ΑΝΔΡΕΑ ΙΑΚΩΒΟΥ ν. ΜΕΛΙΝΑΣ ΚΥΡΜΙΖΗ, Αρ. Αγωγής: 1619/10, 14/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A363 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1619/10 Μεταξύ: ΑΝΔΡΕΑ ΙΑΚΩΒΟΥ Ενάγοντα και ΜΕΛΙΝΑΣ ΚΥΡΜΙΖΗ Εναγομένης --------------------- 14 Ιουνίου 2016 Για τους ενάγοντες: κος Χαραλάμπους Για τον εναγόμενους: κα Ανδρέου ΑΠΟΦΑΣΗ Χρησιμοποιείται ως αξίωμα η λατινική φράση tempus edax rerum, δηλαδή ο χρόνος τρώει όλα τα πράγματα, εννοώντας ότι ο χρόνος είναι πανδαμάτωρ και αυτό γιατί η έλευσή του είναι ικανή να καταλαγιάσει τα μίση και τα πάθη των ανθρώπων. Αν το αξίωμα είναι ορθό, κάτι που δικαίως συμπεραίνεται από το γεγονός ότι αν και ειπώθηκε προ πολλών αιώνων έχει επιβιώσει, ένα είναι εκείνο που εδώ διαπιστώνεται· το μίσος και οι διαφορές των δύο αυτών διαδίκων είναι βαθιά ριζωμένο στη ψυχή τους, ώστε τα 12 τόσα έτη που παρήλθαν δεν κατόρθωσαν να αμβλύνουν τις γωνίες τους. Ας δούμε όμως περί τίνος πρόκειται η διαφορά· Ενάγων και εναγομένη ήταν σύζυγοι. Τα δικόγραφα δεν αποκαλύπτουν πότε ακριβώς έλαβε χώρα ο γάμος των διαδίκων. Ό,τι όμως αποκαλύπτεται από αναμφισβήτητη μαρτυρία, είναι πως ο γάμος τους δεν έμελλε να κρατήσει. Μάλιστα ο χωρισμός των διαδίκων δεν έγινε με τρόπο φιλικό, ως αρμόζει σε δύο άτομα που κάποτε ερωτεύτηκαν, συνευρέθηκαν και συνακόλουθα απέκτησαν και ένα παιδί. Αντιλαμβάνεται κανείς τις προστριβές και την απέχθεια που αμφότεροι βίωσαν, από το γεγονός και μόνο ότι ο χωρισμός επήλθε ενόσω η εναγομένη διάβαινε τον 8ο μήνα της εγκυμοσύνης του τέκνου των διαδίκων. Η θυγατέρα των διαδίκων, μοναδικό θύμα του δράματος που συνεχίζεται, γεννήθηκε την 08.04.2004, ενώ είχε ήδη προηγηθεί ο χωρισμός των γονέων της. Θα ανέμενε κανείς ότι ο καρπός του έρωτα δύο ώριμων ανθρώπων, θα ήταν ικανός να τους συνεφέρει ή, αν μη τι άλλο, να πυροδοτήσει όλα εκείνα τα πρωτόγονα γονεϊκά ένστικτα που για εκατομμύρια χρόνια ήταν ικανά να διαφυλάξουν την επιβίωση του ανθρώπινου είδους. Αντί όμως οι γονείς να αρθούν στο ύψος των περιστάσεων και να ασκήσουν γονική μέριμνα, ως αρμόζει σε ένα γονέα, συνέχισαν να φιλονικούν, εμπλουτίζοντας μάλιστα τη θεματολογία των διαφορών τους εντάσσοντας σε αυτή ακόμη και τη διατροφή του ανήλικου τέκνου. Την 27.04.2005 το Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας εξέδωσε, στα πλαίσια της αίτησης 174/04, εκ συμφώνου διάταγμα διατροφής, με το οποίο διατάσσετο ο ενάγων να καταβάλλει στην εναγομένη το ποσό των £140 (€239,20) μηνιαίως, αρχής γενομένης την 01.05.2005, ως συνεισφορά στη διατροφή και συντήρηση του ανήλικου τέκνου των διαδίκων. Ακολούθως, την 09.10.2008 η εναγομένη καταχώρισε νέα αίτηση στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας, την υπ' αριθμό 344/08, αυτή τη φορά δια αύξηση της διατροφής, δηλαδή του προαναφερθέντος ποσού των £
- Στο πλαίσιο της τελευταίας αυτής αίτησης [344/08], την 08.10.2009 εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα με το οποίο αυξήθηκε η συνεισφορά του ενάγοντα στη διατροφή του ανήλικου τέκνου, σε €
- Η αύξηση είχε αναδρομική ισχύ, δηλαδή άρχισε να τρέχει την 01.06.
