Χριστόφορος Παπακυπριανού κ.α. ν. A PAPAYIANNIS (CONSTRUCTIONS) limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 7723/13, 28/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A399 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7723/13 Μεταξύ: Χριστόφορος Παπακυριακού, από τη Λευκωσία Αιμιλία Ασπρή, από τη Λευκωσία Εναγόντων και A PAPAYIANNIS (CONSTRUCTIONS) limited Ζήνων Α Ζήνωνος, από τη Λευκωσία Νίκος Τσιάκκας, από τη Λευκωσία Εναγόμενοι Και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου ημερομηνίας 12.11.14 Χριστόφορος Παπακυπριανού, από τη Λευκωσία Αιμιλία Ασπρή, από τη Λευκωσία Εναγόντων και A PAPAYIANNIS (CONSTRUCTIONS) limited Ζήνων Α Ζήνωνος, από τη Λευκωσία Νίκος Τσιάκκας, από τη Λευκωσία Εναγόμενοι ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ ΗΜΕΡ.4.2.16 Ημερομηνία: 28.6.16 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο 1 - Αιτητή : κ. Σατζιάς Για Ενάγοντες - Καθ ων η αίτηση: κα Χαραλάμπους Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Επί τροποποιήσεως δικογράφων, εδώ της έκθεσης υπερασπίσεως, αντί άλλης αναφοράς κρίνεται σκόπιμη η παράθεση αυτούσιου του ακόλουθου αποσπάσματος εκ της υποθέσεως Κώστας Παφίτης & Υιοί ΛΤΔ, ν. Γενικού Εισαγγελέα Της Κυπριακής Δημοκρατίας
(2012)1 Α.Α.Δ 745. «Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος της τροποποίησης, είναι πλουσιότατη. Η τάση της νομολογίας δείχνει φιλελεύθερη προσέγγιση, εκτός στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται κακοπιστία και ζημιά ή αδικία η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934). Η κλασσική επαναδιατύπωση των νομολογιακών αρχών δόθηκε από τον Πική, Δ., όπως ήταν τότε, στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 33, στην οποία οι αρχές συνοψίστηκαν ως εξής:- «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» ......................... Όμως, ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής, η οποία δεν έχει παραγραφεί, η οποία θεωρείται πολύ πιο σοβαρή δικονομική ενέργεια από την εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης, η αίτηση τροποποίησης δεν οδηγείται χωρίς άλλο σε απόρριψη, αλλά ο παράγοντας αυτός συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία (βλ. Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704, 707)«. Παρομοίως, το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Ιωσηφίδης ν. Bernhard Schulte Shipmanagement (Cyprus) Ltd, Πολ. Έφεση 239/11 ημερ. 23.10.13 κρίνεται επίσης ως κατατοπιστικό: «Σε σχετικά πολύ πρόσφατη απόφαση μας στην Kayat Trading Ltd v. GENZYME CORPORATION, Πολιτική Έφεση Αρ.58/2012, 4.3.13, είχαμε την ευκαιρία να αναφερθούμε στις αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα: «Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι, όπως πολύ εύστοχα επισημάνθηκε στην υπόθεση Clive Preece: "Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." Επίσης, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου: "Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά." » Το πιο πάνω πλαίσιο προσδιορίζει και ταυτόχρονα προδιαγράφει τον τρόπο αντιμετώπισης αιτημάτων τροποποιήσεως δικογράφων. Απαραίτητη εκ των πραγμάτων, έστω και περιγραφικά, κρίνεται η αναφορά στα δικόγραφα και στο τι ακριβώς επιδιώκεται να προστεθεί δια της τροποποιήσεως που επιδιώκουν οι εναγόμενοι
- Ο ενάγων 1 είναι ιδιοκτήτης ενός ακινήτου στο Δάλι και η ενάγουσα 2 είναι εμπιστευματοδόχος δυνάμει εμπιστεύματος και επί του ακινήτου ανηγέρθη κατοικία. Οι εναγόμενοι 1 ήταν ο εργολάβος του έργου και ο εναγόμενος 2 ο αρχιτέκτονας. Ο εναγόμενος 3 ήταν ο αλουμινιτζιής. Παρενθετικά ο εναγόμενος 3 παρά την επίδοση σε αυτόν της αγωγής δεν εμφανίζεται στην διαδικασία. Την 7.9.07 υπεγράφη κατασκευαστικό συμβόλαιο για την ανέγερση διώροφης οικοδομής στο τεμάχιο του ενάγοντα
- Ο εναγόμενος 2 χωρίς την προκήρυξη προσφορών για υπεργολάβους υπέδειξε στους ενάγοντες τους εναγόμενους 1 στους οποίους και ανέθεσαν τις εργασίες. Περαιτέρω ο εναγόμενος 2 με πρόφαση τα πνευματικά δικαιώματα επί των αρχιτεκτονικών σχεδίων ανέθετε σε υπεργολάβους της αρεσκείας του διάφορες εργασίες. Τον εναγόμενο 3 τον εξηύραν οι ενάγοντες. Τον Νοέμβριο του 2012 υπέπεσαν στην αντίληψη της ενάγουσας 2 οι πρώτες ζημιές και φθορές στην οικία ένεκα ελαττωματικής εργασίας. Το έργο θα έπρεπε να ολοκληρωθεί την 29.2.09 αλλά μέχρι σήμερα δεν έχει ολοκληρωθεί. Παρά ταύτα η ενάγουσα 2 μετακόμισε στην κατοικία στην οποία παρουσιάζονται διάφορα προβλήματα, για τα οποία οι εναγόμενοι 1, παρά το γεγονός ότι ειδοποιήθηκαν να τα διορθώσουν δεν το έπραξαν. Ως αποτέλεσμα η ενάγουσα προσέφυγε στο ΕΤΕΚ προς ετοιμασία πραγματογνωμοσύνης η οποία τεκμηριώνει τις παραλείψεις των εναγομένων. Είναι η θέση των εναγόντων ότι δόλια οι εναγόμενοι 1 και 2 και εκμεταλλευόμενοι την θέση ισχύος τους, έθεσαν μηδενικό ποσό στο Παράρτημα Όρων του Συμβολαίου για αποζημιώσεις σε περίπτωση καθυστέρησης παράδοσης της κατοικίας. Καταγράφονται στην συνέχεια λεπτομέρειες αμελείας των εναγομένων 1 - 3 καθώς και λεπτομέρειες δόλου και συνομωσίας από τους εναγόμενους 1 και
- Αξιώνουν διάφορα ποσά που απαιτούνται για την επιδιόρθωση της κατοικίας, επιστροφή ποσών που ουδέποτε εκδόθηκαν διατακτικά πληρωμής και αποζημιώσεις για παράβαση καθήκοντος και αμελείας των εναγομένων. Οι εναγόμενοι 1 εγείρουν προδικαστική ένσταση αναφορικά με τον ενάγοντα 1 γιατί ποτέ δεν συνεβλήθησαν με αυτόν. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς περί δόλου είναι η θέση τους ότι η αγωγή θα έπρεπε, σύμφωνα με τους θεσμούς, να εγερθεί επί γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Επί της ουσίας της διαφοράς αναφέρουν ότι χρησιμοποίησαν υλικά και τεχνουργία ποιότητας και προτύπων και ακολούθησαν πιστά τις οδηγίες του αρχιτέκτονα. Η συμφωνηθείσα ημερομηνία παράδοσης της κατοικίας δεν ήταν εφικτή για λόγους οφειλομένους στους ενάγοντες και δεν οφειλόταν σε δική τους υπαιτιότητα. Είναι επίσης η θέση τους ότι εμποδίζονται από τους ενάγοντες να εκτελέσουν τα συμφωνηθέντα καθήκοντα τους και δεν φέρουν καμιά ευθύνη για ζημιές και φθορές που ενδεχόμενα προκλήθηκαν λόγω της μη ολοκλήρωσης των εργασιών. Αναφορικά με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης είναι η θέση τους ότι οι όροι εντολής είναι τέτοιοι ώστε η επίκληση της είναι άσχετη με την βάση της αγωγής. Αρνούνται όσα τους καταλογίζουν οι ενάγοντες περί αμέλειας και δόλου και είναι η θέση τους ότι εκδιώχθηκαν από το έργο και εμποδίζονται να προχωρήσουν στην ολοκλήρωση του. Μετά την ολοκλήρωση των δικογράφων και τον ορισμό της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου εκδόθηκε διάταγμα αποκάλυψης των εγγράφων εκ μέρους των διαδίκων. Μετά την αποκάλυψη των εγγράφων οι εναγόμενοι 1 προχώρησαν στην υποβολή αίτησης για την τροποποίηση της υπερασπίσεως δια της προσθήκης ανταπαιτήσεως ανερχόμενης στο ποσό των €33,426.
- Περιληπτικά γίνεται αναφορά σε όρους του συμβολαίου καθώς και σε αλληλογραφία μεταξύ τους και του αρχιτέκτονα αναφορικά με τις καθυστερήσεις και ότι την 17.12.10 ο αρχιτέκτονας εξέδωσε ενδιάμεσο πιστοποιητικό - διατακτικό αρ.9 σύμφωνα με το οποίο οι ενάγοντες έπρεπε να καταβάλουν το ποσό των €25.722,39 εκ του οποίου ο ενάγων 1 κατέβαλε έναντι απόδειξης μόνο €10.
- Σύμφωνα επίσης με το ρηθέν διατακτικό υπολειπόταν το ποσό των Λ.Κ.3,262 για τις υπολειπόμενες εργασίες για την αποπεράτωση του έργου. Επίσης μέχρι την 17.12.10 το ποσό που κατακρατείτο από τον εργοδότη - ενάγοντες σύμφωνα με το διατακτικό ήταν Λ.Κ.7.
- Μετά τις εργασίες αλουμινίου τον Μάιο του 2011 η εναγομένη 1 διαπίστωσε ότι η οικία ήταν κλειδωμένη και οι ενάγοντες της αρνήθηκαν να εισέλθει και να συνεχίσει το έργο, με αποτέλεσμα να απολέσει την επιστροφή του ποσού της κράτησης. Παραθέτει λεπτομέρειες παράβασης της σύμβασης εκ μέρους των εναγόντων καθώς και λεπτομέρειες ζημιών και απωλειών της, τις οποίες και ανταπαιτεί. Τα πραγματικά γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση προκύπτουν μέσα από την ένορκη δήλωση του διευθυντή των εναγομένων
- Είναι η θέση του ότι η ανάγκη για την τροποποίηση προέκυψε ως αποτέλεσμα της αποκάλυψης εγγράφων που διενεργήθηκε στα πλαίσια της έκδοσης της σχετικής διαταγής του δικαστηρίου, τα οποία αφού μελετήθηκαν έγινε σύγκριση με τα ενδιάμεσα διατακτικά πληρωμής και τα τιμολόγια και αποδείξεις με αποτέλεσμα να υπάρχει πλήρης εικόνα των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης. Φάνηκε ότι το διατακτικό αρ.9 δεν έχει εξοφληθεί και ότι υπάρχει ένα ποσό κράτησης που θα πρέπει να επιστραφεί στην εναγομένη
- Δεν πρόκειται για καινούργια ζητήματα αλλά συναρτούνται άμεσα με τα γεγονότα της υπόθεσης και αφορούν την ανέγερση της κατοικίας. Οι ενάγοντες έφεραν ένσταση γιατί η ανταπαίτηση έχει παραγραφεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του νόμου, ότι είναι παράτυπη και αντικανονική και έγινε κακόπιστα. Είναι επίσης η θέση τους ότι πρόκειται για γεγονότα που ήταν σε γνώση των εναγομένων 1 και δεν δικαιολογείται σε τέτοιο προχωρημένο στάδιο η τροποποίηση της υπεράσπισης. Στις γραπτές τους αγορεύσεις οι δικηγόροι αναφέρονται στις αρχές που διέπουν αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων με την αντίστοιχη παραπομπή σε νομολογία επί του θέματος. Το δικαστήριο έχει μελετήσει τις αγορεύσεις των δυο πλευρών και τις έχει πλήρως υπόψη του. Το πρώτο θέμα που χρήζει άμεσης εξέτασης είναι κατά πόσο η ανταπαίτηση καλύπτεται από τον Νόμο περί Παραγραφής και αν μπορεί να εξεταστεί στο παρόν στάδιο. Ο δικηγόρος των εναγόντων στηριζόμενος στο άρθρο 7
(2)του Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο, Ν.66
