← Κύπρος

P. KOURRIS (BLDG) CONSTRUCTIONS & CO LTD ν. VANCOURT INVESTEMENTS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2878/16, 18/7/2016

P. KOURRIS (BLDG) CONSTRUCTIONS & CO LTD ν. VANCOURT INVESTEMENTS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2878/16, 18/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A445 Αρ. Αγωγής: 2878/16 Μεταξύ: P. KOURRIS (BLDG) CONSTRUCTIONS & CO LTD Ενάγουσας και

  1. VANCOURT INVESTEMENTS LTD
  2. ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΩ.ΜΙ.ΚΩ ΛΤΔ Εναγομένων Αίτηση ημερ. 7.6.16 υπό ενάγουσας - αιτήτριας για συντηρητικό διάταγμα Ημερομηνία: 18 Ιουλίου 2016 Για ενάγουσα - αιτήτρια: κος Νικόλας Παπαμιχαήλ Για εναγόμενο 1 - καθ' ου η αίτηση: κα Στάλω Παπουή ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα εργοληπτική εταιρεία, συμφώνησε με την εναγομένη 1, την οικοδόμηση μονάδας αγροτουρισμού στο χωριό Καλοπαναγιώτης για το συνολικό ποσόν τα ων €1.010.000,
  3. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, κατά την διάρκεια εκτέλεσης του έργου, η εναγομένη 1 λόγω οικονομικών προβλημάτων, παρέλειψε να ανταποκριθεί στις οικονομικές της υποχρεώσεις για την πληρωμή δύο διατακτικών για τα ποσό €51.437,00 και €14.617,00 αντίστοιχα. Παράλληλα, εκκρεμούσε για πιστοποίηση και τρίτο διατακτικό. Ως αποτέλεσμα, η εναγομένη 1 δήλωσε αδυναμία συνέχισης του έργου και έτσι οι οικοδομικές εργασίες ανεστάλησαν από το καλοκαίρι του
  4. Η αναστολή των εργασιών κατέδειξε ως ορατό κίνδυνο, την απώλεια της ευρωπαϊκής χορηγίας που δόθηκε για την ανέγερση του έργου, η οποία ανέρχεται σε €200.000,
  5. Το πιο πάνω γεγονός, ανάγκασε την εναγομένη 1 να προβεί στις 2.11.2015 στην συνομολόγηση συμπληρωματικής συμφωνίας με την ενάγουσα. Δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας, κατεβλήθη στην ενάγουσα μέρος των οφειλομένων και η ενάγουσα ανέλαβε την ολοκλήρωση των οικοδομικών εργασιών. Δυστυχώς όμως στη συνέχεια και ενώ οι εργασίες προχωρούσαν κανονικά, η εναγομένη 1 εκδήλωσε και πάλιν αδυναμία να ανταποκριθεί στις οικονομικές της υποχρεώσεις και ειδικότερα να προβεί στην πληρωμή διατακτικού που εκδόθηκε από τον επιβλέποντα αρχιτέκτονα του έργου για το συνολικό ποσό των €121.344,
  6. Παρά το ότι η ενάγουσα αποδέχθηκε όπως το εν λόγω διατακτικό πληρωθεί αντί του 2015 μέχρι τον Ιανουάριο του 2016, εντούτοις και πάλι η εναγόμενη 1 δεν συμμορφώθηκε και παρέλειψε να εξοφλήσει το εν λόγω διατακτικό παρόλο που η ενάγουσα συνέχισε κανονικά τις οικοδομικές εργασίες με την παράδοση περαιτέρω εργασίας αξίας €61.918,
