← Κύπρος

Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας (Κύπρου) Λτδ ν. L.M. & M United Promotions Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 4501/14, 13/7/2016

Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας (Κύπρου) Λτδ ν. L.M. & M United Promotions Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 4501/14, 13/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A437 Αρ. Αγωγής: 4501/14 Μεταξύ: Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας (Κύπρου) Λτδ Ενάγουσας και

  1. L.M. & M United Promotions Ltd, από Λευκωσία
  2. Λεωνίδα Δημητριάδη, από Λευκωσία
  3. Ελένη Λεωνίδα Δημητριάδη, από Λευκωσία
  4. Μάριο Δημητριάδη, από, Λευκωσία
  5. Ελένη Μάριου Δημητριάδη, από Λευκωσία
  6. Κώστα Βενιζέλου, από Λευκωσία Εναγομένων Αίτηση ημερ. 5.5.16 υπό ενάγοντος - αιτητή για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Ημερομηνία: 13 Ιουλίου 2016 Για ενάγουσα - αιτήτρια: κα Μόνικα Σοφοκλέους Για εναγομένους 4 & 5 - καθ' ου η αίτηση: κα Γεωργία Καραμαλλή ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση της ενάγουσας εναντίον των εναγομένων, ανέρχεται σε €347.896,75 πλέον τόκους και έξοδα. Στηρίζεται σε κατ' ισχυρισμό τραπεζικές διευκολύνσεις και δάνεια που παρείχε στην εναγομένη 1 εταιρεία με την εγγύηση των εναγομένων 2 έως
  7. Η εναγομένη 1 που είναι υπό καθεστώς διαχείρισης, δέχθηκε απόφαση ως η απαίτηση ενώ αντιθέτως οι εναγόμενοι 2 έως 6, καταχώρησαν υπεράσπιση στην οποία προβάλουν διάφορους ισχυρισμούς, αναφορικά με την εγκυρότητα των επίδικων συμβάσεων. Μετά την συμπλήρωση των δικογράφων και τον ορισμό της υπόθεσης για ακρόαση, η αιτήτρια ζήτησε και πέτυχε την μονομερή έκδοση διατάγματος εναντίον των εναγομένων 4 & 5 για την μη αποξένωση και επιβάρυνση δύο ακινήτων. Πρόκειται για το ¼ μερίδιο μιας διώροφης κατοικίας στο χωρίο Στατός στην Πάφο που ανήκει στον εναγόμενο 4 και για το όλο μερίδιο ενός διαμερίσματος στην οδό Διογένους στην Λευκωσία που είναι ιδιοκτησίας της εναγομένης
  8. Σύμφωνα με την ένορκο δήλωση της αίτησης που υπογράφει ο Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου υπάλληλος της αιτήτριας, τα επίδικα ακίνητα είναι η μόνη περιουσία των εναγομένων 4 & 5 που δεν είναι επιβαρυμένη και η αξία της οποίας μπορεί να καλύψει σε μεγάλο βαθμό τα οφειλόμενα με την αγωγή ποσά που αυξάνονται συνεχώς λόγω του συμφωνηθέντος επιτοκίου και της παράλειψης των εναγομένων να πληρώσουν οιονδήποτε ποσόν. Αντιθέτως, το ακίνητο που υποθήκευσε ο εναγόμενος 6 προς όφελος του χρέους δεν αρκεί από μόνο του κατά τον ενόρκως δηλούντα να καλύψει το χρέος. Ο ενόρκως δηλών, αναφέρει επίσης ότι οι καθ' ων η αίτηση εναγόμενοι 4 & 5, έχουν πρόθεση να αποξενώσουν την εν λόγω περιουσία εκτός και αν εμποδιστούν από το Δικαστήριο. Στην βάση της πιο πάνω ένορκης δήλωσης, εξέδωσα μονομερώς στις 7.1.16, προσωρινό διάταγμα για απαγόρευσή αποξένωσης και επιβάρυνσης των πιο πάνω ακινήτων. Με την επίδοση της μονομερούς αίτησης και του διατάγματος, οι καθ' ων η αίτηση έφεραν ένσταση στην συνέχιση ισχύος του. Αναφέρεται στους λόγους ένστασης μεταξύ άλλων ότι η αιτήτρια δεν απεκάλυψε κατά την μονομερή διαδικασία, ουσιαστικά στοιχεία της υπόθεσης με αποτέλεσμα να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Ως τέτοια, οι καθ' ων η αίτηση επικαλούνται, την αξία των παρασχεθέντων εξασφαλίσεων που δόθηκαν από την εναγομένη 1 στην ενάγουσα κατά την σύναψη των δανείων. Συγκεκριμένα, η ενάγουσα δεν αποκάλυψε την κατοχή ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης και την αξία των περιουσιακών στοιχείων που συμπεριλαμβάνονται σε αυτό. Επιπλέον, η ενάγουσα είχε ή/και μπορούσε να λάβει στοιχεία για την οικονομική κατάσταση των εναγομένων και την αξία της περιουσίας τους, την οποία δεν αποκάλυψε. Στην ένορκη δήλωση της ένστασης, αναφέρεται περαιτέρω ότι η αιτήτρια παρέλειψε να αποκαλύψει ότι δυνάμει του πιο πάνω ομολόγου, έχει στην κατοχή της το σύνολο των εμπορευμάτων της εναγομένης 1, την αξία των οποίων και πάλιν δεν αποκαλύπτει. Αναφέρεται επίσης ότι δεν αποκαλύφθηκε ότι η εναγομένη 1 προβαίνει σε διάφορες πληρωμές προς τους πιστωτές της και δεν είναι εκτεθειμένη όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, στους προνομιούχους πιστωτές και επίσης αποκρύφτηκε το γεγονός ότι έχει περιουσία που είναι ικανή να καλύψει το εξ' αποφάσεως χρέος, σε περίπτωση ρευστοποίησης της. Στην συνέχεια μετά από αίτηση των καθ' ων η αίτηση, εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα για την αντεξέταση του Κ. Κωνσταντίνου, ομνύοντος στην ένορκη δήλωση της αίτησης. Μεταξύ άλλων θα αντεξεταστεί ως προς την οικονομική κατάσταση της εναγομένης 1 και τον ισχυρισμό του στην παρ. 27 της ένορκης του δήλωσης ότι αυτή είναι τόσο κακή ώστε με την ρευστοποίηση του αποθεματικού της, να μην είναι σε θέση να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις των προνομιούχων πιστωτών. Ακολούθησε η παρούσα αίτηση εκ μέρους της αιτήτριας με την οποία ζητά την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, προκειμένου να απαντήσει στους πιο πάνω ισχυρισμούς της ένστασης για αποθεματικό που καλύπτει την αξία του χρέους. Επιχειρείται στην ουσία να καταχωρηθεί η έκθεση του Παραλήπτη - Διαχειριστή της εναγομένης 1 εταιρείας, η οποία δόθηκε σύμφωνα με την αίτηση στους ενάγοντες στις 6.4.