- Το τεκμήριο 1 στο δικαστήριο είναι αντίγραφο του σχετικού διατάγματος. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι την 23.11.2009 ο ενάγων πλήρωσε το ποσό των €432 για τα δίδακτρα του μπαλέτου της ανήλικης θυγατέρας του. Η σχετική απόδειξη πληρωμής του εν λόγω ποσού, είναι το τεκμήριο
- Εν τούτοις κατά ή περί τις αρχές του 2010 η εναγομένη προώθησε διαδικασία είσπραξης καθυστερημένης διατροφής, δηλαδή της αναδρομικής αύξησης που επιδίκασε το Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας την 08.10.
- Αντίγραφο απόδειξης πληρωμής του φυλακιστηρίου που εκδόθηκε τοιουτοτρόπως, είναι το τεκμήριο 3 στο δικαστήριο και όπως εκεί αναφέρεται· αφορά ποσό €557, το οποίο καταβλήθηκε την 01.02.
- Τώρα, η έκθεση απαιτήσεως αναφέρει ότι η αξίωση του ενάγοντα εδράζεται στις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Είναι η θέση του ενάγοντα ότι ο λόγος δια τον οποίο πλήρωσε το μπαλέτο της θυγατέρας του [€432 - τεκμήριο 2], είναι γιατί αυτό συμφώνησε προφορικά με την εναγομένη. Συγκεκριμένα, συμφώνησαν αντί να της καταβάλει την οφειλόμενη διατροφή λόγω αναδρομικότητας του σχετικού διατάγματος, να πληρώσει το μπαλέτο. Καίτοι αυτό έπραξε, δηλαδή ως είχαν συμφωνήσει, η εναγομένη ενεργοποίησε διαδικασία έκδοσης φυλακιστηρίου [τεκμήριο 3], αναγκάζοντας τον με αυτό τον τρόπο να καταβάλει το ίδιο ποσό δύο φορές. Στον αντίποδα η εναγομένη αρνείται ότι οι διάδικοι προέβησαν σε τέτοια συμφωνία και ισχυρίζεται ότι ο ενάγων αυτοβούλως πλήρωσε το μπαλέτο, πιθανόν γιατί τον είχε ενημερώσει ότι αδυνατούσε να το πράξει η ίδια, λόγω του ότι επωμίσθηκε άλλα έξοδα της ανήλικης, όπως το ιδιωτικό σχολείο και επέμβαση στην οποία υπεβλήθη η ανήλικη, έξοδα δια τα οποία ο ενάγων δεν συνείσφερε οτιδήποτε. Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω εν εκτάσει εκείνο που αναφέρθηκε από τους διαδίκους. Άλλωστε στο στάδιο αξιολόγησης η μαρτυρία αναλύεται εκτενώς. Αναφέρω μόνο ότι ο ενάγων υποστήριξε πως το επίδικο ποσό [€432] το κατέβαλε στο μπαλέτο γιατί αυτό συμφώνησε με την εναγομένη. Από την άλλη η εναγομένη υποστήριξε ότι τέτοια συμφωνία ουδέποτε συνομολογήθηκε, ενώ προχώρησε να αναφέρει ότι πιθανόν ο ενάγων να λειτούργησε με αυτό τον τρόπο επειδή τον είχε ενημερώσει ότι αδυνατούσε να πληρώνει το μπαλέτο, λόγω άλλων εξόδων της ανήλικης που είχε επωμιστεί προηγουμένως. Με αυτά κατά νου στρέφομαι σε αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων με κριτήριο τα εγγενή της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικά (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιτότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 333). Σημειώνω περαιτέρω ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίστηκε σε ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά αλλά επεκτάθηκε και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Ασύνηθες όσο και αν είναι ένας μάρτυρας να εντυπωσιάσει αρνητικά, τούτο είναι που ισχύει σε σχέση με τον ενάγοντα. Δεν είναι απλώς η παρουσία του στο δικαστήριο που κρίνεται φτωχική, αν και ο τρόπος που μαρτυρούσε, εν προκειμένω ο δισταγμός, η αμηχανία