← Κύπρος

ΚΛΕΛΙΑΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΟΥ ν. ANDREAS & ZOE LORDOU ASSOCIATES LTD, Αρ. Αίτησης: 314/15, 10/6/2016

ΚΛΕΛΙΑΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΟΥ ν. ANDREAS & ZOE LORDOU ASSOCIATES LTD, Αρ. Αίτησης: 314/15, 10/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A357 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Προσ. Ε. Δ. Αρ. Αίτησης: 314/15 Επί τοις αφορώσι τον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4 και τους τροποποιητικούς τούτον Νόμους και Κανονισμούς Μεταξύ: ΚΛΕΛΙΑΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΟΥ Αιτήτριας και ANDREAS & ZOE LORDOU ASSOCIATES LTD Καθ' ης η αίτηση ------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 10 Ιουνίου, 2016 Για την αιτήτρια: κος Λοΐζος Παπαχαραλάμπους για κκ. Κούσιο, Κορφιώτη, Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε. Για την καθ΄ ης η αίτηση: κκ. Ανδρέας Δημητρίου και Θεόδουλος Δημητρίου για κκ. Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή Με την αίτηση της η οποία καταχωρήθηκε στις 11.9.2015 η αιτήτρια ζητά: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διά του οποίου να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται η ενδιάμεση εκδοθείσα την 1.9.2015, εναντίον της ως άνω αιτήτριας, Κλέλιας Ελευθεριάδου, διαιτητική απόφαση. Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται η μεταξύ των μερών διαιτησία μέχρι την έκδοση αποφάσεως στην παρούσα αίτηση υπό του Σεβαστού Δικαστηρίου και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Γ. Οποιαδήποτε άλλη διαταγή ή θεραπεία ήθελε το Σεβαστό Δικαστήριο κρίνει δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις. Δ. Τα έξοδα της παρούσας αιτήσεως.» Οι λόγοι επί των οποίων η αίτηση βασίζεται είναι οι ακόλουθοι: «

  1. Η διαιτητική απόφαση είναι λανθασμένη και/ή παράτυπη και/ή παράνομη και/ή στερείται επαρκούς αιτιολογίας.
  2. Η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, του Ν. 224/1990 και του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
  3. Η διαιτητής έχει ερμηνεύσει λανθασμένα την κείμενη νομοθεσία και/ή τη νομολογία προσδίδοντας νομιμότητα σε παράνομη σύμβαση.
  4. Η διαιτητής λανθασμένα και/ή παράνομα έχει αποδεχθεί ότι οι ενέργειες του Ε.Τ.Ε.Κ. και/ή της πολεοδομίας μπορούν να προσδώσουν νομιμότητα στις παράνομες ενέργειες της καθ' ης η αίτηση.
  5. Η διαιτητής λανθασμένα και/ή παράνομα έχει θεωρήσει ότι η κατ' ισχυρισμό τακτική που ακολουθεί το Ε.Τ.Ε.Κ. και/ή πολεοδομία ως αυτή περιγράφεται στην αγόρευση της καθ' ης η αίτηση αποτελεί δικαστική γνώση, την οποία είναι σε θέση να δεχθεί χωρίς την προσκόμιση κατάλληλης μαρτυρίας.
  6. Η προσβαλλόμενη απόφαση εξεδόθη κατά παράβαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης.
  7. Η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν αποτέλεσμα κακού χειρισμού της διαιτησίας υπό του διαιτητή.» Η αίτηση βασίζεται στον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4, άρθρα 2, 3, 20, 21, 25 - 27, 30, 32 και 33, στον περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ. 149, άρθρο 23, στον περί Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου Νόμο, Ν. 224/90, άρθρα 2 και 25, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν. 14/60, άρθρα 32, 35 και 36, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ. 1-9, ως επίσης στους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης και στη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων η αίτηση βασίζεται, φαίνονται στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας. Η αιτήτρια επισυνάπτει, ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη της δήλωση, την ενδιάμεση διαιτητική απόφαση της οποίας ζητείται ο παραμερισμός με την παρούσα αίτηση, η οποία κοινοποιήθηκε στα δύο μέρη την 1.9.
  8. Ως Τεκμήρια 3, 4 και 5 επισυνάπτει την έκθεση απαίτησης που καταχωρήθηκε στα πλαίσια της διαιτητικής διαδικασίας από την καθ' ης η αίτηση, την υπεράσπιση της αιτήτριας και την απάντηση στην υπεράσπιση που καταχώρησε η καθ' ης η αίτηση. Ως τεκμήρια 6, 7 και 8 επισύναψε τα τρία περιγράμματα αγορεύσεων που καταχωρήθηκαν σε σχέση με τις προδικαστικές ενστάσεις της αιτήτριας οι οποίες οδήγησαν στην απόφαση ημερομηνίας 1.9.
  9. Ως Τεκμήριο 9 επισύναψε την επίδικη συμφωνία ημερομηνίας 29.9.2010 και ως Τεκμήριο 10 την Εξουσιοδότηση Εντολέα σε Εγγεγραμμένους Μηχανικούς ημερομηνίας 22.9.
  10. Η αιτήτρια αναφέρει ότι σύμφωνα με συμβουλή που λαμβάνει από τους δικηγόρους της η ύπαρξη παρανομίας σύμβασης μπορεί να θεωρηθεί ως ανάρμοστη συμπεριφορά από μέρους του διαιτητή και να οδηγήσει σε παραμερισμό της διαιτητικής απόφασης, και, επιπλέον, το Δικαστήριο έχει καθήκον, με βάση τη νομολογία, όταν από τα γεγονότα που τίθενται ενώπιον του εγείρεται θέμα παρανομίας, να το εξετάζει, ακόμα και αυτεπάγγελτα. Λέγει περαιτέρω ότι η απαίτηση εδράζεται σε συμφωνία που υπεγράφη μεταξύ των μερών στις 29.9.2010 με την οποία η αιτήτρια διόρισε και/ή αδειοδότησε την καθ' ης η αίτηση ως αρχιτέκτονες και/ή υπεύθυνους του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού του επίδικου έργου, έναντι αμοιβής. Για τις εν λόγω εργασίες η καθ' ης η αίτηση έλαβε αμοιβή και εξέδωσε τιμολόγια και αποδείξεις. Σύμφωνα με το Νόμο 224/90, ως αυτός ίσχυε την κρίσιμη περίοδο, δεν επιτρεπόταν σε νομικό πρόσωπο και/ή πρόσωπο που δεν ήταν εγγεγραμμένο στο Ε.Τ.Ε.Κ. να προσφέρει τις εν λόγω υπηρεσίες. Ο νόμος, λέγει, καθιστούσε ποινικό αδίκημα την άσκηση του επαγγέλματος του αρχιτέκτονα από άτομο που δεν ήταν εγγεγραμμένο ως αρχιτέκτονας και καθιστούσε αδύνατη την είσπραξη οποιασδήποτε αμοιβής αναφορικά με τις παρασχεθείσες υπηρεσίες. Η κείμενη νομοθεσία καθώς και η νομολογία αγνοήθηκαν και/ή ερμηνεύθηκαν εσφαλμένα από τη Διαιτητή, ως αναφέρει, γι αυτό η διαιτητική απόφαση πάσχει και/ή είναι λανθασμένη. Περαιτέρω, η Διαιτητής παρανόησε, λέγει η αιτήτρια, τι εστί διάδικο μέρος και λανθασμένα και αντινομικά θεώρησε την κα Ζωή Λόρδου μέρος της διαδικασίας για να προσδώσει νομιμότητα σε συμφωνία που έγινε μεταξύ άλλων μερών. Εσφαλμένα επίσης απέδωσε νομιμότητα στην επίδικη συμφωνία απλά και μόνο επειδή «το Ε.Τ.Ε.Κ. και/ή πολεοδομία αποδέχονταν εταιρικές δομές φτάνει η δουλειά να γίνεται από εγγεγραμμένο αρχιτέκτονα», και λανθασμένα θεωρεί ως δικαστική γνώση την τακτική της Πολεοδομίας και του Ε.Τ.Ε.Κ. Αναφορικά με το διάταγμα που επιζητείται με το αιτητικό Β, λέγει ότι αυτό είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί, καθότι σε περίπτωση που η παρούσα αίτηση πετύχει θα σημαίνει τη λήξη της διαιτητικής διαδικασίας, ενώ, σε αντίθετη περίπτωση, η καθ' ης η αίτηση δεν θα πάθει οποιαδήποτε ζημιά η οποία δεν αποτιμάται με χρήμα, αφού η όποια καθυστέρηση θα είναι ολιγόμηνη. Η αίτηση επιδόθηκε στη δικηγορική εταιρεία Ιωαννίδης - Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. που είναι ο νομικός εκπρόσωπος της καθ' ης η αίτηση στη διαιτητική διαδικασία, καθώς και στη Διαιτητή, κα Άννα Ιακώβου Στυλιανού. Η Διαιτητής αν και της επιδόθηκε η αίτηση και κατέστη διάδικος (βλ. Τράπεζα Κύπρου Λτδ v. Dynacon Ltd

(1998)1(Δ) Α.Δ.Δ. 1978, 1984) δεν έλαβε μέρος στη διαδικασία. Στις 26.11.2015 η καθ' ης η αίτηση εταιρεία καταχώρησε ένσταση προβάλλοντας τους εξής λόγους ένστασης. «(α) Η αίτηση είναι κατά νόμο και/ή ουσία αβάσιμη και/ή στερείται νομικού ερείσματος. (β) Η Αιτήτρια παρέλειψε να αναφερθεί σε και/ή να αποσιωπήσει και/ή αποφεύγει να θέσει ενώπιον του σεβαστού Δικαστηρίου ουσιώδη νομικά και πραγματικά γεγονότα και/ή στοιχεία της μέχρι τώρα διαιτητικής διαδικασίας με σκοπό να παρουσιάσει μια εικόνα συμφέρουσα γι αυτή, η οποία, όμως, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα των τεκταινομένων στη μέχρι τώρα διαιτητική διαδικασία. (γ) Η αίτηση αποτελεί καταφανή καταστρατήγηση του νομικού δόγματος της επιδοκιμασίας και αποδοκιμασίας (doctrine of applause and boos). Η αιτήτρια παράνομα επιδοκιμάζει και αποδοκιμάζει τη διαιτητική διαδικασία. (δ) Η παρούσα αίτηση κινείται απλά και μόνο επειδή η ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 1.9.2015 δεν είναι της αρεσκείας και/ή δεν είναι συμφέρουσα προς την έκβαση της διαιτητικής διαδικασίας σε ό,τι αφορά την αιτήτρια. (ε) Η αίτηση είναι κατά νόμο και/ή ουσία αβάσιμη και/ή στερείται νομικού ερείσματος και/ή είναι καταχρηστική και/ή αντίθετη με τη νομολογία, αφού η αιτήτρια, σε τρεις ξεχωριστές περιπτώσεις, όρισε και/ή αποδέχθηκε και/ή παράδωσε στη δικαιοδοσία του διαιτητή (submitted to the arbitrator's jurisdiction) τα εν λόγω νομικά σημεία και παρόλο που μπορούσε να ενστεί διάλεξε και/ή επέλεξε να μην το πράξει, με αποτέλεσμα να έχει απεμπολήσει το δικαίωμα έγερσης της παρούσας αίτησης και συνεπώς κωλύεται (is estopped) από του να το πράττει τώρα. (στ) Η αίτηση είναι αντίθετη και/ή δεν βρίσκει έρεισμα και/ή δεν υποστηρίζεται από την κυπριακή νομολογία αλλά και το κοινοδίκαιο επί των εγειρόμενων θεμάτων. (ζ) Τα δικόγραφα που επισυνάπτει η αιτήτρια ως τεκμήρια δεν μπορούν να αποτελέσουν μαρτυρικό υλικό ενώπιον του σεβαστού Δικαστηρίου. (η) Η αίτηση είναι αντίθετη και/ή δεν βρίσκει έρεισμα και/ή δεν υποστηρίζεται από τα νομικά συγγράμματα επί του θέματος. (θ) Η αίτηση ζητά από το σεβαστό Δικαστήριο να ενεργήσει καθαρά ως δευτεροβάθμιος διαιτητής ή Εφετείο και να επανεκδικάσει το επίδικο θέμα. (ι) Η αίτηση παραβιάζει τη διαδικασία ως αυτή καθορίζεται στους συμφωνημένους διαδικαστικούς όρους και/ή κανόνες της Διαιτησίας. (κ) Η επίδικη διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 1.9.2015 είναι καθ' όλα νόμιμη και/ή έγκυρη και/ή νομικά ορθή.» Η ένσταση βασίζεται στον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4, άρθρα 2, 3, 20, 21, 25 - 27, 30, 32 και 33, στον περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ. 149, άρθρο 23, στον περί Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου Νόμο, Ν. 224/90, άρθρα 2 και 25, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν. 14/60, άρθρα 32, 35 και 36, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ. 1-9, Δ.49 και Δ.64, στη νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων, στο κοινοδίκαιο και στη σύμφυτη εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων η ένσταση βασίζεται, φαίνονται στην ένορκη δήλωση της κας Ζωής Λόρδου, διευθύντριας και μετόχου της καθ΄ ης η αίτηση εταιρείας, η οποία είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών. Αναφορικά με τους λόγους ένστασης (α) και (β) σημειώνει ότι περί την 29.9.2010 υπεγράφη μεταξύ των μερών σύμβαση παροχής αρχιτεκτονικών υπηρεσιών, η οποία είναι η σύμβαση που η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι είναι παράνομη. Η εν λόγω σύμβαση περιείχε όρο παραπομπής διαφορών σε διαιτησία σύμφωνα με τους κανονισμούς του Ε.Τ.Ε.Κ., συνεπώς, όταν προέκυψαν διαφορές η καθ' ης η αίτηση, με αίτηση ημερομηνίας 10.7.2013, ζήτησε από το Ε.Τ.Ε.Κ. το διορισμό διαιτητή. Περί τις 7.7.2014 τα μέρη προσήλθαν ενώπιον της Διαιτητού και υπέγραψαν το Συμφωνητικό Έγγραφο Διαιτησίας και τους Όρους Διαιτητή, αντίγραφα των οποίων επισυνάπτει ως Τεκμήρια 1 και 2, αντίστοιχα, στην ένορκη της δήλωση. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 2 τα μέρη συμφώνησαν «όπως δώσουν όλες τις διαφορές τους που προκύπτουν από τη μεταξύ τους συμφωνία και που αφορούν τη Διαιτησία σύμφωνα με τους όρους του Νόμου περί Διαιτησίας κεφάλαιο 4 και Κανονισμούς του Ε.Τ.Ε.Κ. τη Διαιτησία και τελική απόφαση του Διαιτητή που έχει διοριστεί από το Ε.Τ.Ε.Κ. ....». Η ομνύσασα λέγει ότι όλα τα γεγονότα επί των οποίων η αιτήτρια βασίστηκε προς υποστήριξη της θέσης της ότι η σύμβαση ημερομηνίας 29.9.2010 είναι παράνομη ήταν γνωστά σε αυτήν από το στάδιο που έλαβε από το Ε.Τ.Ε.Κ. την κλήση για διαιτησία και το στάδιο που υπέγραψε τη Σύμβαση Διαιτησίας και τους Όρους της Διαιτητού. Λαμβάνει, λέγει, νομική συμβουλή ότι όταν σύμβαση που περιέχει όρο για παραπομπή σε διαιτησία είναι παράνομη, τότε η σύμβαση είναι άκυρη και συμπαρασύρει σε ακυρότητα το συνυποσχετικό παραπομπής σε διαιτησία (agreement to arbitrate). Συνεπώς, λέγει, όταν διάδικος κληθεί ενώπιον διαιτητή για εκδίκαση σύμβασης την οποία θεωρεί παράνομη τότε δικαιούται και είναι νομικά ορθό και αρμόζον, βάσει του Κεφ. 4 να προχωρήσει σε αίτηση ακύρωσης του συνυποσχετικού παραπομπής σε διαιτησία. Αφού, λέγει, η αιτήτρια επέλεξε να προσέλθει σε διαιτησία, η αιτήτρια διάλεξε και αποφάσισε και αφέθηκε στη δικαιοδοσία (submitted to the jurisdiction) της Διαιτητού προς επίλυση όλων των διαφορών της με την καθ' ης η αίτηση, συμπεριλαμβανομένης και της διαφοράς ως προς τη νομιμότητα της σύμβασης ημερομηνίας 29.9.2010. Κατατέθηκε στα πλαίσια της διαιτησίας η έκθεση απαίτησης της καθ' ης η αίτηση και η υπεράσπιση της αιτήτριας, στα πλαίσια της οποίας ηγέρθησαν δύο προδικαστικές ενστάσεις τις οποίες η αιτήτρια ζήτησε όπως η Διαιτητής παραπέμψει για εκδίκαση στο Δικαστήριο βάσει του άρθρου 27 του Κεφ. 4. Η Διαιτητής, με ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 18.2.2015, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει ως Τεκμήριο 3, αποφάσισε ότι έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει τα εγερθέντα νομικά σημεία. Η αιτήτρια δεν επιχείρησε, ως αναφέρει η κα Λόρδου, να ακυρώσει την απόφαση ημερομηνίας 18.2.2015, ούτε και κινήθηκε με αίτηση βάσει του άρθρου 27
(2)του Κεφ. 4 για να αναγκάσει τη Διαιτητή να παραπέμψει τα νομικά θέματα των δύο προδικαστικών ενστάσεων στο Δικαστήριο. Η δε αποδοχή του αποτελέσματος και η μη προσβολή της εν λόγω ενδιάμεσης απόφασης αποτελεί τη δεύτερη, και κύρια, περίπτωση, στην οποία, με τη συμφωνία και τη σύμπραξη της αιτήτριας, εναποτέθηκε η τύχη των εγερθεισών προδικαστικών ενστάσεων στην απόλυτη κρίση και δικαιοδοσία της Διαιτητού. Στη συνέχεια η αιτήτρια εμφανίστηκε ενώπιον της Διαιτητού και με ένορκη δήλωση και γραπτές αγορεύσεις προέβη σε ακρόαση των προδικαστικών ενστάσεων. Έτσι για τρίτη φορά η αιτήτρια όρισε ότι επιθυμούσε όπως η Διαιτητής, και όχι το Δικαστήριο, αποφασίσει επί της νομιμότητας της σύμβασης ημερομηνίας 29.9.2010. Σε σχέση με το λόγο ένστασης (γ) λέγει ότι η παρούσα αίτηση αντίκειται στο νομικό δόγμα της επιδοκιμασίας και αποδοκιμασίας και προς το άρθρο 27
(2)του Κεφ. 4, λόγω της αποδοχής από μέρους της αιτήτριας της ενδιάμεσης απόφασης ημερομηνίας 18.2.
  1. Το ως άνω δόγμα, λέγει, υπάρχει για να αποτρέπει περιπτώσεις όπως η παρούσα όπου διάδικο μέρος κατ' αρχήν συμφωνεί και αποδέχεται μια νομική διαδικασία, την επικροτεί, εναρμονίζεται με αυτή, δεν την προσβάλλει με τα νόμιμα και ενδεδειγμένα νομικά διαβήματα και όταν η έκβαση της υπόθεσης δεν είναι συμφέρουσα για αυτό, προσπαθεί να υπαναχωρήσει από τα όσα προηγουμένως δεσμεύτηκε. Χαρακτηρίζει περαιτέρω το νομικό ισχυρισμό της αιτήτριας ότι η ύπαρξη της δήθεν παράνομης σύμβασης μπορεί να θεωρηθεί ως ανάρμοστη συμπεριφορά από μέρους της διαιτητού ως νομικά λανθασμένο, οξύμωρο και εντελώς παράλογο. Σύμφωνα, λέγει με το Κεφ. 4, η λανθασμένη ερμηνεία εγγράφου ή νόμου δεν συνιστά ανάρμοστη συμπεριφορά του διαιτητή. Σε σχέση με τους λόγους ένστασης (δ) έως (κ) η κα Λόρδου αναφέρει ότι το κοινοδίκαιο και οι αποφάσεις των κυπριακών Δικαστηρίων δεν υποστηρίζουν τις θέσεις της αιτήτριας, αλλά, αντίθετα, αναγνωρίζουν την τελεσιδικία των αποφάσεων των διαιτητών και προσμετρά ως παράγοντας βαρύνουσας και καταλυτικής σημασίας το γεγονός της αποδοχής της δικαιοδοσίας του διαιτητή, κάτι που στην παρούσα περίπτωση έχει γίνει εις τριπλούν. Οι αποφάσεις των διαιτητών, προσθέτει, δεν είναι δεκτικές αναθεώρησης από το Δικαστήριο εκτός στο βαθμό που ο διαιτητής υπερέβη τη δικαιοδοσία του ή ενήργησε κατά πασιφανή τρόπο ενάντια στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, κάτι που δεν έχει γίνει στην παρούσα περίπτωση. Περαιτέρω διαφωνεί με τις θέσεις της αιτήτριας ως προς την ερμηνεία του νόμου και ως προς το δήθεν παράνομο της σύμβασης ημερομηνίας 29.9.
  2. Η στάση της αιτήτριας διά της καταχωρήσεως της παρούσας αιτήσεως αποτελεί, ως η ομνύσασα αναφέρει, παράβαση του συμφωνητικού εγγράφου διαιτησίας, των όρων διορισμού της Διαιτητού, της ενδιάμεσης απόφασης ημερομηνίας 18.2.2015 αλλά και του θεσμού της διαιτησίας γενικότερα αφού προσβάλλει τη γενική αρχή της τελεσιδικίας (finality) των διαιτητικών αποφάσεων. Η απόφαση της Διαιτητού, ως περαιτέρω αναφέρει η κα Λόρδου, είναι πλήρως τεκμηριωμένη και αιτιολογημένη και χωρίς να περιέχει το οποιοδήποτε σφάλμα στην όψη της ή άλλως πως. Ούτε και επέδειξε η Διαιτητής ανάρμοστη συμπεριφορά (misconduct) ούτε και νοείται να ισχυρίζεται η αιτήτρια κάτι τέτοιο επειδή η Διαιτητής υιοθέτησε τις θέσεις της καθ' ης η αίτηση και όχι τις δικές της. Επίσης, λέγει, τα όσα εκ της δικογραφίας της διαιτησίας επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας δεν μπορούν να αποτελέσουν μαρτυρικό υλικό στο Δικαστήριο, βάσει της νομολογίας. Αναφορικά, τέλος, με το διάταγμα που η αιτήτρια ζητά με την παράγραφο Β της αίτησης, λέγει ότι, αφ' ης στιγμής η αίτηση έγινε διά κλήσεως, όπως έπρεπε να γίνει, το εν λόγω αιτητικό κατέστη άνευ αντικειμένου. Η ακροαματική διαδικασία Κατά την ακροαματική διαδικασία, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν σε προφορικές και γραπτές αγορεύσεις, μέσω των οποίων υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Οι αγορεύσεις των δύο πλευρών ήταν εμπεριστατωμένες και πολύ βοηθητικές για το Δικαστήριο, συνοδεύοντο από τη σχετική κυπριακή και αγγλική νομολογία, έχουν μελετηθεί και αναφορά στις θέσεις που υποστηρίχθηκαν μέσω αυτών θα γίνει στα πλαίσια αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, κατωτέρω, και στο βαθμό που χρειάζεται. Νομική πτυχή και αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων Κρίνω σκόπιμο κατ' αρχάς να αναφερθώ στην απόφαση της Διαιτητού ημερομηνίας 1.9.2015 (Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας) της οποίας επιδιώκεται η ακύρωση και/ή ο παραμερισμός διά της παρούσας αιτήσεως. Η Διαιτητής αναφέρθηκε στο γεγονός ότι προέκυψαν διαφορές μεταξύ της αιτήτριας (καθ' ης η αίτηση στη διαιτητική διαδικασία) και της καθ' ης η αίτηση (αιτήτριας στη διαιτητική διαδικασία) από μεταξύ τους συμφωνία ημερομηνίας 29.9.2010 και κατοπινή Εξουσιοδότηση Εντολέα Εγγεγραμμένου Μηχανικού ημερομηνίας 22.9.2011 για παροχή υπηρεσιών αρχιτεκτονικής φύσης, η οποία εξουσιοδότηση προβλέπει ότι σε περίπτωση διαφοράς, η διαφορά θα επιλυθεί με διαιτησία. Αναφέρθηκε επίσης στο γεγονός ότι τα μέρη από κοινού αιτήθηκαν την παραπομπή όλων των διαφορών τους προς επίλυση σε διαιτησία σύμφωνα με το Κεφ. 4 συμφώνως των σχετικών παραπεμπτικών διαδικασιών του Ε.Τ.Ε.Κ., στο γεγονός ότι η καθ' ης η αίτηση κατέθεσε στις 10.7.2013 αίτηση στο Ε.Τ.Ε.Κ. για διορισμό διαιτητή, στην πρόταση του Ε.Τ.Ε.Κ. για διορισμό της κας Άννας Ιακώβου Στυλιανού ως τη μοναδική διαιτητή, καθώς και στην υπογραφή από τα δύο μέρη του Συμφωνητικού Εγγράφου Διαιτησίας (ενός Διαιτητή) και την ειδική συμφωνία με τους Όρους του Διαιτητή ημερομηνίας 7.7.
  3. Αναφέρεται ακολούθως στην προκαταρκτική συνάντηση ημερομηνίας 7.7.2014 στην οποία κοινή συναινέσει αποφασίστηκαν διάφορα θέματα ως προς τη διαδικασία. Ακολούθησε συνάντηση ημερομηνίας 18.2.2015 στην οποία, μεταξύ άλλων, η αιτήτρια αιτήθηκε όπως οι δύο προδικαστικές ενστάσεις που ηγέρθηκαν με την υπεράσπιση της επιλυθούν προκαταρκτικά, αίτημα στο οποίο η καθ' ης η αίτηση δεν έφερε ένσταση. Η αιτήτρια έθεσε θέμα δικαιοδοσίας της Διαιτητού ν' αποφασίσει τα νομικά σημεία ισχυριζόμενη ότι οι προδικαστικές ενστάσεις πρέπει να εκδικαστούν στο Δικαστήριο βάσει του άρθρου 27 του Κεφ.
  4. Η Διαιτητής, αφού άκουσε τα δύο μέρη, αποφάσισε ότι με βάση τους όρους εντολής της και τους Κανονισμούς του Ε.Τ.Ε.Κ. έχει δικαιοδοσία ν' αποφασίσει επί των νομικών σημείων και έδωσε πρόγραμμα για καταχώρηση σχετικών αγορεύσεων. Ως αναφέρεται στην απόφαση (σελ. 3 και 4), η σύμβαση ημερομηνίας 29.9.2010 αποτελεί γραπτή σύμβαση παροχής υπηρεσιών αρχιτεκτονικής φύσης για την ετοιμασία σχεδίων με σκοπό την απόκτηση πολεοδομικής και οικοδομικής άδειας και την παραπέρα παρακολούθηση των εργασιών για ανέγερση διώροφης οικοδομής. Η καθ' ης η αίτηση είναι νομίμως εγγεγραμμένη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, με διευθυντές και ιδιοκτήτες τους κκ. Ανδρέα και Ζωή Λόρδου και ασχολείται με πάσης φύσεως αρχιτεκτονικές εργασίες. Η κα Ζωή Λόρδου είναι εγγεγραμμένη αρχιτέκτονας στο μητρώο μελών του Ε.Τ.Ε.Κ. Η αιτήτρια ανέθεσε στην καθ' ης η αίτηση την ετοιμασία σχεδίων και μελετών για την ανέγερση της κατοικίας της. Η καθ' ης η αίτηση ετοίμασε σχέδια βάσει των οποίων έχουν εκδοθεί πολεοδομική και οικοδομική άδεια. Για το σκοπό κατάθεσης της πολεοδομικής άδειας η αιτήτρια υπέγραψε την Εξουσιοδότηση Εντολέα ημερομηνίας 22.9.2011 και βεβαίωση του Ε.Τ.Ε.Κ. ότι η κα Ζωή Λόρδου ήταν εγγεγραμμένη στο μητρώο μελών του Ε.Τ.Ε.Κ. το
  5. Εκδόθηκαν και πληρώθηκαν διάφορα τιμολόγια, αλλά παραμένει διαφορά στο ποσό που θα πρέπει να πληρωθεί προς την καθ' ης η αίτηση, η οποία οδήγησε στη διαιτησία. Οι εγερθείσες προδικαστικές ενστάσεις παρατίθενται στην παράγραφο 8, σελ. 4 της απόφασης της Διαιτητού. Σε συντομία, η αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι (α) η καθ' ης η αίτηση δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα διαδικασία εφόσον με βάση τη νομοθεσία νομικά πρόσωπα που δεν είναι εγγεγραμμένα στο μητρώο μελών του Ε.Τ.Ε.Κ. δεν δύνανται να παρέχουν αρχιτεκτονικές και/ή άλλες παρεμφερείς υπηρεσίες, ως εκ τούτου η συμφωνία ημερομηνίας 29.9.2010 είναι εξ' υπαρχής άκυρη, και (β) η Διαιτητής δεν έχει δικαιοδοσία να εξετάσει τη διαφορά επειδή η καθ' ης η αίτηση δεν είναι εγγεγραμμένη στο μητρώο μελών του Ε.Τ.Ε.Κ. και, κατά συνέπεια, η Εξουσιοδότηση Εντολέα ημερομηνίας 22.9.2011 είναι άκυρη και χωρίς νομική ισχύ. Σύμφωνα με την έγγραφη Βεβαίωση δυνάμει του άρθρου 8Α του περί Οδών και Οικοδομών Νόμου εγγεγραμμένος αρχιτέκτονας είναι η κα Ζώη Λόρδου και όχι η καθ' ης η αίτηση. Η Διαιτητής αναφέρθηκε στη συνέχεια, στις σελ. 5 έως 10, στους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν από τις δύο πλευρές. Η αιτήτρια υποστήριξε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 25, εδάφια
(4)και
(5)του Νόμου 224/90 ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο (ήτοι πριν την τροποποίηση του από το Νόμο 101(I)/2012 που επέτρεψε τη συμπερίληψη εταιρειών μελετητών στο μητρώο μελών του Ε.Τ.Ε.Κ.), αναφερόμενη σε σχετική νομολογία. Η καθ' ης η αίτηση διαφοροποίησε τη νομολογία στην οποία η αιτήτρια παρέπεμψε τονίζοντας το γεγονός ότι η κα Ζωή Λόρδου ήταν, καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους, νομίμως εγγεγραμμένη αρχιτέκτονας. Υποστήριξε επίσης ότι από την Εξουσιοδότηση Εντολέα και την έγγραφη Βεβαίωση βάσει του άρθρου 8Α του περί Οδών και Οικοδομών Νόμου που τη συνοδεύει είναι φανερό ότι το Ε.Τ.Ε.Κ. αποδέχθηκε τόσο την καθ' ης η αίτηση ως εμπλεκόμενη όσο και την κα Ζωή Λόρδου ως αρχιτέκτονα του έργου και άτομο που δικαιούτο να παρέχει τις επίδικες υπηρεσίες. Επίσης, η Πολεοδομία αποδέχθηκε την κα Ζωή Λόρδου σαν νόμιμο παροχέα υπηρεσιών, με την έγκριση των σχεδίων της και την έκδοση άδειας Οικοδομής. Υποστήριξε επίσης ότι το γεγονός ότι υπάρχει νόμιμη Εξουσιοδότηση Εντολέα και Πολεοδομική Άδεια από την αρμόδια αρχή, καταρρίπτει τον ισχυρισμό περί παρανομίας ή παράνομης σύμβασης. Η Διαιτητής κατέληξε ως ακολούθως: «ΕΙΝΑΙ ΚΟΙΝΩΣ ΠΑΡΑΔΕΚΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΟΤΙ
  1. Η Καθ' ης η Αίτηση συμφώνησε με την εταιρεία Andreas & Zoe Lordou Associates Ltd στις 29/09/2010 όπως παρέχει Αρχιτεκτονική εργασία με την εξασφάλιση των απαιτούμενων αδειών από τις διάφορες υπηρεσίες με σκοπό την ανέγερση της κατοικίας της.
  2. Είναι επίσης κοινώς παραδεκτό γεγονός ότι η συγκεκριμένη εταιρεία προχώρησε σε μελέτη και εξασφάλισε πολεοδομική και οικοδομική άδεια για την Καθ' ης η Αίτηση και για τον σκοπό αυτό υπογράφτηκε η εξουσιοδότηση εντολέα εγγεγραμμένου Μηχανικού για παροχή υπηρεσιών του Ε.Τ.Ε.Κ. με αρ. 180139, ημερομηνίας 22/09/11 και γραπτή βεβαίωση Ε.Τ.Ε.Κ. δυνάμει του Άρθρου 8Α του περί Οδών και Οικοδομών νόμου για το ότι η κυρία Ζωή Λόρδου είναι εγγεγραμμένο μέλος του Μητρώου του Ε.Τ.Ε.Κ.
  3. Είναι κοινώς παραδεκτό γεγονός ότι εκδόθηκε Πολεοδομική Άδεια και άδεια Οικοδομής για ανέγερση της κατοικίας της Καθ' ης η Αίτηση με σχέδια που αναφέρουν το όνομα της εταιρείας Andreas & Zoe Lordou Associates Ltd.
  4. Είναι παραδεκτό γεγονός ότι η διαφορά των Μερών αφορά υπόλοιπο αμοιβής της εταιρείας Andreas & Zoe Lordou Associates Ltd.
  5. Είναι κοινώς παραδεκτό γεγονός ότι πριν το 2012 στο ΕΤΕΚ δεν δικαιούντο να εγγραφούν εταιρείες αλλά μόνο άτομα.
  6. Είναι κοινώς παραδεκτό γεγονός ότι μετά το 2012 ο Νόμος τροποποιήθηκε και τώρα δικαιούνται εταιρείες να εγγραφούν στο Ε.Τ.Ε.Κ.
  7. Συμφωνώ με τον δικηγόρο της Καθ' ης η Απαίτηση ότι η παράβαση του άρθρου 10 του Νόμου Ν.41/62 συνιστά παρανομία.
  8. Διαφωνώ όμως με τον δικηγόρο της Καθ' ης η Αίτηση ότι το άρθρο 10 του Ν.41/62 παραλληλίζεται πλήρως με το άρθρο Ν25
(4)του Ν.224/
  1. Συμφωνώ με τον δικηγόρο των Αιτητών ότι πριν τον Ιούνιο του 2012 δεν υπήρχε η ανάγκη να εγγραφούν οι Αρχιτεκτονικές εταιρείες, αλλά το ίδιο το Ε.Τ.Ε.Κ. και η Πολεοδομία αναγνωρίζοντας ότι υπάρχουν οφειλές προς το άτομο που λειτουργεί διαμέσου εταιρείας αποδέχεται τις εταιρικές δομές όταν η δουλειά γίνεται από εγγεγραμμένο Αρχιτέκτονα. Απόδειξη τούτου αποτελεί και η έκδοση βεβαίωση που δόθηκε από το Ε.Τ.Ε.Κ. δυνάμει του άρθρου 8Α του περί οδών και οικοδομών νόμου με αριθμό
  2. Συμφωνώ με τον δικηγόρο των Αιτητών ότι η παρούσα διαφορά διαχωρίζεται από την υπόθεση Πισιάρα, σύμφωνα με την αγόρευση της δικαστού στην υπόθεση Μιχαηλίδη.
  3. Στην προκειμένη περίπτωση η κα Ζωή Λόρδου ήταν εγγεγραμμένη Αρχιτέκτονας, η οποία λειτουργούσε και εργαζόταν κάτω από την εταιρεία Andreas & Zoe Lordou Associates Ltd.
  4. Τα αρχιτεκτονικά σχέδια υπογράφονταν από την εταιρεία και την ίδια, γεγονός που αποδέχτηκε τόσο το Ε.Τ.Ε.Κ., όσο και η Πολεοδομία, άρα θεωρώ ότι δεν υπάρχει παρανομία.
  5. Συμφωνώ με τους Αιτητές ότι οι νομολογίες που υποβλήθηκαν από την Καθ' ης η Αίτηση αφορούν την νομοθεσία περί Αρχιτεκτόνων Ν.12 και όχι την νομοθεσία περί Ε.Τ.Ε.Κ.
  6. Συμφωνώ με τον δικηγόρο των Αιτητών ότι η υπόθεση Πισιάρα διαφοροποιείται από την παρούσα υπόθεση στο γεγονός ότι στην παρούσα υπόθεση πρόκειται για αρχιτέκτονα εγγεγραμμένη στο Μητρώο Αρχιτεκτόνων και στο Μητρώο Ε.Τ.Ε.Κ.
  7. Στην υπόθεση Αγαθοκλέους ο Δικαστής τονίζει ότι τα περισσότερα νομοθετήματα σκοπεύουν στην προστασία του κοινού και γενικά στην απαγόρευση εξάσκησης ενός επαγγέλματος από πρόσωπα που δεν είναι προσοντούχα, κάτι που δεν ισχύει στην παρούσα υπόθεση.
  8. Στην προκειμένη περίπτωση τα σχέδια και οι αιτήσεις για απόκτηση Πολεοδομικής Άδειας υπογράφονται από προσοντούχο Αρχιτέκτονα, την κα Ζωή Λόρδου, η οποία σαν επαγγελματίας φέρει και την ευθύνη της σωστής εκπόνησης των σχεδίων αυτών με τη έγκριση και βεβαίωση του Ε.Τ.Ε.Κ. Άρα θεωρώ ότι Παρόλο που η συμφωνία έγινε μεταξύ της εταιρείας και της Καθ' ης η Αίτηση, ενώ τα σχέδια υπογράφονται από την κα Ζωή Λόρδου που ήταν καθ' όλους τους χρόνους εγγεγραμμένη Αρχιτέκτονας δεν καθιστά την συμφωνία παράνομη καθ' ότι ήταν συνηθισμένη τακτική του ΕΤΕΚ πριν από το 2012 να δέχεται εξουσιοδότηση από Αρχιτέκτονες που καλύπτονται από Εταιρείες να ασκούν το επάγγελμα. Εκτός αυτού η Πολεοδομία δεχόταν σχέδια από την εταιρεία, τα οποία υπογράφονταν από Αρχιτέκτονα που ήταν υπάλληλος και μέτοχος της Εταιρείας. Θεωρώ ότι δεν υπάρχει παρανομία και τόσο η συμφωνία ημερομηνίας 29/09/2010 όσο και η εξουσιοδότηση ημερομηνίας 22/09/2011 είναι νόμιμες. Άρα κρίνω ότι η παρούσα προδικαστική ένσταση απορρίπτεται.» Όπως προκύπτει τόσο από την ένσταση της καθ' ης η αίτηση όσο και από την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της, η καθ' ης η αίτηση σημειώνει ότι σε τρεις ξεχωριστές περιπτώσεις η αιτήτρια αποδέχθηκε ότι η Διαιτητής είχε δικαιοδοσία να αποφασίσει το κατά πόσο η σύμβαση μεταξύ των δύο μερών ήταν παράνομη. Οι τρεις αυτές περιπτώσεις φαίνονται στα πλαίσια της «εισαγωγής» ανωτέρω όπου παρατέθηκαν τα όσα προβλήθηκαν στην ένορκη δήλωση της κας Λόρδου που συνοδεύει την ένσταση, δεν χρειάζεται, όμως, να τις επαναλάβω, εφόσον ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας αναφέρει ρητώς στα πλαίσια της γραπτής του αγόρευσης (σελ. 2) ότι η αιτήτρια ουδέποτε αμφισβήτησε τη δικαιοδοσία της Διαιτητού στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας, επισημαίνοντας ότι η δεύτερη προδικαστική ένσταση δεν προωθήθηκε καθόλου και παρέμεινε ως μοναδικό νομικό σημείο το κατά πόσο η συμφωνία μεταξύ των μερών ήταν παράνομη ή όχι. Προκύπτει συναφώς το ερώτημα αν, δεδομένου ότι η αιτήτρια αποδέχεται τη δικαιοδοσία της Διαιτητού να αποφασίσει το θέμα της παρανομίας της σύμβασης, αυτό αποτελεί κώλυμα ή και απεμπόληση του δικαιώματος της να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση. Η θέση της καθ' ης η αίτηση είναι ότι όταν μια σύμβαση η οποία περιέχει όρο για παραπομπή σε διαιτησία είναι παράνομη, τότε η σύμβαση είναι άκυρη και, ένεκα αυτού, συμπαρασύρεται σε ακυρότητα και το συνυποσχετικό διαιτησίας (agreement to arbitrate) (παρ. 9 της ένορκης δήλωσης της κας Λόρδου και παρ. 46 - 49 της γραπτής αγόρευσης του ευπαιδεύτου συνηγόρου της). Δεν μπορώ να συμφωνήσω με την απόλυτη αυτή θέση που εκφράζεται από την καθ' ης η αίτηση, ούτε ως θέμα γενικής αρχής (χωρίς βέβαια να διαφωνώ ότι σε κάποιες περιπτώσεις η παρανομία της σύμβασης μπορεί να συμπαρασύρει σε ακυρότητα και το συνυποσχετικό διαιτησίας[1]), αλλά ούτε και ως θέμα εφαρμογής της στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης για τους λόγους που θα εξηγήσω. Το θέμα του διαχωρισμού (separability) του όρου/συμφωνίας για παραπομπή σε διαιτησία από το υπόλοιπο συμβόλαιο, εξετάσθηκε εις βάθος από το αγγλικό Εφετείο (Court of Appeal) στην υπόθεση Harbour Assurance Co (UK) Ltd v. Kansa General International Insurance Co Ltd and others [1993] Q.B.
  9. Στην υπόθεση αυτή συμφωνία αντασφάλισης περιείχε όρο για παραπομπή διαφορών σε διαιτησία («all disputes or differences arising out of this agreement shall be submitted to a decision of two arbitrators.»). Προέκυψαν διαφορές και οι ενάγοντες κίνησαν αγωγή, ισχυριζόμενοι ότι οι εναγόμενοι δεν ήταν δεόντως εγγεγραμμένοι για να ασκούν εργασίες ασφαλιστή ή αντασφαλιστή στην Αγγλία, εισηγούμενοι ότι η σύμβαση ήταν εξ' αρχής παράνομη και ζήτησαν σχετική αναγνωριστική απόφαση. Οι εναγόμενοι αιτήθηκαν την αναστολή της διαδικασίας λόγω της ύπαρξης του όρου για διαιτησία. Το αγγλικό Εφετείο αποφάσισε ότι, αφ' ης στιγμής οι ισχυρισμοί για παρανομία δεν αφορούσαν τον ίδιο τον όρο για παραπομπή σε διαιτησία, ο όρος μπορούσε να διαχωριστεί από το υπόλοιπο συμβόλαιο δεδομένης και της ευρύτητας του όρου, άρα ο διαιτητής είχε δικαιοδοσία ν' αποφασίσει ακόμη και επί του ζητήματος της αρχικής παρανομίας (initial illegality) της σύμβασης και διέταξε την αναστολή της δικαστικής διαδικασίας. Ο Gibson L.J. συμφώνησε με τις εξής διαπιστώσεις του κατώτερου δικαστηρίου (βλ. σελ. 708Η, 709Α, Β και D): «(i) The principle of the separability of the arbitration clause or agreement from the contract in which it is contained exists in English law; and, provided that the arbitration clause itself is not directly impeached, the arbitration agreement is, as a matter of principled legal theory, capable of surviving the invalidity of the contract so that the arbitrators could have jurisdiction under the clause to determine the initial validity of the contract. Further, it would be consistent to hold that an issue as to the initial illegality of the contract is also capable of being referred to arbitration, provided that any initial illegality does not directly impeach the arbitration clause. (ii) The illegality alleged in this case does not impeach the arbitration clause. (iii) The arbitration clause on its proper construction was wide enough to cover a dispute as to the initial illegality of the contract.» Ως προς το τί εννοείται με τον όρο άμεση αμφισβήτηση (direct impeachment), ο Gibson L.J. ανέφερε στη σελ. 712D: «His reference to direct impeachment was, as I understood his judgment, to distinguish an attack upon the clause otherwise than by the logical proposition that the clause falls with the containing contract.» Με τα ανωτέρω συμφώνησαν και τα άλλα δύο μέλη του αγγλικού Court of Appeal. O Leggatt L.J., στη σελ. 715F, G είπε σχετικώς: «I also agree that it would be consistent with his general approach to say that the initial illegality of the contract is capable of being referred to arbitration, provided that it does not impeach the arbitration clause itself; that supervening illegality can be so referred; and that an arbitrator appointed under a contemporaneous document separate from the contract can determine an issue as to initial illegality.» Και ο Hoffmann L.J. στη σελ. 724Α - C παρατήρησε ότι: «In every case it seems to me that the logical question is not whether the issue goes to the validity of the contract but whether it goes to the validity of the arbitration clause. The one may entail the other but, as we have seen, it may not. When one comes to voidness for illegality, it is particularly necessary to have regard to the purpose and policy of the rule which invalidates the contract and to ask, as the House of Lords did in Heyman v. Darwins Ltd., whether the rule strikes down the arbitration clause as well. There may be cases in which the policy of the rule is such that it would be liable to be defeated by allowing the issue to be determined by a tribunal chosen by the parties. » Η ως άνω απόφαση έτυχε σχολιασμού στην υπόθεση Westacre Investments Inc v. Jugoimport-SPDR Holding Co. Ltd and others [1999] QB 740 στις σελ. 756 - 758 όπου ο Δικαστής Colman κατέληξε ως ακολούθως: «It is thus necessary to determine in each case whether the nature of the illegality is such as to invalidate the agreement to arbitrate as well as the underlying contract.» Παρενθετικά σημειώνω ότι η αρχή της Harbour Assurance επί του θέματος του διαχωρισμού της συμφωνίας για παραπομπή σε διαιτησία, στην Αγγλία έχει λάβει νομοθετική ισχύ και έχει περιληφθεί στο νέο Arbitration Act του 1996, ως άρθρο 7 (βλ. παράγραφο 21 της απόφασης της αγγλικής Βουλής των Λόρδων (House of Lords) στην υπόθεση Lesotho Highlands Development Authority v. Impregilo SpA and others [2005] UKHL 43). Στην προκειμένη περίπτωση, ο λόγος για τον οποίο η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η σύμβαση ημερομηνίας 29.9.2010 (Τεκμήριο 9 στην αίτηση) και η μετέπειτα Εξουσιοδότηση Εντολέα ημερομηνίας 22.9.2011 (Τεκμήριο 10 στην αίτηση) είναι παράνομες είναι ότι η καθ' ης η αίτηση δεν ήταν εγγεγραμμένη στο μητρώο μελών του Ε.Τ.Ε.Κ., και, συνεπώς, είναι η θέση της, ότι η σύμβαση είναι παράνομη και άκυρη επειδή παραβιάζει τα άρθρα 25
(4)και
(5)του Νόμου 224/90. Το εδάφιο
(4)του άρθρου 25 του Νόμου 224/90 καθιστά ποινικό αδίκημα την άσκηση επαγγέλματος σε κλάδο μηχανικής επιστήμης από πρόσωπα που δεν είναι εγγεγραμμένα με βάση το Νόμο και το εδάφιο
(5)του ίδιου άρθρου προνοεί ότι κανένας δεν δικαιούται να εισπράξει αμοιβή για υπηρεσίες που προσέφερε υπό την ιδιότητα του ως επιστήμονας μηχανικός, εκτός αν είναι εγγεγραμμένος δυνάμει του Νόμου. Είναι, πιστεύω, φανερό ότι ο σκοπός των εν λόγω άρθρων είναι να εμποδίζονται μη εγγεγραμμένα πρόσωπα από του να ασκούν επάγγελμα σε κλάδο της μηχανικής. Οι ισχυρισμοί της αιτήτριας δεν θέτουν υπό αμφισβήτηση (impeach) στην προκειμένη περίπτωση τη νομιμότητα και εγκυρότητα του όρου περί παραπομπής των διαφορών σε διαιτησία, ο οποίος, κατά την κρίση μου, μπορεί να διαχωριστεί από το υπόλοιπο συμβόλαιο, ακόμα και αν αυτό είναι παράνομο, κατά παρόμοιο τρόπο που διαχωρίστηκε στην υπόθεση Harbour Assurance, ανωτέρω, όπου οι ισχυρισμοί που εγείροντο για παρανομία του συμβολαίου ήταν παρόμοιοι (βλ. απόφαση Hoffmann L.J., σελ. 721C και D). Πέραν, όμως, των ανωτέρω, στην προκειμένη περίπτωση, εκτός από τον όρο (Δ) του Εντύπου Εξουσιοδότησης Εντολέα ημερ. 22.9.2011 (Τεκμήριο 10 στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας), όταν προέκυψαν διαφορές και η καθ' ης η αίτηση ζήτησε το διορισμό Διαιτητή, τα μέρη, στις 7.7.2014 υπέγραψαν ξεχωριστό έγγραφο, το έγγραφο με τίτλο «Συνυποσχετικό Έγγραφο Διαιτησίας (Ενός Διαιτητή)» (Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση της κας Λόρδου), το οποίο υπερέχει, ως αναφέρεται σε αυτό, των οποιωνδήποτε προνοιών της σύμβασης ανάθεσης, καθώς και το έγγραφο «Όροι Διαιτητή» (Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση της κας Λόρδου), στο οποίο τα μέρη δηλώνουν ότι συμφώνησαν να δώσουν όλες τις διαφορές τους που προκύπτουν από τη μεταξύ τους συμφωνία στη Διαιτητή. Σε σχέση με τη συμφωνία αυτή της 7.7.2014 δεν εγείρεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός για ακυρότητα και/ή παρανομία. Στη βάση των ανωτέρω, κρίνω ότι η αποδοχή της αιτήτριας ότι η Διαιτητής είχε δικαιοδοσία να αποφασίσει το θέμα της αρχικής παρανομίας της σύμβασης ημερομηνίας 29.9.2010, δεν την εμποδίζει από του να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση ζητώντας τον παραμερισμό και/ή ακύρωση της διαιτητικής απόφασης για λόγους, βεβαίως, που δεν αφορούν τη δικαιοδοσία της Διαιτητού να αποφασίσει. Εξάλλου, στην πολύ πρόσφατη απόφαση στην Πολ. Εφ. 354/11, Αναφορικά με τη Διαιτησία μεταξύ του Μιχάλη Φάνη και του Ταμείου Ασφαλιστών Μηχανοκινήτων Οχημάτων, ημερομηνίας 17.5.2016, το Δικαστήριο αποφάσισε τα εξής: «Σ΄ ό,τι δε αφορά την υπογραφή από τον εφεσίβλητο δήλωσης δυνάμει του άρθρου Β13 της Βασικής Συμφωνίας, είναι αρκετό να παρατηρήσουμε ότι ανεξαρτήτως του περιεχομένου της δήλωσης σε κάθε διαιτησία εφαρμόζεται το άρθρο 20 του Νόμου που εκθέτει και τους λόγους για ακύρωση διαιτητικής απόφασης. Διαφορετική προσέγγιση - έχουμε τη γνώμη - θα οδηγούσε σε παράλογα και αντινομικά αποτελέσματα εφόσον, εκ προοιμίου, θα αποστερείτο ο αποτυχών σε διαιτητική διαδικασία να αναζητήσει θεραπεία ακόμη και στις περιπτώσεις που η διαιτητική απόφαση αποδεδειγμένα ήταν προϊόν ηθικής και αντιδεοντολογικής ανάρμοστης συμπεριφοράς.» Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 20 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, το οποίο προβλέπει τα εξής: «20.-
(1)Όταv o διαιτητής ή o επιδιαιτητής επιδεικvύει κακή συμπεριφoρά ή χειρίζεται κακώς τηv υπόθεση, τo Δικαστήριo δύvαται vα τov απoμακρύvει.
(2)Όταv o διαιτητής ή o επιδιαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφoρά ή χειρίστηκε κακώς τηv υπόθεση ή όταv η διαιτησία διεξάχθηκε παράτυπα ή η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα, τo Δικαστήριo δύvαται vα ακυρώσει τη διαιτητική απόφαση.» Το πιο πάνω άρθρο αντιστοιχεί στο άρθρο 23 του αγγλικού Arbitration Act του 1950. Γενικά θα μπορούσε να λεχθεί ότι αποτελεί πάγια αρχή του δικαίου της διαιτησίας ότι εφόσον ο διαιτητής ενεργεί μέσα στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, και χωρίς να επιδεικνύει απρεπή συμπεριφορά, η διαιτητική απόφαση δεν μπορεί να παραμεριστεί από το Δικαστήριο εκτός αν υπάρχει νομικό σφάλμα εμφανές στην όψη της απόφασης, ή εκεί όπου ο διαιτητής παραδέχεται ότι η απόφαση του περιέχει σφάλμα (επί του νόμου ή των γεγονότων), αφήνοντας το Δικαστήριο να αναθεωρήσει την απόφαση του. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται σε σχέση με το εύρος της εξουσίας του Δικαστηρίου για παραμερισμό διαιτητικής απόφασης με βάση το άρθρο 23
(2)του αγγλικού Arbitration Act του 1950, στο σύγγραμμα Russell on the Law of Arbitration, 19η έκδοση, 1979, στη σελ. 428: «Scope of power to set aside The term "misconduct" here would appear to be used in its widest sense, perhaps even including mistake (in law of fact) admitted by the arbitrator. The court has further an inherent power to set aside an award which is bad on its face: either as involving an apparent error in fact or law .. The inherent power to set aside also extends to an award which exceeds the arbitrator's jurisdiction, and possibly to cases where fresh evidence has become available.» Στο ίδιο σύγγραμμα αναφέρονται οι λόγοι που μπορεί να οδηγήσουν σε παραμερισμό διαιτητικής απόφασης. Δύο εξ' αυτών είναι (
  1. i)όταν η διαιτητική απόφαση είναι λανθασμένη στην όψη της (award bad on its face) (σελ. 437 - 452) και (
  2. ii)όταν ο διαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά (misconduct) (σελ. 457 - 477). Η αιτήτρια, ως λόγους για την ακύρωση της διαιτητικής απόφασης, προβάλλει λόγους που σχετίζονται τόσο με το κατ' ισχυρισμό εσφαλμένο της διαιτητικής απόφασης, όσο και με κατ' ισχυρισμό επίδειξη ανάρμοστης συμπεριφοράς από τη Διαιτητή, για το λόγο ότι η σύμβαση είναι παράνομη στη βάση των όσων αποφασίστηκαν στην υπόθεση David Taylor & Son L.D. v. Barnett Trading Co [1953] 1 W.L.R. 562. Το θέμα του τί συνιστά ανάρμοστη συμπεριφορά (misconduct) του διαιτητή απασχόλησε πολλές φορές τα Κυπριακά Δικαστήρια. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Panicos Harakis Ltd v. The Official Receiver, as administrator of the estate of the bankrupt Takis Vryonides
(1978)1 CLR 15, 20 - 23, Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd κ.α.
(1999)1(B) AAΔ.717, 722-723, A.N. Stasis Estates Co Ltd v. G.M.P. Katsambas Ltd
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 2006, 2010 - 2011, ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ. Λτδ ν. Lakis Georgiou Constructions Ltd
(2010)1(A) AAΔ.223, 229 - 230, Σολωμού ν. Laiki Cyprialife Ltd
(2010)1(A) ΑΑΔ 687, 696 - 700, P.N.P. Constructions Limited v. Μακάριου Χαραλαμπίδη κ.α.
(2012)1(Β) ΑΑΔ 1395, 1400 - 1401, Πολ. Εφ. 304/10, Κλεοβούλου ν. Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Επαγγελματικού Κλάδου και Επιχειρηματιών Κύπρου (ΣΤΕΚΕΚ) Λτδ, ημερ. 10.7.2015, Αναφορικά με τη Διαιτησία μεταξύ του Μιχάλη Φάνη και του Ταμείου Ασφαλιστών Μηχανοκινήτων Οχημάτων, ανωτέρω. Στο σύγγραμμα Russell, πιο πάνω, στη σελ. 460, ως προς το τί συνιστά «misconduct», διαβάζουμε τα εξής: «"Misconduct" is often used in a technical sense as denoting irregularity, and not any moral turpitude.[2] But the term also covers cases where there is a breach of natural justice. Much confusion is caused by the fact that the expression is used to describe both these quite separate grounds for setting aside an award; and it is not wholly clear in some of the decided cases on which of these two grounds a particular award has been set aside.[3]» Στην απόφαση της πλειοψηφίας στην υπόθεση Σολωμού, ανωτέρω, αποφασίστηκαν τα ακόλουθα: «Ενδιαφέρει εδώ το εδάφιο
(2), εφόσον είχε επιδιωχθεί πρωτοδίκως η ακύρωση ή παραμερισμός της διαιτητικής απόφασης. Στο πρωτότυπο Αγγλικό κείμενο, ο όρος που χρησιμοποιείται στο άρθρο 23
(1)του Arbitration Act 1950 απ' όπου λήφθηκε το Κεφ. 4, είναι «misconduct», και έχει πλειστάκις ερμηνευτεί να περιλαμβάνει διάφορες κατηγορίες που δυνατόν να αφορούν στη συμπεριφορά του ιδίου του διαιτητή ή τον τρόπο διεξαγωγής της διαιτησίας («.... has misconducted himself or the proceedings ....». Στον Russell on Arbitration 16η έκδ. σελ. 307, θεωρείται λανθασμένη συμπεριφορά η εκ μέρους του διαιτητή ακρόαση μαρτύρων ή εξέταση εγγράφων στην απουσία των διαδίκων, η απόδοση στον εαυτόν του ενός συνολικού ποσού για τα έξοδα του, ώστε να αποκλείει τους διαδίκους από του να ενστούν στις χρεώσεις του, (δέστε την απόφαση K/S Norjarl A/S v. Hyundai Heavy Industries Co. Ltd [1991] 3 W.L.R. 1025, για κατεύθυνση ως προς τον τρόπο χρέωσης αμοιβής από ένα διαιτητή), η εκ μέρους του παράλειψη να εξασκήσει όλες τις εξουσίες του ή η λανθασμένη άσκηση διακριτικής ευχέρειας. Στη δε σελ. 309, αναφέρεται σε σχέση με τη διεξαγωγή της διαιτησίας, ότι οι κύριοι άξονες επί των οποίων μπορεί να υποβληθεί επιτυχώς αίτηση για παραμερισμό, είναι η εκ μέρους του διαιτητή διεξαγωγή της διαιτησίας ex parte χωρίς ουσιώδη λόγο, ο αποκλεισμός ατόμων που έχουν δικαίωμα να είναι παρόντα, η λανθασμένη απόρριψη ή αποδοχή μαρτυρίας και η λανθασμένη μετακύλιση καθηκόντων. Η κλασσική αντιμετώπιση της έννοιας του «misconduct», έχει βέβαια αναφορά στη δωροδοκία του διαιτητή ή στην ύπαρξη εκ μέρους του μυστικού συμφέροντος στην ενώπιον του διαφορά. Επεκτείνεται όμως και σε θέματα πέραν αυτών, ώστε ακόμη και στην απουσία ηθικά ή δεοντολογικά ανάρμοστης συμπεριφοράς, να ελέγχονται και οι περιπτώσεις λανθασμένης λήψης ή αποκλεισμού μαρτυρίας ή η αποδοχή εξωγενούς μαρτυρίας για την ερμηνεία συμβολαίου, (Paniccos Harakis Ltd v. The Official Receiver as administrator of the estate of the bankrupt Takis Vryonides
(1978)1 C.L.R. 15, σελ. 23, τις εκεί αναφερόμενες υποθέσεις, καθώς και την πρόσφατη απόφαση στη ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ. ΛΤΔ v. Lakis Georghiou Constructions Ltd
(2010)1 A.A.Δ. 223, ή, η έκδοση απόφασης επί παρανόμου συμφωνίας (David Taylor & Son v. Barnett [1953] 1 W.L.R. 562). Όπως έχει αποφασιστεί και στην A.N. Stasis Estates Co. Ltd v. G.M.P. Katsambas Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2006), (που αφορούσε περίπτωση παραπομπής τεχνικών θεμάτων σε διαιτησία, εν μέσω δικαστικής αγωγής), «Η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του διαιτητή συνιστά λόγο ακύρωσης του τελικού του πορίσματος» ενώ «.... παράβαση βασικού δικονομικού κανόνα .... κλονίζει το θεμέλιο της όλης διαδικασίας» (εκεί ο διαιτητής είχε λανθασμένα υιοθετήσει, έξω από τους όρους εντολής του, τη μαρτυρία που είχε προηγηθεί στο Δικαστήριο). Πουθενά, όμως, η μέχρι τούδε νομική θεώρηση των προνοιών του άρθρου 20
(2), δεν έχει συμπεριλάβει, (στην απουσία βεβαίως παραβιάσεων των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης), και, την ενδεχομένως λανθασμένη νομική ερμηνεία ενός εγγράφου. Η παραδοσιακή αντίληψη περί του σκοπού της παραπομπής μιας διαφοράς σε διαιτησία, είναι ακριβώς η ταχεία και τελεσίδικη επίλυσή της. Όπως εξηγείται στο Russell - πιο πάνω - σελ. 289, υπήρχε στο κοινοδίκαιο σύμφυτη εξουσία παραμερισμού απόφασης, η δε νομοθετική χρήση της λέξης «misconduct» γενικά, που ήταν νέα στο Arbitration Act 1889 και η μετέπειτα χρήση του «misconduct of the proceedings» στο μεταγενέστερο Arbitration Act 1934, που διατηρήθηκε και στο Arbitration Act 1950, είχε στην ουσία χαρακτήρα δηλωτικό της προηγούμενης νομολογίας. Όπως δε εξηγείται και στη μεταγενέστερη 23η έκδοση του Russel on Arbitration
(2007), σελ. 375 παρ. 7-056, τα Δικαστήρια ήταν πάντοτε απρόθυμα να επεμβαίνουν στις διαιτητικές διαδικασίες, εκτός όπου η νομοθεσία παρείχε ειδικά τέτοια δυνατότητα, οι δε αποφάσεις των διαιτητών γενικώς δεν ήταν δεκτικές αναθεώρησης από το Δικαστήριο, εκτός στο βαθμό που ο διαιτητής υπερέβη τη δικαιοδοσία του ή ενήργησε κατά τρόπο πασιφανή εναντίον των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης.» Περαιτέρω, στην υπόθεση P.N.P. Constructions, ανωτέρω, σε σχέση με την ερμηνεία του όρου «ανάρμοστη συμπεριφορά», το Ανώτατο Δικαστήριο αφού ανέφερε και υιοθέτησε τα αποφασισθέντα στην υπόθεση Σολωμού, ανωτέρω, πρόσθεσε τα εξής: «Εν όψει των πιο πάνω καταλήγουμε ότι το επιχείρημα των εφεσειόντων ότι η ερμηνεία του συγκεκριμένου εγγράφου, με τίτλο «Δήλωση» που δίδει ο διαιτητής εμπίπτει στις περιπτώσεις όπου παρατηρείται απρεπής συμπεριφορά, θα πρέπει να απορριφθεί, αφού δεν φαίνεται να στηρίζεται από τη νομολογία. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι τόσο στη νομολογία μας, αλλά και σε άλλες συγγενείς δικαιοδοσίες, οι περιστάσεις που θα θεωρούνταν απρεπής συμπεριφορά, τείνουν να περιοριστούν αντί να επεκταθούν. Στην υπόθεση Αναφορικά με τη Διαιτησία μεταξύ της Τσιμεντοποιΐας Βασιλικού Λτδ ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(2001)1 Α.Α.Δ. 23, επισημαίνεται η ανάγκη για φειδώ με την οποία τα δικαστήρια πρέπει να προσεγγίζουν παρόμοια θέματα. Στην πιο πάνω απόφαση τονίστηκε ότι ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της διαιτησίας είναι ο περιορισμός των ένδικων μέσων κατά της διαιτητικής απόφασης και έτσι το Κεφ. 4 επιτρέπει την ακύρωση μιας τέτοιας απόφασης μόνο για τους περιορισμένους λόγους που εκθέτει το Άρθρο 20
(2). Η νομική εμβέλεια της έννοιας της απρεπούς συμπεριφοράς δεν περιλαμβάνει και τη νομική ερμηνεία εγγράφου και αυτό σφραγίζει, όπως και στην υπόθεση Σολωμού ν. Laiki Cyprialife Ltd, ανωτέρω, και την τύχη της έφεσης.» Είναι η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της αιτήτριας ότι η ύπαρξη παρανομίας σύμβασης μπορεί να θεωρηθεί ως ανάρμοστη συμπεριφορά από μέρους του διαιτητή. Δεδομένου ότι στο παρόν στάδιο δεν υπάρχει απόφαση επί της ουσίας της διαφοράς, το ερώτημα που προκύπτει είναι αν η τυχόν εσφαλμένη απόφαση της Διαιτητού επί του θέματος της παρανομίας της σύμβασης, συνιστά απρεπή συμπεριφορά από μέρους της. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών προέβαλαν εκ διαμέτρου αντίθετους ισχυρισμούς, παραπέμποντας, αμφότεροι, σε κυπριακή και αγγλική νομολογία και συγγράμματα. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας υποστηρίζει ότι η παρανομία της συμφωνίας αποτελεί λόγο για τον οποίο η διαιτητική απόφαση μπορεί να παραμεριστεί. Στον αντίποδα, ο ευπαίδευτος συνήγορος της καθ' ης η αίτηση υποστηρίζει ότι το νομικό σφάλμα (error in law) ή η λανθασμένη ερμηνεία εγγράφου, δεν αποτελεί, κατά τη νομολογία, ανάρμοστη συμπεριφορά, ούτε, κατ' επέκταση, λόγο παραμερισμού της διαιτητικής απόφασης. Υποστηρίζει επίσης ότι αφ' ης στιγμής η Διαιτητής είχε δικαιοδοσία να αποφασίσει το ζήτημα και το θέμα της παρανομίας τέθηκε ενώπιον της Διαιτητού και η Διαιτητής αποφάσισε αυτό, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να παραμερίσει την απόφαση της Διαιτητού ενεργώντας ως εφετείο. Πρέπει κατ' αρχάς να σημειωθεί ότι η κατάληξη σε λανθασμένη απόφαση, δεν μπορεί να θεωρηθεί, ως θέμα γενικής αρχής, ως απρεπής συμπεριφορά. Στο σύγγραμμα Russell, ανωτέρω, στις σελ. 475 και 476 και κάτω από το γενικό τίτλο «What is not misconduct», διαβάζουμε τα εξής: «Coming to an erroneous decision It is not misconduct on the part of the arbitrator to come to an erroneous decision, whether this error is one of fact or law, and whether or not his findings of fact are supported by evidence. It may, however, be misconduct if there are gross errors in failing to hear, or improperly receiving evidence. 1. "It is no ground for coming to a conclusion on an award that the facts are wrongly found. The facts have got to be treated as found. . . . Nor is it a ground for setting aside an award that the conclusion is wrong in fact. Nor is it even a ground for setting aside an award that there is no evidence on which the facts could be found, because that would be mere error in law, and it is not misconduct to come to a wrong conclusion in law and would be no ground for ruling aside the award unless the error in law appeared on the face of it . . .": per Atkin L.J. in Gillespie Bros. & Co. v. Thompson Bros. & Co.
(1922)13 Ll.L.Rep. 519 at p.
  1. ............... Mistake of law It is not misconduct for the arbitrator to make a mistake of law.» Ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας, προς υποστήριξη της θέσης του ότι η Διαιτητής επέδειξε απρεπή συμπεριφορά εκδίδοντας την επίδικη απόφαση παρέπεμψε στην απόφαση David Taylor & Son L.D. v. Barnett Trading Co [1953] 1 W.L.R. 562 στην οποία γίνεται αναφορά στην υπόθεση Σολωμού, ανωτέρω. Στην υπόθεση David Taylor τα γεγονότα είχαν ως εξής. Συνήφθη σύμβαση η οποία ήταν παράνομη, καθότι συμφωνήθηκε η πώληση αγαθών σε τιμή πέραν της μέγιστης επιτρεπόμενης από το νόμο. Κατά τη διαιτητική διαδικασία, τέθηκε ενώπιον του επιδιαιτητή (umpire), ως πρώτο θέμα, ο ισχυρισμός ότι η σύμβαση ήταν παράνομη (σελ. 567) και η άλλη πλευρά δεν το αμφισβήτησε (σελ. 568). Ο επιδιαιτητής, χωρίς να κάνει οποιαδήποτε αναφορά στο θέμα της παρανομίας που τέθηκε ενώπιον του, προχώρησε και εξέδωσε απόφαση επιδικάζοντας αποζημιώσεις υπέρ του αιτητή. Έγινε αίτηση παραμερισμού της διαιτητικής απόφασης, μεταξύ άλλων, για το λόγο ότι ο επιδιαιτητής επέδειξε απρεπή συμπεριφορά, με το να μη λάβει υπόψη του την παρανομία της σύμβασης.[4] Το αγγλικό Εφετείο (Court of Appeal) αποφάσισε ότι η διαιτητική απόφαση έπρεπε να παραμεριστεί επειδή ήταν καθήκον του επιδιαιτητή να αποφασίσει τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν ενώπιον του, και αποτυγχάνοντας να λάβει υπόψη του την παρανομία της σύμβασης, επέδειξε απρεπή συμπεριφορά (misconduct in law). O Singleton L.J. είπε, μεταξύ άλλων, τα εξής: «The fact remains that the illegality of the contract was brought to the notice of the umpire. It was not challenged by the other side. All these gentlemen were engaged in the trade; they all knew that there were maximum prices, and I should think that they probably all knew what the maximum prices were. When the point was taken that this was an illegal contract it was the duty of the umpire to pay attention to that fact. The duty of an arbitrator is to decide the questions submitted to him according to the legal rights of the parties, and not according to what he may consider fair and reasonable under the circumstances. It looks to me as though the umpire thought it fair and reasonable that the sellers should pay the loss incurred by their breach of contract; equally it looks to me as though the arbitrator cannot have had any regard for the fact that the contract was an illegal contract. I do not see that there can be any dispute as to that.» (σελ. 568) Πρέπει να λεχθεί ότι στην απόφαση Prodexport State Company for Foreign Trade v. E.D. & F. Man Ltd [1972] 1 Q.B. 389, αναφέρεται από το Δικαστή Mocatta ότι ο λόγος που το Court of Appeal κατέληξε στον παραμερισμό της διαιτητικής απόφασης στην υπόθεση David Taylor, ανωτέρω, ήταν ότι ο διαιτητής δεν είχε δικαιοδοσία να εκδώσει απόφαση επί της παράνομης συμφωνίας και όχι επειδή επέδειξε απρεπή συμπεριφορά. Αυτό προκύπτει ξεκάθαρα από τις σελίδες 395H έως 398C της απόφασης, και αναφέρεται επίσης στη σελ. 475 του συγγράμματος Russell, ανωτέρω[5] στο οποίο ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας παρέπεμψε στη σελ. 5 της αγόρευσης του. Αν η θέση αυτή ήταν ορθή, τότε υπόθεση David Taylor δεν θα βοηθούσε την αιτήτρια, η οποία, στην παρούσα υπόθεση, ουδόλως αμφισβητεί τη δικαιοδοσία της Διαιτητού να αποφασίσει το θέμα της παρανομίας της σύμβασης∙ αντίθετα, ρητώς την αποδέχεται. Η άποψη, όμως, ότι η υπόθεση David Taylor ήταν απόφαση που αφορούσε στη δικαιοδοσία του διαιτητή, δεν είναι ορθή, όπως προκύπτει από τα αποφασισθέντα στην υπόθεση Harbour Assurance. Όπως ειπώθηκε σχετικά στην υπόθεση Soleimany v. Soleimany [1999] Q.B. 785 στη σελ. 799: «There was for some time a dispute as to whether that decision[6] was based on the theory that an arbitrator had no jurisdiction to make an award on an illegal contract, or that it was misconduct for an arbitrator to do so. That dispute has been concluded, so far as this court is concerned, in Harbour Assurance Co. (U.K.) Ltd. v. Kansa General International Insurance Co. Ltd. [1993] Q.B.
  2. .. All three members of the Court of Appeal held that the David Taylor decision [1953] 1 W.L.R. 562 was not based on jurisdiction but on misconduct by the arbitrator. It was also held that the arbitration clause in the Harbour Assurance contracts was wide enough to enable an arbitrator to decide on the illegality there alleged.» Σε κάθε περίπτωση, στην υπόθεση David Taylor στην οποία ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας παρέπεμψε, διαπιστώθηκε απρεπής συμπεριφορά από μέρους του επιδιαιτητή υπό περιστάσεις όπου η προσοχή του είχε στραφεί στο θέμα της παρανομίας, η οποία παρανομία δεν αμφισβητήθηκε από το άλλο μέρος, και, συνεπώς, ο επιδιαιτητής είχε να κάνει με μία ολοφάνερα και αδιαμφισβήτητα παράνομη σύμβαση και παρά τούτο, χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε σχετικό στη σύντομη απόφαση του ([1953] 1 W.L.R. 562, 563) και αγνοώντας τη μη αμφισβητούμενη παρανομία της σύμβασης, εξέδωσε απόφαση επιδικάζοντας αποζημιώσεις. Στο δε σύγγραμμα Russell, ανωτέρω, στη σελ. 475, ο συγγραφέας, αναφερόμενος στην υπόθεση David Taylor αναφέρει ότι μπορεί να θεωρηθεί ως ανάρμοστη συμπεριφορά και να οδηγήσει σε παραμερισμό της διαιτητικής απόφασης η περίπτωση όπου ο διαιτητής γνωρίζει ή αντιλαμβάνεται ότι η συμφωνία είναι παράνομη και παρά τούτο προχωρά στην έκδοση διαιτητικής απόφασης σε διαφορά που πηγάζει από την εν λόγω συμφωνία, προσθέτοντας τα εξής: «but Denning L.J. said it might be that the umpire, not being a lawyer, did not realise that the contract was illegal and in that sense there was no misconduct or improper procurement.» Κατ' αντίθεση με την υπόθεση David Taylor, στην παρούσα υπόθεση, η παρανομία της σύμβασης αμφισβητήθηκε έντονα από την άλλη πλευρά, και ακούστηκαν σχετικώς από αμφότερους τους διάδικους εκτενή νομικά επιχειρήματα (Τεκμήρια 6, 7 και 8 της ένορκης δήλωσης της αιτήτριας). Δεν υπάρχει οποιαδήποτε ένδειξη ότι η Διαιτητής γνώριζε ή αντιλήφθηκε ότι η σύμβαση είναι παράνομη, αλλά να αποφάσισε διαφορετικά. Όπως προαναφέρθηκε, δεν εγείρεται ισχυρισμός ότι η Διαιτητής δεν είχε δικαιοδοσία να αποφασίσει το νομικό σημείο που τέθηκε ενώπιον της, ούτε ότι δεν είχε την ικανότητα να το αποφασίσει ή ότι το αποφάσισε κακόπιστα ή καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο που να συνιστούσε ηθικά απρεπή συμπεριφορά. Η Διαιτητής εφήρμοσε το νόμο στα περιστατικά που είχε ενώπιον της και αποφάσισε ότι η σύμβαση δεν είναι παράνομη για τους λόγους που ειδικά εξέθεσε στην απόφαση της. Αναφέρθηκε στη συμφωνία της 29.9.2010 και τη μεταγενέστερη υπογραφή της Εξουσιοδότησης Εντολέα στις 22.9.2011, καθώς και στη γραπτή βεβαίωση του Ε.Τ.Ε.Κ. δυνάμει του άρθρου 8Α του περί Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96, ότι η κα Ζωή Λόρδου είναι εγγεγραμμένο μέλος του Ε.Τ.Ε.Κ. Ανέφερε ότι στη βάση των σχεδίων που ετοιμάστηκαν, εκδόθηκαν τόσο η Πολεοδομική Άδεια, όσο και η Άδεια Οικοδομής. Διαχώρισε την παρούσα υπόθεση από την υπόθεση Πισιάρας κ.α. ν. Μιχαηλίδη κ.α.
(2000)1(Β) ΑΑΔ 817, συμφώνως των όσων αποφασίστηκαν στην αγωγή αρ. 3721/2006, Μάκη Μιχαηλίδη και Συνεργάτες κ.α. ν. Αβρααμίδου, ημερ. 8.8.2013, αφού στην προκειμένη περίπτωση η κα Ζωή Λόρδου ήταν εγγεγραμμένη αρχιτέκτονας, η οποία λειτουργούσε και εργαζόταν κάτω από την καθ' ης η αίτηση εταιρεία, τα δε σχέδια υπογράφονταν από την εταιρεία και την ίδια, γεγονός που αποδέχτηκε τόσο το Ε.Τ.Ε.Κ. όσο και η Πολεοδομία, άρα, αποφάσισε, δεν υπάρχει παρανομία. Περαιτέρω, ως ανέφερε, με βάση την υπόθεση Αγαθοκλέους κ.α. ν. Λάππα
(1998)1(Δ) ΑΑΔ 2202, τα περισσότερα νομοθετήματα σκοπεύουν στην προστασία του κοινού και γενικά στην απαγόρευση εξάσκησης ενός επαγγέλματος από πρόσωπα που δεν είναι προσοντούχα, κάτι που δεν ισχύει στην παρούσα υπόθεση. Στην προκειμένη περίπτωση τα σχέδια και οι αιτήσεις για απόκτηση Πολεοδομικής Άδειας υπογράφονται από προσοντούχο αρχιτέκτονα, την κα Ζωή Λόρδου, η οποία σαν επαγγελματίας φέρει και την ευθύνη της σωστής εκπόνησης των σχεδίων αυτών με τη έγκριση και βεβαίωση του Ε.Τ.Ε.Κ. Κατέληξε, συνεπώς, η Διαιτητής ότι τόσο η συμφωνία ημερομηνίας 29.9.2010, όσο και η Εξουσιοδότηση Εντολέα ημερομηνίας 22.9.2011, είναι νόμιμες. Κρίνω ότι, υπό το φως των ανωτέρω, ακόμη και αν η απόφαση της Διαιτητού είναι λανθασμένη, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η διαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά. Η παρανομία στην παρούσα υπόθεση ήταν εντόνως αμφισβητούμενη, και τα δύο μέρη αγόρευσαν σχετικώς, επιχειρηματολογώντας με παραπομπή σε νομολογία. Η Διαιτητής, αφού έλαβε υπόψη ό,τι ετέθη ενώπιον της, και για τους λόγους που κατέγραψε στην απόφαση της, αποφάσισε ότι η σύμβαση δεν είναι παράνομη. Δεν έχω παραπεμφθεί από το συνήγορο της αιτήτριας σε οποιαδήποτε απόφαση στην οποία ο διαιτητής να είχε δικαιοδοσία ν' αποφασίσει το θέμα της παρανομίας, το θέμα να τέθηκε ως συγκεκριμένο νομικό ερώτημα ενώπιον του (κάτι που ως θα διαφανεί στη συνέχεια της παρούσας απόφασης έχει ιδιαίτερη σημασία) και ο διαιτητής να αποφάσισε ειδικώς επ' αυτού καταλήγοντας ότι δεν υπήρχε παρανομία στη σύμβαση, και το Δικαστήριο να αποφάσισε ότι η αποτυχία του διαιτητή στο να καταλήξει στην ορθή απόφαση θεωρείται απρεπής συμπεριφορά (misconduct). Για σκοπούς πληρότητας, πρέπει να σημειώσω ότι οι δύο πλευρές παρέπεμψαν σε αριθμό πρόσφατων αγγλικών αποφάσεων, στις οποίες το θέμα της παρανομίας της σύμβασης εξετάστηκε στα πλαίσια διαδικασιών για εκτέλεση (enforcement) διαιτητικών αποφάσεων, και όχι μέσα στα πλαίσια του άρθρου 23 του Arbitration Act του 1950 που αντιστοιχεί στο δικό μας άρθρο 20 του Κεφ. 4. Συγκεκριμένα παρέπεμψαν στην υπόθεση Westacre, ανωτέρω, Soleimany, ανωτέρω, και R. v. V. [2008] EWCH 1531, στις οποίες εγέρθηκε ισχυρισμός ότι η εγγραφή της διαιτητικής απόφασης αντίκειτο στη δημόσια πολιτική (public policy), λόγω της παρανομίας της σύμβασης επί της οποίας βασιζόταν η διαιτητική απόφαση. Η υπόθεση Westacre αφορούσε σε αίτηση για εκτέλεση διαιτητικής απόφασης με βάση τη Σύμβαση της Νέας Υόρκης του 1958[7] και θεσμοθέτησε τις αρχές που εφαρμόζονται όταν επιδιώκεται η εκτέλεση διαιτητικής απόφασης και εγείρεται ισχυρισμός για παρανομία της σύμβασης (Russell on Arbitration, 23η έκδοση, 2007, παρ. 8-032), είτε η διαιτητική απόφαση είναι το αποτέλεσμα εθνικής διαιτησίας είτε διεθνούς διαιτησίας (βλ. σύγγραμμα Russell, ανωτέρω, παρ. 8-033). Η υπόθεση Soleimany αφορούσε σε αίτηση για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης με βάση το άρθρο 26 του Arbitration Act του 1950 (το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 21 του Κεφ. 4). Η υπόθεση R. v. V. αφορούσε σε αίτηση για αναγνώριση και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης στην οποία προβλήθηκε ένσταση με βάση το άρθρο 81
(1)(
  1. c)του Arbitration Act του 1996 με τον ισχυρισμό ότι η εγγραφή αντίκειτο στη δημόσια πολιτική. Εκ των τριών υποθέσεων το Δικαστήριο αρνήθηκε την εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης στην υπόθεση Soleimany, επειδή με αυτή επιχειρείτο η εκτέλεση παράνομης σύμβασης. Είναι όμως σημαντικό να λεχθεί ότι στην υπόθεση εκείνη ήταν υπόψη του διαιτητή ότι η συναλλαγή ήταν παράνομη. Συγκεκριμένα, στη σελ. 794 της απόφασης αναφέρονται τα εξής: «Is it apparent from the award itself what type of contract the arbitrator was dealing with? We pose the question in this way because it seems to us important to emphasise that we are dealing with a case where it is apparent from the face of the award that ... (
  2. ii)the arbitrator was dealing with what he termed an illicit enterprise under which it was the joint intention that carpets would be smuggled out of Iran illegally.» (βλ. σχετικώς και Russell, ανωτέρω, παρ. 8-033). Συνεπώς και αυτή η υπόθεση η οποία, ούτως ή άλλως, όπως προαναφέρθηκε, αφορούσε το στάδιο της εκτέλεσης (enforcement) διαιτητικής απόφασης και όχι αίτηση για παραμερισμό της λόγω ανάρμοστης συμπεριφοράς από μέρους του διαιτητή, δεν προσομοιάζει κατά την κρίση μου από την παρούσα, αφού εκεί ο διαιτητής ρητώς ανέφερε στην απόφαση του ότι βρισκόταν αντιμέτωπος με μια παράνομη συναλλαγή, κι όμως αποφάσισε ότι η παρανομία ήταν αδιάφορη για την απόφαση του καθότι εφάρμοζε αλλοδαπό δίκαιο. Σημειώνω επίσης ότι στην απόφαση Soleimany, το αγγλικό Court of Appeal επισήμανε ότι γεννάται πραγματική δυσκολία όταν ο διαιτητής έλεγξε το θέμα της παρανομίας και αποφάσισε ότι δεν υπήρχε παρανομία (σελ. 800). Προχώρησε δε obiter να δώσει ορισμένες κατευθυντήριες γραμμές ως προς το πώς πρέπει να προχωρήσει δικαστής από τον οποίο ζητείται η εκτέλεση διαιτητικής απόφασης υπό τέτοιες περιστάσεις, οι οποίες, όμως, δεν φαίνεται να τυγχάνουν καθολικής αποδοχής (βλ. απόφαση του αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση Westacre Investments Inc. v Jugoimport-SPDR Holding Co. Ltd. and Others [2000] 1 QB 288, σελ. 316, και απόφαση του αγγλικού High Court στην υπόθεση R. v. V., ανωτέρω, παρ. 28, 19). Έχοντας, λοιπόν, αποφασίσει ότι η τυχόν εσφαλμένη απόφαση της Διαιτητού επί του θέματος της παρανομίας της σύμβασης δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά απρεπή συμπεριφορά από μέρους της υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, το επόμενο ερώτημα είναι αν τυχόν εσφαλμένη απόφαση της Διαιτητού επί του θέματος της παρανομίας της σύμβασης, συνιστά λόγο που επιτρέπει τον παραμερισμό της. Όπως προκύπτει από την αίτηση, αλλά και την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της αιτήτριας, η θέση της αιτήτριας είναι ότι η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση του Ν. 224/1990 (άρθρο 25 εδάφια
(4)και
(5)) και του περί Συμβάσεων Νόμου, ότι η Διαιτητής ερμήνευσε λανθασμένα την κείμενη νομοθεσία και νομολογία, και ότι η Διαιτητής λανθασμένα και/ή παράνομα αποδέχτηκε ότι οι ενέργειες του Ε.Τ.Ε.Κ. και της Πολεοδομίας μπορούν να προσδώσουν νομιμότητα στις παράνομες ενέργειες της καθ' ης η αίτηση. Η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της καθ' ης η αίτηση είναι ότι στην προκειμένη περίπτωση υποβλήθηκε στη Διαιτητή συγκεκριμένο νομικό ερώτημα και σε τέτοιες περιπτώσεις, ακόμη και να διαπράξει νομικό σφάλμα ο Διαιτητής, αυτό δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Επισημαίνει περαιτέρω ότι η αιτήτρια ουδέποτε αναφέρθηκε σε παράνομες ενέργειες της καθ' ης η αίτηση, αλλά σε παρανομία της σύμβασης. Με βάση το σύγγραμμα Russell on the Law of Arbitration, 19η έκδοση, 1979, νομικό σφάλμα μπορεί να οδηγήσει σε παραμερισμό απόφασης, μόνο αν το σφάλμα είναι παραδεκτό από το διαιτητή (σελ. 428, 452, 455) ή είναι εμφανές στην όψη της διαιτητικής απόφασης (σελ. 437 - 452). Η πρώτη περίπτωση δεν ενδιαφέρει για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης, συνεπώς θα επικεντρωθώ στη δεύτερη. Στη σελ. 437 του ιδίου συγγράμματος, κάτω από τον τίτλο «award bad on its face» αναφέρεται ότι μια διαιτητική απόφαση είναι εσφαλμένη στην όψη της όταν δεν πληροί τις προϋποθέσεις μίας έγκυρης απόφασης. Και προστίθεται ότι: «By a somewhat anomalous extension of this rule, notwithstanding that an arbitrator's decision is in general final, if an error of law is allowed to appear on the face of the award, this is a ground for setting it aside, unless the error is immaterial to the decision.» Ως προς το τί εννοείται με τον όρο «νομικό σφάλμα στην όψη της απόφασης» στη σελ. 448 του ίδιου συγγράμματος διαβάζουμε τα εξής: «An error of law on the face of the award means . that you can find in the award or a document actually incorporated thereto, as, for instance, a note appended by the arbitrator stating the reasons for his judgment, some legal proposition which is the basis of the award and which you can then say is erroneous.[8]» Σε περίπτωση, λοιπόν, που νομικό σφάλμα παρουσιάζεται στην όψη της διαιτητικής απόφασης, το Δικαστήριο έχει ευχέρεια να επέμβει παραμερίζοντας την απόφαση. Η ευχέρεια, όμως, αυτή δεν υπάρχει σε όλες τις περιπτώσεις, όπως εξηγείται στις σελ. 440 και 441 του ιδίου συγγράμματος, αφού δεν ισχύει εκεί όπου τα μέρη παρέπεμψαν συγκεκριμένο νομικό ερώτημα σε διαιτησία, οπότε η απόφαση του διαιτητή επ' αυτού δεν επιδέχεται αμφισβήτησης ως προς την ορθότητα της: « Question of law specifically referred The rule that an error of law, if it appears on the face of the award, is a ground for remitting it or setting it aside, is an exception to the general rule that an award is final as to both fact and law,[9] and will not be applied where the parties have specifically referred a question of law to arbitration.[10] In such cases an award will stand, notwithstanding that it is erroneous unless "it appears by the award that the arbitrator has proceeded illegally, for instance, that he has decided on evidence which in law was not admissible, or on principles of construction which the law does not countenance, then there is error in law, which may be ground for setting aside the award; but the mere dissent of the court from the arbitrator's conclusion on construction is not enough for that purpose."[11] Intentional disregard of the law, however, would seem to be such misconduct on the part of an arbitrator as would justify setting his award aside.[12]
  1. .. the question whether the respondents were entitled to terminate the agreement because the applicants refused to attend daily at the site was a specific question submitted to the arbitrator and even if that question was a question of law (as the respondents contended), the well-established rule that the court could not interfere with the decision of an arbitrator where a specific question of law had been submitted to him applied and the parties were bound by his decision whether it was right or wrong: Hitchens v. British Coal Refining Process Ltd [1936] 2 All ER
  2. It is necessary here to distinguish cases in which a question of law is specifically referred, and cases in which a question of law merely arises (though necessarily so) in the course of a reference. The question is whether what is referred to the arbitrator is "the general question, whether involving fact or law" or "only some specific question of law in express terms as the separate question submitted,"[13] or in other words whether there is "a reference in which the questions of construction arise as being material in the decision of the matter which has been referred to arbitration" or "a reference in which a specific question of law was referred to the decision of the arbitrator as the sole tribunal."[14] Only in the latter case will an apparent error in law be left unquestioned.» (Παρενθετικά σημειώνω ότι ο συγγραφέας περιλαμβάνει την υπόθεση David Taylor, ανωτέρω, στην υποσημείωση 12, πιο πάνω, ως υπόθεση στην οποία ο διαιτητής εκ προθέσεως αγνόησε το νόμο). Ο κανόνας τέθηκε στην υπόθεση In re King and Duveen [1913] 2 K.B. 32, 35, 36, από τον Channell J. ο οποίος εξήγησε και τους λόγους ύπαρξης του. Ο Δικαστής Channell είπε ότι όταν συγκεκριμένο νομικό ερώτημα υποβάλλεται στο διαιτητή και ο διαιτητής το αποφασίζει, το γεγονός ότι η απόφαση του είναι εσφαλμένη δεν επιτρέπει τον παραμερισμό της. Διαφορετικά, θα ήταν μάταιο να υποβάλλονται νομικά ερωτήματα σε διαιτητές: «It is no doubt a well-established principle of law that if a mistake of law appears on the face of the award of an arbitrator, that makes the award bad, and it can be set aside ...., but it is equally clear that if a specific question of law is submitted to an arbitrator for his decision, and he does decide it, the fact that the decision is erroneous does not make the award bad on its face so as to permit of its being set aside. Otherwise it would be futile ever to submit a question of law to an arbitrator.» (έμφαση δική μου) Η αγγλική Βουλή των Λόρδων (House of Lords) ασχολήθηκε με το θέμα αυτό στην υπόθεση F.R. Absalom Ltd. v. Great Western (London) Garden Village Society Ltd [1933] A.C.
  3. Ο Λόρδος Russell, στη σελ. 607, διαχώρισε ξεκάθαρα μεταξύ των δύο ειδών υποθέσεων: «My Lords, it is, I think, essential to keep the case where disputes are referred to an arbitrator in the decision of which a question of law becomes material distinct from the case in which a specific question of law has been referred to him for decision. I am not sure that the Court of Appeal has done so. The authorities make a clear distinction between these two cases, and, as they appear to me, they decide that in the former case the Court can interfere if and when any error of law appears on the face of the award, but that in the latter case no such interference is possible upon the ground that it so appears that the decision upon the question of law is an erroneous one.» Στην ίδια απόφαση, ο Λόρδος Wright, στη σελ. 615, επίσης αναφέρθηκε στις υποθέσεις στις οποίες το Δικαστήριο δεν μπορεί να επέμβει, ακόμα και αν υπάρχει νομικό σφάλμα εμφανές στην όψη της απόφασης, ως ακολούθως: «To be contrasted with such cases there is the special type of case where a different rule is in force, so that the Court will not interfere even though it is manifest on the face of the award that the arbitrator has gone wrong in law. This is so when what is referred to the arbitrator is not the whole question, whether involving both fact or law, but only some specific question of law in express terms as the separate question submitted; that is to say, where a point of law is submitted as such, that is, as a point of law, which is all that the arbitrator is required to decide, no fact being, quoad that submission, in dispute.» Στη δε απόφαση Government of Kelantan v. Duff Development Co. Ltd [1923] A.C. 395 επίσης της Βουλής των Λόρδων, ο Λόρδος Parmor έθεσε το θέμα ως εξής στη σελ. 418: «Whether, however, a question of law has been specifically submitted to arbitration, falls in each case to be determined on the terms of the particular submission. If the Court, before which the award is sought to be impeached, comes to the conclusion that the alleged error in law, even if it can be maintained, arises in the decision of a question of law directly submitted to the arbitrator for his decision then the principle stated by Channell J. in In re King and Duveen[15] applies, and the parties having chosen their tribunal, and not having successfully applied to the Court under either s. 4, or s. 19,[16] of the Arbitration Act, 1889, are not in a position to question the award, or to claim to set it aside.» Εγείρεται συναφώς το ερώτημα, αν το θέμα της παρανομίας της σύμβασης ήταν νομικό ερώτημα που ειδικώς παραπέμφθηκε στη Διαιτητή, στην οποία περίπτωση, ακόμα και αν υφίσταται νομικό σφάλμα στην όψη της απόφασης το Δικαστήριο δεν μπορεί να επέμβει, ή, αν αποτελούσε ένα παρεμπίπτον θέμα, στην οποία περίπτωση το Δικαστήριο μπορεί να επέμβει, σε περίπτωση που ήθελε διαπιστώσει ότι η απόφαση της Διαιτητού περιέχει νομικό σφάλμα στην όψη της. Η αιτήτρια στη συνάντηση της 18.2.2015 ζήτησε όπως οι δύο προδικαστικές ενστάσεις επί νομικών σημείων που εγείρονται στην υπεράσπιση της επιλυθούν προκαταρκτικά. Έθεσε επίσης θέμα ως προς το κατά πόσο οι δύο προδικαστικές ενστάσεις, εφόσον αφορούν νομικά σημεία, θα πρέπει να εκδικαστούν από το Δικαστήριο βάσει του άρθρου 27 του Κεφ. 4.[17] Δεν έγινε, όμως, παραπομπή του θέματος στο Δικαστήριο και η αιτήτρια, μη λαμβάνοντας οποιαδήποτε μέτρα εν σχέσει με την απόφαση της Διαιτητού να μην το παραπέμψει, δεν επέμεινε σε τέτοια παραπομπή. Είχαν αρχικώς εγερθεί δύο προδικαστικές ενστάσεις, όμως, ως ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας αναφέρει στη σελ. 2 της γραπτής του αγόρευσης, η δεύτερη προδικαστική ένσταση που αφορούσε στη δικαιοδοσία της Διαιτητού δεν προωθήθηκε καθόλου «και παρέμεινε ως το μοναδικό νομικό σημείο το κατά πόσο η συμφωνία μεταξύ των μερών ήταν παράνομη ή όχι», την οποία προδικαστική ένσταση η Διαιτητής κατέγραψε στην απόφαση της. Τα δύο μέρη αγόρευσαν αποκλειστικά επί της προδικαστικής ένστασης που εγέρθηκε που αφορούσε την παρανομία της σύμβασης ημερομηνίας 29.9.2010 (και της μετέπειτα Εξουσιοδότησης Εντολέα ημερομηνίας 22.9.2011) ως παραβιάζουσας τις πρόνοιες του Νόμου 224/
  4. Τίποτε άλλο δεν τέθηκε ενώπιον της Διαιτητού και η απόφαση της οποίας ζητείται ο παραμερισμός εξαντλείται σε απόφαση επί του νομικού ζητήματος της ισχυριζόμενης παρανομίας της σύμβασης ημερομηνίας 29.9.2010 και της μετέπειτα Εξουσιοδότησης Εντολέα ημερομηνίας 22.9.2011, καταλήγει δε η Διαιτητής ότι «Θεωρώ ότι δεν υπάρχει παρανομία και τόσο η συμφωνία ημερομηνίας 29.9.2010 όσο και η εξουσιοδότηση ημερομηνίας 22.9.2011 είναι νόμιμες. Άρα κρίνω ότι η παρούσα προδικαστική ένσταση απορρίπτεται». Είναι η κρίση μου ότι στην προκειμένη περίπτωση τέθηκε ενώπιον της Διαιτητού ένα και μοναδικό συγκεκριμένο νομικό ερώτημα (specific question of law) το οποίο η Διαιτητής είχε να αποφασίσει, και το οποίο αποφάσισε, και υπό αυτές τις περιστάσεις, σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Russell, ανωτέρω, αλλά και τις αγγλικές αποφάσεις που προαναφέρθηκαν, η κρίση της Διαιτητού επ' αυτού του νομικού σημείου που ειδικώς τέθηκε ενώπιον της προς απόφανση δεν μπορεί να ανατραπεί από το Δικαστήριο για το λόγο ότι περιέχει νομικό σφάλμα, ακόμα και αν η απόφαση της είναι όντως νομικά εσφαλμένη στην όψη της. Δεν πρέπει, άλλωστε, να λησμονείται ότι τα μέρη ελεύθερα επέλεξαν όπως όλες οι διαφορές τους εκδικαστούν από διαιτητή και όχι από το Δικαστήριο, και το Δικαστήριο δεν μπορεί, εκτός αν συντρέχουν οι περιορισμένοι λόγοι που παρατίθενται στο άρθρο 20
(2)του Κεφ. 4, να παραμερίσει την απόφαση που λήφθηκε από το διαιτητή. Άλλο παράπονο της αιτήτριας είναι ότι η Διαιτητής λανθασμένα και/ή παράνομα θεώρησε ότι η κατ' ισχυρισμό τακτική που ακολουθεί το Ε.Τ.Ε.Κ. και/ή η Πολεοδομία ως αυτή περιγράφεται στην αγόρευση της καθ' ης η αίτηση αποτελεί δικαστική γνώση, την οποία είναι σε θέση να δεχθεί χωρίς την προσκόμιση κατάλληλης μαρτυρίας. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας αναφέρει σχετικά στη γραπτή του αγόρευση ότι ένα από τα ευρήματα της Διαιτητού είναι ότι το Ε.Τ.Ε.Κ. και η Πολεοδομία αποδέχεται τις εταιρικές δομές όταν η δουλειά γίνεται από εγγεγραμμένο αρχιτέκτονα. Υπενθυμίζει ότι η ακρόαση σε σχέση με την προδικαστική ένσταση έγινε στη βάση γραπτών αγορεύσεων και ότι δεν είχε δοθεί σχετική επί του θέματος μαρτυρία, προσθέτοντας ότι η Διαιτητής στην ουσία αποδέχτηκε μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον της μέσω της αγόρευσης του συνηγόρου της καθ' ης η αίτηση. Αυτό αποτελεί, κατά την εισήγηση του, παράβαση δικονομικού κανόνα και λανθασμένη λήψη μαρτυρίας, κάτι που αποτελεί καλό λόγο για ακύρωση της διαιτητικής απόφασης με βάση τα όσα αποφασίστηκαν στην υπόθεση Harakis, ανωτέρω. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι το γεγονός αυτό δεν θα μπορούσε να αποτελέσει θέμα «δικαστικής γνώσης», επισημαίνοντας ότι ο διαιτητής δεν μπορεί να χρησιμοποιεί στοιχεία που βρίσκονται στα δικά του προσωπικά περιθώρια γνώσης. Από την άλλη, ο ευπαίδευτος συνήγορος της καθ' ης η αίτηση αναφέρει ότι στην αγόρευση της καθ' ης η αίτηση στα πλαίσια της διαιτησίας (Τεκμήριο 7 στην αίτηση) είχε γίνει αναφορά σε συγκεκριμένα έγγραφα που ήταν επισυνημμένα ως τεκμήρια στην έκθεση απαίτησης (Τεκμήρια 27, 28, 29, 30, 22 και 23 (μέρος)) τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από την αιτήτρια, και τα οποία ομιλούν από μόνα τους και τεκμηριώνουν τόσο την πορεία της υπόθεσης όσο και το πώς αντιμετώπισαν την καθ' ης η αίτηση (αιτήτρια στη διαιτησία) τα αρμόδια όργανα του Ε.Τ.Ε.Κ. και η αρμόδια αρχή της Πολεοδομίας. Τονίζει ότι ουδέποτε ζητήθηκε από τη Διαιτητή να λάβει «δικαστική γνώση» οποιουδήποτε γεγονότος, καθότι δεν υπήρχε ανάγκη ενόψει των εγγράφων που είχαν τεθεί ενώπιον της. Επισημαίνει επίσης ότι στην απόφαση δεν γίνεται αναφορά σε χρήση «δικαστικής γνώσης». Σύμφωνα με τη νομολογία, η λανθασμένη αποδοχή μαρτυρίας δυνατό να συνιστά νομικά πλημμελή εκτέλεση του καθήκοντος του διαιτητή (υπόθεση Harakis, ανωτέρω,
(1978)1 C.L.R. 15, 23). Αυτό είναι δυνατό να συμβεί εκεί όπου ο διαιτητής λανθασμένα αποδέχεται και στηρίζεται επί μαρτυρίας που πηγαίνει στη ρίζα του ζητήματος που παραπέμφθηκε σ' αυτόν (υπόθεση ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ. Λτδ, ανωτέρω
(2010)1(Α) Α.Α.Δ 223, σελ. 229 - 230). Πρέπει κατ' αρχάς να σημειώσω ότι η απόλυτη τοποθέτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της αιτήτριας ότι ο διαιτητής δεν μπορεί να χρησιμοποιεί τις δικές του γνώσεις δεν με βρίσκει σύμφωνη. Σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Russell, ανωτέρω, στη σελ. 223[18], καθώς και στη σελ. 286 υπό τον τίτλο «Use of expert skill»[19]. Όμως το ζήτημα δεν χρειάζεται να απασχολήσει περαιτέρω, καθότι η θέση της καθ' ης η αίτηση δεν είναι ότι η Διαιτητής δικαιούτο να χρησιμοποιήσει δική της γνώση, αλλά ότι η Διαιτητής δεν χρησιμοποίησε δική της γνώση, επειδή δεν χρειαζόταν. Όντως η Διαιτητής στην απόφαση της δεν αναφέρει ότι έλαβε υπόψη της γεγονότα που αποτελούν «δικαστική γνώση». Σημειώνω επίσης ότι στην παράγραφο 16 της ένορκης δήλωσης της κας Ζωής Λόρδου και στην παράγραφο 4(ζ) της αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου της καθ' ης η αίτηση γίνεται αναφορά σε κάποια ένορκη δήλωση που παρουσιάστηκε από πλευράς της αιτήτριας στα πλαίσια της ακρόασης της προδικαστικής ένστασης. Παρατηρώ σχετικώς ότι δεν γίνεται αναφορά σε οποιαδήποτε ένορκη δήλωση στη διαιτητική απόφαση, αντίθετα, στην παράγραφο 14, σελ. 5, γίνεται αναφορά μόνο σε γραπτές αγορεύσεις. Ούτε και επισυνάφθηκε τέτοια δήλωση ως τεκμήριο στην ένσταση της καθ' ης η αίτηση. Σε κάθε περίπτωση, δεν αποτελεί ισχυρισμό της καθ' ης η αίτηση ότι στην εν λόγω ένορκη δήλωση, ακόμα και αν υποβλήθηκε, περιέχονται γεγονότα σχετικά με το θέμα της στάσης του Ε.Τ.Ε.Κ. και της Πολεοδομίας. Θεωρώ ότι η αιτήτρια δεν έχει δίκαιο στον ισχυρισμό της ότι η Διαιτητής, καταλήγοντας στην απόφαση ότι η σύμβαση δεν ήταν παράνομη, εσφαλμένα βασίστηκε σε γεγονός που δεν μπορούσε να αποτελέσει δικαστική γνώση, και ότι αποδέχτηκε με τον τρόπο αυτό, εσφαλμένα μαρτυρία, αφού τα όσα έλαβε υπόψη προκύπτουν από τα γεγονότα που ήταν παραδεκτά και/ή μη αμφισβητούμενα στην υπόθεση ως αυτά καταγράφονται στην απόφαση. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τα όσα καταγράφονται στην απόφαση, και δεν έχει αμφισβητηθεί ότι είναι ορθά, αποτελούσε κοινώς παραδεκτό γεγονός ότι η καθ' ης η αίτηση προχώρησε σε μελέτη και εξασφάλισε Πολεοδομική Άδεια και Άδεια Οικοδομής για την αιτήτρια (παρ. 2, σελ. 10), στη βάση αρχιτεκτονικών σχεδίων που αναφέρουν το όνομα της καθ' ης η αίτηση και της κας Ζωής Λόρδου (παρ. 3 και 12, σελ. 10 και 11). Είναι επίσης κοινώς παραδεκτό γεγονός ότι για το σκοπό υποβολής της αίτησης για την άδεια υπεγράφη η Εξουσιοδότηση Εντολέα Εγγεγραμμένου Μηχανικού με αρ. 18139 και ημερ. 22.9.2011 και γραπτή Βεβαίωση του Ε.Τ.Ε.Κ. με αρ. 119420 δυνάμει του άρθρου 8Α του περί Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96[20] ότι η κα Ζωή Λόρδου είναι εγγεγραμμένο μέλος του Ε.Τ.Ε.Κ. Τα δύο τελευταία έγγραφα επισυνάφθηκαν ως Τεκμήριο 10 στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας και είναι σε αυτά που βασίστηκε η Διαιτητής για να συμφωνήσει με το δικηγόρο της καθ' ης η αίτηση (βλ. παρ. 9, σελ. 11 της απόφασης), το δε γεγονός ότι η Πολεοδομική Άδεια και η Άδεια Οικοδομής εκδόθηκαν αποτελεί, ως η Διαιτητής αναφέρει, κοινώς παραδεκτό γεγονός. Συνεπώς τα συμπεράσματα της Διαιτητού ως προς τη στάση της Πολεοδομίας και του Ε.Τ.Ε.Κ. βασίζονται σε έγγραφα και γεγονότα που χαρακτηρίζονται ως «κοινώς παραδεκτά» και είναι σε αυτά προφανώς που βασίστηκε για να κάνει αναφορά σε «τακτική του Ε.Τ.Ε.Κ.», η οποία αναφορά σε «τακτική» δεν θα πρέπει να απομονωθεί, αλλά να ειδωθεί μέσα στο πλαίσιο των πιο πάνω κοινώς παραδεκτών και σε κάθε περίπτωση μη αμφισβητούμενων γεγονότων της διαφοράς. Βέβαια το κατά πόσο ορθά ή εσφαλμένα έλαβε υπόψη της η Διαιτητής τα γεγονότα αυτά για να καταλήξει στην απόφαση της είναι ένα άλλο θέμα, όμως, ως ανωτέρω αναφέρθηκε, ακόμη και να έσφαλε η Διαιτητής στην απόφαση της, αυτό δεν αποτελεί, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, λόγο που μπορεί να οδηγήσει στον παραμερισμό της απόφασης. Ένας άλλος λόγος που προβάλλεται από την αιτήτρια για ακύρωση και/ή παραμερισμό της διαιτητικής απόφασης, είναι ο ισχυρισμός ότι η απόφαση εξεδόθη κατά παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης. Οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση παρατέθηκαν στα πλαίσια της «εισαγωγής», ανωτέρω, και από αυτούς δεν προκύπτουν οι λόγοι για τους οποίους η διαιτητική απόφαση εξεδόθη κατά παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης. Στην αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της αιτήτριας αναφέρεται ότι εάν το Δικαστήριο επικυρώσει τη διαιτητική απόφαση ή εάν υιοθετήσει την άποψη της καθ' ης η αίτηση ότι δεν εντέλλεται με βάση το άρθρο 20
(2)του Κεφ. 4 να επέμβει, σημαίνει ότι παραβιάζεται κάθε κανόνας φυσικής δικαιοσύνης και επιτρέπεται να συνεχιστεί μια διαιτητική διαδικασία στη βάση παράνομης σύμβασης. Όπως προαναφέρθηκε, τα μέρη συμφώνησαν να αποδώσουν στη Διαιτητή δικαιοδοσία να αποφασίσει επί όλων των μεταξύ τους διαφορών, συμπεριλαμβανομένου του θέματος της παρανομίας της σύμβασης, και αυτό δεν αμφισβητείται από την αιτήτρια. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με τη Διαιτησία μεταξύ της Τσιμεντοποιΐας Βασιλικού Λτδ ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(2001)1 Α.Α.Δ. 23, 29 ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της διαιτησίας είναι ο περιορισμός των ένδικων μέσων κατά της διαιτητικής απόφασης και έτσι το Κεφ. 4 επιτρέπει την ακύρωση μιας τέτοιας απόφασης μόνο για τους περιορισμένους λόγους που εκθέτει το άρθρο 20
(2). Τούτο απαντά και στη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της αιτήτριας ότι το Δικαστήριο οφείλει ακόμα και αυτεπάγγελτα να εξετάσει το θέμα της παρανομίας της σύμβασης και να μην αποδώσει θεραπεία σε συμμέτοχο σε παράνομη συναλλαγή. Τα μέρη ελεύθερα επέλεξαν όπως η Διαιτητής και όχι το Δικαστήριο αποφασίσει για το σύνολο των μεταξύ τους διαφορών, με το ρόλο του Δικαστηρίου να περιορίζεται στα όσα το Κεφ. 4 επιτρέπει. Το Δικαστήριο, ακόμα και αν θεωρεί τη διαιτητική απόφαση λανθασμένη, και ακόμα και αν το ίδιο θα έφθανε σε διαφορετικό συμπέρασμα, δεν μπορεί να λειτουργήσει ως εφετείο της απόφασης του διαιτητή παραμερίζοντας την. Νομιμοποιείται να επέμβει, μόνο εκεί που συντρέχουν οι λόγοι που αναφέρονται στο άρθρο 20
(2)του Κεφ.
  1. Στη βάση των όσων πιο πάνω αναφέρθηκαν, έκρινα ότι οι χειρισμοί της Διαιτητού στην παρούσα υπόθεση δεν μπορεί να τεκμηριώσουν κακή/απρεπή συμπεριφορά (misconduct) από μέρους της, το δε τυχόν νομικό σφάλμα (error in law) στην απόφαση της Διαιτητού, δεδομένου ότι τα μέρη έθεσαν ενώπιον της προς απόφανση ένα συγκεκριμένο νομικό ερώτημα, δεν μπορεί να αποτελέσει, υπό τις περιστάσεις, λόγο για παραμερισμό της. Υπό το φως όλων όσων πιο πάνω αναφέρθηκαν, κρίνω ότι δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση, οι λόγοι που θα επέτρεπαν τον παραμερισμό και/ή ακύρωση της ενδιάμεσης διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 1.9.
  2. Το διάταγμα που επιδιώχθηκε με την παράγραφο (Β) της υπό κρίσης αίτησης δεν θα με απασχολήσει, για το λόγο ότι με την έκδοση της παρούσας απόφασης δεν θα έχει οποιοδήποτε αντικείμενο. Άλλωστε ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας δεν προώθησε το αίτημα του για αναστολή της διαιτητικής διαδικασίας με ενδιάμεση αίτηση, ή άλλως πως, ούτε και ανέφερε οτιδήποτε στα πλαίσια της αγόρευσης του σε σχέση με το υπό την παράγραφο (Β) αιτούμενο διάταγμα. Κατάληξη Με βάση όλα τα πιο πάνω, είναι η κατάληξη μου ότι οι λόγοι τους οποίους η αιτήτρια επικαλείται για ακύρωση και/ή παραμερισμό της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 1.9.2015 δεν ευσταθούν. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βρίσκω λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εναντίον της αιτήτριας και υπέρ της καθ' ης η αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Μ. Θεοκλήτου, Προσ. Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Στην υπόθεση Soleimany v. Soleimany [1999] Q.B. 785, στη σελ. 799, ο Waller L.J. είπε τα εξής: «The Harbour Assurance case was not concerned with enforcement of an award, but with whether there should be a stay of legal proceedings in favour of arbitration. The illegality was at that stage contested, and at least in the view of Hoffmann L.J., at p. 721, it was open to question whether there was illegality such that the contracts were void ab initio. By contrast it may be that in the case of palpable illegality (to use the expression adopted by Colman J. in Westacre Investments Inc. v Jugoimport-SPDR Holding Co. Ltd. [1999] Q.B. 740, 767f), an English court would declare that there was no arbitrable dispute, or refuse to grant a stay in favour of arbitration, on the ground that an arbitrator could not lawfully enforce the contract. As already indicated, there may be classes of contract - trading with the enemy was cited as a plausible example, and the robbers referring their dispute would be another - where the making of the contract will itself be an illegal act, and where the court would be driven nolens volens to hold that the arbitration clause was itself void.» [2] Per Jenkins L.J., London Export Corpn. Ltd. v. Jubilee Coffee Roasting Co. Ltd. [1958] 1 W.L.R. 661 at p.
  3. [3] Per Diplock J., London Export Corpn. Ltd. v. Jubilee Coffee Roasting Co. Ltd. [1958] 1 W.L.R. 271 at p.
  4. [4] «. the umpire misconducted himself in law in that he failed to take account the illegality of the contract» (σελ. 565) [5] «It has now been doubted whether illegality of contract can go to any issue save want of jurisdiction; Prodexport v. E. D. & F. Man Ltd [1972] 2 Lloyd's Rep. 375 at pp. 381, 382.» [6] Σημείωση δική μου: Το Δικαστήριο αναφέρεται στην υπόθεση David Taylor, ανωτέρω. [7] Convention on the Recognition and Enforcement of Foreign Arbitral Awards. [8] Per Lord Dunedin, Champsey Bhara & Co. v. Jivraj Balloo Co. [1923] A.C. 480, 487; quoted C.A. in Taylor v. Barnett [1953] 1 W.L.R.
  5. [9] Cf. Racecourse Betting Control Board v. Secretary of State [1944] Ch. 114 at pp. 125,127, explained in R. v. Northumberland Compensation Appeal Tribunal [1951] 1 K.B. 711 at p. 721 affirmed [1952] 1 K.B.
  6. [10] Hodgkinson v. Fernie
(1857)3 C.B. (N.S.) 189; Kelantan v. Duff Development Co. Ltd [1923] A.C. 395; Re Bay Co. (B.C.) & Local 170 of Pipefitting Industry
(1960)24 D.L.R.
(2d)
  1. [11] Kelantan v. Duff Development Co. Ltd, ante, at p.
  2. [12] Darlington Waggon Co v. Harding [1891] 1 Q.B. 245; Taylor v. Barnett [1953] 1 All ER
  3. [13] Absalom Ltd. V. Great Western, etc, Village Society [1933] A.C. 592 at p.
  4. [14] Ibid. at p. 610; and see Barton v. Blackburn
(1934)150 L.T.
  1. [15] [1913] 2 K. B. 32,
  2. [16] Σημείωση δική μου: Το section 19 Arbitration Act του 1889 αντιστοιχεί στο section 21 του Arbitration Act του 1934 που αφορά στη δυνατότητα παραπομπής ειδικής υπόθεσης (special case) στο Δικαστήριο, το οποίο, με τη σειρά του, είναι αντίστοιχο με το άρθρο 27 του δικού μας Κεφ.
  3. [17] «27.-
(1)Ο διαιτητής ή o επιδιαιτητής δύvαται, και υπoχρεoύται αv διαταχθεί από τo Δικαστήριo, vα παραπέμψει στo Δικαστήριo με υπόμvημα- (α) oπoιoδήπoτε voμικό ζήτημα πoυ αvακύπτει κατά τηv πoρεία της διαιτησίας. ή (β) τη διαιτητική απόφαση ή oπoιoδήπoτε μέρoς διαιτητικής απόφασης, υπό μoρφή ειδικής υπόθεσης για vα απoφασίσει τo Δικαστήριo.
(2)Ειδικό θέμα αvαφoρικά με πρoσωριvή διαιτητική απόφαση ή αvαφoρικά με voμικό ζήτημα πoυ αvακύπτει κατά τηv πoρεία της διαιτησίας δύvαται vα παραπεμφθεί στo Δικαστήριo με υπόμvημα ή δύvαται vα διαταχθεί από τo Δικαστήριo vα παραπεμφθεί, αvεξάρτητα από τo γεγovός ότι η διαιτητική διαδικασία εξακoλoυθεί vα εκκρεμεί.» [18] «A trade arbitral tribunal is fully entitled to use its own knowledge of the trade (including knowledge of trade customs). Indeed the fact that it has this knowledge is one of the reasons why it exists and performs a most useful purpose.» [19] «Where however the parties employ an arbitrator who has expert knowledge, and authorise him to make use of that knowledge, it is of course proper for him to do so; and it would seem that the court will tend to presume such authority from the mere fact of employment of a specially qualified person as arbitrator.» [20] «8Α.
(1)Όλα τα σχέδια, σχεδιαγράμματα, μελέτες, συγγραφές, υπολογισμοί και οποιοδήποτε άλλο έγγραφο, τα οποία υποβάλλονται δυνάμει του παρόντος Νόμου στην αρμόδια αρχή για την έκδοση άδειας, θα φέρουν την υπογραφή και τον τίτλο του προσώπου το οποίο τα ετοίμασε, το οποίο πρέπει να έχει μια από τις άδειες άσκησης επαγγέλματος, που χορηγούνται δυνάμει των διατάξεων των περί Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου Νόμων του 1990 έως 1997. ......
(5)Οποιοδήποτε σχέδιο, σχεδιάγραμμα, μελέτη, συγγραφή, υπολογισμός και οποιοδήποτε άλλο σχετικό προς αυτά έγγραφο, το οποίο υποβάλλεται, δυνάμει του παρόντος άρθρου, στην αρμόδια αρχή, συνοδεύεται με έγγραφη βεβαίωση του Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου, όπως καθορίζεται από κοινού από τον Υπουργό Εσωτερικών και το Επιστημονικό Τεχνικό Επιμελητήριο Κύπρου, ότι το πρόσωπο που ετοίμασε τα πιο πάνω έχει σχετική άδεια άσκησης επαγγέλματος δυνάμει του περί Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου Νόμου.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.