← Κύπρος

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΟΥΣΙΑΠΠΑΣ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΛΤΔ ν. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΧΑΠΕΣΙΗΣ κ.α., Αγωγή αρ. 6715/2013, 1/6/2016

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΟΥΣΙΑΠΠΑΣ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΛΤΔ ν. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΧΑΠΕΣΙΗΣ κ.α., Αγωγή αρ. 6715/2013, 1/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A338 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 6715/2013 Μεταξύ: ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΟΥΣΙΑΠΠΑΣ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΛΤΔ Ενάγοντες ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΧΑΠΕΣΙΗΣ ΑΝΝΑ ΣΙΗΠΗΛΛΗ Εναγομένων Ημερομηνία: 1.6.2016 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Π. Σαββίδης, για Ανδρέα Γ. Δανός & Σία Για την Εναγόμενη αρ. 2: κα Παπαφώτη, για Παπαδόπουλος, Λυκούργος & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αναφορικά με την αίτηση, ημερ. 11.11.2015, των Εναγόντων για την έκδοση Διατάγματος μη αποξένωσης της ακινήτου περιουσίας της Εναγομένης αρ.

  1. Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, οι Ενάγοντες αξιώνουν από τους Εναγόμενους το ποσό των €21.466 πλέον Φ.Π.Α. ως υπόλοιπο δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 24.2.2010 ή για υπηρεσίες προσφερθείσες και παρασχεθείσες ή δυνάμει διατακτικών ή για οικοδομικές εργασίες, πλέον νόμιμο τόκο και δικηγορικά έξοδα συν Φ.Π.Α.. Η ως άνω αγωγή καταχωρήθηκε στις 23.10.
  2. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν Υπεράσπιση στην αγωγή στις 15.1.
  3. Μόλις στις 11.11.2015 οι Ενάγοντες αιτήθηκαν για πρώτη φορά από το Δικαστήριο προσωρινή θεραπεία καταχωρώντας την υπό κρίση αίτηση, με την οποία αξιώνουν꞉ «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στην Εναγόμενη 2 από του να πωλήσει, υποθηκεύσει, μεταβιβάσει, διαθέσει και / ή καθ' οιονδήποτε τρόπον αποξενώσει την κάτωθι ακίνητον περιουσίαν που είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι της μέχρι τελικής εκδίκασης της παρούσης αγωγής και ή άλλης νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Αρ. εγγραφής 3/91, τεμάχιον 97, το 1/12 μερίδιον, Δήμος Αγλαντζιάς.». Σημειωτέον ότι η αίτηση καταχωρήθηκε μονομερώς, αλλά το Δικαστήριο δεν ικανοποιήθηκε για το κατ' επείγον και διέταξε την επίδοση της αίτησης στην άλλη πλευρά. Ως εκ τούτου, η όλη εκδίκαση της αίτησης κινήθηκε στο πλασίο δια κλήσεως διαδικασίας. Η Αίτηση βασίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 7 και 9 και στον περί Δικαστηρίων Νόμο, 14 του 1960, άρθρο 32 και στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.48 θ.1, στις αρχές της επιείκειας και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η παρούσα αίτηση εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση (στο εξής «η Ε/Δ»), ημερ. 11.11.2015, του κ. Χαράλαμπου Κουσιάππα από τη Λευκωσία, ο οποίος, ως δηλώνει, είναι διευθυντής της εταιρείας των Εναγόντων και δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση αυτή. Παραθέτω αυτούσιες τις παρα. 4 έως 17 της Ε/Δ, όπου παρατίθεται η αιτιολογία με την οποία ζητείται η προαναφερόμενη θεραπεία εκκρεμούσης της αγωγής꞉
  4. «Ο δικηγόρος μου ως με συμβουλεύει και αληθώς πιστεύω ότι έχω καλήν βάση αγωγής και καλήν νομική υπόθεση εναντίον των εναγομένων 1 και
  5. Οι εναγόμενοι 1 και 2 είναι συνιδιοκτήται ανά ½ μερίδιον εξ αδιαιρέτου της κατοικίας επί του τεμαχίου 4, αρ. εγγραφής 4300 εις Μοσφιλωτήν, την οποίαν κατοικίαν ανήγειρεν η ενάγουσα.
  6. Το πιο πάνω ακίνητον βαρύνεται με 2 υποθήκας προς όφελος του Συν. Ταμ. Υπαλλήλων CYTA και άλλων για ποσόν πέριξ των €321.700 και μάλιστα η δευτέρα υποθήκη υπ' αρ. 1186/15 επεβάρυνεν το ακίνητον 2 χρόνια μετά την έγερσιν της αγωγής.
  7. Το πιο πάνω ποσόν υπερβαίνει την αξίαν της πιο πάνω κατοικίας.
  8. Το οφειλόμενον υπόλοιπον εις την ενάγουσα προέρχεται από τας εργασίας ανεγέρσεως της πιο πάνω κατοικίας.
  9. Προ μερικών ημερών περνώντας από την περιοχήν όπου ευρίσκεται η κατοικία διεπίστωσα με έκπληξιν μου ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 προτίθενται όπως πωλήσουν την άνω κατοικίαν των.
  10. Επισυνάπτω αντίγραφον σχετικής φωτογραφίας της θύρας της αυλής της άνω κατοικίας με αναρτημένην πινακίδα FOR SALE και αρ. τηλεφώνου 96647891 ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  11. Επίσης φωτοτυπίας των επίδικων διατακτικών ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2 (αβγδ).
  12. Επίσης η εναγόμενη 2 είναι ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 97, Αρ. Εγγραφής 3/91, το 1/12 μερίδιον του Δήμου Αγλαντζιάς.
  13. Η αξία του πιο πάνω 1/12 μεριδίου είναι πέριξ των €30.
  14. Οπως μου ανέφεραν οι εναγόμενοι 1 και 2, προτίθενται αμφότεροι οι εναγόμενοι να πωλήσουν την περιουσίαν των και να μεταβούν εις το εξωτερικόν.
  15. Οι εναγόμενοι δεν έχουν άλλην ακίνητον περιουσίαν και ούτε κινητήν περιουσία υποκειμένην εις κατάσχεσιν.
  16. Εξ' όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω και εξ' όσων πληροφορούμαι οι Εναγόμενοι προτίθενται να πωλήσουν και / ή μεταβιβάσουν εις τρίτον και / ή αποξενώσουν και την πιο πάνω περιουσίαν των, την περιγραφομένην εις την παράγραφον 8 και 12 ανωτέρω την ρηθείσαν περιουσίαν των και σε τέτοια περίπτωση η Ενάγουσα θα εμποδισθεί από του να ικανοποιήσει την υπέρ αυτού τυχόν εκδοθησομένην απόφαση.
  17. Είναι επείγον να δοθεί το διάταγμα διότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 προτίθενται να πωλήσουν και / ή μεταβιβάσουν σε τρίτο και / ή αποξενώσουν την ρηθείσαν περιουσίαν.». Η Εναγόμενη αρ. 2 - Καθ' ης η αίτηση ενίσταται στην έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος. Στην ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης που καταχώρησε στις 20.1.2016, η Εναγόμενη αρ. 2 εγείρει τους ακόλουθους λόγους ένστασης, τους οποίους παραθέτω αυτολεξεί꞉ «Δεν συντρέχουν οι συσσωρευτικές προϋποθέσεις για την έκδοση και/ή παρα­μονή σε ισχύ των επίδικων διαταγμάτων σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60.

(1)Δεν αποκαλύπτεται οποιοδήποτε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση.
(2)Οι Αιτητές δεν αποκαλύπτουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αξίωσης τους.
(3)Η τυχόν ζημία των Εναγόντων μπορεί εύκολα να αποτιμηθεί σε χρήμα και/ή δικαιοσύνη μπορεί να απονεμηθεί σε μεταγενέστερο στάδιο Διά­ταγμα και/ή οι Αιτητές δεν έχουν αποδείξει ότι θα είναι αδύνατο ή δύ­σκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εφόσον και οι δύο Εναγόμενοι εργάζονται και εάν ενδεχομένως κριθούν ότι οφείλουν οτιδήποτε θα μπορούν να αποπληρώσουν οποιονδήποτε τέτοιο ποσό.
(4)Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και/ή δεν είναι δίκαιη και/ή εύλογη η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
(5)Με την μαρτυρία που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση δεν προσάγεται μαρτυρία και/ή δεν καταδεικνύεται οτιδήποτε το κατεπείγον ή οποιασδή­ποτε άλλες εξαιρετικές περιστάσεις ώστε να ικανοποιείται ο δικαιοδοτικός όρος του Άρθρου 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6.
(6)Οι Ενάγοντες δεν προσέφυγαν στο δικαστήριο και/ή την Επιείκεια με κα­θαρά χέρια (clean hands) και εμποδίζονται από το να ζητούν θεραπείες βάσει των αρχών της Επιείκειας εφόσον έχουν καταθέσει στο Δικαστήριο ψευδεί στοιχεία και γεγονότα.
(7)Η αξία της περιουσίας η οποία ζητείται από τους Ενάγοντες να δεσμευθεί με την επίδικη αίτηση είναι πολύ περισσότερη από την απαίτηση των Εναγόντων.
(8)Η υπό κρίση αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή νομικά και πραγματικά αστήρικτη και/ή από αυτή ελλείπει το ορθό νομικό και/ή δι­κονομικό υπόβαθρο και/ή ελλείπει το πραγματικό υπόβαθρο.
(9)Η Αίτηση ημερομηνίας 11.11.2015 είναι καταχρηστική και ο μοναδικός της σκοπός είναι να υποχρεώσει την Εναγόμενη 2 να πληρώσει ποσά τα οποία είναι αμφισβητούμενα, μέσω προσωρινού διατάγματος και να α­γνοηθεί η εν λόγω ανταπαίτηση τους.». Η ένσταση βασίζεται στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960, άρθρα 20, 29, 30, 31 και 32, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 7 και 9, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.39, Δ.48, Δ.59 και Δ.64, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στο Κοινοδίκαιο, καθώς επίσης στις αρχές της επιείκειας, στις συμφυείς εξουσίες και τη γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Παραθέτω αυτούσιες τις παρα. 3 έως 12 της Ε/Δ της Εναγομένης αρ. 2, όπου εκτίθενται τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζει την ένστασή της στην έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος꞉ «
  1. Έχω διαβάσει την ένορκη δήλωση ημερομηνίας 11.11.2015 και διαφωνώ ως προς το περιεχόμενο της.
  2. Η Αιτήτρια ζητά από το Δικαστήριο όπως δεσμεύσει περιουσία μου η αξία της οποίας υπερβαίνει κατά πολύ την απαίτηση της. Επίσης ο κ. Χαράλαμπος Κουσιάππας ισχυρίζεται ότι αυτή η περιουσία έχει αξία μόνο €30.000 χωρίς ο ίδιος να είναι Ειδικός Εκτιμητής Ακινήτων ή να αναφέρει που στηρίζει αυτή την εκτίμηση του.
  3. Σε περίπτωση έκδοσης του διατάγματος τότε θα δεσμευτεί όχι μόνο το 1/12 της περιουσίας το οποίο μου ανήκει, αλλά στην πραγματικότητα θα δεσμευτούν και τα υπόλοιπα μερίδια τα οποία ανήκουν σε άλλα πρόσωπα.
  4. Ως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου δεν αποκαλύπτεται οποιοδήποτε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ούτε και αποκαλύπτεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αξίωσης τους. Η απλή παράθεση κάποιων υπολογισμών χωρίς μάλιστα έκδοση νομίμων τιμολογίων αποδεκτών από εμάς δεν στοιχειοθετεί οποιαδήποτε αναγνωρισμένη οφειλή. Περαιτέρω αγνοείται εντελώς η ανταπαίτηση μας εναντίον της Ενάγουσας για την τεράστια καθυστέρηση στην εκτέλεση του έργου.
  5. Περαιτέρω η τυχόν ζημιά της Αιτήτριας μπορεί εύκολα να αποζημιωθεί σε χρήμα και εν πάσει περιπτώσει οι Αιτητές δεν έχουν αποδείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο τόσο εγώ όσο και ο Ενάγοντας υπ' αρ. 1 εργαζόμαστε με μισθό γύρω στις €1.500 ο καθένας. Ο Ενάγοντας υπ' αρ. 1 έχει δε σταθερή εργασία στην Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου.
  6. Η Ενάγουσα Αιτήτρια με την μαρτυρία της δεν αποδεικνύει οτιδήποτε το κατεπείγον ή άλλες εξαιρετικές περιστάσεις που να δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος.
  7. Η Αιτήτρια δεν ήρθε στο δικαστήριο με καθαρά χέρια. Απέκρυψε ότι και εγώ και ο Εναγόμενος 1 εργαζόμαστε σε σταθερές εργασίες. Επίσης ψευδώς αναφέρουν στην ένορκη τους δήλωση ότι εγώ ανέφερα στον διευθυντή της Ενάγουσας ότι θα εγκαταλείψω την Κύπρο και θα πάω στο εξωτερικό. Σκοπός της Αιτήτριας ήτο να παραπλανήσει το Δικαστήριο για να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα.
  8. Οσο αφορά την πώληση της οικίας μας ΤΕΚ. 1 στην αίτηση της Ενάγουσας στην αίτηση ημερ. 11.11.2015 ο λόγος ο οποίος θα πωλήσουμε το σπίτι μας είναι ότι είμαστε σε διαδικασία διαζυγίου με τον σύζυγο μου Εναγόμενο 1 και το σπίτι αυτό αποτελεί περιουσία η οποία αποκτήθηκε κατά την διάρκεια του γάμου και θα πρέπει να διαμοιραστεί μεταξύ μας. Θέλω να αναφέρω στο Δικαστήριο ότι με τον Ενάγοντα έχουμε δύο ανήλικα παιδιά.
  9. Δεν είναι ορθό και δίκαιο ούτε εξυπηρετεί την δικαιοσύνη για μια μικρή απαίτηση στην οποία υπάρχει και Ανταπαίτηση το δικαστήριο να εκδώσει τόσο δραστικό διάταγμα. Εξ' άλλου θα μπορούσα και εγώ να λάβω μέτρα εναντίον των Εναγόντων ζητώντας διατάγματα εφόσον έχω Ανταπαίτηση. Αυτές όμως οι ενέργειες είτε από τον Ενάγοντα είτε από τον Εναγόμενο αποτελούν κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και σπαταλούν πολύτιμο δικαστικό χρόνο.
  10. Δηλώνω ότι κανένα σκοπό δεν έχω να πωλήσω αυτό το 1/12 μερίδιο που κατέχω και βέβαια εάν τελικά δικαιωθεί η Ενάγουσα είμαι έτοιμη να πληρώσω οποιονδήποτε ποσό επιδικασθεί. Επίσης θεωρώ άδικο η δική μου η περιουσία να δεσμευτεί ενώ είμαι σε διάσταση ενώ η περιουσία του Εναγόμενου 1, όχι.
  11. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αιτούμαι από το Δικαστήριο όπως απορρίψει την αίτηση των Εναγόντων με έξοδα εναντίον τους.». ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Σημειώνω, κατ' αρχάς, ότι οι ενδιάμεσες αιτήσεις εκδικάζονται στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, τηρουμένου του δικαιώματος των διαδίκων να αιτηθούν άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση ή για αντεξέταση των ομνυόντων (βλ. τη Δ.48, θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας). Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι τα αμφισβητούμενα γεγονότα σε ενδιάμεσες αιτήσεις πρέπει να αποδεικνύονται από το διάδικο που τα επικαλείται. Το βάρος απόδειξης ότι πληρούνται οι προεκτεθείσες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 ή/και του άρθρου 4 ή 5 του Κεφ. 6, είναι στους ώμους του διαδίκου που επιζητεί την έκδοση του διατάγματος. Στην παρούσα υπόθεση, η ακρόαση της αίτησης διεξήχθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, χωρίς να ζητηθεί η αντεξέταση οποιουδήποτε εκ των ομνυόντων. Ολοκλήρωθηκε η ακρόαση με τις γραπτές αγορεύσεις που παρέδωσαν στο Δικαστήριο οι συνήγοροι των διαδίκων και στις οποίες ανέπτυξαν τη νομική επιχειρηματολογία προς υποστήριξη των θέσεών τους εκατέρωθεν. Έχω εξετάσει με προσοχή τα επιχειρήματα που προβάλλονται και εκθέτω πιο κάτω τη δικαστική μου κρίση. Θυμίζω ότι στη διαδικασία του προσωρινού διατάγματος το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να εμπλακεί σε οτιδήποτε που να προσομοιάζει με προκαταρκτική εκδίκαση της αγωγής πάνω σε συγκρουόμενες ένορκες δηλώσεις για να αξιολογήσει τη δυνατότητα της υπόθεσης του κάθε μέρους (Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Η διαδικασία σε τέτοιες αιτήσεις δεν είναι η πρέπουσα για τη διεξαγωγή έρευνας σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα (Βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2026). Αυτό εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Στα πλαίσια εκδίκασης αίτησης ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος, το Δικαστήριο δεν δικαιούται να διαγνώσει την ουσία της αγωγής (Πούλλου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1991)1. Α.Α.Α. 275). Τούτων λεχθέντων προχωρώ να εξετάσω το ενώπιον μου πραγματικό υλικό σε συσχετισμό προς τη νομική βάση του αιτούμενου διατάγματος. Σπεύδω να επισημάνω ότι, εφόσον το Δικαστήριο δεν εξέταζε αίτηση με τη μονομερή διαδικασία, δεν εφαρμόζονται σε όλη τους την έκταση οι σχετικές αρχές για πλήρη αποκάλυψη (βλ. Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.ά.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 597 και Ahmad Zein κ.ά. v. Παράσχου Κ. Καμπανελλά Λτδ
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 606), εφόσον ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν και οι δύο διάδικοι, οι οποίοι είχαν δικαίωμα να αμφισβητήσουν κάθε στοιχείο που τέθηκε ενώπιόν του. Τούτο διασαφηνίστηκε στην απόφαση, ημερ. 11.5.2011, στην Πολιτική Έφεση Αρ. 83/2008, Νέστωρας Κυριακίδης v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2011)1 Α.Α.Δ.
  1. · Αναφορικά με το άρθρο 4 του Κεφ.
  2. Το άρθρο 4
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 δίδει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εκδώσει συντηρητικής φύσης διάταγμα για τη μεσεγγύηση, φύλαξη, διατήρηση, πώληση, κατακράτηση ή επιθεώρηση περιουσίας, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής (βλ., μεταξύ άλλων, Frixos Michael v Brevinos Limited
(1969)1 CLR 578, Χριστοφή Κουνούνα ν C&A SIMONOS LTD
(2002)1B ΑΑΔ 1361). Διαζευκτικά, στη βάση του ιδίου εδαφίου, το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει διάταγμα για την παρεμπόδιση οποιασδήποτε απώλειας ζημιάς ή δυσμενούς επηρεασμού σε περιουσία, η οποία δυνατό να προκληθεί, αν δεν εκδοθεί το διάταγμα αυτό, ενόσω εκκρεμεί τελική δικαστική απόφαση σε ζήτημα που επηρεάζει την περιουσία αυτή ή ενόσω εκκρεμεί η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης (βλ., για την εφαρμογή αυτού του σκέλους του άρθρου 4
(1)του Κεφ. 9 την απόφαση Χριστοφή Κουνούνα, ανωτέρω). Στην υπόθεση Cyprus Palestine Plantations Ltd v. Olivier & Co. (Cyprus) Ltd 16 C.L.R. 122, αποφασίστηκε πως το άρθρο 4 του Kεφ.6 παρέχει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εκδίδει παρεμπίπτον διάταγμα όταν αυτό αφορά μόνο στο αντικείμενο της αγωγής. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Sophoclis Mamas & Co. v. Carl FW Borgward and the Chartered Bank
(1962)C.L.R. 209, όπου αποφασίστηκε επίσης πως διάταγμα που εκδίδεται βάσει του άρθρου 4 δεν επεκτείνεται μέχρι της εκτέλεσης της απόφασης, κάτι που προβλέπεται ειδικά στο άρθρο 5 του Κεφ.6. Πιο πρόσφατα, τα προλεχθέντα υιοθετήθηκαν στην ABP HOLDINGS LTD κ.α. ν. Ανδρέα Κιταλίδη κ.α. (ΑΡ.2)
(1994)1 Α.Α.Δ.
  1. Στην παρούσα υπόθεση προκύπτει ευθέως από το περιεχόμενο της Ε/Δ του κ. Χαράλαμπου Κουσιάππα, η οποία συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, ότι η ακίνητη ιδιοκτησία στην Αγλαντζιά αναφορικά με την οποία ζητείται η έκδοση διατάγματος μη αποξένωσης, και η οποία περιγράφεται στην παρα. 12 της Ε/Δ του, δεν αποτελεί αντικείμενο αντιδικίας στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Απεναντίας, ως φαίνεται στην παρα. 5 της Ε/Δ του κ. Κουσιάππα, σε συνδυασμό με τα όσα δικογραφήθηκαν στην Έκθεση Απαίτησης στην αγωγή, η ακίνητη ιδιοκτησία επί της οποίας παρασχέθηκαν οι επίδικες οικοδομικές εργασίες είναι στη Μοσφιλωτή. Η υπό κρίση αίτηση δεν στοχεύει σε αυτήν, με το σκεπτικό, ως αναδιπλώνεται στην παρα. 6 και 7 ότι η εν λόγω ακίνητη ιδιοκτησία είναι ήδη υποθηκευμένη για ποσό πέραν της αξίας της. Ενόψει των ανωτέρω, είναι άτοπη η επίκληση του άρθρου 4 του Κεφ. 6 στην υπό κρίση αίτηση, εφόσον δεν αφορά σε ακίνητη ιδιοκτησία που να εμπίπτει στο πλαίσιο της αντιδικίας στην αγωγή. Αναφορικά με το άρθρο 5 του Κεφ.
  2. Το άρθρο 5 του Κεφ. 6 δίδει εξουσία στο Δικαστήριο για την έκδοση συντηρητικής φύσης διατάγματος που να περιορίζει τη συναλλαγή σχετικά με τη γη. Παραθέτω τις διατάξεις του αυτούσιες꞉ «5.-
(1)Κάθε Δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή αποζημίωση, δύναται, σε οποιοδήποτε χρόνο μετά την έγερση της αγωγής, να διατάξει όπως ο εναγόμενος παρεμποδιστεί να απαλλοτριώσει τόσο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του ή για την οποία δικαιούται κατά νόμο να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης, όσο, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, είναι επαρκές να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα μαζί με τα έξοδα της αγωγής.
(2)Το διάταγμα αυτό δεν εκδίδεται εκτός αν φαίνεται στο Δικαστήριο ότι ο ενάγων έχει καλή βάση αγωγής, και ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του.
(3)Κάθε διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου αυτού πρέπει να ορίζει, εφόσον είναι πρακτικά δυνατό, τη θέση, τα όρια, την έκταση και τη φύση της ιδιοκτησίας που επηρεάζεται από αυτό.
(4)Όταν εκδίδεται διάταγμα δυνάμει του άρθρου αυτού, το πρόσωπο, με αίτηση του οποίου εκδίδεται αυτό, δύναται να καταθέσει στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γβαφείο της επαρχίας στην οποία βρίσκεται η ιδιοκτησία που επηρεάζεται από το διάταγμα, επίσημο αντίγραφο του διατάγματος μαζί με σημείωμα που απευθύνεται στον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό, που ζητά να μην μεταβιβαστεί η περιουσία στο όνομα οποιουδήποτε προσώπου άλλου από το πρόσωπο κατά του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα.
(5)Το Διάταγμα και το σημείωμα είναι προσιτά για επιθεώρηση στο γραφείο όπου κατατέθηκαν και κάθε μεταγενέστερη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας, που γίνεται κατά τη διάρκεια της ισχύος του διατάγματος, είναι άκυρη, η θεραπεία όμως οποιουδήποτε προσώπου στο όνομα του οποίου η ιδιοκτησία ήθελε μεταβιβαστεί με τον τρόπο αυτό συνίσταται μόνο σε απαίτηση αποζημίωσης εναντίον του προσώπου που παραχώρησε ή εκχώρησε σε αυτόν την ιδιοκτησία είτε με πώληση, δωρεά, υποθήκη ή με άλλο τρόπο. Ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός προβαίνει σε καταχώρηση σε βιβλίο που τηρείται, για το σκοπό αυτό, η οποία δείχνει ότι τα έγγραφα κατατέθηκαν κανονικά και γνωστοποιεί γραπτώς τον αριθμό της καταχώρησης στο πρόσωπο που κατάθεσε το έγγραφο». Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που περιέχονται στο άρθρο 5 του Κεφ.6 δεν μπορούν να εξετάζονται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60 (βλ., μεταξύ άλλων, Παπαστράτης ν Πετρίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231 και Larticon Co. v Detergenta Developments Ltd
(2004)1B A.A.D. 1121). Όπως το έθεσε ο Ηλιάδης Δ, στην προμνησθείσα απόφαση Larticon Co., «Η εισήγηση ότι το άρθρο 5 του Κεφ. 6 θα πρέπει να εξετάζεται σε συνδυασμό με τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 είναι ορθή, αφού όπως έχει νομολογιακά τονισθεί το άρθρο 5 αντιστοιχεί στην τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60.». Διαφορετική ήταν η θεώρηση του πράγματος από το Νικολάου, Δ. στην Ανδρέας Σάββα Κυτάλα κ.α. ν. Άννας Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, όπου έθεσε το θέμα ως εξής꞉ «Οι παρατηρήσεις του Εφετείου στην υπόθεση Papastratis v. Pierides
(1979)1 C.L.R. 231, ότι ορισμένες από τις περιπτώσεις του Άρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου διαπλέκονται με το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960, έτσι ώστε να επιβάλλεται η σωρευτική ικανοποίηση τους, όπως και οι παρατηρήσεις στην υπόθεση Lakatamitis ν. Theodorou
(1983)1 C.L.R. 557, περί της δυνατότητας ταυτόχρονης εξέτασης του Άρθρου 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου με το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960, δεν προορίζονταν να θέσουν γενική αρχή αλλά να επισημάνουν ανάγκες που προέκυπταν σε εκείνες τις συγκεκριμένες περιπτώσεις και άλλες παρόμοιες. Δεν αγγίζουν εν προκειμένω την παρούσα υπόθεση.». Στην προμνησθείσα Ανδρέας Σάββα Κυτάλα, ο Νικολάου Δ. προχώρησε και εξέτασε τις ειδικές προϋποθέσεις του άρθρου 5 του Κεφ. 6, καταλήγοντας να αναγνωρίζει ότι αυτές είναι όμοιες με εκείνες του άρθρου 32 του Ν.14/60. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα ꞉ «Προχωρούμε τώρα σε θεώρηση του θέματος με βάση το Άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Εγείρεται για εξέταση η έννοια της προϋπόθεσης για την ύπαρξη "καλής αιτίας αγωγής". Δεν εντοπίσαμε οποιαδήποτε ερμηνεία στη νομολογία. Είναι πάντως σαφές από τον επιθετικό προσδιορισμό ότι η αιτία αγωγής πρέπει να διακρίνεται από την ποιότητα της. Το ότι διατυπώνεται αιτία αγωγής δεν είναι από μόνο του αρκετό. Η αιτία αγωγής πρέπει να είναι καλή με την έννοια ότι, από άποψης ποιότητας, συγκεντρώνει πιθανότητα επιτυχίας. Αυτή η ποιότητα, μόνο από μαρτυρία μπορεί να διαγνωσθεί. Πρόκειται λοιπόν για προϋπόθεση όμοια με την αντίστοιχη στην επιφύλαξη του Άρθρου 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960. Στην προκείμενη περίπτωση ελλείπει αυτή η προϋπόθεση. Συνεπώς το προσωρινό διάταγμα δεν εδικαιολογείτο με βάση το Άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου.». Στην παρούσα υπόθεση, η μαρτυρία με την οποία επιχειρείται να αποδειχθεί η ύπαρξη καλής αιτίας αγωγής συνίσταται στα διαλαμβανόμενα στις παρα. 5, 8 και 11 της Ε/Δ του κ. Κουσιάππα. Δηλαδή, πρόκειται για τη δική του δήλωση ότι το ποσό που αξιώνουν οι Ενάγοντες αφορά σε οικοδομικές εργασίες για την ανέγερση της κατοικίας των Εναγομένων 1 και 2 και ότι η οφειλή του εν λόγω ποσού μπορεί να αποδειχθεί στην όψη των διατακτικών που επισυνάπτονται στην Ε/Δ του κ. Κουσιάπα (βλ. Τεκμήριο 2, διατακτικά ημερ. 6/5/2011, 30/6/2011, 4/7/2011 και 26/9/2012). Παρατηρώ ότι η υπεράσπιση των Εναγομένων δεν στηριζόταν σε άρνηση της παροχής των οικοδομικών εργασιών προς όφελος αυτών ούτε στηρίζεται σε άρνηση έκδοσης των εν λόγω διατακτικών από τους Εναγόμενους, αλλά στο ότι τα εν λόγω διατακτικά δεν εκδόθηκαν νομότυπα και/ή δεν τους δεσμεύουν και, διαζευκτικά, ότι παν οφειλόμενο ποσό εξοφλήθηκε από τους Εναγόμενους προς τους Ενάγοντες (βλ. παρα. 11 της Ε/Υ). Στην παρα. 5 της Ε/Δ της κας Σιηπηλλή εγείρεται ο ισχυρισμός ότι δεν υπάρχει αναγνωρισμένη οφειλή εφόσον ουδέποτε τους εκδόθηκαν τιμολόγια από τους Ενάγοντες τα οποία αυτοί να έχουν αποδεχτεί. Υπενθυμίζει η κα Σιηπηλλή για την ύπαρξη ανταπαίτησης εκ μέρους των Εναγομένων έναντι των Εναγόντων. Κρίνω πως στη βάση των ανωτέρω, δεν θα μπορούσα αποκλείσω στο παρόν στάδιο την ύπαρξη καλής αιτίας αγωγής, εφόσον είναι παραδεκτή η παροχή των οικοδομικών εργασιών από τους Ενάγοντες προς τους Εναγόμενους και εφόσον οι Ενάγοντες παρουσιάζουν κάποια μαρτυρία για τεκμηρίωση του ποσού που αξιώνουν, η οποία δεν έχει αμφισβητηθεί στο παρόν στάδιο με οποιαδήποτε συμπληρωματική ένορκη δήλωση των εναγομένων ως προς τις λεπτομέρειες του ποσού που αξιώνεται. Συνεπώς, η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 5
(2)φαίνεται να πληρούται. Προχωρώ να εξετάσω αν ικανοποιείται στη βάση της ενώπιον μου μαρτυρίας στην όψη των ενόρκων δηλώσεων η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 5
(2)ήτοι «ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του». Ως προς αυτό το σημείο κρίνω πως είναι ισχνή έως καθόλου η μαρτυρία που δόθηκε από τον κ. Κουσιάππα. Λέγει ο ίδιος ότι οι Εναγόμενοι δεν έχουν άλλη ακίνητη ή κινητή ιδιοκτησία, φαίνεται όμως να παραγνωρίζει ότι αμφότεροι οι Εναγόμενοι εργάζονται με μισθό ως αναφέρει η Εναγόμενη 2 στην ένορκη δήλωσή της. Δεν έχει προσφερθεί οποιαδήποτε μαρτυρία περί αφερεγγυότητάς των Εναγομένων, αντίθετα η Εναγόμενη 2 έχει δώσει κάποια μαρτυρία για την εισοδηματική κατάστασή τους και για την ενδεχόμενη ικανότητα τους να εξοφλήσουν σε χρήμα την απόφαση αν εκδοθεί υπέρ τους. Η μαρτυρία αυτή δεν έχει αμφισβητηθεί με οποιαδήποτε συμπληρωματική ένορκη δήλωση από τους Ενάγοντες και συνεπώς δεν μπορεί στο παρόν στάδιο να απορριφθεί από το Δικαστήριο. Ενόψει των ανωτέρω, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι σωρετικές προϋποθέσεις του άρθρου 5 του Κεφ. 6. Αναφορικά με το άρθρο 32 του Ν.14/60. Παραθέτω το άρθρο 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/1960: «32.-
(1)Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού έκαστον δικαστήριον, εν τη ασκήσει της πολιτικής αυτού δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδη απαγορευτικόν διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές, ή προστακτικόν) ή να διορίζη παραλήπτην εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας το δικαστήριον κρίνει τούτο δίκαιον ή πρόσφορον, καίτοι δεν αξιούνται ή χορηγούνται ομού μετ' αυτού αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νοείται ότι παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα δεν θα εκδίδεται εκτός εάν το δικαστήριον ικανοποιηθή ότι υπάρχει σοβαρόν ζήτημα προς εκδίκασιν κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασίαν, ότι υπάρχει πιθανότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιούται εις θεραπείαν, και ότι εκτός εάν εκδοθή παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα, θα είναι δύσκολον ή αδύνατον να απονεμηθή πλήρης δικαιοσύνη εις μεταγενέστερον στάδιον.» Τρεις είναι οι βασικές προϋποθέσεις που καθιερώνει το άρθρο 32, όπως αυτό έχει ερμηνευθεί με νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων, την Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557: a. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Το ερώτημα τούτο απαντάται θετικά εάν αντικειμενικά από τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής. Δεν χρειάζεται η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις για την πιθανότητα ύπαρξής του (T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802). b. Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας (visible chance of success), δηλαδή πιθανότητας οι Ενάγοντες να δικαιούνται σε θεραπεία. Εκείνο το οποίο απαιτείται να αποδειχθεί στο στάδιο της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος είναι κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση, αλλά κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Luis Vuitton v Δερμοσάκ Λτδ κ.α.
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1453. c. Ότι, εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στους Ενάγοντες σε μεταγενέστερο στάδιο. Αν οι αποζημιώσεις, με το μέτρο που ανακτώνται σύμφωνα με το κοινοδίκαιο, θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία και ο/οι εναγόμενος/οι θα ήταν σε οικονομική θέση να τις καταβάλουν, το Δικαστήριο κανονικά θα αρνηθεί να χορηγήσει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα όσο ισχυρή και αν φαίνεται η αξίωση του ενάγοντα. Η ύπαρξη απλώς των τριών ανωτέρω προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή. Στο τελικό στάδιο το δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα (βλ., μεταξύ άλλων, Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε), 255, 258 και την πιο πρόσφατη απόφαση, ημερ. 13.6.2013, στην Πολιτική Έφεση αρ. 145/2011, Hellenic Bank Public Company Limited v Alpha Panareti Public Limited). Ειδικά εκεί όπου το δικαστήριο βρίσκεται σε αμφιβολία ως προς την επάρκεια των αντίστοιχων θεραπειών σε αποζημιώσεις που προσφέρονται είτε στον ενάγοντα είτε στον εναγόμενο είτε και στους δύο εγείρεται το θέμα του ισοζυγίου της ευχέρειας (American Cyanamid Co. v. Ethicon Ltd [1975] A.C. 396) ή, καλύτερα διατυπωμένου, του ισοζυγίου της δικαιοσύνης (Francome -ν- Mirron Group Newspapers Ltd
(1984)1 WLR 892). Σ' αυτό το στάδιο- a. το δικαστήριο δικαιούται να εξετάσει κατά πόσο υπάρχει ουσιαστική ανισότητα επί της ουσίας της υπόθεσης και ποιός από τους διαδίκους έχει περισσότερη πιθανότητα επιτυχίας͘ b. το δικαστήριο δικαιούται επίσης να εξετάσει την ικανότητα πληρωμής αποζημιώσεων των διαδίκων (βλ. Copinger and Skone James on Copyright, 12th ed., παρα. 627). Το δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη το γεγονός ότι ο εναγόμενος δεν είναι σε οικονομική θέση να αντιμετωπίσει αξίωση για σημαντικές αποζημιώσεις εναντίον του (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν Χ΄΄Βασίλη
(1989)1 ΑΑΔ 152) και ότι ο ενάγων είναι πιθανόν να υποστεί ζημιές πέραν από εκείνες που μπορεί ο εναγόμενος να του καταβάλει. Από την άλλη το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη την ικανότητα ή άλλως πως του ενάγοντα να αποζημιώσει τον εναγόμενο με την ανάληψη υποχρέωσης για πληρωμή αποζημιώσεων. Τυχόν ισχυρισμός για αφερεγγυότητα του εναγομένου, θα πρέπει να αποδεικνύεται (βλ. Σεβαστού ν Σεβαστού
(2002)1 ΑΑΔ 1980). c. το δικαστήριο θα λάβει τέτοια μέτρα τα οποία σκοπό έχουν τη διατήρηση του status quo ante bellum, δηλαδή της κατάστασης πραγμάτων η οποία υφίστατο αμέσως πριν την πράξη που αποτελεί το casus belli, δηλαδή της επίδικης παραβίασης δικαιωμάτων (βλ. Bacardi & Co. Ltd v Vinco Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 788)͘[4]͘ d. το δικαστήριο θα σταθμίσει τον κίνδυνο αδικίας του εναγομένου που δημιουργείται από οποιαδήποτε μη αναγκαία καθυστέρηση από μέρους του ενάγοντα στην επιδίωξη ενδιάμεσης θεραπείας (βλ. την Bacardi, ανωτέρω). Η νομολογία αναγνωρίζει (Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 C.L.R. 788) ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος το δικαστήριο να πάρει εσφαλμένη απόφαση, δηλαδή να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει να αποδείξει τα δικαιώματα του κατά την κυρίως δίκη της αγωγής ή διαζευκτικά να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει στην κυρίως δίκη. Είναι λόγω αυτού του κινδύνου, που έχει καθιερωθεί η θεμελιώδης αρχής ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία, η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας, εάν ήθελε φανεί στο μέλλον ότι η απόφασή του ήταν «εσφαλμένη» με το πιο πάνω νόημα. Εφαρμόζοντας τα πιο πάνω στην παρούσα υπόθεση έχω να παρατηρήσω τα εξής꞉ Πρώτον, ότι το γεγονός ότι επιζητείται η μη αποξένωση ενός μικρού μεριδίου σε ακίνητη ιδιοκτησία δεν είναι από μόνο του εμπόδιο στην έκδοση του διατάγματος. Παραπέμπω στην απόφαση, ημερ. 11.5.2011, στην Πολιτική Έφεση Αρ. 83/2008, Νέστωρας Κυριακίδης v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2011)1 Α.Α.Δ. 816, όπου πρωτόδικα εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα μη αποξένωσης της ακίνητης ιδιοκτησίας του εφεσείοντος, το οποίο κάλυπτε μόνο το μερίδιο του εφεσείοντος που ήταν μόλις το 1/12 μερίδιο του όλου. Δεύτερον, ότι το γεγονός ότι οι Ενάγοντες είναι με καθυστέρηση δύο χρόνων που προσέρχονται ενώπιον του Δικαστηρίου να αιτηθούν προσωρινή προστασία δεν μπορεί να παραγνωριστεί, αντιθέτως λαμβάνεται δικαστικά υπόψη στο πλαίσιο εκτίμησης του ισοζυγίου της ευχέρειας, απλώς δεν συναρτάται με το κατεπείγον της αίτησης ως δικαιοδοτικό όρο ειδικά στην περίπτωση όπου αυτή δεν εκδικάζεται μονομερώς αλλά στο πλαίσιο δια κλήσεως διαδικασίας. Παραπέμπω στην απόφαση του Κώστα Κληρίδη, Δ. (όπως ήταν τότε), ημερ. 27.4.2010, στην Πολιτική Έφεση Αρ. 215/2007, Μάρθα Γεώργιου Ηλία Πλακίδη, δια του Πληρεξούσιου Αντιπροσώπου αυτής Χαράλαμπου Ιωαννίδη v. Nomisko Developers Ltd.
(2010)1 Α.Α.Δ. 577, όπου λέχθηκαν τα εξής꞉ «Εκείνο το οποίο θα πρέπει κατ' αρχάς να διευκρινιστεί, είναι ότι εδώ το θέμα της καθυστέρησης προσφυγής στο Δικαστήριο δεν τυγχάνει μεταχείρισης ως δικαιοδοτικός όρος δυνάμει του Άρθρου 9
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, οι πρόνοιες του οποίου εφαρμόζονται σε μονομερείς αιτήσεις για θεραπεία μόνο με την κατάδειξη του στοιχείου του κατεπείγοντος. (Βλ. In re B.P. (Cyprus) Ltd
(1996)1(B) Α.Α.Δ. 861, Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453). Αυτό είναι φανερό από το γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αρχικά έκρινε ότι δεν εδικαιολογείτο να επιληφθεί της αίτησης μονομερώς, οπότε και έδωσε οδηγίες όπως η αίτηση έρθει σε γνώση της άλλης πλευράς δια κλήσεως.». Για τους λόγους που έδωσα κατά την ανάλυση της εφαρμογής του άρθρου 5 του Κεφ. 6 στην παρούσα υπόθεση, πιθανολογείται, στην όψη των ενόρκων δηλώσεων, η ύπαρξη σοβαρού θέματος προς εκδίκαση με ορατή πιθανότητα επιτυχίας, γι' αυτό και προχωρώ να εξετάσω την εφαρμογή του άρθρου 32 στη βάση της τρίτης προϋπόθεσης αυτού και του ισοζυγίου της ευχέρειας. Στην παρούσα υπόθεση, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι στην όψη της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση αποδεικνύεται ότι η Εναγόμενη αρ. 2 δεν θα έχει την οικονομική ικανότητα να εξοφλήσει το εξ αποφάσεως χρέος, εάν εκδοθεί απόφαση υπέρ των Εναγόντων. Ως εκ τούτου δεν ικανοποιούμαι ότι πληρούται η 3η προϋπόθεση του άρθρου 32. Έπειτα, δεν έχει προσφερθεί συγκεκριμένη (concrete) μαρτυρία περί πρόθεσης αποξένωσης του εν λόγω 1/12 μεριδίου της Εναγόμενης 2 στο οποίο επικεντρώνεται το ζητούμενο διάταγμα. Συγκεκριμένη μαρτυρία περί πρόθεσης αποξένωσης δόθηκε μόνο όσον αφορά την επίδικη οικία, στην οποία όπως δεν επικεντρώνεται η υπό κρίση αίτηση. Η δε Εναγόμενη προσέφερε μαρτυρία για να δείξει ότι η πρόθεση πώλησης εκείνης της κατοικίας αναφύεται μέσα από εν εξελίξει διαδικασία διαζυγίου και όχι λόγω αφεφεγγυότητας ή δυσκολίας πληρωμής χρεών. Νομολογιακά, η υποχρέωση παρουσίασης μαρτυρίας ως προς τον κίνδυνο αποξένωσης του επίμαχου μεριδίου ιδιοκτησίας από την Εναγόμενη συνδέεται με την υποχρέωση του αιτούντος το προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα να αποδείξει το κατεπείγον του αιτήματός του (βλ. την απόφαση ημερ. 15.1.2013 στις Πολιτικές Εφέσεις αρ. 3 και 4 του 2011, Έλενας Αμβροσιάδου ν Martin Coward). Κατά τα λοιπά, όπως λέχθηκε από τον Ηλιάδη, Δ. στην προμνησθείσα απόφαση Larticon Co., εμπίπτει στην εφαρμογή της 3ης προϋπόθεσης του άρθρου 32 ανωτέρω, «δεν είναι απαραίτητη η παρουσίαση μαρτυρίας για την απόδειξη της πραγματικής πρόθεσης ενός εναγομένου για τη μεταβίβαση ή επιβάρυνση της περιουσίας του. Όπως έχει τονισθεί από το Δικαστή Κωνσταντινίδη στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία "Λεωνίκ" Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785, "Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μή ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία.». Με δεδομένο ότι - Πρώτον, δεν έχει προσφερθεί μαρτυρία περί αφερεγγυότητας των Εναγομένων 1 και 2 να καλύψουν οποιοδήποτε ποσό διαταχθεί στο μέλλον εναντίον τους, δεύτερον, εφόσον η ακίνητη ιδιοκτησία που επιχειρείται να δεσμευθεί με το ζητούμενο διάταγμα δεν είναι πλήρους και αποκλειστικής ιδιοκτησίας των Εναγομένων, παρά μόνον κατέχεται ένα μικρό μερίδιο (1/12) αυτής από την Εναγόμενη αρ. 2, το οποίο ούτε οι Ενάγοντες θα μπορούν να επωφεληθούν ή/και αποξενώσουν στο μέλλον αν δεν συμφωνούν άλλοι 11 μεριδιούχοι, και τρίτον, δεδομένης της καθυστέρησης δύο ολόκληρων χρόνων από την καταχώρηση της αγωγής που οι Ενάγοντες προσέρχονται στο Δικαστήριο για να αιτηθούν προσωρινή προστασία, κλίνω υπέρ της άποψης ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας / δικαιοσύνης δεν είναι υπέρ των εναγόντων. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Η αίτηση απορρίπεται. Ουδείς λόγος έχει καταδειχθεί ώστε να αποκλίνω από το γενικό κανόνα που θέλει τα έξοδα να ακολουθούν το αποτέλεσμα, γι' αυτό και επιδικάζω υπέρ της Εναγομένης αρ. 2 - Καθ' ης η αίτηση και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον ΦΠΑ. (Υπ) ...................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.