← Κύπρος

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ελευθέριος Χατζηνικόλα κ.α., Αρ. Αγωγής: 8914/2005, 29/7/2016

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ελευθέριος Χατζηνικόλα κ.α., Αρ. Αγωγής: 8914/2005, 29/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A456 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Θεοκλήτου, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8914/2005 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων και

  1. Ελευθέριος Χατζηνικόλα
  2. Βάσω Χατζηνικόλα Εναγομένων -------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 29 Ιουλίου, 2016 Για αιτητές - εναγόμενους: κος Μιχάλης Σπαστρής για Π. Αγγελίδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για καθ' ων η αίτηση - ενάγοντες: κος Σωκράτης Κόκκινος για Χρυσαφίνη και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτηση ημερ. 22.9.2015 για περιορισμό του ποσού που δύναται ν' ανακτηθεί εκ του εξ αποφάσεως χρέους) Εισαγωγή Στις 27.3.2006 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1 και 2, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, για το ποσό των Λ.Κ.3.145,20 πλέον τόκο 13% το χρόνο επί ποσού Λ.Κ.3.052,60 από 22.9.2005 μέχρι εξοφλήσεως, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων 2 φορές το χρόνο στις 30.6 και 31.12, πλέον δικηγορικά έξοδα. Στις 22.9.2015 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση, με την οποία οι εναγόμενοι - αιτητές ζητούν: «Α. Διάταγμα και/ή διακήρυξη του Δικαστηρίου ότι το ποσό το οποίο δύναται να ανακτηθεί εκ του εξ αποφάσεως χρέους στην παρούσα αγωγή δε θα υπερβεί το αρχικό ποσό της απόφασης ημερ. 27/03/2006 ήτοι 3.145,20ΛΚ εν σχέσει προς την οποία ο συμβατικός και ο νόμιμος τόκος αποτελεί μέρος του ως άνω ποσού και το συνολικό ποσό εξ αποφάσεως οφειλής των Εναγομένων δε θα υπερβαίνει τις 3.145,20ΛΚ. Β. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε υποδείξει το Σεβαστό Δικαστήριο. Γ. Τα έξοδα της αγωγής.» Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.40 Θ.11, Δ.48 Θ. 1-4, στον περί Τόκου Νόμο του 1977, άρθρα 3 και 6

(1), και στον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν. 14/60, άρθρο 33
(1)και
(3). Τα γεγονότα επί των οποίων η αίτηση βασίζεται, φαίνονται στην ένορκη δήλωση της κας Βάσως Χατζηνικόλα, η οποία είναι η εναγομένη και εξ αποφάσεως οφειλέτιδα 2, και σύζυγος του εναγόμενου και εξ αποφάσεως οφειλέτη 1, και δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκο δήλωση και εκ μέρους του. Η κα Χατζηνικόλα αναφέρεται κατ' αρχάς στο περιεχόμενο της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε στις 27.3.2006, την οποία επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη της δήλωση. Αναφέρει επίσης ότι η αγωγή αφορούσε σε συμφωνία ημερομηνίας 3.3.1993 (αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει ως Τεκμήριο 2), μεταξύ της ιδίας και του συζύγου της και των εναγόντων, για όριο σε κοινό τρεχούμενο λογαριασμό με ανώτατο όριο ανάληψης τις Λ.Κ.
