← Κύπρος

ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΑΕΡΟΛΕΣΧΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ, Αγωγή Αρ. 3578/09, 29/7/2016

ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΑΕΡΟΛΕΣΧΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ, Αγωγή Αρ. 3578/09, 29/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A457 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Προσ. Ε. Δ. Αγωγή Αρ. 3578/09 ΜΕΤΑΞΥ: ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Ενάγοντος και ΑΕΡΟΛΕΣΧΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ Εναγομένων ------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 29 Ιουλίου, 2016 Για τον Ενάγοντα: κος Χ. Παναγίδης για Κάκκουρας & Παναγίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους: κος Γ. Παπαντωνίου για Γεώργιος Παπαντωνίου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή - Δικόγραφα Με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε στις 18.6.2009, ο ενάγων, ο οποίος εγείρει την παρούσα αγωγή συμφώνως του άρθρου 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, αξιώνει από τους εναγόμενους, το ποσό των €13.685,95 ως χρέωση και/ή τέλη στάθμευσης αεροσκαφών σύμφωνα με τις πρόνοιες της Κ.Δ.Π. 575/2002, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Είναι η δικογραφημένη θέση του ενάγοντος ότι οι εναγόμενοι, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αγωγή, ήταν και είναι σωματείο εγγεγραμμένο στο μητρώο του Εφόρου Σωματείων και Ιδρυμάτων σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Σωματείων και Ιδρυμάτων Νόμου του 1972, έχουν δε την αγγλική επωνυμία «NICOSIA AEROCLUB». Σύμφωνα με την Κ.Δ.Π. 575/2002 και/ή τα περί Αεροπορίας Διατάγματα (Διατάγματα του 1955 έως 1958 και Νόμους 29 και 102 του 1989), τα αεροσκάφη βάρους μέχρι 5,7 τόνων που έχουν συνηθισμένη βάση τους αερολιμένες της Δημοκρατίας καταβάλλουν, αντί οποιουδήποτε άλλου τέλους στάθμευσης, τέλος Λ.Κ.500 (δηλ. €854,30) για κάθε ημερολογιακό έτος ή μέρος αυτού για την περίοδο από 1.4.2002 μέχρι 31.12.2004, Λ.Κ.598 (δηλ. €999,53) για την περίοδο από 1.1.2005 μέχρι 31.12.2007 και Λ.Κ.685 (δηλ. €1.170,39) από 1.1.

  1. Οι εναγόμενοι οφείλουν προς το Τμήμα Πολιτικής Αεροπορίας (στο εξής το «ΤΠΑ») του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων συνολικά το χρηματικό ποσό που αξιώνεται με την παρούσα αγωγή κατά παράβαση της ΚΔΠ 575/2002 και/ή του Νόμου σχετικά με τα αεροσκάφη τους με αριθμούς 5Β-CDR, 5B-CIT και 5B-CEM, για τα έτη 2002 έως
  2. Στην Έκθεση Απαίτησης παρατίθεται πίνακας στον οποίο εμφαίνονται αναλυτικά τα τέλη στάθμευσης που οφείλονται για κάθε αεροσκάφος, κάθε έτος. Το ΤΠΑ απαίτησε τόσο γραπτώς όσο και προφορικώς από τους εναγόμενους το ποσό των €13.685,92, αλλά αυτοί αρνούνται και/ή παραλείπουν να ανταποκριθούν μέχρι σήμερα. Η τελευταία διπλοσυστημένη επιστολή που εστάλη ήταν ημερομηνίας 23.10.
  3. Οι εναγόμενοι στις 22.2.2010 καταχώρησαν Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, με την οποία εγείρουν, κατ' αρχάς, τις ακόλουθες προδικαστικές ενστάσεις: (α) Η απαίτηση έχει παραγραφεί. (β) Διαζευκτικά, οι εναγόμενοι αναφέρουν ότι η παρούσα αγωγή είναι καταχρηστική καθ' ότι καταχωρήθηκε πολλά χρόνια μετά τη δημιουργία του ισχυριζόμενου χρέους, ήτοι από το
  4. (γ) Ο ενάγοντας δεν νομιμοποιείται προς έγερση της παρούσας αγωγής, αφού σύμφωνα με το νόμο ο μόνος που νομιμοποιείται προς έγερση της παρούσας αγωγής είναι ο Διευθυντής του ΤΠΑ. Άνευ βλάβης των πιο πάνω προδικαστικών ενστάσεων, οι εναγόμενοι αρνούνται την απαίτηση του ενάγοντος και ισχυρίζονται, στην παράγραφο 3 της Υπεράσπισης τους, ότι αυτή δεν είναι νόμω θεμελιωμένη και στηρίζεται σε Αυτοκρατορικό διάταγμα εν Συμβουλίω το οποίο εκδόθηκε από τη Βασίλισσα της Βρετανίας για όλες ή/και πλείστες από τις τότε Βρετανικές αποικίες, το οποίο δεν διασώθηκε από το Άρθρο 188 του Συντάγματος. Είναι περαιτέρω η θέση των εναγομένων ότι αξιώνονται αναδρομικά δικαιώματα για το 2002, αφού ο σχετικός κανονισμός δημοσιεύθηκε την 29.11.
  5. Επιπλέον, είναι η θέση των εναγομένων ότι αυτοί αποτελούν προσφυγικό σωματείο το οποίο εκδιώχθηκε από το αεροδρόμιο Λευκωσίας λόγω της Τουρκικής εισβολής, και, κατόπιν οδηγιών της Κυβέρνησης χρησιμοποιούσαν το στρατιωτικό αεροδρόμιο Λακατάμιας χωρίς επιβαρύνσεις μέχρι που ο ενάγων τους ανέφερε ότι θα πρέπει να μετακομίσουν στο αεροδρόμιο Λάρνακας. Κατά ή περί το 1992 εκδιώχθηκαν από το αεροδρόμιο στη Λακατάμια, και μετακινήθηκαν στο αεροδρόμιο Λάρνακας, χωρίς, όμως, να αποκομίζουν οποιαδήποτε οφέλη ή να έχουν άδεια να οδηγούν τα αεροπλάνα ή να έχουν οποιαδήποτε στέγαση. Μέχρι το έτος 2004 δεν τους ζητήθηκε κανένα ποσό ως ενοίκιο ή τέλος στάθμευσης ή χρήσης και ουδέποτε ενημερώθηκαν για οποιαδήποτε υποχρέωση είχαν να καταβάλλουν τέλη στάθμευσης για τα αεροσκάφη τους μέχρι το
  6. Ο ενάγων κωλύεται εξ υποσχέσεων από του να απαιτεί οποιοδήποτε τέτοιο ποσό, αφού τους είχε καθησυχάσει ότι δεν θα προχωρούσε σε καμία χρέωση. Τελικά, το 2007 εξαναγκάστηκαν, παρά τις υποσχέσεις του ενάγοντος, να πληρώνουν ενοίκιο στην HERMES Airports. Η Δημοκρατία, είναι η θέση τους, δεν έχει δικαίωμα να απαιτεί οποιοδήποτε τέλος από τους εναγόμενους λόγω χρήσης του αεροδρομίου Λάρνακας, εφόσον δεν παρείχε οποιαδήποτε υπηρεσία/υποδομή στους εναγόμενους. Με τις πιο πάνω πράξεις του ενάγοντος ζήμιωσε το Σωματείο, αφού του στέρησε το συνήθη τόπο διεξαγωγής των εργασιών του, χωρίς να του παρέχει κάτι ανάλογο, με αποτέλεσμα πολλά μέλη των εναγομένων να φύγουν και να απολέσουν οι εναγόμενοι χρήματα που λάμβαναν από μαθήματα και συνδρομές μελών. Περαιτέρω δε, απώλεσαν και ένα αεροσκάφος λόγω ζημιών και σκουριάς που προκλήθηκαν από έλλειψη υποδομής και συντήρησης. Οι εναγόμενοι αξιώνουν ανταπαιτητικά το ποσό των €50.000 ως ειδικές αποζημιώσεις για μείωση μαθημάτων πτήσεων, αριθμού μελών στην αερολέσχη και απώλεια ενός αεροσκάφους, καθώς και γενικές αποζημιώσεις και έξοδα. Ο ενάγων, στις 3.9.2010, καταχώρησε Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση. Αναφορικώς με τις προδικαστικές ενστάσεις των εναγομένων ισχυρίζεται ως ακολούθως: (α) Η απαίτηση δεν έχει παραγραφεί καθότι με βάση το Νόμο 20(Ι)/2010 η εφαρμογή του περί Παραγραφής Νόμου, Κεφ. 15, αναστέλλεται μέχρι τις 30.11.
  7. (β) Κατά καιρούς αποστέλλονταν στους εναγόμενους επιστολές από το ΤΠΑ με τις οποίες απαιτούνταν τα οφειλόμενα ποσά με ταυτόχρονη προειδοποίηση για καταχώρηση αγωγής σε περίπτωση μη καταβολής τους. (γ) Στους περί Πολιτικής Αεροπορίας Νόμους του 2002 έως 2008 δεν περιλαμβάνεται πρόνοια η οποία να καθορίζει ως αρμόδιο προς έγερση αγωγής το Διευθυντή του ΤΠΑ. Ο ενάγων αρνείται το νομικό ισχυρισμό των εναγομένων στην παράγραφο 3 της Υπεράσπισης τους. Αναφορικώς με τον ισχυρισμό περί αναδρομικής αξίωσης δικαιωμάτων, ισχυρίζεται ότι τα αεροσκάφη των εναγομένων δεν ζυγίζουν και/ή ζύγιζαν πέραν των 2,5 τόνων οπότε εφαρμοζόταν ήδη για αυτούς, από 1.4.2002, η επιφύλαξη (γ) της παραγράφου 1 του Δεύτερου Πίνακα της Κ.Δ.Π. 332/2001, προσθέτοντας ότι η μόνη τροποποίηση που επέφερε η Κ.Δ.Π. 575/2002 είναι όσον αφορά το βάρος των αεροσκαφών που αυξήθηκε από 2,5 σε 5,7 τόνους. Αρνείται επιπλέον τους ισχυρισμούς περί μετακίνησης των εναγομένων και ισχυρίζεται ότι το 1993 η Αερολέσχη Κύπρου, πριν την ίδρυση της Αερολέσχης Λευκωσίας, μετακινήθηκε στο αεροδρόμιο Λάρνακας με εντολή του Υπουργού Άμυνας και όχι του ΤΠΑ. Αρνείται περαιτέρω τα περί υποσχέσεων του ενάγοντος προς τους εναγόμενους ότι δεν θα προχωρούσε σε οποιαδήποτε χρέωση αναφορικά με τα τέλη στάθμευσης. Ο ενάγων παραδέχεται ότι το 2004 το ΤΠΑ ενημέρωσε για πρώτη φορά τους εναγόμενους για τα οφειλόμενα ποσά, καθότι το 2004 εκδόθηκαν για πρώτη φορά τιμολόγια στη βάση καταστάσεων λογαριασμών. Ο κυριότερος λόγος καθυστέρησης ήταν οι αντιδράσεις που προκλήθηκαν από πολλούς ιδιοκτήτες αεροσκαφών με έδρα το αεροδρόμιο Λάρνακας μετά την έκδοση της Κ.Δ.Π. 575/
  8. Ο ενάγων ισχυρίζεται επιπλέον, ότι μετά την ανάληψη της διαχείρισης των αεροδρομίων Λάρνακας και Πάφου από την εταιρεία Hermes Airports Ltd, η Αερολέσχη Λευκωσίας πληρώνει κανονικά τις οφειλές της προς τη διαχειρίστρια εταιρεία. Ο ενάγων αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγομένων ότι δεν παρείχε τις απαραίτητες διευκολύνσεις και υποδομές στους εναγόμενους, αφού από το 1993 η Αερολέσχη Κύπρου (η οποία μετονομάστηκε περί το 1996 σε Αερολέσχη Λευκωσίας), μετακινήθηκε στο αεροδρόμιο Λάρνακας και διατέθηκε σ' αυτήν ανοικτός χώρος εμβαδού 18,45 τ.μ. δυνάμει συμβολαίων που υπογράφονταν ανά έτος μεταξύ του ΤΠΑ και των εναγομένων, τον οποίο θα έπρεπε να εκμεταλλευθούν οι ίδιοι και να δημιουργήσουν κατάλληλες υποδομές, ώστε να είναι σε θέση να συντηρούν και να προστατεύουν τα αεροσκάφη τους. Το Υπουργείο Οικονομικών, κατόπιν αιτήματος των εναγομένων, χάρισε τα οφειλόμενα από τους εναγόμενους ενοίκια για την περίοδο 1993 - 1997, ενώ πληρώθηκαν από τους εναγόμενους τα οφειλόμενα ενοίκια από το 1997 μέχρι 30.4.
  9. Έκτοτε, και μέχρι το 2006 όταν τη διαχείριση των αεροδρομίων ανέλαβε η Hermes Airports Ltd, οι εναγόμενοι δεν κατέβαλαν τα υπ' αυτούς οφειλόμενα ενοίκια τα οποία ανέρχονται στο ποσό των €1.066,27 πλέον €332,18 ως οφειλόμενα ποσά για ρεύμα και νερό. Ο ενάγων επαναλαμβάνει ότι παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του και/ή του ΤΠΑ οι εναγόμενοι αρνούνται και/ή αμελούν να καταβάλουν το ποσό των €13.685,
  10. Περαιτέρω, αρνείται την Ανταπαίτηση των εναγομένων, της οποίας ζητεί την απόρριψη με έξοδα σε βάρος τους. Μαρτυρία Κατά την ακροαματική διαδικασία μαρτυρία έδωσε μόνο μία μάρτυρας για την πλευρά του ενάγοντος και κατατέθηκαν συνολικά 13 τεκμήρια. Από πλευράς των εναγομένων, δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία. Για την πλευρά του ενάγοντος μαρτυρία έδωσε η κα Χριστίνα Χρυσάνθου (ΜΕ), η οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της γραπτή δήλωση που ετοίμασε (Τεκμήριο Α). Η κα Χρυσάνθου ανέφερε ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης προσωπικά λόγω της θέσης και ιδιότητας της στο ΤΠΑ, στο οποίο εργάζεται από το 1995, και κατέχει τη θέση Βοηθού Γραμματειακού Λειτουργού. Το ΤΠΑ, ως ανέφερε, είναι Διοικητική Αρχή της Κυπριακής Δημοκρατίας, υπαγόμενη στο Υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων. Στα πλαίσια της θέσης την οποία κατέχει, εδώ και 15 και πλέον έτη ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την είσπραξη εσόδων και τελών, την τήρηση και παρακολούθηση λογαριασμών των χρεωστών, την εκτύπωση εντύπων και ενημέρωση των χρεωστών για τα οφειλόμενα τους προς το Τμήμα και με την προώθηση αιτημάτων διαγραφής χρεών και την κοινοποίηση σχετικής απόφασης προς τους χρεώστες. Η ΜΕ ανέφερε ότι τα τέλη στάθμευσης μικρών αεροσκαφών σε αερολιμένα κατά την επίδικη περίοδο καθορίζονταν στις Κ.Δ.Π. 332/2001 και Κ.Δ.Π. 575/2002 (η δεύτερη τροποποίησε την πρώτη), αντίγραφα των οποίων κατέθεσε και έγιναν Τεκμήρια 1 και 2, το περιεχόμενο των οποίων εξήγησε στο Δικαστήριο. Με βάση τους εν λόγω Κανονισμούς, το ΤΠΑ προέβη σε χρεώσεις για τα ετήσια τέλη στάθμευσης ελαφριάς αεροπορίας σχετικά και με τα τρία αεροσκάφη ιδιοκτησίας της Αερολέσχης Λευκωσίας που εδρεύει στην Κυπριακή Δημοκρατία, με εγγραφή 5B-CDR, 5B-CEM και 5B-CIT, τα οποία κατά την περίοδο 2002 - 2006 ήταν εγγεγραμμένα στο Κυπριακό Νηολόγιο, σύμφωνα με τα αρχεία του οποίου είχαν βάρος μικρότερο των 5,7 τόνων. Κατέθεσε Πιστό Αντίγραφο του εν λόγω Νηολογίου το οποίο έγινε Τεκμήριο
  11. Εκδόθηκαν σχετικά τρία τιμολόγια: (α) το τιμολόγιο αρ. 83720 με ημερομηνία έκδοσης την 19.3.2004 για το ποσό των €7.688,70 που αφορούσε την περίοδο 2002-2004, (β) το τιμολόγιο αρ. 90597 με ημερομηνία έκδοσης την 3.6.2005 για το ποσό των €2.998,59 που αφορούσε το έτος 2005, και (γ) το τιμολόγιο αρ. 97802 με ημερομηνία έκδοσης την 13.4.2006 για το ποσό των €2.998,59 που αφορούσε το έτος
  12. Αντίγραφα των τιμολογίων κατατέθηκαν ως δέσμη και έγιναν Τεκμήριο
  13. Τα εν λόγω τιμολόγια στάληκαν από το Τμήμα ταχυδρομικώς προς την Αερολέσχη Λευκωσίας, ενώ κατά καιρούς αποστέλλονταν επιστολές υπενθύμισης. Αντίγραφα των επιστολών ημερ. 13.4.2005, 1.9.2005, 20.2.2006, 28.9.2006, 5.3.2007 και 31.5.2007 κατατέθηκαν ως δέσμη και έγιναν Τεκμήριο
  14. Επισήμανε ότι όλη η αλληλογραφία στάληκε στην ταχυδρομική διεύθυνση που αναγράφεται επί της επιστολής ημερ. 5.3.2007, όπως και των κατά καιρούς εκδοθέντων τιμολογίων (P.O.Box 24521 2084 Nicosia). Η όλη αλληλογραφία με τους εναγόμενους γινόταν στην ίδια διεύθυνση που δηλώθηκε από τους εναγόμενους κατά την εγγραφή των αεροσκαφών στο Νηολόγιο, και είναι η ίδια που αναγράφεται επί της αλληλογραφίας που κατά καιρούς λάμβανε το ΤΠΑ από τους εναγόμενους, είναι εκεί που στάληκε η διπλοσυστημένη προειδοποιητική επιστολή από τους δικηγόρους του Τμήματος πριν την έγερση της παρούσας αγωγής, και είναι εκεί που μετά την εξασφάλιση διατάγματος για υποκατάστατο επίδοση επιδόθηκε διά διπλοσυστημένης επιστολής η παρούσα αγωγή. Κατέθεσε, και έγινε Τεκμήριο 6, σχετικό αποδεικτικό παραλαβής διπλοσυστημένης επιστολής του Νοεμβρίου του 2009, το οποίο επιβεβαιώνει, ως ανέφερε, ότι έγγραφο που απεστάλη στο ταχυδρομικό κιβώτιο 24521, 1300 Λευκωσία, όντως λήφθηκε από τους εναγόμενους. Είπε ότι το συνολικό ποσό των €13.685,92 εξακολουθεί να οφείλεται από τους εναγόμενους προς το ΤΠΑ και κατέθεσε κατάσταση λογαριασμού των εναγομένων με το ΤΠΑ, η οποία έγινε Τεκμήριο 7, και η οποία επιβεβαιώνει το γεγονός αυτό. Σε σχέση με την εν λόγω κατάσταση λογαριασμού διευκρίνισε τα εξής. Στην κατάσταση φαίνονται τα τρία τιμολόγια που εκδόθηκαν με αριθμούς 83720, 90597 και
  15. Το τελευταίο τιμολόγιο αφορά το έτος
  16. Σε σχέση με το έτος 2006 το ΤΠΑ έλαβε σχετικά πρόσφατη γνωμάτευση από τη Νομική Υπηρεσία, και περιόρισε την απαίτηση του μέχρι την 12.5.2006 κατά την οποία είχε την κυριότητα των αερολιμένων, και, συνεπώς, η απαίτηση για το 2006 μειώθηκε και έγινε χρέωση μόνο για €361,47 για κάθε αεροσκάφος. Ως αποτέλεσμα, αφαιρέθηκε από τη συνολική απαίτηση των €13.685,92 το ποσό των €1.914,22, συνεπώς η απαίτηση περιορίζεται σε €11.771,
  17. Η ΜΕ είπε επίσης ότι εναντίον των πιο πάνω πράξεων επιβολής τελών από το ΤΠΑ οι εναγόμενοι ουδεμία ενέργεια διενήργησαν ούτε καταχώρησαν Προσφυγή και αυτές παραμένουν απαιτητές μέχρι σήμερα. Εξ' όσων δε η ΜΕ γνωρίζει, ούτε μετά την καταχώρηση της αγωγής δεν προσβλήθηκε με Προσφυγή η επιβολή των επίδικων τελών. Ανέφερε επίσης ότι οι εναγόμενοι με επιστολή τους ημερ. 17.5.1999 ζήτησαν διαγραφή παλαιού χρέους και ανέλαβαν την υποχρέωση να πληρώνουν έκτοτε, κάθε χρόνο, το ενοίκιο που θα χρεωνόταν, αίτημα το οποίο εγκρίθηκε με την προϋπόθεση ότι στο μέλλον θα καταβάλλονταν τακτικά τα τέλη από τους εναγόμενους. Συνεπώς, είπε η ΜΕ, οι εναγόμενοι δεν μπορούν να ισχυρίζονται ότι κατά ή πριν την επιβολή των επίδικων τελών δεν αναμένετο από αυτούς η επιβολή των τελών ή ότι μέχρι το έτος 2004 δεν τους ζητήθηκε κανένα ποσό ως ενοίκιο ή τέλος στάθμευσης ή χρήσης. Κατέθεσε τη σχετική αλληλογραφία ως δέσμη, η οποία έγινε Τεκμήριο
  18. Εξήγησε σε σχέση με την αλληλογραφία αυτή ότι είχε υποβληθεί αίτημα από τους εναγόμενους για διαγραφή τελών ενοικίου για τα έτη 1993 - 1999, το οποίο προώθησε το ΤΠΑ προς το Υπουργείο Οικονομικών, και το οποίο έγινε αποδεκτό, με την προϋπόθεση ότι οι εναγόμενοι θα πλήρωναν στο εξής τις οφειλές τους προς το Τμήμα. Περαιτέρω, η ΜΕ ανέφερε ότι μετά το 2007 και πριν την καταχώρηση της αγωγής στάληκε συστημένη και άλλη επιστολή στους εναγόμενους ημερομηνίας 23.10.2008 την οποία κατέθεσε, μαζί με την απόδειξη του Τμήματος Ταχυδρομικών Υπηρεσιών Λευκωσίας για κατάθεση συστημένου αντικειμένου, και έγινε Τεκμήριο
  19. Ερωτήθηκε επίσης αν μετά την αγωγή υποβλήθηκε άλλο αίτημα από τους εναγόμενους για διαγραφή χρέους, και απάντησε ότι υπάρχει μία επιστολή από τους εναγόμενους οι οποίοι ζητούν την απόσυρση της αγωγής για τους λόγους που αναφέρουν στην επιστολή. Η ίδια έλαβε γνώση της σχετικής επιστολής, η οποία έχει ως αποδέκτη το Γενικό Εισαγγελέα, όταν η επιστολή της γνωστοποιήθηκε από το Τμήμα. Αντίγραφο της επιστολής κατατέθηκε και έγινε Τεκμήριο
  20. Ερωτήθηκε επίσης σε σχέση με τον ισχυρισμό των εναγομένων ότι το ΤΠΑ δεν παρείχε διευκολύνσεις και υποδομή στους πρώτους, και ανέφερε ότι από της μεταφοράς των εναγομένων στο αεροδρόμιο Λάρνακας, το Τμήμα συνήψε σύμβαση ενοικίασης ανοιχτού χώρου κοντά στο χώρο στάθμευσης μικρών αεροσκαφών και συνεπώς παρείχετο η δυνατότητα στους εναγόμενους να δημιουργήσουν τις κατάλληλες υποδομές για τη συντήρηση των αεροσκαφών τους. Κατέθεσε σχετικώς, και έγινε Τεκμήριο 11, τη συμφωνία ημερομηνίας 17.2.2003 με τίτλο «License No. 10/2001 Grant of License to enter and use Government property (Plot of land)», η οποία αφορούσε την περίοδο 1.1.2002 - 31.12.
  21. Ερωτήθηκε επίσης σε σχέση με τον ισχυρισμό των εναγομένων ότι οι τελευταίοι εκδιώχθηκαν από το αεροδρόμιο στη Λακατάμια, και απάντησε ότι γνωρίζει ότι οι εναγόμενοι μετακινήθηκαν στο αεροδρόμιο Λάρνακας κατόπιν απόφασης του Υπουργείου Άμυνας, κάτι που επιβεβαιώνεται από την επιστολή των ιδίων των εναγομένων ημερ. 17.5.1999, η οποία αποτελεί μέρος της δέσμης επιστολών που έγιναν Τεκμήριο
  22. Ανέφερε τέλος ότι δεν θεωρεί ότι το Τμήμα είχε κάποια υποχρέωση προς τους εναγόμενους την οποία να παραβίασε δημιουργώντας τους ζημιά. Ούτε και γνωρίζει να υποβλήθηκε κάποια σχετική απαίτηση στο Τμήμα από τους εναγόμενους προ της καταχωρήσεως της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι δεν είναι η ίδια που καθορίζει τα τέλη, αλλά εξ' όσων πιστεύει, τα τέλη καθορίζονται από το Υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων σε συνεργασία με το ΤΠΑ. Δεν γνωρίζει ποιος συγκεκριμένος λειτουργός καθόρισε τα τέλη, η ίδια, όμως, είχε οδηγίες από το λογιστήριο στο οποίο εργάζεται να εφαρμόσει τους κανονισμούς και να επιβληθούν τα τέλη σύμφωνα με τη νομοθεσία. Ερωτήθηκε επίσης ποιος εξέδωσε το πρώτο τιμολόγιο στη δέσμη τιμολογίων - Τεκμήριο 4 και ανέφερε ότι εκδόθηκε από λειτουργό του λογιστηρίου, όχι από την ίδια προσωπικά, ότι το εν λόγω τιμολόγιο αφορά 3 αεροσκάφη, ότι έχει ημερομηνία 19.3.2004 και αφορά τιμολόγηση για τα έτη 2002, 2003 και 2004, και ότι τα πρωτότυπα των τιμολογίων έχουν αποσταλεί στους εναγόμενους, τα αντίγραφα, όμως, βρίσκονται στο σύστημα και μπορούν οποιαδήποτε στιγμή να εκδοθούν και να πιστοποιηθούν σαν αντίγραφα των αρχικών τιμολογίων. Ερωτήθηκε και για το δεύτερο τιμολόγιο και ανέφερε ότι αφορά το έτος 2005, καθώς και για το τρίτο τιμολόγιο το οποίο αφορούσε την επιβολή τελών για το
  23. Ερωτήθηκε αν τα δύο τελευταία τιμολόγια εκδόθηκαν πριν λήξουν τα έτη στα οποία αναφέρονται και απάντησε καταφατικά. Ερωτήθηκε ακολούθως πώς γνώριζε αυτός που τιμολογούσε ότι υπήρχαν αυτά τα τρία αεροπλάνα στο αεροδρόμιο, και απάντησε ότι τα αεροσκάφη των εναγομένων μεταφέρθηκαν στον αερολιμένα Λάρνακας από το 1993, παραπέμποντας στην επιστολή ημερ. 17.5.1999, που είναι η τρίτη επιστολή της δέσμης που έγινε Τεκμήριο
  24. Ερωτήθηκε αν αποτελεί συμπέρασμα το ότι τα αεροσκάφη μεταφέρθηκαν στον αερολιμένα Λάρνακας και απάντησε ότι δεν νομίζει να υπάρχει αμφισβήτηση για αυτό το θέμα. Ερωτήθηκε επίσης αν χαρίστηκαν τα ποσά που ζήτησαν οι εναγόμενοι και απάντησε ότι χαρίστηκαν κάποια ποσά που αφορούσαν ενοίκια. Ερωτήθηκε περαιτέρω πού στάληκαν οι επιστολές με τις οποίες ενημέρωναν τους εναγόμενους για τις χρεώσεις και απάντησε ότι όλες οι επιστολές, τιμολόγια και σχετικές καταστάσεις λογαριασμών στέλλονταν στη δοθείσα από τους εναγόμενους διεύθυνση που είναι η διεύθυνση Τ.Κ. 24521, 1300 Λευκωσία. Η διεύθυνση αυτή είναι η διεύθυνση που οι ίδιοι οι εναγόμενοι έδωσαν στο Τμήμα συμπληρώνοντας σχετικό έντυπο, το οποίο είχε, αν χρειαζόταν να κατατεθεί, και είναι επίσης η διεύθυνση που αναφέρεται πάνω στο επιστολόχαρτο των εναγομένων, και επιπλέον, είναι η διεύθυνση στην οποία αποστέλλονταν και τα τιμολόγια για τα ενοίκια τα οποία έχουν παραληφθεί και εξοφληθεί από τους εναγόμενους. Το τελευταίο σημείο το έλεγξε, όπως είπε, προσθέτοντας ότι δεν μπορεί να λάμβαναν γνώση επιλεκτικά. Κατατέθηκαν από τη μάρτυρα δύο τιμολόγια που αφορούσαν ενοίκια τα οποία έγιναν Τεκμήρια 12 και 13, τα οποία εκδόθηκαν στις 1.1.2002 και 1.1.2001, αντίστοιχα. Ερωτήθηκε επίσης γιατί στις επιστολές, Τεκμήριο 5, δεν αναγράφεται η διεύθυνση των εναγομένων και απάντησε ότι αυτές οι επιστολές είναι στερεότυπες, απλά αναγράφεται το όνομα του παραλήπτη και η περιοχή, και η ακριβής διεύθυνση αναγράφεται στο εξωτερικό του φακέλου. Σε άλλο στάδιο της αντεξέτασης της είπε ότι η διεύθυνση που μπαίνει έξω από το φάκελο εκτυπώνεται σε label και είναι συνήθως η ίδια με αυτή που γράφει η κατάσταση λογαριασμού. Ερωτήθηκε αν υπήρχε περίπτωση να πήγαν σε άλλη θυρίδα, σε άλλο τομέα οι επιστολές και να μην έλαβαν γνώση οι εναγόμενοι για τις χρεώσεις του Τμήματος και απάντησε ότι τα τιμολόγια για τα ενοίκια που στέλνονταν στην ίδια διεύθυνση τα έχουν παραλάβει. Αναφορικά με τα Τεκμήρια 12 και 13 ανέφερε ότι πρόσφατα εκτυπώθηκαν από τον υπολογιστή της. Τα εν λόγω τιμολόγια εξοφλήθηκαν, όπως ανέφερε, γύρω στο 2003 (συγκεκριμένα στις 11.2.2003 όπως διευκρίνισε κατά την επανεξέταση). Ερωτήθηκε αν τα εν λόγω τιμολόγια εκτυπώθηκαν πρόσφατα από τον υπολογιστή της με τη νέα ορθή διεύθυνση και ταχυδρομικό τομέα, και απάντησε ότι δεν έγινε καμιά αλλαγή ή παρέμβαση, προσθέτοντας ότι δεν μπορεί να γίνει. Αναφορικά με την κατάσταση λογαριασμού - Τεκμήριο 7 ανέφερε ότι αυτή αφορά αποκλειστικά το λογαριασμό για τα τέλη στάθμευσης μικρών αεροσκαφών. Ερωτήθηκε αν στο συμβόλαιο - Τεκμήριο 11 περιλαμβάνετο πρόνοια για τέλη στάθμευσης αεροσκαφών και απάντησε ότι δεν περιλαμβάνεται επειδή το συμβόλαιο αυτό αφορά ένα εντελώς ξεχωριστό θέμα. Επιπλέον, ερωτήθηκε αν γνώριζε αν ήταν σταθμευμένα και τα τρία αεροπλάνα στο αεροδρόμιο Λάρνακας, και ανέφερε ότι δεν έχει παρευρεθεί προσωπικά εκεί, αλλά η τιμολόγηση έγινε με βάση τα στοιχεία που τους είχε προσκομίσει η μονάδα που τηρεί το Νηολόγιο. Ερωτήθηκε επίσης αν γνωρίζει αν καταστράφηκε κάποιο αεροπλάνο και είπε ότι δεν γνωρίζει. Ερωτήθηκε περαιτέρω για τις υποχρεώσεις που επέβαλλε η σύμβαση - Τεκμήριο 11 στο κράτος, και είπε ότι οι ιδιοκτήτες όφειλαν να προβούν οι ίδιοι στις απαραίτητες ενέργειες για σωστή υποδομή, για συντήρηση των αεροσκαφών τους. Της υποβλήθηκε επίσης ότι η πρώτη επιστολή που έλαβαν οι εναγόμενοι από το Τμήμα Πολιτικής Αεροπορίας ήταν η επιστολή από τους δικηγόρους - Τεκμήριο 6, και απάντησε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει. Επιπλέον, ερωτήθηκε για την πίστωση του ποσού των €1.914,22 που έγινε στις 4.1.2013 και επανέλαβε ό,τι είχε αναφέρει σε σχέση με τη γνωμάτευση της Νομικής Υπηρεσίας. Επανεξεταζόμενη ερωτήθηκε αν οποιαδήποτε αλληλογραφία που στάληκε στους εναγόμενους επιστράφηκε και απάντησε ότι εξ' όσων γνωρίζει όχι, ούτε υπάρχει κάτι στους φακέλους. Ερωτήθηκε επίσης αν μπορεί να αλλάξει τα δεδομένα που υπάρχουν στο αρχείο και να τα τυπώσει κατά το δοκούν και απάντησε ότι στο λογιστικό σύστημα λογιστηρίου γίνονται αλλαγές όταν είναι να διορθωθεί μια διεύθυνση ή κάτι άλλο, αλλά δεν μπορεί να αλλοιωθούν τιμολόγια ή οτιδήποτε έχει εκδοθεί στο παρελθόν. Αγορεύσεις Οι δύο πλευρές κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των θέσεων τους, τις οποίες το Δικαστήριο έχει μελετήσει προσεκτικά, και αναφορά στις θέσεις που προβλήθηκαν σε αυτές θα γίνει πιο κάτω. Περαιτέρω, ο κ. Παπαντωνίου, στο στάδιο των αγορεύσεων δήλωσε ότι εγκαταλείπει τη θέση που προωθήθηκε στην παράγραφο 3 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης που είχε να κάνει με την κατ' ισχυρισμό αντισυνταγματικότητα των Νόμων 29 και 102 του 1989 και της Κ.Δ.Π. 575/
  25. Ο κ. Παπαντωνίου ζήτησε επίσης άδεια να αποσύρει την Ανταπαίτηση άνευ βλάβης των δικαιωμάτων των εναγομένων, αίτημα στο οποίο ο συνήγορος του ενάγοντος δεν έφερε ένσταση, διεκδικώντας, όμως, τα έξοδα του. Συνεπεία τούτου, η Ανταπαίτηση απορρίφθηκε ως αποσυρθείσα, με έξοδα υπέρ του ενάγοντος και εναντίον των εναγομένων, με τα έξοδα των ημερομηνιών κατά τις οποίες διεξήχθη η ακροαματική διαδικασία να είναι κατά ένα δεύτερο, καθότι η απαίτηση και η ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν. Έτσι, το θέμα της Ανταπαίτησης δεν θα απασχολήσει περαιτέρω. Αξιολόγηση μαρτυρίας Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με κάθε δυνατή προσοχή τη μοναδική μάρτυρα που κατέθεσε ενώπιον μου στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την αξιοπιστία της. Για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας της καθοδηγούμαι από διάφορους παράγοντες που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων της, η ύπαρξη σ' αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής που παρουσιάζεται, οι ευκαιρίες που είχε να γνωρίζει τα γεγονότα, η μνήμη της, οι λόγοι που είχε να θυμάται αυτά για τα οποία καταθέτει, η πηγή των γνώσεων της, η εν γένει συμπεριφορά της στο ειδώλιο του μάρτυρα κτλ.[1] Αντιφάσεις στη μαρτυρία, για να οδηγήσουν σε απόρριψη της, θα πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής και να δημιουργούν ρήγματα στην υπόθεση.[2] Μικροαντιφάσεις ή μικρές ανακρίβειες δεν αποδυναμώνουν μια γενικά πειστική μαρτυρία, αντίθετα, δυνατό να την ενδυναμώσουν καταδεικνύοντας την ανυπαρξία προσχεδιασμού ως προς το τι ο μάρτυρας θα καταθέσει.[3] Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα,[4] υπό την προϋπόθεση ότι η σχετική επιλογή αιτιολογείται.[5] Περαιτέρω, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων[6] και στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται.[7] Η κα Χρυσάνθου μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας, η οποία απαντούσε άμεσα και ευθέως σε όλες τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν. Θεωρώ ότι ήταν ειλικρινής και ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια, χωρίς να έχει οποιαδήποτε πρόθεση ή και λόγο να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Πλην μίας μικρής αντίφασης στην οποία θα αναφερθώ πιο κάτω, η μαρτυρία της παρέμεινε ακλόνητη κατά την αντεξέταση της, τα όσα δε ανέφερε υποστηρίζονται από την έγγραφη μαρτυρία που κατέθεσε. Ο κος Παπαντωνίου αναφέρει στα πλαίσια της γραπτής του αγόρευσης ότι ουδεμία ειδοποίηση στάληκε στους εναγόμενους, ούτως ώστε αυτοί να λάβουν γνώση για την επιβολή των τελών και να την αμφισβητήσουν διά Προσφυγής. Όπως προκύπτει, εισηγείται, από τις επιστολές που κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 5 (δέσμη 6 επιστολών), και ιδιαίτερα από την επιστολή ημερομηνίας 5.3.2007 η εν λόγω αλληλογραφία στάληκε σε λανθασμένη διεύθυνση και οι εναγόμενοι δεν την παρέλαβαν. Παρά το ότι ο κος Παπαντωνίου ανάλωσε μεγάλο μέρος της αντεξέτασης του σε σχέση με το θέμα αυτό, σημειώνω ότι ο δικογραφημένος ισχυρισμός των εναγομένων είναι ότι μέχρι το 2004 δεν ζητήθηκε από τους εναγόμενους κάποιο ποσό ως τέλος στάθμευσης. Συγκεκριμένα, στην παράγραφο 5(γ) της Υπεράσπισης των εναγομένων αναφέρεται ότι «Μέχρι το έτος 2004 δεν τους ζητήθηκε κανένα ποσό ως ενοίκιο ή τέλος στάθμευσης ή χρήσης» και στην παράγραφο 5(δ) αναφέρεται «Ουδέποτε ενημερώθηκαν για οποιαδήποτε υποχρέωση είχαν να καταβάλλουν τέλη στάθμευσης για τα αεροσκάφη τους μέχρι το 2004». Ο ισχυρισμός τούτος των εναγομένων γίνεται μάλιστα αποδεχτός από τον ενάγοντα, ο οποίος, στην παρ. 6 της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση αναφέρει ότι «Το Τμήμα παραδέχεται ότι το 2004 ενημέρωσε για πρώτη φορά τους εναγόμενους για τα οφειλόμενα ποσά, καθότι το 2004 εκδόθηκαν για πρώτη φορά τιμολόγια στη βάση των καταστάσεων λογαριασμών». Με την προβολή από τους εναγόμενους στο δικόγραφο τους του ισχυρισμού ότι ενημερώθηκαν για την υποχρέωση τους να καταβάλουν τέλη στάθμευσης για τα αεροσκάφη τους το 2004, και την παραδοχή του ισχυρισμού αυτού από τον ενάγοντα[8] το θέμα τούτο δεν ήταν στην ουσία πλέον επίδικο,[9] τουλάχιστο στο βαθμό που αφορούσε το πρώτο τιμολόγιο, το οποίο, σημειώνω, σύμφωνα και με τη μαρτυρία της κας Χρυσάνθου, πράγματι εκδόθηκε το 2004 (και συγκεκριμένα στις 19.3.2004) και αφορούσε τα τέλη στάθμευσης για τα έτη 2002, 2003 και 2004, κάτι που συνάδει πλήρως με τη δικογραφημένη θέση των εναγομένων ότι ενημερώθηκαν για πρώτη φορά για την επιβολή των σχετικών τελών το
  26. Πέραν, όμως, των ανωτέρω, σημειώνω τα εξής. Το ότι η ορθή διεύθυνση των εναγομένων είναι Τ.Κ. 24521, 1300 Λευκωσία, δεν αμφισβητείται. Τούτο δηλώθηκε από το συνήγορο των εναγομένων στα πλαίσια της αντεξέτασης της ΜΕ, αλλά αυτή είναι και η διεύθυνση στην οποία επιδόθηκε η παρούσα αγωγή, με υποκατάστατο επίδοση, διά διπλοσυστημένης επιστολής (Τεκμήριο 6), και, επιπλέον, είναι η διεύθυνση η οποία αναφέρεται στο επιστολόχαρτο των εναγομένων (Τεκμήριο 10). Η θέση της κας Χρυσάνθου καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας της ότι η αλληλογραφία αποστέλλετο στο Ταχ. Κιβ. (P.O. Box) 24521, δηλαδή στο ορθό ταχυδρομικό κιβώτιο, ήταν σταθερή και χωρίς αντιφάσεις. Η αντίφαση περιορίζεται μόνο στον ταχυδρομικό τομέα. Κρίνω ότι η μικρή αυτή αντίφαση που παρουσιάζεται ουσιαστικά στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της κας Χρυσάνθου (βλ. παρ. 12 και 13 του Τεκμηρίου Α) δεν είναι τέτοια που θα μπορούσε να κλονίσει τη θέση του ενάγοντος ότι τα τιμολόγια στάληκαν στους εναγόμενους ταχυδρομικώς και ότι κατά καιρούς αποστέλλονταν στους εναγόμενους επιστολές υπενθύμισης για τα οφειλόμενα τους, για τους λόγους που θα εξηγήσω πιο κάτω. Κατ' αρχάς κα Χρυσάνθου ανέφερε, τόσο στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της (παρ. 13 Τεκμηρίου Α), όσο και στα πλαίσια της αντεξέτασης της ότι όλη η αλληλογραφία με τους εναγόμενους γινόταν στη διεύθυνση που οι ίδιοι είχαν δηλώσει κατά την εγγραφή των αεροσκαφών τους στο κυπριακό Νηολόγιο. Όταν ερωτήθηκε στην αντεξέταση της ποια είναι η διεύθυνση αυτή είπε ότι είναι η διεύθυνση Τ.Κ. 24521, 1300 Λευκωσία, και εξήγησε ότι η διεύθυνση αυτή, αναγράφεται σε ένα έντυπο που συμπλήρωσαν οι εναγόμενοι. Επιπλέον, με δεδομένη την παραδοχή των εναγομένων στην Υπεράσπιση τους ότι ενημερώθηκαν για πρώτη φορά για τα τέλη το 2004, δεν υποβλήθηκε στη μάρτυρα θέση ότι τα τιμολόγια των επομένων ετών και οι επιστολές υπενθύμισης στάληκαν σε άλλη διεύθυνση απ' ότι το τιμολόγιο του 2004, ήταν δε σταθερή η θέση της μάρτυρος ότι όλη η αλληλογραφία αποστέλλετο στην ίδια διεύθυνση, ως ανωτέρω αναφέρθηκε. Περαιτέρω, η διεύθυνση στην οποία στάληκαν οι επιστολές υπενθύμισης, δεν είναι αυτή που αναφέρεται επ' αυτών, καθότι όπως εξήγησε η μάρτυρας στα πλαίσια της αντεξέτασης της, και ήταν ξεκάθαρη επί τούτου, η πλήρης διεύθυνση αναγράφεται / εκτυπώνεται σε label και μπαίνει έξω στο φάκελο, και αυτή η διεύθυνση είναι η διεύθυνση Τ.Κ. 24521, 1300 Λευκωσία, η οποία είναι η διεύθυνση που δόθηκε από τους εναγόμενους στο Τμήμα. Περαιτέρω, όταν ερωτήθηκε συγκεκριμένα κατά την αντεξέταση της αν είναι δυνατό να αναφέρεται στα τιμολόγια και κάποιες επιστολές ο ταχυδρομικός τομέας 2084, αλλά στο φάκελο να γράφουν 1300, η μάρτυρας εντελώς αυθόρμητα ζήτησε να δει την κατάσταση λογαριασμού, επειδή, ως ανέφερε, «συνήθως η διεύθυνση που εκτυπώνεται στο label είναι αυτή του statement». Στην κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 7) αναγράφεται η διεύθυνση P.O. Box 24521 1300 Lefkosia, που είναι η ορθή διεύθυνση των εναγομένων. Επισημαίνω δε, ότι μία εκ των επιστολών, η επιστολή της 23.10.2008 με την οποία προειδοποιούντο οι εναγόμενοι ότι σε περίπτωση μη εξόφλησης των επίδικων τελών θα λαμβάνονταν νομικά μέτρα εναντίον τους, στάληκε με συστημένο ταχυδρομείο όπως είπε η μάρτυρας αλλά και ως αποδεικνύεται από τη σχετική απόδειξη του ταχυδρομείου που επισυνάπτεται σε αυτή (Τεκμήριο 9). Η κα Χρυσάνθου, επανεξεταζόμενη, ερωτήθηκε αν επιστράφηκε οποιαδήποτε αλληλογραφία που στάληκε στους εναγόμενους και απάντησε ότι εξ' όσων γνωρίζει δεν επιστράφηκε, προσθέτοντας ότι ούτε υπάρχει κάτι στους φακέλους. Επιπλέον, η κα Χρυσάνθου ανέφερε επίσης ότι στην ίδια διεύθυνση στάληκαν και άλλα τιμολόγια που αφορούσαν ενοίκια, τα οποία πληρώθηκαν από τους εναγόμενους και κατέθεσε δύο εξ' αυτών (Τεκμήρια 12 και 13), τα οποία τιμολόγια, σημειώνω, είναι προγενέστερα τόσο των επίδικων τιμολογίων - Τεκμήριο 4 - όσο και των επιστολών - Τεκμήριο
  27. Τέλος, σημειώνω ότι μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, οι εναγόμενοι απέστειλαν επιστολή στο Γενικό Εισαγγελέα, ζητώντας του, για τους λόγους που επεξηγούν σε αυτή, να δώσει οδηγίες για απόσυρση της παρούσας αγωγής (Τεκμήριο 10). Στην εν λόγω επιστολή οι εναγόμενοι σε καμία περίπτωση δεν αναφέρουν ότι δεν είχαν λάβει γνώση για την επιβολή των τελών προ της έγερσης της αγωγής. Ούτε και άσκησαν Προσφυγή οι εναγόμενοι κατά της επιβολής τελών, αφού τους επιδόθηκε η παρούσα αγωγή. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω, κρίνω ότι η μικρή αντίφαση που παρουσιάζεται στη μαρτυρία της κας Χρυσάνθου σε σχέση με τον ταχυδρομικό τομέα και μόνο, δεν είναι τέτοια που θα μπορούσε να κλονίσει τη θέση της ότι τα τιμολόγια στάληκαν στους εναγόμενους ταχυδρομικώς και ότι κατά καιρούς τους αποστέλλονταν επιστολές υπενθύμισης για τα οφειλόμενά τους, γι' αυτό και αποδέχομαι τη μαρτυρία της αυτή. Σχολιάζοντας τη μαρτυρία της κας Χρυσάνθου, ο κος Παπαντωνίου, στα πλαίσια της γραπτής του αγόρευσης αναφέρει ότι διάφορα από τα τεκμήρια που παρουσιάστηκαν επανασυντάχτηκαν ή κατασκευάστηκαν για τους σκοπούς της παρούσας αγωγής, και αναφέρθηκε συγκεκριμένα στην κατάσταση λογαριασμού - Τεκμήριο 7 και στα τιμολόγια - Τεκμήριο
  28. Όμως, τέτοιες θέσεις δεν υποβλήθηκαν ευθέως στη μάρτυρα κατά την αντεξέτασή της, αφού η ερώτηση που της υποβλήθηκε ήταν «Μήπως το Τεκμήριο 11 και 12 το εκτυπώσατε πρόσφατα με τη νέα ορθή διεύθυνση και ταχυδρομικό τομέα από τον υπολογιστή σας;», στην οποία η μάρτυρας απάντησε «Δεν έγινε καμιά αλλαγή ή παρέμβαση, δεν μπορεί να γίνει». Σε κάθε περίπτωση, και σε σχέση με τα όσα ο κος Παπαντωνίου αναφέρει στη γραπτή του αγόρευση κρίνω ότι αυτά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να οδηγήσουν στο συμπέρασμα που εισηγείται, αφού, ουδέποτε ερωτήθηκε η μάρτυρας πότε εκτύπωσε την κατάσταση λογαριασμού - Τεκμήριο 7, στην οποία, εξάλλου, το ποσό που αναφέρεται πριν την πίστωση της 4.1.2013 είναι το ίδιο με το ποσό που αναφέρεται στην επιστολή ημερομηνίας 23.10.2008 (Τεκμήριο 8) (€13.685,92), ενώ, σε σχέση με τα τιμολόγια, η κα Χρυσάνθου ανέφερε ότι τα πρωτότυπα των τιμολογίων στάληκαν στους εναγόμενους, αλλά τα αντίγραφα βρίσκονται στο μηχανογραφημένο λογιστικό σύστημα, οι δε χρεώσεις μετατράπηκαν σε ευρώ. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της κας Χρυσάνθου (ΜΕ) ως αξιόπιστη. Ευρήματα Κατ΄ ακολουθία της αξιολόγησης της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και των παραδεκτών γεγονότων της υπόθεσης προχωρώ στη διατύπωση των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Οι εναγόμενοι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αγωγή, ήταν και είναι σωματείο εγγεγραμμένο στο μητρώο του Εφόρου Σωματείων και Ιδρυμάτων σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Σωματείων και Ιδρυμάτων Νόμου του 1972 και ασχολείται, μεταξύ άλλων, με τη βελτίωση του επιπέδου όλων όσων ασχολούνται με τα αεροπορικά πράγματα της Κύπρου αλλά και των επιπέδων ασφάλειας στις πτήσεις. Η αγγλική επωνυμία των εναγομένων είναι «NICOSIA AEROCLUB» (παρ. 2 της Υπεράσπισης των εναγομένων). Τα τέλη στάθμευσης μικρών αεροσκαφών κατά την επίδικη περίοδο καθορίζονταν στην Κ.Δ.Π. 332/2001 και στην Κ.Δ.Π. 575/2002 η οποία τροποποίησε την πρώτη (Τεκμήρια 1 και 2). Σύμφωνα με το Κυπριακό Νηολόγιο, οι εναγόμενοι ήταν ιδιοκτήτες τριών αεροσκαφών με βάρος μικρότερο των 5,7 τόνων, με εγγραφή 5B-CDR, 5B-CEM και 5B-CIT (Τεκμήριο 3). Το ΤΠΑ προέβη σε χρεώσεις για τα ετήσια τέλη στάθμευσης των τριών αεροσκαφών, εκδίδοντας τα ακόλουθα τιμολόγια: (α) το τιμολόγιο αρ. 83720 με ημερομηνία έκδοσης την 19.3.2004 για το ποσό των €7.688,70 (Λ.Κ.4.500) που αφορούσε την περίοδο 2002-2004, (β) το τιμολόγιο αρ. 90597 με ημερομηνία έκδοσης την 3.6.2005 για το ποσό των €2.998,59 (Λ.Κ.1.755) που αφορούσε το έτος 2005, και (γ) το τιμολόγιο αρ. 97802 με ημερομηνία έκδοσης την 13.4.2006 για το ποσό των €2.998,59 (Λ.Κ.1.755) που αφορούσε το έτος 2006 (Τεκμήριο 4).[10] Σύνολο €13.685,
  29. Το ΤΠΑ τηρούσε σχετική κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 7). Στις 4.1.2013, κατόπιν γνωμάτευσης της Νομικής Υπηρεσίας, το Τμήμα αφαίρεσε ποσό εκ €1.914,22 από το ποσό των €2.998,59 που αφορούσε το έτος 2006, με αποτέλεσμα, σήμερα τα επιβληθέντα αλλά μη καταβληθέντα τέλη να ανέρχονται σε €11.771,
  30. Η πρώτη φορά που οι εναγόμενοι ειδοποιήθηκαν ότι είχαν υποχρέωση να καταβάλλουν τέλη στάθμευσης για τα αεροσκάφη τους ήταν το
  31. Στους εναγόμενους στάληκαν τα τρία τιμολόγια, καθώς και αριθμός επιστολών υπενθύμισης (Τεκμήριο 5). Η τελευταία επιστολή έχει ημερ. 23.10.2008 και στάληκε με συστημένο ταχυδρομείο (Τεκμήριο 9). Η εν λόγω αλληλογραφία στάληκε στην ορθή διεύθυνση των εναγομένων και δεν επιστράφηκε από το ταχυδρομείο, και δημιουργήθηκε με τον τρόπο αυτό μαχητό τεκμήριο για την παραλαβή τους (Theodorou v The Abbot of Kykko Monastery

(1965)1 C.L.R. 9, 17 και 18), το οποίο δεν ανατράπηκε, εφόσον οι εναγόμενοι δεν προσέφεραν μαρτυρία στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης (Θεμιστοκλέους κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2007)3 Α.Α.Δ 415, 418). Οι εναγόμενοι δεν άσκησαν Προσφυγή δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος προς αναθεώρηση της πράξης επιβολής τελών στάθμευσης, είτε πριν είτε μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, και τα τέλη στάθμευσης παραμένουν οφειλόμενα. Στις 17.5.1999 οι εναγόμενοι είχαν υποβάλει αίτημα για διαγραφή κάποιων χρεώσεων για ενοίκια, αίτημα το οποίο εγκρίθηκε υπό την προϋπόθεση ότι θα καταβάλλονται τακτικά τα οφειλόμενα τέλη από τους εναγόμενους (Τεκμήριο 8). Περαιτέρω, μεταξύ του ΤΠΑ και των εναγομένων υπεγράφη συμφωνία που έχει ημερ. 12.2.2003 με τίτλο «License No. 10/2001 Grant of License to enter and use Government property (Plot of land)» που αφορούσε την περίοδο 1.1.2002 - 31.12.2002 με την οποία συμφωνήθηκε, έναντι καταβολής συγκεκριμένου ποσού, η παραχώρηση χώρου στο αεροδρόμιο Λάρνακας «for the purpose of erecting . a prefabricated building . for the purpose of providing services to light aircraft on ground.» Στο σημείο αυτό, σημειώνω ότι ο κος Παπαντωνίου αναφέρει στα πλαίσια της τελικής του αγόρευσης ότι «παρέμεινε αναντίλεκτος ισχυρισμός των εναγομένων ότι δεν είχαν 3 αεροπλάνα στη διάθεση τους από το 2001 αλλά είχαν μόνο ένα που στάθμευε στο αεροδρόμιο Λάρνακας» και ότι το γεγονός ότι στο Τεκμήριο 3 φαίνονται εγγεγραμμένα επ' ονόματι των εναγομένων 3 αεροπλάνα, δεν σημαίνει ότι τα αεροσκάφη στάθμευαν στο αεροδρόμιο κατά τον επίδικο χρόνο. Η θέση αυτή του κ. Παπαντωνίου, δεν με βρίσκει σύμφωνη, επειδή ουδεμία μαρτυρία δόθηκε προς απόδειξη τέτοιου ισχυρισμού από μέρους των εναγομένων. Η μόνη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου είναι το Τεκμήριο 3 που είναι πιστό αντίγραφο του Κυπριακού Νηολογίου, στο οποίο φαίνονται τρία αεροσκάφη εγγεγραμμένα επ΄ ονόματι των εναγομένων. Ο κος Παπαντωνίου σε άλλο σημείο της γραπτής του αγόρευσης αναφέρει επίσης ότι οι εναγόμενοι από το 2007 πληρώνουν ανάλογα δικαιώματα με αυτά που διεκδικούνται με την αγωγή στην Hermes Airports για μόνο ένα αεροπλάνο, και σε πολύ χαμηλότερο ποσό. Ο ισχυρισμός αυτός δεν ετέθη ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω του ενδεδειγμένου τρόπου, ήτοι μέσω μαρτυρίας, αλλά μέσω της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου των εναγομένων, που δεν αποτελεί αποδεκτό μέσο προσκόμισης μαρτυρίας (Νεοκλέους ν. Αλλαγιώτη
(2007)1(Α) Α.Α.Δ 561, 563), συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός και ν' αποτελέσει μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Νομική πτυχή Αρχίζοντας με την εξέταση των εγερθέντων από τους εναγόμενους προδικαστικών ενστάσεων, παρατηρούνται τα εξής. Σύμφωνα με την πρώτη προδικαστική ένσταση, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η απαίτηση του ενάγοντος έχει παραγραφεί. Ο συνήγορος των εναγομένων δεν αναπτύσσει την προδικαστική αυτή ένσταση στη γραπτή του αγόρευση. Δεδομένης, όμως της δικογράφησης του ισχυρισμού, αλλά και επειδή όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Χατζηστυλλή ν. Παπαδήμα
(2000)1 ΑΑΔ 551, 560-561, το ζήτημα της παραγραφής άπτεται αυτής τούτης της εξουσίας ή της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου να επιληφθεί μιας υπόθεσης και από τη στιγμή που τίθεται θέμα παραγραφής δεν πρέπει να προωθείται οτιδήποτε άλλο εκτός αν πρώτα το Δικαστήριο καταλήξει ότι δεν ευσταθεί, θα εξετάσω την εγερθείσα προδικαστική ένσταση. Σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημητρίου
(2012)1(Α) ΑΑΔ 834, 842, 843: «Ουδεμία αμφιβολία υπάρχει, και επί τούτου συμφωνούμε με το πρωτόδικο δικαστήριο, ότι το ισχύον δίκαιο προσδιορίζεται κατά το χρόνο προώθησης του δικονομικού διαβήματος. Στην προκείμενη περίπτωση, στις 2 Ιουνίου 2004, που κατατέθηκε από την εφεσίβλητη η εναρκτήρια αίτηση, ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου, βρισκόταν σε ισχύ η πριν την τροποποίηση με το Νόμο 169(Ι)/2006, διατύπωση του Άρθρου 15 του Ν.232/91 που προνοούσε: ..... Η αξίωση κρίνεται παραγεγραμμένη, με βάση το Άρθ.15 του Ν.232/91, όπως ίσχυε την ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης. ...» (έμφαση δική μου) Προκειμένου, λοιπόν, να αποφασισθεί κατά πόσο το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντος έχει παραγραφεί, το Δικαστήριο εξετάζει αν κατά το χρόνο που προωθείται το σχετικό δικονομικό διάβημα, το δικαίωμα επί του οποίου αυτό εδράζεται έχει παραγραφεί με βάση το καθεστώς όπως ισχύει κατά το χρόνο προώθησης του εν λόγω διαβήματος, εδώ της καταχώρησης της αγωγής, ήτοι την 18.6.
  1. Η βασική επί του θέματος της παραγραφής νομοθεσία ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο περί Παραγραφής Νόμος, Κεφ. 15 (Limitation of Actions, Cap. 15, 1959), στα πλαίσια του οποίου καθορίζονται περίοδοι παραγραφής για διάφορα αγώγιμα δικαιώματα ανάλογα με το είδος της αξίωσης. Στην προκειμένη περίπτωση η αξίωση ερείδεται σε επιβληθέντα, δυνάμει δευτερογενούς νομοθεσίας, τέλη στάθμευσης αεροσκαφών, τα οποία δεν πληρώθηκαν. Το Κεφ. 15 δεν περιέχει ειδική πρόνοια σε σχέση με τέτοιου είδους αγώγιμα δικαιώματα. Όμως, το άρθρο 5 του Κεφ. 15, προνοούσε τα εξής: «
  2. No action shall be brought upon, for, or in respect of, any cause of action not expressly provided for in this Law, or expressly exempted from the operation of this Law, after the expiration of six years from the date when such cause of action accrued.» Οι πρόνοιες του Κεφ. 15 εφαρμόστηκαν για μικρό χρονικό διάστημα αφού μετά τα γεγονότα του 1963 ψηφίστηκε ο περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμος του 1964, Ν. 57/1964, ο οποίος δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα στις 30.10.
  3. Με το νόμο αυτό εισήχθη η έννοια της «περιόδου αναστολής», η οποία, ως αναφέρεται στο άρθρο 3 αυτού, δεν υπολογίζεται στο χρόνο παραγραφής. Ο «χρόνος παραγραφής» ορίζεται στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του νόμου, ως ο χρόνος εντός του οποίου απαιτείτο η έναρξη οποιασδήποτε αγωγής με βάση οποιαδήποτε νομοθετική ρύθμιση τότε σε ισχύ και η «περίοδος αναστολής» ορίζεται ως η περίοδος που άρχεται την 21.12.1963 και λήγει σε ημερομηνία που θα καθοριζόταν με διάταγμα του Υπουργικού Συμβουλίου. Περαιτέρω με τον περί της Εξουσίας του Υπουργικού Συμβουλίου εν σχέσει προς τον Καθορισμόν της Λήξεως της Περιόδου Αναστολής της Παραγραφής Ερμηνευτικό Νόμο του 1971, Ν.25/71δόθηκε ερμηνεία στην εξουσία που δόθηκε στο Υπουργικό Συμβούλιο για καθορισμό της λήξης της περιόδου αναστολής. Ο Νόμος 57/64 στη συνέχεια τροποποιήθηκε με τον περί Αναστολής της Παραγραφής (Τροποποιητικό) Νόμο του 1982, Ν.36/82, ο οποίος δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα στις 18.6.
  4. Με το νόμο αυτό, η «περίοδος αναστολής», ορίζεται πλέον ως η περίοδος που αρχίζει από τις 21.12.63 και λήγει 3 μήνες μετά τη λήξη της έκρυθμης κατάστασης, η οποία «έκρυθμη κατάσταση» ορίζεται ως η δημιουργηθείσα λόγω της τούρκικης εισβολής κατάσταση η οποία εξακολουθεί να υφίσταται μέχρις ότου το Υπουργικό Συμβούλιο με σχετική γνωστοποίηση στην Επίσημη Εφημερίδα ορίσει ημερομηνία λήξης της κατάστασης αυτής. Επίσης, με τον τροποποιητικό Νόμο 36/82 καταργήθηκε ο προαναφερθείς Νόμος 25/
  5. Ο Νόμος 57/64 και ο τροποποιητικός αυτού Νόμος 36/82, καταργήθηκαν εν τέλει με τον περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμο του 2002, Ν.110(Ι)/2002, o οποίος δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 12.7.2002 και τέθηκε σε ισχύ την 1.6.
  6. Προνοήθηκε στο άρθρο 4 του νόμου αυτού ότι η κατάργηση των Νόμων του 1964 και 1982, δεν μπορεί με κανένα τρόπο «. να καταστήσει παραγεγραμμένο οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα το οποίο έχει διατηρηθεί σε ισχύ δυνάμει των καταργημένων Νόμων, εκτός αν και μέχρις ότου συμπληρωθεί μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου, νέος και από την αρχή χρόνος παραγραφής για το εν λόγω αγώγιμο δικαίωμα». Συνεπώς αγώγιμα δικαιώματα που ενέπιπταν στο άρθρο 5 του Κεφ. 15 θα παραγράφονταν έξι έτη μετά την 1.6.
  7. Παρά τη ψήφιση του πιο πάνω Νόμου 110(Ι)/2002, το Κεφ. 15 δεν αφέθηκε ουσιαστικά από το νομοθέτη να επανέλθει σε ισχύ. Λίγο πριν τη συμπλήρωση της πιο σύντομης περιόδου παραγραφής που προβλεπόταν στο Κεφ. 15 - 2 έτη - δημοσιεύθηκε ο Νόμος 60(Ι)/2007 (στις 31.5.2007) ο οποίος αύξησε την περίοδο αυτή σε 3 έτη. Ακολούθως, η ισχύς ολόκληρου του Κεφ. 15 ανεστάλη διαδοχικά από τις 30.5.2008, μέχρι τις 31.3.2009 (Ν.28(Ι)/2008και Ν.34(Ι)/2008), 31.3.2010 (Ν.16(Ι)/2009), 30.11.2010 (Ν.20(Ι)/2010), 31.3.2011 (Ν.111(Ι)/2010), 31.12.2011 (Ν.41(Ι)/2011)και 30.6.2012 (Ν.159(Ι)/2011). Συνεπώς, στις 18.6.2009, ήτοι την ημέρα καταχώρησης της παρούσας αγωγής, ο περί Παραγραφής Νόμος, Κεφ. 15, τελούσε σε αναστολή, και είναι η κρίση μου ότι το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντος δεν ήταν παραγεγραμμένο, και ως εκ τούτου η πρώτη προδικαστική ένσταση θα πρέπει ν' απορριφθεί. Σύμφωνα με τη δεύτερη προδικαστική ένσταση, οι εναγόμενοι αναφέρουν ότι η παρούσα αγωγή είναι καταχρηστική καθ' ότι καταχωρήθηκε πολλά χρόνια μετά τη δημιουργία του ισχυριζόμενου χρέους, ήτοι από το
  8. Η προδικαστική αυτή ένσταση δεν προωθήθηκε πέρα από το στάδιο της δικογράφησης ούτε και αναπτύσσεται στην τελική αγόρευση του συνηγόρου των εναγομένων και θα μπορούσε να θεωρηθεί ως εγκαταληφθείσα. Σε κάθε περίπτωση, σημειώνω τα εξής. Στην υπόθεση David Scattergood v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 142, 151 λέχθηκε ότι «κατάχρηση διαδικασίας έχουμε συνήθως όταν η διαδικασία καταστρατηγεί την καλή πίστη, είναι άσχετη, εκδικητική ή καταπιεστική». Εξετάζοντας τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, δεν εντοπίζω οποιοδήποτε ίχνος στοιχείου από το οποίο να προκύπτει καταχρηστική ή καταπιεστική συμπεριφορά από μέρους του ενάγοντος ή συμπεριφορά του η οποία να τείνει στην αθέμιτη εξασφάλιση της αξίωσης του. Ούτε υποβλήθηκε κάτι το οποίο θα μπορούσε να εκληφθεί ως σχετικό προς τη μάρτυρα του ενάγοντος. Ούτε και πρόκειται για αξίωση εν σχέσει με την οποία εκκρεμεί κάποια άλλη διαδικασία, ούτως ώστε να τίθεται θέμα κατάχρησης (Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Παρρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217). Εξάλλου η παρούσα αγωγή ακολούθησε της αποστολής σωρείας επιστολών προς τους εναγόμενους, με την τελευταία να έχει σταλεί στις 23.10.2008, και με τις οποίες το ΤΠΑ ζητούσε από τους εναγόμενους να διευθετήσουν τις οικονομικές τους υποχρεώσεις έναντι του Τμήματος. Δεν μπορώ να συμφωνήσω, λοιπόν, με τη θέση των εναγομένων ότι η παρούσα αγωγή είναι καταχρηστική, εκ του γεγονότος και μόνο ότι αυτή δεν ασκήθηκε άμα τη επιβολή των τελών (τα πρώτα εκ των οποίων επιβλήθηκαν το 2004), ούτε και συνάγεται εκ του γεγονότος τούτου πρόθεση για επίτευξη αλλότριου σκοπού ή εκ προθέσεως καθυστέρηση που να δημιούργησε πίεση στους εναγόμενους. Σύμφωνα με την τρίτη προδικαστική ένσταση, ο ενάγοντας δεν νομιμοποιείται προς έγερση της παρούσας αγωγής, αφού σύμφωνα με το νόμο ο μόνος που νομιμοποιείται προς έγερση της παρούσας αγωγής είναι ο Διευθυντής του Τμήματος Πολιτικής Αεροπορίας. Στα πλαίσια της τελικής του αγόρευσης ο συνήγορος των εναγομένων αναφέρει ότι ο ενάγων δεν νομιμοποιείται να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή, και ότι η αγωγή θα έπρεπε να κατατεθεί εκ μέρους του Διευθυντή Πολιτικής Αεροπορίας που είναι με βάση το Νόμο και τους Κανονισμούς ο αρμόδιος για να επιβάλει και να εισπράξει τέλη και όχι ο Γενικός Εισαγγελέας. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με την πιο πάνω θέση των εναγομένων. Σύμφωνα με το άρθρο 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, το οποίο έχει πλαγιότιτλο «Αγωγαί υπό ή κατά της Δημοκρατίας»: «
  1. Αγωγαί υπό της Δημoκρατίας εvαvτίov oιoυδήπoτε πρoσώπoυ, εκτός εάv άλλως πρoβλέπεται υπό oιoυδήπoτε vόμoυ, θα εγείρωvται εv ovόματι τoυ Γεvικoύ Εισαγγελέως της Δημoκρατίας, και αγωγαί εκ μέρoυς oιoυδήπoτε πρoσώπoυ κατά της Δημoκρατίας, εκτός εάv άλλως πρoβλέπεται υπό oιoυδήπoτε vόμoυ, θα εγείρωvται εvαvτίov τoυ Γεvικoύ Εισαγγελέως της Δημoκρατίας ως εvαγoμέvoυ. Τoιαύται αγωγαί, τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv oιoυδήπoτε vόμoυ ή διαδικαστικoύ καvovισμoύ, θα εκδικάζωvται κατά τov αυτόv τρόπov, ως πρoς όλας τας απόψεις, ως και αι δίκαι μεταξύ ιδιωτώv διαδίκωv.» Συνεπώς αγωγές της Δημοκρατίας εναντίον οποιουδήποτε προσώπου εγείρονται εν ονόματι του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά σε οποιοδήποτε νόμο, τέτοια δε διάταξη δεν εντοπίζεται στον περί Πολιτικής Αεροπορίας Νόμο του 2002, Ν.213(Ι)/2002, ως αυτός ίσχυε κατά το χρόνο καταχώρησης της παρούσας αγωγής, ούτε και ο συνήγορος των εναγομένων επικαλείται κάτι τέτοιο. Έπεται πως και η τρίτη προδικαστική ένσταση θα πρέπει να απορριφθεί. Πέραν των ανωτέρω, ο συνήγορος των εναγομένων, στα πλαίσια της αγόρευσης του, κάνει αναφορά στο άρθρο 51 του περί Πολιτικής Αεροπορίας Νόμου του 2002, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 7 του Νόμου 96(Ι)/2011, για να εισηγηθεί ότι οι ενάγοντες δεν παρουσίασαν στοιχεία ότι διαβουλεύθηκαν με τους εναγόμενους πριν την επιβολή των τελών. Ο περί Πολιτικής Αεροπορίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Νόμος του 2011, Ν. 96(Ι)/2011τέθηκε σε ισχύ στις 22.7.2011, δεν ήταν, συνεπώς, σε ισχύ, ούτε όταν τα επίδικα τέλη καθορίστηκαν με τις Κ.Δ.Π. 332/2001 και Κ.Δ.Π. 575/2002, ούτε όταν τα τέλη επιβλήθηκαν με τα τρία τιμολόγια ημερ. 19.3.2004, 3.6.2005 και 13.4.2006 για τα έτη 2002 -
  2. Τα τέλη στάθμευσης αεροσκαφών καθορίζονται στους περί Αεροπλοΐας (Τέλη Αεροδρομίου) Κανονισμούς του
  3. Οι εν λόγω κανονισμοί τροποποιήθηκαν αρκετές φορές από της εκδόσεως τους. Στις 27.7.2001 ο Δεύτερος Πίνακας των εν λόγω κανονισμών στον οποίο καθορίζονται τα τέλη στάθμευσης αεροσκαφών αντικαταστάθηκε με την Κ.Δ.Π. 332/2001, στην επιφύλαξη της παραγράφου 1 του οποίου καθορίζεται ότι: «(γ) αεροσκάφη βάρους μέχρι 2,5 τόνων που έχουν ως συνηθισμένη βάση τους αερολιμένες της Δημοκρατίας καταβάλλουν αντί οποιουδήποτε άλλου τέλους στάθμευσης τέλος £500 για κάθε ημερολογιακό έτος ή μέρος αυτού για την περίοδο από 1.4.2002 μέχρι 31.10.2004, £585 για την περίοδο από 1.11.2004 μέχρι 31.10.2007 και £685 από την 1.11.2007.». Η ως άνω παράγραφος (γ) της επιφύλαξης αντικαταστάθηκε αργότερα με την Κ.Δ.Π. 575/2002 η οποία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα στις 29.11.2002, με την ακόλουθη: «(γ) αεροσκάφη βάρους μέχρι 5,7 τόνων που έχουν ως συνηθισμένη βάση τους αερολιμένες της Δημοκρατίας καταβάλλουν αντί οποιουδήποτε άλλου τέλους στάθμευσης τέλος £500 για κάθε ημερολογιακό έτος ή μέρος αυτού για την περίοδο από 1.4.2002 μέχρι 31.12.2004, £585 για την περίοδο από 1.1.2005 μέχρι 31.12.2007 και £685 από την 1.1.2008.». Δυνάμει της πιο πάνω πρόνοιας της Κ.Δ.Π. 575/2002 επιβλήθηκαν τα επίδικα τέλη. Αυτό που πρέπει πρωτίστως να αποφασιστεί, εφόσον θα επηρεάσει και το εύρος των θεμάτων που μπορεί να θεωρηθούν ως επίδικα στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, είναι το κατά πόσο η επιβολή των εν λόγω τελών αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, στην οποία περίπτωση το Ανώτατο Δικαστήριο[11] με βάση το Άρθρο 146 του Συντάγματος θα ήτο αποκλειστικά αρμόδιο να ελέγξει τη νομιμότητα της πράξης αυτής, δεδομένου ότι η αποκλειστική τούτη αναθεωρητική δικαιοδοσία «αποκλείει την εξέταση, άμεσα, έμμεσα ή παρεμπιπτόντως, από οποιοδήποτε δικαστήριο άλλο από το Ανώτατο Δικαστήριο, της νομιμότητας και εγκυρότητας εκτελεστής διοικητικής πράξης και κάθε προπαρασκευαστικής πράξης ή ενέργειας συναφούς προς την έκδοσή της» (Takis P. Markides Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1424). Ο συνήγορος των εναγομένων φαίνεται να αποδέχεται στην παράγραφο 6 της τελικής του αγόρευσης ότι η επιβολή των τελών συνιστά διοικητική πράξη. Αλλά το θέμα αυτό, ως θέμα δικαιοδοτικό και ένεκα της σημασίας του ως αυτή εξηγήθηκε πιο πάνω, θα εξετασθεί. Η Πλήρης Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην ΑΕ 169/06, Altan Salih Niazi v. Δημοκρατίας (Αρ. 1)
(2009)3 Α.Α.Δ. 218, 221 - 222, προσδιόρισε τις πράξεις που δύνανται να αναθεωρηθούν με βάση το Άρθρο 146 του Συντάγματος, ως ακολούθως: «Η αναθεωρητική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου περιορίζεται στον έλεγχο της νομιμότητας εκτελεστών διοικητικών πράξεων. Πράξη για να είναι εκτελεστή θα πρέπει να είναι (α) προϊόν άσκησης εκτελεστικής ή διοικητικής λειτουργίας, (β) από όργανο, αρχή ή πρόσωπο, (γ) το όργανο να ενεργεί στη σφαίρα του δημοσίου και όχι του ιδιωτικού δικαίου και (δ) να παράγει νομικά αποτελέσματα με άμεση νομική ισχύ.» Καθοδηγούμενη από τις αρχές της ελληνικής νομολογίας, η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του πότε πράξη είναι εκτελεστή διοικητική πράξη, είναι πολύ πλούσια. Στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Sunoil Bunkering Ltd
(1994)3 A.A.Δ. 26, 31, οι αρχές συνοψίστηκαν ως ακολούθως: «Το κριτήριο για την εκτελεστότητα διοικητικής πράξης ή απόφασης είναι η παραγωγή έννομων αποτελεσμάτων, δηλαδή η γένεση εξ αυτής δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Πράξη είναι εκτελεστή εφόσον επιβάλλει υποχρεώσεις στο διοικούμενο, μη υφιστάμενες πριν την έκδοσή της, η μη εκπλήρωση των οποίων παρέχει το δικαίωμα στη Διοίκηση να επικαλεσθεί τα μέσα του δικαίου για την εκτέλεσή τους.» Και στα Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, 1929-59, σελ. 236-237 αναφέρεται ότι: «Εις προσβολή δι΄ αιτήσεως ακυρώσεως δεν υπόκειται οιαδήποτε πράξις απορρέουσα εκ διοικητικού οργάνου, δρώντος ως τοιούτου, αλλά μόνο αι εκτελεσταί πράξεις, τουτέστιν εκείναι δι΄ ων δηλούται βούλησις διοικητικού οργάνου, αποσκοπούσα εις την παραγωγήν εννόμου αποτελέσματος έναντι των διοικούμενων και συνεπαγομένη την άμεσον εκτέλεσιν αυτής δια της διοικητικής οδού. Το κύριον στοιχείον της εννοίας της εκτελεστής πράξεως είναι η άμεσος παραγωγή εννόμου αποτελέσματος, συνισταμένου εις την δημιουργίαν, τροποποίησιν ή κατάλυσιν νομικής καταστάσεως, ήτοι δικαιωμάτων και υποχρεώσεων διοικητικού χαρακτήρος παρά τοις διοικουμένοις.» Δεδομένου του ότι πράξεις που λαμβάνονται από το ίδιο διοικητικό όργανο μπορεί να εμπίπτουν είτε στον τομέα του δημοσίου δικαίου είτε στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου, ομοίως πλούσια είναι η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως προς το διαχωρισμό αυτό. Παραπέμπω, ενδεικτικά και μόνο, στις υποθέσεις Antoniou and others v. Republic
(1984)3 C.L.R. 623, Tamasos Tabacco Supplies & Co. v. Δημοκρατίας
(1991)3 Α.Α.Δ. 407, Altan Salih Niazi (ανωτέρω), Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 882, Κολοκάσης ν. Δημοκρατίας
(2008)3 Α.Α.Δ. 373, και Shoham (Cyprus) Ltd v. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 404, από την οποία και το απόσπασμα που ακολουθεί: «Κατά την εξέταση του κατά πόσο μια πράξη της διοίκησης εμπίπτει εντός της δυνάμει του άρθρου 146.1 του Συντάγματος δικαιοδοσίας πρέπει να λαμβάνεται πρωτίστως υπόψη η φύση και ο χαρακτήρας της συγκεκριμένης πράξης ή απόφασης. Αυτό το θέμα πρέπει να εξετάζεται επί της ουσίας και υπό τις περιστάσεις της κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης. Πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη η υπόσταση του Οργάνου το οποίο έλαβε την απόφαση καθώς και οι περιστάσεις λήψης της. Είναι δυνατό για το ίδιο ΄Οργανο να ενεργεί είτε εντός της σφαίρας του ιδιωτικού δικαίου ή εντός της σφαίρας του δημοσίου δικαίου, ανάλογα με τη φύση της πράξης του. Αυτό που αποτελεί τον σημαντικό και αποφασιστικό παράγοντα είναι η φύση και ο χαρακτήρας της συγκεκριμένης λειτουργίας, αντικείμενο της προσφυγής. ΄Οπου η λειτουργία του διοικητικού οργάνου έχει σαν πρωταρχικό σκοπό την προαγωγή δημοσίου σκοπού αυτός ο σκοπός έχει θεωρηθεί σαν χαρακτηριστικό πράξης ή απόφασης εντός της σφαίρας του δημοσίου δικαίου (Βλ. Greek Registrar of the Co-Operative Societies etc. v. Nicolaides
(1965)3 C.L.R. 164, 170, 171 και Vakana v. Republic, 3 R.S.C.C. 91). Το ότι μια πράξη η οποία πρωτίστως επηρεάζει ιδιωτικά δικαιώματα μπορεί να ενταχθεί στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου λόγω κάποιου ιδιαίτερου συμφέροντος του κοινού στη σωστή εφαρμογή της συγκεκριμένης νομοθετικής διάταξης έχει τονιστεί στην Republic v. M.D.M. Estate Development Ltd
(1982)3 C.L.R. 642, 655 (απόφαση Ολομέλειας). Αυτό που είναι σχετικό για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης είναι κατά πόσο σε σχέση με τη συγκεκριμένη λειτουργία οι εφεσίβλητοι ενεργούσαν με την ιδιότητα "οργάνου, αρχής ή προσώπου ασκούντων εκτελεστικήν ή διοικητικήν λειτουργίαν", εντός της έννοιας του άρ. 146.1 του Συντάγματος (Bλ. Stamatiou v. The Electricity Authority of Cyprus, 3 R.S.C.C. 44, 45-46).». Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στην παρούσα υπόθεση, σημειώνω τα εξής. Το Τμήμα Πολιτικής Αεροπορίας αποτελεί διοικητική αρχή της Δημοκρατίας και κέκτηται αποφασιστικής αρμοδιότητας στον τομέα της επιβολής τελών στάθμευσης αεροσκαφών. Η λειτουργία του εν λόγω Τμήματος, τόσο γενικά, αλλά και στην προκειμένη περίπτωση της επιβολής τελών στάθμευσης, έχει ως πρωταρχικό στόχο την ευόδωση δημοσίων σκοπών, με το κοινό να διατηρεί ενδιαφέρον στην πραγμάτωση τους και ορθή εφαρμογή τους, εφόσον σχετίζεται με τη λειτουργία, διαχείριση και ασφάλεια των αερολιμένων της Δημοκρατίας, και, κατ' επέκταση, με την κρατική κυριαρχία, αλλά και με την οικονομία του τόπου, δεδομένου ότι η στάθμευση αεροσκαφών στους αερολιμένες της Δημοκρατίας επιτρέπεται μόνο όταν καταβάλλονται τα υπό της δευτερογενούς νομοθεσίας καθοριζόμενα τέλη. Το Τμήμα, επιβάλλοντας τα επίδικα τέλη, άσκησε, κατά την κρίση μου, δημόσια εξουσία, μονομερώς, παράγουσα έννομα αποτελέσματα έναντι των εναγομένων, δηλαδή υποχρεώσεις που δεν υφίσταντο πριν την έκδοση της πράξης, με άμεση ισχύ. Υπό το φως των ανωτέρω, καταλήγω ότι η πράξη επιβολής των επίδικων τελών στους εναγόμενους συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη. Το ίδιο ακριβώς θέμα, δηλαδή το κατά πόσο η πράξη επιβολής τελών στάθμευσης αεροδρομίων με βάση την Κ.Δ.Π. 575/02 αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, απασχόλησε την Έντιμη Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Ε.Δ. στην αγωγή αρ. 1499/09, Ε.Δ. Λάρνακας, Γενικός Εισαγγελέας ν. Airmotive Aviation Ltd, ημερ. 8.6.2012, και τον Έντιμο Χ. Χαραλάμπους Ε.Δ., στην αγωγή αρ. 3027/09, Ε.Δ. Λάρνακας, Κυπριακής Δημοκρατίας διά του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν. Στέλιου Οράτη, ημερ. 23.12.2013, οι οποίοι καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα. Της πιο πάνω κατάληξης δοθείσας, και λαμβάνοντας υπόψη ότι εναντίον των επίδικων πράξεων επιβολής τελών δεν ασκήθηκε Προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, τα τέλη κατέστησαν απαιτητά με αγωγή, στα πλαίσια της οποίας η νομιμότητα της απόφασης για την επιβολή τους δεν μπορεί να αμφισβητηθεί (Amazing Trading Ltd v. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1136). Έτσι, θέματα που εγέρθηκαν από τους εναγόμενους ως προς το κατά πόσο είχαν ένα αεροπλάνο στο Αεροδρόμιο Λάρνακας, κάτι το οποίο δεν αποδείχθηκε σε κάθε περίπτωση με μαρτυρία, όπως προανέφερα, ή τρία (θέμα το οποίο θα μπορούσε να αναχθεί σε πραγματική πλάνη), ως και το κατά πόσο η πράξη συνιστά αναδρομική επιβολή τελών (θέμα το οποίο θα μπορούσε να αναχθεί σε νομική πλάνη), αποτελούν θέματα που δεν μπορεί να απασχολήσουν στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, ως θέματα που αγγίζουν την ορθότητα και τη νομιμότητα της εκτελεστής διοικητικής πράξης επιβολής των τελών, και εκτός της καθ' ύλην αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου. Στην Υπεράσπιση των εναγομένων προβλήθηκε επίσης ο ισχυρισμός ότι οι ενάγοντες κωλύονται εξ υποσχέσεων που έδιδαν στους εναγόμενους από του να απαιτούν οποιοδήποτε ποσό αφού τους καθησύχαζαν ότι δεν θα προβούν σε καμία χρέωση λόγω των πενιχρών συνθηκών κάτω από τις οποίες ανάγκαζαν τους εναγόμενους να διατηρούν τα αεροσκάφη τους. Η μάρτυρας του ενάγοντος δεν αποδέκτηκε τα περί υποσχέσεων στους εναγόμενους, ενώ ως προς τις συνθήκες που επικρατούσαν στο αεροδρόμιο Λάρνακας επισήμανε ότι σύμφωνα με τη σύμβαση - Τεκμήριο 11, οι εναγόμενοι είχαν τη δυνατότητα να δημιουργήσουν τις κατάλληλες υποδομές για τη συντήρηση των αεροσκαφών τους, ενώ οι εναγόμενοι, όπως προαναφέρθηκε, δεν προσέφεραν μαρτυρία. Με βάση την προσφερθείσα στην υπόθεση μαρτυρία, κρίνω ότι η σχετική υπεράσπιση των εναγομένων δεν έχει αποδειχθεί στο βαθμό που απαιτείται. Περαιτέρω, ελλείψει ισχυρισμού ότι τα επίδικα τέλη καταβλήθηκαν, κρίνω ότι ο ενάγων έχει αποδείξει την απαίτηση του και δικαιούται σε απόφαση υπέρ του, για το ποσό των €11.771,70, στο οποίο η απαίτηση έχει περιοριστεί. Κατάληξη Στη βάση όλων των ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντος και εναντίον των εναγομένων για το ποσό των €11.771,70 με νόμιμο τόκο από 18.6.2009 (που είναι η ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής) μέχρι εξοφλήσεως. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βρίσκω λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα. Συνεπώς τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντος και εναντίον των εναγομένων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα έξοδα, όμως των ημερομηνιών κατά τις οποίες διεξήχθη η ακροαματική διαδικασία να είναι κατά ένα δεύτερο, καθότι η απαίτηση και η ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν. (Υπ.) .............. Μ. Θεοκλήτου, Προσ. Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Μεταξύ άλλων, C & A Pelekanos Associates Limited ν. Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280 - 1281, Χατζηγεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ.
  1. [2] Πολ. Έφ. 195/09, Swepco Construction Ltd v. Επίσημου Παραλήπτη κ.α., ημερ. 30.5.
  2. [3] Μεταξύ άλλων, Ποιν. Έφ. 23/15, Μαρκίτσης ν. Αστυνομίας, 21.4.16, σελ. 12 και 13 της απόφασης. [4] Μεταξύ άλλων, Kadis v. Nicolaou
(1986)1 CLR 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 454. [5] Μεταξύ άλλων, Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. [6] Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056,
  1. [7] Σύγγραμμα Ηλιάδη και Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, 2014, σελ.
  2. [8] Σύγγραμμα Ηλιάδη και Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, 2014, σελ. 279, Δ.24 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. [9] Σύγγραμμα Ηλιάδη και Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, 2014, σελ.
  3. [10] Στα κατατεθέντα τιμολόγια φαίνεται το ποσό και σε κυπριακές λίρες («Indicative amount in CY Pounds»). [11] Κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήτοι πριν την τροποποίηση του Συντάγματος με τον περί της Όγδοης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμο του 2015, Ν.130(Ι)/
  4. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.