  9. Στην εν λόγω έκθεση, αναφέρεται ότι η αξία των εμπορευμάτων της εναγομένης 1, ανέρχεται μόνο στο ποσόν των €15.000,
  10. Η εν λόγω εκτιμημένη αξία σε καμία περίπτωση δεν μπορεί αν ρευστοποιηθεί να καλύψει το εξ' αποφάσεως χρέος. Επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της παρούσας ως τεκμήριο Α, η εν λόγω έκθεση. Περαιτέρω, επισυνάπτεται ως τεκμήριο Β, άλλη έκθεση του Διαχειριστή, στην οποία επιβεβαιώνεται ότι εκκρεμούν πληρωμές κατά τον ουσιώδη χρόνο σε προνομιούχους πιστωτές (Φ.Π.Α, Φόρος Εισοδήματος, Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Δήμος Λατσιών). Επιπρόσθετα, υπάρχουν τόσον προγενέστερες όσον και μεταγενέστερες επιβαρύνσεις επί της περιουσίας της εναγομένης 1, οι οποίες επίσης εμφαίνονται στο τεκμήριο Β. Στην συνέχεια παρατίθεται στην ένορκη δήλωση της αίτησης, ισχυρισμός ότι κατά την αντεξέταση του Κ. Κωνσταντίνου που θα είναι περιορισμένη, θα είναι αδύνατον να δοθούν αυτές οι απαντήσεις. Είναι ως εκ τούτου δίκαιο να δοθεί άδεια για να συμπεριληφθούν οι δύο εκθέσεις σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Αναφέρεται τέλος στην ένορκη δήλωση της αίτησης ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της καταχώρησης της κυρίως αίτησης για προσωρινό διάταγμα στις 7.1.16, δεν θα μπορούσε λογικά να προβλεφθεί ότι οι καθ' ων η αίτηση θα προέβαλαν ισχυρισμούς για αξία εμπορευμάτων, ικανή να καλύψει το αιτούμενο ποσόν. Εξ' άλλου, ήταν σε γνώση των καθ' ων η αίτηση όλες οι ενέργειες του Διαχειριστή για ρευστοποίηση αποθεματικού και πληρωμή προνομιούχων πιστωτών που γίνονταν με την πλήρη και ανεπιφύλακτη αποδοχή των διευθυντών της εναγομένης
  11. Οι καθ' ων η αίτηση, υπέβαλαν ένσταση στο αίτημα καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Στην ένορκη δήλωση της ένστασης, αναφέρεται ότι δεν έχει επισυναφθεί με την αίτηση, η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Αναφέρεται επίσης ότι δεν έχει αποδειχθεί καλός λόγος για να επιτρέψει το Δικαστήριο το αίτημα, με το οποίο επιχειρείται αντικανονικά η εισαγωγή νέας μαρτυρίας. Αναφέρεται περαιτέρω στην ένορκη δήλωση της ένστασης ότι οι εκθέσεις του Διαχειριστή ήταν σε γνώση της αιτήτριας πολύ πριν την καταχώρηση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα. Επίσης χαρακτηρίζεται ως αυθαίρετος ο υπολογισμός του Διαχειριστή ότι η αξία των εμπορευμάτων που είναι διαθέσιμα προς πώληση, ανέρχεται μόνο σε €15.000,
  12. Τέλος, αναφέρεται ότι η αίτηση είναι αχρείαστη γιατί τα στοιχεία που επιχειρείται να εισαχθούν με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση, μπορούν να δοθούν κατά την αντεξέταση του Κ. Κωνσταντίνου, ενόρκως δηλούντα στην κυρίως αίτηση. Αγορεύσεις Η συνήγορος της ενάγουσας - αιτήτριας στην αγόρευση της, αναφέρθηκε στην Δ.48 Θ.4