  7. Και ενώ υπήρχε επικοινωνία των μερών για διευθέτηση της υπόθεσης, η ενάγουσα πληροφορήθηκε ότι η εναγομένη 1 ανέθεσε τη συνέχιση εργασιών στην εναγομένη 2 εργοληπτική εταιρεία, η οποία εισήλθε παράνομα στο εργοτάξιο και ξεκίνησε εργασίες. Ο επιβλέπων αρχιτέκτονας, πληροφόρησε τους δικηγόρους της ενάγουσας ότι δεν υπήρξε λύση του συμβολαίου τους ενώ επιβεβαίωσε ότι η εναγομένη 1, προχώρησε στην εργοδότηση της εναγομένης 2 για συνέχιση των εργασιών. Εκτός από τις καταγγελίες σε διάφορα αρμόδια όργανα, η ενάγουσα καταχώρησε και την παρούσα αγωγή με την οποία ζητά όλα τα οφειλόμενα ποσά από εκτελεσθείσες οικοδομικές εργασίες και επιπλέον το ποσό των €21.520,00 που είναι αξία του εξοπλισμού ιδιοκτησίας της και η οποία βρίσκεται ακόμα στο εργοτάξιο, στο οποίο παράνομα εισήλθε η εναγομένη
  8. Παράλληλα με την καταχώρηση της αγωγής, η ενάγουσα καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία ζητά προσωρινό διάταγμα που να απαγορεύει στις εναγόμενες 1 και 2 να εισέρχονται στο εν λόγω εργοτάξιο και να προβαίνουν σε οιοσδήποτε οικοδομικές εργασίες σε αυτό. Στην ένορκο δήλωση της αίτησης που υπογράφεται από διευθυντή της ενάγουσας, επαναλαμβάνονται οι πιο πάνω ισχυρισμοί της έκθεσης απαίτησης. Αναφέρεται επιπλέον ότι εντός του εργοταξίου, υπάρχει σημαντικός εξοπλισμός της ενάγουσας που χρησιμοποιείται σήμερα παράνομα από την εναγομένη
  9. Επιπλέον, είναι ορατός ο κίνδυνος ατυχημάτων χωρίς να υπάρχει ασφαλιστική κάλυψη ενώ σε περίπτωση οποιονδήποτε άλλων ζημιών, η ενάγουσα ως ο νόμιμος εργολάβος του έργου πιθανόν να κληθεί να καταβάλει αποζημιώσεις. Αφού εξέτασα την εν λόγω αίτηση και την ένορκο δήλωση που τη συνοδεύει, διέταξα όπως αυτή επιδοθεί στις εναγόμενες 1 και 2 ώστε να έχω τις απόψεις τους. Παρότι η αίτηση επιδόθηκε και στις δύο εναγόμενες εταιρείες, ένσταση στην έκδοση του διατάγματος καταχωρήθηκε μόνο από την εναγομένη
  10. Στους λόγους ένστασης αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι η ενάγουσα παραβίασε το καθήκον για πλήρη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων της υπόθεσης και ότι δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/1960 για έκδοση συντηρητικού διατάγματος. Στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση η οποία υπογράφεται από διευθυντή της εναγομένης 1, γίνεται αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης από την έναρξη των οικοδομικών εργασιών. Αναφέρεται επίσης ότι η ενάγουσα ουδέποτε τήρησε τα χρονοδιαγράμματα για συμπλήρωση συγκεκριμένων εργασιών και παρόλο που πληρώνονταν τα προβλεπόμενα διατακτικά, αμελούσε να παραδώσει την αναληφθείσα εκ μέρους της εργασία εντός των συμφωνηθέντων χρονοδιαγραμμάτων. Σε μια άλλη περίπτωση, παρατηρήθηκαν ανυπόστατες και ψευδείς χρεώσεις της ενάγουσας με τις οποίες ζητούσε το ποσόν των €104.599,00 πέραν των ποσών που είχαν εκτιμήσει οι επιμετρητές του έργου. Η μη έγκαιρη ολοκλήρωση του έργου από την ενάγουσα, είχε ως αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος ακύρωσης της ευρωπαϊκής χορηγίας ύψους €200.000,
