Φωτεινής Σοφοκλέους κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 388/2009, 28/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A453 Αρ. Αγωγής: 388/2009 Μεταξύ:
- Φωτεινής Σοφοκλέους εκ Λευκωσίας
- Ανδρεανής Κύρρη, εκ Λευκωσίας Εναγουσών και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένου Ημερομηνία: 28 Ιουλίου 2016 Για ενάγουσα 1: κος Αντώνης Παπαντωνίου Για εναγόμενο: κος Ανδρέας Χριστοφόρου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή τους, οι ενάγουσες ζητούν δήλωση του Δικαστηρίου ότι είναι θύματα συνεχιζόμενης παραβίασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης που κατοχυρώνεται από το άρθρο 28 του Συντάγματος και το Πρωτόκολλο 12 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Ζητούν επίσης γενικές και ειδικές αποζημιώσεις ύψους €205.000,00 ένεκα της πιο πάνω παραβίασης των δικαιωμάτων τους. Σε κάποιο στάδιο της διαδικασίας, η ενάγουσα 2 απέσυρε την αγωγή της, παρέμεινε δε για εκδίκαση μόνο η απαίτηση της ενάγουσας
- Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, η ενάγουσα 1 που είναι διδάκτωρ αιματολογίας, διορίστηκε για πρώτη φορά με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημ. 21.10.1977, στην θέση του Εργαστηριακού Λειτουργού Θαλασσαιμίας, στο Κέντρο Θαλασσαιμίας του Υπουργείου Υγείας. Σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση, η ενάγουσα 1 προσλήφθηκε ως Επιστήμων Εργαστηριακός Λειτουργός με την ίδια μισθοδοσία που είχαν οι Χημικοί πρώτης και δεύτερης τάξης του Χημικού Εργαστηρίου στην κλίμακα Α9 -11-
- Η απόφαση αυτή, λήφθηκε στα πλαίσια δημιουργίας του Εργαστηρίου του Κέντρου Μεσογειακής Αναιμίας. Η πρόσληψη της ενάγουσας 1 έγινε με τη διαβεβαίωση του Υπουργείου Υγείας μέσω του Γενικού Διευθυντή κου Κλεάνθη Βάκη ότι θα υπηρετούσε ακριβώς με τους ιδίους όρους υπηρεσίας ως οι Χημικοί πρώτης και δεύτερης τάξης του Κρατικού Χημείου. Γι' αυτό και η γενική αναφορά στην απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ότι η μισθοδοσία της ενάγουσας 1 θα ήταν η ίδια με τους Χημικούς πρώτης και δεύτερης τάξης. Παρόλα αυτά, η ενάγουσα 1 αντί να συνεχίσει να τυγχάνει της ίδιας μεταχείρισης με τους Χημικούς του Κρατικού Χημείου, από το 1981 δεν προήχθη στην συνδυασμένη κλίμακα Α11-
- Με τον τρόπο αυτό, έτυχε δυσμενούς διάκρισης έναντι των Χημικών του Κρατικού Χημείου και καθηλώθηκε στην ίδια κλίμακα μέχρι το 2000, οπότε και τοποθετήθηκε στην κλίμακα Α 11+
- Στο μεταξύ οι Χημικοί του Γενικού Χημείου του Κράτους που προσλήφθηκαν την ίδια χρονική περίοδο με την ενάγουσα 1, ανελίχθηκαν στην κλίμακα Α13 και συνεχίζουν έκτοτε να υπηρετούν στην ίδια θέση. Αντιθέτως, η ενάγουσα 1 παρέμεινε στην κλίμακα Α11+2 μέχρι το 2009, οπότε της δόθηκε απλή μισθολογική αναβάθμιση που αντιστοιχεί στο μισθό της κλίμακας Α
- Δεν της δόθηκε όμως η κανονική κλίμακα Α13 μαζί με όλα τα ωφελήματα της και η μισθολογική αναβάθμιση από μόνη της δεν αντικαθιστά την αδικία που έγινε σε βάρος της. Αναφέρεται επιπλέον στην έκθεση απαίτησης ότι η ενάγουσα 1 δεν παραιτήθηκε από το δικαίωμα της για ίση μισθολογική μεταχείριση αλλά αντίθετα σε διάφορες ευκαιρίες, διεκδικούσε το δικαίωμα αυτό. Εντούτοις, παρά τις συνεχείς υποσχέσεις των κρατικών οργάνων, η Δημοκρατία δεν συμμορφώθηκε με την υποχρέωση της για ίση μεταχείριση. Ως εκ τούτου η ενάγουσα 1 ζητά με την αγωγή της, δήλωση του Δικαστηρίου ότι είναι θύμα συνεχιζόμενης παραβίασης της Αρχής της Ίσης Μεταχείρισης όπως κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Στηρίζει τον πιο πάνω ισχυρισμό, στο γεγονός ότι η πρόσληψη της ως εργαστηριακός Λειτουργός Θαλασσαιμίας δυνάμει της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου με αρ.16.258 ημ. 21/10/1977, έγινε με το ίδιο καθεστώς ως οι Χημικοί Πρώτης και Δευτέρας Τάξεως του Χημικού Εργαστηρίου. Η ενάγουσα 1 ζητά επιπλέον γενικές και ειδικές αποζημιώσεις ύψους €205.000,00 για απώλεια μισθών που θα έπαιρνε αν εφαρμοζόταν η αρχή της ίσης μεταχείρισης ως αναφέρεται πιο πάνω. Ο εναγόμενος με την υπεράσπιση του, εγείρει προδικαστική ένσταση δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου να εκδικάσει την απαίτηση της ενάγουσας
- Αναφέρει συγκεκριμένα ότι η μισθολογική ανέλιξη και αναβάθμιση των υπαλλήλων του Δημοσίου, εμπίπτει στη σφαίρα του Δημοσίου Δικαίου και ως εκ τούτου το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αγωγή. Πέραν των πιο πάνω, αναφέρεται στην υπεράσπιση ότι η ενάγουσα 1 εμποδίζεται να προωθήσει την απαίτηση της καθ' ότι οι όροι υπηρεσίας της, έγιναν αποδεκτοί από την ίδια χωρίς καμία επιφύλαξη. Έτσι εμποδίζεται λόγω δικής της συμπεριφοράς να εγείρει τα υπό κρίση αιτήματα. Συγκεκριμένα, η ενάγουσα 1 διορίστηκε στις 14/3/1988 ως Έκτακτος Εργαστηριακός Λειτουργός μετά από σχετική απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου για στελέχωση του Κέντρου Μεσογειακής Αναιμίας. Το συμβόλαιο έκτακτης απασχόλησης της ενάγουσας 1, ανανεωνόταν κατ' έτος μέχρι το 1985 μετά από δική της συναίνεση. Στις 17/9/1987, προσφέρθηκε στην ενάγουσα 1 από την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας, μόνιμη θέση Εργαστηριακού Λειτουργού Θαλασσαιμίας αναδρομικά από 8/11/1985 με συγκεκριμένους όρους υπηρεσίας και με μισθό τον οποίο αποδέχτηκε. Στις 20/7/2000 προσφέρθηκε στην ενάγουσα 1 από την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας, προαγωγή στην μόνιμη θέση Εργαστηριακού Λειτουργού Θαλασσαιμίας Α με συγκεκριμένα καθήκοντα, ευθύνες, όρους υπηρεσίας και μισθοδοτική κλίμακα, την οποία αποδέχτηκε. Η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας προήγαγε την ενάγουσα 1 στη θέση Εργαστηριακού Λειτουργού Θαλασσαιμίας Α από 15/8/
- Μετά από απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημ. 20/11/2007, η ενάγουσα 1 ανελίχθηκε με ετήσιες προσαυξήσεις της κλίμακας της, στην κλίμακα Α11(ii). Αναφέρεται τέλος στην υπεράσπιση ότι η συναίνεση της ενάγουσας 1 για όλα τα πιο πάνω, συνιστά κώλυμα (estoppel) που την εμποδίζει να ισχυρίζεται δυσμενή διαχείριση εις βάρος της. Μαρτυρία Θα παραθέσω στη συνέχεια σύνοψη της δοθείσας μαρτυρίας αφού σκοπός δεν είναι η αναπαραγωγή του συνόλου της μαρτυρίας που δόθηκε στο Δικαστήριο. Εκτενέστερη ανάλυση θα γίνει όπου χρειάζεται, στο στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας. Ως Μ.Ε.1 κατέθεσε η ίδια η ενάγουσα 1 Φωτεινή Σοφοκλέους. Στην γραπτή της δήλωση (έγγραφο 1), αναφέρεται με λεπτομέρεια στις συνθήκες πρόσληψης της στη Δημόσια Υπηρεσία καθώς και στους ισχυρισμούς της για δυσμενή μεταχείριση από το 1981 μέχρι σήμερα, σε σχέση με τους Χημικούς του Κρατικού Χημείου. Κατέθεσε επί του προκειμένου ως τεκμήριο 1, αντίγραφο απόφασης από τα πρακτικά συνεδρίας του Υπουργικού Συμβουλίου ημ. 21/10/