  1. Αιτείται, ως αναφέρει, το διάταγμα που ζητείται με την παράγραφο Α της αίτησης, καθότι η τελευταία σύμβαση που υπέγραψαν με τους ενάγοντες στις 3.2.1997 (αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει ως Τεκμήριο 3), προέβλεπε την αύξηση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού από Λ.Κ.500 σε Λ.Κ.1.000, και υπόκειτο στις πρόνοιες του περί Τόκου Νόμου Ν.2/77, και δεν επέτρεπε τη χρέωση τόκου πέραν του αρχικού κεφαλαίου. Αναφέρει επίσης ότι ο επίδικος λογαριασμός τερματίστηκε στις 14.9.2004 δυνάμει επιστολής των εναγόντων ημερομηνίας 24.8.2004, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει ως Τεκμήριο
  2. Είναι η θέση της ότι το ποσό των Λ.Κ.3.145,20 είναι το ανώτατο ποσό το οποίο δύναται να παραχωρηθεί προς τους ενάγοντες και εξ αποφάσεως πιστωτές δυνάμει της νομοθεσίας η οποία ίσχυε και διέπει τη συμφωνία μεταξύ τους. Αναφέρει ότι δεν ήταν εις γνώση τους η πρόνοια του ως άνω Νόμου έως σήμερα και περιήλθε εις γνώση τους κατόπιν επίσκεψης στα γραφεία του δικηγόρου τους, κ. Παύλου Αγγελίδη. Παρά την καθυστέρηση, η οποία οφείλεται στην άγνοια του Νόμου, θεωρεί ότι είναι νόμιμο να τηρηθούν οι διατάξεις των Νόμων που διείπαν την επίδικη συμφωνία. Ως περαιτέρω αναφέρει, η έγκριση του αιτήματος δεν θα επηρεάσει καθ' οιονδήποτε τρόπο τα συμφέροντα των εναγόντων καθότι είναι κατά γράμμα ως και κατά νόμο τα συμβατικά δικαιώματα τα οποία κατείχαν οι ενάγοντες - εξ αποφάσεως πιστωτές δυνάμει της επίδικης συμφωνίας, και άλλη διαταγή θα αποτελεί αδικαιολόγητο πλουτισμό των εναγόντων εις βάρος των αιτητών, προσθέτει δε ότι δυνατό εξαρχής να μην προχωρούσαν σε τέτοια σύμβαση αν ήταν εις γνώση τους ότι θα μπορούσε η ελάχιστη παραχώρηση να υπερβεί κάθε μέτρο. Θεωρεί ότι είναι προς όφελος της δικαιοσύνης ως και η πρόθεση του νομοθέτη να τηρηθεί η σχετική πρόνοια δυνάμει της οποίας συμβλήθηκαν με τους ενάγοντες. Η κα Χατζηνικόλα ζητεί την έγκριση της αίτησης. Στις 30.3.2016 οι ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση των αιτητών, προβάλλοντας τους εξής λόγους ένστασης: «(α) Οι καθ' ων η αίτηση ενεργούν καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο νόμιμα και ορθά και με βάση την εκ συμφώνου απόφαση στην παρούσα αγωγή η οποία εκδόθηκε την 27.3.2006, παρουσία των δικηγόρων και των δύο πλευρών. (β) Η παρούσα αίτηση δεν αποτελεί ενδεδειγμένη διαδικασία βάσει των Κανονισμών, των Νόμων και της Νομολογίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. (γ) Η παρούσα αίτηση δεν στηρίζεται στην ορθή νομική βάση και/ή εκλείπει η νομική βάση της αίτησης. (δ) Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας, είναι ανεπίτρεπτη και αντίθετη των διαδικαστικών κανονισμών καθότι το επίδικο θέμα αποτελεί δεδικασμένο, και εν πάση περιπτώσει κωλύεται η αιτητής να ζητά από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει απόφαση άλλου Δικαστηρίου η οποία εξεδόθη εκ συμφώνου. (ε) Οι καθ' ων η αίτηση λέγουν ότι η παρούσα αίτηση αποτελεί προσπάθεια αποστέρησης των καθ' ων η αίτηση από το να εκτελέσουν την εκ συμφώνου απόφαση που εκδόθηκε υπέρ τους και να εισπράξουν το λαβείν τους. (στ) Η παρούσα αίτηση αποτελεί προϊόν δεύτερης σκέψης και εν πάση περιπτώσει καταχωρείται