  11. Αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο έγινε η συμπληρωματική συμφωνία ημερ.2.11.2015, στην οποία αναφέρεται ρητά ότι είναι αναγκαίο να συμπληρωθούν οι οικοδομικές εργασίες μέχρι 31.12.2015 για να μην απωλεσθούν τα ευρωπαϊκά κονδύλια. Είναι η θέση του ομνύοντα ότι όλα τα πιο πάνω στοιχεία της συμπληρωματικής συμφωνίας, η ενάγουσα όφειλε να τα είχε αποκαλύψει στη μονομερή εξέταση του αιτήματος. Όσον αφορά την αρχική διακοπή των εργασιών, ήταν η θέση του ομνύοντα ότι αυτή οφείλεται στην οικονομική κρίση και ως αποτέλεσμα περικοπής του δανείου που είχε εξασφαλίσει η εναγομένη 1 από πιστωτικό ίδρυμα. Συγκεκριμένα, ως αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης το πιστωτικό ίδρυμα που χρηματοδοτούσε το έργο, μείωσε το ύψος του δανείου από €500.000,00 σε €300.000,
  12. Οι εκπρόσωποι της ενάγουσας γνώριζαν αυτό το γεγονός και εκδήλωσαν πλήρη κατανόηση για τις δυσκολίες που αντιμετώπισε η εναγομένη
  13. Όταν σε μεταγενέστερο στάδιο μέσα στο 2015 εξευρέθηκαν τα χρήματα για ολοκλήρωση του έργου, η ενάγουσα συμφώνησε να συνεχίσει με τη συμπληρωματική συμφωνία τις οικοδομικές εργασίες. Ήταν στη συνέχεια η θέση του ομνύοντα ότι με επιστολές που απέστειλαν οι δικηγόροι της εναγομένης 1 προς την ενάγουσα, το συμβόλαιο τερματίστηκε νόμιμα με υπαιτιότητα της ενάγουσας. Ο λόγος είναι ότι η μη έγκαιρη αποπεράτωση του έργου, η οποία οφείλεται στην ενάγουσα και που είχε ως αποτέλεσμα, η εναγομένη 1 να υποστεί ζημιά με την απώλεια της ευρωπαϊκής χορηγίας. Αυτό, παρά το γεγονός ότι με την εναγομένη 2 που είναι ο νέος εργολάβος, κατάφεραν μέχρι 15.6.2015 πληρώνοντας υπερωρίες να αποπερατώσουν το 80% του έργου ώστε να διεκδικούν ακόμα την επιχορήγηση. Το τελικό όμως αποτέλεσμα θα είναι οπωσδήποτε αρνητικό εάν δεν αποπερατωθεί το έργο σύντομα οπόταν θα απωλεσθεί ολοκληρωτικά η επιχορήγηση και η εναγομένη 1 θα υποστεί περαιτέρω ζημιά. Αντιθέτως, η ενάγουσα δεν θα υποστεί ζημιά αν απορριφθεί η αίτηση της. Σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής η οποιαδήποτε ζημιά της ενάγουσας είναι αποτιμητέα σε χρήμα και μπορεί ως εκ τούτου να αποζημιωθεί από την εναγομένη
  14. Σημείωσε δε πως δεν έχει προσφερθεί οποιαδήποτε μαρτυρία για αφερεγγυότητα της εναγομένης
  15. Αγορεύσεις Ο συνήγορος της ενάγουσας - αιτήτριας στην αγόρευση του, αναφέρθηκε στις προϋποθέσεις έγκρισης του αιτήματος δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/
  16. Ήταν η θέση του ότι η ενάγουσα έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής αφού είναι ξεκάθαρο ότι έχει να λαμβάνει χρήματα από δεδουλευμένη εργασία, η οποία έχει πιστοποιηθεί από τους επιβλέποντες μηχανικούς του έργου. Περαιτέρω, είναι έκδηλο ότι η διαδικασία εργοδότησης άλλου εργολάβου ήτοι της εναγομένης 2, έγινε χωρίς να προηγηθεί ο τερματισμός της συμφωνίας με την ενάγουσα. Ήταν επίσης η θέση του συνηγόρου ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, είναι ορατός ο κίνδυνος οι αιτητές να μην μπορούν μεταγενέστερα να αποζημιωθούν. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η εναγομένη 1 είναι οικονομικά αφερέγγυα εξ ου και η συνεχής οικονομική αδυναμία της να αποπερατώσει το έργο. Η μόνη ελπίδα κατά τον συνήγορο που υπάρχει για να καταστεί δυνατή η ικανοποίηση της απαίτησης είναι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Με τον τρόπο αυτό θα εξαναγκαστεί η εναγομένη 1 να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για διευθέτηση των οφειλών της. Η συνήγορος της εναγομένης 1- καθ' ης η αίτηση στη δική της αγόρευση, αναφέρθηκε αναλυτικά σε όλους τους λόγους ένστασης που προέβαλε για την απόρριψη του αιτήματος. Στη συνέχεια και με παραπομπή στο άρθρο 32 του Νόμου 14/1960, ισχυρίστηκε ότι από την ένορκο δήλωση της αίτησης δεν προκύπτει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της υπόθεσης. Έκαμε αναφορά σε αλληλοσυγκρουόμενους ισχυρισμούς για να καταδείξει ότι εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται να αποδεικνύεται η μη πληρωμή του συγκεκριμένου διατακτικού που επικαλείται η ενάγουσα. Επιπλέον, τυχόν έγκριση του αιτήματος θα σημαίνει στην ουσία την ειδική εκτέλεση της επίδικης σύμβασης πέραν των αποζημιώσεων για δήθεν παράβαση της που ζητά η ενάγουσα. Τέτοιο όμως αίτημα ειδικής εκτέλεσης δεν υπάρχει στο αιτητικό της αγωγής όπου η ενάγουσα αξιώνει διάφορα ποσά ως αποζημιώσεις. Στη συνέχεια, η συνήγορος ανέφερε ότι δεν έχει τεκμηριωθεί κανένας απολύτως λόγος γιατί θα ήταν δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το διάταγμα. Ούτε έχει καταδειχθεί ότι είναι δίκαιο και πρόσφορο να σταματήσουν σε αυτό το στάδιο, οι οικοδομικές εργασίες. Σταθμίζοντας όλους τους παράγοντες της υπόθεσης, είναι σαφές κατά την συνήγορο ότι η έκδοση του διατάγματος θα προξενήσει περισσότερη ταλαιπωρία στην εναγομένη 1 παρά στην ενάγουσα. Τέλος, ο συνήγορος αναφέρθηκε και στην υπέρμετρη κατά την άποψη του καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής με αποτέλεσμα να μην δικαιολογείται το κατεπείγον του διατάγματος. Νομική πτυχή Η αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 4 - 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6) και στο άρθρο 32 του Νόμου 14/
  17. Το άρθρο 4 του Κεφ. 6, αφορά την δέσμευση ακίνητης περιουσίας που είναι το αντικείμενο της αγωγής και δεν έχει σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ομοίως δεν εφαρμόζεται στην παρούσα, το άρθρο 5 του Κεφ. 6, που αφορά δέσμευση ακινήτου περιουσίας εναγομένου προς το σκοπό εκτέλεσης απόφασης που ήθελε πετύχει ο ενάγοντας. Αντιθέτως, το δικαιοδοτικό πλαίσιο εξέτασης της παρούσας αίτησης, είναι το άρθρο 32 του Ν.14/60 επί του οποίου επίσης στηρίζεται η αίτηση και του οποίου οι πρόνοιες έχουν ευρύτερη εφαρμογή στην έκδοση συντηρητικού διατάγματος από τα άρθρα 4 & 5 του Κεφ.
  18. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/60 είναι: · Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. · Ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. · Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, απαιτεί από τον αιτητή να δείξει με την αγωγή του συζητήσιμο θέμα που πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Η έννοια του ορατού ενδεχομένου επιτυχίας, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις (βλ. μεταξύ άλλων Πουργουρίδης ν. Μέζου

(1994)1 ΑΑΔ 201). Σε τελικό στάδιο, το Δικαστήριο θα πρέπει πρόσθετα να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, λέχθηκε ότι στη διαδικασία προσωρινού διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο στην διαπίστωση κατά πόσο πληρούνται οι τρεις βασικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης και πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα, αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. επίσης Adidas v. Jonitexo
(1984)1 CLR 263). Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι η έννοια του ενδιάμεσου διατάγματος είναι υπό συνήθεις συνθήκες, η διατήρηση του status quo ante μέχρι της εκδίκασης της υπόθεσης και όχι η προκατάληψη της έκβασης της υπόθεσης επί της ουσίας. Σχετική είναι και η υπόθεση Γεώργιου Κοσμά ν Ανδρέα Χ¨Κυπρή κ.α
(2000)1 Α.Α.Δ. 169 στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής στην σελ. 176: «Δεν αποκλείεται βέβαια η έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος αντίστοιχου προς τη θεραπεία που ζητείται με την αγωγή (ιδέ: Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG
(1984)1 CLR 263). Όπως όμως δείχνει καθαρά η υπόθεση Michael v. Brevinos
(1969)1 CLR 578, εκτός ίσως σε ξεκάθαρες υποθέσεις, αυτό δεν μπορεί να γίνει με τρόπο που να ανατρέπει το status quo ante, και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται με την αγωγή.» Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, απαιτεί από τον αιτητή να αποδείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το άρθρο 32 είναι διατυπωμένο με ευρύτητα και δεν περιορίζεται στην εκτέλεση απόφασης αλλά αναφέρεται σε δυσκολία ή αδυναμία απονομής δικαιοσύνης. (Βλ. Η εξουσία των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων στην Κύπρο, υπό Γ.Κ. Κωνσταντινίδη, CORPUS DE JURE CYPRII, τεύχος 1, σελ. 179,202). Στην έννοια της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32, αναφέρεται η απόφαση M & Ch Mitsingas Trading Ltd κ.α ν. The Timberland Co.
(1997)1 Α.Α.Δ 1791. Η υπόθεση αφορούσε ενδιάμεσο διάταγμα που εκδόθηκε στα πλαίσια αγωγής για αθέμιτο ανταγωνισμό. Λέχθηκε ότι η έννοια της απονομής δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή. Περαιτέρω, στην Highgate Primary School Ltd κ.α. v. Στέλιος Φυλακτίδης κ.α
(2009)1A Α.Α.Δ 317, λέχθηκε ότι: «Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σε αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσίβλητων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους - ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Αναφορικά με τους ισχυρισμούς για απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, η νομολογία καθορίζει ότι η διαδικασία σε μονομερή αίτηση, επιβάλλει στον αιτητή να αποκαλύψει στο Δικαστήριο, όλα τα ουσιαστικά γεγονότα που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως. Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Όπως τονίζεται τόσο στην Αγγλική όσο και στην Κυπριακή νομολογία, οι αρχές για πλήρη αποκάλυψη εφαρμόζονται στις περιπτώσεις όπου ένας διάδικος καταχωρεί μονομερή αίτηση και ζητά στην απουσία του αντιδίκου του, κάποια θεραπεία. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο αιτητής έχει υποχρέωση προς το Δικαστήριο να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη όχι μόνον όλων των ουσιωδών γεγονότων αλλά να αναφερθεί και σε τυχόν υπεράσπιση που ο αιτητής ενδεχομένως να έχει λόγο να πιστεύει ότι μπορεί να προβάλει η άλλη πλευρά. Έτσι όπου ο αιτητής εξασφαλίσει όφελος από την απόκρυψη γεγονότων στην μονομερή του αίτηση, το Δικαστήριο σε μεταγενέστερο στάδιο θα ακυρώσει οποιοδήποτε διάταγμα έχει εκδώσει σε μια προσπάθεια να του στερήσει αυτό το όφελος. Αυτό γιατί παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων στην μονομερή αίτηση, θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου, το οποίο ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στην μονομερή αίτηση. (Βλ. μεταξύ άλλων, Gircotis & Achilleos Limited v. Chr. M. Sarlis & Co. M.S. κ.α
(1992)1A ΑΑΔ 360 και Χριστιάνα Στυλιανού v. Ανδρέα Στυλιανού
(1992)1Α ΑΑΔ 583). Η μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων δεν είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από πρόθεση εξαπάτησης. Ότι ανατρέπει την βάση του διατάγματος, είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ' αντικειμένου ουσιαστικής σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (Βλ Resola Cyprus Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ 598 και Ahmet Zein κ.α. v. Παράσχος Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ 606). Στην Αγγλική υπόθεση Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)3 ALL E.R 188 ο Δικαστής Gibson, αναφέρει ότι η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή, αλλά και εκείνα που μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα. Το Δικαστήριο κρίνει αν το γεγονός που παραλείφθηκε είναι ουσιαστικό και αν δεν ήταν γνωστό στον αιτητή ή δεν μπορούσε εύλογα να γίνει γνωστό. Τα πιο πάνω ενέχουν ουσιαστική βαρύτητα αλλά δεν είναι και οι μόνοι αποφασιστικοί παράγοντες. Τελικά, το Δικαστήριο σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση, έχει διακριτική ευχέρεια παρόλη την απόδειξη ουσιαστικής μη αποκάλυψης που δικαιολογεί την άμεση ακύρωση του διατάγματος να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του ή να εκδώσει νέο διάταγμα με όρους. Συμπεράσματα Το πρώτο στοιχείο που θα με απασχολήσει, είναι οι ισχυρισμοί για απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων στην μονομερή έκδοση του διατάγματος. Σημειώνεται όμως ότι η παρούσα αίτηση παρότι καταχωρήθηκε μονομερώς, στην συνέχεια μετατράπηκε σε αίτηση δια κλήσεως αφού οι οδηγίες του Δικαστηρίου ήταν να επιδοθεί ώστε να ακουστούν και οι απόψεις της άλλης πλευράς. Η απαίτηση όμως της νομολογίας για αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων, αφορά αποκλειστικά τις μονομερείς αιτήσεις. Με δεδομένη την απουσία του αντιδίκου, η διαδικασία σε μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Αντιθέτως σε αιτήσεις δια κλήσεως δεν τίθεται θέμα παραπλάνησης του Δικαστηρίου αφού και οι δύο πλευρές είναι παρούσες και έχουν την ευκαιρία να προβάλουν τις θέσεις τους. Εξ' άλλου, η ίδια η φύση του καθήκοντος αποκάλυψης, αναφέρεται σε αποφυγή παραπλάνησης του Δικαστηρίου όταν απουσιάζει ο αντίδικος του αιτητή. Στις αιτήσεις δια κλήσεως όπου η παρουσία του αντιδίκου είναι δεδομένη δεν τίθεται θέμα απόκρυψης και εξαπάτησης του Δικαστηρίου στην απουσία της άλλης πλευράς. Σχετική με το θέμα είναι η απόφαση Εθνική Τράπεζα ν. Κυριακίδης