- Σύμφωνα με το πιο πάνω τεκμήριο, το Υπουργικό Συμβούλιο αποφάσισε όπως εγκρίνει την πρόσληψη με σύμβαση, 4 Επιστημόνων Εργαστηριακών Λειτουργών προς επάνδρωση του Κέντρου Μεσογειακής Αναιμίας με την ίδια μισθοδοσία ως οι Χημικοί Πρώτης και Δεύτερης τάξης του Χημικού Εργαστηρίου. Επιπρόσθετα, το γεγονός ότι της δόθηκε μισθολογική αναβάθμιση μόλις λίγους μήνες πριν αφυπηρετήσει, είχε ως αποτέλεσμα να απωλέσει μισθολογικές απολαβές χιλιάδων ευρώ για 27 χρόνια ήτοι από το 1981 μέχρι το
- Αυτή η διευθέτηση ουδόλως βοήθησε αφού καρπώθηκε των ωφελημάτων της νέας κλίμακας για λίγους μόνο μήνες δεδομένου ότι τον Μάρτιο του 2010 αφυπηρέτησε. Με δεδομένο ότι ήταν μονογονιός με ένα παιδί με ειδικές ανάγκες αν γνώριζε ότι το Υπουργείο Υγείας δεν θα τηρούσε τις υποσχέσεις του, ουδέποτε θα υπέβαλλε αίτηση για αυτή τη θέση και θα επέλεγε να παραμείνει στο δικό της εργαστήριο. Η αμέλεια του Υπουργείου Υγείας απέναντί της για 32 χρόνια εργασίας της στο δημόσιο, είχε ως αποτέλεσμα να την διακατέχουν συναισθήματα αδικίας, πικρίας και απογοήτευσης. Η ενάγουσα 1 αναφέρεται στη συνέχεια, σε μελέτη που ετοίμασε ο Ανώτατος Λειτουργός της Υπηρεσίας Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού κος Αβραάμ, η οποία ολοκληρώθηκε στις 18/02/1992 (τεκμ.3). Σε αυτή τη μελέτη, αναφέρεται ότι με βάση την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου που αφορά την πρόσληψη των Λειτουργών Θαλασσαιμίας, οι όροι απασχόλησης τους είναι οι ίδιοι με εκείνων των Χημικών πρώτης και δεύτερης τάξης του Γενικού Χημείου του Κράτους και θα έπρεπε να τους δοθεί η ανέλιξη Α11-
- Εισηγήθηκε δε ότι θα έπρεπε να δημιουργηθούν θέσεις για το ανώτερο προσωπικό στην κλίμακα Α
- Δυστυχώς, το πόρισμα του κου Αβραάμ αγνοήθηκε από το Υπουργείο Υγείας. Στις 24/01/1995, η Μεικτή Τμηματική Επιτροπή Προσωπικού του Υπουργείου Υγείας, επικρότησε τις εισηγήσεις του κου Αβραάμ και πρότεινε όπως αυτές εφαρμοστούν (τεκμ.4). Μετά από πολλές προσπάθειες 27 χρόνων αφού η ενάγουσα 1 συνειδητοποίησε ότι δεν υπήρχε πρόθεση από το Υπουργείο για επίλυση του προβλήματος, υπέβαλε καταγγελία στην Επίτροπο Διοίκησης η οποία την δικαίωσε (τεκμ.8). Ως αποτέλεσμα της παρέμβασης της Επιτρόπου Διοικήσεως, το Υπουργείο Υγείας απέστειλε στο Υπουργείο Οικονομικών, πρόταση προαγωγής των 4 Λειτουργών του Κέντρου Θαλασσαιμίας στην κλίμακα Α
- Όμως το Τμήμα Προσωπικού και Δημόσιας Διοίκησης, απέρριψε αυτή την πρόταση. Αντ' αυτού, το 2009 δόθηκε στην ενάγουσα 1 απλή μισθολογική αναβάθμιση που αντιστοιχεί στο μισθό της κλίμακας Α13 χωρίς όμως να της δοθούν τα ωφελήματα και δικαιώματα που συνεπάγεται η κλίμακα αυτή. Η ενάγουσα 1 καρπώθηκε των ωφελημάτων της νέας κλίμακας για μικρό χρονικό διάστημα αφού λίγους μήνες αργότερα τον Μάρτιο του 2010, αφυπηρέτησε μετά από 32 χρόνια υπηρεσίας. Αποτέλεσμα ήταν να χάσει μισθολογικές απολαβές αρκετών χιλιάδων ευρώ για 27 χρόνια από το 1981 μέχρι το 2008 και να επηρεαστεί τόσον το εφάπαξ όσον και η σύνταξη για το υπόλοιπο της ζωής της. Ως εκ τούτου, η ενάγουσα 1 ζητά αποζημιώσεις ύψους €205.000,00 για ζημιές και έξοδα που έχει υποστεί, συνεπεία της άνισης μεταχείρισής της από τη Δημοκρατία σε σχέση με τους Χημικούς Πρώτης και Δεύτερης Τάξης του Γενικού Χημείου του Κράτους, καθώς και της παράλειψης της Κυπριακής Δημοκρατίας να εκτελέσει ορθά τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις της έναντι της ενάγουσας
- Στην αντεξέταση, ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε στην ενάγουσα 1 ότι με βάση την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, δημιουργήθηκαν θέσεις στην ίδια κλίμακα με αυτές του Κρατικού Χημείου αλλά δεν υπάρχει υποχρέωση ότι αυτές θα ακολουθούσαν και τις μισθολογικές αυξήσεις του Κρατικού Χημείου. Η μάρτυρας απάντησε ότι με βάση την έκθεση του Ανώτερου Λειτουργού κου Αβραάμ, η δομή του Εργαστηρίου Θαλασσαιμίας σε όλα τα επίπεδα θα έπρεπε να συμβαδίζει με αυτή του Κρατικού Χημείου. Δεν εφαρμόστηκε η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου και στην εξέταση του παραπόνου της από την Επίτροπο Διοίκησης, ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Υγείας παραδέχθηκε όντως ότι δεν υλοποιήθηκε η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου. Αντιθέτως, έμεινε χωρίς ανέλιξη για πολλά χρόνια και της δόθηκε μία μικρή προσαύξηση πριν αφυπηρετήσει. Της υπεβλήθη ότι από το 1978 μέχρι και το 1987 που πήρε μόνιμο διορισμό, υπέγραφε ετησίως συμβόλαιο, τους όρους του οποίου αποδεχόταν ανεπιφύλακτα. Επίσης πήρε προαγωγή τον Αύγουστο του 2000, την οποία αποδέχτηκε. Αρνήθηκε το ανεπιφύλακτο της αποδοχής των ετήσιων συμβολαίων, αναφέροντας ότι υπέβαλλε επιστολές διαμαρτυρίας. Όσον αφορά την προαγωγή, διερωτήθηκε τι θα έκαμνε και αν θα έπρεπε να πει ότι δεν την δεχόταν. Αναφέρθηκε επί του προκειμένου, σε συνεχείς υποσχέσεις των εκάστοτε Υπουργών Υγείας για την αναβάθμιση της κλίμακάς της. Σε εισήγηση του συνηγόρου ότι για να γινόταν κάτι τέτοιο θα έπρεπε να γίνει πρόβλεψη στον προϋπολογισμό, η μάρτυρας ανέφερε ότι αυτό δεν ήταν ζήτημα που αφορούσε την ίδια. Ως Μ.Ε.2 κατέθεσε ο Ανδρέας Κέντας. Σύμφωνα με τη γραπτή του δήλωση (έγγραφο 2), για 37 χρόνια ήταν Λογιστής στη Δημόσια Υπηρεσία και έχει μακρόχρονη εμπειρία και γνώση του κρατικού μισθολογίου. Από το Φεβρουάριο του 1982 μέχρι τον Ιούνιο του 1993, υπηρετούσε στον κλάδο μισθών του τομέα μισθών και συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου. Κατά την περίοδο αυτή, εφαρμόστηκαν σε όλη την Κυβέρνηση οι νέες κλίμακες Α. Εφαρμόστηκε επίσης η αναδιοργάνωση της Δημόσιας Υπηρεσίας που ξεκίνησε με το Ν.58/
- Από το 1987 μέχρι το 1993, ήταν υπεύθυνος του κλάδου μισθών. Κατά την περίοδο αυτή, είχε σχεδιαστεί και εφαρμοστεί το νέο μηχανογραφημένο σύστημα μισθοδοσίας της Κυβέρνησης, το οποίο χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα. Ο μάρτυρας ανέφερε στην συνέχεια ότι μετά από παράκληση της ενάγουσας 1, προέβηκε στους υπολογισμούς της απώλειας των μισθών που έχει υποστεί ως συνέπεια της άνισης μεταχείρισης της με τους Χημικούς πρώτης και δεύτερης τάξης του Γενικού Χημείου του Κράτους. Αφού μελέτησε όλα τα δεδομένα της υπόθεσης και έλαβε υπόψη όλους τους σχετικούς νόμους και τους εκάστοτε ισχύοντες κανονισμούς, προέβηκε στους υπολογισμούς των μισθών που θα αμειβόταν η ενάγουσα 1 κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας της εάν ετύγχανε της ίδιας μεταχείρισης που είχαν οι συνάδελφοι της του Γενικού Χημείου. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του, η διαφορά μισθών της ενάγουσας 1 για την πιο πάνω περίοδο, ανέρχεται στο ποσό των €202.717,
- Κατέθεσε επί του προκειμένου ως τεκμήριο 10 πίνακα Α, στον οποίο φαίνεται η διαφορά μισθών. Επιπλέον, κατέθεσε ως τεκμήριο 11 πίνακα Β, στον οποίο παρουσιάζονται αναλυτικά οι μισθοί που θα έπρεπε να πληρωθούν στην ενάγουσα 1, την πιο πάνω περίοδο. Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 13 πίνακα Γ, στον οποίο παρουσιάζονται τα ποσοστά του τιμαριθμικού επιδόματος και των αυξήσεων μισθών που χρησιμοποιήθηκαν στους πιο πάνω υπολογισμούς. Στην αντεξέταση, ανέφερε ότι ετοίμασε τα τεκμήρια 10, 11 και 13 τον Ιανουάριο του
- Σε ερώτηση πώς είχε πρόσβαση στο σύστημα της Δημοκρατίας, απάντησε ότι δεν είχε καθόλου πρόσβαση. Οι πίνακες έγιναν με δικούς του υπολογισμούς και τις δικές του γνώσεις με βάση τα στοιχεία που είχε για τις κλίμακες, οι οποίες προκύπτουν από τη νομοθεσία. Του υποβλήθηκε ότι ο τρόπος εργασίας του είναι επισφαλής γιατί δεν θα μπορούσε να γνωρίζει ποιος θα έπρεπε να ήταν ο πραγματικός μισθός της ενάγουσας 1 πριν την καθιέρωση του ηλεκτρονικού συστήματος καταχώρισης μισθών. Απάντησε ότι εργάστηκε με τον ορθό τρόπο αφού οι κλίμακες είναι καθορισμένες με βάση το Νόμο του εκάστοτε προϋπολογισμού, ο οποίος δημοσιοποιείται. Από την εμπειρία του, γνωρίζει ότι οι κλίμακες είναι οι ίδιες σε κάθε ετήσιο προϋπολογισμό εκτός στις περιπτώσεις αλλαγών, τις οποίες αναφέρει. Όσον αφορά την κατ' ισχυρισμό άνιση μεταχείριση της ενάγουσας 1, ήταν η άποψη του μάρτυρα ότι με βάση την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, η μισθολογική της κλίμακα έπρεπε να ταυτίζεται με αυτή των Χημικών του Κρατικού Χημείου. Αναφορικά με τον ισχυρισμό της υπεράσπισης ότι η προαγωγή έπρεπε να προβλέπεται στον προϋπολογισμό, ανέφερε ότι ήταν θέμα της Διοίκησης να δημιουργήσει τη θέση ώστε να εφαρμοστεί η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου με τον ορθό τρόπο. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας για την ενάγουσα 1, ο συνήγορος για τον εναγόμενο δήλωσε ότι δεν θα προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία. Ως εκ τούτου, οι συνήγοροι προχώρησαν με τις τελικές τους αγορεύσεις. Αγορεύσεις Ο συνήγορος της ενάγουσας 1 στην αγόρευσή του, αναφέρθηκε στη δοθείσα μαρτυρία που αποδεικνύει κατά την άποψη του, τόσον την δυσμενή διάκριση που έχει υποστεί η πελάτισσά του, όσον και την ζημιά που έχει υποστεί λόγω της πιο πάνω συμπεριφοράς της Δημοκρατίας. Η ζημιά αυτή, αποκρυσταλλώθηκε με τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 στο ποσόν των €202.717,
- Ως εκ τούτου, η ενάγουσα 1 μειώνει την απαίτησή της από €205.000,00 σε €202.717,18, όπως φαίνεται στο τεκμήριο 10 που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο συνήγορος σημείωσε στη συνέχεια, ότι ο Γενικός Εισαγγελέας επέλεξε να μην προσαγάγει προφορική μαρτυρία ούτε να καταθέσει οιονδήποτε έγγραφο για να αντικρούσει τη μαρτυρία που προσκόμισε η ενάγουσα
- Η αμφισβήτηση των δύο μαρτύρων της ενάγουσας 1, περιορίστηκε στη σύντομη αντεξέταση τους, η οποία όμως δεν ήταν ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία τους. Θα ανέμενε κάποιος κατά το συνήγορο, την προσκόμιση μαρτυρίας εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα ώστε να αντικρουστεί ειδικά η μαρτυρία του εμπειρογνώμονα Μ.Ε.
- Η παράλειψη του εναγομένου να πράξει κάτι τέτοιο, σημαίνει στην ουσία ότι η μαρτυρία για την ενάγουσα 1, παρέμεινε αναντίλεκτη ενώπιον του Δικαστηρίου. Με άλλα λόγια, ο Γενικός Εισαγγελέας δεν αμφισβητεί τις αξιώσεις της ενάγουσας 1 ούτε και το ύψος τους και εμμένει μόνο σε μία νομική θέση. Ότι η αξίωση αποτελεί διοικητική πράξη που θα έπρεπε να προσβληθεί με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο. Ο συνήγορος διερωτήθηκε επί του προκειμένου, ποια είναι η διοικητική πράξη που θα έπρεπε να προσβάλει η ενάγουσα 1 και τι μαρτυρία έχει το Δικαστήριο για τέτοια διοικητική πράξη. Εισηγήθηκε επίσης ότι ούτε στην αντεξέταση της ενάγουσας 1, της υποδείχθηκε ποια διοικητική πράξη όφειλε να προσβάλει. Στη συνέχεια, ο συνήγορος με αναφορά στην έννοια της εκτελεστής διοικητικής πράξης και με παραπομπή στη σχετική νομολογία, εισηγήθηκε ότι στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχει καμία εκτελεστή διοικητική πράξη που θα μπορούσε να προσβληθεί. Αντιθέτως, έχουμε συμφωνία του κράτους με την ενάγουσα 1, την οποία συμφωνία το κράτος δεν τήρησε με αποτέλεσμα η ενάγουσα 1 να υποστεί ζημιά. Έχουμε επίσης παράβαση του δικαιώματος ίσης μεταχείρισης όπως προκύπτει από το άρθρο 28 του Συντάγματος. Ακολούθως, ο συνήγορος αναφέρθηκε στη νομική βάση της υπόθεσης με παραπομπή στο άρθρο 28 του Συντάγματος και στη σχετική επί του θέματος Νομολογία. Ισχυρίστηκε ότι στην παρούσα υπόθεση, προσβάλλεται η διαφορετικότητα στην μεταχείριση της ενάγουσας 1 και η άνιση μεταχείριση που έτυχε έναντι των συναδέλφων της, του Κρατικού Χημείου. Παρότι ο διορισμός έγινε με τους ιδίους όρους, στη συνέχεια υπήρξε παράβαση της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου και των Αρχών της ίσης μεταχείρισης αφού οι Χημικοί του Κρατικού Χημείου ανελίχθηκαν διαχρονικά στην κλίμακα Α13, κάτι που δεν έγινε με του Χημικούς του Κέντρου Θαλασσαιμίας, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και η ενάγουσα
- Η πιο πάνω άνιση μεταχείριση με βάση τη μαρτυρία που προσκομίστηκε, διαπιστώθηκε από Λειτουργούς του Κράτους, Επιτροπές Προσωπικού αλλά και την Επίτροπο Διοίκησης. Ήταν τέλος η θέση του συνηγόρου ότι η ενάγουσα 1 με τη μαρτυρία εμπειρογνώμονα που προσκόμισε, αποκρυστάλλωσε και απέδειξε με σαφήνεια τη ζημιά που έχει υποστεί από την πιο πάνω συμπεριφορά του κράτους. Η εν λόγω ζημιά ανέρχεται σε €202.717,18, την οποία η ενάγουσα 1 ζητά με την παρούσα αγωγή της υπό την μορφή αποζημιώσεων. Ο συνήγορος του εναγομένου στη δική του αγόρευση, ανέφερε ότι η μαρτυρία της ενάγουσας 1 σε γενικές γραμμές, είναι παραδεκτή παρόλο που υπάρχει διαφωνία όπως προέκυψε από την αντεξέταση της ως προς την ερμηνεία κάποιων γεγονότων και τεκμηρίων. Όμως η μαρτυρία του Μ.Ε.2 θα πρέπει κατά το συνήγορο να αγνοηθεί στο σύνολο της γιατί πέραν των αυθαίρετων συμπερασμάτων επί των οποίων στηρίχθηκε, ο μάρτυρας αυτός αρνήθηκε να απαντήσει σε σειρά ερωτήσεων. Ειδικότερα, ο Μ.Ε.2 στήριξε την επιχειρηματολογία του σε αριθμούς, ερμηνεύοντας το σχέδιο υπηρεσίας του Χημικού πρώτης και δεύτερης τάξης του Κρατικού Χημείου. Παρόλα αυτά, η αριθμητική αποτίμηση στην οποία προβαίνει, είναι λανθασμένη γιατί στηρίζεται σε μη ορθό νομικό και πραγματικό υπόβαθρο. Ο συνήγορος επισήμανε επίσης ότι οι ισχυρισμοί της ενάγουσας 1 όπως αναφέρονται στην παράγραφο 4 της έκθεσης απαίτησης, ειδικά για τις διαβεβαιώσεις του Υπουργείου Υγείας, δεν αποδείχθηκαν αφού δεν προσφέρθηκε μαρτυρία που να τις επιβεβαιώνει. Κύρια όμως και καθοριστικά, δεν προσφέρθηκε καμία μαρτυρία ως προς την ανέλιξη όλων των Χημικών του Κρατικού Χημείου, έτσι ώστε να υπάρχει σύγκριση με την ενάγουσα