με υπέρμετρη καθυστέρηση καθότι έχουν περάσει 10 χρόνια από την έκδοση της εκ συμφώνου απόφασης. (ζ) Ο αιτητής δεν παρουσιάζει σοβαρούς και/ή επαρκείς λόγους και/ή εύλογη αιτία που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. (η) Τα αιτούμενα διατάγματα, εάν εκδοθούν θα έπλητταν την απονομή της δικαιοσύνης, την αρχή της τελεσιδικίας και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθούν υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης και έχουν ως μοναδικό σκοπό την πρόκληση περαιτέρω εξόδων. (θ) Η παρούσα αίτηση αφορά ένα νομικό σημείο και/ή ζητείται με την παρούσα αίτηση η γνωμοδότηση του Δικαστηρίου, για κάτι το οποίο δεν έχει συμφωνηθεί από τις δύο πλευρές να εκδικαστεί σε αυτό το στάδιο και εν πάση περιπτώσει δεν δύναται να αποφασιστεί αυτό το θέμα στο παρόν στάδιο με αυτήν την διαδικασία. Εξάλλου το όλο θέμα έχει αποφασιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο.» Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ. 1, 2, 3, 4, 8, 9, 13, Δ.40, Δ.29, στο άρθρο 33 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, στον περί Τόκου Νόμο, Ν. 2/77και στο Ν.160(Ι)/99, στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 27.3.2006, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, στους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης και στη νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Τα γεγονότα επί των οποίων η ένσταση βασίζεται φαίνονται στην ένορκη δήλωση της κας Αγνής Λιβέρα, η οποία είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση, και αναφέρει ότι έχει προσωπική γνώση για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και στην κατοχή της το φάκελο της υπόθεσης που διατηρείται στο δικηγορικό γραφείο, εξηγεί δε ότι επειδή το επίδικο θέμα αφορά νομικό ζήτημα, έχει εξουσιοδοτηθεί από τους ενάγοντες να προβεί στη σχετική ένορκη δήλωση. Η κα Λιβέρα εγείρει, κατ' αρχάς, τις τρεις ακόλουθες προδικαστικές ενστάσεις. Είναι η θέση της ότι: (α) από τη στιγμή που έχει ήδη εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, η πληρωμή τόκου επί του οφειλόμενου ποσού ρυθμίζεται από το άρθρο 33 του περί Δικαστηρίων Νόμου, και δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση ο περί Τόκου Νόμος όπου στο άρθρο 6 αυτού καθορίζεται ποιο θα είναι το ποσό που μπορεί να ανακτηθεί με αγωγή ως καθυστερημένος τόκος πάνω σε οποιοδήποτε χρέος, αφού ούτε αγωγή υπάρχει σε αυτήν την περίπτωση, ούτε και καθυστερημένος τόκος∙ το χρέος έχει αποκρυσταλλωθεί και υπάρχει ρητή πρόνοια στην εκ συμφώνου απόφαση ως προς τη χρέωση αυτού, (β) εν πάση περιπτώσει, ο λογαριασμός που αφορούσε η παρούσα αγωγή, και διατηρούσαν οι εναγόμενοι με τους ενάγοντες ήταν τρεχούμενος, και σε τρεχούμενους λογαριασμούς δεν μπορεί να εφαρμοστεί η πρόνοια του άρθρου 6 του περί Τόκου Νόμου, σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, και (γ) εκτός των πιο πάνω, οι αιτητές δεν έχουν αποπληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος μέχρι σήμερα, και είναι ανεπίτρεπτη η καταχώρηση της παρούσας αίτησης και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας, να ζητείται από τους αιτητές η ερμηνεία μίας εκ συμφώνου απόφασης, και ο υπολογισμός της