← Κύπρος

Οργανισμού Χρηματοδότησης Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Ανδρούλλα Αρτεμίου Σάββα κ.α., Αγωγή αρ. 4054/2005, 13/6/2016

Οργανισμού Χρηματοδότησης Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Ανδρούλλα Αρτεμίου Σάββα κ.α., Αγωγή αρ. 4054/2005, 13/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A362 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 4054/2005 Μεταξύ: Οργανισμού Χρηματοδότησης Τραπέζης Κύπρου Λτδ Εναγόντων Ανδρούλλα Αρτεμίου Σάββα Ανδρέα Φιάκα Αντώνη Σταυρινίδη Εναγομένων Ημερομηνία: 13.6.2016 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Καθ'ων η αίτηση: κ. Ν. Κουρσάρης, για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο αρ. 2: κ. Χ. Μ. Χρυσάνθου με κ. Α. Λύτρα, για Μιχαλάκης Κυπριανού & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Αναφορικά με την αίτηση, ημερ. 7.8.2015, του Εναγομένου αρ. 2 - Αιτητή για παραμερισμό της απόφασης ημερ. 15.6.2005 στην ως άνω αγωγή. Με την υπό κρίση αίτηση ο Εναγόμενος αρ. 2 - Αιτητής εξαιτείται꞉ «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο παραμερίζεται (set aside) και/ή ακυρώνεται η Απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 15/06/2005 εναντίον του Εναγομένου 2 - Αιτητή στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Β. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία κρίνει εύλογη και/ή δίκαιη το Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις. Γ. Έξοδα.». Η Αίτηση βασίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.33, Δ.17, θ.10, Δ.48, θ.θ. 1, 2, 4, 9(h), Δ.26, θ.14 και Δ.64 και στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση εμφαίνονται στο φάκελο του Δικαστηρίου και στην ένορκη δήλωση (στο εξής «η Ε/Δ»), ημερ. 7.8.2015, του Εναγόμενου αρ. 2, κ. Ανδρέα Φιακά, η οποία συνοδεύει την αίτηση. Ο κ. Φιακάς δηλώνει ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης, με βάση τα όσα έχει βιώσει καθώς επίσης με βάση τα όσα έχει διαβάσει σε έγγραφα που περιήλθαν πρόσφατα στην κατοχή του. Έχει, δε, λάβει νομική συμβουλή από το δικηγόρο του αναφορικά με τα νομικά ζητήματα. Στις παρα. 6 έως 35 της Ε/Δ του κ. Φιακά, παρατίθεται η αιτιολογία στη βάση της οποίας ζητείται ο παραμερισμός της ερήμην του εκδοθείσας απόφασης στην ως άνω αγωγή. Τις παραθέτω αυτούσιες꞉ «

  1. Κατ' αρχήν αναφέρω ότι υπηρετώ αδιάλειπτα από τις 15/05/1978 μέχρι και σήμερα στην Αστυνομική Δύναμη Κύπρου.
  2. Έχω τον βαθμό του Ανώτερου Υπαστυνόμου και από τις 30/11/2011 είμαι ο υπεύθυνος του Αστυνομικού Σταθμού Πολεμιδιών στη Λεμεσό.
  3. Από τον Ιανουάριο 2010 διαμένω με την σύζυγο μου στην οδό Ομονοίας αριθμός 30 στη Λεμεσό.
  4. Την Εναγόμενη 1 τη γνωρίζω προσωπικά δεδομένου ότι μεταξύ των ετών 1996 και Σεπτεμβρίου 2004 συζούσα μαζί της στην οδό που καταγράφεται στον τίτλο της αγωγής.
  5. Αναφέρω ότι ουδέποτε ήμουν παντρεμένος με την Εναγόμενη
  6. Από τον Σεπτέμβριο 2004 μέχρι τέλος Ιανουαρίου 2005 είχα επικοινωνία με την Εναγόμενη
  7. Αναφέρω ότι κατά το χρονικό διάστημα που συζούσα με την Εναγόμενη 1, η τελευταία είχε οικονομικές υποχρεώσεις σε διάφορα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.
  8. Κατά τη διάρκεια που συζούσα με την Εναγόμενη 1, κατόπιν παράκλησής της, εγγυήθηκα μία τραπεζική διευκόλυνση που της παραχωρήθηκε από την Ενάγουσα. Συγκεκριμένα, εγγυήθηκα σύμβαση ενοικιαγοράς του μχανοκίνητου οχήματος με αριθμό εγγραφής ΗΥΤ970, η οποία σύμβαση ενοικιαγοράς και εγγύηση είναι το αντικείμενο της παρούσας αγωγής. Αναφέρω ότι η αρχική αξία του εν λόγω αυτοκινήτου στις 24/09/2002 σύμφωνα με την συμφωνία ενοικιαγοράς ήταν Λίρες Κύπρου 15.800, δηλαδή €26,995.
  9. Από γνωμάτευση που έχω λάβει από πωλητή αυτοκινήτων, η αξία του αυτοκινήτου, εάν είχε κατασχεθεί από την Ενάγουσα τον Ιούνιο 2005, σύμφωνα με το διάταγμα, θα ήταν περί τις Λίρες Κύπρου 10,500 δηλαδή €17,940.32 και θα υπερκάλυπτε το υπόλοιπο της συμφωνίας ενοικιαγοράς (τριών χρόνων αυτοκίνητο).
  10. Αναφέρω επίσης ότι κατόπιν παράκλησης της Εναγομένης 1, συνήψα ένα δάνειο με την Ενάγουσα και αιτήθηκα και έλαβα μία πιστωτική κάρτα.
  11. Τόσο το ποσό του πιο πάνω δανείου όσο και της πιστωτικής κάρτας χρησιμοποιήθηκαν αποκλειστικά από την Εναγόμενη
  12. Παρά τις υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις της προς εμένα ότι θα εξοφλούσε τις εν λόγω υποχρεώσεις, η Εναγόμενη 1 δεν τήρησε τον λόγο της και η Ενάγουσα τελικά κίνησε δύο αγωγές στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, η πρώτη με αριθμό 2563/2007 εναντίον μου και η δεύτερη με αριθμό 2564/2007 εναντίον μου ως πρωτοφειλέτη και της Εναγόμενης 1 και τρίτου προσώπου ως εγγυητές. Στις 16/06/2009 εκδόθηκαν εκ συμφώνου αποφάσεις εναντίον μου στις εν λόγω αγωγές.
  13. Αναφέρω ότι η Ενάγουσα δεν μου είχε αναφέρει για την ύπαρξη οποιασδήποτε άλλης υποχρέωσής μου ως εγγυητή σε σχέση με διευκολύνσεις προς την Εναγόμενη 1 ή πρωτοφειλέτη για προσωπική μου τραπεζική διευκόλυνση.
  14. Από το Σεπτέμβριο 2004 η σχέση μου με την Εναγόμενη 1 είχε ουσιαστικά διακοπεί. Αναφέρω, μεταξύ άλλων, ότι είχε κλονιστεί σε ανεπανόρθωτο βαθμό η εμπιστοσύνη μεταξύ μας, λόγω πράξεων της Εναγομένης 1 αλλά και της διαταραχής της ψυχικής υγείας της Εναγομένης
  15. Λόγω της κατάστασης της ψυχικής υγείας της Εναγομένης αυτή παρακολουθείτο από ψυχίατρο.
  16. Από το Σεπτέμβριο 2004 μέχρι και Ιανουάριο 2005 είχα επικοινωνία μαζί της για ανθρωπιστικούς λόγους. Δυστυχώς, επειδή η Εναγόμενη 1 προκαλούσε προβλήματα και στην εργασία μου, μεταξύ άλλων, με ψευδείς καταγγελίες εναντίον μου, τέλος Ιανουαρίου 2005 και μετέπειτα δεν είχα καμία επαφή ή επικοινωνία μαζί της.
  17. Λόγω των προβλημάτων που καταγράφω πιο πάνω με την Εναγόμενη 1, από το Σεπτέμβριο 2004 ενοικίαζα διαμέρισμα το οποίο βρισκόταν στην οδό Γιαννιτσών αριθμός 46, διαμέρισμα 202 στο Στρόβολο - Λευκωσία για να διαμένω. Το εν λόγω διαμέρισμα ήταν πολύ μικρό και επειδή ήθελα χώρο για να με επισκέπτονται και διανυκτερεύουν τα παιδιά μου από το γάμο που είχα, από τις 09/12/2004, ενοικίαζα την αστυνομική κατοικία με αριθμό Δ.38 η οποία βρισκόταν στο Πλατύ - Αγλαντζιά. Σχετικό λογαριασμό της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου για το χρονικό διάστημα μεταξύ 09/12/2004 μέχρι 04/02/2005 έχω στην κατοχή μου και επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α στην παρούσα.
  18. Περί το έτος 2007 διαπίστωσα ότι η Εναγόμενη 1 είχε διαπράξει αριθμό ποινικών αδικημάτων που σχετίζονταν με την παλστογραφία εγγράφων και άλλα σχετικά αδικήματα και καταδικάστηκε σε φυλάκιση από αρμόδιο Δικαστήριο. Επίσης, μεταγενέστερα πληροφορήθηκα ότι η ΣΠΕ Λατσιών (ως ήταν τότε) πώλησε το 2006 την κατοικία η οποία ήταν εγγεγραμμενη στο όνομα της Εναγομένης
  19. Επίσης, πληροφορήθηκα ότι η Εναγόμενη 1 είναι πτωχεύσασα από τον Απρίλιο
  20. Κατά ή περί τον Ιανουάριο 2010 έλαβα δύο επιστολές από την Ενάγουσα ημερομηνίας 12/01/2010 στην οδό Κιλκίς αριθμός 6 στη Δρομολαξιά όπου διέμενα τότε, με τις οποίες με ενημέρωναν για την εγγραφή μέμο σε ακίνητη περιουσία μου αναφορικά με την αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με αριθμό 2563/
  21. Τις εν λόγω επιστολές έχω στην κατοχή μου και επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Β και Γ αντίστοιχα. Σημειώνω ότι στις εν λόγω επιστολές δεν μου γινόταν οποιαδήποτε ενημέρωση από την Ενάγουσα για την ύπαρξη των αποφάσεων στις αγωγές 4054/2005 και 5669/2005 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας.
  22. Περί τον Νοέβριο 2011 η Ενάγουσα απέστειλε επιστολή προς τον τότε δικηγόρο μου ημερομηνίας 04/11/2009 με την οποία τον πληροφόρησαν, μεταξύ άλλων, για τις δικαστικές αποφάσεις στις αγωγές Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με αριθμούς 2563/2007 και 2564/
  23. Την εν λόγω επιστολή έχω στην κατοχή μου και επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Δ. Η Ενάγουσα δεν με ενημέρωσε τότε για την ύπαρξη άλλης αγωγής ή απόφασης εναντίον μου.
  24. Κατά ή περί τον Δεκέμβριο 2011 κατέληξα σε προφορική συμφωνία με λειτουργό της Ενάγουσας, κύριο Βανέζη με τον οποίο συμφωνήσαμε ότι θα κατέβαλλα το χρηματικό ποσό των €15.000 και η Ενάγουσα μαζί με όσα ποσά είχα πληρώσει, πλέον χρηματικό ποσό των €2.500 που έλαβε η Ενάγουσα από συμψηφισμό (χωρίς τη γνώση και συγκατάθεσή μου) που είχε κάνει η ίδια από λογαριασμό αποταμίευσης που θα διατηρούσα και θα εξοφλούνταν όλες οι υποχρεώσεις μου προς την Ενάγουσα. Σχετική βεβαίωση έλαβα από την Ενάγουσα με ημερομηνία 27.12.2011, την οποία έχω στην κατοχή μου και επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Ε.
  25. Περί τον Μάρτιο 2015 έλαβα τηλεφώνημα από κάποιο κύριο ο οποίος μου συστήθηκε ως ιδιωτικός ντετέκτιβ και μου ανέφερε ότι με ψάχνει η Ενάγουσα για κάποιες εγγυήσεις μου. Αμέσως εγώ σκέφτηκα ότι η μόνη εγγύηση που είχα υπογράψει ήταν αυτή σε σχέση με την αγορά μηχανοκίνητου οχήματος από την Εναγόμενη 1 με αριθμούς εγγραφής ΗΥΤ
  26. Στις 26/06/2015 μου επιδόθηκαν στην εργασία μου, δηλαδή στον αστυνομικό σταθμό Πολεμιδιών στη Λεμεσό, δύο επιστολές των δικηγόρων Χρυσαφίνης & Πολυβίου ημερομηνίας 11/03/2015 με την οποία με καλούσαν, μεταξύ άλλων, όπως εντός 30 ημερών εξοφλήσω τις εξ αποφάσεως οφειλές μου στις αγωγές του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με αριθμούς 4054/2005 και 5669/
  27. Τις εν λόγω επιστολές έχω στην κατοχή μου και επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΣΤ και ΤΕΚΜΗΡΙΟ Ζ αντίστοιχα.
  28. Μετά που παρέλαβα τις πιο πάνω επιστολές και δεδομένου ότι ουδέποτε μου επιδόθηκαν στο παρελθόν οι εν λόγω αγωγές, βρήκα δικηγόρο στη Λευκωσία και του έδωσα οδηγίες να προχωρήσει με έρευνα στους φακέλους του Δικαστηρίου και να με ενημερώσει σχετικά.
  29. Από την έρευνα στους φακέλους του Δικαστηρίου ο δικηγόρος μου, έλαβε αντίγραφα, μεταξύ άλλων, της ένορκης δήλωσης επίδοσης, ημερομηνίας 01/06/2005 του κ. Μιχάλη Νεοφύτου - δικαστικού επιδότη της αγωγής με αριθμό 4054/2005 στην οποία καταγράφεται ότι την αγωγή παρέλαβε εκ μέρους μου στις 26/5/2005 η Εναγόμενη
  30. Περαιτέρω, στην εν λόγω ένορκη δήλωση αναληθώς καταγράφεται ότι είναι σύζυγος και συγκάτοικος μου. Επαναλαμβάνω ότι από τον Ιανουάριο 2005 δεν είχα καμία επικοινωνία με την Εναγόμενη
  31. Πέραν του γεγονότος ότι ουδέποτε μου επιδόθηκε η εν λόγω αγωγή, προκύπτουν διάφορα εύλογα ερωτήματα τα οποία είναι και μεταξύ άλλων η Υπεράσπισή μου, όπως (α) Για ποιο λόγο, αφού η Εναγόμενη 1 είναι πτωχεύσασα έχει στην κατοχή της και είναι εγγεγραμμένο το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς ΗΥΤ970, αντικείμενο της παρούσας αγωγής; (β) Για ποιο λόγο η Ενάγουσα δεν προχώρησε με την κατάσχεση του μηχανοκίνητου οχήματος με αριθμούς ΗΥΤ970 και την πώληση του με πλειστηριασμό ως είχε δικαίωμα με την απόφαση που εκδόθηκε στις 15/06/
  32. (γ) Για ποιο λόγο η Ενάγουσα δεν με ενημέρωσε ενωρίτερα. (δ) Η αξία του οχήματος έχει μειωθεί από τις 15/06/2005, ημερομηνία έκδοσης της απόφασης. Γιατί πρέπει να κληθώ εγώ να πληρώσω την αδιαφορία της Ενάγουσας. (ε) Γιατί δεν μου έγινε οποιαδήποτε γραπτή ενημέρωση για παραλείψεις της Εναγόμενης 1 να καταβάλλει ως είχε υποχρέωση με βάση την συμφωνία ενοικιαγοράς τη μηνιαία δόση της. (στ) Γιατί δεν μου κοινοποιήθηκε ο τερματισμός της συμφωνίας ενοικιαγοράς. (ζ) Γιατί η Ενάγουσα, αφού γνώριζε τη διεύθυνση και/ή στοιχεία επικοινωνίας μαζί μου δεν με ενημέρωσε εμένα προσωπικά δεδομένου ότι είχα επικοινωνία με την Ενάγουσα. (η) Γιατί η Ενάγουσα δεν έκανε οποιαδήποτε ενέργεια ενωρίτερα. (θ) Η υπέρμετρη καθυστέρηση της Ενάγουσας να λάβει οποιαδήποτε μέτρα εναντίον της Εναγομένης 1 επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα μου ως εγγυητή. (ι) Στη σύμβαση εγγύησης και αποζημίωσης υπάρχει ρήτρα η οποία είναι καταχρηστική. Συγκεκριμένα, προβλέπει ότι αποκηρύττω όλα τα δικαιώματα μου ως εγγυητής που δυνατό να μην συμφωνούν με τις πρόνοιες εγγύησης. Εξ όσων λαμβάνω νομικής συμβουλής είναι παράνομο να γίνεται περιορισμός των δικαιωμάτων εγγυητή που πηγάζουν από το νόμο. (κ) Ενώ οι τόκοι υπερημερίας με βάση τη συμφωνία ενοικιαγοράς προβλέπεται ότι θα υπολογίζονται με ετήσιο ποσοστό ίσο προς το εκάστοτες ισχύον βασικό επιτόκιο της Τράπεζας Κύπρου προσαυξημένο κατά 7%, στις επιστολές τερματισμού οι τόκοι υπερημερίας υπολογίζονται με επιτόκιο 8%.
  33. Εξ όσων πολύ καλά γνωρίζω, σύμφωνα με τα όσα ίσχυαν και εξακολουθούν να ισχύουν στην Αστυνομία, εάν οποιοδήποτε πρόσωπο επιθυμούσε να μου επιδώσει οποιοδήποτε έγγραφο, θα μπορούσε να επικοινωνήσει με το γραφείο του Αρχηγού Αστυνομίας ο οποίος είτε θα παραλάμβανε το έγγραφο ως εργοδότης μου είτε θα παρέπεμπε την/ον ενδιαφερόμενη/ο στο χώρο εργασίας που υπηρετούσα κατά τον τότε ουσιώδη χρόνο.
  34. Επίσης η Ενάγουσα κατά πάντα ουσιώδη χρόνο γνώριζε τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου μου (99....77) ο οποίος είναι ο ίδιος από το έτος 1995 περίπου.
  35. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αγωγή, γνωρίζω ότι η Ενάγουσα είχε γνώση τόσο του επαγγέλματος μου όσο και του αριθμού του κινητού τηλεφώνου μου αφού ήμουν πελάτης της και μου ζητήθηκαν τα πιο πάνω στοιχεία από λειτουργούς της Ενάγουσας.
  36. Επαναλαμβάνω ότι ουδέποτε μου επιδόθηκε η παρούσα αγωγή. Έλαβα γνώση της απόφασης στις 26/06/2015 και το συντομότερο δυνατό έλαβα τα δέοντα δικαστικά διαβήματα για παραμερισμό της απόφασης.
  37. Ενημέρωσα λειτουργό της Ενάγουσας ότι είχα πρόθεση να λάβω τα δέοντα δικαστικά διαβήματα και ότι προέβηκα σε καταγγελία στην Αστυνομία για την πλαστογράφηση της υπογραφής μου σε έγγραφο στην αγωγή με αριθμό 5669/2005 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας.
  38. Με βάση τα πιο πάνω πιστεύω ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως παραμεριστεί η εκδοθείσα απόφαση εναντίον μου.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Οι Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση ενίστανται στην αίτηση. Στην ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης που καταχώρησαν στις 2.3.2016, εγείρουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης, τους οποίους παραθέτω αυτολεξεί꞉ «(α) Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου. (β) Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου των δικαιωμάτων του αντιδίκου και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of process of the Court). (γ) Ο εναγόμενος / αιτητής παρέλειψε να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης εντός του χρονικού πλαισίου που προνοείται από τους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, μετά από την νομότυπη επίδοση σε αυτόν του κλητηρίου εντάλματος στις 26.5.2005 και/ή μέχρι σήμερα. (δ) Ο εναγόμενος / αιτητής δεν εγείρει κανένα ουσιαστικό και/ή οποιοδήποτε λόγο για την παράλειψη καταχώρησης είτε σημειώματος εμφάνισης του είτε της Έκθεσης Υπεράσπισης του εντός του χρονικού πλαισίου που προνοείται από τους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς. (ε) Ο εναγόμενος / αιτητής δεν εγείρει κανένα ουσιαστικό και/ή καλόπιστο λόγο και/ή οποιοδήποτε λόγο για την παράλειψη καταχώρησης είτε σημειώματος εμφάνισης του είτε προώθησης της υπόθεσης του γενικότερα και κατά και προώθησης της υπεράσπισης του, την οποία προσπαθεί τώρα με την παρούσα αίτηση να προωθήσει. (στ) Ο εναγόμενος / αιττής δεν εγείρει οποιαδήποτε καλόπιστη και/ή οποιαδήποτε υπεράσπιση αναφορικά με την ουσία της παρούσας αγωγής. (ζ) Ο εναγόμενος / αιτητής δεν παρουσιάζει σοβαρούς και/ή επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν το αιτητικό. (η) Η παρούσα αίτηση αποτελεί προσπάθεια του αιτητή να δικαιολογήσει την έλλειψη ενδιαφέροντος των υποχρεώσεων του προς τους ενάγοντες / καθ'ων η αίτηση. (θ) Οι ενάγοντες / καθ' ων η αίτηση ακολούθησαν και ακολουθούν πάντα την ορθή και/ή ενδεδειγμένη διαδικασία. (ι) Η ακύρωση και/ή παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Ενάγοντες / καθ'ων η αίτηση, παρεμποδίζοντας τους από το να εισπράξουν το λαβείν τους από την προς όφελός τους εκδοθείσα απόφαση. (κ) Η αιτούμενη ακύρωση και/ή παραμερισμός της απόφασης θα είχε ως μοναδικό σκοπό να πλήξει την απονομή της δικαιοσύνης και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί υπό τις περιστάσεις.». Η ένσταση βασίζεται στους περί περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς (Civil Procedure Rules) Δ.17, θ.10, Δ.26, θ.2, 10 και 14, Δ.33, θ.3 και 5, Δ.48, θ. 1, 2, 3, 4, 8 και 9, Δ.57, θ.2, επί του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ως και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου και από το περιεχόμενου του φακέλου του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η ένσταση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση, ημερ. 2/3/2016, του κ. Ανδρέα Βανέζη, από τη Λευκωσία, ο οποίος, ως δηλώνει, είναι στην υπηρεσία των Εναγόντων, είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους Ενάγοντες να προβεί στην ένορκη δήλωση αυτή, γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης από έγγραφα που έχει στην κατοχή του και τη φύλαξή του και από πληροφορίες που έχει συγκεντρώσει. Για τα νομικά ζητήματα έχει λάβει νομική συμβουλή από τους εξωτερικούς δικηγόρους των Εναγόντων. Παραθέτω αυτούσιες τις παρα. 3(α)(β) έως 13 της Ε/Δ του κ. Βανέζη꞉ «
  39. [...] Τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως αυτά φαίνονται από το φάκελο του Δικαστηρίου έχουν ως ακολούθως꞉ (α) Η ανωτέρω αγωγή σε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε στις 20.5.
  40. (β) Το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στον εναγόμενο 3 στις 15.6.2005 υπογράφοντας γι' αυτόν η εναγόμενη
  41. Μέχρι σήμερα δεν έχει καταχωρηθεί οποιοδήποτε σημείωμα εμφάνισης.
  42. Σε σχέση με τις παραγράφους 20 - 23 της ένορκης δήλωσης του εναγομένου, τους οποίους απορρίπτω, αναφέρω ότι αυτός δεν ενημέρωσε ποτέ γραπτώς τους ενάγοντες για οποιαδήποτε αλλαγή στη διεύθυνσή του.
  43. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς που αναφέρονται στην παρα. 24 της ένορκης δήλωσης αναφέρω ότι η συμφωνία για διευθέτηση των υποχρεώσεων με κατάθεση €15.000 αφορούσε μόνο τις προσωπικές υποχρεώσεις του κ. Ανδρέα Φιάκα ως αναφέρεται και στην επιστολή (Τεκμήριο Ε) και όχι τις εξ εγγυήσεως του προς την κα Μαρία Αρτεμίου. Έχουν διευθετηθεί οι προσωπικές υποχρεώσεις του κ. Ανδρέα Φιάκα το 2011 (αγωγές 2563/2007 και 2564/2007). Εντούτοις, παραμένει υπόχρεος αναφορικά με τις εξ εγγυήσεως υποχρεώσεις της κας Ανδρούλας Αρτεμίου Σάββα οι οποίες πηγάζουν από τις αγωγές 5669/2005 και 4054/
  44. Σε σχέση με την παράγραφο 28 της ένορκης δήλωσης, αναφέρω ότι στο συμβόλαιο με αριθμό 081006315798 η δοθείσα διεύθυνση από την κα Ανδρούλα Αρτεμίου Σάββα είναι «Τερψιθέας 16, 2040 Στρόβολος». Είναι η ίδια διεύθυνση του κ. Ανδρέα Φιάκα. Η επίδοση από τον ιδιωτικό επιδότη κ. Μιχάλη Νεοφύτου έγινε στην κα Ανδρούλα Αρτεμίου Σάββα αναφέροντας ότι είναι σύζυγος / συγκάτοικος.
  45. Απορρίπτω τους ισχυρισμούς που περιέχονται στις παραγράφους 29 - 34 της ένορκης δήλωσης και αναφέρω ότι όλες οι επιστολές στάλθηκαν στον εναγόμενο 3 στην τελευταία γνωστή διεύθυνση που είχε η Τράπεζα στην κατοχή της.
  46. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στις παραγράφους 29 και 30 της ένορκης δήλωσης του αιτητή είναι η θέση μας ότι αυτοί δεν ευσταθούν. Προς υποστήριξη της θέσης μου αναφέρω ότι꞉ (α) Ο εναγόμενος / αιτητής δεν προβάλλει καμία πειστική δικαιολογία και/ή κανένα σημαντικό λόγο για τη μη καταχώριση εμφάνισης του. (β) Περαιτέρω, ισχυρίζομαι πως καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας της παρούσας υπόθεσης, οι ενάγοντες τήρησαν ορθά και ακολούθησαν τη νόμιμη διαδικασία συμφώνως προς τους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας.
  47. [...] Εάν ο εναγόμενος/ αιτητής ήθελε με σοβαρότητα να αμφισβητήσει και υπερασπιστεί τον εαυτό τους στους ισχυρισμούς των εναγόντων, ως αυτοί εμφαίνονταν δια μέσω του κλητηρίου εντάλματος, τότε έπρεπε να καταχωρήσει εμφάνιση εντός των πλαισίων καθοριζομένων εκ των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Είναι η θέση μας ότι οι ενάγοντες / καθ΄ων η αίτηση είχαν κάθε δικαίωμα, μετά την παρέλευση αρκετού χρόνου (ήτοι 2 μηνών) στον οποίο ο εναγόμενος / αιτητής δεν είχε καταχωρήσει εμφάνιση, να καταχωρήσουν αίτηση για απόφαση εναντίον του, από τη στιγμή που ο εναγόμενος / αιτητής είχε αρκετό χρόνο για να καταχωρήσει την εμφάνισή του και δεν το έπραξε, αλλά έστω και προσωπικά να πληροφορήσει τους Ενάγοντες περί της πρόθεσής του να καταχωρήσει εμφάνιση. [...]
  48. [...]
  49. [...] Ο εναγόμενος / αιτητής όχι μόνο απέτυχε με την ένορκη δήλωση να αποδείξει ότι υπήρχε οποιοσδήποτε σοβαρός και/ή εύλογος λόγος και/ή οποιοσδήποτε λόγος για την παράλειψη καταχώρισης υπεράσπισης, αλλά και δεν αναφέρθηκαν οποιοιδήποτε πειστικοί και/ή εύλογοι λόγοι για την παροχή εκ πρώτης όψεως καλόπιστης υπεράσπισης.
  50. Είναι η θέση μου ότι ο εναγόμενος/αιτητής δεν επέδειξε εύλογη επιμέλεια για την υπόθεσή του και αντιθέτως για μεγάλο χρονικό διάστημα ήταν αδρανής σε σημείο που να έχει απεμπολήσει (waived) οποιονδήποτε δικαίωμα για να θέτει ισχυρισμούς όπως αυτούς που θέτει με την αίτησή του ημερ. 7.8.
  51. Περαιτέρω ισχυρίζομαι και λέγω ότι από νομική συμβουλή που λαμβάνω [...] στην παρούσα υπόθεση υπάρχει κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας (abuse of the process of the Court) υπό την έννοια ότι εξαντλήθηκαν όλα τα χρονικά περιθώρια και/ή προθεσμίες που είχε στη διάθεσή του ο εναγόμενος / αιτητής για την προώθηση της υπεράσπισης και της υπόθεσής του και παρόλα αυτά δεν το έπραξε. Πιστεύω δεν ότι η καταχώρηση της παρούσας αίτησης έγινε απλώς και μόνο για να καθυστερήσει τη διαδικασία και να εμποδίσει τους ενάγοντες / καθ' ων η αίτηση από την είσπραξη του λαβείν τους.» (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Διεξήχθηκε η ακρόαση στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, χωρίς να ζητηθεί η αντεξέταση οποιουδήποτε εκ των ομνυόντων. Ολοκλήρωθηκε η ακρόαση με τις γραπτές αγορεύσεις που παρέδωσαν στο Δικαστήριο οι συνήγοροι των διαδίκων και στις οποίες ανέπτυξαν τη νομική επιχειρηματολογία προς υποστήριξη των θέσεών τους εκατέρωθεν. Έχω μελετήσει τις θέσεις τους και παραθέτω πιο κάτω τη νομική ανάλυση και εκτίμηση του Δικαστηρίου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η ακύρωση απόφασης που εκδίδεται στην απουσία διαδίκου αποτελεί, βάσει της Δ.17 θ.10, ζήτημα το οποίο εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, η Δ.17 θ.10 προβλέπει ότι: «
  52. Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους Κανονισμούς αυτής της Διάταξης, θα είναι νόμιμο δια το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι.». Οι αρχές με βάση τις οποίες ασκείται η σχετική διακριτική ευχέρεια αποτέλεσαν το αντικείμενο πολλών Αγγλικών και Κυπριακών αποφάσεων (Evans ν. Bartlam [1937] 2 All E.R 646, Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company

(1961)C.L.R. 317, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159, Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Mine and Quarry Services Ltd. ν. Α. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ. ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ.
(1997)1 Α.Α.Δ. 28). Κύπρος Γεωργίου ν Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1999)(Αρ.2) 1Γ ΑΑΔ 1938, κ.α.). Οι εν λόγω αρχές συνοψίσθηκαν στην υπόθεση Φυλακτού κ.α. ν. Μιχαήλ
(1982)1 ΑΑΔ 204, 210, ως ακολούθως, (σε μετάφραση): «Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο πρέπει να προσπαθεί να ισοζυγίζει δύο παράγοντες, οι οποίοι είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης. Την ανάγκη αποτελεσματικής διασφαλίσεως από τη μια του δικαιώματος ακροάσεως του διαδίκου και την ανάγκη διασφαλίσεως ταχείας διεκπεραιώσεως των δικαστικών υποθέσεων από την άλλη. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απωλεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης (βλ. παρατηρήσεις του Λόρδου Δικαστή Megaw στην Lambert v. Mainland Market [1977] 2 All E.R. 826, 833). Το αποτέλεσμα της νομολογίας είναι ότι το δικαστήριο δεν πρέπει να εφευρίσκει τρόπους αφαίρεσης από τους διαδίκους του δικαιώματος τους να ακουστούν στην υπόθεσή τους εφόσον αποκαλύπτουν υπεράσπιση. Ωστόσο, το δικαστήριο μπορεί, οπωσδήποτε, να αρνηθεί να επανανοίξει μια υπόθεση, εάν η συμπεριφορά ενός διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης. Οσάκις η διαγωγή του διαδίκου ο οποίος αιτείται παραμερισμό απόφασης δεν δύναται να συγχωρεθεί λόγω εμφανούς καταφρονήσεως της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου το δικαστήριο μπορεί κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να αρνηθεί ακύρωση της απόφασης.» Έχουν νομολογιακά καθιερωθεί δύο διαφορετικές περιπτώσεις στις οποίες δικαιολογείται ο παραμερισμός μιας δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του επηρεαζόμενου εναγομένου. Συγκεκριμένα, στην σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερ. 15.1.2013, (δοθείσα από τον Ναθαναήλ, Δ.), στην Πολιτική Έφεση 205/2010, Κυριακή Τσεσμέλογλου ν Σοφοκλή Σοφοκλέους, η κατηγοριοποίηση των περιπτώσεων περιγράφηκε ως εξήςː «Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει σε ποιες περιπτώσεις είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς ακύρωση απόφασης ληφθείσας λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης. Διακρίνονται δύο περιπτώσεις: (α) όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε παράνομα, δηλαδή, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, οπότε και η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae, και (β) όπου η απόφαση είναι μεν νομότυπη, αλλά ο αιτούμενος τον παραμερισμό της παρουσιάζει διά ενόρκου δηλώσεως εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, ενώ επεξηγεί ταυτόχρονα το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης, χωρίς τη συμμετοχή του.». Όσον αφορά την πρώτη κατηγορία ανωτέρω, έχει διασαφηνισθεί νομολογιακά ότι, εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι δεν υπήρξε καλή και νομότυπη επίδοση, τότε το Δικαστήριο παύει να δικαιούται να εξετάσει οποιοδήποτε άλλο στοιχείο (π.χ. το αν υπήρξε καθυστέρηση ή όχι και το αν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως καλή και καλόπιστη υπεράσπιση ή όχι), διότι στερείται πλέον διακριτικής ευχέρειας να διατηρήσει την απόφαση σε ισχύ. Παραπέμπω συναφώς στην απόφαση ημερομηνίας 15/6/2006 στην Πολιτική Έφεση 12230, Γεώργιος Π. Γεωργίου Εμπορευόμενος υπό τη μη εγγεγραμμένη εμπορική επωνυμία GPG Electronics Ltd v. Minico House Ltd
(2006)ΙΑ Α.Α.Δ 550, στην Inter-Global (Financial Services) Ltd v. Χριστοφή Πέππη
(2005)ΙΑ Α.Α.Δ 213, White v. Weston
(1968)2 ALL ER 842, στην Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου
(1997)1 Α.Α.Δ. 247, καθώς και στην Κτηματικές Επιχειρήσεις Μάκης Αυξεντίου Λτδ ν. 1. Ιωάννη Κυριακίδη 2. Σάλωνα Συμεού
(2000)ΙΑ Α.Α.Δ 601), όπου αναφέρθηκαν τα εξής από τον, Χρυσοστομή, Δ., ο οποίος έδωσε την απόφαση του Εφετείου, στη σελίδα 250: «Από τη στιγμή που η επίδοση κρίθηκε κακή και η διαπίστωση αυτή ήταν ορθή κατά τη γνώμη μας, (βλ. Δ.5 θ.2 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας), το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο ex debito justitiae να παραμερίσει την απόφαση και δεν ετίθετο θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Έκαστος έχει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του (βλ. Άρθρο 3.3 (α) και (β) του Συντάγματος).». Όσον αφορά τη δεύτερη κατηγορία ανωτέρω, στην προμνησθείσα απόφαση Κυριακή Τσεσμέλογλου, ανωτέρω, διευκρινίσθηκε ότι «σημασία αποκτούν επίσης αφενός το χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει μεταξύ της απόφασης και της αίτησης παραμερισμού και αφετέρου η χρησιμότητα του τυχόν παραμερισμού, από την άποψη ότι αν δεν υπάρχει κάποια υπεράσπιση, τότε ο παραμερισμός δεν εξυπηρετεί.». Ως προς το βάρος της απόδειξης της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης, παραπέμπω στην απόφαση Merkis v. Yiannoukas and another
(1994)1 AAA 736 όπου λέχθηκε ότι «από το σκεπτικό της Evans ν. Bartlam συνεπάγεται ότι- i. Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης ... ii. ... Σχετικά με τη μαρτυρία την οποία πρέπει να προσκομίσει ο αιτητής για να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, αυτή πρέπει να είναι υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιαδήποτε άλλη έγγραφη μαρτυρία συνημμένη στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οποιονδήποτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσης του, αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους κανόνες της Πολιτικής Δικονομίας.». Έχει νομολογηθεί ότι η αποκάλυψη μιας καλής υπόθεσης ή συζητήσιμης υπεράσπισης, προϋποθέτει την προσκόμιση κάποιων αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία εξυπακούεται ότι εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας όπως προβάλλεται μέσα από την ένορκη δήλωση, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνον αν θα εξυπηρετηθεί ο χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων (βλ. Πατουρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118. 2124 και Γεώργιος Φρίξου Γεωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείου Κώστα Παύλου & Σία Λτδ
(2000)1(B) Α.Α.Δ., 1101 σελ. 1106). Εκεί όπου η προβαλλόμενη υπεράσπιση δεν φέρει τα αναγκαία χαρακτηριστικά και ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται (Παρασκευά Κωνσταντίνου κ.ά. v. ΥΡ Trade & Service Ltd, 3225/2011, απόφαση ημερ. 12 Ιουνίου 2013). Όπως έχει επίσης διευκρινισθεί στην απόφαση Κυριακή Τσεσμέλογλου, ανωτέρω - «Η ανάδειξη εκ πρώτης όψεως καλής και συζητήσιμης υπεράσπισης που συνιστά κυρίαρχο παράγοντα σε αιτήσεις του είδους, ουδέποτε εξετάζεται κατ΄ απομόνωση. Ανάλογα με τα περιστατικά, οι υπόλοιποι παράγοντες ή κριτήρια αποκτούν λιγότερη ή περισσότερη σημασία. Ικανά ακόμη και να αντισταθμίσουν την καλή υπεράσπιση. [...] Όπως έχει κατ΄ επανάληψη λεχθεί (δέστε, για παράδειγμα, Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941), η χωρίς επαρκή λόγο παράλειψη εμφάνισης αποτελεί βάσιμο λόγο για απόρριψη της αίτησης παραμερισμού, διαφορετικά η όλη πορεία της δικαστικής διαδικασίας θα άφηνε αιωρούμενα τα εκατέρωθεν δικαιώματα και θα ήταν δέσμια της κρίσης του εναγόμενου σε σχέση με το χρόνο που ο ίδιος επιλέγει να καταχωρήσει την αίτηση παραμερισμού. Όταν η συμπεριφορά του διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει το θεμέλιο της δικαιοσύνης, το Δικαστήριο έχει καθήκον να αρνείται την επαναφορά (F.P.P. Fish Processing Ltd v. Nicolaou Acqua Culture Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 2054).». Στην απόφαση, ημερ. 21.5.2015, στην Πολιτική Έφεση Αρ. 35/2010, Ανδρέας Ψαράς ν Ιωάννης Γιάγκου, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστηρίου ως προς το ότι είναι αναγκαίο να εξισορροπείται, αφενός, το δικαίωμα του διάδικου που αιτείται τον παραμερισμό απόφασης να ακουστεί στην αγωγή και, αφετέρου, του δικαιώματος του επιτυχόντος διάδικου - ενάγοντα να κριθεί η υπόθεσή του εντός ευλόγου χρόνου. Σχετικό το εξής απόσπασμα꞉ «Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι το συνταγματικό δικαίωμα ενός ατόμου να ακούγεται ενώπιον του Δικαστηρίου αντισταθμίζεται και εξισορροπείται από την υποχρέωση του Δικαστηρίου να διασφαλίζει την ολοκλήρωση μιας υπόθεσης εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, η οποία υποχρέωση επίσης κατοχυρώνεται συνταγματικά (Άρθρο 30.2 του Συντάγματος). Διαφορετικά, ανέφερε, η υιοθέτηση άλλης προσέγγισης και αντιμετώπισης θα ισοδυναμούσε με αυτόματη, μονόπλευρη και ανεπιφύλακτη αποδοχή του εκάστοτε αιτητή για παραμερισμό δικαστικής απόφασης, παραβιάζοντας το συνταγματικό δικαίωμα του ενάγοντα για εκδίκαση της υπόθεσής του μέσα σε εύλογο χρόνο και, συνεπώς, θα έθετε σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία των θεσμών απονομής δικαιοσύνης και έτσι θα τον εξέθετε σε χλευασμό (Μουγής ν. Σπανούδης
(1996)1 ΑΑΔ 997 και Ανδρέας Λυσιώτη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)1 ΑΑΔ 364). Θεωρούμε την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ορθή και συμβατή με τη νομολογία. Στην υπόθεση Μουγής ν. Σπανούδης (πιο πάνω) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: Στην υπόθεση Μουγής ν. Σπανούδης (πιο πάνω) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Το δικαίωμα του εφεσείοντα να ακουσθεί - το οποίο επικαλείται - διασφαλίζεται από το Άρθρο 30.3(β) και (γ) του Συντάγματος. Ωστόσο αυτό το δικαίωμα πρέπει να συμβαδίζει με το δικαίωμα της ακρόασης μέσα σε εύλογο χρόνο. Έχει δε νομολογηθεί η απονομή της δικαιοσύνης μέσα σε εύλογο χρόνο, η οποία διασφαλίζεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος, συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου και συγχρόνως εχέγγυο για τη διασφάλιση της λειτουργικότητας της δικαστικής εξουσίας (Αρέστη ν. Ηλία
(1991)1 ΑΑΔ 984, 988). Στον τομέα αυτό η νομολογία μας είναι ταυτόσημη με εκείνη του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων η οποία έχει διαμορφωθεί κατά την ερμηνεία του Άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το οποίο αντιστοιχεί με το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Σύμφωνα λοιπόν με την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ο σκοπός της σχετικής διασφάλισης είναι να προστατεύσει τους διαδίκους από υπερβολικές διαδικαστικές καθυστερήσεις (Strogmuller v. Austria, Series A, Publications of the European Court of Human Rights, 1969, σελ. 40). Η διασφάλιση υπογραμμίζει την σπουδαιότητα απονομής της δικαιοσύνης χωρίς καθυστερήσεις οι οποίες θέτουν σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία της (H. v. France, Series A, 162-A, Publications of the European Court of Human Rights, παραγ. 58
(1989)). Παρόλο ότι μπορεί να λεχθεί ότι υπεύθυνοι για την πρόοδο της πολιτικής διαδικασίας είναι οι διάδικοι αυτό δεν απαλλάσσει τα δικαστήρια από την ευθύνη να διασφαλίσουν συμμόρφωση με το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Union Alimentaria Sanders SA v. Spain, Series A, 157, Publications of the European Court of Human Rights, παραγ. 35
(1989)).» Υπό το φως της προπαρατεθείσας νομολογίας, προχωρώ να εξετάσω αν δικαιολογείται, υπό τις συνθήκες της παρούσας υπόθεσης, να παραμεριστεί η απόφαση η οποία εκδόθηκε εναντίον του Εναγόμενου αρ. 2 και να του δοθεί άδεια να εμφανιστεί για να υπερασπιστεί τον εαυτό του. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΣΤΗΝ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗ Αναφορικά με το νομότυπο της επίδοσης Αρχίζω από το ότι ο Εναγόμενος αρ. 2 αξιώνει τον παραμερισμό της απόφασης στην αγωγή ex debito justitiae, δηλαδή ισχυρίζεται ότι θα πρέπει να του αναγνωρισθεί δικαιωματικά το επανάνοιγμα της υπόθεσης, ως χρέος προς τη δικαιοσύνη, και τούτο διότι κατ΄ ισχυρισμόν δεν έγινε καλή και νομότυπη επίδοση του κλητηρίου σε αυτόν. Η μαρτυρία όσον αφορά το ζήτημα του νομότυπου της επίδοσης κρίνεται υπό το φακό της Δ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Προκειμένου περί επίδοσης σε φυσικό πρόσωπο, ως κανονική επίδοση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη Δ.5, θ.2, λογίζεται ότι γίνεται όταν το επίσημο αντίγραφο του κλητηρίου꞉ αφεθεί στο πρόσωπο που θα γίνει η επίδοση (Δ.5, θ.2
(1)), ή αν δεν βρεθεί στο σπίτι του ή στον συνήθη τόπον εργασίας του, η επίδοση θα θεωρείται ότι έγινε αν αντίγραφο αφεθεί - σε μέλος της οικογένειας του που να φαίνεται ότι είναι 16 ετών και άνω και είναι στην πόλη ή το χωριό του ή εντός της περιοχής του (Δ.5, θ.2
(1)(i)), ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο που να είναι τέτοιας ηλικίας και που να είναι υπεύθυνο του τόπου εργασίας του (Δ.5, θ.2
(1)(ii)), ή στον αφέντη του σε περίπτωση υπηρέτη που ζει με τον αφέντη του (Δ.5, θ2.
(1)(iii)). Σκοπός της επίδοσης είναι η παροχή ειδοποίησης στην άλλη πλευρά για να ενημερωθεί και να είναι σε θέση να αντικρούσει εκείνο που επιδιώκεται εναντίον της (Βλ. Annual Practice 1960, σελ. 102). Στο πλαίσιο της αίτησης παραμερισμού, το βάρος είναι στους ώμους του Εναγομένου αρ. 2 - Αιτητή να αποδείξει ότι πάσχει η επίδοση ή / και ότι η ένορκη δήλωση του επιδότη είναι αναληθής (βλ., μεταξύ άλλων, την Πολιτική Έφεση Αρ. 12016, Ι.Ρ.Μ. INDUSTRIES CO. LTD κ.α. - ν - ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΩΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ.
(2006)1 ΑΑΔ 1319). Το Δικαστήριο δεν δύναται με δική του πρωτοβουλία να αμφισβητήσει το αληθές του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως επίδοσης που βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Τέτοια αμφισβήτηση θα πρέπει να δικογραφείται κατά τρόπο ειδικό και εναπόκειται στον επηρεαζόμενο διάδικο (ήτοι τον αιτούντα τον παραμερισμό) να ζητήσει την αντεξέταση του επιδότη αν αμφισβητεί την αλήθεια του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης επίδοσης (βλ. απόφαση ημερ. 9.7.2012, του Χατζηχαμπή, Δ., στην Πολιτική Έφεση 66/2009, Marfin Popular Bank Public Co. Ltd v Ανδρούλας Γεωργίου Κωστή). Το ότι ο εναγόμενος καθυστέρησε να λάβει γνώση για την επίδοση του κλητηρίου επειδή το πρόσωπο που παρέλαβε το κλητήριο καθυστέρησε να το φέρει σε γνώση του είναι ζήτημα διακριτό από το αν ήταν νομότυπη ή παράτυπη η επίδοση δια της αφέσεως του κλητηρίου σε εκείνο το άλλο πρόσωπο. Παραπέμπω στην Πολιτική Έφεση Αρ. 12016, Ι.Ρ.Μ. INDUSTRIES CO. LTD κ.α. - ν - ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΩΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ.
(2006)1 ΑΑΔ
  1. απόφαση ημερομηνίας 15/12/2006, όπου ο Ηλιάδης Δ. ανέφερε: «...Οι εφεσείοντες είχαν το βάρος να αποδείξουν ότι η επίδοση που είχε γίνει ήταν κακή, αλλά απέτυχαν να αντικρούσουν τα πιο πάνω γεγονότα και η επίδοση ήταν νόμιμη, αφού σύμφωνα με τη Δ.5, θ. 7 η επίδοση σε γραμματέα νομικού προσώπου θεωρείται καλή επίδοση. Το γεγονός ότι η γραμματέας ήταν υπερήλικη με προβλήματα υγείας και ότι τοποθέτησε τα έγγραφα επίδοσης σε ένα συρτάρι και ξέχασε να τα παραδώσει στους εφεσείοντες, δεν επηρεάζει τη νομιμότητα της επίδοσης...» Κατά την εξέταση του ζητήματος του νομότυπου ή μη της επίδοσης, το Δικαστήριο ζυγίζει τις εκατέρωθεν προβληθείσες εκδοχές, συνυπολογίζοντας όλα τα στοιχεία του δικαστικού φακέλου. Στην Πολιτική Έφεση 284/2008, Παναγιώτης Νέμιτσας v. Salwa Chaparian, απόφαση ημερ. 10/5/2011, η θέση του αιτητή ήταν ότι δεν έλαβε γνώση της αγωγής λόγω του ότι το πρόσωπο στο οποίο αυτή επιδόθηκε του ήταν άγνωστο. Κρίθηκε ότι είναι ζήτημα ελέγχου της αξιοπιστίας του επιδότη έναντι της αξιοπιστίας αυτού που αμφισβητεί την επίδοση. Σχετικό το ακόλουθο απόσπασμα από την πιο πάνω απόφασηː «Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξετάζοντας την αίτηση παραμερισμού, αναζήτησε - ορθά, κατά την άποψή μας - κατά πόσο η εκδοχή του εφεσείοντα ότι αυτός δεν έλαβε γνώση της αγωγής, επειδή το πρόσωπο στο οποίο έγινε η επίδοσή της του ήταν άγνωστο, ήταν αληθής. Για το ζήτημα αυτό υπήρχαν, από τη μια, η ένορκη δήλωση του επιδότη, ο οποίος, σημειωτέον, δε ζητήθηκε από τον εφεσείοντα να αντεξεταστεί, και τα στοιχεία του φακέλου και, από την άλλη, η θέση του εφεσείοντα, ο οποίος, επίσης, δεν αντεξετάστηκε. [...] Η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η εκδοχή του για το πότε αυτός έλαβε γνώση της αγωγής δεν αντικατοπτρίζει την αλήθεια ήταν αποτέλεσμα ορθής αξιολόγησης των στοιχείων του φακέλου της υπόθεσης, τα οποία δεν μπορούσαν να παραβλεφθούν. Η απόρριψη της εκδοχής του δεν έγινε αυθαίρετα, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, αλλά στη βάση αξιολόγησης όλων των ενώπιόν του στοιχείων.» (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Στην παρούσα υπόθεση το Δικαστήριο έχει ενώπιον του, ως μέρος του δικαστικού φακέλου το «Συμβόλαιο Ενοικιαγοράς» που συνήφθη στις 24.9.2002 μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης αρ. 1 και τη «Συμφωνία Εγγύησης και Αποζημίωσης» (στο εξής «η Συμφωνία Εγγύησης») που συνήφθη στις 24.9.2002 μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγόμενων 2 και
  2. Πρόκειται για ένα ενιαίο έγγραφο, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α της ένορκης δήλωσης του κ. Ανδρέα Καδή, από τη Λευκωσία, ημερ. 8.6.2005, η οποία συνόδευε τη μονομερή αίτηση, ημερ. 8.6.2005, για την έκδοση απόφασης εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 λόγω μη καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης. Στο άνω μέρος της Συμφωνίας Εγγύησης παρατηρώ ότι ο Εναγόμενος 2 δηλώνει ότι ανέγνωσε το Συμβόλαιο Ενοικιαγοράς και ότι εγγυάται προσωπικά και αλληλέγγυα την τήρηση των όρων του Συμβολαίου Ενοικιαγοράς. Η δήλωση γίνεται ενυπόγραφα από τον Εναγόμενο 2 (όπως επίσης και από τον Εναγόμενο 3), στην παρουσία μάρτυρα της υπογραφής του. Αποτελεί όρο του Συμβολαίου Ενοικιαγοράς ότι꞉ Όρος 11꞉ «Οποιαδήποτε ειδοποίηση, απαίτηση ή λογαριασμός που πρέπει να δοθεί από το ένα συμβαλλόμενο μέρος στο άλλο μέρος, θα θεωρείται ότι δόθηκε κανονικά κατά τη μέρα κατά την οποία θα δίδεται ή κατά την ημέρα κατά την οποία ταχυδρομείται προς αυτό το μέρος στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση.». Όρος 21꞉ «Εκτός όπου ο Νόμος Περί Καταναλωτικής Πίστης προνοεί διαφορετικά οποιαδήποτε ειδοποίηση βάσει της παρούσας συμφωνίας μπορεί να δοθεί στον Ενοικιαστή ιδιοχείρως ή να σταλεί με συνηθισμένο ταχυδρομείο στη διεύθυνση που δηλώνεται στην παρούσα συμφωνία ή σε οποιαδήποτε νέα διεύθυνση ήθελε δώσει ο Ενοικιαστής προς τον Ιδιοκτήτη ή στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση και θα θεωρείται ότι δόθηκε κατά την ημέρα την οποία δίδεται ή ταχυδρομείται.». Στο κείμενο του Συμβολαίου Ενοικιαγοράς η Ενοικιαστής Αντρούλα Γ. Σάββα (που είναι η Εναγόμενη 1) δηλώνει διεύθυνση «Τερψιθέας 16 Στρόβολος Τ.Κ. 2040 Λευκωσία» και συγχρόνως δηλώνει, ανάμεσα σε άλλα προσωπικά στοιχεία, ότι είναι «έγγαμη». Την ίδια διεύθυνση διαμονής και την ίδια προσωπική κατάσταση («έγγαμος») εμφανίζεται να δηλώνει στη Συμφωνία Εγγύησης ο Ανδρέας Φιακάς (Εναγόμενος 2). Με βάση την παρα. 4 της ένορκης δήλωσης του κ. Ανδρέα Βανέζη, ημερ. 2.3.2016, ο Εναγόμενος 2 ουδέποτε ενημέρωσε γραπτώς την Ενάγουσα για οποιαδήποτε αλλαγή στη διεύθυνσή του. Τούτο το γεγονός, επισημαίνω ότι δεν το αρνήθηκε ο Εναγόμενος 2 - αιτητής στην αίτηση παραμερισμού - με οποιαδήποτε συμπληρωματική ένορκη δήλωση, αφού δεν καταχωρήθηκε τέτοια, ούτε και ζήτησε να αντεξετάσει τον κ. Βανέζη επί του εν λόγω ισχυρισμού γεγονότος. Ομοίως, παρατηρώ ότι στη δική του ένορκη δήλωση ο Εναγόμενος 2 παραδέχεται ότι καθ' ον χρόνο συνήφθη η Συμφωνία Εγγύησης αυτός συζούσε με την Εναγόμενη 1, ότι δηλαδή ζούσε στην ίδια στέγη και διεύθυνση (βλ. την παρα. 9) και ενώ ισχυρίζεται ότι η συμβίωση τους συνέχισε μέχρι το Σεπτέμβριο 2004 (βλ. παρα. 9 και 20) εντούτοις πουθενά στην ένορκη δήλωση του δεν προχωρά να ισχυριστεί ότι ενημέρωσε την Ενάγουσα για την όποια αλλαγή διεύθυνσης ή και για τη νέα διεύθυνσή του. Επίσης, παρατηρώ ότι ενώ ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι αυτός ουδέποτε ήταν παντρεμένος με την Εναγόμενη 1 (βλ. παρα. 10), εντούτοις ουδέποτε διευκρινίζει αν το γεγονός αυτό είχε επισημανθεί στην Ενάγουσα κατά το χρόνο σύναψης του Συμβολαίου Ενοικιαγοράς και της Συμφωνίας Εγγύησης, όταν δηλαδή αμφότεροι δήλωναν «έγγαμοι». Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, το γεγονός ότι η Ενάγουσα έδωσε οδηγίες στον επιδότη να επιδώσει το κλητήριο της αγωγής στην τελευταία γνωστή διεύθυνση των Εναγομένων 1 και 2 που είχε σε γνώση της η Ενάγουσα φαίνεται να συνάδει με τους όρους της μεταξύ τους σύμβασης. Περαιτέρω, το γεγονός ότι ο επιδότης παρέδωσε το κλητήριο στην Εναγόμενη 1 για σκοπούς επίδοσης στον Εναγόμενο 2, δεν συγκρούεται εκ πρώτης όψεως με το δικονομικό κανόνα που θέλει την επίδοση να γίνεται σε πρόσωπο που είναι συγκάτοικος ενός διάδικου και μέλος της οικογένειάς του. Εξάλλου, εδώ, με βάση τα αναγραφόμενα στην ένορκη δήλωση επίδοσης, ημερ. 1.6.2005, η οποία βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου, η Εναγόμενη 1 εμφανίζεται να αποδέχθηκε να παραλάβει το κλητήριο που αφορούσε τον Εναγόμενο 2 ως σύζυγος και συγκάτοικος αυτού έναντι της υπογραφής της, χωρίς να αρνηθεί την ιδιότητά της αυτή. Επομένως, ουδεμία υποχρέωση γεννήθηκε για τον επιδότη ή/και την Ενάγουσα να τον αναζητήσει στο χώρο εργασίας του ως εισηγείται ο Εναγόμενος 2 ότι θα έπρεπε να είχε γίνει (βλ. παρα. 30 της ένορκης δήλωσης του.) Επισημαίνω ότι, ο Εναγόμενος αρ. 2 που είχε το βάρος της απόδειξης της κακής επίδοσης δεν αντεξέτασε τον κ. Ανδρέα Βανέζη επί της ένορκης δήλωσης του ούτε τον επιδότη (βλ. Αντωνάκης Χρ. Σολομωνίδης Λτδ κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α.
(2005)1 Α Α.Α.Δ. 491, Marketrends Finance Ltd v. Χριστοδουλίδη
(2007)1Α Α.Α.Δ. 624). Τούτο παρέχει στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ουσιωδών ισχυρισμών του ενόρκως δηλούντα κ. Βανέζη και του επιδότη επί των οποίων δεν αντεξετάστηκε (βλ. Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Νικολαϊδη
(2006)1Β Α.Α.Δ. 1057). Το Δικαστήριο δύναται να αποδεχθεί την εκδοχή του κ. Βανέζη και του επιδότη εφόσον συνάδει με όλα τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιόν του (βλ. Irena Knitting Ltd κ.α. ν Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2006)1Β ΑΑΔ 816). Εν προκειμένω, κρίνω πως δεν υπάρχουν ενώπιον μου επαρκή και/ή πειστικά στοιχεία τα οποία, αφενός, να υποστηρίζουν την εκδοχή του Εναγόμενου 2 - αιτητή - και, αφετέρου, να αντικρούουν την εκδοχή ως αποτυπώνεται στις ένορκες δηλώσεις του κ. Βανέζη και του επιδότη. Εξηγώ꞉ Πρώτον, ενώπιον μου ο Εναγόμενος 2 - Αιτητής δεν έχει φέρει ένορκη δήλωση από την ίδια την Εναγόμενη 1, υποστηρικτική της εκδοχής του περί τερματισμού της συγκατοίκησής τους πριν ή/και κατά το χρόνο της επίδοσης. Γι' αυτό και δεν χρειάστηκε να φέρει η Ενάγουσα οποιαδήποτε άλλη αντικρουστική μαρτυρία πέραν των όσων ανέφερε ο κ. Βανέζης. Διακρίνονται, συνεπώς, τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από εκείνα στην Πολιτική Έφεση αρ. 35/2010 Ανδρέας Ψαράς v. Iωάννης Γιάγκου (βλ. απόφαση ημερομηνίας 21/05/2015), όπου η αγωγή επιδόθηκε στον αδελφό του αιτητή, στην οικία των γονιών του και όπου ο εναγόμενος, για να αποδείξει τον ισχυρισμό του ότι την περίοδο εκείνη δεν διέμενε στην εν λόγω διεύθυνση, ούτε επισκεπτόταν συχνά τους γονείς του, προσκόμισε συμπληρωματική μαρτυρία με ένορκη δήλωση του αδερφού του στον οποίο είχε αφεθεί το κλητήριο, στην οποία ο εν λόγω αδερφός δήλωνε ότι ο εφεσείων είχε χρόνια που έπαυσε να κατοικεί στην δηλωθείσα διεύθυνση και δεν επισκεπτόταν συχνά τους γονείς του και τον αδερφό του. Για να αντικρούσει την προωθηθείσα μέσω της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εκδοχή, ο Ενάγων αναγκάστηκε και καταχώρησε επιπρόσθετη ένορκη δήλωση από τον επιδότη Σωφρόνη Παντελή Σωφρονίου, ο οποίος επέδωσε στις 10.8.2000 την Ποινική υπόθεση υπ΄ αριθμό 14334 εναντίον του εφεσείοντα, στη ίδια διεύθυνση στη μητέρα του, για να αποδείξει ότι εκείνη του ανέφερε ότι συγκατοικεί με τον εφεσείοντα. Περαιτέρω, καταχωρήθηκε ένορκη δήλωση της Σωτηρούλας Θρασυβούλου, Πρωτοκολλητού στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, η οποία είχε στην κατοχή της τους φακέλους των ποινικών υποθέσεων και επιβεβαίωσε την επίδοση και καταχώρηση σχετικής ένορκης δήλωσης από τον επιδότη Σωφρονίου, στην πιο πάνω ποινική υπόθεση. Δεύτερον, ενώπιον μου ο Εναγόμενος 2 - Αιτητής έχει επιχειρήσει να αποδείξει ότι κατά το χρόνο της επίμαχης επίδοσης (26.5.2005) αυτός κατοικούσε σε άλλη διεύθυνση από αυτή στην οποία επιδόθηκε, φέρνοντας απλώς ένα λογαριασμό της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου για τη διεύθυνση υποστατικού «Αστυνομική Κατοικία Δ.38, 2120 Αγλαντζιά». Παρατηρώ ότι ο εν λόγω λογαριασμός αφορά στην περίοδο 9/12/2004 - 4/2/2005, δηλαδή εκδόθηκε για διμηνία που προηγείται εκείνης στην οποία εμπίπτει η ημερομηνία επίδοσης του κλητηρίου και συνεπακόλουθα δεν υπάρχει άμεση σχετικότητα του εν λόγω τεκμηρίου με τον ισχυρισμό γεγονότος τον οποίο προορίζετο να αποδείξει. Παρατηρώ επίσης ότι στην εν λόγω κατάσταση λογαριασμού αναγράφονται τα εξής꞉ «ΣΤΑΘΕΡΗ ΕΠΙΒΑΡΥΝΣΗ 0,97 ΧΡΕΩΣΗ ΠΡΙΝ ΤΟ ΦΠΑ 0,97 ΦΠΑ - 15 ΤΟΙΣ ΕΚΑΤΟΝ - 0,15 ΠΡΟΚΑΤΑΒΟΛΗ ΑΡΙΘ. ΑΠΟΔ. Β539672 6,00- ΠΟΣΟ ΕΠΙΣΤΡΕΠΤΕΟ 4,88- Δηλαδή, αντί να υπάρχει χρέωση για κατανάλωση ρεύματος κατά την εν λόγω περίοδο, ώστε να αποδειχθεί η κατοίκηση του υποστατικού, υπάρχει αντίθετα ποσό επιστρεπτέο προς τον καταναλωτή κάτοχο του υποστατικού. Συνεπώς, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσα να ικανοποιηθώ στην όψη του πιο πάνω λογαριασμού της ΑΗΚ ότι ο Εναγόμενος 1 - Αιτητής διέμενε στην εν λόγω Αστυνομική κατοικία κατά τον χρόνο που ισχυρίζεται. Το αν αυτός, ως εκ της θέσης του, είχε δικαίωμα κατοχής της εν λόγω κατοικίας και σύνδεσης ηλεκτρικού ρεύματος σε αυτό, δεν αναιρεί αφ' εαυτού το ενδεχόμενο να κατοικούσε παράλληλα και στην επίμαχη διεύθυνση της Εναγόμενης 1 όπου έγινε η επίδοση. Ούτε για τη διεύθυνση «Γιαννιτσών 46 Διαμ. 202 2027 Στρόβολος» δόθηκαν οποιαδήποτε πειστήρια ότι κατοικείτο από τον Εναγόμενο 2 κατά το χρόνο της επίδοσης. Το κατά πόσον η Εναγόμενη 1 δεν ήταν σύζυγος στο πλαίσιο γάμου, παρά μόνον συμβία του Εναγόμενου 2 κατά το χρόνο της επίδοσης, κρίνω πως δεν θα ήταν καταλυτικής σημασίας για το νομότυπο της επίδοσης. Στην περίπτωση προσώπου που δεν είναι έγγαμος με κάποιον αλλά συμβιώνει με αυτόν, η συγκεκριμένη σχέση συμβίωσης υπό την ίδια στέγη κρίνω πως θα αρκούσε για τους σκοπούς της Δ.5, θ.2
(1)(i). Λέγω τούτο έχοντας κατά νου τα όσα υπεδείχθησαν από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με την ερμηνεία του όρου «μέλος της οικογένειας» για τους σκοπούς της Δ.5, θ.2
(1)(i). Ειδικότερα, σημειώνω ότι στην απόφαση Χριστάκης Γεωργίου Θεοδώρου κ.α. ν Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Μακράσυκας
(2003)1 ΑΑΔ 1305, οι διάφοροι ορισμοί του όρου «οικογένεια» από τους οποίους άντλησε καθοδήγηση το Ανώτατο Δικαστήριο έδειχναν ότι ως μια οικογένεια θεωρείται «εκείνη η οποία συνήθως ζει κάτω από την ίδια στέγη». Συγκεκριμένα: Στο Λεξικόν Πρωΐας η λέξη «οικογένεια» ορίζεται σαν «ομάς ανθρώπων συνδεδεμένων διά δεσμών αίματος, ήτοι αποτελούμενη από τους γονείς, τα τέκνα, ή και τους εκγόνους, ζώσα δε συνήθως υπό την αυτήν στέγην και έχουσα κοινά συμφέροντα.» Στο Νέον Ορθογραφικόν Ερμηνευτικόν Λεξικόν του Δ. Δημητράκου ορίζεται ως: «ομάς ανθρώπων, διά δεσμών αίματος συνδεδεμένη, ζώσα υπό την αυτήν συνήθως στέγην.» Δεν θα πρέπει να διαφεύγει της προσοχής το γεγονός ότι στην προμνησθείσα απόφαση το Ανώτατο Δικαστήριο έσπευσε να τονίσει ότι δεν είναι στατική η έννοια του όρου «οικογένεια» και πως ο όρος επιδέχεται μια ποικιλία ερμηνειών ανάλογα με τις περιστάσεις της υπόθεσης. Σημείωσε χαρακτηριστικά ότι αυτό που άνετα προκύπτει από τους διάφορους ορισμούς είναι ότι «κατά πόσο συγκεκριμένο πρόσωπο θεωρείται μέλος μιας οικογένειας εξαρτάται όχι μόνο από τα περιστατικά της υπόθεσης, αλλά και από τους σκοπούς της συγκεκριμένης νομικής πρόνοιας στην οποία η λέξη «οικογένεια» απαντάται». Με αυτό το πνεύμα κατέληξε στη διατύπωση του ευρήματος ως εξής: «Βρίσκουμε ότι η Χαρίκλεια Ξενοφώντος ήταν μέλος της οικογένειας των εφεσειόντων μέσα στην έννοια του όρου όπως αυτός απαντάται στη Δ.
  1. Καταλήγουμε σ' αυτό το συμπέρασμα έχοντας υπόψη τη στενή συγγενική σχέση της με τους εφεσείοντες αλλά και το γεγονός ότι κατοικούσε στον ίδιο χώρο μαζί τους. Επιπλέον λαμβάνουμε υπόψη ότι σκοπός του νομοθέτη ήταν να διευκολύνει την επίδοση όπου αυτή δεν είναι δυνατό να γίνει προσωπικά στον διάδικο, φέρνοντας σε γνώση του το δικόγραφο του οποίου επιδιώκεται η επίδοση.». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Στη βάση του ενώπιον μου διαθέσιμου μαρτυρικού υλικού, καταλήγω να κρίνω ότι ο Εναγόμενος 2 δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος που είχε στους ώμους του να αποδείξει ότι η επίδοση δεν έγινε σε πρόσωπο που συγκατοικούσε με αυτόν ή/και το οποίο ήταν μέλος της οικογένειας του, με την προαναφερθείσα έννοια του προσώπου που χει υπό την ίδια στέγη με αυτόν. Επομένως, η επίδοση κρίνεται νομότυπη και τεκμαίρεται η λήψη γνώσης γι' αυτήν από μέρους του Εναγόμενου 2 κατά ή περί τις 26.5.
  2. Αναφορικά με το αν δόθηκε σοβαρός και εύλογος λόγος για την παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης ή/και καταχώρισης αίτησης παραμερισμού με την πρώτη δυνατή ευκαιρία. Στον Εναγόμενο 2 εναπόκειτο να αποδείξει ότι η Εναγόμενη 1 δεν του έδειξε το παραληφθέν από αυτήν γι' αυτόν κλητήριο ή ότι δεν τον ενημέρωσε γι' αυτό. Ως προς αυτή την πτυχή της υπόθεσης, σημειώνω ότι ο Εναγόμενος 2 ισχυρίστηκε ότι ακόμη και μετά που σταμάτησε να συγκατοικεί με την Εναγόμενη 1 συνέχισε να διατηρεί επικοινωνία με αυτήν, αλλά τούτο μόνο μέχρι τον Ιανουάριο του 2005 και όχι μέχρι και το Μάη του 2005 που έγινε η επίδοση, γι' αυτό και δεν πληροφορήθηκε για την επίδοση που έγινε. Πρόκειται για ισχυρισμό καθαρά προσωπικού και υποκειμενικού χαρακτήρα, γι' αυτό και δεν θα ανέμενα να τον αντεξέταζε η Ενάγουσα η οποία είναι αμφίβολο αν είχε τον τρόπο να ελέγξει την αλήθεια του ισχυρισμού αυτού. Ούτε ήταν ευθύνη της Ενάγουσας να προσκομίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Εναγόμενης 1 για να αμφισβητήσει το συγκεκριμένο ισχυρισμό, εφόσον δεν ήταν στους ώμους της τράπεζας το βάρος να τον αποδείξει. Αν ληφθεί υπόψη ότι η προειδοποιητική επιστολή για καθυστερημένες οφειλές στάληκε στην Εναγόμενη 1 το Δεκέμβριο 2004 και ότι η επιστολή τερματισμού στάληκε στον Εναγόμενο 2 το Φεβρουάριο 2005, είναι εμφανής η προσπάθεια του Εναγομένου 2 να αποστεί από την Εναγόμενη 1 το πρώτο μόλις μήνα μετά την έναρξη παραλαβής στη διεύθυνση όπου συμβίωναν ουσιώδους πληροφόρησης αναφορικά με τις υποχρεώσεις τους προς την Ενάγουσα. Δεν έχω πεισθεί για την αλήθεια της πιο πάνω εκδοχής του Εναγομένου
  3. Προχωρώ να εξετάσω αν ο Εναγόμενος 2 έδωσε ικανοποιητική δικαιολογία για τη μη καταχώριση αίτησης παραμερισμού το συντομότερο μετά που έλαβε γνώση για την έκδοση της απόφασης. Θυμίζω η υπό κρίση αίτηση παραμερισμού έχει καταχωρηθεί στις 7.8.2015 ενώ η απόφαση εκδόθηκε στις 15.6.
  4. Δηλαδή επιδιώκεται ο παραμερισμός της απόφασης 10 χρόνια μετά την έκδοσή της. Ο μόνος ισχυρισμός που προωθείται από τον Εναγόμενο 2 είναι ότι αυτός εξακολουθούσε να αγνοεί την ύπαρξη απόφασης στην αγωγή μέχρι που έλαβε την επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας στις 26.6.
  5. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι γνώριζε για όλες τις άλλες αγωγές που κινήθηκαν εναντίον του πλην της παρούσας και ότι έλαβε γνώση για την έκδοση απόφασης στην παρούσα αγωγή μόλις το 2015 με την επιστολή ημερ. 16.3.15 του δικηγόρου της Ενάγουσας (Τεκμήριο Στ στην Ε/Δ του Εναγόμενου 2). Παρατηρώ ότι ο Εναγόμενος 2 παραλείπει να σχολιάσει το γεγονός ότι στην εν λόγω επιστολή γίνεται αναφορά στο ΜΕΜΟ αρ. 1800/11 που καταχώρησε η Ενάγουσα επί της περιουσίας του δυνάμει της απόφασης στην παρούσα αγωγή. Δεν αρνείται τη γνώση λήψης ενός τέτοιου μέτρου εκτέλεσης από μέρους της Ενάγουσας. Δεν αποκλείεται, συνεπώς, το ενδεχόμενο να έλαβε γνώση για την εκδοθείσα απόφαση το αργότερο το
  6. Εξάλλου, με μία απλή έρευνα του ιδίου του Εναγομένου 2 στο Κτηματολόγιο, θα μπορούσε εύλογα να είχε αποκαλυφθεί σε αυτόν το ΜΕΜΟ 1800/11, όπως ήταν σε γνώση του (ή/και του δικηγόρου που ο Εναγόμενος 2 είχε ορίσει για τις υποθέσεις του με την Ενάγουσα από το 2009 - σχετική η επιστολή ως το Τεκμήριο Δ της ένορκης δήλωσης του Εναγομένου 2) όλες οι άλλες επιβαρύνσεις της περιουσίας του, για τις οποίες το Δεκέμβρη του 2011 ο Εναγόμενος 2 προέβηκε σε διευθέτηση σχετικά με τις προσωπικές του οφειλές προς την Τράπεζα (εδώ Ενάγουσα). Πέραν του πιο πάνω στοιχείου, κρίνω σκόπιμο να σημειώσω ότι η ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 2 - αιτητή δεν είναι απαλλαγμένη αντιφάσεων και κενών, ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει με άνεση σε συμπέρασμα αξιοπιστίας των όποιων λεγόμενων του. Ενδεικτικά αναφέρω ότι επικρατεί μία συγχυστική και αντιφατική εικόνα στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 2 για το πόσες και ποιες διευθύνσεις αυτός άλλαξε, η οποία δεν επιτρέπει να εξαχθεί συμπέρασμα αξιοπιστίας. Στην παρα. 8 αναφέρει ότι τον Ιανουάριο 2010 αυτός διέμενε με τη σύζυγο του στην «οδό Ομονοίας 30 στη Λεμεσό», αλλά πιο κάτω στην παρα. 22 αναφέρει ότι τον Ιανουάριο 2010 αυτός διέμενε στην «οδό Κιλκίς 6, Δρομολαξιά». Από την άλλη, ο δικηγόρος του Εναγομένου 2 στη γραπτή του αγόρευση αναφέρει (βλ. «Β. ΓΕΓΟΝΟΤΑ, παρα. 6) ότι περί τον Ιανουάριο 2010 είχαν σταλεί επιστολές στον Εναγόμενο 2 - Αιτητή «στη Λάρνακα όπου διέμενε τότε», με τις οποίες ενημερωνόταν ότι είχε εγγραφεί δικαστική απόφαση επί της ακίνητης περιουσίας του, χωρίς να διευκρινίζει σε ποια απόφαση αναφερόταν. Δεν έχω ικανοποιηθεί για το αξιόπιστο της εκδοχής του Εναγομένου 2 - Αιτητή στο σύνολό της. · Αναφορικά με το κατά πόσον αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως καλή και καλόπιστη υπεράσπιση. Όσον αφορά τους λόγους υπεράσπισης που προωθεί τώρα ο Εναγόμενος 2, ήτοι ότι - · πρώτον, δεν του έγινε οποιαδήποτε γραπτή ενημέρωση για τις παραλείψεις της Εναγόμενης 1 να καταβάλλει, ως είχε υποχρέωση, με βάση την συμφωνία ενοικιαγοράς τη μηνιαία δόση της και, · δεύτερον, δεν του κοινοποιήθηκε ο τερματισμός της συμφωνίας ενοικιαγοράς, έχω να παρατηρήσω ότι αυτοί δεν συνιστούν εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Τούτο διότι από τα έγγραφα που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης ερήμην του Εναγομένου 2, αποδεικνύεται ότι η Ενάγουσα είχε αποστείλει στις 16.2.2005 την επιστολή τερματισμού στον Εναγόμενο 2 στην τελευταία γνωστή διεύθυνση ως είχε δηλωθεί από αυτόν στην Ενάγουσα, ήτοι στην οδό «16 Τερψιθέας Στρόβολος 2040». Ισχύουν επομένως τα ίδια που επισημάνθηκαν από το Δικαστήριο πιο πάνω αναφορικά με τη διεύθυνση για σκοπούς επίδοσης του κλητηρίου. Δεν δύναται να παραπονείται ο Εναγόμενος 2 εφόσον δική του παράλειψη ήταν να ειδοποίηση την Τράπεζα για τυχόν αλλαγή στη διεύθυνση διαμονής του. Η προειδοποιητική επιστολή είχε σταλεί στην Εναγόμενη 1 στην ίδια διεύθυνση στις 7.12.2004, καθ' ον χρόνο ο Εναγόμενος 2 εξακολουθούσε να διατηρεί επικοινωνία με την ίδια, κατά τα λεγόμενά του. Απορριπτέος είναι εκ πρώτης όψεως και ο λόγος υπεράσπισης (κ), ήτοι ότι꞉ «(κ) Ενώ οι τόκοι υπερημερίας με βάση τη συμφωνία ενοικιαγοράς προβλέπεται ότι θα υπολογίζονται με ετήσιο ποσοστό ίσο προς το εκάστοτες ισχύον βασικό επιτόκιο της Τράπεζας Κύπρου προσαυξημένο κατά 7%, στις επιστολές τερματισμού οι τόκοι υπερημερίας υπολογίζονται με επιτόκιο 8%.» Παρατηρώ ότι, ο όρος 2) β) του Συμβολαίου Ενοικιαγοράς προνοεί ότι ο Ενοικιαστής συμφωνεί, σε περίπτωση που θα παραλείψει να πληρώσει κάποια δόση στην ακριβή ημερομηνία κατά την οποία έπρεπε να πληρωθεί και να απαιτηθεί, να πληρώνει τόκο υπερημερίας ημερησίως, προς ποσοστό επιτοκίου ίσο προς το ποσοστό που φαίνεται στον Πίνακα «ΠΟΣΑ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΥ» τόσο μετά όσο και πριν οποιαδήποτε απαίτηση ή δικαστική απόφαση, ο οποίος θα κεφαλαιοποιείται, αν δεν πληρωθεί κάθε έξι μήνες κατά την 3η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Ο πιο πάνω αναφερόμενος Πίνακας αναφέρει ότι «οι Τόκοι Υπερημερίας θα υπολογίζονται με ετήσιο ποσοστό ίσο προς το εκάστοτε ισχύον Βασικό Επιτόκιο της Τράπεζας Κύπρου προσαυξημένο κατά 7%. Εντούτοις, ο όρος 2)β) δεύτερη παράγραφος του Συμβολαίου Ενοικιαγοράς έχει προβλέψει για το δικαίωμα του Ιδιοκτήτη να μεταβάλλει το επιτόκιο (είτε να το αυξάνει είτε να το μειώνει) κατά την κρίση του οποτεδήποτε, μέσα στα πλαίσια της Νομοθεσίας, των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος, και η αλλαγή αυτή και/ή η επιβολή αυτή θα είναι δεσμευτική για τον Ενοικιαστή, που θα λαμβάνει γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή γραπτή ειδοποίηση και θα ισχύει από την ημερομηνία που θα καθορίζεται στην ανακοίνωση ή ειδοποίηση. Η προειδοποιητική επιστολή ημερ. 7.12.2004 (βλ. Τεκμήριο Β στην Ε/Δ του κ. Ανδρέα Καδή ημερ. 8.6.2005 που συνόδευε τη μονομερή αίτηση για απόφαση εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 και 2) που στάληκε στην Εναγόμενη 1 (που είναι εν προκειμένω ο Ενοικιαστής) περιείχε στο κάτω μέρος της την εξής σημείωση꞉ «Το καθυστερημένο ποσό επιβαρύνεται με τόκο υπερημερίας 7% πάνω από το εκάστοτε βασικό επιτόκιο της Τράπεζας Κύπρου, το οποίο σήμερα είναι 5,5% (σύνολο 12,5%). Αν το καθυστερημένο ποσό παραμείνει απλήρωτο για διάστημα μεγαλύτερο των 65 ημερών, τότε θα επιβαρύνεται με επιτόκιο 8% πέραν του βασικού επιτοκίου (σύνολο 13,5%).». Στην Κατάσταση Λογαριασμού (βλ. Τεκμήριο Γ στην Ε/Δ του κ. Ανδρέα Καδή ημερ. 8.6.2005 που συνόδευε τη μονομερή αίτηση για απόφαση εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 και 2) φαίνεται σαφώς ότι ο τόκος υπερημερίας σε ποσοστό 13,5% επιβλήθηκε μόνο για την περίοδο από την επομένη της ημερομηνίας τερματισμού, ήτοι από 17.2.2005, όπου ο τερματισμός επήλθε στις 16.2.2005 (βλ. σχετικά τις επιστολές που στάληκαν στην Εναγόμενη 1 ως Ενοικιαστή και στους Εναγόμενους 2 και 3 ως εγγυητές - Τεκμήριο Β στην στην Ε/Δ του κ. Ανδρέα Καδή ημερ. 8.6.2005). Συνεπώς, εδώ φαίνεται να δόθηκε η προβλεπόμενη στο Συμβόλαιο Ενοικιαγοράς Ειδοποίηση στον Ενοικιαστή αναφορικά με την επιβλητέα αύξηση του τόκου υπερημερίας προτού η αύξηση αυτή εφαρμοσθεί στην πράξη και εφόσον δόθηκε η αναγκαία ειδοποίηση αυτή ήταν δεσμευτική για τον Ενοικιαστή και κατ΄επέκταση δυνάμει των όρων της Συμφωνίας Εγγύησης για τους εγγυητές. Όσον αφορά τον λόγο υπεράσπισης (ι), ήτοι ότι - «(ι) Στη σύμβαση εγγύησης και αποζημίωσης υπάρχει ρήτρα η οποία είναι καταχρηστική. Συγκεκριμένα, προβλέπει ότι αποκηρύττω όλα τα δικαιώματα μου ως εγγυητής που δυνατό να μην συμφωνούν με τις πρόνοιες εγγύησης. Εξ όσων λαμβάνω νομικής συμβουλής είναι παράνομο να γίνεται περιορισμός των δικαιωμάτων εγγυητή που πηγάζουν από το νόμο.», έχω να παρατηρήσω ότι ο Εναγόμενος 2 δεν προσδιορίζει ποια είναι τα εκ του Νόμου προβλεπόμενα δικαιώματά του ως εγγυητή που δυνατόν να περιορίστηκαν ή να παραβιάστηκαν ούτε λέγει ότι υπέστη οποιαδήποτε ζημιά σε ό,τι αφορά τα εκ του Νόμου προβλεπόμενα δικαιώματα του ως εγγυητής, η οποία να συνδέεται με την εφαρμογή της πιο πάνω ρήτρας. Είναι αόριστα που βάλλει κατά της εν λόγω ρήτρας ως καταχρηστικής. Όσα άλλα εισηγείται ο Εναγόμενος 2 - Αιτητής ως λόγους υπεράσπισης (βλ. παρα. 29 (α)(β)(δ)(θ) της ένορκης δήλωσης του ιδίου) δεν αναιρούν την ύπαρξη συμβατικής ευθύνης αυτού έναντι της Τράπεζας δυνάμει των όρων της Συμφωνίας Ενοικιαγοράς ώστε να αφαιρούν το δικαίωμα της Τράπεζας να εξασφαλίσει την έκδοση απόφασης εναντίον του, παρά μόνον δύνανται, ενδεχομένως, να αποτελέσουν λόγους ένστασης σε τυχόν νέα προσπάθεια της Ενάγουσας να ζητήσει ανανέωση της άδειας εκτέλεσης της μονομερώς εκδοθείσας απόφασης εάν και εφόσον ο Εναγόμενος καταφέρει να αποδείξει ότι υπήρξε αδικαιολόγητη αδράνεια για λήψη μέτρων εκτέλεσης στο παρελθόν κατά των Εναγομένων 1 ή/και 2 ή/και 3, η οποία δυνατό να επέφερε βλάβη σε αυτούς ως εκ της μεταβολής της οικονομικής τους θέσης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω πως δεν αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως καλή και καλόπιστη υπεράσπιση ΚΑΤΑΛΗΞΗ Η αίτηση απορρίπεται. Ουδείς λόγος έχει καταδειχθεί ώστε να αποκλίνω από το γενικό κανόνα που θέλει τα έξοδα να ακολουθούν το αποτέλεσμα, γι' αυτό και επιδικάζω τα έξοδα της υπό κρίση αίτησης υπέρ της Ενάγουσας - Καθ' ης η αίτηση και εναντίον του Εναγομένου 2 - Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης. (υπ.) ...................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.