- Δεν είναι δυνατόν υπό τας περιστάσεις κατά τον συνήγορο, το Δικαστήριο να είναι σε θέση να εξετάσει του ισχυρισμούς για άνιση μεταχείριση. Στη συνέχεια, ο συνήγορος αναφέρθηκε στα γεγονότα της υπόθεσης καθώς και στη νομική πτυχή με έμφαση στην προδικαστική ένσταση για έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Με παραπομπή σε νομολογία, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι αμφισβήτηση μισθολογικού καθεστώτος και διεκδίκηση μισθού ή άλλων ωφελημάτων δημοσίου υπαλλήλου, βρίσκεται αποκλειστικά στη σφαίρα του δημοσίου και όχι του ιδιωτικού δικαίου. Περαιτέρω όπως προκύπτει από τη μαρτυρία, η ενάγουσα 1 υπέγραφε ανεπιφύλακτα για χρόνια, την ανανέωση της σύμβασης απασχόλησης έκτακτου υπαλλήλου. Το ίδιο ανεπιφύλακτα, έτυχε ενός μόνιμου διορισμού και μίας προαγωγής, αποδεχόμενη το μισθολογικό και υπηρεσιακό καθεστώς της για δεκαετίες. Όταν έφθασε η ώρα να αφυπηρετήσει, αποφάσισε να διεκδικήσει μισθούς εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ. Όμως όλα τα πιο πάνω, την εμποδίζουν να προωθήσει την αγωγή της αφού κωλύεται λόγω συμπεριφοράς και ανεπιφύλακτης αποδοχής των όρων απασχόλησης της. Στη συνέχεια, ο συνήγορος αναφέρθηκε με παραπομπή σε νομολογία, στους ισχυρισμούς για άνιση μεταχείριση που εδράζονται στο άρθρο 28 του Συντάγματος. Ήταν η θέση του ότι στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχει διαφορετική μεταχείριση της ενάγουσας 1 έναντι οποιουδήποτε άλλου. Ο ισχυρισμός περί άνισης μεταχείρισης, στηρίζεται ουσιαστικά στην απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου (τεκμ.1). Όμως από το κείμενο του τεκμηρίου 1, προκύπτει η υποχρέωση της πολιτείας να προσλάβει σε έκτακτη βάση την ενάγουσα 1 με συγκεκριμένο μισθό. Αυτό έγινε το 1978 (τεκμ.2). Η υποχρέωση του Υπουργικού Συμβουλίου κατά τον συνήγορο, σταματά εδώ. Όλα τα υπόλοιπα, είναι λανθασμένες ερμηνευτικές προσεγγίσεις της ενάγουσας
- Όσον αφορά τις απόψεις της Επιτρόπου Διοικήσεως (τεκμ. 8), αυτές είναι μεν σεβαστές αλλά δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο. Παρ' όλα αυτά επί της ουσίας του θέματος, η Επίτροπος θεωρεί πως τα αιτήματα της ενάγουσας 1 θα ήταν δυνατόν να ικανοποιηθούν έστω και καθυστερημένα με τη δημιουργία θέσεων που θα μπορούσε να διεκδικήσει η ενάγουσα
- Τα αμέσως πιο πάνω, οδηγούν στο ουσιαστικό παράπονο της ενάγουσας 1 ότι δηλαδή η πολιτεία δεν προέβλεψε τη δημιουργία θέσεων στον προϋπολογισμό. Όμως, η παράλειψη προώθησης νομοθεσίας δεν δημιουργεί δικαίωμα για αποζημιώσεις. Ακόμα και αν η εκτελεστική εξουσία πρότεινε τη δημιουργία θέσεων, η Βουλή θα μπορούσε να μην τις εγκρίνει. Και είναι σαφές ότι η Βουλή των Αντιπροσώπων δεν είναι αρχή ή όργανο που οι πράξεις ή παραλείψεις του, δημιουργούν σύμφωνα με το άρθρο 172 του Συντάγματος, δικαίωμα σε αποζημιώσεις. Κατά συνέπεια, η ψήφιση ή μη ψήφιση νόμου δεν δημιουργεί αγώγιμο δικαίωμα και εν πάση περιπτώσει, η όποια απόφαση της Βουλής στα πλαίσια του νομοθετικού της έργου δεν δημιουργεί αγώγιμο δικαίωμα. Ήταν τέλος η θέση του συνηγόρου ότι η ενάγουσα 1 δεν νομιμοποιείται να επικαλείται παράβαση Σύμβασης για να διεκδικεί αποζημιώσεις. Είναι σαφές κατά τον συνήγορο ότι από την ανάγνωση της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου (τεκμ.1) δεν προκύπτει υποχρέωση της Δημοκρατίας να συμβαδίζει η ανέλιξη των Χημικών του Κρατικού Χημείου με τους Χημικούς του Κέντρου Θαλασσαιμίας, στο οποίο υπηρετούσε η ενάγουσα
- Η υποχρέωση ήταν στον διορισμό με τους ιδίους όρους κάτι που δεν συμπεριλαμβάνει όμως κατά τον συνήγορο και την ανέλιξη. Αξιολόγηση μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία στην ζωντανή ατμόσφαιρα της Δίκης να παρακολουθήσω όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Όπως έχει νομολογηθεί, το έργο της αξιολόγησης είναι το σημαντικότερο καθήκον του Δικαστηρίου. Αυτό, γιατί πρέπει αφού εξετάζοντας τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά του στη ζωντανή ατμόσφαιρα της Δίκης, να αναδείξει το αξιόπιστο ή όχι μιας εκδοχής υπό το πρίσμα της πείρας του και της ανθρώπινης φύσης που διαθέτει. Σχετική είναι μεταξύ άλλων η υπόθεση C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1Β Α.Α.Δ. 1273, στην οποία έχει λεχθεί επίσης ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο, είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του. Η ενάγουσα (Μ.Ε.1) μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο. Αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στην πρόσληψη και την εν γένει πορεία της στην δημόσια υπηρεσία. Ήταν επίσης ειλικρινής αν και με κάποια υπερβολή ως προς τα αισθήματα πικρίας που ένιωθε λόγω της διαφορετικής προσέγγισης που είχε σε σχέση με τους συναδέλφους της του Κρατικού Χημείου. Πέραν τούτου, η μαρτυρία της Μ.Ε.1 ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης δεν αμφισβητήθηκε επί της ουσίας στην αντεξέταση της. Από την μαρτυρία της δεν θα δεχθώ τις θέσεις της για παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων της αλλά και της σύμβασης εργοδότησης της. Τα πιο πάνω ως καθαρά νομικά θέματα θα αποφασιστούν αποκλειστικά από το Δικαστήριο και δεν είναι ζητήματα που αφορούν μαρτυρία γεγονότων όπως ήταν αυτή της ενάγουσας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η μαρτυρία της Μ.Ε.1 γίνεται αποδεκτή πλην της θέσης της για παράβαση των συνταγματικών δικαιωμάτων της καθώς και της θέσης της για παράβαση της σύμβασης πρόσληψης της στο Δημόσιο. Ο Μ.Ε.2 κατέθεσε στο Δικαστήριο ως εμπειρογνώμονας. Η εκτίμηση της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα δεν διαφέρει από την αντιμετώπιση άλλων μαρτύρων. Μόνο που η συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα δεν έχει τόση σπουδαιότητα για την διαπίστωση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας τους παρόλο που παραμένει ένα από τα στοιχεία για να κριθεί η αξία της γνώμης της (Star Fiberglass Ltd v. Elena Trading Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 875). Το Δικαστήριο σύμφωνα με την νομολογία θα πρέπει πρώτα να πεισθεί ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στο τομέα που καταθέτει. Στην συνέχεια εξετάζει αν με τη μαρτυρία του, έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του. Με τον τρόπο αυτό, το Δικαστήριο διαμορφώνει την δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων αυτών, πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία (βλ. μεταξύ άλλων Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 C.L.R 1, Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ 984, Ευαγγέλου ν. Αμπίζας
(1982)1 Α.Α.Δ 41, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1Β Α.Α.Δ 746, R v. Turner
(1975)1 All. E.R. 70). Στην Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), λέχθηκε ότι το κατά πόσο ένας μάρτυρας έχει τα απαιτούμενα προσόντα να κριθεί εμπειρογνώμονας, είναι ζήτημα που εμπίπτει στη σφαίρα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας, εξετάζει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, στα θέματα που καλείται να καταθέσει (Σιακόλα ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφεση 53/11 24.1.13). Έτσι κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματογνώμονας, όχι μόνο λόγω ακαδημαϊκών προσόντων αλλά λόγω απόκτησης της αναγκαίας πείρας από την εργασία του (Κυριάκου ν. Γρίβα