εξ αποφάσεως οφειλής από ένα Δικαστήριο μετά από 10 χρόνια που καθορίστηκε η οφειλή των εναγομένων. Πέραν των πιο πάνω προδικαστικών ενστάσεων, η κα Λιβέρα λέγει ότι πιστεύει ότι ο τρόπος υπολογισμού του τόκου, σε μία εκ συμφώνου απόφαση υπολογίζεται ως αυτός έχει συμφωνηθεί στην εν λόγω απόφαση, και η πληρωμή τόκου επί οφειλόμενου ποσού ρυθμίζεται από το άρθρο 33 του περί Δικαστηρίων Νόμου, και όχι με βάση οποιονδήποτε άλλο νόμο που προνοεί για υπολογισμούς τόκων και χρέωση επιτοκίων. Λέγει επίσης ότι η ένορκη δήλωση της κας Χατζηνικόλα είναι ελλιπής και δεν περιέχει αποδεικτικά στοιχεία ότι οι ενάγοντες έχουν χρεώσει περισσότερο τόκο από αυτόν που δικαιούνται δυνάμει της εκ συμφώνου δικαστικής απόφασης. Είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι η υπό κρίση αίτηση αποτελεί προσπάθεια των αιτητών, να αποστερήσουν και να καθυστερήσουν τους καθ' ων η αίτηση από το να εκτελέσουν την εκ συμφώνου απόφαση που εκδόθηκε υπέρ τους και να διεκδικήσουν την είσπραξη του λαβείν τους και ότι οι αιτητές δεν παρουσιάζουν σοβαρούς και επαρκείς λόγους και εύλογη αιτία που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η κα Λιβέρα αναφέρει επίσης ότι τυχόν έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων θα έπληττε την απονομή της δικαιοσύνης, την αρχή της τελεσιδικίας και δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθούν υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, ενώ έχουν ως μοναδικό σκοπό την πρόκληση περαιτέρω εξόδων. Τέλος, είναι η θέση της κας Λιβέρα ότι η παρούσα αίτηση αφορά ένα νομικό σημείο και ζητείται με αυτήν η γνωμοδότηση του Δικαστηρίου, για κάτι το οποίο δεν έχει συμφωνηθεί από τις δύο πλευρές να εκδικαστεί σε αυτό το στάδιο και εν πάση περιπτώσει δεν δύναται να αποφασιστεί αυτό το θέμα στο παρόν στάδιο με αυτήν τη διαδικασία, σύμφωνα με τη Διαταγή
  3. Ενόψει όλων των ανωτέρω, αιτείται την απόρριψη της αίτησης των αιτητών, με έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση. Η ακροαματική διαδικασία Κατά την ακροαματική διαδικασία, ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε και οι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν σε γραπτές και προφορικές αγορεύσεις προς υποστήριξη των θέσεων τους. Όλα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο μερών ανέφεραν λαμβάνονται υπόψη και αναφορά στις θέσεις που προβλήθηκαν θα γίνει στα πλαίσια αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, κατωτέρω, και στο βαθμό που χρειάζεται. Νομική πτυχή Όπως προαναφέρθηκε, η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στη Δ.40 Θ.11 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η Δ.40 Θ.11 προβλέπει τα εξής: «Any party against whom judgment has been given on an order made may apply to the Court or a Judge for a stay of execution or other relief against such judgment upon the ground of facts which have arisen too late to be pleaded; and the Court or Judge may give such relief and upon such terms as may be just. Νοείται ότι το Δικαστήριο ή Δικαστής πριν τη χορήγηση αναστολής εκτέλεσης μεριμνά για την καταβολή των εξόδων που έχουν προκύψει ή αναμένεται να προκύψουν σε σχέση με την κατάσχεση.» Η αίτηση βασίζεται επίσης στα άρθρα 3 και 6
