντα και Μ. Πιερίδη συνδιαχειριστή. Η ένσταση συνοδεύεται από Ένορκο Δήλωση του Εναγομένου - Καθ' ου η Αίτηση Κωνσταντίνου Αδαμίδη ο οποίος αναφέρει ότι οι δύο αρχικοί συνδιαχειριστές υπέγραψαν διορισμό δικηγόρου ως Ενάγοντες διορίζοντας το δικηγορικό γραφείο Κ.Π. Ερωτοκρίτου & Σία. Είναι η θέση του ότι μετά το θάνατο του συνδιαχειριστή Iωάννη Ερωτοκρίτου, ταυτόχρονα παύει να έχει οιανδήποτε ισχύ και τερματίζεται το υπ' αυτού διοριστήριο Δικηγόρου και βάσει αυτού ουδεμία άλλη ενέργεια και/ή εξουσιοδότηση βάσει του εν λόγω διοριστήριου, νομίμως δύναται να γίνει δεδομένου ότι υπάρχουν τώρα άλλοι διάδικοι στην παρούσα αγωγή. Ο νέος συνδιαχειριστής και αντικαταστάτης του αποβιώσαντος Αντώνη Γεωργιάδη μαζί με τον έτερον συνδιαχειριστή Μ. Πιερίδη, πρέπει να υπογράψουν νέο διοριστήριο δικηγόρου για να καταχωρηθεί νομότυπα η αίτηση ημερομηνίας 22.1.2016. Τα ίδια υποστήριξε ο κ. Αδαμίδης αγορεύοντας ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακρόαση της Αίτησης. Ήταν και το μόνο σημείο στο οποίο αναφέρθηκε προς υποστήριξη της Ένστασης του. NOMIKH ΕΚΠΡΟΣΩΠΗΣΗ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ Η περιουσία προσώπου που απεβίωσε αντιπροσωπεύεται από τους νόμιμους προσωπικούς αντιπροσώπους του (βλ. άρθρο 34
(7)του Κεφ. 189). Οι νόμιμοι προσωπικοί αντιπρόσωποι του είναι οι εκτελεστές σε περίπτωση που υπάρχει διαθήκη ή οι διαχειριστές αν δεν υπάρχει διαθήκη (βλ. άρθρο 2 του Κεφ. 189, Emin v Turkish Bank of Nicosia and Others
(1963)2 CLR 74, The Heirs of Theodora Panayi v Administrators of the Estate of the late S. Mandriotis 1963 2 CLR 167, Φιλίππου ν Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ 448). Στο Annual Practice
(1958)και αναφορικά με την αγγλική διαταγή Ο.16 r.8 που είναι η αντίστοιχη της Δ.9 Θ.8 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, σελ. 336 και κάτω από τον τίτλο «Necessary Parties» αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι ο γενικός κανόνας είναι ότι όλοι οι διαχειριστές πρέπει να είναι διάδικοι είτε ως ενάγοντες είτε ως εναγόμενοι. Τα ίδια αναφέρονται και στον Bullen & Leake 12η έκδοση σελ. 422 και Williams onExecutors and Administrators 14η έκδοση τόμος 2 σελ.
  1. Συνεπώς οι νόμιμοι προσωπικοί αντιπρόσωποι, προσώπου που απεβίωσε είναι οι μόνοι αναγκαίοι διάδικοι που μπορούν να ενάγουν και ενάγονται για λογαριασμό της κληρονομιάς. Ορθώς επομένως ο εκ των διαχειριστών, Μ. Πιερίδης, μετά τον θάνατο του Ι. Ερωτοκρίτου υπέβαλε αίτημα για προσθήκη ως διαδίκου του νέου διαχειριστή Αντώνη Γεωργιάδη ο οποίος διορίστηκε ως διαχειριστής εις αντικατάσταση του Ι. Ερωτοκρίτου. Η Δ. 12 Θ. 4 προνοεί ότι: «
  2. Where by reason of death, bankruptcy, or any other event occurring after the commencement of a cause or matter, and causing a change or transmission of interest or liability, or by reason of any person interested coming into existence after the commencement of the cause or matter, it becomes necessary or desirable that any person not already a party should be made a party, or that any person already a party should be made a party in another capacity, an order that the proceedings shall be carried on between the continuing parties, and such new party or parties, may be obtained ex parte on application to the Court or a Judge, upon an allegation of such change, or transmission of interest or liability, or of any such person interested having come into existence. Πάνω σε αυτή την βάση θεωρώ ότι εκδόθηκε και το διάταγμα προσθήκης του Αντώνη Γεωργιάδη ως διάδικου στον τίτλο της αγωγής. Πάντοτε βέβαια υπό την ιδιότητα του ως από κοινού με τον Μ. Πιερίδη εκπρόσωπος της περιουσίας του αποβιώσαντος Γεώργιου Βαρνάβα Βασιλείου. H προσθήκη του Αντώνη Γεωργιάδη στον τίτλο της αγωγής δεν μεταβάλλει το γεγονός ότι η καταχώρηση και προώθηση της παρούσας αγωγής εξουσιοδοτήθηκε από τους αρχικούς διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Γεώργιου Βαρνάβα Βασιλείου. Ο κ. Αντώνης Γεωργιάδης προστέθηκε ακριβώς ως διάδικος διότι πρώτον είναι αναγκαίος διάδικος και κατά δεύτερον έχει αντικαταστήσει τον αποβιώσαντα Ιωάννη Ερωτοκρίτου. Το διάταγμα ημερομηνίας 9.11.2015 το οποίο επισυνάπτεται στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημερομηνίας 2.12.2015 δυνάμει της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα τροποποίησης έχει ως ακολούθως: «έγγραφα διαχείρισης της περιουσίας του Γεώργιου Βαρνάβα Βασιλείου....χορηγήθηκαν από το Δικαστήριο αυτό στον Αντώνη Γεωργιάδη, από την Λευκωσία συνδιαχειριστή μαζί με τον Μιχάλη Πιερίδη σε αντικατάσταση του αποβιώσαντα διαχειριστή Ιωάννη Ερωτοκρίτου από τη Λευκωσία» Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι ο διορισμός που είχε δώσει ο Ιωάννης Ερωτοκρίτου ομού με τον Μιχάλη Πιερίδη όταν ξεκίνησε η παρούσα αγωγή δεν έπαψε να υφίσταται. Απλώς ο κ. Αντώνης Γεωργιάδης έχει υποκαταστήσει τον αποβιάσαντα Ιωάννη Ερωτοκρίτου. Η αγωγή που έχει νομότυπα καταχωρηθεί, μπορεί και πρέπει να προωθηθεί κανονικά από τους υφιστάμενους δικηγόρους του Ενάγοντα που στην ουσία, (Ενάγοντας) δεν είναι ούτε ο Αντώνης Γεωργιάδης ή ο Μιχάλης Πιερίδης αλλά η περιουσία του Γεώργιου Βαρνάβα Βασιλείου την οποία εκπροσωπούν οι Αντώνης Γεωργιάδης και Μιχάλης Πιερίδης. Εάν οι διαχειριστές επιθυμούν να παύσουν το δικηγορικό γραφείο Κ.Π. Ερωτοκρίτου & Σια και να αφαιρέσουν από αυτό τον περιατέρω χειρισμό της υπόθεσης πρέπει να προβούν οι ίδιοι στα αναγκαία διαβήματα προς το Δικαστήριο. Προσθέτω στα πιο πάνω ότι ο Εναγόμενος συνέναισε στην έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να προστίθεται ο Αντώνης Γεωργιάδης ως διάδικος στην αγωγή. Δεν ήγειρε θέμα νομικής εκπροσώπησης του Ενάγοντος σε εκείνο το στάδιο. Ούτε στην συνέχεια υπέβαλε οποιοδήποτε αίτημα για παραμερισμό του τροποποιημένου Κλητηρίου Εντάλματος. Αντιθέτως, προχώρησε και καταχώρησε Έκθεση Υπεράσπισης στον εν λόγω Κλητήριο Ένταλμα εγείροντας μάλιστα και Ανταπαίτηση και ουδέποτε ήγειρε το ζήτημα παρά μόνο στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης. Έχω την εντύπωση ότι με την συμπεριφορά που επέδειξε ο κ. Αδαμίδης και δη με την αποδοχή της προσθήκης του Αντώνη Γεωργιάδη ως διαδίκου ομού με τον υφιστάμενο διαχειριστή αλλά και την καταχώριση Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης εναντίον των υφιαστάμενων διαχειριστών της περιουσίας του Γεώργιου Βαρνάβα Βασιλείου έχει αποποιηθεί όποιουδήποτε δικαιώματος αμφισβήτησης της εκπροσώπησης περιουσίας του αποβιώσαντος Γεώργιου Βαρνάβα Βασιλείου μέσω των διαχειριστών της περιουσίας του καθώς και την συνέχιση της εκπροσώπησης των τελευταίων από το δικηγορικό γραφείο Κ.Π. Ερωτοκρίτου & Σια. Συνεπώς ο σχετικός λόγος Ένστασης απορρίπτεται. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στην υπόθεση Δημοτικό Συμβούλιο Έγκωμης v. Ι. Ιωακείμ και Α. Λοϊζιά
(1999)3 Α.Α.Δ.596, 599 λέχθηκε ότι «η τροποποίηση που βγαίνει έξω από τα όρια της εξουσιοδότησης διατάγματος παρέχει αντέρεισμα διαγραφής της. Η ανοχή αυτού του είδους παρεκτροπής θα αποτελούσε σοβαρό ανασχετικό παράγοντα στην απονομή της δικαιοσύνης». Στο σύγγραμμα Annual Practice 1958 τόμος 1, σελ. 632, αναφέρεται ότι σε μια τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο σύμφυτη εξουσία ακύρωσης. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: "Does not Amend Accordingly" If the party who has obtained an order to amend makes amendments which are not authorized by the order, the proper course is for his opponent to apply to have the amendment disallowed with costs. It is true that r. 4, on which Kay, J., relied in Bourne v. Coulter, 50 L.T. 321, applies only to amendments made without leave under rr. 2 and-3 of this Order. But there is, it is submitted, an inherent power in the Court to set aside, at the cost of the offending party, any alteration or amendment of any proceeding in an action which is made by either party without authority, or in excess of any authority which has been given. Indeed, in an extreme case such as Blackmore v. Edwards [1879] W.N. 175 (explained supra, p.627), a still more stringent order as to costs may be made." Στην υπόθεση Williams Glyn's Bank ν. "Ship ""Maria""",
(1992)1 Α.Α.Δ. 309, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι το εναγόμενο πλοίο προέβηκε στην τροποποίηση χωρίς άδεια. Η τροποποίηση η οποία έγινε στην Υπεράσπιση έγινε σαν συνέπεια αίτησης των εναγόντων για τροποποίηση της Αναφοράς, την οποία αποδέχθηκε το εναγόμενο πλοίο στις 18/9/86. Η τροποποίηση έγινε για να αντικατασταθεί η ενάγουσα Τράπεζα Williams and Glyn's Bank plc με την Royal Bank of Scotland plc, στην οποία μεταβιβάστηκαν δια νόμου όλα τα δικαιώματα. Η θέση των εναγόντων είναι ότι ενώ αναγνωρίζουν στο εναγόμενο πλοίο το δικαίωμα να κάνει τις απαραίτητες τροποποιήσεις, στην αρχική του Υπεράσπιση, συνεπεία της δικής τους τροποποίησης, αναφέρουν ότι αυτό το δικαίωμα περιορίζεται στις τροποποιήσεις που συνεπάγονται ή είναι αναγκαίες από τις τροποποιήσεις που έγιναν. Υποστήριξη στη θέση αυτή βρίσκουν στα λόγια του Λόρδου Russel στην υπόθεση Squire v. Squire [1972] 1 All E.R., σελ. 891, στη σελίδα 897, όπου είπε: "In our judgment the arguments advanced by the plaintiff are to be preferred, and the leave to amend the defence in circumstances such as the present is limited to those amendments that are consequential in the sense of the formula above mentioned." (Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου) Συμφωνώ ότι πράγματι το εναγόμενο πλοίο στην τροποποιημένη Υπεράσπιση του ξέφυγε από τα "επιτρεπτά" πλαίσια. Εάν επιθυμούσε να έκανε περισσότερες τροποποιήσεις από ότι ήταν απαραίτητο, θα έπρεπε να είχε κάνει σχετική αίτηση. Όμως το θέμα είναι τι έπρεπε να έκαναν οι ενάγοντες βλέποντας αυτή την εκτροπή. Σίγουρα θα έπρεπε να έκαναν αίτηση για διαγραφή των παραγράφων της Υπεράσπισης που ξέφυγαν από την εξυπακουόμενη εξουσιοδότηση για τροποποίηση. Σχετικά το Annual Practice
(1982)Volume, στη σελίδα 394, 20/9/1 αναφέρει: "If the party who has obtained an order to amend makes amendments which are not authorised by the order, the proper course is for his oponent to apply to have the amendments disallowed with costs. It is true that r. 4, relied on in Bourne v. Coulter, 50 L.T. 321, applies only to amendments made without leave under r. 3 of this Order. But there is, it is submitted, an inherent power in the Court to set aside, at the cost of the offending party, any alteration or amendment of any proceeding in an action which is made by either party without authority, or in excess of any authority which has been given." .. .. .. .. εδώ δεν υπάρχει ρητή διαταγή, ούτε χρειάζεται ρητή διαταγή, αλλά η τροποποίηση γίνεται με βάση αρχική διαταγή που αφορά άλλο δικόγραφο, στην οποία θεωρείται ότι ενσωματώνεται και συνυπάρχει η συμφυής ή εξυπακουόμενη δικαστική εξουσιοδότηση στην άλλη πλευρά να τροποποιήσει και αυτή τα δικόγραφα τα οποία ήδη καταχώρισε σε απάντηση των νέων ισχυρισμών και μόνο. Αυτή η "εξουσιοδότηση" που θεωρείται ότι υπάρχει σε κάθε τέτοιο διάταγμα, έστω και εάν ουσιαστικά στην πρακτική ποτέ δεν αναφέρεται, δεν είναι προκαθορισμένη ρητά, αλλά είναι τελικά θέμα γεγονότων εάν κάποιος την υπερέβηκε ή όχι και σε ποιό βαθμό. Έτσι δεν τίθεται ξεκάθαρα θέμα υπέρβασης ρητής διαταγής του Δικαστηρίου εφόσον πλέον το θέμα ανάγεται από νομικό σε καθαρά πραγματικό. Για τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι η τελευταία εισήγηση των εναγόντων στο θέμα το οποίο έθεσε το εναγόμενο πλοίο, δε μπορεί να ευσταθήσει γιατί θεωρώ ότι η τροποποιημένη Υπεράσπιση του πλοίου, παρόλο που έγινε κατόπιν εκτροπής από τους θεσμούς, εντούτοις, επειδή όπως είπα αυτή θεωρείται απλή παρατυπία (ακυρώσιμη όχι άκυρη), και λόγω του ότι οι ενάγοντες έκαναν στη συνέχεια διαβήματα στη διαδικασία, η παρατυπία αυτή θεωρείται ότι θεραπεύτηκε και έτσι παραγνωρίζεται από το Δικαστήριο.' Στην παρούσα περίπτωση η πλευρά των Εναγόντων - Αιτητών δεν αποποιήθηκε του δικαιώματος της να αποταθεί για ακύρωση παρατυπίας. Δεν προχώρησε σε επόμενα διαδικαστικά διαβήματα παρά μόνο στην καταχώριση της υπό κρίσης Αίτησης. Δεν καταχώρησε ούτε καν Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση. Από το πιο πάνω απόσπασμα από την Williams Glyn's Bank ν. "Ship ""Maria""" (ανωτέρω), συνάγεται ότι πλην της περίπτωσης όπου μια υπόθεση προχωρά σε ακρόαση και οι διάδικοι δεν προβαίνουν σε διορθωτικά μέτρα για ακύρωση παράτυπης τροποποίησης, υποχρέωση των διαδίκων αλλά και του δικαστηρίου κατά τον έλεγχο της διαδικασίας, είναι ο ορθός προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων στη βάση των εγγράφων προτάσεων. Κατ' επέκταση, όταν η μια πλευρά θεωρεί ότι η τροποποίηση του δικογράφου είναι ασύμβατη με το διάταγμα που εκδόθηκε και προτίθεται να την αμφισβητήσει, τότε οφείλει να πράξει τούτο το συντομότερο δυνατό. Όπως και έγινε στην παρούσα περίπτωση. Στην παρούσα περίπτωση υπήρχε η εξυπακουόμενη δικαστική εξουσιοδότηση στην πλευρά του Εναγομένου να τροποποιήσει και αυτός το δικόγραφο του. Το ζήτημα είναι σε ποια έκταση εκετείνεται αυτή η εξουσιοδότηση. Η απάντηση δίνεται στην Williams Glyn's Bank ν. "Ship ""Maria""" (ανωτέρω), και στην Squire v. Squire
(1972)1 All ER 891. Το απαύγασμα της νομολογίας είναι ότι το δικαίωμα του εκάστοτε ενάγοντος περιορίζεται μόνο στις τροποποιήσεις που είναι συνεπακόλουθες των τροποποιήσεων του Ενάγοντος. Δεν επιτρέπονται τροποποιήσεις οι οποίες σχετίζονται με ισχυρισμούς οι οποίοι περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης και δεν επηρεάζονται από την τροποποίηση της τελευταίας. Στην Squire v. Squire (ανωτέρω) λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: «For the plaintiff it was argued, correctly in our view, that apart from RSC Ord 20 a defendant always requires leave to amend his defence; that the need for leave is inconsistent with an unqualified ability to amend the defence after leave is given to amend the statement of claim; although the need for leave is consistent with a universal practice of leave being assumed to be given for consequential amendments as defined above, since justice plainly requires such limited leave. Further (it was contended) it would be unjust that a defendant should, by the slightest amendment permitted to the statement of claim, be able to avoid the imposition of stringent terms of an independent application for leave to amend the defence, or even a refusal of leave. For the defendants to argue that, because the amended statement of claim can be described as a new pleading, the right to the defendant to amend is at large is (it was said) a non sequitur. The fact that, when the plaintiff is given leave to amend his statement of claim, the defendant is not then and there required to formulate the amendments to his defence is precisely because it is assumed that the amendments will be limited and consequential. The defendants' argument (it was said) would confer rights on the defendants wholly unconnected with that which was the sole cause of the ability to amend the defence, i.e. the leave to make particular amendments to the statement of claim.' ...................................... In our judgment the arguments advanced by the plaintiff are to be preferred, and the leave to amend the defence in circumstances such as the present is limited to those amendments that the consequential in the sense of the formula abovementioned.' Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι η υπεράσπιση δεν έχει απεριόριστο και εν λευκώ δικαίωμα τροποποίησης του δικογράφου της σε κάθε περίπτωση που ο ενάγων εξασφαλίζει διάταγμα τροποποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος και/ή της Έκθεσης Απαίτησης. Η εξυπακουόμενη εξουσιοδότηση και το δικαίωμα καταχώρισης νέου δικογράφου που του δίδεται, περιορίζεται σε ότι είναι αναγκαίο να τροποποιηθεί και σε σχέση μόνο με τα σημεία που τροποποιήθηκε η Έκθεση Απαίτησης ή που επηρεάζονται από την τροποποίηση που προηγήθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, έχοντας μελετήσει την αίτηση, σε συνδυασμό βέβαια με τα δικόγραφα που καταχώρησε ο Εναγόμενος τόσο πριν όσο και μετά την τροποποίηση, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί πλην μιας περίπτωσης όπους δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε διαφορά από το αρχικό δικόγραφο του Εναγομένου, ήτοι σε σχέση με το Αιτητικό 1(θ) της Αίτησης. Οι τροποποιήσεις τις οποίες η πλευρά των Εναγόντων - Αιτητών επιθυμεί να διαγραφούν και αντικατασταθούν, παρατηρώ ότι ουδεμία σχέση έχουν με την τροποποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος και ειδικότερα του τίτλου αυτού. Όμως πολλές από αυτές είναι τόσο ανεπαίσθητες που διερωτάται κανείς προς τι όλη αυτή η διαδικασία και σπατάλη δικαστικού χρόνου και εξόδων. Παραπονούνται για παράδειγμα οι Ενάγοντες ότι αντί «τεμάχια» αναγράφηκε η φράση «ακίνητα της περιουσίας». Παραπονούνται επίσης ότι αντί «Ενάγοντα» αναγράφηκε «Ενάγουσα» ή ότι αντί «αύξησε» αναγράφηκε «αύξησα» ή αντί «διαταγής» αναγράφηκε «διατάγματος». Διεωρωτάται κανείς πως τούτες οι, μικρής έκτασης, αλλαγές θα επηρέαζαν την ακροαματική διαδικασία και τα επίδικα θέματα. Εν πάση περιπτώσει, οι τροποποιήσεις αυτές αν και μικρές σε έκταση και ενδεχομένως σε σημασία δεν παύουν να αποτελούν τροποποιήσεις που έγιναν χωρίς εξουσιοδότηση και που δεν επικροτήθηκαν από την πλευρά των Εναγόντων. Με άλλα λόγια δεν είναι τροποποιήσεις οι οποίες προκύπτουν ως επακόλουθο της τροποποίησης του τίτλου της αγωγής. Ως θέμα αρχής λοιπόν δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη και πρέπει να διαγραφούν. Ο σημαντικότερος προς τούτο λόγος είναι ότι οι τροποποιήσεις έγιναν, χωρίς να έχει την ευκαιρία η πλευρά των Εναγόντων - Αιτητών να ακουστεί . Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό ότι σύμφωνα με την Δ.48 Θ. 8 η Αίτηση για τροποποίηση Έκθεσης Υπεράσπισης δεν περιλαμβάνεται στις αιτήσεις οι οποίες μπορούν να γίνουν μονομερώς. Δεν είναι της παρούσας να αποφασιστεί κατά πόσον η πλευρά των Εναγόντων - Αιτητών να έπρεπε να ήταν λιγότερο δυσανεκτική. Όμως οφείλω να παρατηρήσω ότι με τις (έστω χωρίς εξουσιοδότηση) τροποποιήσεις δεν επιδιώχθηκε η διαφοροποίηση των επιδίκων θεμάτων στην βάση τους. Τούτο θα έχει αντίκτυπο στο θέμα των εξόδων όπως θα αναφέρω πιο κάτω. Εν όψει όλων των πιο πάνω εκδίδεται διάταγμα ως τα αιτητικά 1(α)(β)(γ)(δ)(ε)(στ)(ζ)(η)(ι) καθώς και ως το 2(α)(β) και (γ). Ο Εναγόμενος να καταχωρήσει τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση ως ανωτέρω εντός 40 ημερών από σήμερα. Με προβλημάτισε ιδιαίτερα το ζήτημα των εξόδων. Δεν παραγνωρίζω τον κανόνα ότι τα δικηγορικά έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα. Πλην όμως, όπως ήδη ανέφερα, θεωρώ ότι με τις, άνευ εξουσιοδοτήσεως, τροποποιήσεις στις οποίες προέβη ο Εναγόμενος δεν επιδίωξε να διαφοροποιήσει τα επίδικα θέματα της αγωγής. Οι τροποποιήσεις όπως προαναφέρθηκε ήταν περιορισμένης έκτασης και ενδεχομένως άνευ σημασίας. Η πλευρά των Εναγόντων - Αιτητών δεν έχει παρουσιάσει κάτι το οποίο να δείχνει τον δυσμενή επηρεασμό που θα είχε κατά την ακροαματική διαδικασία, εάν εν τέλει παρέμεναν οι εν λόγω τροποποιήσεις. Εν όψει των πιο πάνω και θεωρώντας τούτο ορθό και δίκαιο, διατάσσω όπως τα έξοδα της παρούσας Αίτησης ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της δίκης σε καμία όμως περίπτωση να μην βαρύνουν τους Ενάγοντες - Αιτητές. (Υπ)...................................... Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.