(2002)1 Α.Α.Δ 825). Σχετική είναι η υπόθεση Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), όπου επί χρόνια επιστάτης κτηριακών εγκαταστάσεων στο Τμήμα Δημοσίων Έργων, έγινε αποδεκτός από το Δικαστήριο ως εμπειρογνώμονας. Λέχθηκε σαφώς ότι η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σε ένα θέμα δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα, αλλά και στην πραγματική εμπειρία, που αποκτάται πάνω σ' αυτό. Επίσης στην υπόθεση Κυριάκου ν. Γρίβα (ανωτέρω), η πολυετής πείρα του μάρτυρα ως μηχανικού αυτοκινήτων του έδινε τη δυνατότητα να διατυπώσει άποψη ως προς τα αίτια της ζημιάς. Στην παρούσα υπόθεση, κρίνω ότι ο Μ.Ε.2 είναι εμπειρογνώμονας στο ζήτημα που κατέθεσε. Η πολυετής πείρα του για 37 χρόνια ως λογιστή στην Δημόσια Υπηρεσία αλλά και η μακρόχρονη υπηρεσία του στον κλάδο μισθών και συντάξεων στο Γενικό Λογιστήριο, του προσδίδει σημαντική εμπειρία και επαρκή γνώση του κρατικού μισθολογίου. Κρίνεται ως εκ τούτου ειδικός για τα ζητήματα που κατέθεσε στο Δικαστήριο. Επί της ουσίας, ο Μ.Ε.2 έδωσε επαρκείς λεπτομέρειες στο Δικαστήριο αναφορικά με το κρατικό μισθολόγιο και ειδικά τις κλίμακες μισθοδοσίας της ενάγουσας σε σύγκριση με αυτές των συναδέλφων της του Κρατικού Χημείου. Με τους πίνακες που παρέθεσε στην έκθεση του (τεκμ. 10,11 & 13) αιτιολόγησε επαρκώς τους υπολογισμούς του για απώλεια εκ μέρους της ενάγουσας του ποσού των €202.717,18 λόγω της μη συμπερίληψης της, στην μισθοδοτική κλίμακα των συναδέλφων της, χημικών του κρατικού χημείου. Ο μάρτυρας ήταν ειλικρινής, αναφέροντας ότι δεν έχει πρόσβαση στο σύστημα μισθοδοσίας των δημοσίων υπαλλήλων ούτε και θα μπορούσε να έχει μετά την αφυπηρέτηση του. Εξήγησε όμως με επάρκεια ότι οι πίνακες έγιναν με δικούς του υπολογισμούς και τις δικές του γνώσεις με βάση τα στοιχεία που είχε για τις κλίμακες μισθοδοσίας που προκύπτουν από τη νομοθεσία. Αποσαφήνισε επί του προκειμένου ότι οι κλίμακες είναι καθορισμένες με βάση το Νόμο του εκάστοτε προϋπολογισμού, ο οποίος δημοσιοποιείται και ότι από την εμπειρία του, γνωρίζει ότι οι κλίμακες είναι οι ίδιες σε κάθε ετήσιο προϋπολογισμό εκτός στις περιπτώσεις αλλαγών, τις οποίες αναφέρει. Με την μαρτυρία του, ο Μ.Ε. 2 με βοήθησε να κατανοήσω πλήρως την διαφορά στις μισθολογική κλίμακα της ενάγουσας με αυτή των χημικών του κρατικού χημείου και ιδιαίτερα την διαφορά στον μισθό και άλλα ωφελήματα. Η μαρτυρία του ο Μ.Ε.2 μου παρείχε επί του προκειμένου όλα τα επιστημονικά κριτήρια ώστε να μπορέσω να εξαγάγω τα δικά μου συμπεράσματα στα πιο πάνω επίδικα ζητήματα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, αποδέχομαι την μαρτυρία του Μ.Ε.2 ως προς τα ζητήματα της ειδικότητας του. Από την μαρτυρία του δεν θα δεχθώ την θέση του για παραβίαση των δικαιωμάτων της ενάγουσας. Πέραν του ότι το θέμα αυτό δεν αποτελούσε αντικείμενο της εμπειρογνωμοσύνης του, επιπλέον όπως έχω προαναφέρει, πρόκειται για ζήτημα νομικό και όχι μαρτυρίας για το οποίο θα αποφανθεί αποκλειστικά το Δικαστήριο αφού αξιολογήσει το σύνολο της μαρτυρίας. Ευρήματα. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης, τα ευρήματα μου είναι ανάλογα της μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή. Ειδικότερα σημειώνω τα πιο κάτω: Με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου υπ. Αρ. 16.258 ημ. 21.10.1977, εγκρίθηκε η πρόσληψη με σύμβαση 4 επιστημόνων εργαστηριακών λειτουργών με την ίδια μισθοδοσία των Χημικών 1ης και 2ης τάξης του Χημικού Εργαστηρίου, προς επάνδρωση του Κέντρου Μεσογειακής Αναιμίας (τεκμ.1). Δυνάμει της πιο πάνω απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου, η ενάγουσα 1 διορίστηκε στις 14.3.1978 με σύμβαση, ως έκτακτη εργαστηριακή λειτουργός για στελέχωση του Κέντρου Μεσογειακής Αναιμίας (τεκμ.2). Η ως άνω σύμβαση ανανεωνόταν ετησίως μέχρι την 17.9.1987 οπόταν προσφέρθηκε στην ενάγουσα 1 από την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας, μόνιμη θέση εργαστηριακού λειτουργού αναδρομικά από τις 8.11.1985 την οποία και αποδέχθηκε. Στην συνέχεια, η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας προήγαγε την ενάγουσα 1, στην μόνιμη θέση Εργαστηριακού Λειτουργού Θαλασσαιμίας Α από 15.8.
- Η ενάγουσα 1 διορίστηκε αρχικά το 1978, στην μισθολογική κλίμακα Α9-11-12 που ήταν η ίδια όπως και των υπολοίπων χημικών του Κρατικού Χημείου. Όμως, η εν λόγω ισορροπία έμελλε να αλλάξει από το 1981, οπόταν οι χημικοί του Κρατικού Χημείου αναβαθμίστηκαν στην κλίμακα Α11-12 και μέχρι το 1995 στην κλίμακα Α.
- Αντιθέτως οι χημικοί του Κέντρου Θαλασσαιμίας συμπεριλαμβανομένης και της ενάγουσας 1, παρέμειναν στις ίδιες κλίμακες μέχρι και το 2000 που αναβαθμίστηκαν στην κλίμακα Α11+
- Στην συνέχεια το 2009, τους δόθηκε απλή μισθολογική αναβάθμιση που αντιστοιχεί στον μισθό της κλίμακας Α
- Η ενάγουσα 1 παραπονέθηκε αρκετές φορές για το γεγονός ότι δεν συμβάδιζε ο μισθός της με αυτόν των συναδέλφων της του Κρατικού Χημείου. Όταν διαπίστωσε απροθυμία της διοίκησης να ικανοποιήσει τα αιτήματα της, αποτάθηκε μαζί με άλλες συναδέλφους της, στην Επίτροπο Διοίκησης με επιστολή ημ. 1.2.2006 (τεκμ.6). Η Επίτροπος Διοίκησης με επιστολή της ημ. 26.9.07 (τεκμ.8) αναφέρει ότι πήρε τις θέσεις του Υπουργείου Υγείας το οποίο μετά από μελέτη του θέματος, κρίνει ότι τα εξειδικευμένα εργαστήρια όπως αυτό της θαλασσαιμίας θα πρέπει να διαχωριστούν από τα γενικά νοσοκομειακά εργαστήρια για σκοπούς στελέχωσης και οργάνωσης. Υποστηρίχθηκε επίσης ότι θα πρέπει να εφαρμοστεί η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου (τεκμ.1) ώστε το προσωπικό που προσλαμβάνεται να έχει τους ίδιους μισθοδοτικούς όρους με τους Χημικούς του Γενικού Χημείου του Κράτους και να δημιουργηθεί η ανάλογη οργανωτική πυραμίδα. Ετοιμάστηκε επί του προκειμένου σχετική πρόταση προς το Υπουργικό Συμβούλιο. Στην εν λόγω πρόταση λαμβανόταν πρόνοια για την δημιουργία ανελικτικών θέσεων, τις οποίες κατά την Επίτροπο Διοίκησης θα μπορούσε η εναγομένη 1 και οι υπόλοιποι συνάδελφοι τους να διεκδικήσουν. Όμως η ως άνω πρόταση του Υπουργείου Υγείας τελικώς δεν προχώρησε. Αντί αυτής, δόθηκε το 2009 στην ενάγουσα 1 και στους υπολοίπους συναδέλφους της στο Εργαστήριο Θαλασσαιμίας, απλή μισθολογική αύξηση που αντιστοιχεί στην κλίμακα Α.
- Η ενάγουσα 1 αφυπηρέτησε από την Δημόσια υπηρεσία τον Ιανουάριο του
- Ο διαφορά στον μισθό της για όλα τα χρόνια υπηρεσίας της, από τον μισθό που πήραν οι χημικοί του κρατικού χημείου που υπηρετούσαν την ίδια χρονική περίοδο, ανέρχεται σε €202.717,
- Ως εκ τούτου η ενάγουσα 1 απώλεσε το ως άνω ποσόν των €202.717,18 λόγω της μη συμπερίληψης της, στην μισθοδοτική κλίμακα των συναδέλφων της, χημικών του κρατικού χημείου. Συμπεράσματα Ενόψει των πιο πάνω ευρημάτων θα εξετάσω στην συνέχεια κατά πόσον η ενάγουσα 1 έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την υπόθεση της. Ο εναγόμενος πέραν της ένστασης για την δικαιοδοσία, προβάλει επίσης ισχυρισμούς για εκ συμπεριφοράς κώλυμα προώθησης της αγωγής. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου δεν επιβάλει υποχρέωση στην Δημοκρατία να εξισώσει την μισθολογική κλίμακα των χημικών του Κρατικού Χημείου με την μισθολογική κλίμακα της ενάγουσας.