(2011)1 Α.Α.Δ 816, στην οποία λέχθηκε ότι είναι μόνο στις μονομερείς διαδικασίες που εφαρμόζονται σε όλη τους την έκταση, οι νομολογιακές αρχές για πλήρη αποκάλυψη. Στην πιο πάνω υπόθεση, ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκονταν και οι δύο διάδικοι που είχαν δικαίωμα να αμφισβητήσουν κάθε στοιχείο που τέθηκε ενώπιον τους με αποτέλεσμα να μην τίθεται κατά το Εφετείο, ζήτημα παραπλάνησης (Βλ. επίσης Πιττάκα ν. Γ & Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ 1895). Οι ίδιες αρχές ισχύουν και στην παρούσα υπόθεση. Η μετατροπή της μονομερούς αιτήσεως σε αίτηση δια κλήσεως με οδηγίες του Δικαστηρίου, έχει ως αποτέλεσμα να μην τυγχάνουν εφαρμογής οι αρχές για πλήρη αποκάλυψη. Δεν έχουμε δηλαδή στην παρούσα υπόθεση, εξέταση μονομερούς αιτήσεως ούτως ώστε να δικαιολογείται ισχυρισμός για προσπάθεια εξαπάτησης του Δικαστηρίου, σε μονομερή έκδοση διατάγματος. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, κρίνω ότι οι ισχυρισμοί της εναγομένης 1 για απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων δεν ευσταθεί. Η ενάγουσα έκαμε πλήρη αναφορά στην συμπληρωματική συμφωνία ημ. 2.11.2015, την οποία μάλιστα επισυνάπτει στην ένορκη δήλωση της αίτησης ως τεκμήριο
  1. Αναφορά στην ευρωπαϊκή χορηγία και την ανάγκη ολοκλήρωσης των εργασιών για την πληρωμή της, επίσης εντοπίζεται στην ένορκη δήλωση της αίτησης. Όσον αφορά την πληρωμή ή όχι συγκεκριμένων διατακτικών, εδώ εντοπίζεται διαφωνία των δύο μερών για τα γεγονότα, η οποία όμως δεν θα επιλυθεί σε αυτό το στάδιο αλλά στην εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Ενόψει της πιο πάνω διαπίστωσης θα εξετάσω στην συνέχεια κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 για έγκριση του αιτήματος. Από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, προκύπτει ότι υπάρχει στην παρούσα υπόθεση σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση αλλά και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Η ενάγουσα ζητά από την εναγομένη 1, την αξία κατ' ισχυρισμό δεδουλευμένης εργασίας την οποία θα δικαιούται, εφόσον βέβαια αποδείξει τους ισχυρισμούς της ενώπιον του Δικαστηρίου. Ζητά επίσης από την εναγομένη 2, την αξία των μηχανημάτων ιδιοκτησίας της αφού κατά τους ισχυρισμούς της, αυτά βρίσκονται στο εργοτάξιο στο οποίο η εναγομένη 2 εισήλθε κατ' ισχυρισμό παράνομα προτού τερματιστεί η συμφωνία της ενάγουσας με την εναγομένη
  2. Πρέπει να σημειώσω ότι οι πιο πάνω διαπιστώσεις για σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και πιθανότητα επιτυχίας της ενάγουσας, σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν την τελική κατάληξη του Δικαστηρίου επί της ουσίας της υπόθεσης. Το κατά πόσον η ενάγουσα δικαιούται ή όχι τις αιτούμενες με την παρούσα αγωγή θεραπείες θα αποφασιστεί στο τέλος της ακρόασης της ουσίας της υπόθεσης και αφού το Δικαστήριο ακούσει και αξιολογήσει σχετική μαρτυρία και από τις δύο πλευρές. Όμως για σκοπούς έκδοσης συντηρητικού διατάγματος, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί στον αναγκαίο βαθμό σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Όμως από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου δεν έχει αποδειχθεί η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 ότι θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Πέραν από κάποιους ισχυρισμούς αφερεγγυότητας της εναγομένης 1 δεν έχει καταδειχθεί ότι αν δεν εκδοθεί το διάταγμα, η ενάγουσα θα αντιμετωπίσει δυσκολίες στην εκτέλεση απόφασης που τυχόν θα πετύχει. Εξ' άλλου, με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου, η αξία του υπό εκτέλεση έργου ιδιοκτησίας της εναγομένης 1, είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από την απαίτηση της ενάγουσας. Όσον αφορά το ισοζύγιο της ευχέρειας, κρίνω από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου ότι αυτό γέρνει προς το μέρος της εναγομένης