και η επανάληψη θέσεων, συνηγορούν σε απόπειρα απόκρυψης της αλήθειας. Δεν παραγνωρίζω βεβαίως ότι οι άνθρωποι δεν είναι όλοι ίδιοι και συνακόλουθα αντιμετωπίζουν με διαφορετικό τρόπο όσα τους συμβαίνουν. Υπό αυτή την έννοια η αξία της εξωτερικής εμφάνισης ενός μάρτυρα ενόσω μαρτυρά, περιορισμένη έχει σημασία. Στην προκείμενη όμως περίπτωση η μαρτυρία του ενάγοντα, δηλαδή το περιεχόμενο τούτης, είναι εκείνο που προδίδει ψεύδος και επιτηδειότητα. Και εξηγώ· αμφότεροι οι διάδικοι συμφωνούν ότι η σχέση τους είναι καθ' όλα προβληματική. Συνηγορούν ότι αδύνατο είναι να συμφωνήσουν σε οτιδήποτε. Αυτό υποστήριξε με θέρμη και ο ενάγων (βλ. 12η παράγραφο εγγράφου Α). Εν τοιαύτη περιπτώσει διερωτώμαι· πώς τότε δια μια και μόνο περίπτωση, δηλαδή αυτή της ισχυριζόμενης συμφωνίας, συμφώνησαν τον τρόπο διάθεσης των χρημάτων. Δηλαδή ενώ ο ενάγων διατείνεται ότι η εναγομένη ποτέ δεν τον λάμβανε υπόψη για ό,τι θα έκανε με το παιδί, καθώς ότι σε τίποτα συμφωνούσαν και τέλος, ότι δεν μπορεί να χαρίσει χρήματα· πώς γίνεται για αυτή τη μία και μοναδική περίπτωση να κατέληξαν σε συμφωνία. Εν τούτοις η διερεύνηση της θέσης του ενάγοντα περί συμφωνίας, φανερώνει άγνοια και λήθη που δεν συνάδει με ειλικρίνεια. Ερωτήθηκε ο ενάγων τι θα γινόταν με το υπόλοιπο ποσό που όφειλε να καταβάλει. Παρεμβάλλω εδώ ότι η οφειλόμενη διατροφή ανέρχετο σε €527, συνεπώς η εξόφληση του μπαλέτου με την καταβολή €432 αδύνατο ήταν να συμψηφιστεί, εφόσον δεν ικανοποιούσε το οφειλόμενο ποσό. Έκπληξη όμως προκαλεί η απάντηση του ενάγοντα, ο οποίος ανέφερε· «Δεν θυμάμαι λεπτομέρειες αλλά θυμάμαι με κάποιο τρόπο ήταν να πληρωθεί και εκείνη. Όπως ξέρω η Μελίνα δεν μπορεί να χαρίσει ούτε σεντ. Έτσι και αλλιώς το δικαιούταν με διατροφή» Τι να υποθέσει όμως κανείς; Μήπως ότι η συμφωνία δεν προέβλεπε για καταβολή ολόκληρου του ποσού· μήπως ότι προέβλεπε αλλά ο ενάγων δεν θυμάται κάτι τόσο σημαντικό για τη συμφωνία· ή μήπως ότι ουδέποτε έγινε τέτοια συμφωνία; Είμαι της γνώμης ότι ορθή είναι η τελευταία υπόθεση και αυτό τόσο γιατί οι υπόλοιπες υποθέσεις καταρρίπτονται από τη λογική, όσο και επειδή το σύνολο της μαρτυρίας του ενάγοντα δεν επιτρέπει άλλο συμπέρασμα. Τι να πιστέψει κανείς από τη μαρτυρία του ενάγοντα, ότι η εναγομένη δεν χαρίζει σεντ αλλά για αυτή την τόσο σημαντική συμφωνία, άλλωστε αποτελεί τη βάση αγωγής του ενάγοντα, δεν διεκδίκησε το υπόλοιπο; Η απάντηση βεβαίως είναι αρνητική και φανερώνει το επίπλαστο της μαρτυρίας του ενάγοντα. Ο λόγος δια τον οποίο δεν θυμάται όλες τις λεπτομέρειες της συμφωνίας δεν οφείλεται σε πραγματική λήθη, αλλά σε αδυναμία αιτιολόγησης και υποστήριξης μιας ανύπαρκτης συμφωνίας. Περιπλέον, υποστήριξε ότι ο λόγος δια τον οποίο πλήρωσε το μπαλέτο είναι γιατί τον έπαιρναν τηλέφωνο ότι δεν είχε πληρωθεί το ποσό. Του υποδείχθηκε όμως ότι το ποσό που δεν είχε πληρωθεί ήταν εκείνο του προηγούμενου μήνα και ερωτήθηκε περαιτέρω αν γνωρίζει για ποιο χρονικό διάστημα πλήρωσε. Η απάντησή του πάλι αναδεικνύει άγνοια, εφόσον αδυνατεί να πει οτιδήποτε. Όταν του υποδεικνύεται στη συνέχεια ότι προπλήρωσε ολόκληρο το έτος, οι απαντήσεις