(2)και σε σχετική νομολογία αναφορικά με την εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Ήταν η θέση της συνηγόρου ότι στην παρούσα περίπτωση, η επιδιωκόμενη ένορκη δήλωση, είναι απολύτως απαραίτητη μετά τους ισχυρισμούς που προτάθηκαν με την ένορκη δήλωση της ένστασης. Οι ισχυρισμοί αυτοί καταλήγουν στην θέση ότι η καθαρή αξία των εμπορευμάτων της εναγομένης 1 που βρίσκεται υπό διαχείριση, ξεπερνά το εξ' αποφάσεως χρέος, μετά μάλιστα και την πληρωμή των προνομιούχων πιστωτών. Η αιτήτρια στην παράγραφο 27 της αρχικής ένορκης δήλωσης, απεκάλυψε αυτό που γνώριζε μετά από πληροφόρηση από τον Διαχειριστή. Ότι η εναγομένη 1 ήταν εκτεθειμένη σε προνομιούχους πιστωτές με αποτέλεσμα μετά την ρευστοποίηση της περιουσίας της να μην καλύπτονται τα χρέη των προνομιούχων πιστωτών. Δεν ισχύει ως εκ τούτου η θέση ότι η αιτήτρια δήθεν γνώριζε και δεν απεκάλυψε την πραγματική αξία του συνόλου των εμπορευμάτων της εναγομένης 1. Επιπρόσθετα, η έκθεση του Διαχειριστή που δόθηκε στην αιτήτρια σε μεταγενέστερο χρόνο και συγκεκριμένα στις 6.4.16, επιβεβαιώνει την αρχική πληροφόρηση της αιτήτριας για μηδαμινή αξία των εμπορευμάτων. Ήταν ως εκ τούτου η θέση της συνηγόρου ότι με την έγκριση του αιτήματος θα δοθεί η ευκαιρία στην αιτήτρια να θέσει κατά την εκδίκαση της κυρίως αίτησης, τις δύο εκθέσεις του Διαχειριστή (τεκμ. Α+Β) ώστε το Δικαστήριο να έχει μια ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων της υπόθεσης. Η συνήγορος ανέφερε τέλος, ότι οι λόγοι ένστασης επί της παρούσας αιτήσεως, είναι κατάφορα ανυπόστατοι και αποσκοπούν στην παρεμπόδιση του Δικαστηρίου από του να έχει την ορθή εικόνα των γεγονότων της υπόθεσης. Η συνήγορος για τους εναγομένους 4 & 5 στην δική της αγόρευση, αναφέρθηκε αρχικά στο ιστορικό της υπόθεσης. Στην συνέχεια και με παραπομπή στην Δ.48 Θ.4
(2)και σε σχετική νομολογία, ισχυρίστηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί στην παρούσα, καλός λόγος ώστε να επιτρέψει το Δικαστήριο την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Αυτό που επιδιώκεται κατά την συνήγορο, είναι να συμπληρωθούν τα κενά της αρχικής ένορκης δήλωσης, στην οποία η αιτήτρια δεν απεκάλυψε πλήρως όλα τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης. Στην παράγραφο 27 της αρχικής ένορκης δήλωσης, γίνεται μια αόριστη αναφορά ότι η εναγομένη 1 είναι εκτεθειμένη στους προνομιούχους πιστωτές. Δεν απεκάλυψε όμως η αιτήτρια ότι η εναγομένη 1 διαθέτει περιουσία, ικανή να καλύψει το εξ' αποφάσεως χρέος. Ήταν ακόμη η θέση της συνηγόρου ότι από το υλικό που τέθηκε στο Δικαστήριο, προκύπτει ότι οι εκθέσεις του Διαχειριστή (τεκμ. Α & Β) δόθηκαν στην αιτήτρια πολύ πριν την καταχώρηση της κυρίως αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Δεν θα πρέπει ως εκ τούτου να επιτραπεί από το Δικαστήριο στην αιτήτρια να διορθώσει τις παραλείψεις που παρουσιάζονται στην αρχική ένορκη της δήλωση. Είναι εμφανές κατά την συνήγορο ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ του αιτήματος. Δεν εξηγείται με την ένορκη δήλωση της παρούσας αίτησης γιατί είναι απολύτως αναγκαίο να καταχωρηθεί η αιτούμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση και πως η έγκριση του αιτήματος θα εξυπηρετήσει την εκδίκαση της κυρίως αίτησης για προσωρινό διάταγμα. Αντιθέτως, η ασάφεια και αοριστία της ένορκης δήλωσης στην παρούσα αίτηση, δικαιολογούν την απόρριψη του αιτήματος για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η συνήγορος ισχυρίστηκε στην συνέχεια ότι τα