  3. Η ενάγουσα δεν θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το διάταγμα αφού όπως προανέφερα δεν έχει τεκμηριωθεί ότι θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Από την άλλη, τυχόν έκδοση του διατάγματος θα σημαίνει στην ουσία αναστολή των εργασιών στο επίδικο εργοτάξιο με αποτέλεσμα να μην ολοκληρωθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα το έργο. Αυτό θα δημιουργήσει περαιτέρω προβλήματα στην εναγομένη 1, η οποία θα χάσει στην ουσία κάθε δικαίωμα αξίωσης της ευρωπαϊκής χορηγίας, την οποία εξακολουθεί να διεκδικεί παρότι πέρασε η τεθείσα προθεσμία αφού το έργο έχει ολοκληρωθεί κατά 80%. Πέραν των πιο πάνω, η έκδοση συντηρητικού διατάγματος με τον τρόπο που ζητείται δεν θα μπορούσε να πετύχει. Στην ουσία, οι ενάγοντες αιτούνται μέχρι την πλήρη εκδίκαση της αγωγής, την εκδίωξη της εναγομένης 2 από το εργοτάξιο. Αυτή την θεραπεία όμως δεν την ζητά η ενάγουσα ούτε με την αγωγή της. Υπενθυμίζεται ότι η ενάγουσα στην έκθεση απαίτησης της, πέραν της πληρωμής συγκεκριμένων ποσών για εκτελεσθείσα εργασία, ζητά επίσης αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση στο εργοτάξιο από την εναγομένη 2 εργοληπτική εταιρεία χωρίς να αιτείται όμως σχετικό διάταγμα άρσης της επέμβασης. Η θέση του συνηγόρου για την ενάγουσα ότι η έκδοση του διατάγματος είναι ο μόνος τρόπος προκειμένου να αναγκαστεί να πληρώσει η εναγομένη 1 τα δεδουλευμένα της δεν μπορεί να γίνει βέβαια αποδεκτός. Υπενθυμίζεται εδώ ότι σκοπός του συντηρητικού διατάγματος, είναι μεταξύ άλλων η διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων (status quo) μέχρι εκδίκασης της αγωγής ώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος μη απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Δεν είναι σκοπός του συντηρητικού διατάγματος, ο εξαναγκασμός του εναγομένου να αποδεχθεί εκβιαστικά την απαίτηση του ενάγοντα χωρίς να προβάλει τις θέσεις του στην ουσία της αγωγής μετά από πλήρη ακρόαση της υπόθεσης. Υπενθυμίζεται επίσης ότι βασική διαφορά των διαδίκων, συνιστά το κατά πόσον τερματίστηκε νόμιμα ή όχι η επίδικη σύμβαση εργολαβίας για το επίδικο έργο. Υπό τας περιστάσεις, αποδοχή της αίτησης και έκδοση του αιτουμένου διατάγματος θα ισοδυναμούσε με απόφαση του Δικαστηρίου επί του ως άνω κύριου επίδικου γεγονότος που αφορά την ουσία της αγωγής. Κατά πόσον δηλαδή υπήρξε ή όχι νόμιμος τερματισμός της σύμβασης από την εναγομένη 1 και ως αποτέλεσμα τούτου κατά πόσον η εναγομένη 2 βρίσκεται παράνομα στον χώρο ως επεμβασίας. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι επιτρεπτό όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα νομολογία (βλ. Adidas v. Jonitexo ανωτέρω). Όλα τα πιο πάνω επίδικα θέματα θα κριθούν και αποφασιστούν στο τέλος της αγωγής και αφού το Δικαστήριο ακούσει και αξιολογήσει μαρτυρία και από τις δύο πλευρές και προβεί σε σχετικά ευρήματα. Για τους ιδίους λόγους, κρίνω ότι δεν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσω το αιτούμενο διάταγμα. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της ενάγουσας- αιτήτριας και υπέρ της εναγομένης 1 - καθ' ης η αίτηση ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο να πληρωθούν δε στο τέλος της αγωγής. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.