- Η ένσταση δικαιοδοσίας εκδίκασης της αγωγής Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η μισθολογική ανέλιξη και αναβάθμιση των υπαλλήλων του Δημοσίου, εμπίπτει στη σφαίρα του Δημοσίου Δικαίου και ως εκ τούτου, το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αγωγή. Ο συνήγορος του εναγομένου επικαλέστηκε επί του προκειμένου στην αγόρευση του, την υπόθεση Ανδρέας Σπάταλος κα ν. Κυπριακή Δημοκρατία συνεκ. υποθ 277/99, 278/99 και 279/99 ημ. 3.7.
- Όμως η πιο πάνω υπόθεση δεν βοηθά την επιχειρηματολογία του εναγομένου αφού τα γεγονότα της είναι εντελώς διαφορετικά από τα γεγονότα της παρούσας. Στην υπόθεση Σπάταλος, ο αιτητής καταχώρησε προσφυγή εναντίον απόφασης του αρχηγού αστυνομίας να απορρίψει αίτημα του για καταβολή υπερωριακής αποζημίωσης. Στην παρούσα αγωγή δεν έχουμε παράπονο για απόρριψη αιτήματος μισθολογικής αναβάθμισης, οπόταν και θα εδικαιολογείτο η καταχώρηση διοικητικής προσφυγής. Αντιθέτως, η παρούσα στηρίζεται σε παράβαση υποχρέωσης που κατ' ισχυρισμό είχε η Δημοκρατία δυνάμει σύμβασης, οι όροι της οποίας καθορίζονται κατά την ενάγουσα 1, στην απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημ 21.10.1977 (τεκμ.1). Περαιτέρω, η ενάγουσα 1 ισχυρίζεται ότι λόγω της πιο πάνω συμπεριφοράς της Δημοκρατίας, έχει υποστεί δυσμενή μεταχείριση κατά παράβαση του άρθρου 28 του Συντάγματος για την οποία ζητά αποζημιώσεις, τις οποίες καθορίζει στην διαφορά του μισθού της με αυτού των συναδέλφων της, του κρατικού χημείου. Όπως έχει νομολογηθεί, το δικόγραφο που προσδιορίζει την αιτία αγωγής, είναι η έκθεση απαίτησης (βλ. μεταξύ άλλων Mepa Manag. Ltd κ.α. v. Αγροτικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1 Α.Α.Δ 772, 780). Το αγώγιμο δικαίωμα όμως, συναρτάται από τα γεγονότα της έκθεσης απαίτησης και όχι από τον χαρακτηρισμό που του δίδεται. Σχετική είναι η υπόθεση Κυπριανού ν. Βασιλείου
(2004)1Β Α.Α.Δ.1320, στην οποία αναφέρονται τα πιο κάτω στις σελ. 1325-1326: «Σύμφωνα με τη νομολογία το αγώγιμο δικαίωμα συναρτάται με τα γεγονότα τα οποία το στοιχειοθετούν και όχι με το χαρακτηρισμό που του αποδίδεται. Βλ. Χρυσάνθου ν. Παγκρατίου
(1998)1 Α.Α.Δ.675, 681 στην οποία, με αναφορά στη θεμελιακή απόφαση Kennedy Hotels Ltd v. Indirdjian
(1992)1 A.A.Δ.400, λέχθηκαν τα εξής: "Στην έκθεση απαιτήσεως του εφεσείοντα προσδιορίζονται τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν την επέμβαση στο δικαίωμα διαβάσεως της εφεσίβλητης. Μάλιστα, το αστικό αδίκημα που διαπράχθηκε χαρακτηρίζεται, αθροιστικά και διαζευκτικά ως επέμβαση ή οχληρία. Εφόσον ήθελαν αποδειχθεί τα γεγονότα, τα οποία προβάλλονται, η εφεσίβλητη εδικαιούτο στις ίδιες θεραπείες ανεξάρτητα από το χαρακτηρισμό του αγώγιμου δικαιώματος. Για τους λόγους αυτούς, αποτελεί ακαδημαϊκό ερώτημα εάν το αγώγιμο δικαίωμα συνιστούσε επέμβαση ή οχληρία."» Σχετική επί του θέματος είναι και η απόφαση Nausika Stylianou v Kyriacos Papacleovoulou
(1982)1 C.L.R. 542, 552. από την οποία παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «.In Drane v Evangelou [1978] 2 All E.R. 437, it was held that the trial court could raise the issue of trespass notwithstanding the fact that it had not been pleaded so long as the pleaded facts justified a claim for trespass. In another case, Lord Denning pointed out that so long as the material facts giving rise to a claim are pleaded, a party may obtain any remedy warranted thereby, the rule being that he is not precluded from departing from his pleading with regard to the remedies warranted, as a legal consequence of pleaded facts (see Re Vandervell's Trusts (No 2) [1974] 3 All E.R. 205). Στην παρούσα υπόθεση, μελέτη της έκθεσης απαίτησης καταδεικνύει ότι η ενάγουσα 1 στηρίζει την αγωγή της σε παράβαση σύμβασης εκ μέρους της Δημοκρατίας, της οποίας οι όροι εμφαίνονται στην απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου (τεκμ.1). Οι ως άνω διαβεβαιώσεις, είναι αυτές σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης που ώθησαν την ενάγουσα 1 να αποδεχθεί τον διορισμό της στην Δημόσια Υπηρεσία. Διαβεβαιώσεις που κατά την ενάγουσα 1, στην συνέχεια δεν εκπληρώθηκαν. Από την κατ' ισχυρισμό παράβαση των πιο πάνω υποσχέσεων και διαβεβαιώσεων της Δημοκρατίας, προκύπτει και η δεύτερη βάση αγωγής που είναι η κατ' ισχυρισμό παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων της ενάγουσας, η οποία της προξένησε ζημιά αποτιμητή σε χρήμα. Όπως δε έχει νομολογηθεί, παρέχεται αγώγιμο δικαίωμα σε ενάγοντα να αναζητήσει αστική θεραπεία λόγω παραβίασης των συνταγματικών του δικαιωμάτων (Βλ. Τάκη Γιάλλουρου ν. Ευγένιου Νικολάου,
(2001)1 ΑΑΔ 558). Δεν ισχύει ως εκ τούτου η θέση του εναγομένου ότι τα γεγονότα της παρούσας συνιστούν αμφισβήτηση εκτελεστής διοικητικής πράξης για την οποία έπρεπε να καταχωρηθεί διοικητική προσφυγή και όχι πολιτική αγωγή.
- Κώλυμα εκ συμπεριφοράς. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η ενάγουσα 1, κωλύεται λόγω συμπεριφοράς να αιτείται τις θεραπείες που ζητά με την παρούσα αγωγή. Η πιο πάνω θέση, βασίζεται στην κατ' ισχυρισμό ανεπιφύλακτη αποδοχή εκ μέρους της ενάγουσας 1, των ωφελημάτων και λοιπών όρων εργοδότησης της, στις ανανεώσεις της σύμβασης εργοδότησης της μέχρι το 1987 καθώς και κατά την αποδοχή του διορισμού της το 1987 και της προαγωγής της το
- Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Ιωάννου ν. Οργανισμού Χρημ. Τράπεζας Κύπρου
(1999)1 Α.Α.Δ 1522, το κώλυμα (estoppel) είναι ένας κανόνας με τον οποίο ένας διάδικος εμποδίζεται από του να εγείρει ή να αρνηθεί ένα γεγονός ή είναι ένας κανόνας που εμποδίζει ένα διάδικο από του να αρνηθεί την ύπαρξη μιας κατάστασης γεγονότων που έχει προβάλει προηγουμένως. (Phipson on Evidence, 12th Ed., page 912). Σύμφωνα με την ίδια απόφαση το κώλυμα μπορεί να είναι: · Κώλυμα λόγω δεδικασμένου (Estoppel by record), · Κώλυμα λόγω καταχωρίσεων σε έγγραφα (Estoppel by deed) και · Κώλυμα λόγω συμπεριφοράς (Estoppel by conduct or Estoppel in pais). Όσον αφορά το εκ συμπεριφοράς κώλυμα, μπορεί να πάρει την μορφή: (
- i)Κωλύματος λόγω παραστάσεων (Soanes v. London and South Western Railway [1919] 120 L.T. 598). (
- ii)Κωλύματος λόγω υποσχέσεων (Central London Property Trust Ltd. v. High Trees House Ltd [1947] 1 K.B. 130) και (iii) Περιουσιακού Κωλύματος. Η μη συμπερίληψη του κανόνα του κωλύματος στα δικόγραφα δεν αποστερεί από ένα διάδικο το δικαίωμα να εγείρει το θέμα κατά το ακροαματικό στάδιο της διαδικασίας, νοουμένου ότι τα γεγονότα όπως προκύπτουν από τη μαρτυρία, δικαιολογούν την παροχή σχετικής θεραπείας (Stylianou ν. Papacleovoulou
(1982)1 C.L.R. 542
(552). Σχετική αναφορά στον κανόνα του κωλύματος, γίνεται στο σύγγραμμα του Τάκη Ηλιάδη «Το Δίκαιο της Απόδειξης» στην σελ. 103 στο κεφάλαιο με τον τίτλο «Κώλυμα λόγω Συμπεριφοράς». Παρατίθεται το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Ελληνική Τράπεζα ν Πολυδωρίδης κα
(1993)1 Α.Α.Δ 68: «Εγείρεται κώλυμα στη διεκδίκηση συμβατικών δικαιωμάτων ο,ποτεδήποτε ο κάτοχος τους προβαίνει σε σαφείς παραστάσεις προς τον αντισυμβαλλόμενο ότι δε θα τα ασκήσει και ο δεύτερος βασιζόμενος στις παραστάσεις αυτές μεταβάλλει τη θέση του με τρόπο που θα ήταν άδικο (λόγω δυσμενούς επηρεασμού της θέσης του) να κληθεί να επιστρέψει στην προγενέστερη θέση του και να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις από τις οποίες ο ενάγων τον είχε απαλλάξει.» Σχετικό με το θέμα είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England 3rd ed. p.169 para 338: « Where one has either by words or conduct made to another a representation of fact, either with knowledge of its falsehood or with the intention that it should be acted upon or has so conducted himself that another would, as a reasonable man, understand that a certain representation of fact was intended to be acted on, and that the other has acted on the representation and thereby altered his position to his prejudice, an estoppel arises against the party who made the representation and he is not allowed to aver that the fact is otherwise that he represented to be» Ως προς το ποια συμπεριφορά ενεργοποιεί κώλυμα, εκτενής αναφορά γίνεται στην σελίδα 235 του ιδίου συγγράμματος Halsbury's 3rd ed (ανωτέρω), στην παράγραφο 440 υπό τον τίτλο What conduct will create estoppel. Οι ίδιες αρχές αναφέρονται και στην 4η έκδοση του συγγράμματος Halsbury's Laws of England όπου στην σελίδα 489 παρ. 1058 υπό τον τίτλο «conduct in general» αναγράφονται τα πιο κάτω: « The question whether a course of conduct, negligent or otherwise amounts to a representation, or is such as a reasonable person would take to be a representation meant to be acted on in a certain way, must vary with each particular case. With certain exceptions no general rules can be laid down for answering it. A party will not, however, be held to be estopped unless his conduct is unequivocal» Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι δεν υπάρχει γενικός κανόνας που να καθορίζει ποιες παραστάσεις δικαιολογούν την επίκληση κωλύματος εκ συμπεριφοράς. Ως εκ τούτου κάθε υπόθεση θα κριθεί με τα δικά της περιστατικά. Από την άλλη όμως, μια συγκεκριμένη συμπεριφορά του ενάγοντα δεν δικαιολογεί κώλυμα εκτός αν οι παραστάσεις είναι σαφείς, ρητές και κατηγορηματικές. Επιπλέον ως έχει νομολογηθεί, σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και η σιωπή του ενάγοντα θα μπορούσε να εκληφθεί ως παράσταση για σκοπούς στοιχειοθέτησης κωλύματος (βλ. Στυλιανού ν. Παπακλεοβούλου ανωτέρω). Στην παρούσα περίπτωση, η υπεράσπιση του εκ συμπεριφοράς κωλύματος δεν θα μπορούσε να επιτύχει. Δεν προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι υπήρξαν εκ μέρους της ενάγουσας 1, σαφείς, ρητές και κατηγορηματικές παραστάσεις ότι αποδέχεται την διαφορά στην δική της μισθοδοσία από αυτήν των χημικών του Κρατικού Χημείου. Η αποδοχή εκ μέρους της των ετήσιων ανανεώσεων της σύμβασης εργοδότησης και του διορισμού και προαγωγής της δεν συνιστούν χωρίς άλλο ανεπιφύλακτη αποδοχή και των όρων εργοδότησης και της μισθοδοσίας της. Προκύπτει αντιθέτως από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα 1 μετά το 1981 οπόταν και δημιουργήθηκε η διαφορά στις μισθολογικές κλίμακες με το Κρατικό Χημείο δεν έπαψε να διαμαρτύρεται για το γεγονός αυτό με την αποστολή αλληλογραφίας στις αρμόδιες αρχές και με αποκορύφωμα την καταγγελία που υπέβαλε για το θέμα στην Επίτροπο Διοίκησης (τεκμ. 6). Ενόψει των πιο πάνω δεν στοιχειοθετείται στην παρούσα εκ συμπεριφοράς κώλυμα και η σχετική υπεράσπιση του εναγομένου απορρίπτεται ως αβάσιμη.
- Η υποχρέωση της πολιτείας για μισθολογική ισότητα της ενάγουσας 1 με τους χημικούς του Κρατικού Χημείου Ο εναγόμενος ισχυρίζεται επιπλέον ότι δεν προκύπτει από την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου (τεκμ.1), υποχρέωση της Δημοκρατίας για μισθολογική ισότητα της ενάγουσας 1 με τους χημικούς του Κρατικού Χημείου. Η θέση της ενάγουσας 1 επί του προκειμένου, είναι ότι η πιο πάνω απόφαση, είναι δεσμευτική για την Δημοκρατία ως προς την μισθολογική της ισότητα με τους χημικούς του Κρατικού Χημείου. Η ενάγουσα 1 ισχυρίζεται επίσης ότι στηριζόμενη στην πιο πάνω απόφαση, αποδέχθηκε την πρόταση της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας για διορισμό της στο Εργαστήριο του Κέντρου Μεσογειακής Αναιμίας. Καθίσταται ως εκ τούτου αναγκαίο να ερμηνευθεί η πρόθεση της Δημοκρατίας όπως προκύπτει από την εν λόγω απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημ. 21.10.1977 (τεκμ.1), η οποία έχει ως εξής: Επάνδρωσις του Κέντρου Μεσογειακής Αναιμίας Το Συμβούλιον απεφάσισεν όπως εγκρίνει την επί συμβάσει πρόσληψιν 4 Επιστημόνων Εργαστηριακών Λειτουργών με την αυτήν μισθοδοσίαν ως οι Χημικοί 1ης και 2ας Τάξεως του Χημικού Εργαστηρίου, προς επάνδρωσιν του Κέντρου Μεσογειακής Αναιμίας. Το ζητούμενο είναι κατά πόσον η πιο πάνω απόφαση, υποδηλώνει δέσμευση της Δημοκρατίας για μισθολογική ισότητα των χημικών του Χημικού Εργαστηρίου του Κράτους με αυτούς του Κέντρου Μεσογειακής Αναιμίας. Η σύγχρονη νομολογία, υποδεικνύει ότι το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να αναζητήσει την πρόθεση των μερών σε γραπτό κείμενο, όχι μόνο από το λεκτικό που χρησιμοποιήθηκε αλλά και από το γενικότερο πλαίσιο της γραπτής σύμβασης και τα γεγονότα και δεδομένα που την περιβάλλουν. Σχετική είναι η υπόθεση Mannai Investment Co Ltd v. Eagle Star Assurance Society Ltd [1997] A.C. 749, στην οποία παραπέμπει ο Π Πολυβίου στο σύγγραμμα του "Το Δίκαιο των Συμβάσεων" τόμος Β, σελ.
- Από προσεκτική μελέτη της πιο πάνω απόφασης, προκύπτει υποχρέωση της Δημοκρατίας για διορισμό 4 Εργαστηριακών Λειτουργών στο Κέντρο Μεσογειακής Αναιμίας με τον ίδιο μισθό με τους χημικούς του Χημικού Εργαστηρίου του Κράτους. Η υποχρέωση όμως για μισθολογική ισότητα περιορίζεται στον αρχικό μισθό κατά την δημιουργία του νέου εργαστηρίου Μεσογειακής Αναιμίας και τον αρχικό διορισμό σε έκτακτη βάση, των 4 εργαστηριακών λειτουργών σε αυτό. Από το κείμενο του τεκμηρίου 1, προκύπτει μόνο η υποχρέωση της Δημοκρατίας να προσλάβει το 1978 σε έκτακτη βάση την ενάγουσα 1 με τον μισθό του χημικού του Κρατικού Χημείου. Υποχρέωση με την οποία η Δημοκρατία συμμορφώθηκε. Δεν επεκτείνεται όμως η ως άνω υποχρέωση και στην μελλοντική ισότητα μισθών και ωφελημάτων μεταξύ των δύο. Δεν αναφέρεται πχ ότι οι χημικοί στο Κέντρο Θαλασσαιμίας θα λειτουργούν πάντοτε με τον ίδιο μισθό και τους ιδίους όρους όπως οι συνάδελφοι τους του Κρατικού Χημείου. Απλά η απόφαση (τεκμ.1), περιορίζεται στην υποχρέωση «διορισμού» με τον ίδιο μισθό. Κατ' επέκταση, η Δημοκρατία θα μπορούσε σε μεταγενέστερο στάδιο να αναβαθμίσει την μισθοδοσία των χημικών του Κρατικού Χημείου όπως και έκανε, χωρίς να έχει υποχρέωση να συμβαδίζει αυτή η αναβάθμιση με την μισθοδοσία των χημικών του Κέντρου Θαλασσαιμίας. Η πρόθεση της Δημοκρατίας προκύπτει και από την εξέλιξη των μετέπειτα γεγονότων όπου κρίθηκε αναγκαία η αναβάθμιση των χημικών του Κρατικού Χημείου και όχι αυτών του Κέντρου Θαλασσαιμίας. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι δεν ευσταθεί η θέση της ενάγουσας 1 ότι η Δημοκρατία δεσμεύεται από την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου (τεκμ. 1) για να εξασφαλίσει μισθολογική ισότητα της ενάγουσας 1 με τους χημικούς του Κρατικού Χημείου.
- Παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος ίσης μεταχείρισης Απομένει να εξεταστεί η θέση της ενάγουσας 1 για άνιση μεταχείριση και δυσμενή διάκριση έναντι των συναδέλφων της του Κρατικού Χημείου κατά παράβαση του άρθρου 28 του Συντάγματος. Ο ισχυρισμός εδράζεται στο επιχείρημα ότι παρότι η ενάγουσα 1 είχε τα ίδια προσόντα και θέση στο δημόσιο, εντούτοις οι χημικοί του Κρατικού Χημείου αμείβονταν περισσότερο από την ίδια. Στο σύγγραμμα του Ανδρέα Ν. Λοΐζου Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας στην σελ. 174, αναφέρονται τα πιο κάτω σε σχέση με το άρθρο 28 του Συντάγματος. « Η αρχή της ισότητας που καθιερώνεται με το άρθρο αυτό, από την έκφραση "ίσοι ενώπιον του νόμου" στην πρώτη παράγραφο και "δυσμενούς διάκρισης" στην δεύτερη, δεν μεταδίδει την έννοια της ακριβούς αριθμητικής ισότητας αλλά προστατεύει μόνο από αυθαίρετη διάκριση χωρίς να αποκλείει εύλογες διαφοροποιήσεις. Αυτό ισχύει με την ίδια δύναμη στην ερμηνεία της πρώτης παραγράφου του άρθρου 24, η οποία είναι μια πτυχή της γενικής αρχής της ισότητας. Η δε Δικαστική εξουσία περιορίζεται σε έλεγχο υπερβάσεως των ακραίων ορίων. Ίση ρύθμιση υφίσταται όταν ενεργείται όμοια μεταχείριση των ομοίων και ανόμοια μεταχείριση των ανομοίων. Η όμοια μεταχείριση για να είναι ίση προϋποθέτει ομοιότητα των υπό ρύθμιση θεμάτων. Αναφορικά με τον Δικαστικό έλεγχο, ο Δικαστής οφείλει να ερευνά αν πράγματι υπάρχει ομοιότητα των υπό ρύθμιση θεμάτων. Ανεξάρτητα δε από την πνευματική κατάσταση ενός ατόμου, τα Συνταγματικά δικαιώματα του κάτω από το άρθρο αυτό διασφαλίζονται πλήρως. Το άρθρο 28 έχει ως λόγο την ουσιαστική σε αντίθεση με την φαινομενική ισότητα. Η δυναμική της αρχής αυτής επιβάλλει την ανίχνευση της φύσης, των υποκειμένων και αντικειμένων του δικαίου, ώστε να αποδίδονται τα ίσα στα όμοια και τον αποκλεισμό της ταύτισης των ανομοίων.» Προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα ότι η αρχή της ισότητας όπως καθιερώνεται από το άρθρο 28 του Συντάγματος, αφορά τον αποκλεισμό διαφοροποιήσεων μόνο μεταξύ ομοιογενών υποκειμένων του δικαίου. Στην υπόθεση Στυλιανίδου ν. Δημοκρατίας υποθ. αρ. 637/98 ημ. 30 Νοεμβρίου, 1999 λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα πιο κάτω: « Η αιτήτρια προβάλλει επίσης τον ισχυρισμό ότι επιδείχτηκε άνιση μεταχείρισή της και παράβαση των αρχών της ισότητας που καθιερώνεται από το Σύνταγμα. Από τα ενώπιον μου στοιχεία είναι φανερό ότι δεν στοιχειοθετείται ένα τέτοιο συμπέρασμα. Δεν παραβιάζεται η αρχή της ισότητας, αφού πρόκειται περί άνισων και όχι ίσων περιπτώσεων. .............................. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Παπαδόπουλος και άλλοι ν. Δημοκρατίας κ.α. (Αρ.1)
(1991)3 Α.Α.Δ. 1250, το βαθύτερο νόημα του κανόνα είναι πως η ίση μεταχείριση των άνισων είναι το ίδιο απαράδεκτη με την άνιση μεταχείριση των ίσων. Κριτήριο για τον προσδιορισμό της ομοιογένειας είναι η ουσιαστική σε αντίθεση με τη φαινομενική υπόσταση ή την ποσοτική αρίθμηση των υποκειμένων του δικαίου (Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά 2/89, ημερ. 29.8.1989. Βλέπε επίσης Republic ν. Arakian and Others
(1972)3 C.L.R. 294 και Apostolides and Others v. Republic
(1984)3 C.L.R. 233) ». Έχοντας υπόψιν τις πιο πάνω αρχές σε συνδυασμό με το σύνολο του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, κρίνω ότι η διαφορετική μισθοδοσία των χημικών του Κρατικού Χημείου με τους χημικούς του Εργαστηρίου Θαλασσαιμίας, δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας που καθορίζεται στο άρθρο 28 του Συντάγματος ούτε και συνιστά δυσμενή διάκριση εις βάρος της ενάγουσας
- Δεν έχει αποδειχθεί στην παρούσα αγωγή ότι γίνεται μισθολογικός διαχωρισμός της ίδιας τάξης χημικών. Δεν έχει προσαχθεί επί του προκειμένου, μαρτυρία από την ενάγουσα 1 ότι τα καθήκοντα και οι ευθύνες του χημικού στο Κρατικό Χημείο του κράτους είναι τα ίδια με αυτά του χημικού στο Τμήμα Θαλασσαιμίας. Για να μπορούσε το Δικαστήριο να προβεί σε εύρημα άνισης μεταχείρισης, ήταν αναγκαίο να προσκομιστεί μαρτυρία για χημικούς όμοιας τάξης με την έννοια ότι έχουν τα ίδια καθήκοντα και ευθύνες. Τέτοια όμως μαρτυρία δεν προσκομίστηκε στο Δικαστήριο από πλευράς ενάγουσας
- Αντιθέτως είναι σαφές ότι στους χημικούς που εργοδοτούνται στο δημόσιο, υπάρχει μια διαφοροποίηση μεταξύ δύο ανόμοιων τάξεων. Των χημικών του Κρατικού Χημείου και αυτών των Νοσοκομειακών Εργαστηρίων όπως είναι το Εργαστήριο Μεσογειακής Αναιμίας. Ούτε υπάρχει όπως προανέφερα μαρτυρία ως προς τα καθήκοντα και ευθύνες κάθε εργαστηρίου ή έστω μαρτυρία ότι ασχολούνται με τα ίδια θέματα ώστε να αιτιολογηθεί ο ισχυρισμός για δυσμενή διάκριση της ενάγουσας
- Δεν αρκεί βέβαια το γεγονός ότι και οι δύο ακούν το επάγγελμα του χημικού, χωρίς ιδιαίτερη αναφορά στις ευθύνες και τα καθήκοντα εκάστης τάξης. Ανεξαρτήτως τούτου, ο πιο πάνω διαχωρισμός από μόνος του σε νοσοκομειακά εργαστήρια και εργαστήριο κρατικού χημείου, υποδηλώνει διαφορετικό τομέα εργασίας και η διαφορά στον μισθό, συνιστά κατά την γνώμη μου μια εύλογη διαφοροποίηση που δεν υπερβαίνει τα ακραία όρια της αρχής της ισότητας. Διαφορετική θα ήταν η περίπτωση αν εδίδετο μισθολογική αναβάθμιση σε μερικούς μόνο από τους χημικούς του Κέντρου Θαλασσαιμίας, η οποίοι αποτελούν την ίδια ομάδα χημικών. Από την στιγμή όμως που η μισθολογική αναβάθμιση αφορά μόνο τους χημικούς του Κρατικού Χημείου δεν κρίνω ότι υπάρχει ανόμοια μεταχείριση αφού δεν αποδείχθηκε ότι πρόκειται για χημικούς της ίδιας τάξης. Ως αποτέλεσμα, κρίνω ότι η ενάγουσα 1 δεν έχει αποδείξει δυσμενή διάκριση σε βάρος της κατά παράβαση του άρθρου 28 του Συντάγματος, σε σχέση με τους χημικούς του Κρατικού Χημείου. Τελική κατάληξη Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, διαπιστώνω ότι η ενάγουσα 1 απέτυχε να αποδείξει τα πιο κάτω: Α. Ότι η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημ 21.10.1977 (τεκμ.1), καθιερώνει υποχρέωση της Δημοκρατίας για συνεχή και μελλοντική μισθολογική ισότητα των Χημικών του Κρατικού Χημείου με τους χημικούς του Κέντρου Θαλασσαιμίας. Β. Ότι η διαφοροποίηση της μισθοδοσίας των χημικών του Κρατικού Χημείου σε σχέση με τους χημικούς του Κέντρου Θαλασσαιμίας, συνιστά δυσμενή διάκριση εις βάρος της ενάγουσας 1, κατά παράβαση του άρθρου 28 του Συντάγματος. Ως εκ τούτου, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της ενάγουσας 1 και υπέρ του εναγομένου ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο