← Κύπρος

Χαρίλαος Κυμίσης ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, Αρ. Αγωγής: 6560/2015, 8/7/2016

Χαρίλαος Κυμίσης ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, Αρ. Αγωγής: 6560/2015, 8/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A430 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου , Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6560/2015 Μεταξύ: Χαρίλαος Κυμίσης Ενάγοντας και Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Εναγόμενος ------------------------------- ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 21.3.2016 ΓΙΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΚΛΗΤΗΡΙΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΔΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΘΗΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΟΥ Ημερομηνία: 8 Ιουλίου 2016 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες - αιτητές : Στ. Αντρέου για Ξένιος Λ. Ξενόπουλος ΔΕΠΕ Για την εναγόμενη: Δ. Κωνσταντίνου για Γεωργιάδης και Πελίδης ΔΕΠΕ Για την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ: Κλ. Κραμβή για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό καταχωρήθηκε στις 23.12.15 σε κλητήριο γενικά οπισθογραφημένο. Οι αξιώσεις του ενάγοντα είναι για διατάγματα που να ακυρώνουν τις αιτήσεις αγοράς αξιόγραφων κεφαλαίου και τις σχετικές συμφωνίες και έγγραφα υπογράφηκαν από τον ενάγοντα κατά/ή περί τις 15.5.2009 για απόκτηση 180 Αξιόγραφων Κεφαλαίου ονομαστικής αξίας €1.000 έκαστο συνολικής αξίας €180.000 της εναγομένης, διατάγματα για επιστροφή των ποσών που ο ενάγοντας κατέβαλε για την αγορά των αξιόγραφων, γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις όπως και παραδειγματικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Η αγωγή επιδόθηκε στην εναγομένη η οποία καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης με δικηγόρο. Η Έκθεση Απαίτησης δεν είχε καταχωρηθεί μέχρι και τις 21.3.16 όπου ο ενάγοντας καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου για τροποποίηση του κλητήριου εντάλματος δια του οποίου να προστίθεται ως διάδικος η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ως εναγομένη 2. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 Θ.4 έως Θ.11, Δ.20 Θ.1Α, Δ.64 Θ.1

(1)και Θ.1
(3), Δ.48 Θ.1 έως Θ.12, στον Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013 Ν.17 (Ι)/2013, ΣΤΗΝ Κ.Δ.Π. 279/2013 - Περί της Έκδοσης Μετοχικού Κεφαλαίου της Τράπεζας Κύπρου προς Αποζημίωση της Λαϊκής Τράπεζας Διάταγμα του 2013 καθώς και στις Συμφυείς Εξουσίες και Πρακτική του Δικαστηρίου. Την αίτηση συνοδεύει η ένορκος δήλωση της δικηγόρου Χλόης Ξενοπούλου στην οποία αναφέρει κατά ή περί το Μάρτιο του 2013 και μετά την αλλαγή των οικονομικών δεδομένων στην Κυπριακή Δημοκρατία με το κούρεμα των καταθέσεων της πρώην Λαϊκής Τράπεζας, εκδόθηκε ο Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος του 2013 με τον οποίο όλες οι εργασίες, λογαριασμοί και υποχρεώσεις της πρώην Λαϊκής Τράπεζας μετατίθενται στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια εταιρία Λτδ οι οποίοι είναι αναγκαίοι διάδικοι και εκ παραδρομής δεν συμπεριλήφθησαν ως εναγόμενοι
  1. Είναι η θέση της ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι δικαιολογημένη, δίκαιη και αναγκαία για να μπορέσει ο ενάγοντας να προωθήσει με αποτελεσματικό τρόπο την υπόθεση του και να μπορέσει και το Δικαστήριο να αποφασίσει ορθά επί των θεμάτων που εγείρονται. Έχει επίσης τη θέση ότι η αίτηση υποβάλλεται καλόπιστα και τυχόν έγκριση της δεν θα προκαλέσει καμία αδικία που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου η αίτηση επιδόθηκε εκτός από την υφιστάμενη εναγομένη και στους προτεινόμενους εναγόμενους 2, οι οποίοι καταχώρησαν ένσταση στις 2.6.
  2. Η εναγόμενη Cyprus Popular Bank Public Company Ltd δήλωσαν μέσω των δικηγόρων τους ότι δεν θα καταχωρήσουν ένσταση και ότι θα δεσμευτούν από την απόφαση του Δικαστηρίου, ζήτησαν όμως όπως εκδοθεί υπέρ τους διαταγή για έξοδα τόσο της αίτησης όσο και τα σπαταληθέντα. Οι προτεινόμενοι εναγομένοι 2 Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ προώθησαν μέχρι τέλους την ένσταση τους. Η νομική βάση της ένστασης ημερομηνίας 2/6/16 είναι τα άρθρα 4 -9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, οι Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμοί (Civil Procedure Rules) Δ.19, Δ.25, Θ.1-6, Δ.42Α, Δ.43, Δ.48, θ.θ. 1-9, Δ.
  3. Δ.58, και Δ.64, στα άρθρα 30, 31, 32 και 41 ο Περί Δικαστηρίων Νόμος Ν. 14/60, ο περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος Ν.17 (Ι) /2013 (άρθρα 3-13, 22, 25, 26 και 29), το Διάταγμα Κ.Δ.Π. 96/2013, το περί Διάσωσης με Ίδια μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Διάταγμα του 2013 (Κ.Δ.Π. 103/2013), το περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013 (Κ.Δ.Π. 104/2013), το Διάταγμα ημερομηνίας 25.3.2013 (Αριθμός 198) που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 26.3.2013 και με το οποίο διορίστηκε Ειδικός Διαχειριστής στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ο κ. Ντίνος Χριστοφίδης, οι περί Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Κανονισμοί του 2013, Κ.Δ.Π. 92/2013, ο περί Σύστασης και Λειτουργίας του Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος 16 (Ι) /2013 , ο περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμος του 1997 έως 2013, Ν. 66 (Ι) /1997 (άρθρα 30 και 32), το άρθρο 23 του Συντάγματος, το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και η διακριτική ευχέρεια και/ή εγγενή εξουσία και πρακτική του Σεβαστού Δικαστηρίου. Ως λόγοι ένστασης αναφέρονται ότι οι προτεινόμενοι εναγόμενοι 2 δεν αποτελούν διάδοχο της Λαϊκής Τράπεζας η οποία συνεχίζει να υπάρχει ως νομικό πρόσωπο , η Τράπεζα Κύπρου λειτουργεί ως το αποκτών πρόσωπο σε σχέση με συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας με βάση την ΚΔΠ 104/13 και ξεκάθαρα τα χρεόγραφα και/ή αξιόγραφα δεν εμπίπτουν εντός των υποχρεώσεων που ανέλαβε η Τράπεζα Κύπρου από την Λαϊκή Τράπεζα. Θεωρούν ότι δεν πρέπει να συμπεριληφθούν ως διάδικοι στην παρούσα αγωγή, η αίτηση αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας είναι αναιτιολόγητη , παράτυπη, αντικανονική, έκδηλα αβάσιμη και ανυπόστατη, το αιτούμενο διάταγμα θα επιφέρει βλάβη στους προτεινόμενους εναγόμενους 2 εάν δοθεί που δεν πρέπει να αποζημιωθεί με χρήμα και επικαλούνται επίσης πρωτοφανή, υπέρμετρη, μακρά και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή και προώθηση της αίτηση για την οποία οι ενάγοντες δεν δίδουν καμία αιτιολογία τη στιγμή που όλα τα γεγονότα ήταν γνωστά σε αυτούς κατά την καταχώρηση της αγωγής η οποία ήταν 23.12.
  4. Την ένσταση συνοδεύει η ένορκος δήλωση της δικηγόρου Μαλβίνας Ναθαναήλ στην οποία υιοθετεί ουσιαστικά όλους τους λόγους ένστασης. Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση, κανένας από τους ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκε και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι τους καταχώρησαν στο Δικαστήριο γραπτές εμπεριστατωμένες αγορεύσεις στις οποίες προωθούν η κάθε πλευρά τη θέση της. Υπάρχει ευρεία νομολογία σχετική με το θέμα της τροποποίησης δικογράφων. Η έγκριση ή όχι τέτοιων αιτημάτων εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου έχουν αναλυθεί σε σειρά αποφάσεων. Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρήστου ν. Ανδρέα Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 707: "Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απορροίας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια." Περαιτέρω στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν. Αθηναΐδος Χριστοδούλου και άλλη
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, στην σελ. 939 λέχθηκαν τα εξής: "Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." Στην υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Co. ν. A & G Leventis & Company (Nigeria) Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, λέχθηκε στις σελίδες 730-731 σχετικά με το θέμα της καθυστέρησης ότι: "Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον καθένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης." Η σημασία της καθυστέρησης σε συνδυασμό και με άλλους σχετικούς παράγοντες σχολιάσθηκε και στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)A.A.Δ. 426: "Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή άλλος ανάλογος ισχυρισμός και δεν συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή." Περαιτέρω στην Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα Πολιτική Έφεση αρ. 10341 ημερομηνίας 19/01/99, το Ανώτατο Δικαστήριο μετά από εκτενή αναφορά στη σχετική νομολογία προέβη στην επαναβεβαίωση της πιο πάνω κατευθυντήριας αρχής και των σχετικών παραγόντων αναφορικά με την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε αίτηση για τροποποίηση δικογράφου. Ένα σημαντικό στοιχείο στην ως άνω υπόθεση το οποίο διαδραμάτισε κάποιο ρόλο στη διαμόρφωση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, χωρίς όμως αρνητικές συνέπειες για την αίτηση, ήταν ότι αυτή είχε υποβληθεί με καθυστέρηση δεκατριών περίπου χρόνων. Τέλος έχει νομολογηθεί ότι κατά την εξέταση του παράγοντα της καθυστέρησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η συμπεριφορά των μερών, παρόλο που η ευθύνη για τη διασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος, βαρύνει το Δικαστήριο (Βλ. Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν. Σωτηρούλλας Χαριλάου Χαρικλείδη και Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζίας ν. 1. Ζήνωνα Ποφαϊδη κ.α., Πολ. Εφέσεις 10719 και 10786 ημερ. 24/10/01, Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 84, Λυσιώτη ν. Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση 10515 ημερ. 22/3/00, Union Alimentaria Sanders S.A. v. Spain, Series A, 157, Publication of the European Court of Human Rights, παραγ. 35
(1989)). Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, η νομολογία δείχνει ότι η σύγχρονη τάση είναι τα δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα της τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934). Το θέμα παραμένει όμως στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου και ασκείται με βάση το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Εξηγείται ακόμα από τη νομολογία, Saba and Co (T.M.P.) v. T.M.P Agents (ανωτέρω) ότι καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν απορρίπτεται ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο επειδή η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Σιακόλα ανωτέρω, εξηγήθηκε ότι τροποποίηση που επιφέρει συγκεκριμενοποίηση και θέτει τα δικόγραφα σε τάξη, καθιστώντας έτσι ευχερέστερη τη διεξαγωγή της δίκης είναι επιτρεπτή. Στη Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) Α.Α.Δ. 33) συνοψίζονται οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε σχέση με την τροποποίηση των δικογράφων ως εξής: "
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη." Σε σχέση με όλες τις πιο πάνω αρχές, είναι ενδεικτικά τα όσα αναφέρθηκαν στην υπ. Νικολάου ν. 1. Ζωή Μιλτιάδους κ.ά., Πολ. ΄Εφ. 96/06, ημερ. 27.7.2007 στην οποία διατάχθηκε επανεκδίκαση ολόκληρης της αγωγής αφού δόθηκε άδεια για τροποποίηση, κατ' έφεση: «Η εξουσία για έκδοση άδειας για τροποποίηση περιέχεται στην Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, όπου προνοείται ότι, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μπορεί να δοθεί η άδεια, ούτως ώστε να γίνουν όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις για να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το Δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων.» Θεωρώ ορθό όπως επίσης να αναφέρω την πολύ πρόσφατη απόφαση Ikos CYF Ltd v. Μartin Coward κ.α. Πολιτικές Εφέσεις 137/13 και 138/13 ημερ. 20.3.14 στις οποίες έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα: «Έχουν ήδη παρατεθεί οι βασικές αρχές, οι οποίες και συνιστούν τον γνώμονα για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, κατά την εξέταση ζητήματος τροποποίησης δικογράφων. Ειδικότερα ως προς το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, σταθερή γραμμή της Νομολογίας αναγνωρίζει ότι ο παράγοντας αυτός είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εξαρχής και απαρέκκλητα αποφασιστικής σημασίας. Όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Όπως ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου,
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v. A.G. Leventis κ.α.,
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents,
(1994)1 A.A.Δ. 426, Ιωάννης Νικολάου v. Ζωής Μυλτιάδους κ.ά,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005). Πάγια νομολογία διαμόρφωσε τον κανόνα ότι αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείτε να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Η δε αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει, αφ' εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. (Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. και United Sea Trαnsport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ. 501, 510). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου». Επίσης στην ίδια απόφαση έχει υπογραμμιστεί η αρχή ότι «η επιδίωξη ενάγοντα για εισαγωγή νέας βάσης αγωγής δεν είναι εκ προοιμίου καταδικασμένη σε αποτυχία. Ο παράγοντας αυτός συναρτάται με τα υπόλοιπα στοιχεία της κάθε ξεχωριστής περίπτωσης προκειμένου να διαμορφωθεί η τελική κρίση του Δικαστηρίου. Κυρίαρχο στοιχείο και γνώμονας είναι πάντα το συμφέρον της δικαιοσύνης». Επιπρόσθετα για το θέμα προσθήκης διαδίκου χρήσιμη αναφορά γίνεται στην υπόθεση Mepa Underwriting Management Ltd και άλλων ν. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1 Α.Α.Δ. 772. Με βάση τις πιο πάνω αναφερόμενες αρχές της Νομολογίας καθώς και τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης θα κριθεί η αίτηση των εναγόντων- αιτητών. Σημασία έχουν τα πιο κάτω: - Η αίτηση έχει καταχωρηθεί σε στάδιο που η διαδικασία που δεν έχει ακόμα προχωρήσει, έχει καταχωρηθεί μόνο το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και το σημείωμα εμφάνισης από πλευράς εναγομένης. - Η εναγομένη δεν έχει καταχωρήσει ένσταση στην αίτηση αντίθετα έχει δηλώσει μέσω του συνηγόρου της ότι θα δεσμευτεί από την απόφαση του Δικαστηρίου ζητώντας την ανάλογη διαταγή για έξοδα υπέρ της. - Το κλητήριο ένταλμα έχει καταχωρηθεί στις 23.12.15 και η υπό κρίση αίτηση στις 21.3.16 δηλαδή 3 μήνες μετά την καταχώρηση της . Η ένσταση της Τράπεζας Κύπρου ουσιαστικά περιστρέφεται γύρω από δύο άξονες. Πρώτα προβάλλουν ουσιαστικούς ισχυρισμούς που αφορούν την υπεράσπιση τους στην αγωγή και συγκεκριμένα ότι δεν αποτελούν διάδοχο της Λαϊκής Τράπεζας αλλά λειτουργούν ως το αποκτών πρόσωπο σε σχέση με συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας που μεταβιβάστηκαν βάση ανταλλάγματος σε αυτούς δυνάμει της ΚΔΠ 104/13 και κυρίως τη θέση ότι τα χρεόγραφα και/ή αξιόγραφα που επικαλούνται οι ενάγοντες δεν εμπίπτουν στις υποχρεώσεις που ανέλαβε η Τράπεζα Κύπρου από την Λαϊκή Τράπεζα, καθώς και τη θέση ότι εφαρμογή των ΚΔΠ 103/13 και 104/13 αφορά την Αρχή Εξυγίανσης και ως δεύτερο άξονα προωθούν την θέση ότι η αίτηση υποβάλλεται με μεγάλη καθυστέρηση χωρίς να δίδεται καμία δικαιολογία για αυτήν και η έγκριση του διατάγματος θα επιφέρει στους προτεινόμενους εναγόμενους 2 ζημιά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Στην υπόθεση Mepa Underwriting Management Ltd και άλλων ν. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1 Α.Α.Δ. 772 (ανωτέρω), έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα σε σχέση με την προσθήκη διαδίκων: « Το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Όπως έχει νομολογηθεί το Δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να κάμει οποιεσδήποτε αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με τους διαδίκους με το να τους προσθέσει, να τους διαγράψει ή να τους αντικαταστήσει και να επιφέρει τέτοιες αλλαγές όσες είναι αναγκαίες για να καταστήσει δυνατή την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων επίδικων θεμάτων (Βλ. Van Gelder, Apsimon & Co v. Sowerby Bridge United District Flour Society [1890] 44 Ch D 374, C.A., Montgomery v. Foy, Morgan & Co [1895] 2 Q.B. 321, C.A., Bennetts & Co v. McIlwraith & Co [1896] 2 Q.B. 464, C.A., Ideal Films Ltd v. Richards [1927] 1 K.B. 374, C.A., Wilson v. Balcarres [1893] 1 Q.B. 422, Robinson v. Geisel [1894] 2 Q.B. 688). Στην Byrne and Another v. Brown [1889] 22 Q.B.D. 657 ο Lord Esher, M.R. έχει πραγματευθεί ως πιο κάτω το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου: "One of the chief objects of the Judicature Acts was to secure that, wherever a Court can see in the transaction brought before it that the rights of one of the parties will or may be so affected that under the forms of law other actions may be brought in respect of that transaction, the Court shall have power to bring all the parties before it, and determine the rights of all in one proceeding. It is not necessary that the evidence in the issues raised by the new parties being brought in should be exactly the same; it is sufficient if the main evidence, and the main inquiry, will be the same, and the Court then has power to bring in the new parties, and to adjudicate in one proceeding upon the rights of all the parties before it." Σε ελληνική μετάφραση: "Ένας από τους κύριους σκοπούς των Judicature Acts ήταν να εξασφαλιστεί ότι οποτεδήποτε το Δικαστήριο μπορεί να διακρίνει από την διαδικασία η οποία βρίσκεται ενώπιον του ότι τα δικαιώματα ενός από τους διαδίκους θα επηρεαστούν ή δυνατόν να επηρεαστούν με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε δυνάμει των υφιστάμενων διαδικαστικών θεσμών δυνατό να εγερθούν άλλες αγωγές σε σχέση με την ίδια πράξη, το δικαστήριο θα έχει εξουσία να φέρει όλα τα μέρη ενώπιον του, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων τους σε μια διαδικασία. Δεν είναι απαραίτητο όπως η μαρτυρία, που προκύπτει για τα επίδικα θέματα που εγείρονται από την προσθήκη των μερών, είναι ακριβώς η ίδια. Είναι αρκετό αν η κυρίως μαρτυρία και η κυρίως έρευνα, θα είναι οι ίδιες και το Δικαστήριο έχει εξουσία να προσθέσει τα νέα μέρη, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων όλων των μερών που βρίσκονται ενώπιον του σε μια διαδικασία." Η πιο πάνω προσέγγιση αποτελεί, σύμφωνα με τον Lord Denning, M.R. μια πολύ ευρεία ερμηνεία του σχετικού διαδικαστικού κανονισμού η οποία πρέπει να τυγχάνει προτίμησης έναντι της στενής ερμηνείας η οποία έχει δοθεί από τον Lord Devlin στην Amon v. Raphael Tuck & Sons Ltd [1956] 1 All E.R. 273 (Βλ. Gurtner v. Circuit [1968] 1 All E.R. 328, 332). Έχουμε εξετάσει προσεκτικά τις εισηγήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου των εφεσειόντων - εναγομένων
  1. Συμφωνούμε με το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι η διαδικασία προσθήκης εναγομένου δεν προσφέρεται για καθοριστική επίλυση της τύχης της αγωγής σε σχέση με οποιονδήποτε από τους εναγομένους. Αυτό που πρωτίστως εξετάζεται από το δικαστήριο στη διαδικασία προσθήκης εναγομένου είναι κατά πόσο ο προτεινόμενος εναγόμενος είναι ένας αναγκαίος διάδικος». Η ουσιαστική θέση των προτεινόμενων εναγομένων 2 είναι ότι δεν έχουν σχέση με την παρούσα υπόθεση και δεν πρέπει να προστεθούν ως διάδικοι, αντίθετα θεωρούν ότι δεν είναι αναγκαίοι διάδικοι και ότι με βάση τα Διατάγματα που εκδόθηκαν με βάση το Νόμο Περί Εξυγίανσης και ειδικά την ΚΔΠ 104/13 και τις άλλες ΚΔΠ που ακολούθησαν και είχαν ως αποτέλεσμα την εξαγορά και/ή την μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων από την Cyprus Popular Bank Public Co Ltd στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ δεν έχει τίποτε να κάμει με την αγορά αξιόγραφων από τον ενάγοντα. Αντίθετα, είναι η θέση τους ότι δεν αποτελούν διάδοχο της Λαϊκής Τράπεζας έτσι ώστε σε περίπτωση επιτυχίας του ενάγοντα να είναι υπόλογοι για όποιο ποσό ήθελε επιδικαστεί υπέρ του και εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας. Είναι η θέση μου ότι η πιο πάνω θέση δεν είναι θέμα το οποίο το Δικαστήριο να μπορεί να κρίνει στο στάδιο αυτό επί τη βάση των ισχυρισμών των εναγομένων 2 στο στάδιο το οποίο επιδιώκεται η τροποποίηση. Υπενθυμίζω ότι δεν έχει ακόμη καταχωρηθεί η Έκθεση Απαίτησης του ενάγοντα η οποία θα εξηγήσει και τη βάση της όποιας αξίωσης του εναντίον των προτεινόμενων εναγομένων
  2. Το ότι οι αξιώσεις του ενάγοντα αφορούν αγορά αξιογράφων από την Λαϊκή κατά ή περί της 15.5.2009, κατά την άποψη μου δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλές υπόβαθρο γεγονότων για να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η αγωγή ουδόλως αφορά τους προτεινόμενους εναγόμενους 2 μόνο επί τη βάση του ισχυρισμού ότι τα γεγονότα του 2013 που οδήγησαν στο Νόμο Περί Εξυγίανσης και την έκδοση διαφόρων διαταγμάτων από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου μεταξύ των οποίων και το διάταγμα για μεταβίβαση στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ μέρος των εργασιών και περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής. Θεωρώ ότι αφ' ης στιγμής ο ενάγοντας με την τροποποίηση που επιδιώκει που είναι μόνο η προσθήκη διαδίκου χωρίς να αλλάζει οτιδήποτε άλλο από τις αξιώσεις του στο κλητήριο ένταλμα , ολοφάνερα θεωρεί ότι ολόκληρη η αγωγή του και οι αξιώσεις του αφορούν όχι μόνο την υφιστάμενη εναγόμενη αλλά και τους προτεινόμενους εναγόμενους
  3. Διαβάζοντας λοιπόν το κλητήριο ένταλμα στο οποίο περιλαμβάνονται οι αξιώσεις του ενάγοντα , θεωρώ ότι στο στάδιο αυτό δεν μπορεί το Δικαστήριο να του απαγορεύσει να προσθέσει διάδικο και συγκεκριμένα την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ εφόσον διακρίνεται, πάντοτε εκ πρώτης όψεως, ότι υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα εναντίον τους κάτι που τους καθιστά αναγκαίους διάδικους. Έτσι θεωρώ ότι αυτός ο λόγος ένστασης δεν μπορεί να επιτύχει. Σε ότι αφορά το θέμα του χρόνου, σε συνδυασμό με τη θέση ότι δεν υπάρχει επαρκής αιτιολόγηση της προτεινόμενης τροποποίησης παρατηρώ ότι είναι γεγονός ότι η αγωγή καταχωρήθηκε στις 23.12.15, ημερομηνία μετά που συνέβηκαν τα γεγονότα του EUROGROUP τα οποία ήταν αυτά που οδήγησαν στην ψήφιση του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 και των ΚΔΠ 103/13 και 104/
  4. Ο ενάγοντας όντως αντιδρά τρεις μήνες μετά την καταχώρηση της αγωγής και όπως έχω ήδη πει χωρίς να έχει γίνει κανένα ουσιαστικό διάβημα στη διαδικασία. Η δικηγόρος που ορκίζεται την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση εκ μέρους του ενάγοντα αποδίδει το γεγονός της μη συμπερίληψης της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ως εναγομένων 2 σε παραδρομή. Λαμβάνω υπόψη μου ότι το θέμα έγκειται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, η οποία πάντα πρέπει να ασκείται δικαστικά, τόσο το γεγονός ότι δεν υπάρχει καθυστέρηση στην καταχώρηση και προώθηση της αίτησης από πλευράς ενάγοντα, και στο σημείο αυτό απορρίπτω την επί του αντιθέτου θέση των προτεινόμενων εναγόμενων 2, όπως επίσης και το γεγονός ότι η μη συμπερίληψη των εναγομένων 2 ως διαδίκων στην παρούσα υπόθεση μπορεί να προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στον ενάγοντα κατά την προώθηση της αγωγής του, ενώ, αν στο τέλος της διαδικασίας διαφανεί ότι οι εναγόμενοι 2 δεν θα έπρεπε να είχαν συμπεριληφθεί ως διάδικοι και/ή η αγωγή εναντίον τους αποτύχει θα υπάρχει η αποζημίωση τους με την έκδοση ανάλογης και κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα, είναι η θέση μου ότι σαφώς η πλάστιγγα γέρνει υπέρ της έγκρισης του αιτήματος του ενάγοντα. Ενόψει των ανωτέρω εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α της αίτησης. Αντίγραφο του τροποποιημένου κλητηρίου και της τροποποιημένης οπισθογράφησης απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από σήμερα. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. Σε ότι αφορά της έξοδα της αίτησης και την υφιστάμενη εναγομένη, Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και αυτά που θα σπαταληθούν συνέπεια της τροποποίησης, επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης - καθ' ης η αίτηση και εναντίον του ενάγοντα - αιτητή, όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. Σε ότι αφορά τους νέους εναγόμενους 2 , Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ακολουθώντας τον κλασικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα - αιτητή και εναντίον των νέων εναγόμενων 2 όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι και αυτά πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. [Υπ.] ............... Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.