← Κύπρος

Δέσποινας Στυλιανού κ.α. ν. K. Pashias Investments Ltd κ.α., Αγωγή αρ. 4892/2015, 22/6/2016

Δέσποινας Στυλιανού κ.α. ν. K. Pashias Investments Ltd κ.α., Αγωγή αρ. 4892/2015, 22/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A387 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Προσ. Ε. Δ. Αγωγή αρ. 4892/2015 ΜΕΤΑΞΥ: 1. Δέσποινας Στυλιανού 2. Ανδρέα Στυλιανού 3. Μάριου Στυλιανού Εναγόντων και 1. K. Pashias Investments Ltd 2. Κύπρου Ππασιά 3. Δημούλας Δημοσθένους Ππασιά Εναγομένων ------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 22 Ιουνίου, 2016 Για τους ενάγοντες - αιτητές: κος Γεώργιος Παπαθεοδώρου Για τους εναγόμενους - καθ' ων η αίτηση: κα Αγγέλα Χριστοδούλου για κα Τασούλα Τζίρτη Μιλτιάδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτηση ημερ. 13.11.2015 για έκδοση συνοπτικής απόφασης) Εισαγωγή Στις 14.10.2015 καταχωρήθηκε επί ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος η αγωγή των εναγόντων, με την οποία αξιώνουν το ποσό των €8.000 ως οφειλόμενα καθυστερημένα ενοίκια για τους μήνες Ιούνιο του 2015 μέχρι Σεπτέμβριο του 2015, πλέον τόκο και έξοδα. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, οι ενάγοντες, καθ' όλον τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες ή τα πρόσωπα τα οποία νομιμοποιούνταν να εγγραφούν ως ιδιοκτήτες του καταστήματος, το οποίο βρίσκεται στην οδό Αγαμέμνωνος 2 στην Έγκωμη, Λευκωσία, το οποίο ολοκληρώθηκε πριν την 31.12.1999 (στο εξής «το ακίνητο»). Δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου ημερομηνίας 11.4.2014 το ακίνητο ενοικιάστηκε από την εναγομένη 1 για περίοδο 4 ετών, ήτοι από την 11.4.2014 μέχρι 12.4.2018 έναντι του συμφωνημένου μηνιαίου ενοικίου των €2.000, το οποίο θα καταβάλλετο προκαταβολικά την πρώτη ημέρα κάθε μήνα. Σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής οποιουδήποτε ενοικίου τότε αυτό καθίστατο τοκοφόρο προς 10% το χρόνο. Η ακριβής πληρωμή του ενοικίου αποτελούσε ουσιώδη όρο του ενοικιαστηρίου εγγράφου. Οι εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν ανεπιφύλακτα προς τους ενάγοντες την πλήρη συμμόρφωση της εναγομένης 1 με όλους τους όρους του ενοικιαστηρίου εγγράφου, μέχρι και τη λήξη της ενοικίασης και την παράδοση του ακινήτου στους ιδιοκτήτες - δικαιούχους. Κατά παράβαση των όρων του ενοικιαστηρίου εγγράφου, η εναγόμενη 1 αμέλησε και/ή παρέλειψε να καταβάλει στους ενάγοντες το ποσό των €8.000 ως τα ενοίκια των μηνών Ιουνίου μέχρι Σεπτεμβρίου του 2015, ήτοι 4 ενοίκια προς €2.000 το μήνα. Οι ενάγοντες κάλεσαν επανειλημμένα τους εναγόμενους να προβούν στην καταβολή των πιο πάνω οφειλομένων ενοικίων, πλην όμως αυτοί, παρά το ότι αναγνωρίζουν την οφειλή τους προς τους ενάγοντες και υπόσχονται την πληρωμή, μέχρι σήμερα εξακολουθούν να οφείλουν το πιο πάνω ποσό. Η αγωγή επιδόθηκε στους εναγόμενους στις 23.10.2015 και στις 2.11.2015 οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 καταχώρησαν Σημείωμα Εμφάνισης στην αγωγή. Στις 13.11.2015 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση, με την οποία οι ενάγοντες-αιτητές ζητούν: «1. Συνοπτική απόφαση όπως το ειδικά οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα - Έκθεση Απαίτησης εναντίον των εναγομένων λόγω του ότι αυτοί στερούνται υπεράσπισης. 2. Έξοδα και ΦΠΑ επί των εξόδων.» Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.18, Θ.1-2 και 9(α), Δ.48 Θ.1-4 και 9, και επί της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του ενάγοντα 2, κ. Ανδρέα Στυλιανού, όπως αυτή τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος που εκδόθηκε εκ συμφώνου στις 24.2.2016. Ο ενάγοντας 2 λέγει ότι είναι προσωπικά γνώστης όλων των γεγονότων που αναφέρει στην ένορκη του δήλωση και ότι είναι κατάλληλα εξουσιοδοτημένος από τους υπόλοιπους ενάγοντες να προβεί στην ένορκη δήλωση. Η ενάγουσα 1 είναι η μητέρα του και ο ενάγοντας 3 είναι ο αδελφός του. Ο κος Στυλιανού αναφέρει ότι οι ενάγοντες καθ' όλον τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες ή τα πρόσωπα τα οποία νομιμοποιούνταν να εγγραφούν ως ιδιοκτήτες του ακινήτου. Ο κος Στυλιανού λέγει περαιτέρω ότι το ακίνητο ενοικιάστηκε από την εναγομένη 1 με ενοικιαστήριο έγγραφο ημερομηνίας 11.4.2014 για συμφωνημένη περίοδο ενοικίασης 4 ετών, ήτοι από την 13.4.2014 μέχρι την 12.4.2018, έναντι του συμφωνημένου μηνιαίου ενοικίου των €2.000, ποσό το οποίο συμφωνήθηκε να καταβάλλεται προκαταβολικά την πρώτη ημέρα κάθε μήνα, χωρίς αποκοπή, τακτικά, ανελλιπώς και χωρίς καθυστέρηση, η δε ακριβής πληρωμή του ενοικίου ήταν ουσιώδης όρος του ενοικιαστηρίου εγγράφου. Σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής οποιουδήποτε ενοικίου αυτό θα καθίσταται τοκοφόρο προς 10% το χρόνο. Ο κ. Στυλιανού επισυνάπτει το ενοικιαστήριο έγγραφο ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη του δήλωση. Οι εναγόμενοι 2 και 3, λέγει ο κος Στυλιανού, εγγυήθηκαν ανεπιφύλακτα την πλήρη συμμόρφωση της εναγομένης 1 με όλους τους όρους του ενοικιαστήριου εγγράφου μέχρι τη λήξη της ενοικίασης και την παράδοση του ακινήτου στους ιδιοκτήτες και δικαιούχους του. Κατά παράβαση, λέγει, των όρων του ενοικιαστηρίου εγγράφου, η εναγομένη 1 αμέλησε και/ή παρέλειψε να καταβάλει στους ενάγοντες τα ενοίκια των μηνών Ιουνίου μέχρι Σεπτεμβρίου του 2015, ήτοι τα ενοίκια τεσσάρων μηνών προς €2.000 το μήνα, δηλαδή, συνολικά €8.000. Οι ενάγοντες, ως αναφέρει ο κος Στυλιανού, κάλεσαν επανειλημμένα τους εναγόμενους να προβούν σε καταβολή των οφειλομένων ενοικίων, πλην όμως αυτοί, παρόλο που αναγνώριζαν την οφειλή τους προς τους ενάγοντες και υπόσχονταν την πληρωμή τους, μέχρι σήμερα εξακολουθούν να τα οφείλουν. Αναφέρεται στη συνέχεια στην καταχώρηση και επίδοση της παρούσας αγωγής και την καταχώρηση Σημειώματος Εμφάνισης από μέρους των εναγομένων. Όπως τον συμβουλεύει ο δικηγόρος του, και ο ίδιος πιστεύει και βεβαιώνει, οι εναγόμενοι δεν έχουν καμία απολύτως νομική ή πραγματική υπεράσπιση σε σχέση με την υπόθεση αυτή και το καταχωρηθέν Σημείωμα Εμφάνισης σκοπεύει μόνο στην καθυστέρηση της διαδικασίας. Οι εναγόμενοι, προσθέτει, δεν έχουν δώσει ούτε μπορούν να προβάλουν οποιαδήποτε δικαιολογία για τη μη πληρωμή των οφειλομένων αξιούμενων ενοικίων. Για όλους τους πιο πάνω λόγους ζητά την έκδοση απόφασης υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων αλληλέγγυα ή κεχωρισμένα, ως το κλητήριο ένταλμα - έκθεση απαίτησης. Οι εναγόμενοι - καθ' ων η αίτηση, στις 25.1.2016 καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση, προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης: «(Α) Η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη και/ή ελλιπής. (Β) Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και ανυπόστατη. (Γ) Δεν συντρέχουν και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης και δη η τρίτη προϋπόθεση της Δ.18 Θ.1. (Δ) Οι καθ΄ ων η αίτηση έχουν πραγματική και καλή υπεράσπιση και καταρρίπτουν τους ισχυρισμούς των αιτητών. (Ε) Τα γεγονότα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύουν την αίτηση δεν είναι αρκετά και/ή ικανά για την έκδοση συνοπτικής απόφασης. (ΣΤ) Οι αιτητές έχουν προβεί σε τερματισμό του ενοικιαστηρίου εγγράφου ημερομηνίας 11.4.2014 και ως εκ τούτου η καθ' ης η αίτησης κατέστη θέσμιος ενοικιαστής και το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας. (Ζ) Έλλειψη δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου. (Η) Ο ομνύοντας στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι άγνωστο αν είναι κατάλληλο πρόσωπο ή εξουσιοδοτημένο και δεν εξηγεί πως, γιατί και ποια είναι τα έγγραφα που έχει στην κατοχή του. Δεν αναφέρει αν ήταν παρών στην υπογραφή ή σύνταξη του ενοικιαστηρίου και δεν έχει θετική γνώση των γεγονότων. (Θ) Οι αιτητές πριν και κατά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας προέβησαν εις γνώση τους και/ή απερίσκεπτα σε παραστάσεις γεγονότων προς τους εναγομένους, οι οποίες αποδείχθηκαν ψευδείς και δόλιες και οι καθ' ων η αίτηση εξαπατήθηκαν, ενήργησαν και προχώρησαν στην υπογραφή της επίδικης συμφωνίας. (Ι) Οι αιτητές απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα ότι παραπλάνησαν τους καθ' ων η αίτηση να συνάψουν την επίδικη συμφωνία, ενώ γνώριζαν ότι δεν μπορούν να λειτουργήσουν ως καφετέρια, αφού είναι αδύνατο λόγω ακαταλληλότητας του επίδικου υποστατικού να εκδοθεί άδεια λειτουργίας από το Δήμο. (Κ) Οι αιτητές απέκρυψαν ότι λόγω προβλήματος - παράγραφος Ι - και υπαιτιότητας των αιτητών εδώ και 6 μήνες είναι κλειστό το υποστατικό και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τους ίδιους, γι αυτό έχουν ανταπαίτηση στην παρούσα αγωγή και οι αιτητές καταχρηστικά έχουν καταχωρήσει την αγωγή με αριθμό 2760/15 στις 11.7.15 για την ίδια διαφορά.» Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39 Θ.1-7, 10 και 21, Δ.48 Θ.1-4 και 8-10, Δ.18 Θ.1, 3, 4, 5, 6 και 9, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του εναγόμενου 2, κ. Κύπρου Ππασιά, όπως αυτή τροποποιήθηκε, ο οποίος αναφέρει ότι είναι διευθυντής της εναγομένης 1 και υιός της εναγομένης 3, ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από αυτούς, και ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση. Ο κ. Ππασιάς αναφέρει ότι έχει διαβάσει την αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, και διαφωνεί με το περιεχόμενο τους. Αρνείται το περιεχόμενο των παραγράφων 1-2 της ένορκης δήλωσης που στηρίζει την αίτηση και λέγει ότι ο ομνύσας για τους αιτητές δεν αναφέρει κάτω από ποιες περιστάσεις απέκτησε γνώση των γεγονότων για τα οποία ορκίζεται, προσθέτοντας ότι απλή αναφορά ότι είναι προσωπικά γνώστης δεν αρκεί. Λέγει επίσης ότι ο κ. Στυλιανού δεν αναφέρει πώς γνωρίζει τα γεγονότα της υπογραφής του συμβολαίου, ούτε και αναφέρει κατά πόσο συμμετείχε στη σύνταξη του εγγράφου το οποίο επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1. Αναφέρει επίσης ότι ο κ. Στυλιανού δεν έχει θετική και προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης, αφού δεν μεσολάβησε σε καμιά διαπραγμάτευση για τη σύνταξη και υπογραφή του ενοικιαστηρίου εγγράφου, αλλά ούτε και ποτέ μίλησε μαζί τους. Είναι η θέση του κ. Ππασιά ότι οι αιτητές δεν ικανοποίησαν τις προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος και η νομολογία, και ότι το βάρος δεν μετατοπίστηκε στους εναγόμενους. Συγκεκριμένα, λέγει ότι το ενοικιαστήριο έγγραφο που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του κ. Στυλιανού δεν συνάδει με την έκθεση απαίτησης αφού είναι κενό ημερομηνίας ενώ η έκθεση απαίτησης αναφέρεται σε συμφωνία ημερομηνίας 11.4.2014, και περαιτέρω ότι στη συμφωνία, αλλά και στην ένορκη δήλωση του κ. Στυλιανού η περίοδος ενοικίασης καθορίζεται σε 4 έτη, ήτοι 13.4.2014 - 12.4.2018. Επομένως, λέγει ο κ. Ππασιάς, ο κ. Στυλιανού δεν επιβεβαιώνει με την ένορκη του δήλωση την απαίτηση των εναγόντων και η τρίτη προϋπόθεση της Δ.18 Θ.1 δεν πληρείται. Ο κ. Ππασιάς αρνείται επιπλέον το περιεχόμενο των λοιπών παραγράφων της ένορκης δήλωσης του κ. Στυλιανού και λέγει ότι πριν και κατά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας οι αιτητές προέβησαν σε ψευδείς και δόλιες παραστάσεις, βάσει των οποίων οι καθ' ων η αίτηση εξαπατήθηκαν και ενήργησαν βάσει των παραστάσεων αυτών και προχώρησαν στη σύναψη της επίδικης συμφωνίας, ενώ σε αντίθετη περίπτωση, ελλείψει δηλαδή των παραστάσεων των αιτητών, σε καμία περίπτωση δεν θα προχωρούσαν στην υπογραφή της συμφωνίας. Ισχυρίζεται ότι οι αιτητές κατά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας τους απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα και/ή ελαττώματα και/ή παρανομίες επί του υποστατικού, τα οποία και πάλι αν γνώριζαν δεν θα προχωρούσαν σε υπογραφή της συμφωνίας, αφού το υποστατικό στερείτο αδειών οικοδομής και/ή τελικής εγκρίσεως και/ή πολεοδομικής άδειας με αποτέλεσμα αυτό να καθίσταται ακατάλληλο προς εκμετάλλευση από τους εναγομένους. Οι αιτητές, ως αναφέρει, τους διαβεβαίωναν περί του αντιθέτου, με αποτέλεσμα να έχουν υποστεί ζημιά την οποία και θα αξιώσουν ανταπαιτητικά, επειδή δεν μπόρεσαν να λειτουργήσουν ποτέ, αφού ο Δήμος δεν τους εκδίδει άδεια λειτουργίας. Λέγει επίσης ότι οι αιτητές απέκρυψαν από το Δικαστήριο ότι οι καθ' ων η αίτηση τους είπαν από την αρχή ότι δεν δικαιούνται σε πληρωμή ενοικίου, αφού οι καθ' ων η αίτηση δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν το επίδικο υποστατικό και όπως τους ανέφεραν από το Δήμο, δεν μπορεί σε τέτοια περιοχή να εκδοθεί ποτέ άδεια λειτουργίας καφετέριας. Φαίνεται, λέγει ο κ. Ππασιάς, ότι στο ενοικιαστήριο έγγραφο εσκεμμένα τους ζήτησαν να αναγραφεί ως ενοικιαζόμενο «κατάστημα». Μέχρι σήμερα, προσθέτει ο κ. Ππασιάς, το υποστατικό - καφετέρια είναι κλειστό, μη εκμεταλλεύσιμο και οι καθ' ων η αίτηση έχουν υποστεί ζημιά ύψους πέραν των €100.000.00, ποσό το οποίο θα απαιτήσουν ανταπαιτητικά. Όπως τους συμβουλεύει η δικηγόρος τους, έχουν καλή υπεράσπιση στην αγωγή και το Δικαστήριο θα πρέπει να τους επιτρέψει να προβάλουν τους ισχυρισμούς τους. Λέγει επίσης ότι οι αιτητές καταχρηστικά καταχώρισαν την παρούσα αγωγή, αφού τρεις μήνες προηγουμένως και συγκεκριμένα στις 11.7.2015 καταχώρησαν την αγωγή με αριθμό 2760/15 για την ίδια διαφορά, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1. Σημειώνω ότι από το εν λόγω δικόγραφο προκύπτει ότι η αγωγή αρ. 2760/15 αφορά σε απαίτηση των εναγόντων που προκύπτει από την ίδια ενοικίαση, για τα ενοίκια των μηνών Νοεμβρίου του 2014 (μέρος) έως Μάιο του 2015. Είναι επίσης η θέση του κ. Ππασιά ότι οι αιτητές τερμάτισαν την επίδικη ενοικίαση και ως εκ τούτου το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αγωγή, αφού δικαιοδοσία έχει το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Αναφέρει, περαιτέρω, ότι το ενοικιαστήριο έγγραφο που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του κ. Στυλιανού δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, αφού δεν είναι χαρτοσημασμένο και άρα συνιστά μη αποδεκτή μαρτυρία. Ο κ. Ππασιάς λέγει τέλος ότι οι καθ' ων η αίτηση έχουν πραγματική και καλή υπεράσπιση αλλά και ανταπαίτηση εναντίον των αιτητών, ενώ οι αιτητές δεν απέδειξαν ότι έχουν καθαρή απαίτηση σύμφωνα με τη βάση αγωγής τους. Γι αυτό, είναι η θέση του, το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την αίτηση των αιτητών, με έξοδα εναντίον τους. Η ακροαματική διαδικασία Κατά την ακροαματική διαδικασία, οι συνήγοροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες υποστήριξαν τις θέσεις τους. Αναφορά στις θέσεις που υποστηρίχθηκαν μέσω των γραπτών αγορεύσεων θα γίνει στα πλαίσια αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, κατωτέρω, και στο βαθμό που χρειάζεται. Νομική πτυχή Η εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης πηγάζει από τη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συγκεκριμένα, η Δ. 18 Θ.1(α), προνοεί τα ακόλουθα: «1. (
  2. a)Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend.» Στην Πολ. Εφ. 27/10, Sensus Gymnasium Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ημερ. 4.9.2013, το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε με αναφορά σε προγενέστερη νομολογία[1] ότι σκοπός της διαδικασίας έκδοσης συνοπτικής απόφασης με βάση τη Δ.18 Θ.1 είναι η έκδοση γρήγορα απόφασης, εκεί όπου τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του ενάγοντα είναι καθαρή και δεν χρειάζεται η διεξαγωγή κανονικής δίκης και παράλληλα, να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή, όμως, η διαδικασία αυτή αποστερεί, ουσιαστικά, από τον εναγόμενο το δικαίωμα να υπερασπίσει την υπόθεση του σε κανονική δίκη, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται πολύ προσεκτικά, αραιά, και με βάση ορισμένα κριτήρια και όπου εμφανώς τα γεγονότα που η πλευρά του εναγομένου παραθέτει μέσα από την ένσταση της, δεν αφήνουν περιθώρια για νόμιμη υπεράσπιση.[2] Και στην υπόθεση Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd

(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1968, 1972 διευκρινίστηκε ότι, με δεδομένα τα δικαιώματα που έχει διάδικος βάσει των προνοιών του Άρθρου 30 του Συντάγματος και τις ανάλογες διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η συνοπτική διαδικασία που προβλέπεται στη Δ.18 Θ.1(α) πρέπει να περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου έκδηλα καταδεικνύεται πως ο εναγόμενος δεν έχει καμιά υπεράσπιση στην εναντίον του αγωγή.[3] Παρομοίως, στην υπόθεση Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ 782, 790 αποφασίστηκε ότι η Δ.18 πρέπει να εφαρμόζεται στις ξεκάθαρες και αδιαμφισβήτητες υποθέσεις. Σκοπός της είναι να καταστήσει ικανό τον ενάγοντα να πάρει συνοπτική απόφαση χωρίς δίκη, εάν μπορεί να αποδείξει την αξίωσή του ξεκάθαρα και εάν ο εναγόμενος δεν είναι σε θέση να εγείρει μια καλόπιστη υπεράσπιση ή να εγείρει οποιοδήποτε επίδικο θέμα εναντίον της αξίωσης, το οποίο πρέπει να εκδικαστεί. Οι αρχές με βάση τις οποίες προσεγγίζεται το αίτημα για συνοπτική απόφαση συνοψίστηκαν από το Εφετείο στην υπόθεση Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ (υπό εκκαθάριση) κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ. 1)
(2001)1 Α.Α.Δ. 418, ως ακολούθως: «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης. Εφόσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και προβολής σχετικής επί του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο δίκης στην αγωγή. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18. Υπάρχει δε πλούσια νομολογία. Είναι εδώ αρκετό απλώς να παραπέμψουμε στις Αγγλικές αποφάσεις στις οποίες γίνεται αναφορά στη CY.E.M.S. Co. v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897 στις σελ. 902-905.» Οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληρούνται προκειμένου να έχει το Δικαστήριο εξουσία να εκδώσει απόφαση συνοπτικά, είναι οι ακόλουθες:
  1. Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο,
  2. Ο εναγόμενος θα πρέπει να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή, και
  3. Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα ως και το ποσό που απαιτείται και να δηλώνεται ότι απ΄ ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. [4] Περαιτέρω, η αίτηση για συνοπτική απόφαση δεν είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από όλα τα έγγραφα που θα υποστήριζαν την αγωγή εάν διεξαγόταν κανονική δίκη. Αρκεί η απλή επιβεβαίωση της αξίωσης με αναφορά στην απαίτηση. Βεβαίως αν ο ενάγοντας επιλέξει να αναφερθεί στην ένορκη του δήλωση σε έγγραφα, τότε σύμφωνα με τη Δ.18 θ.2, αυτά θα πρέπει να επισυνάπτονται.[5] Μη ικανοποίηση των πιο πάνω τριών προϋποθέσεων κατά τρόπο σωρευτικό, στερεί από το Δικαστήριο τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση.[6] Με την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του εναγόμενου, ο οποίος οφείλει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή ώστε να του δοθεί δυνατότητα να καταχωρήσει υπεράσπιση.[7] Ο εναγόμενος μπορεί να πράξει τούτο είτε με ένορκη δήλωση είτε, με άδεια του Δικαστηρίου, με προφορική μαρτυρία (Δ.18 Θ.3(α)). Ως έχει νομολογηθεί όπου το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι ο εναγόμενος έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή ότι αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, ή εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαίτησης το οποίο θα πρέπει να εκδικάζεται, τότε πρέπει να του δίδει το δικαίωμα της υπεράσπισης.[8] Στα πλαίσια της εξέτασης της αίτησης το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης για να τα κρίνει. Σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο ενεργεί μόνο με βάση το ερώτημα κατά πόσο η προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι τέτοια που να δικαιούται ο εναγόμενος να ακουστεί αναφορικά με αυτήν.[9] Στο Supreme Court Practice του 1999, Τόμος 1, στη σελ. 174, παράγραφο 14/4/9, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Leave to defend must be given unless it is clear that there is no real substantial question to be tried (Codd v. Delap [1905] 92 L.T. 510, HL); that there is no dispute as to facts or law which raises a reasonable doubt that the plaintiff is entitled to judgment (Jones v. Stone [1894] A.C 122; Thompson v. Marshall [1880] 41 L.T. 720, CA; Jacobs v. Booth's Distillery Co. [1901] 85 L.T. 262, HL; Lindsay v. Martin [1889] 5 T.L.R. 322).»[10] Στην υπόθεση Λαζάρου ν. Μακεδόνα
(1999)1(Β) ΑΑΔ 817, 821-822 και αναφορικά με το πότε πρέπει να δίδεται η ευκαιρία στον εναγόμενο να υπερασπιστεί, το Ανώτατο Δικαστήριο αφού αναφέρθηκε σε σχετικές αγγλικές αποφάσεις[11] κατέληξε ως ακολούθως: «Έχει λεχθεί δικαστικά ότι όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση (δέστε Supreme Court Practice 1999 1st Ed. p. 174, para. 14/4/9).» Στις υποθέσεις CY.E.M.S. Co Ltd v. The Central Co-Operative Industries Co Ltd
(1982)1 CLR 897 και Hermes Insurance Co. Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.LR. 333, 338 το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά στην απόφαση του Λόρδου Blackburn στην υπόθεση John Wallingford v. The Directors etc. of the Mutual Society [1879-80] 5 App. Cas. (H.L.) 685, σελ. 704, ξεκαθάρισε ότι προκειμένου ο εναγόμενος να δείξει ότι υπάρχει θέμα για να δικαστεί, δεν αρκεί να προβεί σε γενική άρνηση των ισχυρισμών του ενάγοντα ή να περιοριστεί σε αόριστους ισχυρισμούς. Θα πρέπει να παράσχει λεπτομέρειες για τους ισχυρισμούς του («condescend upon particulars»), σε λογική έκταση, προκειμένου να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει βάση γι' αυτό που ισχυρίζεται. Πιο πρόσφατα, στην Πολ. Εφ. 230/09, Κυριάκου ν. Αναστασίου, ημερ. 22.1.2013, λέχθησαν σχετικά τα ακόλουθα: «Έχει υποδειχθεί στη N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1912 και έχει επιβεβαιωθεί εκ νέου στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408, ότι το δικαίωμα υπεράσπισης χωρίς όρους δεν «.. ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά, θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση του.». Το τι αναμένεται από ένα εναγόμενο όταν αντιμετωπίζει αίτηση για συνοπτική απόφαση έχει διαχρονικά επιβεβαιωθεί από τη φράση «condescend upon particulars». Στο Annual Practice 1970 σελ. 127, παρ. 14/3-4/4, αναφέρονται τα εξής: "The defendant´s affidavit must "condescend upon particulars", and should, as far as possible, deal specifically with the plaintiff´s claim and affidavit, and state clearly and concisely what the defence is, and what facts are relied on as supporting it. It should also state whether the defence goes to the whole or part of the claim, and in the latter case it should specify the part. . . ... if a legal objection is raised, the facts and the point of law arising thereon must be clearly stated. Indeed, in all cases, sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defence."» Στην ίδια γραμμή κινείται και η πιο πρόσφατη απόφαση στην Πολ. Έφ. 102/2011, Α. Καμένος κ.α. ν. Τραπέζης Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ημερ. 22.7.2014. Περαιτέρω, σημειώνεται ότι δικαίωμα υπεράσπισης μπορεί να δοθεί ακόμα και εκεί όπου ο εναγόμενος αν και παραδέχεται όλη ή μέρος της απαίτησης, προβάλλει μια καλόπιστη ανταπαίτηση, σχετική με τα γεγονότα της αγωγής και της υπεράσπισης του. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Vidisava Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1(Α) Α.Α.Δ 22, 28: «Είναι καθιερωμένο ότι όπου εγείρεται καλή τη πίστει ανταπαίτηση που προκύπτει από τα ίδια γεγονότα της αγωγής και συνδέεται άμεσα με τους λόγους υπεράσπισης πρέπει να δίδεται τέτοια άδεια, ακόμα και αν ο εναγόμενος παραδέχεται μέρος ή ολόκληρη την απαίτηση (Βλέπε: Morgan & Son Ltd. v. S. Martin Johnson & Co. [1949] 1 K.B. 107). Η ανταπαίτηση είναι αγωγή (cross action) αλλά για τους σκοπούς της Δ.18 πρέπει να θεωρείται ως Υπεράσπιση (Βλέπε: Zoedone Co. v. Barrett [1882] 26 S.J. 657).» Σε περίπτωση που ο εναγόμενος ξεκάθαρα δεν έχει υπεράσπιση στην απαίτηση, αλλά προβάλλει μια ευλογοφανή ανταπαίτηση για ποσό όχι μικρότερο του ποσού της απαίτησης, μπορεί να εκδοθεί απόφαση επί της απαίτησης, αλλά να διαταχθεί η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης, μέχρι την απόφαση επί της ανταπαίτησης. Σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στo Annual Practice του 1958, σελ. 266 - 267 και οι αγγλικές αποφάσεις (μεταξύ άλλων, Anglo-Italian Bank v. Wells (and Davies), 38 L.T. 197) που αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση CY.E.M.S. Co Limited v. The Central Co-operative Industries Co Ltd
(1982)1 CLR
  1. Όπου καταδεικνύεται από τον εναγόμενο ότι υπάρχει κάποια εύλογη υπεράσπιση, το Δικαστήριο δεν έχει καμία εξουσία να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης κάτω από τη Δ.18.[12] Τέλος, η άδεια για υπεράσπιση μπορεί να δοθεί σε σχέση με το σύνολο της αξίωσης ή μόνο σε σχέση με μέρος αυτής[13] και μπορεί να είναι με ή χωρίς όρους.[14] Αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές και εξετάζοντας τις θέσεις των δύο πλευρών, παρατηρούνται τα ακόλουθα: Ως λόγο ένστασης Α οι καθ' ων η αίτηση εγείρουν τον ισχυρισμό ότι η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη και/ή ελλιπής. Η νομική βάση της αίτησης αναφέρθηκε στα πλαίσια της «εισαγωγής», πιο πάνω. Η συνήγορος των καθ' ων η αίτηση δεν αναλύει στη γραπτή της αγόρευση ειδικά αυτό το λόγο ένστασης. Αντίθετα, δέχεται ότι την έκδοση συνοπτικής απόφασης διέπει η Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η αίτηση των αιτητών βασίζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.18 Θ.1-2 και 9(α). Κρίνω, συνεπώς, ότι ο πρώτος λόγος ένστασης δεν ευσταθεί. Με το λόγο ένστασης Γ οι καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι δεν συντρέχουν και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης και συγκεκριμένα η τρίτη προϋπόθεση της Δ.18 Θ.
  2. Σχετικοί είναι και οι λόγοι ένστασης Ε και Η. Η πλήρωση των δύο πρώτων προϋποθέσεων της Δ.18 δεν αμφισβητείται από τους καθ' ων η αίτηση, αφού η αγωγή έχει αχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και οι καθ' ων η αίτηση έχουν καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. Σύμφωνα με την τρίτη προϋπόθεση, η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα ως και το ποσό που απαιτείται και να δηλώνεται ότι απ΄ ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Η σχετική νομολογία αναφέρθηκε πιο πάνω στα πλαίσια της «νομικής πτυχής». Από τη νομολογία αυτή καθίσταται σαφές ότι η υποχρέωση του ενάγοντα να ικανοποιήσει με την ένορκη του δήλωση τις προϋποθέσεις της Δ.18 Θ.1(α), πρέπει να εξετάζεται αυστηρά. Άλλωστε τούτο υποδεικνύεται ξεκάθαρα στην υπόθεση Ανδρέας Θεμιστοκλέους & Υιοί Λτδ κ.α. v. Arizona Trading Co Ltd
(1997)1(Γ) AAΔ 1354, 1360, όπου αναφέρονται τα εξής: «Η διαδικασία για τη λήψη συνοπτικής απόφασης, ιδιαίτερα όσον αφορά την ένορκη δήλωση, είναι πολύ αυστηρή. Αυτό επιβάλλει ο δραστικός χαρακτήρας της. Σε άρθρο στο Solicitors Journal Vol. 139
(1995)στη σελ. 1125 και 1128 με τον τίτλο "Don't forget the affidavit" αναφέρεται: "Regardless of the merits of an application for summary judgment under RSC Ord. 14, it will undoubtedly fail if the procedural requirements are not met. This has been revisited in a recent case, Barclays Bank plc v. Piper, The Times, 31 May 1995 and emphasises the need for care in preparing an Ord 14 application... . ." . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Why are these requirements so important in an Ord 14 application? Order 14 is a summary process and should only be used when appropriate, where the defendant has no defence to the claim and not for tactical purposes. The essence of the application means that if the plaintiff succeeds the defendant is deprived of an opportunity to defend the case on the merits and is denied access to justice. As a summary procedure there is no room for error."» Όπως προαναφέρθηκε, η ένορκη δήλωση πρέπει να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα. Στο Annual Practice του 1958, στα πλαίσια των σχολίων που γίνονται για το παλαιό O.14 r.1 που αντιστοιχεί στη δική μας Δ.18 Θ.1, στη σελ. 247 αναφέρονται τα εξής: «"Verifying the Cause of Action." - The verification may be by reference to the particulars as indorsed on the writ, ... If the writ be accompanied by a statement of claim the facts therein contained must similarly be verified by affidavit.» Όπως αποφασίστηκε στην Πολ. Έφ. 230/09, Κυριάκου ν. Αναστασίου, ημερ. 22.1.2013, ο αιτητής πρέπει να επιβεβαιώσει την απαίτηση με αναφορά στα γεγονότα που εκτίθενται στο κλητήριο ένταλμα. Και στο Annual Practice του 1979, στη σελ. 136, κάτω από τον τίτλο «Plaintiff's Affidavit» αναφέρεται ότι η ένορκη δήλωση «must verify the facts on which the claim or part of a claim to which the application relates is based», και, περαιτέρω, ότι «it is a necessary condition for proceeding under O.14 that the application must be supported by an affidavit which complies with this rule otherwise the summons may be dismissed». Στην προκειμένη περίπτωση, στην παράγραφο 2 της έκθεσης απαίτησης αναφέρεται ότι η καθ' ης η αίτηση 1 ενοικίασε το ακίνητο για περίοδο 4 ετών, ήτοι από την 11.4.2014 μέχρι την 12.4.
  1. Στην ένορκη δήλωση του κ. Στυλιανού, η οποία έγινε προς επιβεβαίωση του αγώγιμου δικαιώματος των αιτητών, αναφέρεται ότι συμφωνήθηκε όπως η ενοικίαση αρχίσει, όχι από την 11.4.2014 που αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης, αλλά από 13.4.
  2. Παρατηρείται λοιπόν, ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση, δεν συνάδουν με τα γεγονότα που αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης. Ενδεχομένως η έκθεση απαίτησης να περιέχει σφάλμα και να χρήζει τροποποίησης, τροποποίηση η οποία θα έπρεπε, κατά τη γνώμη μου, να είχε προηγηθεί της αίτησης για συνοπτική απόφαση. Ελλείψει, όμως, τέτοιας τροποποίησης, το μόνο που απομένει είναι μια διάσταση μεταξύ της έκθεσης απαίτησης και των γεγονότων που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που έγινε προς υποστήριξη της αίτησης, για την οποία, μάλιστα, δεν παρέχεται οποιαδήποτε εξήγηση από μέρους των αιτητών. Πέραν τούτου, ο κ. Στυλιανού αναφέρει ότι το ακίνητο ενοικιάστηκε από την καθ' ης η αίτηση 1 με ενοικιαστήριο έγγραφο ημερομηνίας 11.4.2014, το οποίο επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη του δήλωση. Ανατρέχοντας στο εν λόγω Τεκμήριο 1, στη δεύτερη σελίδα αυτού αναφέρει «Εν Λευκωσία .... Φεβρουαρίου 2014». Δεν καταγράφει συγκεκριμένη ημερομηνία και δεν επιβεβαιώνει τα όσα ο κ. Στυλιανού αναφέρει προς επιβεβαίωση της απαίτησης των αιτητών, περί συμφωνίας ημερομηνίας 11.4.
  3. Ούτε γι' αυτή τη διάσταση προσφέρεται οποιαδήποτε εξήγηση από τους αιτητές. Επίσης, στο Τεκμήριο 1 η περίοδος ενοικίασης προσδιορίζεται ως η περίοδος από 13.4.2014 μέχρι 12.4.
  4. Η περίοδος αυτή συνάδει, μεν, με την (τροποποιημένη) ένορκη δήλωση που έγινε προς υποστήριξη της αίτησης, όχι όμως και με την έκθεση απαίτησης, του περιεχομένου της οποίας σκοπείται η επιβεβαίωση. Υπενθυμίζω στο σημείο αυτό ότι, ως έχει αναφερθεί στα πλαίσια της «νομικής πτυχής», πιο πάνω, με παραπομπή στην υπόθεση Κυριάκου, ο αιτητής στα πλαίσια αίτησης για συνοπτική απόφαση δεν έχει υποχρέωση να αναφέρεται σε έγγραφα, αλλά όταν το πράττει, και στην προκειμένη περίπτωση το έπραξε, θα πρέπει να τα παρουσιάζει και σίγουρα όταν τα παρουσιάζει αυτά αναμένεται ότι θα συνάδουν τόσο με την ένορκη μαρτυρία που προσκομίζεται στο Δικαστήριο προς υποστήριξη της αίτησης, αλλά και με την έκθεση απαίτησης, πράγμα που στην προκειμένη περίπτωση και υπό το φως των όσων έχουν πιο πάνω αναφερθεί δεν συμβαίνει. Από τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν, προκύπτει ότι ο κ. Στυλιανού, στα πλαίσια της ένορκης του δήλωσης που έγινε για σκοπούς λήψης συνοπτικής απόφασης, και η οποία, όπως προαναφέρθηκε, πρέπει να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και να επιβεβαιώνει τα γεγονότα επί των οποίων η απαίτηση βασίζεται, αναφέρεται σε διαφορετική περίοδο ενοικίασης από αυτήν που αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης, και, επιπλέον, παρουσιάζει ενοικιαστήριο έγγραφο - το Τεκμήριο 1 - το οποίο δεν συνάδει και επί της ουσίας και δεν επιβεβαιώνει τα όσα αναφέρει στην ένορκη του δήλωση και στην έκθεση απαίτησης. Συνακόλουθα, και έχοντας υπόψη την αυστηρότητα με την οποία σύμφωνα και με τη νομολογία που πιο πάνω παρατίθεται θα πρέπει να αποδεικνύονται οι προϋποθέσεις της Δ.18, δεν μπορώ να θεωρήσω ότι με τα όσα ο κ. Στυλιανού αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση της Δ.18 Θ.1, αφού απέτυχε να επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα των αιτητών με δεδομένη τη διάσταση μεταξύ της ένορκης δήλωσης και της έκθεσης απαίτησης, αλλά και μεταξύ της ένορκης δήλωσης και της έκθεσης απαίτησης και του ενοικιαστηρίου εγγράφου που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  5. Η κατάληξη μου αυτή είναι καταλυτική για την περαιτέρω πορεία της αίτησης, αφού, σύμφωνα με τη νομολογία, μη ικανοποίηση των τριών προϋποθέσεων κατά τρόπο σωρευτικό, στερεί από το Δικαστήριο τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ 782, στις σελ. 789 - 790, διαβάζουμε τα εξής: «Η τήρηση των πιο πάνω προϋποθέσεων σχετίζεται με την δικαιοδοσία του δικαστηρίου και η μη ικανοποίησή τους στερεί από το δικαστήριο τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση (Βλ. Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, 135). Ο λόγος της αυστηρής προσέγγισης όσον αφορά την επάρκεια ή πληρότητα της ένορκης δήλωσης επεξηγείται ως πιο κάτω στην Symon & Co. ν. Palmer's Stores
(1903)Limited [1912] 1 K.B. 259, 266-267: . . . . . . . . . . . . . . Σε ελληνική μετάφραση: ". . . . . . . . . . . . . Συχνά γίνεται αίτηση δυνάμει της Δ.14, όχι με προσδοκία επιτυχίας, αλλά για να πεισθεί ο εναγόμενος να κάμει ένορκη δήλωση και με τον τρόπο αυτό να ληφθούν πληροφορίες με όρκο σε σχέση με την φύση της υπεράσπισης. Αυτό δεν είναι νόμιμο. Εάν δεν υπάρχει η ένορκη δήλωση που απαιτείται από τον θ.1 της Δ.14, δεν υπάρχει, νομίζω, δικαιοδοσία δυνάμει της Διαταγής εκείνης για έκδοση απόφασης. Ο Δικαστής υποχρεούται να αφήσει την αγωγή να προχωρήσει σε δίκη με τον συνηθισμένο τρόπο. Μπορεί να εκδώσει απόφαση χωρίς δίκη εάν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο κανονισμός. Το ζήτημα της επάρκειας της ένορκης δήλωσης είναι ζήτημα που ανάγεται στη δικαιοδοσία."» Και στην υπόθεση Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, στις σελ. 135 και 140, λέχθηκαν τα εξής: «Both objections go to the jurisdiction of the Court as the conditions imposed by Order 18, r.1 have to be fulfilled in order that the Court can have jurisdiction to make an order for summary judgment thereunder; there is ample authority for this proposition to which we shall shortly be referring. . . . . . . . . . As it appears from the already quoted passage of the judgment of Buckley, L.J. in the Symon case (supra) at. p. 266, it is not legitimate to expect to file an application with an affidavit not complying with the rule and so get information on oath as to the nature of the defendant's defence. So if there is no such affidavit as is required by Order 18, r.1, there cannot be jurisdiction under that Order to give judgment. A defendant by making a defence to the merits in addition to taking a preliminary objection as to the sufficiency of the affidavits filed by the applicant—plaintiff should not be taken as submitting to the jurisdiction of the Court. It should be examined if the plaintiff by his application has brought himself within the ambit of the order. As it was stated by Lord Esher, M.R. in the case of Roberts v. Plant [1895] 1 Q.B. p. 597 at p. 603, in relation to the procedure under Order 14 : "That is a stringent power to give, and therefore the Courts have said that its exercise must be strictly watched, in order to see that the plaintiff has brought himself within the scope of the provisions of the orders."» Η πιο πάνω κατάληξη μου περί μη ικανοποίησης από πλευράς των αιτητών της τρίτης προϋπόθεσης της Δ.18 Θ.1, σφραγίζει και την τύχη της παρούσας αίτησης, που δεν μπορεί να είναι άλλη, από την απόρριψη της, με το Δικαστήριο να στερείται δικαιοδοσίας να εξετάσει το κατά πόσο οι καθ' ων η αίτηση αποκάλυψαν υπεράσπιση ή τέτοια γεγονότα που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης. Κατάληξη Ενόψει των ανωτέρω, η αίτηση των αιτητών δεν μπορεί να επιτύχει. Συνεπώς η αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βρίσκω λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση και εναντίον των εναγόντων - αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .............. Μ. Θεοκλήτου, Προσ. Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Παραπέμποντας στις υποθέσεις Robert v. Plant [1895] 1 Q.B. 597, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 ΑΑΔ 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 CLR 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) ΑΑΔ 782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 ΑΑΔ 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817, Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1968, Sigma Radio TV Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ 408, Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 818 και στο The Annual Practice 1970 σελ. 126. [2] Πολ. Εφ. 21/12, Atlaspantou Co Ltd v. Angelos Nicolaides Holdings Ltd, ημερ. 17.12.13, στην οποία υιοθετήθηκε σχετικό απόσπασμα από τη απόφαση του Έντιμου Ναθαναήλ Δ. στην υπόθεση S.M. Loizides Agencies Ltd v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ
(2011)1 ΑΑΔ 1280. [3] Σχετικά με το θέμα αυτό είναι και τα όσα αναφέρθηκαν στην Sigma Radio TV Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ 408, 415. [4] Πολ. Εφ. 27/10, Sensus Gymnasium Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ημερ. 4.9.2013, Sigma Radio TV Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ 408,
  1. [5] Πολ. Εφ. 230/09, Κυριάκου ν. Αναστασίου, ημερ. 22.1.
  2. [6] Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ 782, 789, Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, 135. [7] CY.E.M.S. CO LTD v. Central Co-Operative Industries Co Ltd
(1982)1 CLR 897 και Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 CLR 333. [8] Sigma Radio TV Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ 408, 413 [9] S.M. Loizides Agencies Ltd. v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ
(2011)1 ΑΑΔ 1280. [10] Τα πιο πάνω υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Vidisava Subotic v. Δήμου Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 22, καθώς και στην υπόθεση Λαζάρου ν. Μακεδόνα
(1999)1(Β) ΑΑΔ
  1. [11] Banque de Paris et des Pays-Bas (Suisse) SA v. de Naray [1984] 1 Lloyd's Rep. 21, 23, Bhogal v. Punjab National Bank v. Punjab National Bank [1988] 2 All E.R. 296, 303 και Standard Chartered Bank v. Yaacoub [1990] CA Transcript
  2. [12] Στην Ετήσια Πρακτική του 1958 (Annual Practice 1958), στη σελ. 265 αναφέρεται ότι «Once a reasonable ground of defence is shown there is no power under O. 14 " to go into the merits of the case at all "». [13] Δ.18 Θ.4 και Πολ. Έφ.102/2011, Α. Καμένος κ.α. ν. Τραπέζης Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ημερ. 22.7.
  3. [14] Δ. 18 Θ.
  4. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.