(1)/12 εισηγείται ότι είναι τρία έτη από την ημέρα συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής. Αντίθετη είναι η θέση του δικηγόρου των εναγομένων 1. Το δικαστήριο έχει την άποψη, εν όψει των διαφόρων προνοιών του Νόμου, μεταξύ αυτών και πρόνοιες για θεραπεία της παραγραφής, ότι πρόκειται για ζήτημα ουσίας, ενώ το υπό εξέταση αίτημα είναι δικονομικής υφής. Πέραν αυτού η παραγραφή, σύμφωνα με το Αρ. 21 του Νόμου, τηρουμένου του Αρ.22, συνιστά αυτοτελή υπεράσπιση που εγείρεται στα δικόγραφα με την μορφή της ειδικής υπεράσπισης και δεν είναι συνεπώς το παρόν στάδιο το κατάλληλο βάθρο για να εγερθεί. Και ο λόγος είναι γιατί ενδεχομένως να απαιτείται μαρτυρία για να μπορούν να αναδυθούν τα πραγματικά γεγονότα και περιστατικά, ώστε να κριθεί πότε συμπληρώθηκε η βάση της αγωγής ώστε να αρχίζει ο χρόνος παραγραφής. Κατά συνέπεια η ένσταση επί τούτου δεν έχει έρεισμα και απορρίπτεται. Ο χρόνος υποβολής της αίτησης είναι ένας παράγοντας σχετικός για την έγκριση τέτοιου αιτήματος. Στην υπόθεση Astor Manufacturing and Exporting Co και άλλων ν. A.G. Levendis και ΄Αλλων
(1993)1 ΑΑΔ 726, αναφέρθηκαν τα εξής αναφορικά με τον παράγοντα του χρόνου. «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης.» Στην προκειμένη περίπτωση οι εναγόμενοι 1 αναφέρουν ότι τα θέματα διευκρινίστηκαν μετά την αποκάλυψη των εγγράφων, η οποία να σημειωθεί έγινε από μεν την πλευρά των εναγόντων την 16.4.15 από δε την πλευρά του εναγομένου 2 την 27.5.15. Αντιτάσσουν όμως οι ενάγοντες καθ' ων η αίτηση ότι τα έγγραφα θα έπρεπε να ήταν εξ αρχής στην γνώση των εναγομένων 1 και κατά συνέπεια το αίτημα είναι κακόπιστο και καταχρηστικό. Επί του προκειμένου στην υπόθεση Clive Preece κ.ά ν. Ρωσσίδου, Πολ. Έφεση Αρ. 271/2008 16.12.11, υπεδείχθη ότι: «Οι εφεσείοντες μπορεί να μην κατάφεραν να δικαιολογήσουν με απόλυτη πειστικότητα την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην προώθηση του δικονομικού διαβήματος. Ωστόσο, η μερική αυτή αδυναμία δεν έπρεπε να οδηγήσει στην απόρριψη της αίτησης εφόσον το πλέον ουσιώδες υπό τις περιστάσεις κριτήριο ήταν η στάθμιση των παραγόντων που θα αποτελούσαν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης». Το γεγονός ότι τα έγγραφα θα έπρεπε να τα γνώριζαν εξ αρχής οι εναγόμενοι 1, ως αναφέρουν οι ενάγοντες και όχι να αναμένουν την αποκάλυψη των εγγράφων, με κανένα τρόπο δεν μπορεί να εξισούται με κακοπιστία εκ μέρους τους στον βαθμό και την έκταση που αναφέρουν οι ενάγοντες. Προβάλλεται επίσης στην ένσταση η θέση ότι το αίτημα είναι κακόπιστο γιατί οι εναγόμενοι 1 προσπαθούν να κατασκευάσουν υπόθεση εναντίον των εναγόντων ακολουθώντας παρελκυστική τακτική, χωρίς όμως κάποια στοιχεία. Το γεγονός αυτό από μόνο του χωρίς άλλη επεξήγηση δεν συνιστά κακοπιστία, ούτε και εξ αυτού θα μπορούσε, χωρίς οτιδήποτε άλλο, να συναχθεί κακοπιστία εκ μέρους των εναγομένων 1 (Παφίτης και Παπαχρυσοστόμου ανωτέρω). Αντίθετα, οι εναγόμενοι 1 στηρίζονται επί συγκεκριμένου διατακτικού το οποίο ούτω ή άλλως αποτέλεσε αντικείμενο αποκάλυψης των εγγράφων. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός περί κατασκευής υπόθεσης και παρελκυστικής τακτικής. Τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης διαδραματίζουν κυριαρχικό ρόλο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. (Βαρδιάνος ν. Richards
(1998)1 AAΔ 698 και Evand Promotions Ltd κ.α. ν. Rutman (Αρ. 1)
