ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. FBME BANK LTD, Γενική Αίτηση: 537/2014, 30/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A424 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Γενική Αίτηση: 537/2014 Μεταξύ: ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Αιτητή -και- FBME BANK LTD Καθ'ης η Aίτηση ------------------------- Αίτηση ημερ. 9.6.2015 για παραμερισμό της εγγραφής του διατάγματος δέσμευσης Ημερομηνία: 30 Ιουνίου 2016 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. K. Κυριακόπουλος Για τον Γενικό Εισαγγελέα: κα T. Ιακωβίδου -------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Μετά από μονομερή αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα ημερ. 31.7.2014, το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα εγγραφής και εκτέλεσης του Διατάγματος Δέσμευσης ημερ. 21.5.2014 που εκδόθηκε από αρμόδιο Βέλγικο Δικαστήριο. Η αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα υποβλήθηκε μετά από σχετικό αίτημα των Βελγικών αρχών, με βάση τις πρόνοιες της Απόφασης-Πλαίσιο 2003/577/ΔΕΥ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007 (Ν.188
(1)/2007). Με το υπό αναφοράν διάταγμα, δεσμεύθηκαν διάφοροι λογαριασμοί, ανάμεσα στους οποίους περιλαμβάνονται και λογαριασμοί εταιρειών του Αιτητή (Aryan Aelmans) που διατηρούσε στην FBME BANK LTD. Με την εξεταζόμενη αίτηση, ο Αιτητής επιδιώκει τον παραμερισμό του διατάγματος εγγραφής του υπό αναφοράν διατάγματος δέσμευσης. Το βασικό παράπονο του Αιτητή είναι το μεγάλο χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει. Υποστηρίζει ότι παραβιάστηκαν τα δικαιώματα του για δίκαιη δίκη μέσα σε εύλογο χρόνο. Με την αίτηση ζητείται επίσης διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο Γενικός Εισαγγελέας να παραδώσει στον Αιτητή ή το δικηγόρο του, αντίγραφο της μονομερούς αίτησης και της ένορκης δήλωσης που καταχωρήθηκαν από το Γενικό Εισαγγελέα για την ακύρωση του πρώτου διατάγματος παγώματος. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι είχε προηγηθεί η έκδοση άλλου διατάγματος από το αρμόδιο Βελγικό Δικαστήριο το έτος 2008, το οποίο εγγράφηκε και εκτελέστηκε στην Κύπρο με σχετική απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 19.1.2009, στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης αρ. 34/
- Αντίγραφο της Αίτησης και του Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 19.1.2009 επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του Αιτητή, που συνοδεύει την αίτηση του (βλ. Τεκμήρια 1 και 2). Το υπό αναφοράν διάταγμα ημερ. 19.1.2009, ακυρώθηκε στις 3.11.2014 μετά από μονομερή αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα, λόγω της έκδοσης του επίδικου διατάγματος (βλ. Τεκμήριο 4 στην Αίτηση). Σε σχέση με τα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση, για την οποία ζητήθηκε από τις Βελγικές Αρχές η συνδρομή των Κυπριακών Δικαστηρίων, αναφέρθηκαν στην αίτηση τα ακόλουθα: Οι Βελγικές Αρχές, στα πλαίσια διερεύνησης υπόθεσης φορολογικής απάτης μεγάλων διαστάσεων, συνέλαβαν, ανάμεσα σε άλλα πρόσωπα και τον Αιτητή, τον Δεκέμβριο του έτους
- Σύμφωνα με το αίτημα των Βελγικών Αρχών, ο Αιτητής και οι συνεργάτες του, φέρονται να εμπορεύονταν κινητά τηλέφωνα, τα οποία αγόραζαν κυρίως από την Αγγλία και τα πωλούσαν σε διάφορες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς να καταβάλλουν φ.π.α. Στη διάπραξη της φερόμενης φορολογικής απάτης, ενέπλεξαν διάφορες εταιρείες, εγγεγραμμένες σε τρίτες χώρες στις οποίες ο Αιτητής ήταν πραγματικός δικαιούχος. Από τη διάπραξη των κατ' ισχυρισμόν αδικημάτων, ο Αιτητής και οι συνεργάτες του, φέρονται να απεκόμισαν παράνομα έσοδα ύψους €12.5 εκ., μέρος των οποίων κατέληξε στους λογαριασμούς των εταιρειών που διατηρούσαν στην FBME BANK LTD, στην Κύπρο, οι οποίοι δεσμεύθηκαν με το διάταγμα. Στο αίτημα αναφέρεται περαιτέρω ότι οι έρευνες των Βελγικών Αρχών, κατέδειξαν ότι στις αποθήκες στην Ολλανδία που φέρονται να χρησιμοποιούσαν οι εμπλεκόμενοι στη φορολογική απάτη, δεν υπήρχαν εμπορεύματα, ενώ τα έγγραφα που εξέδιδαν για την μεταφορά των εμπορευμάτων ήταν πλαστά. Αναφέρεται, περαιτέρω, ότι στις έρευνες που διενεργήθηκαν στις κατοικίες του Αιτητή και των φερόμενων συνεργών του, εντοπίστηκε ολόκληρο οπλοστάσιο, αποτελούμενο από 151 όπλα που χρησιμοποιούνται από ειδικές μονάδες της Αστυνομίας και του στρατού καθώς και τόνοι από πολεμοφόδια. Όπως αναφέρεται, η διερεύνηση της υπόθεσης ολοκληρώθηκε και ο Αιτητής παραπέμφθηκε μαζί μα άλλα δύο φυσικά πρόσωπα και τρεις εταιρείες σε ποινική δίκη, για αδικήματα φορολογικής απάτης, φοροδιαφυγής, συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση και νομιμοποίηση παράνομων εσόδων. Αναφέρεται, τέλος, ότι οι Βελγικές Αρχές είχαν εξασφαλίσει διάταγμα παγώματος για τους λογαριασμούς που διατηρούσαν οι εταιρείας του Αιτητή και των συνεργών του στην FBME BANK LTD, τον Αύγουστο του έτους 2008, το οποίο διαβίβασαν στις αρμόδιες Κυπριακές Αρχές για εγγραφή, όπως και έγινε με το αναφερθέν πιο πάνω διάταγμα ημερ. 19.1.2009, στα πλαίσια της Αίτησης αρ. 34/
- Επειδή, όμως έχει παρέλθει αρκετός χρόνος και αφού η διερεύνηση της υπόθεσης έχει ολοκληρωθεί και η υπόθεση παραπέμφθηκε για εκδίκαση στο Ποινικό Δικαστήριο, οι Βελγικές Αρχές εξέδωσαν στις 21.5.2014, νέο διάταγμα δέσμευσης, το οποίο απέστειλαν στην Κύπρο για εγγραφή και εκτέλεση. Με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση του, ο Αιτητής, αφού αναφέρει ότι είναι δικαιούχος των λογαριασμών που έχουν δεσμευθεί με το επίδικο διάταγμα, αρνείται ότι ενέχεται σε οποιαδήποτε ποινικά αδικήματα. Όσον αφορά το νέο διάταγμα, υποστηρίζει ότι εκδόθηκε κακόπιστα από τις Βελγικές Αρχές, σε μια προσπάθεια τους να δικαιολογήσουν τη μεγάλη καθυστέρηση που παρατηρείται και τον αδικαιολόγητα μακρύ χρόνο που βρίσκεται σε ισχύ. Στη συνέχεια της ένορκης δήλωσης του, παραπονείται για την άρνηση της ΜΟΚΑΣ να τον εφοδιάσει με αλληλογραφία που είχε με τις Βελγικές Αρχές για τις συνθήκες έκδοσης του νέου διατάγματος. Επισυνάπτει προς τούτο σχετική αλληλογραφία που ανταλλάγηκε από τους δικηγόρους του και την ΜΟΚΑΣ (Τεκμήριο 5). Υποστηρίζει, περαιτέρω, ότι ο ισχυρισμός που περιέχεται στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης για εγγραφή, ότι έχει παραπεμφθεί σε δίκη είναι παραπλανητικός. Μέχρι την ημέρα που καταχώρισε την αίτηση του, υποστηρίζει, δεν είχε οριστεί ημερομηνία ακρόασης της ποινικής υπόθεσης. Καταληκτικά, υποστηρίζει ότι η καθυστέρηση στη διερεύνηση της υπόθεσης και το αδικαιολόγητα μεγάλο χρονικό διάστημα που βρίσκεται σε ισχύ το διάταγμα, παραβιάζουν, μεταξύ άλλων, το άρθρο 6.
- της Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Ο Γενικός Εισαγγελέας καταχώρισε ένσταση, υποστηρίζοντας πως το αίτημα θα πρέπει να απορριφθεί, τόσο για ουσιαστικούς λόγους όσο και για νομοτυπικούς. Σε σχέση με το δεύτερο σκέλος, εγείρει υπό μορφή προδικαστικών ενστάσεων, έλλειψη εξουσίας του Δικαστηρίου να παραμερίσει το επίδικο διάταγμα. Τέτοια εξουσία, υποστηρίζει, με βάση τη σχετική νομοθεσία, παρέχεται μόνο στο κράτος έκδοσης, που στην εξεταζόμενη περίπτωση είναι οι Βελγικές Αρχές. Σε κάθε περίπτωση, επισημαίνεται, δεν συντρέχει λόγος για ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος δέσμευσης. Στην υποστηρικτική της ένστασης ένορκη δήλωση της Α. Χ' Ξενοφώντος, επισημαίνεται ότι η υπόθεση έχει οριστεί στις 23.12.2015 ενώπιον του Ποινικού Δικαστηρίου στο Βέλγιο. Απορρίπτοντας, περαιτέρω, τη θέση του Αιτητή για παραβίαση των δικαιωμάτων του για δίκαιη δίκη, παραθέτει στοιχεία που αποστάληκαν στη Μονάδα (ΜΟΚΑΣ) από τις Βελγικές Αρχές, τα οποία δικαιολογούν το χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει. Πρόκειται, αναφέρει, για μια ιδιαίτερα περίπλοκη υπόθεση, για τη διερεύνηση της οποίας χρειάστηκε η δικαστική συνδρομή από αρκετές χώρες, όπως η Κύπρος, Ην. Βασίλειο, Γαλλία, Δανία, Νevis κ.α. Αναφέρει, επίσης, ότι τα ύποπτα πρόσωπα δεν επέδειξαν συνεργασία και χρησιμοποίησαν κάθε δυνατό μέσο για να καθυστερήσουν την όλη διαδικασία. Ανάμεσα σε άλλα, ο Αιτητής και τα άλλα φυσικά πρόσωπα που κατηγορούνται στη υπόθεση, άσκησαν εφέσεις εναντίον της απόφασης για την παραπομπή τους σε δίκη στο Ποινικό Δικαστήριο του Βελγίου, τόσο σε πρώτο όσο και σε δεύτερο βαθμό οι οποίες απορρίφθηκαν και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 23.12.
- Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό πως μετά από αιτήματα που υποβλήθηκαν από τις δύο πλευρές για συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις, έγιναν παραδεκτά τα ακόλουθα: Η υπόθεση εκδικάστηκε από το Ποινικό Δικαστήριο του Βελγίου και στις 2.5.2016 αφού ο Αιτητής κρίθηκε ένοχος, του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης έξι ετών και χρηματική ποινή. Εκδόθηκε, περαιτέρω, διάταγμα δήμευσης για τα ποσά που είναι κατατεθειμένα στους επίδικους λογαριασμούς στην FBME BANK LTD, με δικαιούχο τον Αιτητή. Δηλώθηκε, τέλος, ότι η απόφαση του Βελγικού Δικαστηρίου δεν είναι τελεσίδικη. Υπόκειται σε έφεση, η οποία έχει ανασταλτικό χαρακτήρα σε σχέση με όλες τις πτυχές της, συμπεριλαμβανομένης και της διαταγής για δήμευση. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή, αφού παρέπεμψε στις πρόνοιές τις Απόφασης-Πλαίσιο 2003/577 ΔΕΥ, υποστήριξε πως η διατήρηση του επίδικου διατάγματος σε ισχύ για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, (πέραν των 7 ετών) παραβιάζει το δικαίωμα του Αιτητή για δίκαιη δίκη που προστατεύεται από το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Προς υποστήριξη της εισήγησης του, επικαλέστηκε την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου ημερ. 12.2.2008 στην υπόθεση Affaire Jοuan v. Belgique. Στην υπόθεση εκείνη, υπόδειξε, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι χρονική περίοδος λιγότερη των 3 χρόνων, που βρισκόταν σε ισχύ συντηρητικό διάταγμα κατάσχεσης, ήταν αδικαιολόγητα μεγάλη και υπήρχε παραβίαση του άρθρου 6.1 της Συνθήκης. Ανάλογη, επεσήμανε ο συνήγορος, υπήρξε και η στάση των Κυπριακών Δικαστηρίων σε ζητήματα παραβίασης του δικαιώματος διαδίκου για διάγνωση των δικαιωμάτων του μέσα σε εύλογο χρόνο. Παρέμπεμψε επί του προκειμένου στην υπόθεση Rousounides & (Soteriou) Trading Ltd κ.ά. ν. Κ.Ο.Τ
(2002)1 Α.Α.Δ. 1274, στην οποία κρίθηκε ότι η διατήρηση ενός προσωρινού διατάγματος αναστολής λειτουργίας του κέντρου σε ισχύ, για διάστημα 15 μηνών, χωρίς να προωθηθεί η εκδίκαση της υπόθεσης, συνιστούσε κατάχρηση της διαδικασίας και για το λόγο αυτό ακυρώθηκε. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Καθ'ου, υποστήριξε πως το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να αναθεωρήσει το διάταγμα δέσμευσης που εκδόθηκε από το Βελγικό Δικαστήριο. Με βάση το άρθρο 43IΔ του Νόμου, υπόδειξε, η απόφαση δέσμευσης μπορεί να αναθεωρηθεί μόνο από το Δικαστήριο του κράτους έκδοσης. Επισημαίνοντας, περαιτέρω, πως ο Αιτητής δεν αποτάθηκε στο κράτος έκδοσης (Βέλγιο) για ακύρωση του επίδικου διατάγματος, ενώ είχε αυτή τη δυνατότητα, εισηγήθηκε πως δεν εδικαιολογείτο η υποβολή της παρούσας αίτησης. Ανεξάρτητα από το πιο πάνω εμπόδιο, συνέχισε η συνήγορος η αίτηση είναι εντελώς αδικαιολόγητη αφού δεν συντρέχει κάποιος από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 43IΓ του Νόμου για την ακύρωση εγγραφής διατάγματος δέσμευσης. Επί της ουσίας, επεσήμανε πως ο Αιτητής έχει τελικώς καταδικαστεί από το Βελγικό Δικαστήριο και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης έξι ετών ενώ εκδόθηκε και διάταγμα δήμευσης των ποσών που είναι κατατεθειμένα στους επίδικους λογαριασμούς. Είναι φανερό, κατέληξε η συνήγορος, ότι θα πρέπει να διατηρηθεί το διάταγμα δήμευσης σε ισχύ, προκειμένου να εξυπηρετήσει τους σκοπούς για τους οποίους έχει εκδοθεί. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Το νομικό πλαίσιο για την εγγραφή διατάγματος σε σχέση με δέσμευση περιουσίας, όπως το επίδικο, διέπεται από τον Περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007 (Ν.188
(1)/2007), (στη συνέχεια «Ο Νόμος»). Ειδικότερα, με βάση το άρθρο 43Γ του Μέρους ΙVA του Νόμου, η απόφαση δέσμευσης που εκδόθηκε από κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διαβιβάζεται στη Μονάδα, η οποία, εάν κρίνει ότι πληρεί τις προϋποθέσεις του Νόμου, την υποβάλλει στο Δικαστήριο προς εγγραφή και εκτέλεση. Με βάση δε την ερμηνευτική διάταξη 43Α, «απόφαση δέσμευσης» σημαίνει κάθε μέτρο που λαμβάνει αρμόδια δικαστική αρχή του κράτους έκδοσης, προκειμένου να εμποδίσει προσωρινά κάθε πράξη καταστροφής, μετατροπής, μετατόπισης, μεταφοράς ή διάθεσης περιουσιακών στοιχείων που θα μπορούσαν να δημευθούν ή να αποτελέσουν αποδεικτικό στοιχείο. Στην κρινόμενη υπόθεση δεν αμφισβητείται ότι το επίδικο διάταγμα εμπίπτει στον πιο πάνω ορισμό. Με βάση το άρθρο 43ΙΓ του Νόμου, όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, το δικαστήριο ακυρώνει την εγγραφή του διατάγματος δέσμευσης, εάν αποδειχθεί ότι υπήρξε συμμόρφωση, είτε με την πληρωμή του ποσού που οφείλεται με βάση την απόφαση δέσμευσης, είτε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο που τυχόν προβλέπεται στη νομοθεσία του κράτους έκδοσης. Σημειώνεται ότι με την τροποποίηση που επήλθε στο Νόμο, με τον Τροποποιητικό Νόμο 18
(1)/2016, ο οποίος δημοσιεύτηκε τον Μάρτιο του έτους 2016, προστέθηκαν τα ακόλουθα εδάφια: «
(2)Το δικαστήριο δύναται να ακυρώσει εγγραφή διατάγματος δέσμευσης εάν μέσα σε λογική χρονική περίοδο δεν έχει αρχίσει η ποινική διαδικασία ή δεν υπήρξε εξέλιξη στη διερεύνηση της ποινικής υπόθεσης δυνάμενη να οδηγήσει σε ποινική διαδικασία κατά την οποία ενδέχεται να εκδοθεί διάταγμα δήμευσης.
(3)Σε περίπτωση που κατατίθεται αίτηση για ακύρωση της εγγραφής του διατάγματος δέσμευσης δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(2)ενημερώνεται προηγουμένως το κράτος έκδοσης το οποίο έχει τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του.» Στην εξεταζόμενη περίπτωση το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα εγγραφής και εκτέλεσης του επίδικου διατάγματος, μετά από αίτηση που υπόβαλε ο Γενικός Εισαγγελέας, με βάση τις πιο πάνω πρόνοιες του Νόμου. Με την αίτηση επιδιώκεται ο παραμερισμός του διατάγματος, λόγω, κυρίως, του πολύ μεγάλου χρονικού διαστήματος που βρίσκεται σε ισχύ. Είναι γεγονός ότι τα διάταγμα δέσμευσης που εκδόθηκε από τις Βελγικές Αρχές, εκκρεμεί εδώ και 7 χρόνια. Αρχικά είχε εκδοθεί διάταγμα παγώματος στις 21.8.2008, το οποίο ζητήθηκε από τις Βελγικές Αρχές να εγγραφεί στην Κύπρο και τελικά ενεγράφη με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 19.1.2009 (Τεκμήριο 1 στην Αίτηση), στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης αρ. 34/
- Ακολούθως εκδόθηκε το δεύτερο διάταγμα δέσμευσης (το επίδικο ) στις 21.5.2014, το οποίο ενεγράφη με το επίδικο διάταγμα στις 31.7.
- Εξέτασα την αίτηση, υπό το φως των προνοιών του Νόμου και των δεδομένων της υπόθεσης, αφού έλαβα υπόψη τις θέσεις και εισηγήσεις των δύο πλευρών. Κρίνω πως κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης δεν δικαιολογείται η ακύρωση του διατάγματος. Το βασικό παράπονο του Αιτητή αφορά την καθυστέρηση στην εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης που εκκρεμούσε εναντίον του, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα δέσμευσης από τις Βελγικές Αρχές. Όπως ορθά υποδείχθηκε από τη συνήγορο του Γενικού Εισαγγελέα, αυτή η παράμετρος δεν δύναται να εξεταστεί από το παρόν Δικαστήριο. Δεν παρέχεται εξουσία στο Δικαστήριο να ακυρώσει το διάταγμα εγγραφής για λόγους άλλους από αυτούς που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 43IΓ του Νόμου. Οι, οποίοι, κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν οι εξής δύο: (α) Η πληρωμή του ποσού που δεσμεύθηκε και (β) τυχόν άλλος τρόπος που προβλέπεται από τη νομοθεσία του κράτους έκδοσης. Η παραβίαση του δικαιώματος του Αιτητή για δίκαιη δίκη μέσα σε εύλογο χρόνο, είναι ασφαλέστατα ένας από τους λόγους που προβλέπεται στο κράτος έκδοσης όσο και στην Κύπρο. Εφόσον διασφαλίζεται, ανάμεσα σε άλλα, από το άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, στην οποία και τα δύο κράτη είναι μέλη. Ο νομοθέτης όμως πρόβλεψε πολύ ορθά, πως οι λόγοι αυτοί καθώς και οποιοσδήποτε άλλος σχετικός λόγος που σχετίζεται με παραβίαση των δικαιωμάτων του Κατηγορούμενου προσώπου, θα πρέπει να υποβάλλεται και αποφασίζεται από το Δικαστήριο του κράτους έκδοσης. Τούτο, ασφαλώς, για τον απλούστατο λόγο, ότι τα σχετιζόμενα γεγονότα βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου που εκδικάζει την ποινική υπόθεση. Είναι, θεωρώ, ακριβώς για το λόγο αυτό που το άρθρο 43IΔ προβλέπει ότι: «Απόφαση δέσμευσης ή απόφαση δήμευσης δύναται να τροποποιηθεί ή να αναθεωρηθεί μόνο από δικαστήριο ή άλλη αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης.» Η τροποποίηση που επέφερε ο Ν.18
(1)/2016 (πιο πάνω) δεν διαφοροποιεί την πιο πάνω θεώρηση. Εφόσον παρέχεται, πλέον, η δυνατότητα ακύρωσης της εγγραφής του διατάγματος, εάν μέσα σε εύλογο χρόνο δεν έχει αρχίσει η ποινική διαδικασία ή δεν υπήρξε εξέλιξη στην διερεύνηση της ποινικής υπόθεσης. Σε τέτοια, μάλιστα, περίπτωση, θα πρέπει να ενημερωθεί το κράτος έκδοσης, ώστε να έχει τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του. Στην εξεταζόμενη περίπτωση, δεν εγείρεται, βεβαίως, ζήτημα καθυστέρησης στη διερεύνηση ή την καταχώριση της υπόθεσης. Όπως προκύπτει από τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά το χρόνο έκδοσης και εγγραφής του επίδικου διατάγματος, είχε καταχωριστεί η ποινική υπόθεση εναντίον του Αιτητή και των συγκατηγορούμενων του. Η εξέλιξη μάλιστα της υπόθεσης, δεν αφήνει κανένα περιθώριο για επιτυχία της αίτησης. Όπως έχει δηλωθεί, ο Αιτητής έχει βρεθεί ένοχος και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης έξι
(6)ετών, καθώς και χρηματικές ποινές ενώ εκδόθηκε διάταγμα δήμευσης των ποσών που έχουν δεσμευθεί με το επίδικο διάταγμα. Υπό τις περιστάσεις αυτές, κρίνεται εντελώς αδικαιολόγητο και εξωπραγματικό το αίτημα για ακύρωση του διατάγματος δέσμευσης. Υποδεικνύεται, τέλος, ότι με βάση την παράγραφο 2 του άρθρου 43IΔ, το Δικαστήριο, κατά την εξέταση αίτησης για αναθεώρηση του διατάγματος δέσμευσης, δεσμεύεται από τα ευρήματα γεγονότων του Δικαστηρίου του κράτους έκδοσης. Το άρθρο 43IΔ έχει ως ακολούθως: «
(1)Απόφαση δέσμευσης ή απόφαση δήμευσης δύναται να τροποποιηθεί ή να αναθεωρηθεί μόνο από δικαστήριο ή άλλη αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης.
(2)Το δικαστήριο, κατά την άσκηση των εξουσιών που του παρέχει το άρθρο 43ΙΑ, καθώς επίσης και άλλων εξουσιών σχετικών με την εκτέλεση απόφασης δέσμευσης ή απόφασης δήμευσης, δεσμεύεται από τα ευρήματα γεγονότων στην έκταση που αναφέρονται στην καταδίκη ή την απόφαση δικαστηρίου ή δικαστικής αρχής του κράτους έκδοσης ή στην έκταση που η καταδίκη ή η δικαστική απόφαση βασίζεται κατ' αναγκαίο συμπέρασμα στα γεγονότα αυτά.» Ο συνήγορος του Αιτητή, υποστήριξε πως η απόφαση του Βελγικού Δικαστηρίου για δήμευση έχει ανασταλτικό χαρακτήρα, όπως και η καταδίκη του Αιτητή σε έξι χρόνια φυλάκιση. Η ανασταλτικότητα, όμως, της ποινής δεν διαφοροποιεί τα πιο πάνω δεδομένα. Όσον αφορά το αίτημα για αποκάλυψη της αλληλογραφίας που ανταλλάγηκε μεταξύ των αρμόδιων Βελγικών Αρχών και της ΜΟΚΑΣ, υποδεικνύεται ότι ο Αιτητής έχει εφοδιαστεί με όλα τα έγγραφα που σχετίζονται με την έκδοση και την εγγραφή του επίδικου διατάγματος. Του έχει επίσης δοθεί αντίγραφο της μονομερούς αίτησης που υπόβαλε ο Γενικός Εισαγγελέας για την ακύρωση του προηγηθέντος διατάγματος εγγραφής. Η παράδοση στον Αιτητή της αλληλογραφίας που αντάλλαξε η ΜΟΚΑΣ με τις αρμόδιες Βελγικές Αρχές δεν θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε σκοπό. Για όλους του πιο πάνω λόγους, η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται, με έξοδα εις βάρος του Αιτητή και υπέρ του Γενικού Εισαγγελέα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο . (Υπ.) ............. Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο