← Κύπρος

Αναφορικά με την Genfin Auto Investment Company Limited ν. Αίτηση της Starworld Services Ltd, Αίτηση Εταιρείας: 161/2016, 7/6/2016

Αναφορικά με την Genfin Auto Investment Company Limited ν. Αίτηση της Starworld Services Ltd, Αίτηση Εταιρείας: 161/2016, 7/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A348 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αίτηση Εταιρείας: 161/2016 Αναφορικά με την Genfin Auto Investment Company Limited και Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 Αίτηση της Starworld Services Ltd, από Λευκωσία Αίτηση από Multinfinpro S.A. ημ. 15 Μαρτίου 2016 για Ακύρωση και ή Παραμερισμό Διατάγματος Διορισμού Προσωρινού Παραλήπτη και των Πράξεων και ή Αποφάσεων Αυτού Ημερομηνία: 7 Ιουνίου 2016 Εμφανίσεις: Για την Multinfinpro S.A. - Αιτήτρια: κ. Γ. Μίττλετον για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ Για την Genfin Auto Investment Company Ltd: κ. Γ. Τριανταφυλλίδης για Άντης Τριανταφυλλίδης & Υιοί Δ.Ε.Π.Ε. Για την Starworld Services Ltd - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Α. Χαβιαράς για Χαβιαράς & Φιλίππου ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση (εφεξής «η Αίτηση») η Αιτήτρια ζητά διατάγματα ως ακολούθως: (
  2. i)Διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται και ή παραμερίζεται το διάταγμα ημ. 4.3.16 με το οποίο διορίστηκε Προσωρινός Παραλήπτης (εφεξής «ο Παραλήπτης») της εταιρείας Genfin Auto Investment Company Ltd (εφεξής «η εταιρεία»). (
  3. ii)Διάταγμα με το οποίο να ακυρώνονται και ή παραμερίζονται οι ενέργειες και ή οι αποφάσεις και ή τα μέτρα τα οποία έλαβε ο Παραλήπτης από την ημερομηνία διορισμού του μέχρι και την ημερομηνία έκδοσης διατάγματος ως το αιτητικό (
  4. i)ανωτέρω. Ι. Ιστορικό Διαδικασίας Για σκοπούς πληρέστερης αντίληψης της φύσης της Αίτησης, της διαδικασίας αυτής και των θέσεων όλων των πλευρών, κρίνεται σκόπιμο όπως εξαρχής παρατεθεί το ιστορικό της διαδικασίας στα πλαίσια της κυρίως Αίτησης μέχρι και την ολοκλήρωση της ακρόασης της Αίτησης. 1) Στις 24.2.16 η Starworld Services Ltd - Καθ΄ ης η Αίτηση (εφεξής «η Καθ΄ ης») καταχώρισε την κυρίως Αίτηση με την οποία ζητείται η εκκαθάριση της εταιρείας σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 203

(1)(α), 211(στ) και 213-218 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, λόγω του ότι «οι σχέσεις μεταξύ των μελών της εταιρείας έχουν οδηγηθεί στο απόλυτο και πλήρες αδιέξοδο». Η κυρίως Αίτηση απευθύνετο προς τον Έφορο Εταιρειών και την εταιρεία. 2) Την ίδια ημερομηνία η Καθ΄ ης καταχώρισε μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσε τον διορισμό Παραλήπτη της εταιρείας. 3) Το Δικαστήριο δεν ενέκρινε την εν λόγω αίτηση μονομερώς και διέταξε την επίδοση της. Η μονομερής αίτηση επιδόθηκε δεόντως στην εταιρεία η οποία δεν εμφανίστηκε στα πλαίσια αυτής, ενώ δεν επιδόθηκε στην Αιτήτρια. 4) Στις 4.3.16 το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα διορισμού του κ. Πανίκου Χριστοδούλου ως Παραλήπτη της εταιρείας μέχρι την εκδίκαση της κυρίως Αίτησης ή μέχρι νεοτέρας διαταγής. 5) Στις 15.3.16 η Αιτήτρια καταχώρισε την υπό κρίση διά κλήσεως Αίτηση, καθώς επίσης και μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσε προσωρινό διάταγμα αναστολής της ισχύος και ή εκτέλεσης του διατάγματος ημ. 4.3.16 μέχρι την εκδίκαση της διά κλήσεως Αίτησης. 6) Το Δικαστήριο ενέκρινε τη μονομερή αίτηση και εξέδωσε το αιτούμενο προσωρινό διάταγμα. 7) Στις 22.3.16 που ήταν ορισμένα τόσο το προσωρινό διάταγμα επιστρεπτέον όσο και η διά κλήσεως Αίτηση, υπήρξε εμφάνιση δικηγόρου και για την εταιρεία. Το προσωρινό διάταγμα και η διά κλήσεως Αίτηση ορίστηκαν για οδηγίες στις 24.3.
  1. 8) Στις 24.3.16 στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης, και κατόπιν εμφανίσεων εκ μέρους της Αιτήτριας, της Καθ΄ ης και της εταιρείας, εκ συμφώνου το προσωρινό διάταγμα κατέστη απόλυτο μέχρι την εκδίκαση της υπό κρίση διά κλήσεως Αίτησης. Μάλιστα ο δικηγόρος της Καθ΄ ης δήλωσε πως ο Παραλήπτης, στα πλαίσια των εξουσιών του δυνάμει του διατάγματος διορισμού του, προέβη στη λήψη μόνο μιας απόφασης ημ. 11.3.
  2. 9) Στις 24.3.16 στα πλαίσια της διά κλήσεως Αίτησης ο δικηγόρος της Καθ΄ ης ζήτησε χρόνο για καταχώριση ένστασης, αίτημα στο οποίο οι δικηγόροι της Αιτήτριας και της εταιρείας δεν έφεραν ένσταση. Επίσης ο δικηγόρος της εταιρείας δήλωσε πως η εταιρεία θα υποστήριζε την Αίτηση χωρίς να καταχωρίσει ξεχωριστή αίτηση παραμερισμού και ζήτησε όπως με τη σύμφωνη γνώμη των υπόλοιπων δικηγόρων του επιτραπεί να λάβει μέρος στην ακρόαση της Αίτησης και υποστηρίξει αυτή. Ο δικηγόρος της Καθ΄ ης εξέφρασε τη σύμφωνη γνώμη του, και έτσι το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για την καταχώριση ένστασης από την Καθ΄ ης και σε μεταγενέστερη ημερομηνία όρισε την Αίτηση για ακρόαση. 10) Στα πλαίσια της ακρόασης της Αίτησης οι δικηγόροι κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις τις οποίες ανέπτυξαν επιγραμματικά προφορικώς. ΙΙ. Η Αίτηση Η Αίτηση βασίζεται στα άρθρα 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60, στις Δ.2, Δ.5, Δ.6, Δ.9, Δ.16, Δ.33, Δ.35, Δ.39, Δ.40, Δ.48 θ.1-9 και 11-13 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, και ειδικότερα στα άρθρα 4-9 και 11, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών που κυρώθηκε με τον Ν.118/68, στα άρθρα 203
(1)(α), 204-209, 211(στ) και 213-218 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, στο δίκαιο της επιείκειας, στη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Ξένιας Κόκκινου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί την Αιτήτρια. Η ένορκη δήλωση της κας Κόκκινου περιστρέφεται γύρω από τρία βασικά θέματα: · τη μη επίδοση της αίτησης για την έκδοση διατάγματος διορισμού Παραλήπτη στην Αιτήτρια ως μετόχου πλειοψηφίας · τη μη ικανοποίηση των προϋποθέσεων για την έκδοση του εν λόγω διατάγματος · τη μη πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη εκ μέρους της Αιτήτριας στα πλαίσια της αίτησης για διορισμό Παραλήπτη. ΙΙΙ. Η Ένσταση Η Καθ΄ ης καταχώρισε ένσταση οι λόγοι της οποίας είναι οι ακόλουθοι:
  1. Η Αιτήτρια νομιμοποιείται να καταστεί διάδικος στην κυρίως Αίτηση αλλά δεν νομιμοποιείται να αιτείται την ακύρωση του διορισμού του Παραλήπτη εφόσον το διοικητικό συμβούλιο της Genfin δεν έχει παρέμβει στη διαδικασία.
  2. Η Αιτήτρια ως μέτοχος της Genfin εξ ορισμού δεν έχει καμία αρμοδιότητα σε σχέση με τη διοίκηση της Genfin και η Αίτηση συνιστά υπέρβαση των δικαιωμάτων της εκ του Καταστατικού της και του Νόμου.
  3. Η Αιτήτρια δεν επικαλείται πως το διοικητικό συμβούλιο της Genfin αρνείται να αμφισβητήσει τον διορισμό του Παραλήπτη οπότε θα μπορούσε να ισχυρίζεται ότι κατ΄ αναλογία με τις παράγωγες αγωγές θα πρέπει να υποκαταστήσει την Genfin.
  4. Η Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει λόγο που να δικαιολογεί την ακύρωση του διορισμού του Παραλήπτη.
  5. Η Αιτήτρια θα πρέπει να αιτιάται τον εαυτό της για τη δημιουργία του οχήματος λειτουργίας της Genfin σύμφωνα με το οποίο στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της (Genfin) δεν υπήρχε γραφειακή δομή και οι διευθυντές στεγάζονται αλλού.
  6. Το διάταγμα διορισμού του Παραλήπτη εκδόθηκε νόμιμα και τα γεγονότα τα οποία υποστήριζαν την αίτηση δικαιολογούσαν πλήρως την έκδοση του. Η ένσταση βασίζεται επίσης στη Δ.48 θ.1-9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 32 του Ν.14/60, στα άρθρα 4-9 του Κεφ. 6, και επιπρόσθετα στο άρθρο 9 του Ν.31(Ι)/92, στα άρθρα 203-211, 213-218 και 372 του Κεφ. 113 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Μαρίας Πέτρου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Καθ΄ ης. Σε αυτή η κα Πέτρου ουσιαστικά υιοθετεί και αναλύει τους λόγους ένστασης. Ειδικότερα, η κα Πέτρου απορρίπτει τους ισχυρισμούς της κας Κόκκινου επί των γεγονότων προβάλλοντας τις δικές της θέσεις επί τούτων και ισχυρίζεται πως η Αιτήτρια προβάλλει ανυπόστατους και παραπλανητικούς ισχυρισμούς. IV. Νομιμοποίηση Αιτήτριας στην Καταχώριση της Αίτησης και της Εταιρείας σε Εμφάνιση Με βάση το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την Αίτηση και ένσταση αντίστοιχα, αποτελεί κοινό έδαφος πως η Αιτήτρια είναι η μέτοχος πλειοψηφίας στην εταιρεία κατέχοντας το 50,1% του μετοχικού κεφαλαίου της, ενώ η Καθ΄ ης και η εταιρεία Solway είναι οι μέτοχοι μειοψηφίας κατέχοντας το 27,8% και το 22,1% του μετοχικού κεφαλαίου της αντίστοιχα. Όπως προκύπτει σαφώς τόσο από το περιεχόμενο της κυρίως Αίτησης όσο και από τα αιτητικά και τη νομική βάση αυτής, η κυρίως Αίτηση αφορά αίτημα για την εκκαθάριση της εταιρείας λόγω καταπιεστικής συμπεριφοράς εις βάρος της Καθ΄ ης ως μετόχου μειοψηφίας από την Αιτήτρια ως μετόχου πλειοψηφίας. Η θέση της Καθ΄ ης εκφράζεται με σαφήνεια στην καταληκτική παρ. 34 της κυρίως Αίτησης ως εξής: «
  7. Η υπόθεση, που το Δικαστήριο εξετάζει σήμερα είναι μια σαφής περίπτωση κατά την οποία ο Μεγαλομέτοχος εκμεταλλεύεται τη θέση ισχύος του σε βάρος των μετόχων της μειοψηφίας, δηλαδή της Αιτήτριας και της Solway και, κατά συνέπεια, είναι δίκαιη και εύλογη η διάλυση της Εταιρείας.» Σχετικά με το θέμα της συμμετοχής ή όχι της ίδιας της εταιρείας σε τέτοιου είδους αιτήσεις αναφέρονται στο σύγγραμμα Shareholdres Rights, Robin Hollington, 6η έκδοση, σελ. 361-362, τα εξής: «It is a general principle of Company law that the company should not participate in and should not expend its funds on disputes between shareholders. . An unfair prejudice petition is generally a means of resolving a dispute between the members of the company; the company should take no part in the proceedings save so far as is strictly necessary or expedient for the purposes of disclosure or otherwise..» Η αρχή πως τέτοιας φύσης αιτήσεις αποτελούν ουσιαστικά διαφορές μεταξύ των μετόχων περιέχεται και στο σύγγραμμα Practice and Procedure of the Companies Court, Boyle QC και Marshall, σελ. 221, παρ. 7.4, όπου αναφέρεται πως «However as in the case of s.459 petitions, these petitions are in substance usually disputes between the shareholders rather than between the petitioner and the company». Η Καθ΄ ης αναγνωρίζει το δικαίωμα της Αιτήτριας λόγω της ιδιότητας της τελευταίας ως μετόχου πλειοψηφίας να καταστεί διάδικος και λάβει μέρος στα πλαίσια της κυρίως Αίτησης. Αυτή η θέση συνάδει και με όσα αναφέρονται στα συγγράμματα ως προς την αναγκαιότητα συμπερίληψης των υπολοίπων μετόχων της υπό εκκαθάριση εταιρείας σε τέτοιας φύσης αιτήσεις. Ειδικότερα στο σύγγραμμα Practice and Procedure of the Companies Court (ανωτέρω) στην ίδια σελίδα και παράγραφο στο ακόλουθο απόσπασμα, στο οποίο περιλαμβάνεται η πιο πάνω περικοπή, αναφέρονται τα εξής: «By definition, every petition to wind up a company under s. 122
(1)(
  1. g)must include the company as a respondent. The Insolvency Rules themselves do not in fact require service of a copy of the petition on the named respondents other than the company. However as in the case of s.459 petitions, these petitions are in substance usually disputes between the shareholders rather than between the petitioner and the company. It is therefore the position that all the shareholders, in the case of a private company, should be joined as respondents to the petition. In the case of a public company where such petitions are in any event rare, the petitioner should join as respondents the alleged wrongdoers, leaving other members to apply to be joined at a later stage in the process.» Στο σύγγραμμα Pennington's Company Law, 5η έκδοση, σελ. 753, αναφέρεται πως: «The procedure for the presentation and hearing of petitions for relief under the statutory provision is governed by the regulations made by the Lord Chancellor governing winding up petitions. The only necessary respondent to the petition is the company, but it is desirable to serve copies of the petition on all persons whose conduct is attacked in the petition and against whom relief is sought, and such persons may be formally added as respondents so as to be bound by any order made by the court and so as to be made liable for costs.» Με δεδομένη αυτή την αρχή, η οποία ρητώς αναγνωρίζεται και από την Καθ΄ ης, καθίσταται σαφές πως στα πλαίσια της κυρίως Αίτησης η Αιτήτρια έχει το δικαίωμα να είναι διάδικος και να λάβει μέρος στη διαδικασία. Αυτό άλλωστε ανταποκρίνεται και στη λογική των πραγμάτων εφόσον είναι αυτήν που αφορούν άμεσα οι ισχυρισμοί περί καταπιεστικής συμπεριφοράς και, λόγω της ιδιότητας της ως μετόχου πλειοψηφίας και λόγω του συμφέροντος της στην εταιρεία, είναι αυτή που πρωτίστως ενδιαφέρεται και επηρεάζεται από την πορεία και την κατάληξη της όλης διαδικασίας. Το πιο πάνω δικαίωμα της συνεπάγεται και το δικαίωμα της να λάβει μέρος και σε οποιαδήποτε άλλη ενδιάμεση διαδικασία στα πλαίσια της κυρίως Αίτησης, και κυρίως σε ενδιάμεση αίτηση για προσωρινή θεραπεία όπως διάταγμα απαγόρευσης απομάκρυνσης του αιτούντος μετόχου από το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας (βλ. Minority Shareholders, Law, Practice and Procedure, Joffe QC, Drake, Richardson, Lightman και Collingwood, 4η έκδοση, σελ. 363), απαγόρευσης αποξένωσης περιουσίας της εταιρείας ή διορισμού προσωρινού παραλήπτη της εταιρείας. Με άλλα λόγια, το δικαίωμα συμμετοχής του μετόχου πλειοψηφίας στη διαδικασία δεν νοείται και δεν δύναται να περιορίζεται μόνο στην κυρίως Αίτηση. Από τη στιγμή που αναγνωρίζεται το δικαίωμα του να συμμετέχει στην κυρίως Αίτηση τότε αναμφίβολα πρέπει να του αναγνωριστεί και το δικαίωμα συμμετοχής και σε κάθε ενδιάμεση διαδικασία η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της όλης διαδικασίας. Το επιχείρημα πως η Αιτήτρια δεν έχει αρμοδιότητα σε σχέση με το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας δεν ευσταθεί και καταρρίπτεται από το περιεχόμενο της Συμφωνίας Μετόχων ημ. 15.12.10, Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση της κας Κόκκινου, η οποία (συμφωνία) ουδόλως αμφισβητήθηκε από την Καθ΄ ης. Όπως αναγράφεται στην ίδια τη Συμφωνία, αυτή αποτελεί την τέταρτη τροποποιημένη και αναθεωρημένη συμφωνία μετόχων μεταξύ της εταιρείας και των τριών μετόχων της. Με βάση την παρ. 3.1(α) αυτής, το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας θα αποτελείται από τους συμβούλους οι οποίοι ορίζονται από τους μετόχους σύμφωνα με τις πρόνοιες της εν λόγω παραγράφου, ήτοι ο μέτοχος ο οποίος κατέχει πέραν του 50% των μετοχών της εταιρείας θα διορίσει δύο συμβούλους, ένας εκ των οποίων είναι ο πρόεδρος, και ο κάθε μέτοχος με ποσοστό πέραν του 12,5% θα διορίσει από ένα σύμβουλο. Σύμφωνα με την παρ. 3.1(
  2. d)όλες οι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου, εκτός από αυτές για τις οποίες απαιτείται ομοφωνία όπως αυτές καθορίζονται στην παρ. 3
(2), θα λαμβάνονται με απλή πλειοψηφία με κάθε σύμβουλο να έχει μία ψήφο, και σε περίπτωση ισοψηφίας ο πρόεδρος έχει νικώσα ψήφο. Υπό το φως των προνοιών της ισχύουσας Συμφωνίας Μετόχων, η Αιτήτρια ως μέτοχος πλειοψηφίας διορίζει περισσότερα μέλη στο διοικητικό συμβούλιο το ένα εκ των οποίων, ως πρόεδρος, έχει και νικώσα ψήφο. Αυτά τα δεδομένα αναμφίβολα καταδεικνύουν άμεση σχέση και αρμοδιότητα της Αιτήτριας σε σχέση με το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας. Η θέση της Καθ΄ ης πως, λόγω της σύνθεσης του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας και του τρόπου λήψης αποφάσεων, η Αιτήτρια ταυτίζεται με την εταιρεία, παραγνωρίζει την ξεχωριστή νομική οντότητα των δύο αυτών νομικών προσώπων και την ξεχωριστή ιδιότητα του μετόχου από αυτή του διοικητικού συμβούλου. Άλλωστε είναι σημαντικό να τονισθεί πως το αντικείμενο τέτοιας φύσης αιτήσεων είναι η τυχόν διεξαγωγή των εργασιών της εταιρείας με καταπιεστικό τρόπο εις βάρος μετόχου της εταιρείας από μέτοχο αυτής και όχι π.χ. καταπιεστική ή άδικη συμπεριφορά εις βάρος προσώπου υπό άλλη ιδιότητα, όπως διευθυντή της εταιρείας (βλ. Palmer's on Company Law, Τόμος 1, 22η έκδοση, παρ. 57-04). Είναι γεγονός πως η εταιρεία δεν είχε εμφανιστεί στα πλαίσια της αίτησης για τον διορισμό Παραλήπτη παρόλο που τής είχε δεόντως επιδοθεί η αίτηση. Το γεγονός όμως πως το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας δεν έλαβε απόφαση να παρέμβει στη διαδικασία δεν εμποδίζει την Αιτήτρια ως μέτοχο πλειοψηφίας να διεκδικεί συμμετοχή στα πλαίσια της εν λόγω αίτησης και να αιτείται την ακύρωση του διορισμού του Παραλήπτη. Άλλωστε υπενθυμίζεται εδώ πως στην υπό κρίση περίπτωση ουσιαστικά η διαφορά προκύπτει μεταξύ των μετόχων και όχι μεταξύ του αιτούντος μετόχου και της εταιρείας, ασχέτως του ότι και η ίδια βεβαίως πρέπει να είναι διάδικο μέρος. Όπως και στην περίπτωση της κυρίως Αίτησης, τόσο η εταιρεία όσο και η Αιτήτρια ως μέτοχος πλειοψηφίας, έχουν το δικαίωμα να λάβουν μέρος, ξεχωριστά και επομένως το γεγονός πως η εταιρεία δεν εμφανίστηκε στα πλαίσια εκείνης της αίτησης για διορισμό Παραλήπτη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαγόρευση συμμετοχής σε αυτή της Αιτήτριας. Σχετικό επί τούτου είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Practice and Procedure of the Companies Court (ανωτέρω), σελ. 222, παρ. 7.5, στο οποίο επισημαίνεται ο περιορισμένος ρόλος της εταιρείας σε τέτοιες αιτήσεις: «The company is a necessary respondent to the petition. However, as the substantial dispute which is the subject of the petition is between the shareholders, the role of the company in respect of a contributory's petition is limited. The courts are very reluctant to permit those in control of the company to utilise its funds to defend their position. . At the same time, the courts have recognised that the company may have an interest in the matter, separate from its shareholders. . The company may have a legitimate interest in the judgement and there may be a need for the interests of the company as a whole to be considered, with the board being advised about the representations to be made to the court about consequential orders.» Η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα και στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Ceeif Central and Eastern European Investment Ltd κ.ά.
(2012)1(A) Α.Α.Δ. 588, η οποία αφορούσε παρόμοιας φύσης αίτηση. Η αιτήτρια εταιρεία, μέτοχος μειοψηφίας, εξασφάλισε διάταγμα με το οποίο απαγορευόταν η σύγκληση και διεξαγωγή έκτακτης ή οποιασδήποτε Γενικής Συνέλευσης της καθ΄ ης εταιρείας καθώς επίσης και απαγορευτικά διατάγματα αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας. Η αίτηση για προσωρινά διατάγματα είχε επιδοθεί μόνο στην εταιρεία. Λόγω της μη εμφάνισης της εταιρείας το Δικαστήριο εξέδωσε τα εν λόγω διατάγματα. Οι τρεις μέτοχοι εξασφάλισαν άδεια για καταχώριση αίτησης προνομιακού εντάλματος Certiorari για ακύρωση των εκδοθέντων διαταγμάτων με κύριο λόγο την παράλειψη επίδοσης της αίτησης σε αυτούς ως εμπλεκόμενα και επηρεαζόμενα μέρη. Ο έντιμος Δικαστής (τότε) του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Κληρίδης αποφάσισε πως η καθ΄ ης εταιρεία δεν νομιμοποιείτο να παραπονείται για τη μη επίδοση στην ίδια καθότι η ενδιάμεση αίτηση τής είχε δεόντως επιδοθεί, όμως δικαίως οι τρεις μέτοχοι παραπονούνταν για τη μη επίδοση της αίτησης σε αυτούς. Μάλιστα αναγνωρίστηκε το ξεχωριστό, εν σχέσει με την εταιρεία, δικαίωμα των μετόχων σε συμμετοχή τους στη διαδικασία όσον αφορά την έκδοση των διαταγμάτων «εναντίον της ίδιας της εταιρείας στην οποία είναι μέτοχοι, επειδή προφανώς τα δικαιώματά τους από τυχόν έκδοση των διαταγμάτων αναπόφευκτα θα επηρεάζονταν». Αναμφίβολα λοιπόν, στη βάση της πιο πάνω αρχής, η Αιτήτρια ως μέτοχος πλειοψηφίας έχει ξεχωριστό, αυτόνομο και ανεξάρτητο δικαίωμα από την εταιρεία να εμφανιστεί και λάβει μέρος τόσο στην κυρίως Αίτηση όσο και σε κάθε διαδικασία που αφορά το διάταγμα διορισμού Παραλήπτη το οποίο επιφέρει δραστικές επιπτώσεις στον τρόπο λειτουργίας της εταιρείας. Αυτή η κατάληξη απαντά και στον λόγο ένστασης πως μόνο εάν το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας αρνείτο να αμφισβητήσει τον διορισμό του Παραλήπτη, η Αιτήτρια θα είχε δικαίωμα να πάρει τη θέση της εταιρείας, κατ΄ αναλογίαν με τις παράγωγες αγωγές. Είναι πρόδηλο από όσα αναφέρονται ανωτέρω πως στα πλαίσια της διαδικασίας ακύρωσης του διατάγματος η Αιτήτρια ως μέτοχος πλειοψηφίας έχει ξεχωριστή θέση από την εταιρεία, δικαιούται να λάβει μέτρα ανεξάρτητα από την εταιρεία και ουδόλως αντικαθιστά την τελευταία. Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται πως η Αιτήτρια έχει κάθε δικαίωμα, ενόψει της ιδιότητας της ως μετόχου πλειοψηφίας, να υποβάλει την υπό κρίση Αίτηση ζητώντας ακύρωση του διατάγματος διορισμού Παραλήπτη. Όσον αφορά την εταιρεία, σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλου, η αίτηση για διορισμό Παραλήπτη επιδόθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο αυτής. Αυτό γίνεται παραδεκτό και από την Αιτήτρια, μέσω της ένορκης δήλωσης της κας Κόκκινου. Αυτή η επίδοση είναι καθόλα νομότυπη και δεν ήταν αναγκαίο όπως γίνει επίδοση και στους διευθυντές της ξεχωριστά. Ως εκ τούτου η εταιρεία δεν δύναται να παραπονείται περί της επίδοσης της αίτησης σε αυτή. Με βάση το ιστορικό της διαδικασίας, όπως αυτό καταγράφεται ανωτέρω, η εταιρεία ζήτησε να εμφανιστεί στα πλαίσια της Αίτησης την οποία δικαιωματικά καταχώρισε η Αιτήτρια, ως ενδιαφερόμενο μέρος και να υποστηρίξει αυτήν. Αυτό έγινε με τη σύμφωνη γνώμη του δικηγόρου της Καθ΄ ης. Εξ ου και η εταιρεία έλαβε μέρος στη διαδικασία της Αίτησης. Εν πάση περιπτώσει κρίνεται πως το δικό της αυτόνομο δικαίωμα να εμφανιστεί σε οποιοδήποτε μέρος της διαδικασίας δεν καταργείται εξαιτίας του ότι για κάποιο λόγο δεν είχε εμφανιστεί σε προγενέστερο στάδιο ή μέρος αυτής. V. Μη επίδοση στην Αιτήτρια Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός πως η αίτηση για διορισμό Παραλήπτη δεν επιδόθηκε στην Αιτήτρια. Είναι ισχυρισμός της πως το Δικαστήριο διέταξε την επίδοση της αίτησης σε αυτή και η Καθ΄ ης παρέλειψε να προβεί σε επίδοση με αποτέλεσμα αυτή η παράλειψη να οδηγεί χωρίς άλλο στην ακύρωση του διατάγματος. Το πρακτικό του Δικαστηρίου ημ. 26.2.16, όταν επιλήφθηκε της μονομερούς αίτησης, είναι απολύτως σχετικό. Αυτό παρατίθεται αυτούσιο: «Το Δικαστήριο έχει αναγνώσει την κυρίως αίτηση καθώς επίσης και την υπό κρίση μονομερή αίτηση μαζί με την συνημμένη Ένορκη Δήλωση και τα τεκμήρια προς υποστήριξη αυτής. Με βάση τα δεδομένα ενώπιον του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν μπορεί να εγκριθεί η παρούσα αίτηση μονομερώς καθότι η συμπεριφορά η οποία καταλογίζεται στους καθ΄ ων η αίτηση υφίσταται εδώ και αρκετό καιρό και παρόλο που υπάρχει στην ένορκη δήλωση αναφορά για την αναγκαιότητα προστασίας της περιουσίας της εταιρείας ειδικότερα σε σχέση με κάποια τραπεζικά δάνεια, εν τούτοις το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη και τη δραστική φύση των αιτούμενων διαταγμάτων θεωρεί ότι δεν δικαιολογείται η άμεση και επείγουσα έκδοση τους στο παρόν στάδιο. Ως εκ τούτου η παρούσα αίτηση ορίζεται για επίδοση στις 4.3.2016 και ώρα 9.00 για επίδοση.» Είναι εμφανές από το πιο πάνω πρακτικό πως το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες όπως η μονομερής αίτηση καταστεί διά κλήσεως, όπως προνοεί η Δ.48 θ.8
(3)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σύμφωνα με την εν λόγω δικονομική πρόνοια, το Δικαστήριο το οποίο επιλαμβάνεται αίτησης η οποία καταχωρίστηκε χωρίς ειδοποίηση μπορεί να δώσει οδηγίες όπως η αίτηση γίνει διά κλήσεως με ειδοποίηση σε τέτοια πρόσωπα, όπως το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει πρέπον. Αυτή η πρόνοια έτυχε ανάλυσης στην υπόθεση Ceeif Central (ανωτέρω) ως εξής: «Αυτή η πρόνοια συνεπάγεται κατ΄ αρχάς ότι, εφόσον το Δικαστήριο ασκεί διακριτική εξουσία, θα πρέπει να δώσει κάποιους λόγους για τους οποίους δε θα επιληφθεί της αίτησης μονομερώς, χωρίς δηλαδή ειδοποίηση. Έπειτα, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, στην οποία εμπλέκονται διατάγματα εναντίον φυσικών και νομικών προσώπων και επηρεάζονται αντίστοιχα δικαιώματα, το Δικαστήριο, αφ' ης στιγμής κρίνει ότι η αίτηση θα πρέπει να γίνει δια κλήσεως, θα πρέπει να αναφέρει σε ποιο ή ποια πρόσωπα θα πρέπει να δοθεί ειδοποίηση με επίδοση της αίτησης, είτε ονομαστικά, ονομάζοντας τους διαδίκους, ή έστω περιγραφικά, π.χ. "σε όλους τους μετόχους της εταιρείας" ή "σε όλα τα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται η κυρίως αίτηση κλπ." Κάτι τέτοιο εδώ δε φαίνεται να έγινε, με αποτέλεσμα να αφήνεται απλά να νοηθεί ή να υπονοηθεί ότι θα έπρεπε η αίτηση να επιδοθεί σε όλα τα πρόσωπα τα οποία θα επηρεάζοντο από την έκδοση των διαταγμάτων». Σε εκείνη την υπόθεση η κυρίως Αίτηση απευθύνετο προς την εταιρεία και τους τρεις μετόχους αυτής. Όταν το Δικαστήριο διέταξε την επίδοση της μονομερούς αίτησης για έκδοση των απαγορευτικών διαταγμάτων, ανέφερε μόνο «Η Αίτηση να επιδοθεί στην άλλη πλευρά.» Κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε για επίδοση της αίτησης το Δικαστήριο κατέγραψε την εμφάνιση για την εταιρεία και ουδεμία εμφάνιση για τους καθ΄ ων, και προχώρησε στην έκδοση των διαταγμάτων. Όπως ήδη αναφέρεται ανωτέρω, η αίτηση είχε επιδοθεί μόνο στην εταιρεία και σε κανένα άλλο πρόσωπο. Ο κ. Κληρίδης αποφάσισε πως οι τρεις μέτοχοι της εταιρείας ήταν πρόσωπα τα οποία επηρεάζοντο από την έκδοση των διαταγμάτων και ως εκ τούτου νοείται ότι οι οδηγίες του Δικαστηρίου ως προς την επίδοση της αίτησης αφορούσαν και αυτούς. Είναι γεγονός πως στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο δεν προσδιόρισε τα πρόσωπα στα οποία θα έπρεπε να γίνει η επίδοση της αίτησης είτε ονομαστικά είτε με κάποιου είδους περιγραφή. Περιορίστηκε σε μια γενική αναφορά ως προς την επίδοση της αίτησης. Θα πρέπει βεβαίως να λεχθεί πως αν και εδώ δεν είχε συμπεριληφθεί ούτε καν η φράση «. στην άλλη πλευρά», εντούτοις είναι αυτονόητο, ειδικά σε αιτήσεις για ενδιάμεσα διατάγματα, πως όταν διατάσσεται η επίδοση εννοείται ότι θα γίνει προς την άλλη πλευρά. Είναι η μόνη ερμηνεία η οποία συνάδει απολύτως με την κοινή λογική και κυρίως με την επικρατούσα δικαστική πρακτική. Τόσο στη βάση αυτού του συλλογισμού όσο και με βάση το σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης, καθίσταται ευλόγως κατανοητό πως οι οδηγίες του Δικαστηρίου και στην παρούσα περίπτωση αφορούσαν την επίδοση της αίτησης σε όλα τα επηρεαζόμενα από την έκδοση του διατάγματος πρόσωπα. Αυτό καθίσταται ιδιαίτερα σαφές και ενισχύεται περαιτέρω από το ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης προέβη σε ρητή αναφορά στους «καθ΄ ων η αίτηση». Συγκεκριμένα η αναφορά σε «συμπεριφορά η οποία καταλογίζεται στους καθ΄ ων η αίτηση», παραπέμπει αναμφίβολα και χωρίς δυσκολία στη μέτοχο πλειοψηφίας στην οποία αποδίδεται η καταπιεστική συμπεριφορά, ήτοι στην Αιτήτρια. Θα ήταν αναμενόμενο να γίνει αντιληπτή και εκληφθεί ακριβώς με αυτό το νόημα ενόψει του ότι η καταπιεστική συμπεριφορά αποδίδεται σε μέτοχο (και όχι στην εταιρεία). Βασικά είναι προφανές από το λεκτικό του πιο πάνω πρακτικού πως το ίδιο το Δικαστήριο, τουλάχιστον εξέλαβε και εν πάση περιπτώσει κατέστησε ρητώς την Αιτήτρια ως καθ΄ ης η αίτηση στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης και επομένως οι οδηγίες για επίδοση αφορούσαν και την ίδια. Ανεξαρτήτως της οποιασδήποτε μεταγενέστερης εξέλιξης στη διαδικασία ουσιαστικά δεν δικαιολογείται οποιαδήποτε αμφιβολία πως όταν διέτασσε την επίδοση εννοούσε και ανέμενε ότι θα επιδίδετο και στον εμπλεκόμενο μεγαλομέτοχο (Αιτήτρια). Το γεγονός πως η κυρίως Αίτηση απευθύνετο μόνο στον Έφορο Εταιρειών και στην εταιρεία δεν ενέχει σημασία ούτε και διαφοροποιεί τις οδηγίες του Δικαστηρίου όσον αφορά τα πρόσωπα στα οποία το ίδιο διέταξε την επίδοση της μονομερούς αίτησης. Ούτε και η νομική αντίληψη του δικηγόρου της Καθ΄ ης πως η ίδια δεν έχει υποχρέωση συμπερίληψης της Αιτήτριας στα πλαίσια της κυρίως Αίτησης δεν είναι ικανή να καταργήσει τις οδηγίες του Δικαστηρίου τις οποίες η Καθ΄ ης όφειλε να τηρήσει. Το Δικαστήριο δεν έδωσε ρητώς οδηγίες για επίδοση της μονομερούς αίτησης αποκλειστικά στα πρόσωπα τα οποία κατονομάζονταν στην κυρίως Αίτηση έτσι ώστε να θεωρηθεί πως η επίδοση περιορίζετο σε αυτά. Από τη στιγμή που το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για την επίδοση της αίτησης σε αυτούς που κατ΄ ισχυρισμόν ασκούσαν την καταπιεστική συμπεριφορά, δηλαδή και στην Αιτήτρια, η Καθ΄ ης είχε υποχρέωση να ενεργήσει προς συμμόρφωση με τις εν λόγω οδηγίες. Είναι βεβαίως αναντίλεκτο πως η Καθ΄ ης δεν προέβη σε επίδοση της αίτησης στην Αιτήτρια. Όπως επισημαίνεται στην ίδια απόφαση, κατά το επόμενο στάδιο το Δικαστήριο οφείλει να βεβαιωθεί σε ποια πρόσωπα έγινε η επίδοση της μονομερούς αίτησης πριν προχωρήσει στην εξέταση του κατά πόσον πληρούντο οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Χαρακτηριστικά αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Κατά το επόμενο στάδιο, θα έπρεπε το Δικαστήριο το οποίο επιλαμβάνετο της αίτησης, ειδοποίηση της οποίας διατάχθηκε να δοθεί με επίδοση, να διεξέλθει το φάκελο προσεκτικά και, αφού διακριβώσει σε ποιο ή ποια πρόσωπα είχε διαταχθεί ονομαστικά ή σε ποια πρόσωπα εννοείτο όπως είχε επιδοθεί, να εξακριβώσει κατά πόσο έγιναν πράγματι όλες οι απαιτούμενες επιδόσεις. Και μετά να εξετάσει κατά πόσο, στην απουσία των εμπλεκόμενων μερών, επληρούντο ή όχι οι προϋποθέσεις για έκδοση των διαταγμάτων.» Είναι προφανές πως στην παρούσα, με βάση το πρακτικό ημ. 4.3.16, διέλαθε την προσοχή του Δικαστηρίου το γεγονός πως η αίτηση δεν είχε επιδοθεί και στην Αιτήτρια, κάτι το οποίο δεν του επέτρεπε να προχωρήσει με την εξέταση της αίτησης και πολύ περισσότερο στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Είναι λογικό πως διατάσσοντας την επίδοση είχε κρίνει πως θα έπρεπε κατ΄ ελάχιστον να λάβει γνώση η άλλη πλευρά και ενδεχομένως να ακουστεί, και αυτή ήταν πρωτίστως η Αιτήτρια. Οι συνέπειες αυτής της παράλειψης είναι καταλυτικές όσον αφορά την ισχύ του εκδοθέντος διατάγματος. Και πάλι η υπόθεση Ceeif Central (ανωτέρω) είναι καθοδηγητική. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Ως προς τις επιπτώσεις από την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων τα οποία εκδόθηκαν χωρίς η αίτηση για έκδοσή τους να επιδοθεί και έρθει σε γνώση των μετόχων της εταιρείας, αυτές δεν μπορούν παρά να είναι καταλυτικές. Συνιστούν έκδηλη παραβίαση του δικαιώματος επηρεαζόμενου-εμπλεκόμενου μέρους όπως ακουσθεί. Καθ' ην στιγμή μάλιστα το ίδιο το Δικαστήριο είχε κρίνει προηγουμένως, και ορθά βέβαια, ότι η συγκεκριμένη αίτηση θα έπρεπε να επιδοθεί για να δοθεί το δικαίωμα σε όλα τα επηρεαζόμενα από την έκδοση των διαταγμάτων μέρη να ακουσθούν και να ενστούν, αν επιθυμούσαν. Προς επιβεβαίωση αυτής της νομικής αντίκρυσης του θέματος, δε χρειάζεται η επιστράτευση νομικής ή συνταγματικής αυθεντίας, αφού πρόκειται για μια αυτονόητη αρχή φυσικής δικαιοσύνης. Όπως τονίστηκε και στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση της Πολυξένης Ν. Παναγίδη
(1991)1 Α.Α.Δ. 591, από τον Κωνσταντινίδη, Δ., δε χρειάζεται ιδιαίτερη αναφορά στην εξουσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου να εκδίδει προνομιακά εντάλματα Certiorari και Prohibition στις περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται η παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης. Είναι αρκετό να σημειωθεί ότι αποτελεί κλασική περίπτωση τέτοιας παράβασης η μη παροχή στον επηρεαζόμενο, της ευκαιρίας να ακουστεί, όταν από τη φύση της διαδικασίας του αναγνωρίζεται αυτό το δικαίωμα. (In Re Panaretou
(1972)1 C.L.R. 165, In Re Georghiou
(1986)1 C.L.R. 413 και άλλες).» Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει πως η παράλειψη επίδοσης της μονομερούς αίτησης στην Αιτήτρια, κατά παράβαση των οδηγιών του Δικαστηρίου, επιφέρει αφ΄ εαυτής την ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος και των μέχρι στιγμής ενεργειών του Παραλήπτη, καθότι η Αιτήτρια αποστερήθηκε του δικαιώματος να εμφανιστεί και ακουστεί, εάν το επιθυμούσε, στα πλαίσια της αίτησης. Αυτή η κατάληξη καθιστά αχρείαστη την εξέταση οποιωνδήποτε άλλων θεμάτων τα οποία εγείρονται στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης. VI. Κατάληξη Ως εκ τούτου η Αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδονται διατάγματα με τα οποία: (
  1. i)ακυρώνεται και παραμερίζεται το διάταγμα ημ. 4.3.16 με το οποίο διορίστηκε Παραλήπτης της εταιρείας, και (
  2. ii)ακυρώνονται και παραμερίζονται οι ενέργειες, οι αποφάσεις και τα μέτρα τα οποία έλαβε ο Παραλήπτης από την ημερομηνία διορισμού του μέχρι και την ημερομηνία αναστολής της ισχύος του διατάγματος, συμπεριλαμβανομένης της απόφασης του ημ. 11.3.16. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ΄ ης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο συν ΦΠΑ, και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της κυρίως Αίτησης. Όσον αφορά την εταιρεία, συνεκτιμώντας (
  3. i)ότι η ίδια είχε παραλείψει να εμφανιστεί στη μονομερή αίτηση παρότι τής είχε επιδοθεί, και (
  4. ii)ότι δεν έχει προβληθεί κάποιος βάσιμος λόγος για την εν λόγω παράλειψη της, κρίνεται ορθότερο στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας όπως μη εκδοθεί οποιαδήποτε διαταγή για τα δικά της έξοδα. (Υπ.) ......... Έ. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.