του θυμίζουν τη λαϊκή θυμοσοφία «απορία ψάλτου βηξ». Δεν απαντά και δεν δίδει λογικές εξηγήσεις. Γιατί όμως να προπληρώσουν ολόκληρο το χρόνο, ερωτά η εναγομένη και μάλιστα εύλογα, που με αφοπλιστικό τρόπο απαντά ότι δεν μπορεί να γνωρίζει, νοείται η ίδια, ότι το παιδί θα είναι πρόθυμο για μπαλέτο και αύριο και μεθαύριο. Υπαινίσσεται συναφώς ότι η ίδια δεν επιθυμούσε να προπληρώσει το μπαλέτο, δεσμεύοντας έτσι ένα σεβαστό ποσό που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει αλλιώς, τη στιγμή μάλιστα που είχε προηγηθεί η επέμβαση της ανήλικης και είναι αναμφισβήτητο ότι ο ενάγων δεν συνέβαλε στα έξοδα της κλινικής. Γιατί λοιπόν να μην συμφωνήσουν καταβολή των εξόδων της κλινικής και να επιλεγεί το μπαλέτο που δεν ήταν τόσο σημαντικό; Έτι χειρότερα είναι τα συμπεράσματα από αυτή τη πτυχή της αντεξέτασης του ενάγοντα, δηλαδή σε σχέση με την επέμβαση που είχε η ανήλικη. Ερωτήθηκε κατά πόσο η θυγατέρα του νοσηλεύτηκε τον Αύγουστο του 2009, για να απαντήσει όμως με ερώτηση «Για ποιο πράγμα;». Όταν στη συνέχεια ερωτάται κατά πόσο η ανήλικη έκανε και άλλες επεμβάσεις, πέραν μιας που αφορούσε ανάπλαση λοφίου, απαντά «Δεν έχω υπόψη μου». Και ερωτώ, αν δεν είχε υπόψη του άλλη επέμβαση, γιατί δεν απάντησε αμέσως και χωρίς περιστροφές, τι είναι εκείνο που τον κρατά; Όλα τα πιο πάνω είναι οι λόγοι δια τους οποίους απορρίπτω τη μαρτυρία του ενάγοντα. Αντιθέτως πειστική και λογική είναι η μαρτυρία της εναγομένης. Επεξηγεί ότι οι διάδικοι ουδέποτε έκαναν τη συμφωνία που ισχυρίζεται ο ενάγων και αυτό γιατί δεν είχε λόγο να προπληρώσει το μπαλέτο. Υποθέτει ότι ο ενάγων πλήρωσε το μπαλέτο σε μια στιγμή πυροδότησης πατρικού ενστίκτου, επειδή τον είχε πληροφορήσει ότι θα διέκοπτε το μπαλέτο, λόγω των εξόδων της επέμβασης αλλά και του ιδιωτικού σχολείου. Επαναλαμβάνω ότι ο ενάγων δέχεται ότι δεν συνείσφερε στα έξοδα του Απολλωνείου, γεγονός το οποίο επιβεβαιώνει μέρος του ισχυρισμού της εναγομένης, δηλαδή ότι αυτό είναι που σκέφτηκε και προχώρησε αυτοβούλως να την εγγράψει στο μπαλέτο και να αγοράσει και στολή. Οι δε υποβολές της πλευράς του ενάγοντα ότι ο τελευταίος ουδέποτε συμφώνησε να φοιτήσει το παιδί σε ιδιωτικό σχολείο, δεν αλλοιώνουν την όλη κατάσταση. Είτε συμφώνησε είτε όχι, γεγονός παραμένει ότι τα έξοδα του σχολείου είναι ένας από τους λόγους που η εναγομένη επικαλέστηκε στη συνομιλία της με τον ενάγοντα, δηλαδή ότι την εμπόδιζε να συνεχίσει να πληρώνει το μπαλέτο και γι' αυτό θα σταματούσε. Τέλος, πέραν όλων των πιο πάνω άξιο απορίας είναι και το εξής· ο ενάγων δεν αντιτάχθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο στην αίτηση της εναγομένης για έκδοση φυλακιστηρίου. Αναφύεται έτσι το ερώτημα· γιατί δεν ήγειρε τους όποιους ισχυρισμούς του σε εκείνο το πλαίσιο; Γιατί δεν υπέβαλε ένσταση. Η συμβουλή που δήθεν έλαβε από συνάδελφό του αστυνομικό, δεν ικανοποιεί. Ένα μήνα μετά επισκέφτηκε δικηγόρο για την αγωγή. Αυτό μπορούσε να κάνει και για το φυλακιστήριο, αν όλα όσα ισχυρίζεται ήταν αλήθεια. Ουδεμία αμφιβολία έχω ότι η μαρτυρία του ενάγοντα δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Δεν είναι πειστική αλλά διάτρητη αμφιβολιών και αναπάντητων ερωτημάτων. Αντιθέτως η μαρτυρία της εναγομένης είναι ευθυγραμμισμένη με τη λογική και απαντά τα ερωτήματα που εγείρονται. Δυνάμει λοιπόν της αξιόπιστης μαρτυρίας καταλήγω ότι ο ενάγων και η εναγομένη ουδέποτε συμφώνησαν ότι η καθυστερημένη διατροφή, λόγω αναδρομικής ισχύος του διατάγματος (βλ. τεκμήριο 1), θα συμψηφιζόταν με αποπληρωμή του μπαλέτου από τον ενάγοντα. Ουδεμία συμφωνία έκαναν για τον τρόπο καταβολής της εν λόγω διατροφής. Έχω αναφέρει ήδη ότι ο ενάγων επικαλείται ως βάση αγωγής τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Προφανώς επειδή αδιαμφισβήτητο είναι πως ο ενάγων κατέβαλε το ποσό των €432. Είμαι εν τούτοις της γνώμης ότι οι σχετικές αρχές δεν εξυπηρετούν τον ενάγοντα. Και εξηγώ· σχετική κρίνεται η υπόθεση Minerva Finance & Investment Limited ν. Γεωργιάδη
(1998)1Δ Α.Α.Δ. 2173, 2180, όπου υποδεικνύεται ότι το δόγμα του αδικαιολόγητου πλουτισμού βρίσκεται στον πυρήνα της αξίωσης για αποκατάσταση. Προϋποθέτει, λέχθηκε, αποδείξεως ότι ο εναγόμενος πλούτισε (enriched) από όφελος (benefit) εξόδοις (at the expense) του ενάγοντα και ότι η διατήρηση αυτού του πλουτισμού είναι άδικη. Ενδιαφέρουσα είναι και η διερεύνηση του δικανικού ζητήματος στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο των Συμβάσεων», του Πολύβιου Πολυβίου. Παρατίθεται εκεί απόσπασμα από την πρόσφατη υπόθεση Benedetti v. Sawiris
(2013)3 WLR 351, όπου λέχθηκε ότι· «The basic principle is that a claim for unjust enrichment is "not a claim for compensation for loss, but for recovery of a benefit unjustly gained [by a defendant] ... at the expense of the claimant." ........ It is now well-established that a court must first ask itself four questions when faced with a claim for unjust enrichment as follows.
(1)Has the defendant been enriched?
(2)Was the enrichment at the claimant's expense?
(3)Was the enrichment unjust?
(4)Are there any defences available to the defendant? » Στην προκείμενη περίπτωση είναι αντιληπτό ότι από την καταβολή του ποσού των €432 η εναγομένη δεν πλούτισε, έννοια που εμπεριέχει και την αποκόμιση οφέλους (gained benefit). Αν κάποιος έχει κερδίσει, αυτός είναι η ιδιοκτήτρια της σχολής μπαλέτου και η ανήλικη, όχι όμως η εναγομένη. Κατ' επέκταση διαπιστώνεται ότι οι αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού δεν εξυπηρετούν την υπόθεση του ενάγοντα. Παρ' όλα αυτά, ο ενάγων επικαλείται και συμφωνία. Αυτή είναι η πραγματική βάση της αγωγής. Εν τούτοις έχει διαπιστωθεί ότι οι διάδικοι δεν συμφώνησαν οτιδήποτε και δη αυτό που ο ενάγων επικαλείται, δηλαδή πως συμφωνήθηκε το ποσό των €432 που καταβλήθηκε στο μπαλέτο να συμψηφιστεί με τις καθυστερημένες δόσεις διατροφής. Εφόσον η διαπίστωση είναι ότι τέτοια συμφωνία ουδέποτε έγινε, ούτε αυτή η βάση αγωγής εξυπηρετεί τον ενάγοντα. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, η αγωγή απορρίπτεται. Έξοδα της διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης και εναντίον του ενάγοντα. (Υπ.) ........... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο