Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Γιαννάκη Κωνσταντίνου κ.α., Αρ. Αγωγής: 218/14, 23/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A394 Αρ. Αγωγής: 218/14 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγουσας και
- Γιαννάκη Κωνσταντίνου
- Γκαλίνα Κωνσταντίνου Εναγομένων Αίτηση ημερ. 31.3.16 υπό εναγομένων - αιτητών για παραμερισμό ερήμην εκδοθείσας απόφασης Ημερομηνία: 23 Ιουνίου 2016 Για εναγομένους - αιτητές: κος Ανδρέας Χριστοφόρου Για ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση: κα Μαρία Κυριάκου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση τους, οι εναγόμενοι αιτούνται τον παραμερισμό και την ακύρωση απόφασης που εκδόθηκε ερήμην τους στις 5.11.
- Τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα της υπόθεσης όπως προκύπτουν και από τον φάκελο του Δικαστηρίου έχουν ως εξής: Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 14.1.14 και επιδόθηκε στους εναγομένους 1 & 4 στις 11.6.
- Και οι δύο εναγόμενοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης όπου δήλωσαν ότι θα εμφανιστούν αυτοπροσώπως. Καταχώρησαν ως χώρο διαμονής τους, την διεύθυνση που αναφέρεται στο κλητήριο, ήτοι την οδό Γρηγόρη Αυξεντίου 83, Ασκάς 2752 Λευκωσία. Δήλωσαν επίσης στο σημείωμα εμφάνισης, τα κινητά τους τηλέφωνα. Στις 23.10.2014, η ενάγουσα κατεχώρησε αίτηση για έκδοση απόφασης λόγω μη καταχώρησης υπεράσπισης εναντίον και των δύο εναγομένων. Στην εν λόγω αίτηση, πέραν της διεύθυνσης που δήλωσαν οι εναγόμενοι στα σημειώματα εμφάνισης τους, αναφέρεται και η διεύθυνση εργασίας Φ/δι Γιαννάκη Κωνσταντίνου Insurance, Σπύρου Κυπριανού 14Α Λευκωσία. Στην ένορκη δήλωση του επιδότη, αναφέρεται ότι την αίτηση παρέλαβε στις 7.11.14, κάποια Κατερίνα Ψυχή, γραφέας και υπεύθυνη του τόπου εργασίας των εναγομένων. Οι εναγόμενοι 1 & 2 καταχώρησαν στην συνέχεια την έκθεση υπεράσπισης τους. Μετά το κλείσιμο των δικογράφων, η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες στις 2.7.15 δυνάμει της Δ.
- Η επιστολή του πρωτοκολλητείου για ειδοποίηση των εναγομένων στην οδό Γρηγόρη Αυξεντίου 83, 2752 στον Ασκά, επεστράφη λόγω λάθους ως αναφέρεται στον φάκελο, στον ταχυδρομικό Κώδικα. Ως εκ τούτου και επειδή προέκυψε ότι οι εναγόμενοι δεν ειδοποιήθηκαν δεόντως, η υπόθεση ορίστηκε από το Δικαστήριο εκ νέου για οδηγίες στις 22.10.15, προκειμένου να ειδοποιηθούν από το πρωτοκολλητείο. Στις 13.10.15 καταχωρήθηκε στον φάκελο σημείωμα από τον πρωτοκολλητή με το οποίο καλούνταν οι διάδικοι να εμφανιστούν στο Δικαστήριο για οδηγίες στις 22.10.
- Ως διεύθυνση των εναγομένων, αναφέρεται και πάλι η οδός Γρηγόρη Αυξεντίου 83, 2752 στον Ασκά. Αυτή την φορά δεν προκύπτει να έχει επιστραφεί η επιστολή ειδοποίησης πίσω στον Πρωτοκολλητή. Οι εναγόμενοι παρέλειψαν να εμφανιστούν στο Δικαστήριο την πιο πάνω ημερομηνία. Ως εκ τούτου και κατόπιν αιτήματος των συνηγόρων της ενάγουσας, η υπόθεση ορίστηκε για απόδειξη στις 5.11.15 όπου και εκδόθηκε ερήμην των εναγομένων, απόφαση για το ποσόν των €308.000,00 πλέον τόκους και έξοδα. Διατάχθηκε επίσης, η πώληση τριών ενυπόθηκων ακινήτων για την εξασφάλιση του εξ' αποφάσεως χρέους. Ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας αίτησης στις 31.3.16 με την οποία οι εναγόμενοι ζητούν διάταγμα που να παραμερίζει και ακυρώνει την πιο πάνω απόφαση που εκδόθηκε ερήμην τους στις 5.11.
- Η αίτηση στηρίζεται στις Δ.17 θ.10, Δ.26 θ.14, Δ.48, Δ.64, στο άρθρο 25 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και στο άρθρο 30 του Συντάγματος. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του εναγομένου 1, ο οποίος αναφέρει ότι γνωρίζει τα γεγονότα και είναι επίσης εξουσιοδοτημένος από την εναγόμενη 2 να προβεί στην ένορκη δήλωση. Στην συνέχεια ο ομνύων, αναφέρθηκε στο ιστορικό της υπόθεσης μέχρι και την καταχώρηση των δικογράφων. Ισχυρίστηκε ότι επειδή δεν έλαβε καμία περαιτέρω ειδοποίηση για την υπόθεση, στις 20.11.2015 επισκέφθηκε τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ζητώντας να ενημερωθεί για την εξέλιξη της αγωγής. Με έκπληξη του, πληροφορήθηκε για πρώτη φορά ότι είχε εκδοθεί στις 5.11.2015 απόφαση. Μετά από έρευνα στον φάκελο, διαπίστωσε ότι η υπόθεση είχε οριστεί για οδηγίες χωρίς όμως ποτέ ο ίδιος να ειδοποιηθεί. Το σημείωμα περί λανθασμένου ταχυδρομικού κώδικα δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αφού με βάση τα κυπριακά ταχυδρομεία, ο ταχυδρομικός κώδικας για το χωριό Ασκάς, είναι πράγματι 2752 (τεκμ.1). Στις 22.10.2015 όπου ορίστηκε ξανά η υπόθεση, η διεύθυνση είναι ακριβώς η ίδια με την πρώτη κλήση για οδηγίες, με τη διαφορά ότι το Δικαστήριο θεώρησε ότι αυτή την φορά, οι επιστολές είχαν παραληφθεί. Το γεγονός όμως αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ήταν η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι καμία ειδοποίηση δεν έλαβαν οι εναγόμενοι από το Πρωτοκολλητείο για τον ορισμό της υπόθεσης. Ανέφερε περαιτέρω ότι από το έτος 2012, είναι ο κοινοτάρχης του χωριού Ασκάς στο οποίο διαμένει. Ως εκ τούτου δεν υπάρχει η παραμικρή πιθανότητα να υφίσταται πρόβλημα εντοπισμού του, στη συγκεκριμένη κοινότητα από το ταχυδρομείο. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, οι εναγόμενοι στερήθηκαν το δικαίωμα τους να προωθήσουν την υπεράσπιση τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Εξάλλου, ακόμα και μετά την επιστροφή των επιστολών, κανένας δεν επιχείρησε να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με τους εναγομένους παρά το γεγονός ότι τα τηλέφωνα τους είχαν κοινοποιηθεί στα σημειώματα εμφάνισης που καταχώρησαν. Ούτε η ίδια η ενάγουσα, η οποία γνώριζε τις διευθύνσεις οικίας και εργασίας των εναγομένων δεν επιχείρησε να επικοινωνήσει μαζί τους και να τους πληροφορήσει για την ημερομηνία που ορίστηκε η υπόθεση. Ο ενόρκως δηλών, ισχυρίστηκε στην συνέχεια ότι οι εναγόμενοι δεν αδιαφόρησαν για την αγωγή. Σημείωσε το ενδιαφέρον που επέδειξαν για την εξέλιξη της υπόθεσης με την κατ' ιδίαν επίσκεψη του ενόρκως δηλούντα στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για ενημέρωση. Σημείωσε επίσης την αμεσότητα με την οποία εγέρθηκε η παρούσα αίτηση παραμερισμού της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε ερήμην τους. Όλα τα πιο πάνω, καταδεικνύουν κατά τον ομνύοντα ότι δεν υπήρξε εκ μέρους των εναγομένων, καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας. Η ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση, καταχώρησε ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Στους λόγους ένστασης, αναφέρεται ότι η αίτηση είναι εκπρόθεσμη και καταχωρήθηκε καταχρηστικά με την πάροδο υπέρμετρου χρόνου από την έκδοση απόφασης. Επιπλέον, με αυτή δεν αποκαλύπτεται καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση δικηγόρου που εργάζεται στο γραφείο των συνηγόρων της ενάγουσας. Ήταν η θέση της ότι οι αιτητές επέδειξαν πλήρη αδιαφορία για την υπόθεση τους και δεν εμφανίστηκαν στο Δικαστήριο παρότι ενημερώθηκαν από τους συνηγόρους της ενάγουσας με φαξ για την ημερομηνία που ορίστηκε η αγωγή για απόδειξη (τεκμ. 3). Κατά την ενόρκως δηλούσα, οι εναγόμενοι και σε προηγούμενες περιπτώσεις επέδειξαν αδιαφορία για την αγωγή όπως στην διαδικασία της αίτησης για απόφαση λόγω μη καταχώρησης υπεράσπισης. Αναφέρθηκε σε τηλεομοιότυπο, ημερ.25.2.2015 (τεκμ.1) με το οποίο ειδοποιούσαν τους εναγομένους για τον ορισμό της αίτησης για απόφαση λόγω μη καταχώρησης υπεράσπισης. Στο ίδιο αριθμό, στάλθηκε στην συνέχεια με τηλεομοιότυπο και η ειδοποίηση (τεκμ.3), με την οποία ενημερώνονταν οι εναγόμενοι ότι η αγωγή ορίστηκε στις 5.11.2015 για απόδειξη. Και ενώ ανταποκρίθηκαν στην ειδοποίηση με το τηλεομοιότυπο (τεκμ.1), στις 5.11.2015 παρότι και πάλι ειδοποιήθηκαν με τηλεομοιότυπο στον ίδιο αριθμό (τεκμ.3), επέλεξαν να μην εμφανιστούν στο Δικαστήριο. Από τα πιο πάνω, είναι φανερό κατά τη συνήγορο ότι οι αιτητές επέδειξαν κατά συρροή αδιαφορία που προσλαμβάνει τη μορφή κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων των εναγόντων. Επιπλέον, καμία αναφορά δεν γίνεται που να δικαιολογεί το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την έκδοση της απόφασης μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας. Ήταν τέλος η θέση της ενόρκως δηλούσας ότι είναι πρωταρχικής σημασίας σε αιτήσεις όπως η παρούσα, οι αιτητές να αποδείξουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση, καμία ουσιαστική αναφορά γίνεται προς υποστήριξη αυτού του ζητήματος. Συνεπώς, για κανένα λόγο δεν δικαιολογείται ο παραμερισμός της απόφασης. Αγορεύσεις Ο συνήγορος των εναγομένων - αιτητών παρέπεμψε αρχικά στο ιστορικό της υπόθεσης όπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου. Στη συνέχεια και αφού υιοθέτησε τα γεγονότα της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, αναφέρθηκε στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Απέρριψε τον ισχυρισμό ότι η αίτηση είναι εκπρόθεσμη αφού δεν εφαρμόζεται στην παρούσα η Δ.33 θθ.3 και
- Αυτό γιατί η υπόθεση δεν ήταν ορισμένη για ακρόαση αλλά δυνάμει της Δ.30 μετά από κλήση για οδηγίες. Απέρριψε επίσης τη θέση της ενάγουσας για λανθασμένη νομική βάση της αίτησης. Σε σχέση με τις ουσιαστικές προϋποθέσεις εξέτασης του αιτήματος, ο συνήγορος με αναφορά σε νομολογία ανέφερε ότι η ερήμην εκδοθείσα απόφαση δεν εκδόθηκε κατόπιν σφάλματος των εναγομένων να καταχωρήσουν υπεράσπιση. Όσον αφορά το ζήτημα της απόδειξης καλής υπεράσπισης, ο συνήγορος παρέπεμψε στο φάκελο του Δικαστηρίου όπου φαίνεται ξεκάθαρα η υπεράσπιση των εναγομένων. Στα εν λόγω δικόγραφα, προβάλλεται συζητήσιμο θέμα για το οποίο πρέπει να διεξαχθεί δίκη. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς για καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας, ο συνήγορος ανέφερε ότι αυτοί δεν ευσταθούν. Η αίτηση καταχωρήθηκε στις 31.1.2016 με την πάροδο μόλις μερικών μηνών από την πληροφόρηση που έτυχε ο εναγόμενος 1 στις 20.11.
- Ο χρόνος που μεσολάβησε δεν μπορεί να θεωρηθεί ως υπέρμετρος σε βαθμό κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Διαφαίνεται από τον φάκελο της υπόθεσης ότι οι λόγοι μη εμφάνισης των εναγομένων ενώπιον του Δικαστηρίου δεν ήταν δικό τους σφάλμα, αλλά πιθανόν ταχυδρομικό ή γραφειοκρατικό λάθος. Περαιτέρω και ενώ είχαν δηλωθεί τα κινητά τηλέφωνα των εναγομένων ως επιπλέον στοιχεία επικοινωνίας, δεν έλαβε χώρα καμία προσπάθεια επικοινωνίας μαζί τους. Υπήρχε επιπλέον η δυνατότητα εξεύρεσης των εναγομένων και στη διεύθυνση εργασίας τους όπως έγινε και με τις αιτήσεις για έκδοση απόφασης λόγω παράλειψης καταχώρησης υπεράσπισης. Ο συνήγορος απέρριψε τους ισχυρισμούς για ειδοποίηση των εναγομένων μέσω τηλεομοιότυπου και ισχυρίστηκε ότι σε καμία περίπτωση δεν ελήφθη τέτοια ειδοποίηση. Η συνήγορος για την ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση αφού επανέλαβε τους λόγους ένστασης, παρέπεμψε σε νομολογία που διέπει τον παραμερισμό απόφασης που εκδίδεται ερήμην του εναγομένου. Ήταν η θέση της ότι ο ορισμός της υπόθεσης για απόδειξη, εμπίπτει στο πλαίσιο της Δ.33 θ.3 που ενέχει την έννοια προσαγωγής μαρτυρίας από τον ένα μόνο διάδικο, ο οποίος εμφανίστηκε την τελευταία δικάσιμο. Κατά την ορισθείσα ημερομηνία για απόδειξη στις 5.11.2015, κανένας από τους εναγομένους δεν εμφανίστηκε παρότι ειδοποιήθηκαν σχετικά σύμφωνα και με το τεκμήριο 3 που συνοδεύει την ένσταση. Ως εκ τούτου, η παρούσα διέπεται από την Δ.33 θ.3 και την Δ.33 θ.5 που παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο για παραμερισμό απόφασης λόγω μη εμφάνισης διαδίκου στη δίκη. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της εν λόγω διάταξης, τέτοια απόφαση μπορεί να ακυρωθεί κατόπιν αίτησης που υποβάλλεται εντός δεκαπέντε ημερών από την έκδοση της απόφασης. Είναι εμφανές, κατά τη συνήγορο, ότι οι δικαστικές προθεσμίες δεν τηρήθηκαν και ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα πέντε σχεδόν μήνες μετά την έκδοση απόφασης στις 5.11.
- Το γεγονός αυτό δεν μπορεί να παρακαμφθεί ούτε και με την επίκληση της Δ.
- Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, εάν το Δικαστήριο ήθελε υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης, είναι η θέση της ενάγουσας ότι οι λόγοι που προβάλλουν οι αιτητές για παραμερισμό της απόφασης δεν δικαιολογούν την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Στην παρούσα περίπτωση δεν γίνεται καμία αναφορά που να δικαιολογεί το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από τις 20.11.2015 όπου κατ' ισχυρισμό ενημερώθηκαν οι εναγόμενοι για την έκδοση απόφασης μέχρι τις 31.3.2016 όπου καταχωρήθηκε η παρούσα. Η απουσία οποιασδήποτε επεξήγησης σε αυτό το θέμα, οδηγεί στην έλλειψη του αναγκαίου υποβάθρου για να ασκήσει το Δικαστήριο τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της αίτησης. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει επίσης κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας εκ μέρους των αιτητών. Τέλος, η συνήγορος αναφέρθηκε στην απουσία οιονδήποτε ισχυρισμών στην ένορκη δήλωση της αίτησης αναφορικά με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης. Η γενικότητα των ισχυρισμών της υπεράσπισης των εναγομένων όπως έχει καταχωρηθεί, αφήνει κενά και δεν είναι σύμφωνη με τις απαιτήσεις της νομολογίας για παρουσίαση ικανοποιητικών λεπτομερειών με τις οποίες να πεισθεί το Δικαστήριο ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Ενόψει όλων των πάνω, ήταν η θέση της συνηγόρου ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δεν θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης των αιτημάτων. Νομική πτυχή - Συμπεράσματα Οι αρχές που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για τον παραμερισμό εκδοθείσας ερήμην απόφασης, έχουν καθοριστεί με ακρίβεια από τη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Holiday Inns
(1994)1 A.A.Δ. 736, το Ανώτατο Δικαστήριο αφού επιβεβαίωσε την υιοθέτηση της Αγγλικής υπόθεσης Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, συνόψισε τις πιο πάνω αρχές ως ακολούθως: α) Η αίτηση για παραμερισμό απόφασης εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. β) Πρωταρχικής σημασίας στοιχείο είναι να καταδειχθεί εκ μέρους του αιτητή καλή υπεράσπιση. Το βάρος απόδειξης φέρει ο αιτητής όχι για να αποδείξει την υπεράσπιση του αλλά για να καταδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης. γ) Ο αιτητής πρέπει να δείξει ουσιαστική και σοβαρή δικαιολογία γιατί δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο. δ) Το Δικαστήριο θα πρέπει να περιοριστεί στο αν υπάρχει ή όχι καλή υπεράσπιση και δεν θα πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την αγωγή και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή όχι υπεράσπιση. ε) Η μαρτυρία που προσκομίζεται είναι υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οιονδήποτε ενόρκως δηλούντα αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου υποδεικνύει επίσης ότι στις περιπτώσεις που ο εναγόμενος δεν είχε καθόλου λάβει γνώση για την αγωγή ή την πορεία της υπόθεσης, η απόφαση θα πρέπει να παραμερίζεται χωρίς να τίθεται θέμα διακριτικής εξουσίας. Στην υπόθεση Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου
(1997)1Α Α.Α.Δ. 247, το Εφετείο ανέφερε ότι αντικανονική επίδοση, εκθεμελιώνει τη διαδικασία. Στις περιπτώσεις αυτές, η απόφαση θα πρέπει να παραμερίζεται αυτοδικαίως (ex debito justitiae). Σχετικές με το θέμα είναι και οι μεταγενέστερες υποθέσεις Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού ν. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd,
(2002)1 Α.Α.Δ 43, 48, και Νέμιτσας ν. Chaparian
(2011)1 Α.Α.Δ.
- Λέχθηκε στις πιο πάνω αποφάσεις ότι το θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα του διαδίκου να γνωρίζει για τις δικαστικές διαδικασίες που κινούνται εναντίον του, συνδέεται αναπόφευκτα με το δικαίωμα δίκαιης δίκης αφού μόνο έτσι του παρέχεται η δυνατότητα να υπερασπιστεί. Στην παρούσα περίπτωση, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι δεν έχουν ειδοποιηθεί για την ημερομηνία που η υπόθεση ορίστηκε αρχικά για οδηγίες και στην συνέχεια για απόδειξη. Όμως από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, προκύπτει ότι δεν ευσταθεί ο πιο πάνω ισχυρισμός. Το Δικαστήριο μετά που διαπίστωσε στις 2.7.15 ότι οι εναγόμενοι δεν ειδοποιήθηκαν δεόντως αφού η επιστολή στο χωριό Ασκάς επεστράφη, όρισε εκ νέου την υπόθεση για οδηγίες στις 22.10.15 και διέταξε όπως ειδοποιηθούν εκ νέου οι εναγόμενοι. Εστάλη νέα κλήση για οδηγίες στην ίδια διεύθυνση που οι εναγόμενοι δήλωσαν στα σημειώματα εμφάνισης τους. Πρόκειται για την σωστή διεύθυνση και ταχυδρομικό κωδικό όπως και ο ίδιοι οι εναγόμενοι δέχονται με την ένορκη δήλωση της αίτησης τους. Αυτή την φορά δεν επεστράφη η ταχυδρομική κλήση για οδηγίες. Με δεδομένο δε ότι όπως ο ίδιος ο εναγόμενος 1 ανέφερε στην ένορκη του δήλωση ότι επρόκειτο για την σωστή διεύθυνση και ότι δεν υπάρχει περίπτωση να μην τον εντοπίσει ο ταχυδρόμος αφού είναι κοινοτάρχης του Ασκά, προκύπτει κατά την κρίση μου ότι οι εναγόμενοι ειδοποιήθηκαν δεόντως από το Πρωτοκολλητείο ότι η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες στις 22.10.
- Υπό αυτές τις περιστάσεις και λόγω του ότι οι εναγόμενοι παρέλειψαν να εμφανιστούν στο Δικαστήριο στις 22.10.15, η υπόθεση ορίστηκε για απόδειξη στις 5.11.
- Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, προκύπτει από το τεκμήριο 3 της ένστασης ότι οι εναγόμενοι ειδοποιήθηκαν με τηλεομοιότυπο από την ίδια την ενάγουσα για τον ορισμό της υπόθεσης για απόδειξη στις 5.11.
- Πρόκειται για τον ίδιο αριθμό τηλεομοιότυπου στον οποίο στάλθηκε προηγούμενη επιστολή από τους ενάγοντες στους εναγομένους για να εμφανιστούν όπως και έπραξαν σε προηγούμενη αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης υπεράσπισης. Μάλιστα στην εν λόγω ειδοποίηση αναφέρεται ρητά ότι αν δεν εμφανιστούν στο Δικαστήριο στις 5.11.15, η ενάγουσα θα προχωρούσε σε απόδειξη της υπόθεσης. Κρίνω ενόψει των πιο πάνω ότι οι εναγόμενοι είχαν ειδοποιηθεί δεόντως για τον ορισμό της υπόθεσης για οδηγίες στις 22.10.15, αλλά και για απόδειξη στις 5.11.
- Δεν ευσταθεί ως εκ τούτου ο ισχυρισμός ότι η απόφαση θα πρέπει να ακυρωθεί αυτοδικαίως (ex debito justitiae), επειδή οι εναγόμενοι αγνοούσαν την δικαστική διαδικασία. Ενόψει της πιο πάνω διαπίστωσης, θα προχωρήσω στην εξέταση της δικονομικής αλλά και ουσιαστικής πτυχής της αίτησης, στο κατά πόσον δηλαδή δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος. Όπως προαναφέρθηκε, η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στις Δ.17 θ.10 και Δ.26 θ.
- Όμως οι δύο πιο πάνω διαδικαστικοί κανονισμοί δεν εφαρμόζονται στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Η Δ.
- θ.10 ρυθμίζει τον παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε ερήμην λόγω έλλειψης καταχώρησης εμφάνισης ενώ η Δ.26 θ.14 αφορά τον παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε λόγω έλλειψης καταχώρησης υπεράσπισης. Από το ιστορικό της υπόθεσης, προκύπτει ότι στην παρούσα εφαρμόζεται η Δ.33 θ.5, η οποία αφορά τον παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία ενός εκ των διαδίκων κατά την ακρόαση της αγωγής. Ο συνήγορος των εναγομένων, ισχυρίστηκε ότι δεν εφαρμόζεται στην παρούσα η Δ.33 θ.5 επειδή η υπόθεση ήταν ορισμένη για οδηγίες και όχι για ακρόαση. Όμως, η πιο πάνω θέση δεν ευσταθεί. Η υπό κρίση απόφαση εκδόθηκε στις 5.11.15, ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση είχε οριστεί για απόδειξη. Ο ορισμός της αγωγής για απόδειξη δεν διαφέρει από τον ορισμό ακρόασης παρά μόνο στο ότι η διαδικασία γίνεται από τον ενάγοντα στην απουσία του εναγομένου. Όπως προαναφέρθηκε, οι εναγόμενοι δεν στήριξαν ως όφειλαν την αίτηση τους, στην Δ.33 θ.
- Η αίτηση στηρίχθηκε λανθασμένα στις Δ.17 θ.10 και Δ.26 θ.14, οι οποίες όμως δεν παρέχουν το δικονομικό υπόβαθρο για την υποβολή της παρούσας ούτε και δίδουν εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα παραμερισμού ερήμην απόφασης που εκδόθηκε όταν ένας διάδικος παραλείψει να εμφανιστεί κατά την ακρόαση της αγωγής. Μόνο η Δ.33, θ.5 παρέχει τέτοια εξουσία στο Δικαστήριο, στην οποία όμως εσφαλμένα δεν στηρίζεται η παρούσα αίτηση. Έχει πλειστάκις νομολογηθεί ότι η λανθασμένη δικονομική βάση της αίτησης, οδηγεί αναπόφευκτα σε ακυρότητα και συνεπακόλουθα σε απόρριψη του αιτήματος. Σχετική μεταξύ άλλων είναι η υπόθεση Egiazaryan κ.ά v. Denoro Investments Ltd κά,
(2013)1 Α.Α.Δ 409, στην οποία λέχθηκαν τα εξής στην σελίδα 419: «.... η νομολογία είναι αποκαλυπτική στο ότι οποιαδήποτε αίτηση θα πρέπει να αναφέρει το νόμο και τους κανονισμούς στους οποίους βασίζεται ως απαραίτητο στοιχείο εγκυρότητας του δικονομικού μέτρου. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Κούππα ν. Βασιλειάδη
(1981)1 J.S.C. 120, Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδης
(1990)1 Α.Α.Δ. 965 και Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Ιορδάνους Λτδ Λοΐζος
(2001)1 Α.Α.Δ. 743, στην οποία μάλιστα λέχθηκε ότι η παράλειψη αναφοράς στους ορθούς κανονισμούς και, βέβαια, το νόμο δεν χωρεί διόρθωσης στη βάση των προνοιών της Δ.
- Η σημασία της τήρησης των Θεσμών τονίστηκε και στις πρόσφατες αποφάσεις Τσεσμέλογλου ν. Σοφοκλέους, Πολ. Έφ. αρ. 205/2010, ημερ. 15.1.2013 και Σ΄ ό,τι αφορά την περιουσία του Ιωάννου Κοντού, Πολ. Έφ. αρ. 187/09, ημερ. 29.1.2013.». Κατά συνέπεια, η αίτηση δεν μπορεί να τύχει εξέτασης και πρέπει να απορριφθεί γιατί δεν στηρίζεται στον ορθό δικονομικό θεσμό. Ανεξαρτήτως τούτου, η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και για ένα επιπρόσθετο λόγο. Σύμφωνα με την Δ.35 θ.5, αίτηση για παραμερισμό απόφασης λόγω παράλειψης παρουσίας διαδίκου σε ακρόαση, δύναται να υποβληθεί εντός 15 ημερών από την ημερομηνία της απόφασης. Στην παρούσα υπόθεση, η απόφαση του Δικαστηρίου εκδόθηκε στις 5.11.
- Η υπό κρίση αίτηση όμως καταχωρήθηκε στις 31.3.16, σε χρόνο δηλαδή πολύ μεταγενέστερο από την προθεσμία των 15 ημερών που προβλέπει η Δ.35 θ.
- Ακόμα δηλαδή και να στηριζόταν η αίτηση στην σωστή νομική βάση, αυτή δεν θα μπορούσε να πετύχει αφού καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα. Πρέπει τέλος να σημειώσω ότι πέραν της έλλειψης των διαδικαστικών προϋποθέσεων, η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί επιπλέον και επί της ουσίας. Όπως προαναφέρθηκε, απαραίτητη προϋπόθεση για έγκριση σύμφωνα με την νομολογία αιτήματος παραμερισμού απόφασης, είναι να καταδειχθεί εκ μέρους του εναγομένου συζητήσιμη υπεράσπιση. Στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς αντίκρουσης. Αρκεί η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης και η ύπαρξη καλή τη πίστη, συζητήσιμης υπόθεσης (βλ. Mine & Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου Μαύρου
(1993)1 Α.Α.Δ. 26. Από την άλλη όπως έχει επίσης νομολογηθεί, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της διαφορετικής εκδοχής του εναγομένου. Θα πρέπει να προσκομιστούν ταυτόχρονα και κάποια αποδεικτικά στοιχεία που να εμπεριέχουν ένα βαθμό πειστικότητας ως προς την εκδοχή του εναγομένου. Σχετική με το θέμα είναι η υπόθεση Καλλής Ξενοφών ν. Alpha Bank
(2002)1 Α.Α.Δ. 793 όπου στην σελίδα 799, υιοθετήθηκε το πιο κάτω απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση: «Αντλώντας κατεύθυνση από την Νομολογία, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από εκείνης του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του αιτητή. .............................. Αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σ' αυτούς κάποια βαρύτητα, θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει, τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων, όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών. Στην παρούσα περίπτωση, οι εναγόμενοι δεν κάνουν καμία μνεία στην ένορκη δήλωση της αίτησης για το κατά πόσον έχουν στην ουσία της αγωγής, συζητήσιμη υπεράσπιση. Ούτε παραθέτουν υποστηρικτικό υλικό που να καταδεικνύει αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης εκ μέρους τους. Ο συνήγορος των εναγομένων ισχυρίστηκε βέβαια ότι η παράλειψη αυτή θα μπορούσε να θεραπευτεί από το γεγονός ότι έχει ήδη καταχωρηθεί υπεράσπιση από τους εναγομένους, στην οποία καταδεικνύεται συζητήσιμη υπόθεση. Δεν συμφωνώ με την πιο πάνω θέση. Η αποκάλυψη καλής υπεράσπισης στην αίτηση παραμερισμού, πρέπει να γίνεται στα πλαίσια της αίτησης, στην ένορκη δήλωση της οποίας ο εναγόμενος οφείλει να επισυνάπτει και το αναγκαίο υποστηρικτικό υλικό. Η παράλειψη αυτή δεν μπορεί να θεραπευθεί με την παραπομπή στο δικόγραφο της υπεράσπισης, στο οποίο δεν γίνεται βέβαια πλήρης ανάλυση ούτε συνοδεύεται από οιονδήποτε μαρτυρικό υλικό. Πέραν τούτου, απλή ανάγνωση των υπερασπίσεων που καταχώρησαν οι εναγόμενοι δεν καταδεικνύει κατά την γνώμη μου, συζητήσιμη υπόθεση εκ μέρους τους. Πρόκειται για χειρόγραφες υπερασπίσεις 2 - 3 παραγράφων, στις οποίες γίνεται γενική άρνηση των ισχυρισμών της απαίτησης χωρίς την παράθεση σχετικών λεπτομερειών. Ο εναγόμενος 1 πέραν της γενικής άρνησης της έκθεσης απαίτησης, ζητά επιπλέον το ποσόν των €450.000,00 για ζημιές που ο ίδιος υπέστη λόγω της κατάρρευσης της οικονομίας από κακές πρακτικές που εφάρμοσε η ενάγουσα. Δεν παρατίθεται καμία λεπτομέρεια για τα πιο πάνω ούτε ξεχωριστός τίτλος ανταπαίτησης ώστε να προκύπτει ότι εκτός από την γενική υπεράσπιση του, ο εναγόμενος προβάλει οιανδήποτε ανταπαίτηση. Γεγονός παραμένει ότι και οι δύο εναγόμενοι δεν παρουσιάζουν όπως προανέφερα, ουσιαστική υπεράσπιση πλην μιας γενικής άρνησης των ισχυρισμών της έκθεσης απαίτησης. Πέραν των πιο πάνω, η αίτηση παραμερισμού δύναται να απορριφθεί παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης εφόσον ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία στην αγωγή που ισοδυναμεί με καταφρόνηση της Δικαστικής Διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου (βλ. Phylactou v. Michael
(1982)1 CLR 204 και Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ 941). Αναφέρθηκε στις πιο πάνω αποφάσεις ότι κατά την εξέταση αίτησης για παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του εναγομένου, το Δικαστήριο θα πρέπει να επιδιώξει την εξισορρόπηση δύο θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης παραγόντων. Από τη μια, της ανάγκης για αποτελεσματική κατοχύρωση του δικαιώματος ενός διαδίκου να προβάλλει τη θέση του και από την άλλη, της ανάγκης να εξασφαλίζεται η ταχεία διεξαγωγή της δικαστικής διαδικασίας και η τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων. Στα πλαίσια αυτά, πέραν της υποχρέωσης αποκάλυψης καλής υπεράσπισης, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη συμπεριφορά του αιτητή και δύναται, αν αυτή είναι τέτοια ώστε να υποσκάπτει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση. Αυτό συμβαίνει όπου διαπιστώνεται συμπεριφορά του αιτητή που είναι περιφρονητική ώστε να δείχνει πλήρη παραγνώριση της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου του. Στην παρούσα περίπτωση, ακόμη και αν η αίτηση δεν ήταν εκπρόθεσμη, ακόμη και αν αποκαλυπτόταν συζητήσιμη υπεράσπιση, δεν θα δικαιολογείτο το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Όπως ο ίδιο ο εναγόμενος 1 αναφέρει στην ένορκη του δήλωση, είχε πληροφορηθεί την υπό κρίση έκδοση ερήμην απόφασης εναντίον των εναγομένων μετά από επίσκεψη του στο πρωτοκολλητείο, στις 20.11.
- Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε όμως στις 31.3.16 πέραν δηλαδή των 4 μηνών από την ημερομηνία που οι εναγόμενοι πληροφορήθηκαν την έκδοση της. Δεν δόθηκε καμία δικαιολογία από τους εναγομένους για αυτή την μεγάλη καθυστέρηση στην προώθηση του αιτήματος τους. Η όλη συμπεριφορά των εναγομένων με την παράλειψη τους να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και την αδικαιολόγητη καθυστέρηση τους να καταχωρήσουν την παρούσα, συνιστά κατά την κρίση μου, περιφρόνηση της δικαστική διαδικασίας και των δικαιωμάτων της ενάγουσας. Συνοψίζοντας τα πιο πάνω, κρίνω ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί για τους πιο κάτω λόγους:
- Δεν έχει αποδειχθεί ότι οι εναγόμενοι 1 & 2, είχαν άγνοια για τον ορισμό της υπόθεσης για οδηγίες στις 22.10.15 και για απόδειξη στις 5.11.15 ώστε να δικαιολογείται η ακύρωση της απόφασης αυτοδικαίως (ex debito justitiae).
- Η παρούσα αίτηση δεν στηρίζεται στην σωστή νομική βάση που είναι η Δ.35 θ.5 και εν πάση περιπτώσει έχει καταχωρηθεί εκπρόθεσμα και πέραν της προθεσμίας των 15 ημερών που καθορίζει ο εν λόγω κανονισμός.
- Δεν έχει καταδειχθεί από τους εναγομένους είτε με την αίτηση τους είτε με το δικόγραφο της υπεράσπισης τους, συζητήσιμη υπεράσπιση στην ουσία της αγωγής ώστε να δικαιολογείται το επανάνοιγμα της υπόθεσης.
- Οι εναγόμενοι με την παράλειψη τους να παρουσιαστούν στο Δικαστήριο και την αδικαιολόγητη καθυστέρηση τους να καταχωρήσουν την παρούσα, επέδειξαν συμπεριφορά που καταδεικνύει πλήρη αδιαφορία στις δικαστικές διαδικασίες και στα δικαιώματα του αντιδίκου. Ως αποτέλεσμα των ανωτέρω, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της ενάγουσας - καθ' η αίτηση και εναντίον των εναγομένων 1 & 2 ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο