Peppis Co Ltd ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αρ. Αγωγής: 5528/2007, 1/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A340 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5528/2007 Μεταξύ: Peppis Co Ltd Εναγόντων v. 1. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας 2. Υπουργείου Παιδείας Εναγομένων Αίτηση ημ. 25 Φεβρουαρίου 2016 για Περαιτέρω Αποκάλυψη Ημερομηνία: 1η Ιουνίου 2016 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κα Μ. Τσιανή για Γιώργος Ον. Χριστοφίδης & Συνεργάτες Για τους Εναγόμενους - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Δ. Παπαστεφάνου για Γενικό Εισαγγελέα Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση (εφεξής «η Αίτηση») οι Ενάγοντες - Αιτητές ζητούν τα ακόλουθα: (
- i)Διάταγμα όπως οι Ενάγοντες αποκαλύψουν ενόρκως στους Εναγόμενους το έγγραφο με τίτλο «Έκθεση Απαίτησης του Εργολάβου Peppis Co Ltd για την αίθουσα πολλαπλής χρήσης στην Κυπερούντα για διεκδίκηση επιπλέον εξόδων και ζημιών και ή απωλειών (Απρίλιος 2003)» (εφεξής «το έγγραφο»). (
- ii)Διάταγμα όπως οι Εναγόμενοι δηλώσουν με ένορκη δήλωση κατά πόσο το έγγραφο είναι ή ήταν καθ΄ οιονδήποτε χρόνο στην κατοχή και ή υπό τον έλεγχο τους, και αν όχι πότε το αποξενώθηκαν και τι απέγινε. (iii) Διάταγμα όπως οι Εναγόμενοι αποκαλύψουν ενόρκως στους Ενάγοντες το έγγραφο. Η Αίτηση βασίζεται στις Δ.28 θ.1, 4, 11, 13 και 14 και Δ.48 θ.1, 2
(1), 3 και 6-9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στις συμφυείς εξουσίες, στην πρακτική και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Χριστοφή Πεππή, διευθυντή των Εναγόντων. Σε αυτήν αναφέρει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διεφάνη η μη συμπερίληψη του εγγράφου στην αρχική ένορκη δήλωση αποκάλυψης των Εναγόντων και πως μόλις διαπιστώθηκε η ανάγκη αποκάλυψης αυτού δόθηκε αντίγραφο στη δικηγόρο των Εναγομένων η οποία όμως δεν συγκατατέθηκε στην έκδοση σχετικού διατάγματος αποκάλυψης του. Ισχυρίζεται επίσης πως, εξ όσων γνωρίζει, το έγγραφο είχε στο παρελθόν δοθεί στους Εναγόμενους. Δηλώνει πως αυτό είναι σχετικό με την επίδικη διαφορά και πως η αποκάλυψη του είναι αναγκαία για να δοθεί η συνολική εικόνα της υπόθεσης των Εναγόντων. Οι Εναγόμενοι - Καθ΄ ων η Αίτηση καταχώρισαν ένσταση, οι λόγοι της οποίας είναι οι ακόλουθοι: 1) Η Αίτηση είναι παράτυπη και ή αντικανονική. 2) Η Αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη. 3) Η Αίτηση είναι εκπρόθεσμη. 4) Η Αίτηση υποβάλλεται με καθυστέρηση χωρίς να δίδεται επαρκής δικαιολογία. 5) Η Αίτηση καταχωρίστηκε καταχρηστικά και για αλλότριο σκοπό, ήτοι την κωλυσιεργία της διαδικασίας. 6) Τα γεγονότα ήταν γνωστά και ή εύλογα μπορούσαν να περιέλθουν εις γνώσιν των Εναγόντων πριν την έγερση της Αγωγής ή από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας. 7) Η αιτούμενη τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας των Εναγόντων. 8) Με την Αίτηση επιχειρείται η εισαγωγή άσχετης μαρτυρίας και ή η διεύρυνση της βάσης της Αγωγής και ή η προώθηση αγώγιμου δικαιώματος το οποίο έχει παραγραφεί. Η ένσταση έχει την ίδια νομική βάση ως η Αίτηση με την προσθήκη των Δ.28 θ. 2, 3, 5-10 και 15, Δ.39 θ.1, Δ.48 θ.4, Δ.57 και Δ.64 θ.1 και 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, του άρθρου 44 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1, και του άρθρου 30 του Συντάγματος. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Δήμητρας Παπαστεφάνου, δικηγόρου της Δημοκρατίας. Σε αυτή η κα Παπαστεφάνου ουσιαστικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Ειδικότερα, ισχυρίζεται πως οι Ενάγοντες δεν προσδιορίζουν πότε περιήλθε εις γνώσιν τους η μη αποκάλυψη του εγγράφου ούτε και παρέχουν ικανοποιητική δικαιολογία για αυτή την παράλειψη τους και για την καθυστέρηση στην υποβολή του υπό κρίση αιτήματος. Κατά την ακρόαση της Αίτησης οι δικηγόροι των δύο πλευρών κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις. Η Δ.28 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ρυθμίζει τη διαδικασία αποκάλυψης εγγράφων. Στην υπόθεση Τηλλυρή ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2271, συνοψίζονται οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα ως ακολούθως: «Η αποκάλυψη εγγράφων, υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και στοχεύει, όπως αναφέρθηκε στην G.A.P. Navigation Ltd v. Merzario Marrittima SRL,
(1998)1 Α.Α.Δ. 1624, στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που σχετίζονται με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση και μπορεί να ζητηθεί από οποιοδήποτε από τους διαδίκους. Αίτημα για αποκάλυψη απορρίπτεται όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί κάτω από τις περιστάσεις ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης. Τέτοια έγγραφα είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη, είτε να προωθήσει την υπόθεσή του, είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του, είτε που να μπορούν δίκαια (fairly) να οδηγήσουν στις πιο πάνω συνέπειες και είναι άσχετο με το κατά πόσο μπορούν ή όχι να δοθούν σαν μαρτυρία. Κάθε έγγραφο που μπορεί να ρίξει φως στην υπόθεση είναι σχετικό. Επίσης, θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν επιτρέπεται η αποκάλυψη για σκοπούς «ψαρέματος» μαρτυρίας ή όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν χρησιμεύει σε οτιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί κάτω από τις περιστάσεις ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης. Ο χρόνος που διατάσσεται η αποκάλυψη των εγγράφων δεν προσδιορίζεται περιοριστικά στη Δ.28 αλλά συνήθως γίνεται μετά την ολοκλήρωση των εγγράφων προτάσεων, γιατί τότε διαφαίνονται τα επίδικα θέματα. Είναι σημαντικό για ένα διάδικο να έχει την πρέπουσα αποκάλυψη πριν προχωρήσει στη δίκη.» Διάταγμα για αποκάλυψη δεν εκδίδεται εάν το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι δεν είναι αναγκαίο για τη δίκαιη επίλυση της αιτίας αγωγής ή ενός επίδικου θέματος ή για εξοικονόμηση εξόδων - βλ. G.A.P. Navigation Ltd. v. Merzario Marrittima SRL
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1624 και Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 13, σελ. 2, παρ. 1. Επίσης το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να απορρίψει αίτημα για αποκάλυψη εγγράφων όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ή όπου διαπιστωθεί κατάχρηση της διαδικασίας. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Lagos Ltd. v. Πλοίου FT Zolotets κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 600 και Λούκος Λτδ. κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε. (Αρ. 2)
(2001)1(Α) Α.Α.Δ.
- Όπως έχει τονιστεί και στην υπόθεση G.A.P. Navigation Ltd. v. Merzario Marrittima SRL (ανωτέρω) η Δ.28 θ.1 που αφορά τη γενική αποκάλυψη είναι πανομοιότυπη με την O.31 r.12 των Αγγλικών Θεσμών πριν από την τροποποίηση του
- Σημειώνεται πως η Δ.28 θ.11 που αφορά την ειδική αποκάλυψη αντιστοιχεί με την Αγγλική O.31 r.19A
(3). Σύμφωνα με την υπόθεση TBF (Cyprus) Ltd κ.ά. v. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας κ.ά.
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 153, η Δ.28 θ.11 διέπει το θέμα της περαιτέρω ένορκης αποκάλυψης συγκεκριμένου εγγράφου. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό: «Ο δικαστής είπε στο προκείμενο ότι είναι άλλοι οι στόχοι της Δ.28, θ. 11. Η άποψη του, με λίγα λόγια, είναι ότι ο θ. 11 χρησιμοποιείται εφόσο η προηγηθείσα διαταγή για γενική αποκάλυψη δεν απέληξε στην αποκάλυψη και συγκεκριμένων εγγράφων που, με έρεισμα πλέον το θ. 11, μπορεί ο διάδικος να ζητήσει για να ολοκληρωθεί η διαδικασία. Επικροτούμε αυτή την προσέγγιση. Η Δ.28, θ.11 ταυτίζεται με την αγγλική Δ.19 Α
(3). Από τα παρακάτω αποσπάσματα της απόφασης του Tomlin Δ., στην Astra-Nat Production v. Neo-Art Productions [1928] W.N. 218, διαφαίνεται ο σκοπός της διάταξης και παράλληλα η κοινή αντιμετώπιση: "The present application was one under Order XXXI, rule 19 A
(3), which gave power to the Court to order discovery of a particular document or class of documents where a prima facie case was made out that the original affidavit of documents of the party against whom the application was made was insufficient." . . . . . . . . . . . . . .. . . . . . . ....In his Lordship's opinion, upon an application under the Order and rule, it was necessary for the applicant to displace the oath of the party on the other side, at any rate to this extent, by making a prima facie case that there were in existence some documents which were relevant to the matters in issue in the action which had not been included in the other party's affidavit of documents." Από την ίδια απόφαση προέρχεται ο κλασσικός ορισμός της σχετικότητας των εγγράφων προς τα επίδικα θέματα (βλ. Δ.28, θ.1), που υιοθετείται στην υπόθεση The National Bank of Greece SA v. Mitsides & Anor
(1962)C.L. R. 40, 42 και σε μεταγενέστερες αποφάσεις: "'Relevant' meant something which contained information either directly or indirectly enabling the party seeking discovery either to advance his own case or to damage that of his adversary, or which might fairly lead to a train of inquiry which might have either of those consequences."» Xρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει επίσης το The Annual Practice 1958, στο οποίο αναγνωρίζεται η εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει περαιτέρω αποκάλυψη, αναφορικά με προηγηθείσα γενική ή ειδική αποκάλυψη. Ειδικότερα, στη σελ. 713 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Upon Application for Further Affidavit, - (see r. 19A, under which a further affidavit can be ordered as to particular documents.) The Court is not restricted to requiring from a party one affidavit of documents only: it may require another at any time if it is not unreasonable to suppose . from certain sources . "Conclusiveness of Claim" . or there is a reasonable probability or presumption or ground for suspicion derived from such sources that he has other relevant documents in his possession: . if, for example, he has excluded documents under a misconception of the case. . Unless the affidavit is shown from these sources to be insufficient no further affidavit can be ordered; .» Όπως αναφέρεται στο The Annual Practice 1958, σελ. 725, βασική προϋπόθεση για την έκδοση διατάγματος περαιτέρω αποκάλυψης είναι η σχετικότητα του εγγράφου προς αποκάλυψη. Συγκεκριμένα αναφέρεται πως «A prima facie case of relevancy and possession of the documents is sufficient to enable the applicant to the order ..» Η σχετικότητα κρίνεται με βάση την αρχική ένορκη δήλωση αποκάλυψης και τα δικόγραφα. Αυτή η θέση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα από το The Annual Practice 1958, σελ. 685, και στο ακόλουθο απόσπασμα: «For the purpose of considering whether a further affidavit of documents should be ordered, the affidavit of documents, the documents therein referred to (any documents produced) . and the pleadings were, according to Jones v. Montevideo Co., 5 Q. B. D. p. 558; . the only sources.» Ειδικότερα όσον αφορά την παρούσα περίπτωση, κατά την εξέταση αυτού του κριτηρίου επισημαίνεται αρχικά πως το έγγραφο δεν παρουσιάστηκε στα πλαίσια της Αίτησης, παρά μόνο στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει γίνεται απλή αναφορά στον τίτλο του, ήτοι «Έκθεση Απαίτησης του Εργολάβου Peppis Co Ltd για την αίθουσα πολλαπλής χρήσης στην Κυπερούντα για διεκδίκηση επιπλέον εξόδων και ζημιών και ή απωλειών (Απρίλιος 2003)». Παρόλο που αυτό επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της ένστασης, είναι οι Αιτητές οι οποίοι φέρουν το βάρος να καταδείξουν εκ πρώτης όψεως σχετικότητα αυτού. Το Δικαστήριο θεωρεί πως οι Αιτητές κατάφεραν να ικανοποιήσουν αυτή την προϋπόθεση απλώς με την παράθεση του τίτλου, ο οποίος συνιστά την περιγραφή του εγγράφου, καθότι προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο της γενικής οπισθογράφησης και της έκθεσης απαίτησης πως οι αξιώσεις αφορούν, μεταξύ άλλων, αποζημιώσεις για ζημιές και απώλειες οι οποίες απορρέουν και βασίζονται σε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για την ανέγερση από τους Ενάγοντες της αίθουσας πολλαπλής χρήσης στο Δημοτικό Σχολείο Κυπερούντας. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, το έγγραφο βρισκόταν εξ αρχής στην κατοχή των Εναγόντων, και ειδικότερα κατά τον χρόνο της αρχικής ένορκης δήλωσης αποκάλυψης ημ. 18.3.11, η οποία καταχωρίστηκε κατόπιν έκδοσης εκατέρωθεν διαταγμάτων στις 17.11.10 με βάση το κοινό αίτημα των δύο πλευρών. Έτσι η υπό κρίση περίπτωση διαχωρίζεται ως προς ένα σκέλος της από την υπόθεση Oscar Shipping PTE Ltd v. Tου Φορτίου επί του Πλοίου Asphodel (Αρ. 2)
(2012)1(Γ) Α.Α.Δ. 2771, καθότι εδώ η αιτούμενη περαιτέρω αποκάλυψη αφορά έγγραφο το οποίο υπήρχε εξ αρχής στην κατοχή του διαδίκου κατά το στάδιο της αρχικής αποκάλυψης και δεν εντοπίστηκε μεταγενέστερα αυτής. Όμως η γενική αρχή η οποία διατυπώθηκε σε εκείνη την υπόθεση για τον σκοπό πλήρους αποκάλυψης τυγχάνει γενικής εφαρμογής και επομένως και στην υπό κρίση περίπτωση. Το σχετικό απόσπασμα παρατίθεται αυτούσιο: «Από τη στιγμή που εκδόθηκε διαταγή αποκάλυψης εγγράφων, η υποχρέωση της αποκάλυψης είναι γενική και δεν περιορίζεται μόνο στα έγγραφα που έχουν αρχικά αποκαλυφθεί αλλά επεκτείνεται και σ' εκείνα που μετέπειτα περιέρχονται στην κατοχή του διάδικου που υπέχει την υποχρέωση. Η συγκεκριμένη υποχρέωση είναι στενά συνδεδεμένη με τη γενική αρχή ότι ο διάδικος δεν πρέπει να επιδιώκει να καταλαμβάνει τον αντίδικο του εξ απροόπτου και συνακόλουθα δεν πρέπει με το να κατακρατεί έγγραφα που είναι σχετικά με την υπόθεση να παραπλανεί το δικαστήριο ή τον αντίδικό του αφήνοντας τους να πιστεύουν ότι η αρχική του δήλωση εξακολουθεί να αποτελεί τη μόνη αληθινή δήλωση πλήρους αποκάλυψης των εγγράφων που έχει στην κατοχή του (βλ. περισσότερα στο Supreme Court Practice 1988, vol. 1, para. 24, σελ. 408).» Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Mitchell v. Darley Main Colliery Co. 1
(1884)Cab & El 215, η υποχρέωση αποκάλυψης επεκτείνεται και σε έγγραφα τα οποία είτε από λάθος είτε από αβλεψία, ενώ βρίσκονταν στην κατοχή του διαδίκου δεν αποκαλύφθηκαν. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Now in my opinion, a party who after filing an affidavit of documents, discovers a document of which his opponent has a right to have inspection, but which is not disclosed in the schedule because it has been forgotten, or overlooked, or supposed not to exist, is bound to inform his opponent of the discovery either by a supplementary affidavit, which I think is the proper course or at least by notice and he has no right to keep back all knowledge of the newly discovered document simply because he was not aware of it at the time he swore his affidavit in obedience to the order for discovery. To keep back under such circumstances a document known to be material, would in my opinion, amount to a reprehensive want of frankness .» Από το πιο πάνω απόσπασμα προκύπτει πως ο αιτών την περαιτέρω αποκάλυψη πρέπει να παρέχει κάποια βάσιμη και επαρκή δικαιολογία για την παράλειψη συμπερίληψης του νέου εγγράφου στην αρχική ένορκη δήλωση του. Σε αντίθετη περίπτωση θα υπήρχε η απεριόριστη δυνατότητα αποκάλυψης κατά το δοκούν, και όπως λέχθηκε στην υπόθεση Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ. 2)
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 798, «ασφαλώς η πορεία της τμηματικής αποκάλυψης δεν είναι ενδεδειγμένη ή πρόσφορος για σκοπούς εύρυθμης λειτουργίας της διαδικασίας». Η ίδια προσέγγιση υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Oscar Shipping PTE Ltd v. Tου Φορτίου επί του Πλοίου Asphodel (Αρ. 2) (ανωτέρω) στην οποία η προβαλλόμενη δικαιολογία δεν κρίθηκε ικανή να προσμετρήσει υπέρ του αιτήματος για περαιτέρω αποκάλυψη. Το Εφετείο ανέφερε τα ακόλουθα: «Στην παρούσα υπόθεση οι ενάγοντες δεν ισχυρίστηκαν ότι τον Ιούνιο 2012 που καταχώρησαν την ένορκη δήλωση αποκάλυψης δεν κατείχαν τα έγγραφα τα οποία ζητούν τώρα να αποκαλύψουν με συμπληρωματική ένορκη δήλωση ούτε λέγουν ότι τελούσαν υπό πλάνη ή παρανόηση για την υπόθεση ούτε ότι είχαν λανθασμένη αντίληψη ότι τα έγγραφα δεν ήταν σχετικά με τα επίδικα θέματα. Αυτό που οι ενάγοντες ισχυρίζονται είναι ότι εκ λάθους δεν γίνεται αναφορά στην αγωγή για την εργοδότηση του πλοίου μετά την 20.11.2011, στοιχείο που κατά τη γνώμη μου δεν μπορεί να θεωρηθεί σχετικό και να προσμετρήσει υπέρ της έγκρισης του αιτήματος όταν μάλιστα η αίτηση για τροποποίηση της αγωγής έχει απορριφθεί.» Στην προκειμένη περίπτωση ο ενόρκως δηλών προβάλλει ως λόγο για την παράλειψη συμπερίληψης του εγγράφου στην αρχική ένορκη δήλωση τους πως «Λόγω της αλλαγής των δικηγόρων και των δύο πλευρών και των πολλών εγγράφων που έχουν σχέση με την παρούσα υπόθεση δημιουργήθηκε σύγχυση στο θέμα της αποκάλυψης εγγράφων με αποτέλεσμα να έχει διαπιστωθεί πρόσφατα από τους νέους δικηγόρους μας και από εμένα ότι δεν είχε περιληφθεί εκ λάθους ή εκ παραλείψεως ή για άλλο λόγο στην αρχική ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων . το ζητούμενο προς αποκάλυψη έγγραφο..» Σύμφωνα με τον φάκελο του Δικαστηρίου επιβεβαιώνεται πως έγινε αλλαγή των δικηγόρων των Εναγόντων στις 22.10.13, ενώ εμφανίστηκαν διάφοροι δικηγόροι κατά καιρούς εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέως. Το Δικαστήριο αδυνατεί να αντιληφθεί με ποιον τρόπο αυτά τα δεδομένα από μόνα τους προκάλεσαν οποιαδήποτε σύγχυση όσον αφορά το θέμα της αποκάλυψης το οποίο ολοκληρώθηκε τον Μάρτιο του 2011 με την καταχώριση της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης των Εναγόντων. Σημειώνεται πως η ένορκη δήλωση αποκάλυψης των Εναγομένων καταχωρίστηκε προηγουμένως, ήτοι στις 18.2.11. Μετά τις εκατέρωθεν ένορκες αποκαλύψεις, η διαδικασία δεν αφορούσε τις αποκαλύψεις αλλά την περαιτέρω πορεία της υπόθεσης, και ειδικότερα την πιθανή παραπομπή της επίδικης διαφοράς προς επίλυση σε διαιτησία και την αλλαγή του δικηγόρου των Εναγόντων, εξ ου και η Αγωγή ορίζετο για ακρόαση ή για οδηγίες. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, κρίνεται πως δεν δίδονται επαρκείς και ικανοποιητικές εξηγήσεις για την ισχυριζόμενη προκληθείσα σύγχυση λόγω της αλλαγής των δικηγόρων ούτως ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στο Δικαστήριο να αξιολογήσει αυτές και κρίνει κατά πόσον είναι βάσιμες ή όχι. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου πως σε μεταγενέστερο σημείο στην ένορκη του δήλωση ο κ. Πεππής επαναφέρει το θέμα της σύγχυσης, λέγοντας πως «Η παρούσα υπόθεση είναι πολύπλοκη και με τεχνικές ιδιαιτερότητες και με πολλά έγγραφα και η αλλαγή των δικηγόρων και των δύο πλευρών συνέτεινε περαιτέρω στην αύξηση της σύγχυσης και της πολυπλοκότητας με αποτέλεσμα να δημιουργείται αυτή η ανάγκη για την παρούσα αίτηση και την αποκάλυψη του εν λόγω εγγράφου προς αποκάλυψη». Το Δικαστήριο θεωρεί πως αυτός ο ισχυρισμός είναι επίσης γενικός και αόριστος και δεν προσθέτει οτιδήποτε το οποίο να διαφοροποιεί την πιο πάνω διαπίστωση του Δικαστηρίου. Παρά ταύτα, ο ενόρκως δηλών προχωρεί ένα βήμα πιο κάτω και προβάλλει τη θέση πως πρόσφατα, τόσο οι νέοι δικηγόροι των Εναγόντων όσο και ο ίδιος, διαπίστωσαν πως το έγγραφο δεν είχε συμπεριληφθεί στην αρχική ένορκη δήλωση αποκάλυψης. Με βάση τον αμέσως επόμενο ισχυρισμό, πως ευθύς μόλις διαπιστώθηκε η ανάγκη για τη συμπερίληψη του εγγράφου δόθηκε αντίγραφο στη δικηγόρο των Εναγομένων, και με δεδομένο πως αυτό έγινε με επιστολή ημ. 17.12.15 από τον δικηγόρο των Εναγόντων προς τη δικηγόρο που εμφανίζετο για τους Εναγόμενους, Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση της ένστασης, συνάγεται πως η διαπίστωση έγινε λίγο πριν την ημερομηνία της εν λόγω επιστολής. Στο σημείο αυτό επισημαίνεται πως στις 11.12.15, ενώ η Αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση, ζητήθηκε αναβολή από πλευράς των Εναγόντων λόγω ασθένειας του δικηγόρου τους και για πρώτη φορά αναφέρθηκε η πρόθεση αποστολής στη δικηγόρο των Εναγομένων εγγράφου στα πλαίσια σκοπούμενης περαιτέρω αποκάλυψης από τους Ενάγοντες. Εκείνο όμως το οποίο έχει ιδιαίτερη σημασία είναι πως ακολούθως προβάλλονται διαζευκτικοί ισχυρισμοί αναφορικά με τον λόγο για τον οποίο το έγγραφο δεν συμπεριλήφθηκε στην αρχική ένορκη δήλωση αποκάλυψης. Συγκεκριμένα, ενώ η μη συμπερίληψη του αποδίδεται από τη μια σε λάθος ή αβλεψία, όροι οι οποίοι έχουν την ίδια έννοια, αποδίδεται διαζευκτικά από την άλλη σε οποιονδήποτε «άλλο λόγο». Είναι καθιερωμένη νομική αρχή πως μια ένορκη δήλωση δεν μπορεί να περιέχει διαζευκτικούς ισχυρισμούς ως προς τα γεγονότα. Σχετική είναι η υπόθεση El Fath Co v. E.D.T. Shipping κ.ά.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1255 στην οποία έγινε η διάκριση της ένορκης δήλωσης με το δικόγραφο στο οποίο δύνανται να περιέχονται διαζευκτικοί ισχυρισμοί και ακολούθως λέχθηκαν τα ακόλουθα: «.Τα γεγονότα μπορούν να επιδέχονται διαζευκτικούς νομικούς χαρακτηρισμούς ή να υπάγονται σε διαζευκτικές νομικές έννοιες. Διαζεύξεις όμως ως προς το τι ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα όπως η περιεχόμενη στην παρούσα ένορκη δήλωση, δεν χωρούν.» Με γνώμονα την πιο πάνω νομική αρχή είναι πρόδηλο ότι στην ένορκη δήλωση δεν χωρούσαν διαζευκτικοί ισχυρισμοί αναφορικά με γεγονότα τα οποία υποστηρίζουν την παρούσα Αίτηση. Ακόμη και στην περίπτωση που το Δικαστήριο ήταν διατεθειμένο να αποδεχθεί ως βάσιμο και ικανοποιητικό λόγο το λάθος και την αβλεψία, σύμφωνα και με την προαναφερθείσα νομολογία, αυτό ανατρέπεται και καθίσταται αδύνατο λόγω του ότι προβάλλεται και άλλος ισχυρισμός, ο οποίος εκτός από διαζευκτικός είναι σαφώς γενικός και αόριστος. Ο οποιοσδήποτε άλλος λόγος παραμένει παντελώς άγνωστος προς το Δικαστήριο και κυρίως αφήνει να αιωρούνται διάφορες πιθανές αιτίες για τη μη συμπερίληψη του εγγράφου. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο θεωρεί πως η ύπαρξη των προβαλλόμενων διαζευκτικών ισχυρισμών ως προς τα γεγονότα αναμφίβολα καθιστά την ένορκη δήλωση ανεπαρκή και εν πάση περιπτώσει τέτοιοι ισχυρισμοί δεν είναι ικανοί να δικαιολογήσουν την παράλειψη συμπερίληψης του εγγράφου στην αρχική ένορκη δήλωση αποκάλυψης. Με αυτά τα δεδομένα κρίνεται πως οι Αιτητές δεν κατάφεραν να παρουσιάσουν επαρκείς και βάσιμους λόγους που να δικαιολογούν την παράλειψη συμπερίληψης του εγγράφου στην αρχική ένορκη δήλωση αποκάλυψης. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου αποβαίνει καθοριστική ως προς την τύχη της Αίτησης η οποία οδηγείται σε απόρριψη. Ο ισχυρισμός των Αιτητών πως το έγγραφο προς αποκάλυψη έχει παλαιότερα δοθεί στους Εναγόμενους δεν επιβάλλει οποιαδήποτε υποχρέωση στους τελευταίους να το περιλάβουν σε δική τους ένορκη δήλωση αποκάλυψης και κυρίως να το παρουσιάσουν ως μέρος της δικής τους μαρτυρίας. Είναι γεγονός πως η Δ.28 θ.11 παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει τους Εναγόμενους να αναφέρουν ενόρκως κατά πόσον έχουν ή είχαν οποτεδήποτε στην κατοχή τους το έγγραφο, και εάν δεν το κατέχουν πλέον να αναφέρουν πότε το αποξενώθηκαν και τι απέγινε. Από τη στιγμή όμως που οι Ενάγοντες εξακολουθούν να το έχουν στην κατοχή τους και είναι η πλευρά τους που επιθυμεί να το προσκομίσει στα πλαίσια περαιτέρω αποκάλυψης και ως μαρτυρία προς απόδειξη της απαίτησης της, και δεν κατάφεραν να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο για αυτό το αίτημα τους, τότε δεν τίθεται ζήτημα διαταγής προς την άλλη πλευρά για αποκάλυψη αυτού. Ενόψει αυτής της κατάληξης, δεν καθίσταται αναγκαία η ενασχόληση με τα υπόλοιπα θέματα που εγείρονται στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης. Με βάση όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων - Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) ........ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο