ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ (ΟΣΕΛ) ΛΤΔ κ.α. ν. ΤΑΣΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ κ.α., Αγωγή αρ.: 5811/2015, 17/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A374 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 5811/2015 Μεταξύ: 1. ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ (ΟΣΕΛ) ΛΤΔ 2. ΙΟΡΔΑΝΗΣ ΙΟΡΔΑΝΟΥΣ Εναγόντων -και- 1. ΤΑΣΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ 2. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ ΤΟΥ ΤΑΣΟΥ 3. ΧΑΡΑ ΚΙΤΤΟΥ 4. ΟΡΕΣΤΗΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ 5. ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ 6. ΡΑΦΑΗΛ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ 7. ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ 8. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ Εναγομένων ---------------- Αίτηση ημερ. 24.11.2015 για προσωρινά διατάγματα Ημερομηνία: 17 Ιουνίου 2016 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές: κ. Μακρίδης για Τ. Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους/Καθ'ων η Αίτηση: κα Γεωργιάδου για Δρ. Κ. Χρυσοστομίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ------------------- EΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε από τους Ενάγοντες στις 24.11.2015 επιδιώκεται η έκδοση διαταγμάτων άρσης της παράνομης επέμβασης που κατ' ισχυρισμόν διέπραξαν οι Εναγόμενοι, καθώς και διαταγμάτων που να τους εμποδίζει να παρεμβαίνουν με οποιοδήποτε τρόπο στα ακίνητα και υποστατικά της Ενάγουσας 1. Περαιτέρω ζητούνται αποζημιώσεις για πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης και άλλες θεραπείες που αναφέρονται στο κλητήριο. Στις 25.11.2015, μετά από μονομερή αίτηση των Εναγόντων ημερ. 24.11.2015, εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα με το οποίο εμποδίζονται οι Εναγόμενοι να εισέρχονται στα γραφεία και υποστατικά της Ενάγουσας 1, που βρίσκονται στη Λεωφόρο Λυκαβητού 93, στην Έγκωμη. Τα διατάγματα που εζητούντο με τα υπόλοιπα παρακλητικά δεν εκδόθηκαν μονομερώς και δόθηκαν οδηγίες για επίδοση της αίτησης. Με τα υπόλοιπα παρακλητικά ζητείται όπως παρεμποδιστούν οι Εναγόμενοι να επεμβαίνουν παράνομα σε άλλους σταθμούς λεωφορείων που ανήκουν στην Ενάγουσα 1 καθώς και διάταγμα το οποίο να τους παρεμποδίζει από του να πλησιάζουν σε απόσταση μικρότερη των 50 μέτρων στα γραφεία της Ενάγουσας 1 ή σε οποιοδήποτε άλλο υποστατικό της. Οι Καθ'ων η Αίτηση καταχώρισαν ένσταση, υποστηρίζοντας ότι δεν εδικαιολογείτο η έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Με την ένσταση παρατίθεται η εκδοχή των Εναγομένων, δίδοντας μια εντελώς διαφορετική εικόνα από αυτή που εξέθεσαν οι Ενάγοντες με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Η ΕΚΔΟΧΗ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ Είναι παραδεκτό ότι η Ενάγουσα 1 αποτελεί εταιρεία νόμιμα εγγεγραμμένη στη Δημοκρατία και ασχολείται με υπηρεσίες οδικών μεταφορέων. Ειδικότερα, αποτελούν αδειούχα εταιρεία παροχής υπηρεσιών μεταφορών επιβατών μέσω τακτικών γραμμών λεωφορείων στην επαρχία Λευκωσίας, με βάση γραπτή συμφωνία που έχει υπογραφεί μεταξύ της Ενάγουσας 1 και της Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Τμήματος Οδικών Μεταφορών. Είναι περαιτέρω παραδεκτό ότι μέτοχοι της Ενάγουσας 1 είναι πρόσωπα που κατέχουν άδεια οδικού μεταφορέα μεταξύ των οποίων και ο Εναγόμενος 1. Ωστόσο, το ποσοστό συμμετοχής του Εναγόμενου 1 στην εταιρεία δεν είναι παραδεκτό. Η Ενάγουσα 1 υποστηρίζει ότι κατέχει 5.844 μετοχές που αντιστοιχούν σε ποσοστό 6.88% του μετοχικού κεφαλαίου της Ενάγουσας 1. Σημειώνεται περαιτέρω ότι οι Εναγόμενοι 2 και 4-8 είναι στενά συγγενικά πρόσωπα του Εναγόμενου 1 ενώ η Εναγόμενη 3 είναι συνεργάτης του. Κατά τον επίδικο χρόνο, ο Εναγόμενος 1 ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου και εργοδοτείτο επίσης στην Ενάγουσα 1 εταιρεία. Προέκυψαν διαφωνίες και σοβαρές διαφορές μεταξύ του Εναγόμενου 1 και των άλλων μετόχων της Ενάγουσας 1, τόσο όσον αφορά τη διαχείριση της εταιρείας όσο και σε σχέση με οικονομικά ζητήματα. Οι υπό αναφοράν διαφορές ήρθαν στην επιφάνεια στις αρχές του 2014, όταν μετά από απαίτηση του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων η Ενάγουσα 1 αντικατέστησε το Γενικό Διευθυντή της, στον οποίο ανατέθηκαν και καθήκοντα διευθυντή προσωπικού, θέση την οποία κατείχε μέχρι τότε ο Εναγόμενος 1. Στην απόφαση της εταιρείας αντιτάχθηκε ο Εναγόμενος 1, ο οποίος φέρεται να μην συνεργαζόταν με το νέο Γενικό Διευθυντή και να δημιουργούσε διάφορα προβλήματα στην ομαλή