όσα η αιτήτρια επιθυμεί να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όπως προκύπτει από την ίδια την ένορκη δήλωση της παρούσας αίτησης, προέκυψαν μετά την αρχική ένορκη δήλωση. Ως εκ τούτου δεν υπάρχει καλός λόγος για έγκριση του αιτήματος αφού το Δικαστήριο θα κληθεί να αποφασίσει επί των γεγονότων που ίσχυαν κατά την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος και όχι για γεγονότα που προέκυψαν σε μεταγενέστερο στάδιο. Τέλος, η συνήγορος ανέφερε ότι ο ομνύων για την αιτήτρια κ. Κωνσταντίνου, πρόκειται με διαταγή του Δικαστηρίου να αντεξεταστεί κατά την εκδίκαση της κυρίως αίτησης επί του περιεχομένου της παραγράφου 27 της ένορκης του δήλωσης. Θα του δοθεί με αυτό τον τρόπο, η δυνατότητα να απαντήσει επί των συγκεκριμένων σημείων στα πλαίσια της αντεξέτασης του. Ως εκ τούτου είναι η εισήγηση των καθ' ων η αίτηση ότι η παρούσα είναι καταχρηστική και υποβάλλεται εκ του περισσού με σκοπό την πρόκληση καθυστέρησης στην εκδίκαση της κυρίως αίτησης. Νομική πτυχή Η αίτηση στηρίζεται στην Δ.48 Θ.4
(2), η οποία δίνει την δυνατότητα στο Δικαστήριο να διατάξει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε ενδιάμεσες αιτήσεις και η οποία έχει ως ακολούθως: «Το Δικαστήριο, ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39». Τόσον από την ανάγνωση της πιο πάνω διάταξης όσον και από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι εμπίπτει στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κατά πόσον θα δοθεί άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε ενδιάμεσες αιτήσεις (Βλ. Ματθαίου κα
(2008)1 Α.Α.Δ 510 & A. Messios and Sons Ltd κα v. Λεωνίδα
(2010)1Α Α.Α.Δ. 195). Στα πλαίσια τέτοιου αιτήματος, ο αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο θετικά για την ύπαρξη καλού λόγου ώστε να δοθεί άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Όσον αφορά την έννοια της φράσης «καλός λόγος» που αναφέρεται στην Δ.48 Θ.4
(2), αυτή θα πρέπει να ερμηνεύεται κατά την κρίση μου με δεδομένη την σχετικότητα με τα επίδικα θέματα των ισχυρισμών που επιχειρούνται να εισαχθούν, σε συνδυασμό πάντα με το γενικότερο δικαίωμα κάθε διαδίκου να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλο το κατά την άποψη του, αναγκαίο υλικό πριν την ακρόαση της αίτησης. Σημαντικό επίσης στοιχείο στην απόδειξη καλού λόγου για έγκριση του αιτήματος, είναι να καταδειχθεί ότι τα γεγονότα που ζητείται να συμπεριληφθούν στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν ήταν σε γνώση του αιτητή όταν συνέτασσε την αρχική ένορκη δήλωση του. Θα πρέπει επιπλέον να αναφέρονται περιληπτικά τα γεγονότα που ζητείται να συμπεριληφθούν στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Όπως επιθυμητό θα ήταν, η συμπληρωματική ένορκη δήλωση για την οποία ζητείται άδεια για καταχώρηση, να επισυνάπτεται στην αίτηση ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να αποφασίσει για την σχετικότητα των συγκεκριμένων ισχυρισμών και έχοντας ενώπιον του όλα τα δεδομένα, να κρίνει κατά πόσον υπάρχει καλός λόγος για έγκριση του αιτήματος. Τέλος, τονίζεται ότι σύμφωνα με την απόφαση Ματθαίου (ανωτέρω), τέτοιου είδους αιτήσεις αν δεν υπάρχει καλός λόγος και ειδικά όταν μια υπόθεση είναι ορισμένη για ακρόαση θα πρέπει να αποφεύγονται καθότι διακόπτουν και ανατρέπουν την κανονική πορεία της υπόθεσης. Προκύπτει ως εκ τούτου ότι αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση θα πρέπει να καταχωρείται, μόνο στις περιπτώσεις που υπάρχει καλός και ουσιαστικός λόγος με την έννοια ότι είναι απολύτως αναγκαία για τους σκοπούς εκδίκασης της αίτησης. Υπό τας περιστάσεις δεν αποτελεί καλό λόγο η παραχώρηση άδειας για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, προκειμένου να απαντηθούν απλά κάποιοι ισχυρισμοί της άλλης πλευράς που δεν θα προσθέσουν τίποτε στην υπόθεση ή να προβληθούν νέοι ισχυρισμοί άσχετοι με τα επίδικα θέματα, ειδικότερα όταν αυτοί ήταν γνωστοί κατά την καταχώρηση της αρχικής ένορκης δήλωσης. Συμπεράσματα Θα πρέπει στο σημείο αυτό να διευκρινίσω ότι στα πλαίσια της παρούσας αίτησης για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, το Δικαστήριο δεν θα εξετάσει τους ισχυρισμούς που προβάλουν οι καθ' ων η αίτηση για απόκρυψη ουσιαστικών στοιχείων της υπόθεσης. Αυτό θα γίνει μόνο στην κυρίως αίτηση για οριστικοποίηση του προσωρινού διατάγματος είτε εγκριθεί είτε όχι το αίτημα στην παρούσα. Σημειώνεται περαιτέρω ότι σε περίπτωση έγκρισης της παρούσας δεν διορθώνεται τυχόν παράλειψη αποκάλυψης ουσιαστικών γεγονότων κατά την μονομερή διαδικασία, η οποία όμως θα εξεταστεί όπως προανέφερα όταν εκδικαστεί η κυρίως αίτηση. Αυτό που θα εξετάσει στην παρούσα αίτηση το Δικαστήριο, είναι μόνο το κατά πόσον έχει αποδειχθεί καλός λόγος για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, όπως ο πιο πάνω όρος έχει ερμηνευθεί από την νομολογία. Τούτου λεχθέντος, θα προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσον δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για έγκριση του αιτήματος. Στην παρούσα περίπτωση, η αιτήτρια δεν επεσύναψε με την αίτηση αντίγραφο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που προτίθεται να καταχωρήσει. Γίνεται όμως επαρκής αναφορά στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση, στους ισχυρισμούς που επιθυμεί να συμπεριλάβει στην εν λόγω συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Στην ουσία, η αιτήτρια επιχειρεί να καταχωρήσει τις δύο εκθέσεις του Διαχειριστή (τεκμ. Α+Β), προς υποστήριξη του ισχυρισμού της όπως προκύπτει από την παράγραφο 27 της αρχικής ένορκης δήλωσης ότι η περιουσία της εναγομένης 1 δεν επαρκεί για να καλύψει το χρέος της προς την ενάγουσα. Με δεδομένα τα πιο πάνω και μετά από προσεκτική μελέτη του συνόλου του υπολοίπου υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί καλός λόγος ώστε να επιτρέψω την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Υπενθυμίζω ότι ο βασικός ισχυρισμός της ενάγουσας επί της οποίας στηρίζει την κυρίως αίτηση της, είναι η κακή οικονομική κατάσταση της εναγομένης 1, η περιουσία της οποίας δεν επαρκεί αν ρευστοποιηθεί για να καλύψει το εξ' αποφάσεως χρέος. Οι καθ' ων η αίτηση διαφωνούν με την πιο πάνω θέση, προβάλλοντας διαφορετικούς ισχυρισμούς ως προς την αξία των εμπορευμάτων της εναγομένης
  1. Υπό τας περιστάσεις, η μαρτυρία που επιχειρείται να εισαχθεί, είναι σχετική με το βασικό επίδικο γεγονός της κυρίως αίτησης για προσωρινό διάταγμα που δεν είναι άλλο από την οικονομική κατάσταση της εναγομένης
  2. Ο Διαχειριστής, είναι το πλέον αρμόδιο πρόσωπο που γνωρίζει την οικονομική κατάσταση της εταιρείας και δεν βλέπω τον λόγο γιατί να μην επιτραπεί η καταχώρηση των δύο εκθέσεων του που σχετίζονται με αυτό το θέμα. Οι καθ' ων η αίτηση ισχυρίστηκαν ότι είναι αυθαίρετος ο υπολογισμός του Διαχειριστή ότι η αξία των εμπορευμάτων που είναι διαθέσιμα προς πώληση, ανέρχεται μόνο σε €15.000,
  3. Ο ισχυρισμός αυτός όμως δεν μπορεί να εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας αίτησης για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Ούτε είναι σωστή η θέση ότι τα ζητήματα αυτά, μπορούν να τεθούν κατά την αντεξέταση του ομνύοντος, στην αρχική ένορκη δήλωση. Είναι σαφές ότι αν απορριφθεί το αίτημα, κατά την εν λόγω αντεξέταση δεν θα υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου το μαρτυρικό υλικό των δύο εκθέσεων (τεκμ. Α + Β) ώστε ο ομνύων να δώσει την θέση του επί αυτών. Πέραν των πιο πάνω, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της παρούσας αίτησης, οι εν λόγω εκθέσεις ήρθαν στην κατοχή της αιτήτριας μετά την καταχώρηση της αρχικής ένορκης δήλωσης. Δεν υπήρξε αίτημα αντεξέτασης επί του προκειμένου ώστε να αμφισβητηθεί ο πιο πάνω ισχυρισμός. Ούτε προκύπτει από το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό όπως ισχυρίστηκαν οι καθ' ων η αίτηση ότι οι εκθέσεις δόθηκαν νωρίτερα στην συνήγορο της αιτήτριας. Η αναφορά σε κάποια ηλεκτρονική αλληλογραφία δεν αποδεικνύει από μόνη της, τον ισχυρισμό αυτό. Αντιθέτως, η συνοδευτική επιστολή του Διαχειριστή προς την αιτήτρια με τις οποία αποστέλλονται οι δύο εκθέσεις, φέρει όντως ημερομηνία την 6.4.16 όπως ισχυρίζεται η αιτήτρια. Επιπλέον από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, κρίνω ότι με την παρούσα δεν επιδιώκεται η τροποποίηση της αρχικής ένορκης δήλωσης ή αλλοίωση γεγονότων που θεμελιώνουν την κυρίως αίτηση αλλά επιζητείται συμπλήρωση του ισχυρισμού ότι η περιουσία της εναγομένης 1 δεν επαρκεί για πληρωμή του χρέους προς την ενάγουσα. Θεωρώ περαιτέρω ότι είναι ορθό και δίκαιο, το Δικαστήριο να έχει υπόψη του όλα τα γεγονότα που στοιχειοθετούν την υπόθεση, προκειμένου να αποφασίσει τα επίδικα θέματα της κυρίως αίτησης για συντηρητικό διάταγμα. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η αιτήτρια έχει αποδείξει καλό λόγο ώστε να της επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Ως εκ τούτου, η αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα για καταχώρηση εντός 21 ημερών από σήμερα, συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εκ μέρους της αιτήτριας, στην οποία να γίνεται αναφορά και να επισυνάπτονται οι δύο εκθέσεις του Διαχειριστή που αναφέρονται ως τεκμήρια Α + Β στην ένορκη δήλωση στην παρούσα αίτηση. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης να τα επιβαρυνθούν οι καθ' ων η αίτηση - εναγόμενοι 4 & 5 ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.