(1)του περί Τόκου Νόμου του 1977, τα οποία προβλέπουν τα ακόλουθα: «3. Το επιτόκιον εφ' οιουδήποτε χρέους ή υποχρεώσεως δεν δύναται να υπερβαίνη το 9% ετησίως. 6.—
(1)Το ποσόν το οποίον δύναται να ανακτηθή δι' αγωγής ως καθυστερούµενος τόκος εφ' οιουδήποτε χρέους ή υποχρεώσεως δεν θα υπερβαίνη το ποσόν του αρχικού χρέους ή υποχρεώσεως εν σχέσει προς την οποίαν ο τοιούτος τόκος είναι πληρωτέος.» Η αίτηση βασίζεται, τέλος, στο άρθρο 33, εδάφια
(1)και
(3)του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, το οποίο προβλέπει τα εξής: «33.-
(1)Καθ' oιαvδήπoτε εvώπιov oιoυδήπoτε δικαστηρίoυ διαδικασίαv, διά τηv είσπραξιv oιoυδήπoτε χρέoυς διά τo oπoίov τόκoς είvαι πληρωτέoς είτε δυvάμει συμφωvίας ή άλλως ως διά vόμoυ πρoβλέπεται, τo δικαστήριov θα επιδικάζη τόκov συμφώvως πρoς τo συμφωvηθέv ή άλλως διά vόμoυ πρoβλεπόμεvov επιτόκιov, διά τηv περίoδov τηv αρχoμέvηv από της ημέρας καθ' ηv τoιoύτoς τόκoς κατέστη απαιτητός μέχρι τελικής απoπληρωμής: Νoείται ότι τo τoιoύτov επιτόκιov δεv θα υπερβαίvη τo αvώτατov όριov τoυ εκάστoτε υπό τoυ vόμoυ επιτρεπoμέvoυ επιτoκίoυ.
(3)Ουδέv τωv εv τω παρόvτι άρθρω περιλαμβαvoμέvωv θα παρέχη εξoυσίαv πρoς παρoχήv τόκoυ επί τόκoυ.» Αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων Όπως προαναφέρθηκε, στην παρούσα υπόθεση εκδόθηκε, στις 27.3.2006, εκ συμφώνου απόφαση, αμφοτέρων πλευρών εκπροσωπουμένων από δικηγόρους. Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας είναι σαφές, το Δικαστήριο: «Εκ συμφώνου διατάττει και επιδικάζει όπως οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 πληρώσουν αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα στους ενάγοντες το ποσό των Λ.Κ.3.145,20σ. πλέον τόκο 13% το χρόνο επί ποσού Λ.Κ.3.052,60σ. από 22.9.2005 μέχρι εξοφλήσεως, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων 2 φορές το χρόνο στις 30/6 και 31/12.» Με την υπό κρίση αίτηση οι αιτητές - εξ αποφάσεως οφειλέτες ζητούν διάταγμα ότι το ποσό που δύναται να ανακτηθεί εκ του εξ αποφάσεως χρέους δεν θα υπερβεί το ποσό των Λ.Κ.3.145,20, αφού ο συμβατικός και ο νόμιμος τόκος αποτελεί μέρος του εν λόγω ποσού, με παραπομπή στις πρόνοιες του περί Τόκου Νόμου, Ν.2/77. Βασίζουν την υπό κρίση αίτηση στη Δ.40 Θ.11, το κείμενο της οποίας παρατέθηκε ανωτέρω. Προβάλλει, κατά την κρίση μου, ανυπέρβλητο κώλυμα στην έγκριση της παρούσας αιτήσεως η έλλειψη νομικού υποβάθρου, κάτι που οι καθ' ων η αίτηση εγείρουν με τον τρίτο λόγο ένστασης. Για να αποδοθούν οι θεραπείες που προβλέπονται στη Δ.40 Θ.11 πρέπει να υπάρχουν γεγονότα που προέκυψαν πολύ καθυστερημένα για να αναφερθούν στο Δικαστήριο. Οι αιτητές δεν αναφέρονται σε κανένα τέτοιο γεγονός. Το μόνο που αναφέρει η ομνύσασα για τους αιτητές είναι ότι δεν ήταν εις γνώση της οι πρόνοιες του περί Τόκου Νόμου, πλην, όμως, η άγνοια του νόμου δεν μπορεί να αναχθεί σε εμφάνιση υστερογενούς της δικαστικής απόφασης στοιχείου, που θα επέτρεπε την αναστολή της εκτέλεσης της ή και τη θεραπεία που οι αιτητές αιτούνται. Στην υπόθεση Stavrou and another v. Christopoulos
(1985)1 C.L.R. 449, επιδιώχθηκε, στη βάση της Δ.40 Θ.11, η αναστολή εκτέλεσης διατάγματος έξωσης που εκδόθηκε εκ συμφώνου, το οποίο δεν εφεσιβλήθηκε και κατέστη τελεσίδικο. Το Δικαστήριο είπε τα εξής: «We cannot visualize any circumstances under which a Court of Law may interfere, in the indirect way sought in these proceedings, with the finality of a judgment of a Court of competent jurisdiction. Ο.40, r. 11 is specifically intended to confer jurisdiction to stay a judgment or order pending the determination of an appeal in the proceedings. It is, therefore, irrelevant to the present proceedings.» (έμφαση δική μου) Ως λοιπόν αποφασίστηκε, η πιο πάνω δικονομική διάταξη δεν παρέχει ευχέρεια αναστολής διαδικασίας άλλης από εκείνη η οποία αποτελεί το αντικείμενο έφεσης (βλ. και Ιωσηφάκης ν. Αριστοδήμου
(1990)1 Α.Α.Δ. 284 και Αναφορικά με την αίτηση της Παρασκευούς Αντωνίου (Αρ. 1)
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1868). Ο κος Σπαστρής, στα πλαίσια της προφορικής του αγόρευσης προς υποστήριξη της θέσης του περί ύπαρξης ικανής νομικής βάσης για την παρούσα αίτηση, εισηγήθηκε ότι θα μπορούσε να αποδοθεί η αιτούμενη θεραπεία στη βάση του κανόνα της επιείκειας «audita querela», ο οποίος έπαυσε να χρησιμοποιείται λόγω της χρήσης των παλαιών αγγλικών διαταγών O.42 rr. 19 και 27, που παρέχουν την ευχέρεια για αναστολή εκτέλεσης. Η παλαιά αγγλική διαταγή O.42 r.27[1] αντιστοιχεί στη δική μας Δ.40 Θ.11. Στο νομικό λεξικό Osborn's Concise Law Dictionary, 8η έκδοση, 1993, η συγκεκριμένη αξίωση περιγράφεται ως ακολούθως: «audita querela. [Complaint having been heard.] A writ given in order to afford a remedy to the defendant in an action where matter of defence (such as a release) had arisen since the judgment, and on which the defendant applied to the court. It is now replaced by an application for stay of execution.» Αφήνοντας κατά μέρος το ότι η αίτηση δεν βασίζεται στο δίκαιο της επιείκειας, αλλά σε συγκεκριμένη δικονομική διάταξη η οποία έτυχε ερμηνείας από το Ανώτατο Δικαστήριο ως ανωτέρω, επισημαίνω ότι ο εν λόγω κανόνας, ενόσω ίσχυε, δημιούργησε μία περιορισμένη και εξαιρετική θεραπεία, βασιζόμενη στο δίκαιο της επιείκειας, για να εμποδίσει την ασυνείδητη εκτέλεση μιας απόφασης, υπό το φως γεγονότων που επισυνέβησαν μετά την έκδοση της απόφασης ή εκεί όπου μετά την έκδοση της απόφασης δημιουργήθηκε μια νέα υπεράσπιση. Ο εν λόγω κανόνας, όμως, ουδόλως επέτρεπε τη μη εκτέλεση απόφασης ένεκα του ότι μια νομική υπεράσπιση που υπήρχε κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης, δεν προβλήθηκε για οποιοδήποτε λόγο από τον εναγόμενο. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Staffordshire Banking Company Limited v. Emmott (1866-67) L.R. 2 Ex 208, στη σελ. 214, αποφασίστηκε ο κανόνας δεν ισχύει και δεν μπορεί να παράσχει θεραπεία εκεί όπου το θέμα επί του οποίου ο παραπονούμενος βασίζεται, θα μπορούσε να είχε εγερθεί ως υπεράσπιση στην αγωγή: «The well known doctrine touching an audita querela, or the rule of practice under which relief may be obtained upon motion where the writ would lie, treated of in Wms. Saunders, vol. ii. p. 148, in the note to Turner v. Davies, has really no application whatever to this question. The writ will not lie, and relief upon motion will not be granted to prevent execution, where the matter relied on might have been pleaded as a defence to the action; .» (έμφαση δική μου) Παρομοίως, στο Digest of the Laws of England του J. Comyns, 4η έκδοση, 1793, στη σελ. 649 αναφέρονται οι περιπτώσεις όπου ο κανόνας δεν εφαρμόζεται, και διαβάζουμε, μεταξύ άλλων, τα εξής: «But where the party had time to take advantage of the matter, which discharges him, and neglects it, he cannot afterwards be helped by an audita querela.» Και στο σύγγραμμα του M. Bacon, New Abridgment of the Law, 5η, έκδοση, 1798, στη σελ. 307 διαβάζουμε τα εξής: «An audita querela is a writ to be delivered against an unjust judgment or execution, by setting them aside for some injustice of the party that obtained them, which could not be pleaded in bar to the action, for if it could be pleaded it was the party's own fault, and, therefore, he shall not be relieved, that proceedings may not be endless.» (έμφαση δική μου) Στην παρούσα υπόθεση, η υπεράσπιση που οι εξ αποφάσεως οφειλέτες θεωρούν ότι έχουν, σαφώς υπήρχε κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης, και υπό τις περιστάσεις αυτές, η θεραπεία audita querela δεν θα μπορούσε να αποδοθεί, απαλλάσσοντας τους από την εκτέλεση της εναντίον τους εκδοθείσας απόφασης. Παρενθετικά σημειώνω ότι στην Αγγλία το writ audita querela καταργήθηκε με το Order 42 r.22 των Rules of the Supreme Court του 1875, ενώ δεν έχω εντοπίσει στην Κυπριακή νομολογία απόφαση που να εκδόθηκε στη βάση της αρχής αυτής. Στη βάση των ανωτέρω, κρίνω ότι οι πρόνοιες της Δ.40 Θ.11 δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση. Η αναφορά στα άρθρα και στους θεσμούς που στοιχειοθετούν το νομικό υπόβαθρο ενδιάμεσης αίτησης αποτελεί όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού πλαισίου αυτής (Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λ. Ιορδάνους Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 743, 746-747). Όπως το θέμα ετέθη στην υπόθεση Φλουρέντζου κ.ά. v. Coohgrove Betting Ltd
(2007)1 A.A.Δ. 393, 397: «Σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 965, Σάββα ν. Κυπριακές Αερογραμμές
(1992)1 Α.Α.Δ. 1146 και Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λ. Ιορδάνους Λτδ.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 743) μια ενδιάμεση αίτηση πρέπει απαραιτήτως να προσδιορίζει τις δικονομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζεται. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει η αίτηση να στηρίζεται στην ορθή δικονομική και/ή νομική διάταξη. Αν η διάταξη στην οποία στηρίζεται είναι εντελώς άσχετη, τότε η νομική της βάση είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη. Στην παρούσα περίπτωση η αίτηση δεν έχει στηριχθεί στην ορθή δικονομική διάταξη και επομένως αυτός είναι αρκετός λόγος για απόρριψή της.» (έμφαση δική μου) Και πιο πρόσφατα, στην Πολ. Έφ, 75/11, Egiazaryan κ.α. ν. Denoro Investments Ltd κ.α., ημερ. 19.2.2013, αποφασίστηκαν τα ακόλουθα: «.η νομολογία είναι αποκαλυπτική στο ότι οποιαδήποτε αίτηση θα πρέπει να αναφέρει το νόμο και τους κανονισμούς στους οποίους βασίζεται ως απαραίτητο στοιχείο εγκυρότητας του δικονομικού μέτρου. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Κούππα ν. Βασιλειάδη
(1981)1 J.S.C. 120, Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδης
(1990)1 Α.Α.Δ. 965 και Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λοΐζος Ιορδάνους Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 743, στην οποία μάλιστα λέχθηκε ότι η παράλειψη αναφοράς στους ορθούς κανονισμούς και, βέβαια, το νόμο δεν χωρεί διόρθωσης στη βάση των προνοιών της Δ.64.» Υπό το φως των ανωτέρω, είναι η κρίση μου ότι η παρούσα αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη, εφόσον στερείται έγκυρης νομικής βάσης και είναι νομικά ανυπόστατη. Πέραν των ανωτέρω, κρίνω ότι τυχόν υιοθέτηση των θέσεων των αιτητών περί εσφαλμένης, στην ουσία, επιδίκασης τόκου επί του ποσού της απόφασης, θα ισοδυναμούσε με προσπάθεια διαφοροποίησης πρωτόδικης δικαστικής απόφασης, από ομόβαθμο Δικαστήριο, πράγμα ανεπίτρεπτο (Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Κρίνου Ζ. Μακρίδη κ.α.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1218). Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου, η οποία ασφαλώς σφραγίζει την τύχη της παρούσας αίτησης, παρατηρώ ότι αν και πράγματι όταν υπεγράφησαν οι συμφωνίες μεταξύ των μερών ίσχυε ο περί Τόκου Νόμος, Ν. 2/77, ο εν λόγω Νόμος καταργήθηκε από τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999, Ν. 160(Ι)/99, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1.1.2001, και ο οποίος ήταν συνεπώς σε ισχύ την ημέρα τερματισμού του λογαριασμού των αιτητών, δηλαδή, στις 14.9.2004, και, επισημαίνω σχετικώς, ότι σε όλες τις υποθέσεις στις οποίες οι αιτητές παρέπεμψαν, την ημέρα τερματισμού της συμφωνίας σε ισχύ ήταν είτε το Κεφ. 150 είτε ο Νόμος 2/77 και όχι ο Νόμος 160(Ι)/99. Με τη θέση σε ισχύ του Νόμου 160(Ι)/99, ο Νόμος 2/77 (περιλαμβανομένων των άρθρων 3 και 6
(1)αυτού) καταργήθηκε και στα υφιστάμενα δάνεια ή τραπεζικές διευκολύνσεις ήταν δυνατό να εφαρμοστεί ο νέος νόμος και να καθοριστεί νέο επιτόκιο νοουμένου ότι η πιστώτρια τράπεζα θα ενημέρωνε τον οφειλέτη είτε με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο είτε με γραπτή ειδοποίηση για την αλλαγή (Πολ. Έφ. 173/2011, Κόμπου ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ημερ. 27.4.2016, Πολ. Εφ. 335/09, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Οικονόμου, ημερ. 17.10.2014, Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 818). Κατάληξη Υπό το φως των ανωτέρω, είναι η κατάληξη μου ότι η αίτηση των αιτητών στερείται έγκυρης νομικής βάσης και ως τέτοια υπόκειται σε απόρριψη. Συνεπώς η αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βρίσκω λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εναντίον των αιτητών και υπέρ των καθ' ων η αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Μ. Θεοκλήτου, Προσ. Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] «No proceeding by audita querela shall hereafter be used; but any party against whom judgment has been given may apply to the Court or a Judge for a stay of execution or other relief against such judgment, upon the ground of facts which have arisen too late to be pleaded; and the Court or Judge may give such relief and upon such terms as may be just.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.