(1998)1 ΑΑΔ 92). Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, τονίστηκε πως το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934, υπεδείχθη πως η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Έτσι και στον βαθμό που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως αμέλεια το γεγονός ότι οι εναγόμενοι 1 δεν είχαν εξ αρχής εξετάσει τα δικά τους έγγραφα κατά την προετοιμασία της υπεράσπισης τους με κανένα τρόπο δεν οδηγεί η στάση τους αυτή σε κακοπιστία, ούτε και άνευ ετέρου καθιστά το αίτημα απορριπτέο. Άλλη είναι η έννοια και η δυναμική της κακοπιστίας και άλλη η αμέλεια. Ιδιαίτερα σημαντικά και καθοδηγητικά κατά την κρίση του δικαστηρίου κρίνονται αυτά που ο λόρδος Denning M.R. ανέφερε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd and Others v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754. «Ξεκινώ με την αρχή, που είναι καλά καθιερωμένη, ότι μια τροποποίηση πρέπει να επιτρέπεται έστω και αν ζητείται αργά, αν είναι αναγκαία, για να αποδοθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων, καθ' όσον οποιαδήποτε δυσχέρεια θα ήθελε προκληθεί από αυτή μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Αυτή η αρχή ισχύει εδώ.» Ούτε και μπορεί να παραγνωριστεί ότι η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμα ξεκινήσει, ένας παράγοντας σημαντικός, αν και σύμφωνα με την νομολογία όχι καταλυτικός (Clive Preece ανωτέρω και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Σάββα, Πολ. Έφεση Αρ. E5/2014, ημερο.24.3.14). Υποδεικνύεται περαιτέρω ότι δεν έχει προβληθεί ότι οι ενάγοντες θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα Το δικαστήριο έχει αναλογιστεί το αίτημα καθώς και τη φύση των αιτουμένων τροποποιήσεων, υπό το φως της νομολογίας και των πραγματικών δεδομένων όπως έχουν αναλυθεί και εξηγηθεί ανωτέρω. Λαμβάνεται υπόψη ότι η πλευρά των εναγόντων, για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί, δεν θα υποστεί αδικία ή κάποια ανεπανόρθωτη και μη θεραπεύσιμη ζημιά, και ότι σε κάθε περίπτωση το αίτημα δεν είναι κακόπιστο. Παρά την κάποια καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί, αυτό δεν είναι καταλυτικό. Κρίνεται τέλος πως η έγκριση του αιτήματος είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης παρά η απόρριψη του. Και τούτο γιατί με όσα έχουν εκτεθεί, θα εξυπηρετούσε το συμφέρον της δικαιοσύνης, αφού ο σκοπός της είναι να τεθούν ενώπιον του δικαστηρίου όλα τα πραγματικά ζητήματα και επίδικα θέματα, αφού σε κάθε περίπτωση ο βασικός γνώμονας επί του οποίου ασκείται η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου είναι η ορθή απονομή της δικαιοσύνης και η αποφυγή της πολλαπλότητας των διαδικασιών, ιδίως εδώ, που το αίτημα επιδιώκει την εισαγωγή ανταπαίτησης, αντί της έγερσης άλλης αγωγής. Ως εκ τούτου και για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί το αίτημα εγκρίνεται. Τα έξοδα τόσο της αίτησης όσο και όσων προκύψουν εξ αυτής ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται σε βάρος των εναγομένων 1 και υπέρ των εναγόντων καθ ων η αίτηση. Θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. Τροποποιημένη έκθεση υπερασπίσεως και ανταπαιτήσεως να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από την σύνταξη του διατάγματος. Στην συνέχεια να ακολουθηθούν οι θεσμοί. (Υπ.) ........... Νίκος Γιαπανάς, Α.Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο