← Κύπρος

ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΙΚΗΣ ΝΑΤΑΡ & ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ, ΠΙΣΤΩΤΟΥ ΤΗΣ N.P.P. BETOMIX LIMITED ν. ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ ΤΗΝ N.P.P. BETOMIX L

ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΙΚΗΣ ΝΑΤΑΡ & ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ, ΠΙΣΤΩΤΟΥ ΤΗΣ N.P.P. BETOMIX LIMITED ν. ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ ΤΗΝ N.P.P. BETOMIX LIMITED, Αίτηση αρ.: 765/14, 22/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A388 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αίτηση αρ.: 765/14 Μεταξύ: ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΦΟΡΩΣΙ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟ ΚΕΦ. 113 203, 209, 211(ε), 212(α)(γ), 213

(1), 214 και 333 και ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ ΤΗΝ N.P.P. BETOMIX LIMITED και ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΙΚΗΣ ΝΑΤΑΡ & ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ, ΠΙΣΤΩΤΟΥ ΤΗΣ N.P.P. BETOMIX LIMITED --------------------- 22 Ιουνίου 2016 Για τον αιτητή: κος Χαρ. Χρυσάνθου Για τους καθ' ων η αίτηση: κος Τσάρκατζιης ΑΠΟΦΑΣΗ Η επίδικη αίτηση, η οποία φαίνεται να είναι petition, υποβάλλεται από την εταιρεία ΜΙΚΗΣ ΝΑΤΑΡ & ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ (στη συνέχεια η αιτήτρια) και στρέφεται εναντίον της εταιρείας N.P.P. BETOMIX LIMITED (στη συνέχεια η εταιρεία). Αντικείμενο της αίτησης είναι η έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης της εταιρείας. Πριν οτιδήποτε άλλο ας δούμε τα διαδικαστικά στοιχεία της αίτησης, δηλαδή τη μαρτυρία που προσκομίστηκε και τον τρόπο με τον οποίο αυτή αντιμετωπίστηκε από τους διαδίκους. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που ομνύει ο Γιώργος Νάταρ, ένας εκ των διευθυντών της αιτήτριας. Και η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση την οποία ομνύει ο Νικόλας Καφφά, επίσης αξιωματούχος, σε αυτή όμως την περίπτωση της εταιρείας. Υποδεικνύεται ότι ουδεμία πλευρά ζήτησε να αντεξετάσει οιονδήποτε από τους ομνύοντες και ως εκ τούτου άμα τη συμπλήρωση των δικογράφων η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση, διαδικασία η οποία περιορίστηκε στις αγορεύσεις των συνηγόρων. Η αίτηση εδράζεται στον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 και συγκεκριμένα στα άρθρα 203, 209, 211(ε), 212(α) και (γ), 213
(1), 214 και 333 και επί των περί Διαλύσεως Αγγλικών Κανονισμών. Ανάλογη είναι και η νομική βάση της ένστασης, χωρίς όμως να παραγνωρίζεται ότι εκεί αναφέρονται και οι περί Εταιρειών (Εκκαθαρίσεις) Κανονισμοί, ως επίσης οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί. Λόγω της ομοιότητας των δύο παραλείπω να αναφέρω τη νομική βάση της ένστασης. Οι δε λόγοι ένστασης συνίστανται στα ακόλουθα· «
  1. Οι Αιτητές δεν έχουν locus standi στην παρούσα αίτηση καθότι δεν αποτελούν πιστωτές της Εταιρείας.
  2. Η Εταιρεία είναι φερέγγυα και ικανή να πληρώσει τα χρέη της.
  3. Η Εταιρεία έχει ουσιαστική και καλόπιστη Υπεράσπιση και βάσιμα δεν πλήρωσε το αξιούμενο από τους Αιτητές ποσό.
  4. Η Εταιρεία δεν οφείλει στους Αιτητές το ποσό που αναφέρουν στην απαίτηση τους και/ή οιονδήποτε άλλο ποσό.
  5. Οι Αιτητές δεν έχουν αδιαμφισβήτητη και/ή εκκαθαρισμένη απαίτηση εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση εταιρείας.
  6. Η απαίτηση των Αιτητών δεν αποτελεί γνήσια απαίτηση για συγκεκριμένο ποσό.
  7. Η ισχυριζόμενη οφειλή δεν είναι συγκεκριμένη και αδιαμφισβήτητη.
  8. Οι Αιτητές προωθούν την αίτηση μόνο για σκοπούς άσκησης πίεσης επί της εταιρείας και η αίτηση τους είναι καταχρηστική προς τις δικαστικές διαδικασίες.
  9. Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή ελλείπει η νομική βάση της αίτησης ή/και δεν στηρίζεται στους σωστούς θεσμούς και/ή κανονισμούς.
  10. Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη.
  11. Η ένορκη δήλωση είναι ασαφής, αόριστη και/ή αναληθής.
  12. Οι Αιτητές δεν ήρθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια.
  13. Οι Αιτητές επιδιώκουν να εξασφαλίσουν θεραπεία δικαίου της επιείκειας χωρίς να συνυπάρχουν οι προϋποθέσεις του Νόμου.
  14. Οι Αιτητές δεν θα ωφεληθούν από τη εκκαθάριση της εταιρίας.
  15. Η εταιρεία είναι ορθά διοικουμένη και καμιά ενέργεια δεν έχει γίνει εις βάρος των συμφερόντων των Αιτητών.
  16. Δεν εδόθη η υπό του Νόμου προβλεπόμενη ειδοποίηση ή/και αυτή που εδόθη δεν ήταν σύμφωνη με το Νόμο.
  17. Η περιουσία της καθ' ης η Αίτηση Εταιρείας είναι πολύ μεγαλύτερη από την απαίτηση των Αιτητών.
  18. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος.» Σε αυτό το στάδιο κρίνω χρήσιμο να συνοψίσω τις δικανικές αρχές που διέπουν το ζήτημα, διαδικασία η οποία θα αναδείξει και τα επίδικα θέματα. Όπως έχει ήδη υποδειχθεί η αίτηση εδράζεται στα άρθρα 211(ε) και 212(α) και (γ) του Κεφ.
  19. Αυτή εν προκειμένω είναι η νομική βάση και συνεπώς σε αυτά τα δύο άρθρα είναι που θα περιοριστεί η έρευνα του δικαστηρίου. Λόγω της σημασίας που φαίνεται να προσλαμβάνουν τα πιο πάνω άρθρα, κρίνω χρήσιμο να παραθέσω το περιεχόμενο τούτων αυτούσιο. Το άρθρο 211 (ε) αναφέρει ότι· «Εταιρεία δύναται να εκκαθαριστεί από το Δικαστήριο αν- (ε) η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της.» Το δε άρθρο 212 (α) και (γ) αναφέρει ότι· «Εταιρεία λογίζεται ότι είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της - (α) αν πιστωτής, με εκχώρηση ή διαφορετικά, που του χρωστεί η εταιρεία ποσό που υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000), επέδωσε στην εταιρεία παραδίνοντας στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας απαίτηση η οποία απαιτεί από την εταιρεία να καταβάλει το ποσό που οφείλεται με τον τρόπο αυτό, και η εταιρεία για τις επόμενες τρεις εβδομάδες αμέλησε να καταβάλει το ποσό ή να εξασφαλίσει ή να το διευθετήσει προς εύλογη ικανοποίηση του πιστωτή· ή ...... (γ) αν αποδειχθεί, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της κατά το χρόνο που αυτά καθίστανται πληρωτέα και, για απόφαση κατά πόσο εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της κατά το χρόνο που αυτά καθίστανται πληρωτέα, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τις ενδεχόμενες και μελλοντικές υποχρεώσεις της εταιρείας.» Έχει νομολογηθεί ότι το περιεχόμενο των πιο πάνω άρθρων είναι πανομοιότυπο με εκείνο των αγγλικών άρθρων 222 (e) και 223 (a) και (d), αντίστοιχα, του Companies Act του 1948 και συνεπώς καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τις αγγλικές αποφάσεις που πραγματεύονται τούτα, καθώς και τα σχετικά συγγράμματα (βλ. GIP Construction Ltd v. Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1991)1 Α.Α.Δ. 14, 18). Επιπλέον έχει λεχθεί ότι άμα τη αποδείξει ότι εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της ο αιτητής δικαιούται, ex debito justitiae, δηλαδή ιδίω δικαιώματι ή εξ οφειλομένης δικαιοσύνης, έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης της εταιρείας. Εν τούτοις η έκδοση του διατάγματος παραμένει στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, γεγονός που επιβεβαιώνεται από τη συμπερίληψη του όρου 'δύναται' στην εναρκτήρια πρόταση του άρθρου 211. Είναι γι' αυτό το λόγο που στον Palmer's Company Precedents, 7η έκδοση, σελίδα 1115, αναφέρεται σε σχέση με τον χαρακτηρισμό ex debito justitiae ότι· «On the other hand, it has been said that the latter is a phrase which means no more than that in accordance with settled practice the court can only exercise its discretion in one way namely by granting the order.» Το βασικό ερώτημα που αναδεικνύεται είναι· πώς διαπιστώνεται η ανικανότητα της εταιρείας; Όπως έχει νομολογηθεί το άρθρο 211 (ε) είναι γενικό και άνευ περιορισμών. Από την άλλη στον Buckley on the Companies Acts, 13η έκδοση, σελίδα 459, υποδεικνύεται ότι το άρθρο 212 αφορά και είναι επεξηγηματικό του άρθρου 211(ε) (This section refers to and is explanatory of s.222(e)). Δεν έχει δική του αυτοτέλεια το άρθρο 212 και δεν παρέχει άλλους τρεις λόγους για έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης, λέχθηκε στην υπόθεση PAN - AMAN HOTELS LIMITED v. Εφόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2002)1Γ Α.Α.Δ 1796, 1799. Το μόνο που εξυπηρετεί είναι πως εξειδικεύει τρεις λόγους που αν ήθελαν αποδειχθεί, οδηγούν σε συμπέρασμα ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της. Οι τρεις αυτές περιπτώσεις συνιστούν νομοθετικό τεκμήριο αδυναμίας πληρωμής χρεών, ειπώθηκε στην υπόθεση GIP Constructions Ltd, πιο πάνω και επαναλήφθηκε στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Εταιρείας Σκυροποιϊας Λεωνικ Λτδ
(2009)1 Β. Α.Α.Δ
  1. Μάλιστα υποδείχθηκε ότι η διαφορά μεταξύ των δυο άρθρων, δηλαδή 211 και 212, έγκειται στο ότι τεκμηρίωση οιασδήποτε από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 212 δημιουργεί τεκμήριο αδυναμίας πληρωμής, ενώ στην περίπτωση του άρθρου 211 η έκδοση του διατάγματος εξαρτάται από το πώς θα αξιολογηθούν τα ενώπιον του δικαστηρίου στοιχεία. Στη δοσμένη όμως περίπτωση η αίτηση περιορίζεται στα άρθρα 211(ε) και 212(α) και (γ). Ως εκ τούτου τίθεται το ερώτημα· τι είναι εκείνο που αναμένεται να αποδειχθεί βάσει των άρθρων 211(ε) και 212(α). Περιορίζομαι σε αυτά εφόσον το άρθρο 212(γ) σχολιάζεται πιο κάτω. Σχετική λοιπόν είναι η αναφορά στο σύγγραμμα Palmer's, πιο πάνω, σελίδα 1114, όπου αναφέρεται ότι ζητούμενο είναι κατά πόσο· «(α) Επιδόθηκε στην εταιρεία, συγκεκριμένα στο εγγεγραμμένο γραφείο τούτης, γραπτή απαίτηση πληρωμής χρέους που οφείλεται, και (β) Αμέλεια (neglect) της εταιρείας, για περίοδο πέραν των τριών εβδομάδων, να πληρώσει το ποσό ή να εξασφαλίσει ή συμβιβάσει τούτο προς εύλογη ικανοποίηση του πιστωτή.» Προτού σχολιάσω το άρθρο 212(γ), κρίνω ορθό να στρέψω την προσοχή μου στην προσκομισθείσα μαρτυρία. Αν ορθά αντιλαμβάνομαι τα πράγματα η μαρτυρία αποκαλύπτει ότι μεγάλος αριθμός γεγονότων δεν τελεί υπό αμφισβήτηση. Ως εκ τούτου επιτρέπεται και επιβάλλεται να συνοψισθούν τα όποια συμπεράσματα προκύπτουν. Το τεκμήριο 1 στην αίτηση, το οποίο είναι το αποτέλεσμα έρευνας στον Έφορο Εταιρειών, αποκαλύπτει πως η εταιρεία συστάθηκε την 05.10.1992 και ο αριθμός εγγραφής τούτης είναι ΗΕ
  2. Περαιτέρω, το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας βρίσκεται στην οδό Αθανασίας 9 Παλιομέτοχο, Λευκωσία και το μετοχικό κεφάλαιο τούτης ανέρχεται σε 5.000 μετοχές, αξίας €1,71 έκαστη, ενώ το εκδοθέν κεφάλαιο ανέρχεται σε €8.
  3. Μέτοχος της εταιρείας είναι άλλη μία εταιρεία, εν προκειμένω η N. Kaffas Properties Ltd και αξιωματούχοι της εταιρείας, νοείται της εταιρείας που αφορά η υπό κρίση αίτηση, είναι ο Νικόλας Καφφάς (διευθυντής) και ο Δημήτρης Καφφάς (γραμματέας). Αναμφισβήτητο είναι και το γεγονός ότι αιτήτρια και εταιρεία ήταν συνεργάτες. Η πρώτη προμήθευε τη δεύτερη με πετρελαιοειδή. Σε αυτό το πλαίσιο εκδίδοντο τιμολόγια και τηρείτο κατάσταση λογαριασμού. Την 31.07.2014 η αιτήρια επέδωσε στην εταιρεία επιστολή με την οποία ζητούσε εξόφληση ισχυριζόμενου χρέους, ήτοι €270.608,09, εντός 21ος ημερών. Η εν λόγω επιστολή, εν προκειμένω το γνωστό notice, είναι το τεκμήριο
  4. Μετά την επίδοση της επιστολής η εταιρεία δεν παρέμεινε αδρανής. Απάντησε τούτη, για να λάβει όμως δεύτερη επιστολή από την αιτήτρια. Η αλληλογραφία που αντάλλαξαν οι διάδικοι μετά την επίδοση του notice, είναι το τεκμήριο 5 στην αίτηση. Από το περιεχόμενο του φακέλου του δικαστηρίου διαπιστώνεται ότι η επίδικη αίτηση δημοσιεύτηκε σε δύο εφημερίδες, την επίσημη εφημερίδα (έγγραφο Α) και μια ευρείας και καθημερινής κυκλοφορίας (έγγραφο Β). Και στις δύο περιπτώσεις η δημοσίευση έγινε την 05.12.
  5. Όλα τα πιο πάνω καθίστανται ευρήματα του δικαστηρίου, εφόσον πηγάζουν από παραδεκτή και/ή αναμφισβήτητη μαρτυρία. Τώρα, η όλη διαδικασία αναδεικνύει άλλα δύο ζητήματα τα οποία χρειάζεται να τύχουν διαπραγμάτευσης πριν οτιδήποτε άλλο. Και τα δύο έχουν να κάνουν με την προσκομισθείσα μαρτυρία και το πώς αντιμετωπίστηκε και κατ' επέκταση τα ευρήματα του δικαστηρίου. Το πρώτο ζήτημα συναρτάται με τη νομική βάση της αίτησης. Όπως έχει ήδη αναφερθεί η αιτήτρια διατείνεται πως η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώνει τα χρέη της. Επικαλείται δε τα δύο νομοθετικά τεκμήρια των παραγράφων (α) και (γ) του άρθρου 212 του Κεφ.
  6. Σε αυτό το στάδιο δεν απασχολεί το άρθρο 212(α). Ό,τι ενδιαφέρει εδώ είναι μόνο το άρθρο 212(γ). Περιττό βεβαίως να επαναλάβω εκείνο που αναφέρθηκε στην υπόθεση PAN-AMAN HOTELS LIMITED v. Έφορου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1796, 1799, δηλαδή πως το άρθρο 212 δεν παρέχει άλλους τρεις λόγους που δικαιολογούν εκκαθάριση, καθ' ότι δεν είναι αυτοτελές. Επεξηγεί μόνο τα αναφερόμενα στο άρθρο 211(ε). Στην ίδια υπόθεση επεξηγήθηκε η εμβέλεια της παραγράφου (γ) του άρθρου 212. Λέχθηκαν συναφώς τα εξής (σελ. 1800)· «Αν όμως επιδιώκεται να βασιθεί η αίτηση γενικά στην ανικανότητα της εταιρείας να πληρώσει τα χρέη της, τούτο μόνο σε συνάρτηση με το άρθρο 212(γ) μπορεί να γίνει, οπότε βέβαια δεν αρκεί αναφορά σε αποτυχία της εταιρείας να πληρώσει χρέος της αλλά επιβάλλεται αναφορά στη συνολική κατάσταση της εταιρείας, λαμβανομένων υπ΄όψη όλων των υποχρεώσεων της εταιρείας, περιλαμβανομένων ενδεχομένων και μελλοντικών, στα πλαίσια στάθμισης της συνολικής φερεγγυότητας της.» Ποια όμως η σημασία των πιο πάνω; Στην προκείμενη περίπτωση η μαρτυρία που προσκόμισε η αιτήτρια είναι πολύ περιορισμένη και εξαντλείται, σχεδόν, σε ό,τι μέχρι στιγμής έχει διαπιστωθεί. Ουδεμία εν προκειμένω μαρτυρία προσκομίστηκε για τις ευρύτερες δραστηριότητες και υποχρεώσεις της εταιρείας. Το σύνολο της μαρτυρίας της αιτήτριας αρκείται στη μεταξύ τους σχέση, δηλαδή σε εκείνο που η ίδια θεωρεί ότι οφείλεται, και βεβαίως στην απαίτηση πληρωμής (τεκμήριο 4). Συνάγεται λοιπόν ότι η αίτηση δεν προωθήθηκε σε σχέση με τα αναφερόμενα στο άρθρο 212(γ), εφόσον δεν απασχόλησε η γενικότερη οικονομική κατάσταση της εταιρείας και ως εκ τούτου αυτή η νομική βάση της αίτησης δεν θα απασχολήσει περαιτέρω. Καταλήγω λοιπόν ότι η αίτηση περιορίστηκε στις διατάξεις του άρθρου 212(α), το οποίο εξισώνει την αδικαιολόγητη παράλειψη συμμόρφωσης σε απαίτηση πληρωμής, με ανικανότητα πληρωμής χρεών. Και το δεύτερο ζήτημα που απασχολεί έχει να κάνει με τη μαρτυρία που προσκομίστηκε, αλλά αυτή τη φορά σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν απαντήθηκε και ούτε αμφισβητήθηκε. Και εξηγώ· η ένορκη δήλωση της αιτήτριας καταχωρίστηκε μαζί με την αίτηση. Ακολούθησε η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης, η οποία επίσης συνοδεύτηκε από ένορκη δήλωση, εν προκειμένω τη δήλωση του Νικόλα Καφφά. Ο ομνύων τη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση πρόβαλε σειρά πραγματικών λόγων, σε μια προσπάθεια σχολιασμού των ισχυρισμών της αίτησης και ιδιαίτερα αν το ποσό που αξιώνει η αιτήτρια αμφισβητείται καλή τη πίστει. Εν τούτοις, η αιτήτρια δεν ζήτησε να απαντήσει τους σχετικούς ισχυρισμούς, όπως ούτε να αντεξετάσει τον ομνύοντα. Καίτοι η διαδικασία σε petition διεξάγεται βάσει των ενόρκων δηλώσεων που έχουν καταχωριστεί, οι κανόνες δικαίου, εν προκειμένω το βάρος απόδειξης και η παράλειψη αμφισβήτησης, δεν διαφοροποιούνται και ούτε παραγράφονται. Στο σύγγραμμα Odgers' Principle of Pleading and Practice, σελίδα 321, αναφέρεται ότι· «A petition is a written application, in the nature of pleading, setting out a party's case in detail and made in open court.» Και πιο κάτω, στη σελίδα 323, αναφέρει ότι· «The evidence follows what we have already seen to be the normal chancery procedure on originating applications and is usually given by affidavit though attendance for cross-examination can be had if desired.» Συνάγεται λοιπόν ότι είναι αναφαίρετο δικαίωμα οιουδήποτε διαδίκου να ζητήσει αντεξέταση, πράγμα που εδώ δεν έγινε. Αυτή όμως η παράλειψη δεν είναι αμελητέα. Έχει να κάνει με την πάρα πέρα αντιμετώπιση της μαρτυρίας. Περιττό βεβαίως να επαναλάβω τη γνωστή δικαιϊκή αρχή που θέλει τη μη αντεξέταση να ισούται με αποδοχή του ισχυρισμού που δεν αμφισβητείται, καθώς ότι αφήνει τούτο [τον ισχυρισμό] άτρωτο και αναλλοίωτο. Αν η αρχή αυτή χρειάζεται περαιτέρω τεκμηρίωση αρκεί να παραπέμψω στο λόγο της υπόθεσης Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527,
  1. Όπως υποδείχθηκε εκεί· «Εκκινώντας από αυτό το τελευταίο, θα ήταν χρήσιμο ένα σύντομο σχόλιο. Η αντεξέταση των μαρτύρων είναι σημαντικό όπλο στη διεξαγωγή μιας δίκης. Από τη δικανική σκοπιά - και όχι την ηθική που στόχος είναι βασικά η εύρεση της αλήθειας και η αποκάλυψη του ψεύδους - πρωταρχικό αντικείμενο της είναι η αποδυνάμωση ή εκμηδένιση των δηλώσεων ενός μάρτυρα κατά την κύρια εξέταση, που στηρίζουν ή βοηθούν την υπόθεση του αντιδίκου. Είναι σχετική η ρήση του Lord Hanworth, M.R., την οποία αναφέρει, επιδοκιμάζοντας την, ο Sankey L.C., στην υπόθεση Mechanical and General Inventions Co. Ltd. and Lehwess v. Austin and the Austin Motor Co. [1935] A.C. 346 στη σελ. 359: "Cross-examination is a powerful and valuable weapon for the purpose of testing the veracity of a witness and the accuracy and completeness of his story." Υπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής, που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα δικαστήρια μας, οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι, κατά την αντεξέταση, τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα.» Δεν παραγνωρίζω ότι πριν την καταχώριση της ένστασης η εταιρεία προώθησε αίτηση δια παραμερισμό της υπό κρίση αίτησης, εδραζώμενη επί τω ότι δεν αποκάλυπτε αγώγιμο δικαίωμα (Δ.27 κ.3) και ότι αυτή η ενδιάμεση αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της αιτήτριας. Εν τούτοις αυτή η αίτηση απεσύρθη και δεν απεφασίσθη. Επιπλέον, όσα αναφέρθηκαν στην ενδιάμεση διαδικασία που απεσύρθη δεν αποτελούν μέρος της υπό κρίση αίτησης, δηλαδή δεν έχουν δικογραφηθεί στο petition. Επί του προκειμένου βασική είναι η αρχή ότι αιτήσεις αυτού του είδους εκδικάζονται secundum allegata et probata (according to allegations and proof, βλ. Buckley, πιο πάνω, σελίδα 471). Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω πως η διερεύνηση δεν μπορεί παρά να περιοριστεί στα αναφερόμενα σε αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Ποια όμως είναι η επίπτωση της επιλογής των διαδίκων να μην αντεξετάσουν; Έχοντας ως δεδομένο ότι η αιτήτρια δεν αμφισβήτησε τους ισχυρισμούς του ομνύοντα την ένσταση, εν προκειμένω τα αναφερόμενα στην ένορκη δήλωση του Νικόλα Καφφά, οι ισχυρισμοί που εκεί αναφέρονται και αφορούν πραγματικά γεγονότα, δεν μπορεί παρά να θεωρηθούν αναμφισβήτητοι και κατά συνέπεια να μετουσιωθούν σε διαπιστώσεις του δικαστηρίου. Υποδεικνύεται εν προκειμένω ότι η θέση του ομνύοντα Νατάρ πως η εταιρεία παραδέχεται την οφειλή της, εφόσον το τεκμήριο 3 στην αίτηση είναι κατάσταση λογαριασμού της εταιρείας που συμφωνεί με το ποσό που απαίτησε η αιτήτρια, ήτοι €270.608,09, έτυχε δριμείας αμφισβήτησης και συνακόλουθα σχολιασμού από τον ομνύοντα Καφφά. Ο τελευταίος ανέφερε ότι όχι μόνο η εταιρεία αρνήθηκε την οφειλή, πράγμα που έπραξε σε σχετικό έντυπο που της έδωσε ο Νατάρ και το οποίο του το επέστρεψε δια χειρός (τεκμήριο 14 στην ένσταση), αμέσως μετά ο Νατάρ με ύπουλο τρόπο ζήτησε από το λογιστήριο της εταιρείας να του δώσουν κατάσταση λογαριασμού των μεταξύ τους πράξεων και του έδωσαν το τεκμήριο 3 στην αίτηση. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι υιοθετούν το περιεχόμενο του τεκμηρίου 3 στην αίτηση, εφόσον σε αυτό αναφέρονται μόνο τα ποσά των τιμολογίων της αιτήτριας και όχι οι υπερχρεώσεις που διατείνεται η εταιρεία. Εφόσον λοιπόν η μαρτυρία του Καφφά δεν αμφισβητήθηκε και επιπλέον κρίνεται λογική και αξιόπιστη καθ' ότι δεν αυτοαναιρείται και ούτε προσκρούει στη λογική, τότε δεν μπορεί παρά να υιοθετηθεί. Αυτό καθιστά σαφές ότι η θέση του ομνύοντα Νατάρ απορρίπτεται. Πέραν τούτου ανάλογα ισχύουν και για την άλλη θέση του Νατάρ, δηλαδή ότι οι αιτιάσεις της εταιρείας είναι επιτηδευμένες και υστεροκατασκευασμένες. Επί του προκειμένου η μαρτυρία του Καφφά και πάλι, απαντά ό,τι σχετικό και δη πως ανέκαθεν οι διάδικοι αντιμετώπιζαν προβλήματα και μάλιστα ότι οι δύο τους (Νατάρ και Καφφάς) είχαν συμφωνήσει πως κάποιο ποσό έπρεπε να αφαιρεθεί από την κατάσταση λογαριασμού. Ας δούμε όμως το σύνολο των επιπλέον διαπιστώσεων, ως προκύπτουν από την αναμφισβήτητη μαρτυρία του ομνύοντα Καφφά. Επισημαίνω ότι πιο κάτω όπου αναφέρομαι σε τεκμήρια εννοώ τα τεκμήρια που συνοδεύουν την ένσταση, εκτός εάν ρητά αναφέρεται κάτι διαφορετικό. Αιτήτρια και εταιρεία συνεργάζονται από το έτος
  2. Η συνεργασία τους συνίσταται στο ότι η αιτήτρια προμηθεύει την εταιρεία με πετρελαιοειδή. Τουλάχιστον από το 2005 η εταιρεία ήταν με την εντύπωση πως οι ποσότητες που αναγράφονταν στα τιμολόγια που εξέδιδε η αιτήτρια, δηλαδή τα λίτρα που την προμήθευε, δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Γι' αυτό το λόγο η εταιρεία αγόρασε ειδική ζυγαριά και εφάρμοσε συγκεκριμένο τρόπο εξακρίβωσης της ποσότητας που παραλάμβανε. Ζύγιζε εν προκειμένω το βυτιοφόρο τόσο πριν όσο και μετά την παράδοση και μετέτρεπε τα κιλά σε λίτρα, αφότου διαιρούσε τη διαφορά με την πυκνότητα του πετρελαίου που σε κάθε περίπτωση ήταν διαφορετική. Η εταιρεία κατασκεύασε έντυπο το οποίο μάλιστα ονόμασε «Ειδικό Βάρος Πετρελαίου» και σε αυτό σημείωνε τις διαφορές που εντόπιζε, δηλαδή μεταξύ της ποσότητας που αναφερόταν στο δελτίο αποστολής (waybill) και του ελέγχου που διεξήγαγε. Ενδεικτικό είναι το τεκμήριο
  3. Για τα έτη 2005 και 2006 οι έλεγχοι της εταιρείας ήταν σποραδικοί λόγω περιορισμένου προσωπικού και συνεπώς τα έντυπα λιγοστά. Εν τούτοις από το 2007 και εντεύθεν ο έλεγχος ήταν καθημερινός και γι' αυτό το λόγο η εταιρεία διατηρούσε αρχείο. Το τεκμήριο 3 είναι λίστα που δεικνύει το σύνολο των εκδοθέντων τιμολογίων δια τα έτη 2005 έως 2013, καθώς επίσης τη διαφορά στις ποσότητες, ως είναι η θέση της εταιρείας. Τα δε τεκμήρια 2 και 4 έως και 10, δεικνύουν τις διαφορές μεταξύ τιμολογίου και εντύπου «Ειδικό Βάρος Πετρελαίου». Από την αρχή, δηλαδή από το 2005, η εταιρεία πληροφόρησε το διευθυντή της αιτήτριας, εν προκειμένω τον ομνύοντα Νατάρ, για τις διαφορές που εντόπισε κάποιες εκ των οποίων υπερέβαιναν τα 200 λίτρα, καθώς ότι δεν ήταν διατεθειμένη να πληρώσει την επιπλέον ποσότητα. Σε αυτό μάλιστα το πλαίσιο ο διευθυντής της αιτήτριας προσπάθησε να πείσει την εταιρεία ότι η μέθοδος υπολογισμού της ποσότητας που εφάρμοσε, νοείται η εταιρεία, ήταν λανθασμένη. Γι' αυτό δε ακολούθησαν δύο τουλάχιστον συναντήσεις μεταξύ των διαδίκων και αντιπροσώπων των εταιρειών ΕΚΟ και ESSO. Παρ' όλα αυτά, οι συναντήσεις δεν οδήγησαν σε κάποιο αποτέλεσμα. Εν τούτοις οι διάδικοι και συγκεκριμένα οι διευθυντές τούτων, δηλαδή οι ομνύοντες Νατάρ και Καφφάς, συμφώνησαν ότι θα έβλεπαν το σύνολο των δελτίων αποστολής (waybills), ώστε να καταλήξουν στο ύψος της διαφοράς και στη συνέχεια να αφαιρεθούν οι χρεώσεις δια τις ποσότητες που δεν παραδόθηκαν και όμως χρεώθηκαν. Σε διάφορες περιπτώσεις ο Καφφάς επιχείρησε να διευθετήσει συνάντηση με τον διευθυντή της αιτήτριας, εν τούτοις ο τελευταίος ανέβαλε τούτη λέγοντάς του «εννα χαθούμε τίποτε;». Εν τω μεταξύ η εταιρεία επιχείρησε να εξασφαλίσει από άλλη εταιρεία τις υπηρεσίες που ελάμβανε από την αιτήτρια, δηλαδή να αλλάξει προμηθευτή. Προς τούτο σχετικό είναι το τεκμήριο 11, δηλαδή προσφορά που έλαβε. Παρ' όλα αυτά, η αιτήτρια παρενέβαλε εμπόδια, είτε επικοινωνώντας με τις εταιρείες που προσέγγιζε η εταιρεία, είτε ακόμη απειλώντας ότι θα ζητούσε επιστροφή της αντλίας και της υπέργειας δεξαμενής. Ως εκ τούτου, πλείστες τόσες προσπάθειες της εταιρείας για αλλαγή προμηθευτή έπεσαν στο κενό. Εν τέλει, η συνεργασία των διαδίκων διεκόπη το
  4. Μετά τη διακοπή η αιτήτρια ζήτησε από την εταιρεία να επιβεβαιώσει ότι το υπόλοιπο της ανέρχεται σε €272.608,
  5. Αντ' αυτού όμως η εταιρεία και συγκεκριμένα ο ομνύων Καφφάς έθεσε επί του ιδίου εγγράφου χειρόγραφη σημείωση (τεκμήριο 14) ότι η εταιρεία δεν αποδέχεται το εν λόγω ποσό. Εν τούτοις, αργότερα την ίδια ημέρα ο Νατάρ ζήτησε από το λογιστήριο της εταιρείας να του αναφέρει το υπόλοιπο που σύμφωνα με τα δικά τους στοιχεία οφειλόταν στην αιτήτρια από την εταιρεία. Το λογιστήριο της εταιρείας έδωσε στον Νατάρ το τεκμήριο 3 στην αίτηση, δηλαδή κατάσταση λογαριασμού που δεικνύει υπόλοιπο €272.608,
  6. Εν τούτοις, όπως επεξηγείται και στο τεκμήριο 16, δηλαδή επιστολή που η εταιρεία απέστειλε στην αιτήτρια, το ποσό που αναφέρεται στο τεκμήριο 3 στην αίτηση δεν είναι τίποτα άλλο από το ποσό που προκύπτει από πρόσθεση των τιμολογίων. Παραμένει όμως να αφαιρεθεί το ποσό που υπερχρεώθηκε, ως άλλωστε συμφωνήθηκε από τους διευθυντές των διαδίκων, Νατάρ και Καφφά. Κατά τα λοιπά, δεδομένη είναι η θέση της εταιρείας ότι αμφισβητεί το αναφερόμενο ποσό, όπως ανέφερε και στην επιστολή που απέστειλε στην αιτήτρια (τεκμήριο 15) μετά την παραλαβή της ειδοποίησης για καταβολή του οφειλόμενου ποσού (τεκμήριο 4 στην αίτηση). Τέλος, γεγονός είναι ότι η εταιρεία έχει ενεργειακά στοιχεία που κοστολογούνται σε €9.350.782, ενώ οι ελεγμένες καταστάσεις για το έτος 2012 παρουσιάζουν σύνολο εισοδημάτων ύψους €4.724.730 (βλ. τεκμήριο 17). Ο δε τραπεζικός λογαριασμός της εταιρείας δεικνύει πιστωτικό υπόλοιπο ύψους €170.
  7. Έχοντας πλέον καταλήξει με το σύνολο των πραγματικών γεγονότων ό,τι απομένει να αποφασιστεί είναι κατά πόσο οι διαπιστώσεις του δικαστηρίου αποδεικνύουν ή όχι το μαχητό τεκμήριο που δημιουργεί το άρθρο 212(α) του Κεφ. 113 και κατ' επέκταση ανικανότητα πληρωμής χρέους (άρθρο 211(ε), Κεφ. 113). Είναι βεβαίως αντιληπτό ότι οι διαπιστώσεις του δικαστηρίου θέλουν την αιτήτρια να αποστέλλει επιστολή στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Τούτη η επιστολή είναι το τεκμήριο 4 στην αίτηση. Περαιτέρω, γεγονός είναι ότι το ποσό που αναφέρεται στην επιστολή υπερβαίνει το ελάχιστο ποσό που προνοείται στο άρθρο 212(α), δηλαδή τις €5.
  8. Τέλος, γεγονός είναι ότι η εταιρεία δεν συμμορφώθηκε με το περιεχόμενο της επιστολής [τεκμήριο 4 στην αίτηση]. Μάλιστα αυτή η παράλειψη πληρωμής ή εξασφάλισης του εκεί αναφερόμενου ποσού, συνεχίζει μέχρι και σήμερα, δηλαδή αφότου παρήλθε η προθεσμία των 21ος ημερών που θέτει ο νόμος. Παρ' όλα αυτά, έχει νομολογηθεί ότι δεν είναι η κάθε παράλειψη πληρωμής που κρίνεται καταδικαστέα. Στο αντίστοιχο αγγλικό κείμενο, άρθρο 223(α), χρησιμοποιείται η φράση neglected (αμέλησε). Τούτη μάλιστα έτυχε ιδιαίτερης ανάλυσης από τον Sir George Jessel M.R. στην υπόθεση In re London and Paris Banking Corporation
(1875)L.R.19 Eq. 444, 446, στην οποία εντρύφησε σε εκείνο που θεωρείται αμέλεια, νοείται για σκοπούς του εν λόγω άρθρου, διακρίνοντας την αμέλεια (neglect) από την παράλειψη (omission). Το δεύτερο, ανέφερε, δεν επαρκεί για ικανοποίηση του επίδικου άρθρου. Ανέφερε εν προκειμένω ότι· «It is very obvious, on reading that enactment, that the word, "neglected" is not necessarily equivalent to the word "omitted." Negligence is a term which is well known to the law. Negligence in paying a debt on demand, as I understand it, is omitting to pay without reasonable excuse. Mere omission by itself does not amount to negligence. Therefore I should hold, upon the words of the statute, that where a debt is bonâ fide dispute by the debtor, and the debtor alleges, for example, that the demand for goods sold and delivered is excessive, and says that he the debtor, is willing to pay such sum as he is either advised by competent valuers to pay, or as he himself considers a fair sum for the goods, then in that case he has not neglected to pay, and is not within the wording of the statute.» Περαιτέρω στον Palmer's, πιο πάνω, παράγραφοι 85-06 έως 85/07 υποδεικνύεται ότι· «To fall within the general principle the dispute must be bona fide in both a subjective and an objective sense. Thus it must be honestly believed to exist and must be based on substantial or reasonable grounds. "Substantial" means having substance and not frivolous and which the court should therefore ignore. There must be so much doubt and question about the liability to pay the debt that the court sees that there is a question to be decided. The onus is on the company "to bring forward a prima facie case which satisfies the court that there is something which ought to be tried either before the court itself or in an action, or by some other proceeding.» Στο δικό μου μυαλό ουδεμία αμφιβολία υφίσταται ότι η επίδικη περίπτωση δεν συνιστά αμέλεια αλλά παράλειψη, ή για να χρησιμοποιήσω τα λόγια του Jessel M.R. "mere omission". Οι διαπιστώσεις του δικαστηρίου καθιστούν σαφές ότι τουλάχιστον από το 2005 και εντεύθεν οι διάδικοι εντόπισαν διαφορά στην αντιστοιχία παραδοθείσας ποσότητας και χρέωσης και για αυτό ακριβώς το λόγο άρχισαν διαπραγματεύσεις με σκοπό να διαπιστωθεί· αφενός ο κατάλληλος τρόπος εξακρίβωσης της ποσότητας του πετρελαίου που η εταιρεία λάμβανε από την αιτήτρια και αφετέρου, το πραγματικό ποσό που οφείλεται. Οι διαπιστώσεις του δικαστηρίου θέλουν την αιτήτρια να συμφωνεί ότι τα waybills χρήζουν διόρθωσης. Ποιο το ύψος της διαφοράς και πώς αυτό επηρεάζει το αξιούμενο ποσό, €272.608,09, δεν αποκαλύπτεται από τη μαρτυρία αλλά ούτε και έχει σημασία. Το γεγονός ότι η εταιρεία αγόρασε ζυγαριά ώστε να μετρά την ποσότητα πετρελαίου που παραλάμβανε, φανερώνει ότι κάποια σχετική διαφωνία είχε με την αιτήτρια, αλλιώς δεν θα προέβαινε σε τούτη την ενέργεια. Επιπλέον, το γεγονός ότι η εταιρεία κατασκεύασε αρχείο με τα έντυπα Ειδικού Βάρους Πετρελαίου (βλ. τεκμήριο 4 έως 10), το οποίο μάλιστα χρονολογείται εφόσον παραπέμπει στο 2005, επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό τούτης, δηλαδή ότι διαφωνούσε με την αιτήτρια σε σχέση με την ποσότητα πετρελαίου που παραλάμβανε. Περαιτέρω, οι προσπάθειες εξεύρεσης άλλου προμηθευτή και εν τέλει η διακοπή της συνεργασίας των δύο διαδίκων, επίσης υποστηρίζει τη θέση της εταιρείας περί διαφωνίας η οποία χρονολογείται. Τέλος, το γεγονός ότι η αίτηση υποβλήθηκε σχεδόν αμέσως μετά τη διακοπή της συνεργασίας των διαδίκων, τη στιγμή που ήταν σε γνώση της αιτήτριας ότι η κατάσταση λογαριασμού αμφισβητείτο και δεν ήταν αποδεχτή, γεγονός που συνάγεται από τη χειρόγραφη σημείωση στο τεκμήριο 14, φανερώνει ότι η αίτηση δεν εξυπηρετεί αγνούς σκοπούς αλλά χρησιμοποιείται ως μέσο εκβιασμού και εξαναγκασμού. Μάλιστα υποδεικνύεται ότι η αιτήτρια δεν απεκάλυψε το τεκμήριο 14, όπως ούτε το ότι έλαβε την κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 3 στην αίτηση) αφότου η εταιρεία της γνωστοποίησε ότι διαφωνούσε με το υπόλοιπο. Η σημασία των πιο πάνω έγκειται στο ότι επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό της εταιρείας πως το τεκμήριο 3 στην αίτηση αποσπάστηκε από αυτή με δόλιο τρόπο και κατ' επέκταση ότι δεν υιοθετείται το περιεχόμενο τούτου. Το σύνολο των πιο πάνω διαπιστώσεων δεν αφήνει περιθώριο άλλο πλην διαπίστωσης ότι η παράλειψη της εταιρείας να αποπληρώσει το ποσό είναι απόρροια γνήσιας ή καλύτερα, bona fide αμφισβήτησης τούτου. Οφείλεται τούτη σε γνήσια επιθυμία εξακρίβωσης του λογαριασμού των διαδίκων. Αυτή ήταν και η περίπτωση στην υπόθεση In re London and Paris Banking Corporation, πιο πάνω, όπου λέχθηκε· «The Master of the Rolls, without calling upon the Respondents, said
(2): "This is a novel experiment, and if I acceded to the application the consequence would be very serious to public companies. The meaning of the Act is this-if a debt above £50, which is not bona fide contested, be not paid or arranged within three weeks after demand, the Court may order the company to be wound up. It is not sufficient for a company to say 'We dispute the dept;' they must shew some reasonable ground for doing so. This is a bona fide contested debt, and though more than £50 appears to be due, I do not think that it is such a case as was intended by the Act . The whole of the evidence which has been laid before me clearly establishes that this is a contested question of account between the company and the petitioner, although something is due to him which would exceed the £50 mentioned by the statute. This, however, is not the case within the statute: for what should I have to do if I made the order? I could do nothing but take an account between these parties. If I made the order, I should still say to the company, Provided you pay what is due to the petitioner, I will stop the proceeding". He then dismissed the petition with costs.» Στη δοσμένη περίπτωση οι διαπιστώσεις του δικαστηρίου θέλουν τους ισχυρισμούς της εταιρείας να ικανοποιούν τόσο το υποκειμενικό όσο και το αντικειμενικό κριτήριο. Επισημαίνω εν τούτοις ότι με όλα τα πιο πάνω δεν σημαίνει ότι η εταιρεία δεν οφείλει το ποσό των €272.608,09 ή κάποιο μέρος τούτου. Απλώς τα γεγονότα καθιστούν την αμφισβήτηση της εταιρείας εύλογη, καθώς ότι ορθό είναι όπως το ποσό αυτό αφεθεί να αποφασιστεί από αρμόδιο δικαστήριο, διεργασία η οποία εκφεύγει των πλαισίων της επίδικης αίτησης. Είναι γι' αυτό το λόγο που έχει νομολογηθεί ότι αίτηση ως η υπό κρίση δεν σκοπεί δια είσπραξη απαιτήσεων που αμφισβητούνται (βλ. Mann a.o. v. Goldstein a.o.
(1968)2 All E.R. 769, 773) και ούτε βεβαίως δια να τίθεται στην εταιρεία το εκβιαστικό δίλημμα· είτε πληρώνεις το ποσό που ζητώ είτε εκδίδεται διάταγμα εκκαθάρισης (βλ. In re London and Paris Banking Corporation, πιο πάνω, στη σελίδα 448). Όπως η εταιρεία οφείλει να αποδείξει καλή τη πίστει αμφισβήτηση, έτσι και η αιτήτρια οφείλει να υποβάλει την αίτησή της σε γνήσια βάση και με καλή τη πίστει διεκδίκηση δικαιώματος. Στην προκείμενη περίπτωση τα γεγονότα δεν δικαιολογούν εκκαθάριση της εταιρείας εφόσον δικαιολογημένα και εύλογα αμφισβητείται η αξίωση. Συνεπώς αναπόδραστο είναι ότι η αίτηση απορρίπτεται. Έξοδα, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της καθ' ης η αίτηση εταιρείας και εναντίον της αιτήτριας. (Υπ.) ........... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.