← Κύπρος

Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ ν. Ανδρέα Λιασή κ.α., Αρ. Αγωγής: 6150/14, 29/6/2016

Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ ν. Ανδρέα Λιασή κ.α., Αρ. Αγωγής: 6150/14, 29/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A402 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6150/14 Μεταξύ: Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ Εναγόντων - και -

  1. Ανδρέα Λιασή
  2. Σάββα Λιασή
  3. Χριστοδούλας Λιασή Εναγομένων Αίτηση ημερ. 22.10.2015 εκ μέρους των Εναγομένων για Ακύρωση και/ή Παραμερισμό της Δικαστικής Απόφασης ημερ. 27.4.15 Ημερομηνία: 29 Ιουνίου,
  4. Εμφανίσεις: Για Αιτητές - Εναγομένους: κ. Η. Κυριακίδης για Ηρακλή Ν. Κυριακίδη ΔΕΠΕ. Για Καθ΄ ων η Αίτηση - Ενάγοντες: κα Ρ. Χαραλάμπους για Ν. Παπαγεωργίου ΔΕΠΕ. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες εξασφάλισαν εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 στις 27.4.15, λόγω μη καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης, την ακόλουθη απόφαση: «ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΕΠΙΔΙΚΑΖΕΙ όπως οι εναγόμενοι αρ. 1,2 πληρώσουν αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα στους ενάγοντες το ποσό των €3.188.096,47σ. πλέον τόκο 11,1510% ετησίως επ' αυτού από 01/07/14 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση δύο φορές το χρόνο την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ την πώληση του ακινήτου των εναγομένων αρ. 1,2 και 3 που αφορά την υποθήκη στην παράγραφο 4 του επισυναπτόμενου παραρτήματος με εκποίηση της υποθήκης Υ5984/2009 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας προς ικανοποίηση του ποσού της υποθήκης πλέον τόκους, οι οποίοι θα υπολογίζονται και θα κεφαλαιοποιούνται την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους, πλέον έξοδα. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ την πώληση του ακινήτου του εναγόμενου αρ.1 που αφορά την υποθήκη στην παράγραφο 5 του επισυναπτόμενου παραρτήματος με εκποίηση της υποθήκης Υ1956/2009 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου προς ικανοποίηση του ποσού που αναφέρεται στην παράγραφο 5 πλέον τόκους, οι οποίοι θα υπολογίζονται και θα κεφαλαιοποιούνται την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους, πλέον έξοδα. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως οι εναγόμενοι αρ. 1,2 και 3 πληρώσουν αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα στους ενάγοντες το ποσό των €2.465,00σ. έξοδα της αγωγής αυτής περιλαμβανομένων των εξόδων της απόφασης αυτής, πλέον τόκο επ' αυτού 5,5% το χρόνο από 24/10/14 μέχρι 31/12/14 και τόκο 4% από 01/01/15 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €33,00σ. έξοδα επίδοσης, πλέον ΦΠΑ.» Με την υπό εκδίκαση Αίτηση, η οποία βασίζεται και στη Δ.17 Θ.Θ.2, 3, 10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, οι Εναγόμενοι αξιώνουν παραμερισμό της πιο πάνω απόφασης. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 2, ο οποίος τυγχάνει να είναι υιός των Εναγομένων 1 και 3, και δεόντως εξουσιοδοτημένος εκ μέρους των Εναγομένων 1 και 3 για να προβεί εκ μέρους τους στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Οι Ενάγοντες καταχώρισαν στις 12.1.16 Ένσταση, η οποία βασίζεται στους ακόλουθους λόγους: «
  5. Η υπό εξέταση αίτηση είναι πραγματικά και/ή νομικά αβάσιμη και/ή παράτυπη και/ή αντίθετη των διαδικαστικών κανονισμών και της πρακτικής του δικαστηρίου.
  6. Oι Αιτητές δεν δικαιολόγησαν την παράλειψη τους να καταχωρήσουν Σημείωμα Εμφάνισης ή/και οι προβαλλόμενοι λόγοι παραμερισμού δεν είναι επαρκείς.
  7. Οι Αιτητές δεν αποκαλύπτουν στην ένορκη της δήλωση που συνοδεύει την αίτηση της ημερ. 22/10/2015 συζητήσιμη και/ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση.
  8. Οι Αιτητές δεν αποκαλύπτουν τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης καθώς οι ισχυρισμοί τους αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις ούτως ώστε να καθυστερήσει η εκτέλεση της εκδοθείσας εναντίον τους απόφασης.
  9. Οι Αιτητές επέδειξαν ασυγχώρητη αμέλεια ή/και ασέβεια στη δικαστική διαδικασία.
  10. Δεν είναι ορθό και δίκαιο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να δοθούν οι αιτούμενες θεραπείες.» Υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Χρίστου Στρατή, ο οποίος φέρεται να είναι στην υπηρεσία των Εναγόντων, να γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και να είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Ουσιαστικά υιοθετεί και εξειδικεύει τους λόγους Ένστασης. Έχω θέσει ενώπιον μου το μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει την Αίτηση και την Ένσταση, και τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους. Θα σταθώ σε αυτά όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Καθίσταται σαφές ότι η Απόφαση έχει εκδοθεί κανονικά αφού με την επίδοση της Αγωγής, η οποία έλαβε χώρα στις 29.10.14, αυτή περιήλθε σε γνώση των Εναγομένων. Συνεπώς, ορθά ο κ. Κυριακίδης δέχθηκε στις 27.6.16 τα πιο πάνω. Δεν θα επαναλάβω τις γνωστές αρχές γύρω από τον παραμερισμό, κατ΄ επίκληση της Δ.17 Θ.10, δικαστικής απόφασης. Θα αρκεστώ να παραπέμψω στην υπόθεση Sokolow S.A. Oddzial Zaklady Miesne W Kole v. Lope Enterprises Ltd, Πολιτική Έφεση 346/09, απόφαση ημερ. 21.11.
  11. Το πιο κάτω σύντομο απόσπασμα από την απόφαση τα λέγει όλα: « Οι αρχές στη βάση των οποίων το Δικαστήριο ασκεί την ευχέρεια που του παρέχει η Δ.17 θ.10 αποτέλεσαν αντικείμενο εξέτασης από το Ανώτατο Δικαστήριο κατ΄ επανάληψη (βλ. Phylactou v. Μιχαήλ

(1982)1 C.L.R. 204, Milouca Trading Ltd v. Κούρρη
(1997)1 A.A.Δ. 10, Buch κ.α. ν. Γιαννή
(2001)1 Α.Α.Δ. 1342, Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία ν. Μαλιετζή
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1616, Orams κ.α. ν. Αποστολίδη
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1402, Βέρνα ν. Λαϊκής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2007)1 Α.Α.Δ. 297, Zehi v. Roberts
(2009)1(A) A.A.Δ. 678, Δωρήτη ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας, Πολ. Έφ. 405/08, ημερ. 8.3.12 κ.α.). Αποκρυσταλλώθηκε συναφώς ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχει στο Δικαστήριο η Δ.17 θ.10 δεν εντάσσεται σε οποιαδήποτε στεγανά και κατά την άσκησή της το Δικαστήριο κατευθύνει την προσοχή του σε δύο κυρίως παράγοντες. Ο ένας αφορά το κατά πόσο έχει εξηγηθεί η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης για παραμερισμό ώστε η επαναφορά να μην αντιστρατεύεται την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και, ο άλλος, κατά πόσο καταδείχθηκε εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση στην απαίτηση.» Από την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία προκύπτει πως οι Εναγόμενοι λίγες μέρες μετά την επίδοση της Αγωγής και συγκεκριμένα στις 3.11.14, απέστειλαν στους δικηγόρους των Εναγόντων ηλεκτρονικό μήνυμα (Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση), με το οποίο ζητούσαν να οριστεί συνάντηση για συζήτηση του θέματος. Οι δικηγόροι των Εναγόντων απάντησαν με ηλεκτρονικό μήνυμα (Τεκμήριο 2 στην εν λόγω ένορκη δήλωση). Σύμφωνα με αυτό, πληροφορούσαν τους Εναγομένους ότι γνωστοποίησαν το αίτημά τους στους πελάτες τους και ότι θα επανέρχονταν. Μέχρι τότε, θα απείχαν από τη λήψη οποιωνδήποτε μέτρων στην Αγωγή που καταχωρίστηκε εναντίον τους. Οι Ενάγοντες δέχονται ότι πραγματοποιήθηκε συνάντηση στα γραφεία τους στις 6.11.
  1. Παρόντες εκ μέρους των Εναγομένων ήταν ο Εναγόμενος 2, ενώ εκ μέρους των Εναγόντων ο κ. Χρίστος Στρατής, η κα Μαρία Ελληνίδου και ο δικηγόρος των Εναγόντων κ. Νότης Παπαγεωργίου. Σύμφωνα με τις θέσεις των Εναγόντων: «iii. Στην ανωτέρω αναφερόμενη συνάντηση ο Εναγόμενος 2 μας ενημέρωσε ότι λόγω της συμμετοχής τους στην Εταιρεία ELEMENTS CAPITAL, η οποία διαχειρίζεται HPL'S λογαριασμούς άλλων τραπεζών, πρόθεση του ήταν να εξοφλήσει τον τρεχούμενο λογαριασμό S.L. ELEMENTS μέχρι τέλος Νοεμβρίου του 2014 από τα εισοδήματα που έχει από την προαναφερόμενη εταιρεία και το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της Αγωγής υπ' αρ. 6149/2014 του Ε.Δ. Λευκωσίας. Σε ότι αφορά το προσωπικό τους δάνειο, το οποίο αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας αγωγής, υποσχέθηκε να καταθέσει κάποιο ποσό εφάπαξ μέχρι τέλος του 2014 και ακολούθως να συμφωνούσαμε σε ένα πλάνο αποπληρωμής, το οποίο θα αποτελείτο από τριμηνιαίες καταθέσεις για τέσσερα χρόνια μέχρι εξοφλήσεως . Ως εκ τούτου, ως Ενάγοντες αναλάβαμε να ετοιμάσουμε σχετικό πλάνο αποπληρωμής για υπολογισμό της τριμηνιαίας κατάθεσης και ακολούθως να διευθετηθεί νέα συνάντηση με τους Εναγόμενους προς τον σκοπό επίτευξης της σχετικής Συμφωνίας και έκδοσης σχετικής Απόφασης στο Δικαστήριο. iv. Κατά τη διάρκεια της συνάντησης ο Εναγόμενος 2 ουδέποτε έθεσε θέμα υπερχρεώσεων και παράνομων χρεώσεων. Η συνάντηση η οποία έγινε στις 06/11/2014 ήταν και η μοναδική συνάντηση την οποία είχαμε με τον Εναγόμενο
  2. Δεν ακολούθησαν άλλες, παρά μόνο μία τηλεφωνική επικοινωνία στις 18/11/2014, στην οποία συζητήθηκε με τον Εναγόμενο 2 πιθανός τρόπος αποπληρωμής των προσωπικών του υποχρεώσεων που θα μπορούσε να γίνει αποδεκτός από την Τράπεζα. Ο Εναγόμενος 2 υποσχέθηκε να το σκεφθεί και να επανέλθει ο ίδιος. ν. Έκτοτε, από τις 18/11/2014 και μετά ο Εναγόμενος 2 όχι μόνο δεν επανήλθε αλλά ούτε και απαντούσε στις επανειλημμένες προσπάθειες επικοινωνίας μας μαζί του. vi. Λόγω της ανωτέρω συμπεριφοράς των Εναγομένων, οι οποίοι παρά την υπόσχεση τους για εξόφληση του δανείου της αγωγής υπ' αρ. 6149/2014 να το εξοφλήσουν μέχρι το τέλος του 2014,δεν πλήρωσαν οποιονδήποτε ποσό οπόταν δώσαμε οδηγίες στον Δικηγόρο μας στις 26/01/2015 όπως προχωρήσει τη διαδικασία στην αγωγή. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 1 σχετικό μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ημερομηνίας 26/01/
  3. vii. Επιπροσθέτως των ανωτέρω, θέλω να τονίσω ότι ουδέποτε υποδείχθηκε από λειτουργό των Εναγόντων στον Εναγόμενο 2 να μη διορίσει δικηγόρο για να τον εκπροσωπήσει στη δικαστική διαδικασία. Εν αντιθέσει, είναι ο ίδιος ο Εναγόμενος 2 αυτός που ανέφερε στην πρώτη και μοναδική συνάντηση που είχαμε ότι σε περίπτωση έκδοσης απόφασης εκ συμφώνου θα εμφανίζονταν όλοι οι Εναγόμενοι στο Δικαστήριο προσωπικά για να δεχθούν την Απόφαση.» Σημειώνεται ότι οι Ενάγοντες ουδέποτε ανέφεραν στους Εναγομένους ότι θα προχωρήσουν με περαιτέρω μέτρα εναντίον τους στην Αγωγή, και ουδέποτε επανήλθαν γραπτώς, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είχαν τέτοια υποχρέωση. Τελικά, στις 19.2.15 καταχώρισαν Μονομερή Αίτηση για Απόφαση λόγω μη καταχώρισης εμφάνισης εκ μέρους των Εναγομένων, και εξασφάλισαν στις 27.4.15 την Απόφαση για την οποία έγινε αναφορά πιο πάνω. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι έλαβαν γνώση αυτής της Απόφασης τον Οκτώβριο του 2015 κάτω από τις περιστάσεις που ο Εναγόμενος 2 αναφέρει στην παράγραφο 6 της ένορκης του δήλωσης (οι Ενάγοντες δεν ισχυρίζονται ότι οι Εναγόμενοι έλαβαν γνώση της Απόφασης νωρίτερα). Σημειώνεται ακόμη πως καθυστέρηση στην καταχώριση της Αίτησης Παραμερισμού, από την ημερομηνία που οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι έλαβαν γνώση της Δικαστικής Απόφασης, δεν υπάρχει αφού η Αίτηση καταχωρίστηκε στις 22.10.
  4. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται πως δεν είχαν ποτέ πρόθεση να μην εμφανιστούν στην Αγωγή αφού είχαν την εντύπωση ότι η παρούσα διαδικασία «είχε παγιοποιηθεί» και ανέμεναν να τους ειδοποιήσουν σχετικά οι Ενάγοντες. Για το θέμα αυτό παραθέτω το περιεχόμενο των παραγράφων 10 και 11 της ένορκης δήλωσης του κ. Σάββα Λιασή: «
  5. Επαναλαμβάνω περαιτέρω ότι, τόσο υπό την προσωπική μου ιδιότητα όσο και υπ' αυτήν του δεόντως εξουσιοδοτημένου εκπρόσωπου των Εναγομένων 1 και 3, ουδέποτε αδιαφορήσαμε ή είχαμε πρόθεση να αδιαφορήσουμε για την εκκρεμούσα εναντίον μας διαδικασία στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό αγωγής. Οι μόνοι και μοναδικοί λόγοι μη εμφανίσεως μας στην παρούσα Αγωγή, συνίστανται, αφενός στην γραπτή και ανεπιφύλακτη δέσμευση των δικηγόρων της Ενάγουσας ότι θα απέχουν από περαιτέρω διαβήματα ενόψει της συνεχιζόμενης επικοινωνίας μου με την τελευταία. Δέσμευση η οποία όχι μόνο δεν ανακλήθηκε ή τροποποιήθηκε γραπτώς αλλά, προφορικώς και διά της μεταγενέστερης συμπεριφοράς της Ενάγουσας ενισχύθηκε. Είναι πραγματικότητα ότι ακούσια ή εκούσια η Ενάγουσα μας άφησε να πιστεύουμε ότι η εν λόγω Αγωγή είχε παγιοποιηθεί μέχρι νεοτέρας ειδοποιήσεως. Αφετέρου, στην κακή συνεννόηση με τους δικηγόρους μας, στην οποία και πάλι ρόλο διαδραμάτισε τόσο η άγνοια μας για τις ακριβείς οδηγίες που θα έπρεπε να λάβουν τούτοι, ενόψει της ύπαρξης της πιο πάνω δέσμευσης της Ενάγουσας και σε συνδυασμό με αυτήν.
  6. Πέραν όμως των προαναφερόμενων και της δεδηλωμένης μας προσήλωσης στις δικαστικές διαδικασίες, ακόμη και εάν το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε διαγνώσει οιανδήποτε αμέλεια μας ή καθυστερημένη ή λανθασμένη αντίδραση, εξ' όσων κάλλιον πιστεύω και ως πληροφορούμαι από τους δικηγόρους μας, τούτη, ιδωμένη υπό το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης, δεν είναι τέτοια που να δικαιολογεί την αποστέρηση της ευκαιρίας μας να συμμετέχουμε ενεργά στην υπεράσπιση της πιο πάνω αγωγής, απορρίπτοντας την παρούσα αίτηση.» Στην υπόθεση ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ Λτδ ν. KS Socratous Ltd
(2007)1(B) A.A.Δ. 1387, δεν εμφανίστηκε ο συνήγορος της Εναγομένης την ημέρα που η αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση λόγω λάθους της ιδιαιτέρας του, η οποία δεν είχε σημειώσει στο ημερολόγιο την ημερομηνία ακρόασης. Το Εφετείο παραμερίζοντας την πρωτόδικη απόφαση ανέφερε τα ακόλουθα στις σελίδες 1389 και 1390: «Το Δικαστήριο αναφέρθηκε εκτενώς σε νομολογία η οποία αποτυπώνει, πράγματι, μια αυστηρή γραμμή. Έχουμε όμως, με κάθε σεβασμό, την άποψη ότι από τη στιγμή που δέχεται κανείς, με αναφορά στις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης, ότι επρόκειτο περί αθώου λάθους, δεν έχει θέση η γενίκευση με αναφορά στον κίνδυνο δυνητικά της επίκλησης ανύπαρκτου λάθους με σκοπό τη ματαίωση της ακρόασης. Επομένως δεν μπορεί να υποστηριχθεί η πρωτόδικη κατάληξη ότι δεν δόθηκε ικανοποιητική εξήγηση για τη μη εμφάνιση.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το δικαστήριο) Ως ελέχθη, δεν υπάρχει οποιαδήποτε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της υπό εκδίκαση Αίτησης. Σύμφωνα με την προσαχθείσα μαρτυρία, μόλις οι Αιτητές πληροφορήθηκαν για την έκδοση της Απόφασης εναντίον τους, έδωσαν οδηγίες στους δικηγόρους τους οι οποίοι και καταχώρισαν αμέσως την υπό εκδίκαση Αίτηση. Σε σχέση με την παράλειψή τους να καταχωρίσουν σημείωμα εμφάνισης, θα δεχθώ ότι έχουν δώσει κάποια εξήγηση αφού ως ανέφεραν, πίστευαν καλώς ή κακώς, ότι οι Ενάγοντες δεν θα προχωρούσαν με τη δικαστική διαδικασία χωρίς προηγουμένως να τους ενημέρωναν για αυτή τους την πρόθεση. Επαναλαμβάνω πως με τα πιο πάνω, δεν αποφασίζω ότι οι Ενάγοντες είχαν τέτοια υποχρέωση. Όμως, δεν βρίσκω ότι εδώ οι Αιτητές - Εναγόμενοι, επέδειξαν τέτοια έλλειψη ενδιαφέροντος που να ισοδυναμεί με περιφρόνηση των δικαστικών διαδικασιών ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, όπως συνέβηκε στην υπόθεση Πανίκος Λοίζου κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 778. Μάλιστα, οι Ενάγοντες δέχονται πως οι Εναγόμενοι είχαν παρερμηνεύσει την έννοια του μηνύματος που στάληκε από τους δικηγόρους τους στις 3.11.14, το περιεχόμενο του οποίου ερμηνεύεται, σύμφωνα πάντα με τους Ενάγοντες, «ότι δεν θα ληφθούν οποιαδήποτε μέτρα μέχρι να γίνει συνάντηση την οποία ζήτησαν οι ίδιοι οι Εναγόμενοι». Στην υπόθεση Μιάρης κ.ά. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λίμιτεδ
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 435, ο Δικαστής Χατζηχαμπής, στη σελ. 441 θέτει με γλαφυρό τρόπο το θέμα ως εξής: «..Και τούτο εφ΄ όσον ούτε μπορούν να καταγραφούν εκ των προτέρων εξαντλητικά οι περιπτώσεις που θα επέτρεπαν ή δεν θα επέτρεπαν επαναφορά ούτε μπορεί να υπάρξει περιορισμός στη φαντασία της ζωής να διαμορφώνει ανθρώπινες σχέσεις και καταστάσεις. Τα δικαστήρια δεν μπορούν λοιπόν να αυτοδεσμευθούν σε οποιοδήποτε κανόνα που θα περιόριζε τη θεμελιακή τους υποχρέωση να διασφαλίσουν την ισορροπία μεταξύ αφ΄ ενός της ανάγκης συμμόρφωσης προς τις διαδικαστικές οδηγίες τους προς όφελος και της τελεσιδικίας και αφ΄ ετέρου του δικαιώματος του διαδίκου να ακουσθεί.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Σε σχέση με το κατά πόσο οι Αιτητές έχουν δείξει εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπεράσπιση, σημειώνω πως οι τελευταίοι αμφισβητούν ότι υπήρξε νόμιμος τερματισμός των επίδικων συμφωνιών ενώ αμφισβητούν και το δικαίωμα των Εναγόντων να αξιώσουν και να λάβουν τόκο 11,1510% (που δεν είναι ο συμβατικός). Σχετική είναι η παράγραφος 16 της ένορκης τους δήλωσης: «
  1. Πέραν των πιο πάνω, εξ όσων κάλλιον πιστεύω και πληροφορούμαι από τους δικηγόρους μας, τόσο εγώ όσο και οι λοιποί Εναγόμενοι έχουμε καλή και βάσιμη υπεράσπιση στην εν λόγω υπόθεση, η οποία στρέφεται κατά της ρίζας της ίδιας της αξίωσης, με ορατό το ενδεχόμενο απόρριψης της, μεταξύ άλλων και όχι περιοριστικά, για τους λόγους που αναφέρω πιο κάτω: (α) Η Ενάγουσα παράνομα και αντισυμβατικά τερμάτισε την επίδικη στα πλαίσια της ως άνω αγωγής Συμφωνία, με αποτέλεσμα ουδέν ποσό κατά την καταχώρηση της εν λόγω αγωγής αλλά και μέχρι σήμερα να έχει καταστεί απαιτητό, νομιμοποιώντας την Ενάγουσα σε καταχώρηση της. Ειδικότερα, ενώ βρισκόμασταν σε διαπραγματεύσεις προς αναδιάρθρωση του επίδικου δανείου τόσο δια συναντήσεων μεταξύ εμού και άλλων αντιπροσώπων της Εναγόμενης 1, με αντιπροσώπους της Ενάγουσας, όσο και δια αλληλογραφίας μας, η Ενάγουσα, απέστειλε κατά την 6.5.2014 επιστολές, ενημερώνοντας μας για την ενδεχόμενη ταξινόμηση μας ως «μη συνεργάσιμους» δανειολήπτες. Συγκεκριμένα, μεταξύ εμού και άλλων αντιπροσώπων της Εναγόμενης 1 στα πλαίσια της υπ' αριθμό 6149/2014 αγωγής με αντιπροσώπους της Ενάγουσας, υπήρχε επικοινωνία τόσο περί τις αρχές Απριλίου του 2014 και ειδικότερα περί την 7ην έως 10ην Απριλίου 2014, όσο και περί τα μέσα Απριλίου, οπότε και πραγματοποιήθηκε συνάντηση με αντιπροσώπους της Ενάγουσας, όπου συζητήθηκαν τρόποι εξόφλησης του επίδικου στα πλαίσια της ως άνω αγωγής δανείου και αυτού στα πλαίσια της αγωγής υπ' αριθμό 6149/2015, με την Ενάγουσα να αποδέχεται την ύπαρξη παράνομων και αντισυμβατικών χρεώσεων, τις οποίες δεσμεύτηκε προφορικά να αφαιρέσει. Η εν λόγω συνάντηση έλαβε χώρα την 11η Απριλίου
  2. Ακολούθησε επικοινωνία με την Ενάγουσα στην οποία έγινε πρόταση αναδιάρθρωσης του εν λόγω δανείου και αναμέναμε τις θέσεις της. Αυτής, ακολούθησαν περαιτέρω συναντήσεις και επικοινωνία μας με την Ενάγουσα, οι οποίες συνεχίζονταν μέχρι και την 4η Μαΐου
  3. Παρά τα προαναφερόμενα και την πλήρη συνεργασία μας με την Ενάγουσα, η τελευταία απέστειλε την προαναφερόμενη επιστολή ημερομηνίας 6.5.
  4. Με βάση τα προαναφερόμενα, καταστρατηγήθηκαν πρόδηλα από την Ενάγουσα, σύμφωνα με τους δικηγόρους μας, οι διατάξεις, μεταξύ άλλων, του περί Συμβάσεων Νόμου, των Περί Εργασιών των Τραπεζικών Ιδρυμάτων Νόμων ως και της Περί Διαχείρισης των Καθυστερήσεων Οδηγίας που ήταν εν ισχύ κατά τον ουσιώδη χρόνο και έχουν κανονιστική ισχύ. (β) Η Ενάγουσα προέβαινε σε παράνομες και αντισυμβατικές χρεώσεις στον επίδικο λογαριασμό με αποτέλεσμα το ποσό για το οποίο εκδόθηκε απόφαση στα πλαίσια της ως άνω αγωγής, να μην αντιστοιχεί με το πραγματικό υπόλοιπο του εν λόγω λογαριασμού. Συγκεκριμένα, ενώ το συμβατικό επιτόκιο με βάση το Euribor 3 μηνών (0,206%) πλέον το συμβατικό περιθώριο ήτοι 2,50% ανήρχετο στο συνολικό επιτόκιο των 2,706% το οποίο αυξήθηκε ακολούθως σε 5,10%, η Ενάγουσα μονομερώς και βασιζόμενη σε καταχρηστικές ρήτρες της συμφωνίας του επίδικου δανείου, αύξησε το περιθώριο της σε 5,50% ετησίως χωρίς οιαδήποτε ενημέρωση ή συγκατάθεση μας. Επιπλέον, η Ενάγουσα παντελώς παράνομα προέβαινε σε χρέωση τόκου υπερημερίας προς 5,75% ετησίως. Συγκεκριμένα, εξ όσων με πληροφορούν οι δικηγόροι μου, οιοδήποτε επιτόκιο υπερημερίας άνω των 2 εκατοστιαίων μονάδων, επιβάλλεται βάσει νόμου να αιτιολογείται ειδικώς με απόδειξη της σχετικής ζημιάς που αποδεικνύει ότι υπέστη η Ενάγουσα και η οποία να καλύπτεται από το αυξημένο αυτό ποσοστό τόκου υπερημερίας. Η Ενάγουσα ουδεμία τέτοια ζημιά υπέστη που να δικαιολογεί το αυξημένο αυτό ποσοστό τόκου υπερημερίας, με αποτέλεσμα να υπερχρεώνει τον επίδικο λογαριασμό με 3,75% ετησίως πέραν του κατώτατου εκ του νόμου ποσοστού. (γ) Επιπλέον, η Ενάγουσα προέβη σε παράνομες χρεώσεις επί του επίδικου λογαριασμού οι οποίες αφορούσαν μεταξύ άλλων χρεώσεις καθυστερήσεων πλην του τόκου υπερημερίας, χρεώσεις έγκρισης δανείου επιπρόσθετα των χρεώσεων ετοιμασίας των εγγράφων δανείου, χρεώσεις δήθεν διευθετήσεων που άγγιζαν περίπου τις €15.000,00 και άλλες χρεώσεις τις οποίες ουδέποτε μας γνωστοποίησε.» Παρόμοια θέματα εξετάστηκαν στην υπόθεση DEME-DIARY LTD κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1347. Το Εφετείο παραμερίζοντας την πρωτόδικη απόφαση ανέφερε τα ακόλουθα στη σελίδα 1352 της απόφασης: «Οι εφεσείοντες-εναγόμενοι είχαν προβάλει ότι είχαν υπεράσπιση, αφού υποστήριζαν ότι η αξίωση των εφεσίβλητων ήταν εξογκωμένη, μια και περιείχε χρέωση τόκων οι οποίοι είχαν υπολογιστεί παράνομα. Ο ισχυρισμός αυτός των εφεσειόντων συνιστούσε υπεράσπιση, αφού αμφισβητούσε μέρος της αξίωσης των εφεσίβλητων.» Το ίδιο και στην υπόθεση F.P.P. FISH PROCESSING LTD ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1230, όπου το Εφετείο παραμερίζοντας και πάλι την πρωτόδικη απόφαση ανέφερε τα ακόλουθα στις σελίδες 1236 και 1237 της απόφασης: « ....Επομένως ο ισχυρισμός των εφεσειόντων για χρέωση επιτοκίου πέραν του επιτρεπομένου, δεν θα έπρεπε να είχε απορριφθεί, συνοπτικά, ως αβάσιμος, αλλά ούτε και θα έπρεπε να θεωρηθεί ως μη επαρκώς λεπτομερής.» Οι Ενάγοντες με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Ένστασή τους αναφέρουν ότι οι ισχυρισμοί που έχουν προβάλει οι Αιτητές σε σχέση με την Υπεράσπισή τους «θα πρέπει να απορριφθούν ως νομικά και ουσιαστικά αβάσιμοι και ως ισχυρισμοί οι οποίοι προβάλλονται εκ των υστέρων για σκοπούς καθυστέρησης της διαδικασίας». Κατ΄αρχάς, θα πρέπει να λεχθεί ότι στο παρόν στάδιο δεν τίθεται θέμα απόδειξης των ισχυρισμών των Εναγόμενων-Αιτητών. Για αυτό και ομιλούμε για εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Εν πάση περιπτώσει, θεωρώ παρακινδυνευμένο στην παρούσα υπόθεση να αποκλειστεί υπεράσπιση εκ μέρους των Εναγομένων, με βάση πάντα τους ισχυρισμούς τους. Παρόμοιο θέμα εξετάστηκε στην υπόθεση ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ Λτδ (πιο πάνω) όπου στη σελίδα 1390 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Η αίτηση για παραμερισμό απορρίφθηκε και για το λόγο, όπως κρίθηκε πρωτοδίκως, ότι η εφεσείουσα δεν είχε «επιδείξει καλή υπεράσπιση». Το δικαστήριο εξέφρασε κατ΄ αρχάς την άποψη ότι, με την ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση, η εφεσείουσα δεν παρέσχε λεπτομέρειες της υπεράσπισης της. Έπειτα το δικαστήριο, αφού προέβη σε διάφορες παρατηρήσεις σε σχέση με τους αντίστοιχους ισχυρισμούς των διαδίκων, θεώρησε πως η εφεσείουσα δεν αντέδρασε επαρκώς για να αμφισβητήσει, είτε με αντεξέταση είτε με συμπληρωματική ένορκη δήλωση, «στοιχεία, τεκμήρια και καταστάσεις» που είχαν τεθεί με την ένσταση. Έχουμε την άποψη ότι ο τρόπος με τον οποίο διαμορφώθηκε η αντιδικία στην παρούσα υπόθεση, καθιστούσε παρακινδυνευμένο τον αποκλεισμό της υπεράσπισης. Όπου υπάρχει τέτοιου είδους διάσταση, πρέπει να βαραίνει το δικαίωμα πρόσβασης στο δικαστήριο για εξέταση της ουσίας των ισχυρισμών στο προβλεπόμενο πλαίσιο δίκης και όχι να αποκλείεται ο διάδικος ως αποτέλεσμα συγκρίσεων και συσχετισμών έξω από αυτό το πλαίσιο.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το δικαστήριο). Εν κατακλείδι, η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί και ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης, αφού βρίσκω ότι η συμπεριφορά των Εναγομένων, οι οποίοι έχουν αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως Υπεράσπιση (Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.ά ν. Χάπυ Στρήτς Ντίσκο Λτδ
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 28), δεν είναι τέτοια ώστε να πλήττονται τα θεμέλια απονομής της δικαιοσύνης (Milouca Motor Tr. Ltd v. Κούρτη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 941). Η εκδοθείσα απόφαση ημερομηνίας 27.4.2015 παραμερίζεται υπό τον όρο ότι θα καταβληθούν στους Ενάγοντες τα έξοδα που χάνονται από τον παραμερισμό της απόφασης ως επίσης και τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η πληρωμή των εξόδων να γίνει σε δέκα ημέρες από την κοινοποίηση του ή των καταλόγων εξόδων στους δικηγόρους των Εναγομένων-Αιτητών ή στους ίδιους τους Εναγομένους. Σημείωμα εμφάνισης να καταχωριστεί εντός δέκα ημερών από την πληρωμή των εξόδων. Κατά τα άλλα να ακολουθηθούν οι θεσμοί. Ο κατάλογος ή οι κατάλογοι εξόδων να υποβληθούν εντός δεκαπέντε ημερών από σήμερα. Το Πρωτοκολλητείο να μεριμνήσει για τον υπολογισμό των εξόδων το συντομότερο δυνατό, και ακολούθως να θέσει τον ή τους καταλόγους ενώπιον του Δικαστηρίου για έγκριση. (Υπ.) ............. Ι. Ιωαννίδης, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΓΓ/ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.