διεξαγωγή των δραστηριοτήτων της Ενάγουσας 1. Σε μια προσπάθεια εξεύρεσης συναινετικής λύσης στα προβλήματα που παρουσιάστηκαν μεταξύ του Εναγόμενου 1 και των άλλων διευθυντών και μετόχων της Ενάγουσας, διευθετήθηκε συνάντηση με τους δικηγόρους και ελεγκτές της Ενάγουσας 1, χωρίς όμως θετική κατάληξη. Σημειώνεται ότι ο Εναγόμενος 1 είχε προβεί σε καταγγελία στη μονάδα οικονομικού εγκλήματος της Αστυνομίας, καταγγέλλοντας ότι υπήρξαν υπεξαιρέσεις χρηματικών ποσών από άλλα μέλη της Ενάγουσας 1. Η καταγγελία, κατά τους ισχυρισμούς των Εναγόντων, ήταν αβάσιμη. Μετά από το ναυάγιο των προσπαθειών για εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης, έγινε πρόταση στον Εναγόμενο 1 για εξαγορά των μετοχών του και ενώ αναμένετο η απάντηση του, ακολούθησαν οι κατ' ισχυρισμόν παράνομες και ζημιογόνες ενέργειες των Εναγομένων. Ειδικότερα: 1) Το βράδυ της 31.10.15 ο Εναγόμενος 1 μαζί με άλλα μέλη της οικογένειας του, μερικά εκ των οποίων είναι Εναγόμενοι στην παρούσα αγωγή, μετέβηκαν στον σταθμό λεωφορείων που διατηρούσε η Ενάγουσα 1 στο Αρεδιού και απέκλεισαν το σταθμό, εγκλωβίζοντας 27 λεωφορεία της Ενάγουσας 1 που βρίσκονταν μέσα στο σταθμό εκείνη τη στιγμή. Το ίδιο βράδυ, λίγο νωρίτερα, ο Εναγόμενος 1 μαζί με άλλα πρόσωπα είχε μεταβεί έξω από το Προεδρικό Μέγαρο στη Λευκωσία, σταθμεύοντας λεωφορεία μπροστά από την είσοδο του Προεδρικού. Η ενέργεια του αυτή, όπως φέρεται να εξήγησε στη συνέχεια, αποτελούσε διαμαρτυρία για κατ' ισχυρισμόν οφειλές της Ενάγουσας 1 προς τον ίδιο. 2) Προς αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης η Ενάγουσα 1 καταχώρισε την υπ' αριθμό 5391/15 αγωγή, στα πλαίσια της οποίας εξασφάλισε προσωρινό διάταγμα με το οποίο εμποδίζονταν οι Εναγόμενοι να παρεμβαίνουν παράνομα στο σταθμό της Ενάγουσας και να εμποδίζουν την ελεύθερη διακίνηση των λεωφορείων της. 3) Παρά το γεγονός ότι επιδόθηκε η αγωγή και το διάταγμα στον Εναγόμενο 1 και σε άλλους Εναγόμενους στην αναφερθείσα αγωγή, συνέχισαν την παράνομη επέμβαση και για το λόγο αυτό η Ενάγουσα καταχώρισε αίτηση για παρακοή του διατάγματος η οποία βρίσκεται σε εκκρεμότητα. 4) Μετά από τα πιο πάνω επεισόδια η Ενάγουσα, σε έκτακτη συνεδρία του Διοικητικού Συμβουλίου της ημερ. 8.11.15, αποφάσισε, ανάμεσα σε άλλα, όπως τερματίσει την εργοδότηση των Εναγομένων 1,2,3 και 6 στην παρούσα αγωγή, καθώς και άλλων υπαλλήλων που κατ' ισχυρισμόν βοήθησαν τους Εναγόμενους στις πιο πάνω ενέργειες. Ακολούθησαν επιστολές προς τα επηρεαζόμενα πρόσωπα, με τις οποίες τους καλούσαν όπως παραδώσουν τα περιουσιακά στοιχεία της Ενάγουσας που βρίσκονταν στην κατοχή τους, μέχρι τις 20.11.15. 5) Μία ημέρα πριν από την εκπνοή της προθεσμίας, οι Εναγόμενοι 4, 5 και 6, με συνοδεία άλλων ατόμων, φέρονται να μετέβηκαν σε σταθμό λεωφορείων της Ενάγουσας στους Εργάτες και να παρενοχλούσαν τους υπαλλήλους της Ενάγουσας 1. Παρεμβάλλεται ότι με βάση την εκδοχή των Εναγόντων, η Ενάγουσα 1, λειτούργησε νέο σταθμό στο χωριό Εργάτες, μετά από την κατ' ισχυρισμόν παράνομη επέμβαση των Εναγομένων στο σταθμό Αρεδιού, ως ανωτέρω αναφέρθηκε. Σε παρότρυνση των ανδρών ασφαλείας της Ενάγουσας να αποχωρήσουν, φέρονται να τους απείλησαν με ρόπαλα και λιβέρια προτού αποχωρήσουν. Για το επεισόδιο αυτό έγινε καταγγελία στον Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμιας. 6) Ακολούθησε το επίδικο επεισόδιο που έλαβε χώρα την επόμενη ημέρα, 20.11.15. Συγκεκριμένα την ημέρα εκείνη, γύρω στις 3.00 μ.μ., οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 μετέβηκαν στα κεντρικά γραφεία της Ενάγουσας που βρίσκονται στη λεωφόρο Λυκαβητού 93 στην Έγκωμη και αφού ήρθαν σε αντιπαράθεση με τον φρουρό ασφαλείας που βρισκόταν στην κεντρική είσοδο των γραφείων, μετέβηκαν στον πρώτο όροφο. Στη συνέχεια, ο Εναγόμενος 1 απείλησε με κατσαβίδι τον φρουρό ασφαλείας, υποχρεώνοντας τον να παραμείνει έξω από την είσοδο του ορόφου. Ακολούθως οι Εναγόμενοι 1 και 2 μετέφεραν κιβώτια με φακέλους της Ενάγουσας 1 και τα τοποθέτησαν σε όχημα που είχαν σταθμεύσει στην είσοδο. 7) Στη συνέχεια κατέφθασαν οι Εναγόμενοι 4-8 μαζί με άλλα άτομα του στενού οικογενειακού και φιλικού τους περιβάλλοντος, οι οποίοι αφού προκάλεσαν οχληρία στο ισόγειο επιτέθηκαν και κτύπησαν υπάλληλο της εταιρείας και ανέβηκαν στο δεύτερο όροφο όπου είχε το γραφείο του ο Ενάγων 2. Προηγουμένως, φρόντισαν να διακόψουν την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος που τροφοδοτούσε τις κάμερες ασφαλείας που υπήρχαν στα γραφεία της Ενάγουσας 1. Φθάνοντας στο δεύτερο όροφο, αφού έσπασαν την πόρτα του ορόφου με πυροσβεστήρα, επεχείρησαν να κατευθυνθούν στο γραφείο του Ενάγοντα 2, προκαλώντας ζημιές σε γραφεία και εξοπλισμό. Έξω από το γραφείο του Ενάγοντα 2 βρίσκονταν οι υπάλληλοι της Ενάγουσας Πετρίδης και Κούννος, στους οποίους επιτέθηκαν, κτυπώντας τους με πυροσβεστήρα και τραυματίζοντας τους σοβαρά. Με βάση τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, ο Πετρίδης υπέστη σοβαρό κάταγμα στη γνάθο και χρειάστηκε να χειρουργηθεί σε ιδιωτική κλινική. 8) Ακολούθως κάποιοι από αυτούς εισήλθαν στο γραφείο του Ενάγοντα 2 και χειροδίκησαν εναντίον του, κτυπώντας τον στο πρόσωπο και στο σώμα με τα χέρια και τα πόδια τους, καθώς και με μία γυάλινη μπουκάλα που υπήρχε στο χώρο. Προκάλεσαν επίσης ζημιές στο γραφείο, καταστρέφοντας τα έπιπλα και τον εξοπλισμό που βρισκόταν εκεί. Ο Εναγόμενος 1, που δεν βρισκόταν κατά την εξέλιξη των επιθέσεων στο συγκεκριμένο σημείο, κατέφθασε στο μεταξύ και ενθάρρυνε και προέτρεπε τους Εναγόμενους 4-8 και τα άλλα πρόσωπα («τους ανθρώπους του», με βάση την εκδοχή των Εναγόντων) να ρίξουν τον Ενάγοντα 2 από το παράθυρο «για να τελειώνουμε», όπως φέρεται να ανέφερε. Στο μεταξύ κατέφθασαν αστυνομικοί που είχαν κληθεί από υπαλλήλους της Ενάγουσας 1. Μόλις οι Εναγόμενοι και οι άνδρες τους (πλην του Εναγομένου 1) αντελήφθηκαν τους άνδρες της αυτονομίας εγκατέλειψαν το μέρος. Ο Εναγόμενος 1 παρέμεινε για λίγο και συζήτησε με τους αστυνομικούς, προτού αποχωρήσει και εκείνος. 9) Οι τραυματίες μεταφέρθηκαν με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και έτυχαν περίθαλψης. Ο μεν Κούννος, αφού έτυχε των πρώτων βοηθειών απολύθηκε ενώ ο Ενάγων 2 κρατήθηκε για νοσηλεία μέχρι τη Δευτέρα 23.11.2015. Σοβαρότερος φέρεται να ήταν ο τραυματισμός του Πετρίδη, ο οποίος κρατήθηκε στο Νοσοκομείο μέχρι της 22.11.2015 και στη συνέχεια, μεταφέρθηκε σε ιδιωτική κλινική, όπου υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση στη γνάθο, όπως αναφέρθηκε πιο πριν. Η πιο πάνω εκδοχή της Ενάγουσας υποστηρίχθηκε από ένορκη δήλωση του Κυριάκου Κυριάκου, Αντιπροέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της Ενάγουσας 1. Η ΕΚΔΟΧΗ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ Με την ένσταση τους οι Εναγόμενοι υποστηρίζουν πως δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση ή/και τη διατήρηση του διατάγματος σε ισχύ. Πέρα από τη μη τήρηση των προϋποθέσεων, που αναλύεται και εξειδικεύεται σε πολλούς επί μέρους λόγους ένστασης, παρατίθενται και πολλοί άλλοι λόγοι που σχετίζονται με: α) την απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων β) την κατάχρηση της διαδικασίας και την ύπαρξη αλλότριων κινήτρων γ) την κακοπιστία των αιτητών δ) την ύπαρξη παρατυπίας στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την ένσταση, εκτίθενται στη ένορκη δήλωση του Εναγομένου 1. Σε αδρές γραμμές, αναφέρει τα ακόλουθα: Είναι μέτοχος και ήταν ένας από τους διευθυντές της Ενάγουσας. Στις 16.2.2016, παύθηκε παράνομα από τη θέση του Διοικητικού Συμβούλου της Εταιρείας, ζήτημα για το οποίο προωθεί άλλη διαδικασία. Σε σχέση με τις διαφορές που υπάρχουν στην εταιρεία, υποστηρίζει ότι οι Αιτητές παρουσίασαν μια εντελώς διαφορετική εικόνα με σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Ειδικότερα:
- i)Απέκρυψαν το γεγονός ότι το έτος 2012, διεξήχθη έρευνα από το αρμόδιο υπουργείο και διαπιστώθηκαν καταχρήσεις και ατασθαλίες στην Ενάγουσα, με συνέπεια τη διερεύνηση αδικημάτων από την Αστυνομία εναντίον δύο συμβούλων, ήτοι του Ενάγοντα 2 και του ενόρκως δηλούντα. Επισυνάπτει προς τούτο δέσμη από σχετικά δημοσιεύματα της περιόδου (Τεκμήριο 1) και το σχετικό απόσπασμα από την έκθεση του, τότε, Διευθυντή του Τμήματος Ελέγχου του Υπουργείου Συγκοινωνιών και νυν Γενικού Ελεγκτή κ. Οδυσσέα Μιχαηλίδη (Τεκμήριο 2). Ο ίδιος, αναφέρει, προσπάθησε να βοηθήσει το έργο των ανακριτών, προσκομίζοντας αποδεικτικό υλικό που κατόρθωσε να εξασφαλίσει. Είναι γι' αυτό το λόγο, προσθέτει, που οι Ενάγοντες εναντιώθηκαν στον ίδιο και στα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας του και τους καταδιώκουν. Καταληκτικά, επί του προκειμένου θέματος, αναφέρει ότι εναντίον των υπό αναφοράν προσώπων κατεχωρήθη ποινική υπόθεση για σοβαρά ποινικά αδικήματα (συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κλοπή υπό αξιωματούχων, πλαστογραφία, απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και άλλα) η οποία βρίσκεται σε εκκρεμότητα (Τεκμήριο 5). Διευκρινίζει δε πως η υπόθεση αναστάληκε για κάποιο τυπικό ελάττωμα στο κατηγορητήριο την 1.12.2015 αλλά αμέσως μετά κατεχωρήθη νέο κατηγορητήριο (βλ. Τεκμήρια 3 και 4).
- ii)Πέραν των πιο πάνω αδικημάτων, για τα οποία εκκρεμεί η αναφερθείσα ποινική διαδικασία, έχει προβεί και σε πρόσθετες καταγγελίες για διάπραξη περαιτέρω αδικημάτων και εκκρεμεί η διερεύνηση τους. Επισυνάπτει προς τούτο σχετική επιστολή του ημερ. 4.6.2015 προς τον Υπουργό Οικονομικών (Τεκμήριο 7), προσθέτοντας ότι έχει δώσει και γραπτές καταθέσεις στην Αστυνομία. iii) Άλλο στοιχείο που δεν αποκαλύφθηκε, κατά τον ενόρκως δηλούντα, είναι το γεγονός ότι η μετοχική δομή της Ενάγουσας Εταιρείας τελεί υπό αμφισβήτηση. Υποστηρίζει επί του θέματος αυτού ότι οι Ιορδάνους, Κυριάκου και Ιωάννου, εξασφάλισαν, με δόλια και παραπλανητικά μέσα, περισσότερες μετοχές διά τις εταιρείες τους, από τις μετοχές που εδικαιούντο στην πραγματικότητα να αποκτήσουν. Για τα πιο πάνω, καταλήγει, έχει προβεί σε σχετικές καταγγελίες στις αρμόδιες αρχές. Όλα τα ανωτέρω, επισημαίνει, είναι οι πραγματικοί λόγοι που δημιουργήσαν την αντιπαράθεση του με την πλειοψηφία των μετόχων και τους διευθυντές που ελέγχουν την εταιρεία και κυρίως με τους Κυριάκου και Ιορδάνους. Οι διαφορές, υποδεικνύει, δεν είναι επειδή δημιουργεί ο ίδιος «αναίτιες εντάσεις», όπως υποστηρίζουν παραπλανητικά στην αίτηση τους οι Αιτητές, αλλά επειδή προσπαθεί να αποκαλύψει τις παρανομίες τους και να προστατεύσει τα συμφέροντα των υπολοίπων μετόχων. Λόγω της στάσης του αυτής, τέθηκε στο περιθώριο από τα υπόλοιπα μέλη του Δ.Σ. και καταδιώκεται τόσο ο ίδιος όσο και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας του. Κορύφωση, επισημαίνει, συνιστά η απόφαση τους να τερματίσουν την εργοδότηση του ιδίου και των άλλων μελών της οικογένειας του από την Ενάγουσα. Κλείνοντας το κεφάλαιο αυτό, υποστηρίζει ότι η ενάγουσα του οφείλει ενοίκια για τα λεωφορεία του από το έτος 2011, και παρότι αναγνώρισε ότι του οφείλει ποσό €378.665,11 πλέον Φ.Π.Α. (βλ. επιστολή Τεκμήριο 11) εντούτοις εκδικητικά και αδικαιολόγητα αρνούνται να του τα πληρώσουν. Ο ίδιος, διευκρινίζει, υποστηρίζει ότι του οφείλουν πολύ μεγαλύτερο ποσό. Εν συνεχεία προβαίνει σε εκτενή σχόλια και ισχυρισμούς που αφορούν τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες αντικαταστάθηκε ο Γενικός Διευθυντής και άλλοι αξιωματούχοι της Ενάγουσας, στα οποία δεν απαιτείται να γίνει ιδιαίτερη μνεία. Είναι αρκετό να σημειωθεί η διαφωνία του Εναγόμενου 1, ως προς την ορθότητα των συνθηκών που περιβάλλουν το θέμα της αναδιοργάνωσης της Ενάγουσας 1. Έχει εξάλλου καταγραφεί η θέση του πως οι ενέργειες και οι αποφάσεις των Κυριάκου και Ιορδάνους, είχαν αλλότρια κίνητρα, με στόχο τη συγκάλυψη των κατ' ισχυρισμόν ατασθαλιών τους. Απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς των Εναγόντων που σχετίζονται με τα γεγονότα της αγωγής 5391/2015, προβάλλει τη δική του εκδοχή. Με δύο λόγια, υποστηρίζει πως επρόκειτο για μια ειρηνική διαμαρτυρία έξω από το Προεδρικό. Όσον δε αφορά τον κατ' ισχυρισμό αποκλεισμό του σταθμού Αρεδιού, παραθέτει τη δική του εκδοχή, αρνούμενος ότι εμπόδισε τις δραστηριότητες της Ενάγουσας. Αντίθετα, υποστηρίζει, ήταν εκείνοι που είχαν τροχιοδρομήσει το κλείσιμο του σταθμού στο Αρεδιού, για δικούς τους λόγους. Εκείνο που επεδίωξαν και πέτυχαν, καταλήγει, είναι το κλείσιμο του σταθμού για να μην μπορούν να εκτελούν τις διαδρομές τα λεωφορεία του. Σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα προβάλλει τη δική του εκδοχή, αρνούμενος τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην ένορκη δήλωση του κ. Κυριάκου. Αμφισβητεί, επίσης το γεγονός ότι ο Κυριάκου είναι γνώστης των γεγονότων και ότι εξουσιοδοτήθηκε από την Ενάγουσα 1 να ορκιστεί. Υποστηρίζει, σε συντομία, τα ακόλουθα: 1) Στις 20.11.15 συνόδευσε τους Εναγόμενους 3 και 8 για να παραλάβουν, ως ισχυρίζεται, τα προσωπικά τους αντικείμενα από τα γραφεία της Ενάγουσας 1, στη Λεωφόρο Λυκαβητού 93, στην Έγκωμη, όπως ειδοποιήθηκαν με τις επιστολές που τους απέστειλε η Ενάγουσα 1 (Τεκμήριο 7 στην αίτηση). Στον ίδιο, αναφέρει, δεν είχε επιδοθεί μέχρι εκείνη την ημέρα η σχετική επιστολή. 2) Φθάνοντας στα γραφεία της Ενάγουσας 1, χωρίς να έρθουν σε οποιαδήποτε αντιπαράθεση με τον φρουρό ασφαλείας, ανέβηκαν στον πρώτο όροφο, με τη συνοδεία του φρουρού, ο οποίος τους ανέφερε πως οι οδηγίες του ήταν να τους εμποδίσει να πάρουν τα πράγματα τους. Αφού έπεισαν τον φρουρό ότι είχαν δικαίωμα να παραλάβουν τα προσωπικά τους αντικείμενα, του ζήτησαν και παρέμεινε έξω από την είσοδο του ορόφου, αναμένοντας τους να παραλάβουν τα πράγματα τους. Ο ίδιος αποχώρησε γιατί χρειάστηκε να μετακινήσει το αυτοκίνητο του που εμπόδιζε την έξοδο άλλων οχημάτων. Στη συνέχεια κατέβηκε και ο Εναγόμενος 8 για να μετακινήσει και το δικό του όχημα το οποίο επίσης εμπόδιζε. Ενώ βρίσκονταν στο ισόγειο αντιλήφθηκαν να γίνεται φασαρία στα γραφεία και ανέβηκαν στο δεύτερο όροφο όπου διαπίστωσε ακαταστασία και φαινόταν ότι είχε προηγηθεί συμπλοκή. Στο χώρο, διευκρίνισε, βρίσκονταν κάποια από τα παιδιά του τα οποία, όπως ενημερώθηκε από τον Εναγόμενο 4, κατέφθασαν στο μέρος μετά που ειδοποιήθηκαν από την Εναγόμενη 3 ότι είχε συναντήσει δυσκολίες στην προσπάθεια της να πάρει τα προσωπικά της αντικείμενα. 3) Όπως αναφέρει στη συνέχεια, τον ενημέρωσε ο Εναγόμενος 4 ότι είχε ανέβει στο δεύτερο όροφο για να ζητήσει εξηγήσεις από τον Ενάγοντα 2 για τους λόγους που τον απέλυσε καθώς και γιατί δεν εξοφλούνται τα ενοίκια των λεωφορείων τους. Μόλις εισήλθε στο γραφείο ο Ενάγων 2 του επιτέθηκε, βρίζοντας και κτυπώντας τον και εκείνος τον έσπρωξε για να αμυνθεί. Στο επεισόδιο ενεπλάκηκαν και οι υπάλληλοι της Ενάγουσας 1 Πετρίδης και Κούννος, καθώς και ο Εναγόμενος 5 ο οποίος δέχθηκε επίθεση από τον Πετρίδη με πυροσβεστήρα. Στο επεισόδιο ακολούθως επενέβηκαν οι Εναγόμενοι 2 και 6 οι οποίοι προσπάθησαν να χωρίσουν τους εμπλεκόμενους και ακολούθησε συμπλοκή και αλληλοσπρωξίματα. 4) Όταν έφθασε ο ίδιος στο σημείο, προσθέτει, διαπίστωσε ότι υπήρχε μεγάλη ακαταστασία και υπήρχαν σπασμένα αντικείμενα και γραφεία. Προσπάθησε να ηρεμήσει τα πνεύματα και ζήτησε το λόγο από τον Ενάγοντα 2 για τις εχθρικές του ενέργειες προς τον ίδιο και την οικογένεια του. Εκείνος του ζήτησε επίμονα να πάρει τηλέφωνο τον Οικονομικό Διευθυντή για να του εκδώσει επιταγή για τα ενοίκια, εισήγηση που θεώρησε ως εμπαιγμό, καθόσον η επιταγή χρειαζόταν υπογραφές και από δύο διευθυντές. Ακολούθως κατέβηκε στο ισόγειο όπου διαπίστωσε ότι υπήρχε Αστυνομία και αφού συνομίλησε για λίγο με τον υπεύθυνο και τον ενημέρωσαν ότι δεν τον χρειάζονταν, αποχώρησε από το μέρος. 5) Ενημερώθηκε, επίσης, ότι ενώ η Εναγόμενη 3 έβγαινε από την είσοδο των κεντρικών γραφείων, κρατώντας τα πράγματα της, δέχθηκε απρόκλητη επίθεση από τον υπάλληλο της Ενάγουσας Κούννο, με συνέπεια να κτυπήσει στο κεφάλι και να μεταφερθεί στο Νοσοκομείο. Ακολούθως προέβη σε καταγγελία στην Αστυνομία. 6) Ακολούθησαν εκατέρωθεν καταγγελίες στην Αστυνομία και εξετάζονται δύο υποθέσεις, μία εις βάρος των Εναγομένων 1, 2, 4, 5, 6 και 8 και η άλλη εις βάρος του Ενάγοντα 2 και των δύο άλλων υπαλλήλων της Ενάγουσας 1. Για την πρώτη καταχωρίστηκε ήδη κατηγορητήριο το οποίο εκκρεμεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας ενώ η δεύτερη υπόθεση βρίσκεται ακόμα στην Εισαγγελεία. Τα πραγματικά γεγονότα, καταλήγει, είναι ως τα έχει περιγράψει ο ίδιος και όχι όπως αναληθώς καταγράφονται στην ένορκη δήλωση του Κ. Κυριάκου, ο οποίος δεν ήταν παρών στο χώρο όταν διαδραματίστηκε το επεισόδιο. Στη συνέχεια της ένορκης δήλωσης του υποστηρίζει πως οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Στην ουσία, υποστηρίζει, είναι οι Καθ'ων η Αίτηση που χρήζουν προστασίας από το Δικαστήριο, αφού δέχονται απειλές από άτομα τα οποία προσέλαβαν και εργοδοτούν οι Αιτητές για να τους παρέχουν προστασία. Αναφέρει επί του προκειμένου, ότι προσέλαβαν συγκεκριμένο βαρυποινίτη, ο οποίος αποφυλακίστηκε με περιοριστικούς όρους, και τον χρησιμοποίησαν για να εκφοβίσουν τους Εναγόμενους. Εργοδότησαν, αναφέρει, ακόμη ένα «πρόσωπο της νύχτας» στο οποίο ανέθεσαν παρόμοια καθήκοντα. Αναφέρθηκε, τέλος, σε γεγονότα που κατ' ισχυρισμόν έλαβαν χώρα στο σταθμό Αρεδιού κατά τα οποία τραυματίστηκε ο ίδιος και ο γιος του (Εναγόμενος 5) από μπουλντόζα που χρησιμοποίησαν υπάλληλοι της Ενάγουσας 1. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ ΤΩΝ ΣΥΝΗΓΟΡΩΝ Με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν τις διαμετρικά αντίθετες θέσεις των διαδίκων, παραπέμποντας στη γνωστή επί των εγειρομένων θεμάτων νομολογία. Ο συνήγορος των Εναγόντων εισηγήθηκε πως πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις και κάλεσε το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ των Αιτητών, οριστικοποιώντας το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα και εκδίδοντας τα διατάγματα που ζητούνται με τα Παρακλητικά Β, Γ και Δ. Ο συνήγορος επεσήμανε το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι έθεσαν την παρουσία τους στο χώρο κατά τον χρόνο που έλαβαν χώρα τα επίδικα επεισόδια, με την ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1. Το ότι δόθηκε μία άλλη διάσταση στα γεγονότα από τον Εναγόμενο 1, εισηγήθηκε, δεν πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό, εφόσον δεν προσφέρεται για αξιολόγηση της μαρτυρίας και εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων. Επισημαίνοντας, περαιτέρω, την παραδοχή που περιέχεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, ότι έλαβε χώρα συμπλοκή, υποστήριξε πως οι Ενάγοντες έχουν αποσείσει το βάρος για στοιχειοθέτηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32. Υπέδειξε ακόμη πως είναι αποδεκτό ότι προκλήθηκαν ζημιές και έσπασαν αντικείμενα που αποτελούν περιουσία της Ενάγουσας 1. Οι περιστάσεις της υπόθεσης, κατέληξε, σε συνάρτηση με τη φύση της επιχείρησης που ασκεί η Ενάγουσα 1 συνηγορούν υπέρ της έκδοσης των διαταγμάτων, ώστε να εμποδιστούν οι Εναγόμενοι να επαναλάβουν παρόμοιες παράνομες ενέργειες εις βάρος των Εναγόντων. Η συνήγορος των Εναγομένων υποστήριξε με τη σειρά της πως δεν έχει καταδειχθεί συζητήσιμη υπόθεση, δεδομένου ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση υπογράφεται από πρόσωπο που δεν ήταν παρών και δεν γνωρίζει τα γεγονότα. Καμιά αιτιολογία δεν δόθηκε, επεσήμανε η συνήγορος, για το λόγο που δεν ορκίστηκε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που ήταν παρών και είχε προσωπική αντίληψη των γεγονότων. Η επιλογή αυτή, κατέληξε επί του προκειμένου, στέρησε τους Εναγόμενους το δικαίωμα να ζητήσουν την αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα και επηρέασε, κατά συνέπεια, δυσμενώς τα δικαιώματα τους. Ανεξάρτητα από το πιο πάνω εμπόδιο, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί και για τον πρόσθετο λόγο ότι οι Εναγόμενοι έδωσαν μία εντελώς διαφορετική εικόνα για τα γεγονότα, η οποία κατά την εισήγηση της συνηγόρου αντικατοπτρίζει την ορθή διάσταση της υπόθεσης. Οι Ενάγοντες είχαν το βάρος να αποδείξουν την ορθότητα της εκδοχής τους, κάτι που απέτυχαν να πράξουν, παραλείποντας να αντικρούσουν την διαφορετική εκδοχή και τους αντίθετους ισχυρισμούς των Εναγομένων. Συνεχίζοντας η συνήγορος, υποστήριξε πως οι Ενάγοντες απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα. Ειδικότερα παρέλειψαν να παραθέσουν την ορθή διάσταση των διαφορών των διαδίκων και πιο συγκεκριμένα τα αδικήματα που κατ' ισχυρισμόν διέπραξαν οι διευθυντές της Ενάγουσας 1 τα οποία εκτίθενται με λεπτομέρεια στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1. Παρουσίασαν μια εντελώς διαφορετική εικόνα, αναφέροντας επιλεκτικά κάποια στοιχεία τα οποία έκριναν ότι θα εξυπηρετούσαν την υπόθεση τους για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Στόχος τους, υποστήριξε, ήταν να αποκλείσουν τον Εναγόμενο 1 και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας του, από το να έχουν πρόσβαση σε στοιχεία και έγγραφα που σχετίζονται με τα διερευνόμενα εις βάρος τους αδικήματα. Η συνήγορος υποστήριξε επίσης πως δεν συνέτρεχε το στοιχείο του κατεπείγοντος για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Οι Ενάγοντες, υποστήριξε, δεν παρέθεσαν οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει ότι υπήρχε επείγουσα ανάγκη για την έκδοση διατάγματος στην απουσία των Εναγομένων. Περιορίστηκαν σε γενικόλογους και αόριστους ισχυρισμούς και εικασίες, οι οποίες με βάση τη νομολογία δεν αρκούν. Υποδεικνύοντας περαιτέρω πως η παρουσία των Εναγομένων στο μέρος είχε συγκεκριμένο σκοπό, ήτοι την παραλαβή των προσωπικών τους αντικειμένων, μετά από την απόλυση τους, εισηγήθηκε πως δεν εδικαιολογείτο η έκδοση του διατάγματος και κάλεσε το Δικαστήριο να το ακυρώσει. Υπέδειξε επίσης πως επρόκειτο για ένα μεμονωμένο περιστατικό και ουδείς κίνδυνος επανάληψης έχει καταδειχθεί. Σε κάθε περίπτωση, κατέληξε η συνήγορος, δεν έχει ικανοποιηθεί η τρίτη προϋπόθεση, εφόσον δεν υφίσταται κίνδυνος πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς στους Ενάγοντες, στην περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Οι Εναγόμενοι, επεσήμανε, θα επηρεαστούν δυσμενώς γιατί θα στερηθούν το δικαίωμα ελεύθερης διακίνησης. Ειδικά ο Εναγόμενος 1 θα στερηθεί του δικαιώματος του να έχει ελεύθερη πρόσβαση στα κεντρικά γραφεία και στα αρχεία της Ενάγουσας 1. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι αρχές με βάση τις οποίες ασκείται η ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, δυνάμει του άρθρου 32 του Ν. 14/60 για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι ευρύτατα γνωστές. Καθώς έχει νομολογηθεί, ο Αιτητής οφείλει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι: 1. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, 2. με ορατή πιθανότητα επιτυχίας και 3. εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις αναλύθηκαν και ερμηνεύθηκαν σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, (βλ. ανάμεσα σε άλλες, Odysseos ν. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015). Πέραν των πιο πάνω προϋποθέσεων το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας, (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 152). Έχει επίσης νομολογηθεί πως στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων επί του πραγματικού και νομικού υποβάθρου των επιδίκων θεμάτων (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. v. Χριστόφορου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Όπως υποδείχθηκε στην Τ.Α. Micrologic Comp. Consult. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1802, στην ενδιάμεση αυτή διαδικασία για έκδοση προσωρινού διατάγματος εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Έχω εξετάσει την αίτηση υπό το πρίσμα των πιο πάνω νομικών αρχών και έλαβα υπόψη τις θέσεις και εισηγήσεις των διαδίκων καθώς και όσα έθεσαν με επιμέλεια οι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους. Προέχει η εξέταση της θέσης των Εναγομένων για απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, αφού τυχόν αποδοχή της εισήγησης οδηγεί σε ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Όπως υποδείχθηκε επανειλημμένα, το καθήκον του διαδίκου για πλήρη αποκάλυψη, αφορά τα ουσιώδη γεγονότα που θα μπορούσαν να επενεργήσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στη χορήγηση ή μη της επιδιωκόμενης με μονομερή αίτηση θεραπείας και δεν εκτείνεται στην υποχρέωση αποκάλυψης γενικά όλων των γεγονότων που σχετίζονται με κάποιο τρόπο με την υπόθεση (βλ. ανάμεσα σε άλλες, Harvadskeiy Prumysloy Hold A.S.K. Daventree Resourses Ltd κ.ά.
(2008)1(B) Α.Α.Δ. 801 και Χρίστου Ευσταθίου v. Dicran Ouzounian & Co Ltd, ECLI:CY:AD:2014:A38, Π.Ε. 292/2010 ημερ. 20.1.2014). Στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. v. Adeona Holdings Ltd, Π.Ε. E6/2014, ημερ. 27.02.2015, αφού επαναδιατυπώθηκαν οι πιο πάνω αρχές, παρατέθηκαν και τα ακόλουθα σχόλια: «Λόγω των δραστικών επιπτώσεων που συνήθως ακολουθούν εύρημα δικαστηρίου ότι δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη, τα τελευταία χρόνια διαπιστώθηκαν δύο φαινόμενα. Πρώτον, μια δικαιολογημένη φοβία εκ μέρους των δικηγόρων των αιτητών ως προς τον κίνδυνο να θεωρηθεί η πλευρά τους ότι δεν προέβη σε πλήρη αποκάλυψη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να τίθενται ενώπιον των δικαστηρίων όγκοι εγγράφων, τα οποία, χωρίς οποιαδήποτε επεξήγηση, τις περισσότερες φορές τείνουν να συσκοτίζουν παρά να διαφωτίζουν το δικαστήριο. Όπως τονίστηκε από το αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση National Bank of Sharjah v. Dellborg, The Times, December 24, 1992 (CA), υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά μεταξύ ειλικρινούς και πλήρους αποκάλυψης και του κατακλυσμού του δικαστηρίου με σωρεία εγγράφων, πλείστα των οποίων είναι μη ουσιώδη και αχρείαστα για τους σκοπούς που τίθενται ενώπιον του δικαστηρίου. Γι' αυτό είναι πολύ σημαντικό όπως στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, να επεξηγείται με τρόπο λακωνικό η σημασία των εγγράφων που επισυνάπτονται. Περαιτέρω, θα πρέπει να τονίζεται το σημαντικό μέρος των εγγράφων, ώστε τα ουσιώδη θέματα να αναδύονται εύκολα με μια απλή συνδυασμένη ανάγνωση της ένορκης δήλωσης και των εγγράφων. Διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος η αποκάλυψη να μην θεωρηθεί ειλικρινής και πλήρης. Το δεύτερο φαινόμενο που παρατηρείται, αφορά τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τις όποιες ελλείψεις στην ένορκη δήλωση του αντιδίκου τους, υποβάλλοντας ακραίες και αβάσιμες εισηγήσεις για μη αποκάλυψη, αγνοώντας το γεγονός ότι η σχετική νομολογία δίδει έμφαση στη μη αποκάλυψη «ουσιωδών γεγονότων». Παρατηρούμε ότι αυτό συνήθως γίνεται όταν οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος επί της ουσίας είναι λίγες, οπότε εναποτίθενται όλες οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος στη μη αποκάλυψη κάποιου στοιχείου, το οποίο τις περισσότερες φορές δεν είναι καθόλου ουσιώδες. Χωρίς να θέλουμε με κανένα τρόπο να αδυνατίσουμε ποσώς την υποχρέωση για ειλικρινή και πλήρη αποκάλυψη, θα πρέπει να τονίσουμε το αυτονόητο, ότι τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποπροσανατολίζονται από αβάσιμες εισηγήσεις που δίδουν έμφαση στη μη αποκάλυψη κάποιου ασήμαντου στοιχείου, το οποίο δεν αφορά σε ουσιώδες γεγονός. Ούτε ο κανόνας πρακτικής για ακύρωση του διατάγματος σε περίπτωση μη αποκάλυψης, θα πρέπει να αφεθεί να μετατραπεί σε εργαλείο αδικίας (βλ. Brinks-Mat Elcombe, ανωτέρω).» Στην εξεταζόμενη υπόθεση οι Ενάγοντες έχουν αποκαλύψει κάθε ουσιώδες γεγονός που σχετίζεται με την υπόθεση και θα μπορούσε να επιδράσει στην κρίση του Δικαστηρίου για τη χορήγηση των ενδιάμεσων διαταγμάτων. Τα παράπονα των Εναγομένων ότι οι Ενάγοντες απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα, κρίνονται αβάσιμα. Οι διαφωνίες που προϋπήρχαν και οι καταγγελίες που έγιναν από τον Εναγόμενο 1 εναντίον του Ενάγοντα 2 και των άλλων στελεχών της Ενάγουσας 1, κρίνονται άσχετα και επουσιώδη γεγονότα. Η παρούσα υπόθεση αφορά κατ' ισχυρισμόν παράνομη επέμβαση και πρόκληση ζημιών στην περιουσία της Ενάγουσας
- Τα ίδια ισχύουν και για τα παράπονα των Εναγομένων σε σχέση με απόκρυψη άλλων διεκδικήσεων του Εναγομένου 1, αναφορικά με τη μετοχική δομή της Ενάγουσας 1 ή με τα οφειλόμενα προς αυτόν ενοίκια. Οι Εναγόμενοι υποστήριξαν επίσης πως δεν συντρέχει το στοιχείο του κατεπείγοντος. Είναι όμως έκδηλο πως οι περιστάσεις της υπόθεσης δεν συνηγορούν με την εισήγηση τους. Επρόκειτο για ένα σοβαρό επεισόδιο και οι Ενάγοντες αποτάθηκαν στο Δικαστήριο σε μερικές μόνο ημέρες από την ημέρα που έλαβαν χώρα τα επίδικα γεγονότα. Ακολουθεί η εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου
- Δεν υπάρχει αμφιβολία πως εγείρονται πολύ σοβαρά ζητήματα προς εκδίκαση. Πρόκειται για σοβαρή υπόθεση, κατ' ισχυρισμόν, παράνομης επέμβασης σε περιουσία της Ενάγουσας (στα κεντρικά της γραφεία), πρόκλησης εκτεταμένων ζημιών στην περιουσία της καθώς και παράνομης επίθεσης και πρόκλησης σωματικών βλαβών στον Ενάγοντα
- Από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου με την αίτηση, προκύπτει ότι πρόκειται για μια πολύ σοβαρή περίπτωση με εκτεταμένα επεισόδια, στα οποία έλαβαν μέρος αρκετά άτομα. Οι ζημιές που έχουν προκληθεί στα γραφεία της Ενάγουσας 1, όπως παρουσιάζονται στις φωτογραφίες (Τεκμήριο 7), συνηγορεί με την εκδοχή των Αιτητών πως επρόκειτο για βίαια επεισόδια και όχι για μικροσυμπλοκή, όπως επιχειρήθηκε να παρουσιαστεί με την ένορκη δήλωση του Εναγόμενου
- Υπάρχουν, βέβαια διιστάμενες εκδοχές. Οι Αιτητές υποστηρίζουν πως οι Καθ'ων εισήλθαν παράνομα στα γραφεία της Αιτήτριας 1, επιτέθηκαν στον Ενάγοντα 2 και στα άλλα δύο πρόσωπα που αναφέρθηκαν και προκάλεσαν, εσκεμμένα, ζημιές, σπάζοντας γραφεία και καταστρέφοντας εξοπλισμό και άλλα αντικείμενα. Οι φωτογραφίες (Τεκμήριο 7) τείνουν να υποστηρίξουν αυτή την εκδοχή. Οι Εναγόμενοι, με τη σειρά τους, υποστήριξαν πως εισήλθαν ειρηνικά για να παραλάβουν προσωπικά τους αντικείμενα και δέχθηκαν απρόκλητη επίθεση από τον Ενάγοντα 2 και άλλους υπαλλήλους της Ενάγουσας
- Το Δικαστήριο δεν θα προβεί στο στάδιο αυτό σε ενδελεχή αξιολόγηση των δύο εκδοχών και εξαγωγή συμπερασμάτων επί της ουσίας. Υποδεικνύεται, απλά, πως δεν θα αναμενόταν τέτοια καταστροφή στα περιουσιακά στοιχεία της Ενάγουσας, εάν δεν ελάμβαναν χώρα εκτεταμένα επεισόδια. Χωρίς να παραγνωρίζονται οι θέσεις των Εναγομένων, όπως προτάθηκαν με την ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1, το Δικαστήριο εκτιμά ότι οι Αιτητές έχουν ικανοποιήσει τις πρώτες δύο προϋποθέσεις του άρθρου 32, όπως έχουν ερμηνευθεί από την αναφερθείσα νομολογία. Είναι αρκετό να επαναληφθεί, πως στο στάδιο αυτό ο Αιτητής δεν καλείται να αποδείξει την υπόθεση του, αλλά να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραβίαση των δικαιωμάτων του. Όσον αφορά την εισήγηση πως ο ενόρκως δηλών δεν έχει προσωπική γνώση και δεν είναι κατάλληλα εξουσιοδοτημένος, αρκεί να υποδειχθεί πως είναι ο αντιπρόεδρος του Δ.Σ. της Ενάγουσας
- Η παρουσία των Εναγομένων στο μέρος, κατά τον επίδικο χρόνο, η συμπλοκή και η πρόκληση των ζημιών στην περιουσία της Ενάγουσας 1, δεν τελούν υπό αμφισβήτηση. Το κατά πόσο αληθεύει η μία ή η άλλη εκδοχή, θα διαπιστωθεί στα πλαίσια εκδίκασης της ουσίας της αγωγής. Ερχόμενος στην τρίτη προϋπόθεση, θα επαναλάβω πως επρόκειτο για σοβαρά και εκτεταμένα επεισόδια, στα οποία δόθηκε ευρεία δημοσιότητα, όπως προκύπτει από τα πολλά δημοσιεύματα που έχουν κατατεθεί. Σχετική με την πτυχή αυτή είναι και η θέση των Αιτητών ότι είχε προηγηθεί και άλλο επεισόδιο το προηγούμενο βράδυ, στο σταθμό λεωφορείων της Ενάγουσας 1 στους Εργάτες. Σχετικά είναι επίσης και τα κατ' ισχυρισμόν γεγονότα που έλαβαν χώρα περί το τέλος Οκτωβρίου 2015, στο σταθμό λεωφορείων της Ενάγουσας 1 στο χωριό Αρεδιού, στα οποία φαίρονται ως εμπλεκόμενοι οι Εναγόμενοι 1, 4, 5, 6 και 7 και άλλα συγγενικά τους πρόσωπα. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις και ενόψει του κινδύνου επανάληψης παρόμοιων ή άλλων επεισοδίων, κρίνεται ότι συντρέχει και η τρίτη προϋπόθεση. Σημειώνεται, περαιτέρω, πως λόγω της φύσης της δραστηριότητας της Ενάγουσας 1, υπάρχει ο κίνδυνος πρόκλησης ζημιών στη φήμη και την πελατεία της από τυχόν άλλα παρόμοια επεισόδια. Όσον αφορά τέλος το ισοζύγιο της ευχέρειας, σταθμίζοντας κάθε σχετικό παράγοντα, κρίνω ότι η πλάστιγγα γέρνει υπέρ της διατήρησης του διατάγματος σε ισχύ. Αναφορικά με τα υπόλοιπα Παρακλητικά, θεωρώ ότι είναι ορθό και δίκαιο να ικανοποιηθεί το Παρακλητικό Β, προκειμένου να αποκλειστεί ο κίνδυνος επανάληψης παρόμοιων επεισοδίων σε άλλα υποστατικά και ακίνητα που διατηρεί η Ενάγουσα
- Κρίνονται ωστόσο υπερβολικά τα Παρακλητικά Γ και Δ με τα οποία επιδιώκεται η παρεμπόδιση των Εναγομένων να πλησιάζουν σε ακτίνα 50 μέτρων από τα γραφεία και τα άλλα υποστατικά της. Για όλους του πιο πάνω λόγους, το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα οριστικοποιείται, με ισχύ μέχρι την αποπεράτωση της αγωγής. Εκδίδεται, περεταίρω, προσωρινό διάταγμα ως το Παρακλητικό Β της Αίτησης, με ισχύ μέχρι την αποπεράτωση της αγωγής. Τα Παρακλητικά Γ και Δ απορρίπτονται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών-Εναγόντων και θα βαρύνουν τους Καθ'ων-Εναγόμενους, αλλά να είναι πληρωτέα στο τέλος. (Υπ.) ............. Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο