← Κύπρος

Χαράλαμπου - Χάρη Πολίτη ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 1379/2016, 15/6/2016

Χαράλαμπου - Χάρη Πολίτη ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 1379/2016, 15/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A367 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1379/2016 Μεταξύ: Χαράλαμπου - Χάρη Πολίτη, εξ Ελλάδος Ενάγοντος v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, εκ Λευκωσίας Εναγομένων Αίτηση ημ. 15 Μαρτίου 2016 για Διάταγμα Αποκάλυψης Ημερομηνία: 15 Ιουνίου 2016 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Α. Αιμιλιανίδης με κ. Λ. Ψυχάκη για Α. & Α. Κ. Αιμιλιανίδης, Κ. Κατσαρός & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Χ. Πεκρή για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση (εφεξής «η Αίτηση») ο Ενάγων - Αιτητής ζητά την έκδοση διατάγματος αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal με το οποίο οι Εναγόμενοι - Καθ΄ ων να διατάσσονται όπως αποκαλύψουν ενόρκως στον Ενάγοντα μέσω των Κυπρίων δικηγόρων του τα ακόλουθα στοιχεία και ή πληροφορίες και ή έγγραφα: (
  2. i)Όλους τους τραπεζικούς λογαριασμούς τους οποίους διατηρεί η κα Θεοδώρα Σαμιώτου, εξ Ελλάδος, σε όλα τα νομίσματα στο τραπεζικό ίδρυμα των Εναγομένων, (
  3. ii)Τα υπόλοιπα των τραπεζικών λογαριασμών οι οποίοι αναφέρονται στην παρ. (
  4. i)ανωτέρω καθώς και αναλυτική κατάσταση αυτών από την υπογραφή της σύμβασης του Ενάγοντα με την κα Σαμιώτου ημ. 3.9.14 (εφεξής «η σύμβαση»), (iii) Διαζευκτικά, σε περίπτωση αποξένωσης και ή μεταφοράς των εν λόγω ποσών σε άλλους λογαριασμούς προς τους Εναγόμενους και ή σε άλλα τραπεζικά ιδρύματα και ή αλλού, όλες και κάθε τραπεζική μεταφορά (transfer) και ή πληρωμή και ή πίστωση και ή χρέωση (debit-credit) και ή κατάθεση (deposit) και ή ανάληψη και ή είσπραξη που έγινε από ή προς τους τραπεζικούς λογαριασμούς τους οποίους η κα Θεοδώρα Σαμιώτου διατηρεί στους Εναγόμενους, (
  5. iv)Όλους τους τραπεζικούς λογαριασμούς, σε οποιαδήποτε νομίσματα, εταιρειών στις οποίες η κα Σαμιώτου φαίνεται και ή έχει καταγραφεί ως τελικός δικαιούχος (ultimate beneficiary) περιλαμβανομένων αντιγράφων εταιρικών εγγράφων, καταπιστευμάτων (trust deeds), ψηφισμάτων μετόχων ή διοικητικών συμβούλων και ή οποιωνδήποτε άλλων εγγράφων που έχουν σχέση με το άνοιγμα και ή τη διακίνηση και ή τη λειτουργία των εν λόγω λογαριασμών των οποίων φαίνονται και ή δηλώνονται και ή αποκαλύπτονται οι τελικοί δικαιούχοι (ultimate beneficiaries) των εν λόγω τραπεζικών λογαριασμών και ή η πραγματική ταυτότητα και οι πλήρεις διευθύνσεις των φυσικών προσώπων που δηλώθηκαν ως τελικοί δικαιούχοι των μετοχών που αφορούν την κα Σαμιώτου ως και των ονομάτων, διευθύνσεων και στοιχείων των προσώπων τα οποία με την υπογραφή τους δεσμεύουν τους εν λόγω λογαριασμούς. Επίσης ζητείται η έκδοση διατάγματος με το οποίο να εξουσιοδοτείται και ή επιτρέπεται στον Ενάγοντα όπως χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε πληροφορία και ή έγγραφο ήθελε αποκαλυφθεί και ή παραδοθεί σε αυτόν και ή στους δικηγόρους του δυνάμει του προαναφερόμενου διατάγματος, προς υποστήριξη της αγωγής εναντίον της κας Σαμιώτου και ή των αδικοπραγούντων των οποίων η ταυτότητα θα αποκαλυφθεί. Σημειώνεται πως η Αίτηση ήταν μονομερής και το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς μόνο το διάταγμα φίμωσης ενώ έδωσε οδηγίες για την επίδοση της Αίτησης όσον αφορά τα υπόλοιπα αιτητικά τα οποία εκτίθενται ανωτέρω. Οι Καθ΄ ων καταχώρισαν ένσταση. Η Αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60, στο άρθρο 29 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Ν.66(Ι)/97, στον περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμο του 2001, στις αρχές που διέπουν τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal, στην υπόθεση Carlton Film Distributors Ltd v. VCI Plc

(2003)EWHC 616 και στις αρχές του δικαίου της επιείκειας. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Έλλης Μόντη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Ενάγοντα στην παρούσα Αγωγή. Η εξήγηση την οποία η κα Μόντη προβάλλει για το ότι η ίδια προβαίνει στην ένορκη δήλωση και όχι ο Ενάγων, ήτοι πως αυτός είναι μόνιμος κάτοικος Ελλάδος και δεν ήταν πρακτικά ευχερές να βρίσκεται στην Κύπρο προς τον σκοπό αυτό, κρίνεται επαρκής και καθιστά την ένορκη δήλωση νομότυπη. Σχετική είναι η υπόθεση Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1(A) A.A.Δ.
  1. I. Πραγματικό Υπόβαθρο Αίτησης Τα γεγονότα τα οποία εκτίθενται στην ένορκη δήλωση της κας Μόντη ουδόλως αμφισβητούνται από τους Καθ΄ ων. Επομένως αυτά αποτελούν το πραγματικό υπόβαθρο βάσει του οποίου το Δικαστήριο θα προβεί στην εξέταση της Αίτησης. Αυτά τα γεγονότα έχουν ως ακολούθως:
  2. Ο Ενάγων είναι γιος του αποβιώσαντος Γεώργιου Πολίτη από τον πρώτο του γάμο. Ο Γεώργιος Πολίτης τέλεσε δεύτερο γάμο με την κα Θεοδώρα Σαμιώτου από τον οποίο απέκτησαν δύο τέκνα. Ο Γ. Πολίτης απεβίωσε στις 8.5.
  3. Ο Γ. Πολίτης είχε αναπτύξει σημαντική επιχειρηματική δραστηριότητα. Ο Ενάγων ασχολήθηκε αρχικώς με τις επιχειρήσεις του πατέρα του στη Θεσσαλονίκη και το 2012, κατόπιν παράκλησης του πατέρα του, πήγε στην Αθήνα ως διάδοχος πλέον των επαγγελματικών δραστηριοτήτων του πατέρα του.
  4. Πριν τον θάνατο του πατέρα του ο συνεργάτης εκείνου, Αθανάσιος Ανδριόπουλος, διαχειριζόταν όλα τα οικονομικά θέματα των επιχειρήσεων και η δικηγόρος κα Ελισάβετ Ανδρονίκου ρύθμιζε όλα τα θέματα των Κυπριακών εταιρειών οι οποίες ήταν οι μέτοχοι των Ελληνικών εταιρειών. Οι Κυπριακές εταιρείες ήταν εταιρείες περιορισμένης ευθύνης με μετόχους φυσικά πρόσωπα (Κύπριους πολίτες) και καταπιστεύματα υπέρ του πραγματικού δικαιούχου, Γ. Πολίτη. Ορισμένα καταπιστεύματα μεταβιβάστηκαν με εντολές του Γ. Πολίτη στον Ενάγοντα.
  5. Η κα Σαμιώτου ουδέποτε εργάστηκε μετά τον γάμο της με τον κ. Γ. Πολίτη ούτε και ασχολήθηκε με τις επιχειρήσεις του αποβιώσαντος, όμως τέθηκε μέτοχος σε διάφορες από αυτές για φορολογικούς λόγους. Ήταν επίσης συνδικαιούχος του αποβιώσαντος σε τραπεζικούς λογαριασμούς, οι καταθέσεις των οποίων αποτελούσαν τον καρπό της επιχειρηματικής δραστηριότητας του αποβιώσαντος.
  6. Σε κάποιο στάδιο ο κ. Γ. Πολίτης αποχώρησε από τους λογαριασμούς και έθεσε συνδικαιούχο τον πατέρα του Χαράλαμπο Πολίτη, ο οποίος απεβίωσε στις 21.6.
  7. Ο Γ. Πολίτης μετέφερε το σύνολο των κερδών των επιχειρήσεων του στους τραπεζικούς λογαριασμούς των Εναγομένων λόγω της ανασφάλειας του τραπεζικού συστήματος στην Ελλάδα κατόπιν της υπογραφής του πρώτου μνημονίου. Αυτό το ποσό πριν τις κυρώσεις στους καταθέτες των Εναγομένων υπερέβαινε τα 2 εκ. ευρώ. Με βάση τις συμβάσεις με τους Εναγόμενους, μετά τον θάνατο του συνδικαιούχου το ποσό μεταφερόταν στον έτερο συνδικαιούχο και όχι στους κληρονόμους του.
  8. Στις 3.9.14 στα γραφεία της εταιρείας του Ενάγοντος στην Αθήνα και στην παρουσία δικηγόρων των δύο μερών, ήτοι του Ενάγοντος και της κας Σαμιώτου, της κας Ανδρονίκου και εξωτερικών δικηγόρων του Γ. Πολίτη, υπεγράφη η σύμβαση, Τεκμήριο
  9. Κατά τη σύναψη αυτής λήφθηκαν υπόψιν οι εν ζωή μεταβιβάσεις του Γ. Πολίτη προς την κα Σαμιώτου και προς τον Ενάγοντα καθώς επίσης η ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων σε τρίτα πρόσωπα και οι ρητές οδηγίες του Γ. Πολίτη πρώτον, ως προς τη μεταβίβαση αυτών μετά θάνατον και δεύτερον, ως προς την ανάληψη των χρεών και υποχρεώσεων προς τις τράπεζες. Έτσι η σύμβαση καθορίζει τον τρόπο διανομής της δημιουργηθείσας περιουσίας του αποβιώσαντος στην κα Σαμιώτου και τις δύο ανήλικες κόρες της, από τη μια, και στον Ενάγοντα, από την άλλη, αφού και τα δύο μέρη αποποιήθηκαν της κληρονομιαίας περιουσίας, καθώς επίσης ρυθμίζει το θέμα της ανάληψης χρεών εταιρειών και εξόφλησης χρεών προς τις τράπεζες.
  10. Αμέσως μετά την υπογραφή της σύμβασης, η κα Σαμιώτου, εκμεταλλευόμενη την αποποίηση στην οποία κατά το Ελληνικό Δίκαιο προέβη ο Ενάγων, αθέτησε τα συμφωνηθέντα στη σύμβαση και αρνήθηκε να συνδράμει στη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν στην κληρονομιά. Επίσης, με τη συνεργασία του κ. Ανδριόπουλου, ο οποίος εμπλέκεται σε πολλαπλά κακουργήματα και οικονομικά εγκλήματα και είναι υπόδικος στην Ελληνική Δικαιοσύνη, εμπόδισε τον Χ. Πολίτη (πατέρα του αποβιώσαντος) να μεταβιβάσει στον Ενάγοντα τα περιουσιακά στοιχεία βάσει οδηγιών του Γ. Πολίτη και προσπάθησε να ανατρέψει μεταβιβάσεις προς τον Ενάγοντα οι οποίες έγιναν ζώντος του Γ. Πολίτη.
  11. Έκτοτε η κα Σαμιώτου ξεκίνησε ένα πολυμέτωπο δικαστικό αγώνα τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Κύπρο. Ειδικότερα, στις 8.9.14 απέστειλε στον Ενάγοντα Εξώδικο ισχυριζόμενη εξαπάτηση της κατά την υπογραφή της σύμβασης, Τεκμήριο
  12. Ο Ενάγων απάντησε με Εξώδικο ημ. 10.9.14 απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς της, Τεκμήριο
  13. Επίσης η κα Σαμιώτου ξεκίνησε δικαστικές διαδικασίας στην Κύπρο με σκοπό να ελέγξει τις εταιρείες τις οποίες είχε δημιουργήσει ο αποβιώσας υπό τη μορφή καταπιστευμάτων για να αποκτήσει τον απόλυτο έλεγχο τους και να παραμερίσει πλήρως τον Ενάγοντα από οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία του πατέρα του. Σχετικές είναι δύο αποφάσεις στα πλαίσια των αγωγών 483/15 Ε.Δ. Λεμεσού και 175/15 Ε.Δ. Πάφου, στις οποίες ακυρώθηκαν προσωρινά διατάγματα τα οποία είχαν εξασφαλιστεί μονομερώς κατόπιν αιτήσεων εκ μέρους της.
  14. Τόσο κατά τη διάρκεια των δικαστικών διαδικασιών όσο και μετά την έκδοση των αποφάσεων υπήρξαν παρατεταμένες συνομιλίες μεταξύ των μερών για εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης μεταξύ των κληρονόμων, χωρίς όμως αποτέλεσμα.
  15. Στις 18.1.16 η δικηγόρος της κας Σαμιώτου ενημέρωσε τον δικηγόρο του Ενάγοντος πως αυτή (η δικηγόρος) διέκοψε κάθε επαφή με την κα Σαμιώτου. Τόσο ο Ενάγων όσο και ο δικηγόρος του προσπάθησαν πολλές φορές να έρθουν σε επαφή μαζί με την κα Σαμιώτου αλλά αυτό δεν κατέστη δυνατό. ΙΙ. Θέσεις των Δύο Πλευρών Εν όψει των πιο πάνω η κα Μόντη ισχυρίζεται πως η κα Σαμιώτου έχει προβεί σε διάρρηξη της σύμβασης ως επίσης έχει καταδείξει αδικοπρακτική συμπεριφορά η οποία συνίσταται στην εξαπάτηση και καταδολίευση του Ενάγοντος. Επισημαίνει πως ο Ενάγων δεν έχει άλλη επιλογή από το να εναγάγει την κα Σαμιώτου στη βάση της σύμβασης και να αιτηθεί διατάγματα απαγόρευσης αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων τα οποία αποτελούν το αντικείμενο της σύμβασης, περιλαμβανομένου του ποσού των 3 εκ. ευρώ που βρίσκεται κατατεθειμένο σε λογαριασμό ή λογαριασμούς που διατηρούνται στο τραπεζικό ίδρυμα των Εναγομένων. Προσθέτει πως η προσπάθεια αποφυγής τήρησης των συμφωνηθέντων, η ξαφνική απομάκρυνση της κας Σαμιώτου και η δυσκολία εντοπισμού και επικοινωνίας μαζί της καθιστούν την έγερση της αγωγής επείγουσα καθότι ελλοχεύει ο κίνδυνος αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων. Σύμφωνα με την κα Μόντη, ο Ενάγων δεν γνωρίζει ούτε και δύναται να γνωρίζει τους ακριβείς λογαριασμούς, τα ποσά και την κίνηση αυτών και έτσι, χωρίς την αποκάλυψη των αιτούμενων πληροφοριών, θα είναι αδύνατη η έγερση της αγωγής και ο εντοπισμός των προσώπων που εμπλέκονται σε αυτή την αδικοπραξία εναντίον των οποίων θα στραφεί η αγωγή. Οι Καθ΄ ων εγείρουν βασικά τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
  16. Το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα αναφορικά με λογαριασμούς τρίτων προσώπων χωρίς τη συγκατάθεση τους.
  17. Ο Ενάγων δεν προσδιορίζει καθόλου και ή επαρκείς λόγους για τους οποίους θα πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.
  18. Οι Εναγόμενοι δεσμεύονται από συμβατική σχέση εμπιστοσύνης και ή τραπεζικό απόρρητο και η υπό κρίση περίπτωση δεν εμπίπτει εντός των εξαιρέσεων του περί Τραπεζικών Εργασιών Ν.66(Ι)/
  19. Το αιτούμενο διάταγμα αποτελεί προσπάθεια ψαρέματος μαρτυρίας.
  20. Η Αίτηση είναι πρόωρη καθότι καταχωρίστηκε πριν την ολοκλήρωση των δικογράφων και την αποκρυστάλλωση των επίδικων θεμάτων.
  21. Το αιτούμενο διάταγμα προκαλεί αδικία και είναι καταπιεστικό λόγω του περιεχομένου του, συμπεριλαμβανομένης της γενικότητας του, και του χρόνου εντός του οποίου ζητείται η αποκάλυψη.
  22. Δεν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος στο παρόν στάδιο. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Μαρίας Παύλου, Βοηθού Υπεύθυνης στο Τμήμα Εξυπηρέτησης Πελατών στους Εναγόμενους. Σε αυτή η κα Παύλου ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης. ΙΙΙ. Νομική Πτυχή Η Αίτηση αφορά σε διάταγμα αποκάλυψης το οποίο εκδίδεται με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας και το οποίο έχει καθιερωθεί μέσα από τις Αγγλικές αποφάσεις Norwich Pharmacal Co and others v. Commissioners of Customs & Excise
(1973)2 All E.R. 943 και Banker's Trust v. Shabira
(1980)1 W.L.R. 1274. Οι εν λόγω αποφάσεις έχουν υιοθετηθεί και εφαρμοστεί από τα Κυπριακά Δικαστήρια σε αριθμό αποφάσεων, στις οποίες αναγνωρίστηκε ότι για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν τόσο οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 όσο και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις έκδοσης των διαταγμάτων αποκάλυψης. Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.ά. v. Frantisek Stepanek κ.ά.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1403. Όπως είναι καθιερωμένο, το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων, κάτι το οποίο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το εν λόγω άρθρο είναι: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R. 557, το θέμα δεν τελειώνει εδώ, και το Δικαστήριο πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ'Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο, σ' αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο αποτελεί την κρίση του Δικαστηρίου κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου και άλλων ν. Χριστοφόρου και Άλλων
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd, Πολ. Έφ. αρ. 424/11, ημ. 27.3.14, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Στην έννοια του δικογράφου περιλαμβάνεται σε τέτοιες διαδικασίες και η ένορκη δήλωση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντος στην αγωγή. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Κυτάλα και Άλλοι ν. Χρυσάνθου και Άλλων
(1996)1 Α.Α.Δ.
  1. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου
  2. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Χάρη Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψιν. Σχετικές επί τούτου είναι επίσης οι υποθέσεις Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1848 και Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231. Η φιλοσοφία πίσω από την αναγκαιότητα διάπλασης και συνεχούς εξέλιξης του δικαίου, μέσα από τις αρχές της επιείκειας, για την αντιμετώπιση των απαιτήσεων της ραγδαία αναπτυσσόμενης επιχειρηματικής και οικονομικής δραστηριότητας τόσο τοπικώς αλλά και διεθνώς, όπως αυτή προκύπτει μέσα από την έκδοση των διαταγμάτων αποκάλυψης γνωστών ως Norwich Pharmacal, αναλύεται με ιδιαίτερη λεπτομέρεια στην προαναφερθείσα υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.ά. v. Frantisek Stepanek κ.ά (ανωτέρω). Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του έντιμου Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Ναθαναήλ, το οποίο περιέχει καθοδηγητική σύνοψη των νομικών αρχών που διέπουν την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων: «Από το 1871, με την υπόθεση Upmann v. Elkan
(1871)L.R. 12 Eq. 140, αναγνωρίσθηκε η ύπαρξη δικαιοδοσίας που επιβάλλει καθήκον σε ένα άτομο που αναμείχθηκε με αδικοπραξίες άλλων ώστε να τις διευκολύνει, παρά το γεγονός ότι μπορεί να μην έχει το ίδιο προσωπική ευθύνη, να παραχωρήσει τη βοήθεια του δίδοντας πλήρεις πληροφορίες, αποκαλύπτοντας και τα ονόματα των αδικοπραγούντων. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε από τη Βουλή των Λόρδων στη Norwich Pharmacal - ανωτέρω -, η οποία στη συνέχεια εφαρμόστηκε και αναπτύχθηκε σε σειρά άλλων υποθέσεων, όπως την P v. T Ltd
(1997)1 WLR 1309. Σ' αυτήν, η Norwich Pharmacal επεκτάθηκε έτσι ώστε η αποκάλυψη εναντίον εναγομένου να είναι δυνατό να προσφέρει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τους καρπούς της αποκάλυψης για να εγερθεί αγωγή εναντίον τρίτου προσώπου έστω και αν δεν θα ήταν δυνατό να διακριβωθεί χωρίς τις πληροφορίες, κατά πόσο το τρίτο αυτό πρόσωπο, διέπραξε αστικό αδίκημα εναντίον του ενάγοντα. Περαιτέρω, στην Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd
(2002)UKHL 29, η Βουλή των Λόρδων αποφάσισε ότι ως θέμα αρχής δεν χρειάζεται η δικαιοδοσία αποκάλυψης να περιορίζεται στην αποκάλυψη της ταυτότητας του αδικοπραγούντος εναντίον τρίτου προσώπου που αναμείχθηκε στην αδικοπραξία μόνο σε υποθέσεις αστικών αδικημάτων, αλλά η δικαιοδοσία αυτή είναι γενικής φύσεως, στο δίκαιο της επιείκειας, εφαρμόσιμη οποτεδήποτε ένα πρόσωπο, εναντίον του οποίου διατάσσεται η αποκάλυψη, αναμείχθηκε («mixed up») σε παράνομες ενέργειες που επεμβαίνουν και παραβιάζουν τα νόμιμα δικαιώματα του ενάγοντα. Και ενώ αρχικά το διάταγμα εκδιδόταν με αναφορά στην αναγκαιότητα αποκάλυψης της ταυτότητας του αδικοπραγούντος, στην πορεία μετεξελίχθηκε ώστε να είναι δυνατή και η συλλογή διαφόρων σχετικών πληροφοριών, (Mercantile Group (Europe) AG v. Aiyela
(1994)Q.B. 366). Στην Carlton Film Distributors Ltd v. VCI Plc
(2003)EWHC 616, η αρχή επεκτάθηκε ακόμη περαιτέρω ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή της σε προτιθέμενη αγωγή παραβίασης συμβατικών υποχρεώσεων. Η υπόθεση αφορούσε την αποκάλυψη πληροφοριών από τρίτο άτομο το οποίο κατασκεύαζε εμπορεύματα εκ μέρους του προτιθέμενου εναγόμενου στην αγωγή που θα εγειρόταν, ώστε ο προτιθέμενος ενάγων να μπορούσε να διαμορφώσει με ακρίβεια την αξίωση του. Οι προϋποθέσεις εξέτασης και έκδοσης διατάγματος Norwich Pharmacal συνοψίστηκαν στην Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)EWHC 625, όπου λέχθηκε ότι: «(
  1. i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
  2. ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
  3. a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
  4. b)be able or likely to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.» Σε μετάφραση: «(
  5. i)πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ΄ ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (
  6. ii)πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.» Βεβαίως, η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ΄ ισχυρισμόν αδικοπραγούντος, (Interbrew SA v. Financial Times Ltd The Times 4.1.2002). Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας.» Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρουν επίσης οι πιο πρόσφατες υποθέσεις Άντρη Αθανασίου κ.ά. v. Ροδόλφου Οντόνι, Πολ. Έφ. αρ. Ε103/14, ημ. 2.12.14, Melouskia Commercial Ltd κ.ά. v. Chumanchenko Alisa κ.ά., Πολ. Έφ. αρ. Ε71/13, ημ. 30.9.14, και Penderhill Holdings Ltd κ.ά. v. Darya Abramchyk κ.ά., Πολ. Έφ. αρ.319/11 και 320/11, ημ. 13.1.14. IV. Εξέταση Αίτησης Στα πλαίσια εξέτασης της Αίτησης επισημαίνεται εξαρχής πως η νομική αρχή που καθιερώθηκε στην υπόθεση Norwich Pharmacal (ανωτέρω) αποτελεί και δύναται να προωθηθεί ως αυτοτελής αιτία αγωγής, όπως και έγινε στην προκειμένη περίπτωση. Είναι γεγονός πως τα αιτούμενα με την Αίτηση διατάγματα είναι ακριβώς τα ίδια με τις θεραπείες οι οποίες ζητούνται στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο. Αυτό το γεγονός δεν αποκλείει εκ προοιμίου τη δυνατότητα χορήγησης των διαταγμάτων και αυτό αποτελεί ζήτημα το οποίο εξετάζεται με βάση τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα στην υπόθεση Avila Management (ανωτέρω) στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Τέθηκε επίσης ζήτημα ότι δεν ήταν ορθή η χορήγηση των αιτούμενων διαταγμάτων εφόσον μ' αυτά ουσιαστικά αποφασιζόταν και η ίδια η αγωγή. Δεν χορηγείται με άλλα λόγια η ουσιαστική θεραπεία από το ενδιάμεσο στάδιο με αίτηση για προσωρινό μέτρο (Michael v. Brevinos
(1969)1 C.L.R. 578). Το ανεπιθύμητο όμως δεν εξισούται με απαγόρευση. Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δικαίως ζητείται, επειδή και η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα. Κατ' αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Πρόσθετα, ενώ το εκδοθέν διάταγμα παραχωρείται ως λύση επείγουσας και παρεμπίπτουσας μορφής, οι ίδιες οι θεραπείες που ζητούνται με το κλητήριο, εάν επιτύχουν, χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές, (δέστε και Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd - ανωτέρω -). Εξαρτάται από την κρίση του Δικαστηρίου, αναλόγως των περιστάσεων (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015).» Η ίδια νομική προσέγγιση παρατηρείται και στην υπόθεση Penderhill Holdings (ανωτέρω). Στην εν λόγω υπόθεση γίνεται παραπομπή στις Parico Aluminium Designs v. Muskita Aliminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1 A.A.Δ. 2015 και Κουνούνα ν. F & A Simonos Ltd
(2002)1(Β) A.A.Δ. 1361, στις οποίες λέχθηκε πως η παροχή ταυτόσημων θεραπειών με την αγωγή δεν αποκλείεται, πως αυτό πάντοτε εξετάζεται ως προς τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και πως αποτελεί ζήτημα ειδικών περιστάσεων. Με βάση το περιεχόμενο της γενικής οπισθογράφησης του κλητηρίου εντάλματος, καθώς και της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, διαφαίνεται σαφώς η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Αυτό εστιάζεται κυρίως σε αξιώσεις για διάφορους τραπεζικούς λογαριασμούς με πολύ μεγάλα χρηματικά ποσά που ανήκουν σε φυσικά αλλά και σε νομικά πρόσωπα, των οποίων οι μέτοχοι είναι είτε φυσικά πρόσωπα είτε καταπιστεύματα. Διαφαίνεται επίσης πως οι εν λόγω λογαριασμοί βρίσκονται υπό τον πλήρη έλεγχο της κας Σαμιώτου, επί των οποίων ο Ενάγων διεκδικεί δικαιώματα τα οποία όμως η κα Σαμιώτου δεν φέρεται να αποδέχεται και αναγνωρίζει. Το υπόβαθρο των γεγονότων που υποστηρίζει την Αίτηση, όπως εκτίθεται ανωτέρω, είναι επαρκές για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας να καταδείξει πως η κα Σαμιώτου φέρεται να μην έχει τηρήσει τα συμφωνηθέντα στη σύμβαση καθώς επίσης να επιχειρεί να αποστερήσει τον Ενάγοντα από οποιαδήποτε περιουσία του πατέρα του, διεκδικώντας η ίδια το σύνολο της. Ειδικότερα, η κα Σαμιώτου φέρεται σαφώς να μην αναγνωρίζει την ισχύ της σύμβασης, κάτι το οποίο καταδεικνύεται από το Εξώδικο ημ. 8.9.14, Τεκμήριο 2, και επιχειρεί να αποκτήσει τον πλήρη έλεγχο των εταιρειών, αποκλείοντας έτσι τον Ενάγοντα από οποιοδήποτε δικαίωμα ή μερίδιο του σε αυτές, όπως φαίνεται με την καταχώριση των δύο προαναφερθεισών αγωγών στην Κύπρο. Ακόμη διαφαίνεται πως η κα Σαμιώτου δεν ενεργεί μόνη αλλά τουλάχιστον με τη συνδρομή του κ. Ανδριόπουλου στην προσπάθεια της να αποτρέψει την απόκτηση και να ανατρέψει την ιδιοκτησία οποιουδήποτε μέρους της περιουσίας του αποβιώσαντος Γ. Πολίτη από τον Ενάγοντα. Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα το Δικαστήριο ικανοποιείται πως ο Ενάγων έχει καταδείξει την πιθανότητα διάπραξης αδικοπραξιών, ήτοι παράβαση σύμβασης, εξαπάτηση και καταδολίευση, από πλευράς της κας Σαμιώτου με τη συμμετοχή προφανώς και άλλων προσώπων, συμπεριλαμβανομένου του κ. Ανδριόπουλου. Επίσης έχει καταδειχθεί πως σε πιθανή αγωγή εκ μέρους του Ενάγοντος βάσει αυτών των αδικοπραξιών, ο Ενάγων έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Σχετική είναι η υπόθεση Carlton Film Distributors Ltd v. VCI Plc
(2003)EWHC 616, στην οποία αποφασίστηκε πως η αρχή της αποκάλυψης εφαρμόζεται και σε προτιθέμενη αγωγή παραβίασης συμβατικών υποχρεώσεων. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου σε σχέση με την αποδιδόμενη συμπεριφορά στην κα Σαμιώτου, και πιθανόν και σε άλλα πρόσωπα, καθιστούν την έγερση αγωγής και τη λήψη μέτρων για την προστασία της περιουσίας επείγουσας φύσης λόγω του ότι υπάρχει ο κίνδυνος αποξένωσης περιουσίας την οποία ο Ενάγων διεκδικεί. Αυτός ο κίνδυνος είναι και υπαρκτός και ορατός όχι μόνο ενόψει των ενεργειών της κας Σαμιώτου αλλά και λόγω της ξαφνικής διακοπής οποιωνδήποτε συζητήσεων μεταξύ των μερών για εξεύρεση λύσης και της εξαφάνισης της κας Σαμιώτου χωρίς τη δυνατότητα επικοινωνίας και ή εντοπισμού της από την πλευρά του Ενάγοντος. Σε περίπτωση αποξένωσης της εν λόγω περιουσίας υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη λόγω του ότι, σε περίπτωση επιτυχίας του Ενάγοντος στις αξιώσεις του, δεν θα παρέχεται η δυνατότητα σε αυτόν να λάβει το όποιο μερίδιο ήθελε αποφασιστεί ότι δικαιούται. Έτσι, νοουμένου ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, συντρέχει βάσιμος λόγος που να δικαιολογεί την έγκριση της Αίτησης ως ενδιάμεσης θεραπείας στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής, πριν κριθούν οι αιτούμενες θεραπείες κατά την εκδίκαση της ουσίας της Αγωγής. Αυτή η θέση του Δικαστηρίου απαντά και στον λόγο ένστασης πως η Αίτηση είναι πρόωρη, ήτοι πως καταχωρίστηκε πριν την ολοκλήρωση της δικογραφίας. Επί τούτου το Δικαστήριο επισημαίνει πως η πλευρά των Εναγομένων καταχώρισε ένσταση και έτσι είχε τη δυνατότητα προβολής των δικών της θέσεων επί της Αίτησης, έτσι ώστε στα πλαίσια εξέτασης της Αίτησης να έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου πλήρως οι θέσεις και των δύο πλευρών. Είναι πρόδηλο πως ο Ενάγων δεν αποδίδει οποιαδήποτε δόλια ανάμειξη στους Εναγόμενους στη φερόμενη αδικοπραξία εις βάρος του αλλά εγείρει την Αγωγή και συνακόλουθα την Αίτηση εναντίον τους ισχυριζόμενος πως αυτοί, λόγω της ιδιότητας τους, είναι «αθώα ή άθελα» αναμεμειγμένοι σε αυτή και είναι σε θέση να κατέχουν και να γνωρίζουν τις αιτούμενες πληροφορίες και στοιχεία. Εν πρώτοις τονίζεται πως οι Εναγόμενοι ουδόλως αρνούνται ή αμφισβητούν πως είναι σε θέση να παρέχουν τις αιτούμενες πληροφορίες. Αντιθέτως, αναγνωρίζουν τη συμβατική τους σχέση με την κα Σαμιώτου, ισχυρίζονται πως ο χρόνος των 7 ημερών είναι πολύ σύντομος για τυχόν συμμόρφωση τους προς οποιοδήποτε διάταγμα ήθελε εκδοθεί και προβάλλουν νομικούς λόγους προς υποστήριξη της ένστασης τους (οι οποίοι θα τύχουν εξέτασης κατωτέρω). Όπως έχει λεχθεί στις υποθέσεις British Steel Corp. v. Granada Television Ltd
(1981)1 All E.R. 417 και Harrington v. North Polytechnic
(1984)3 All E.R. 666, τέτοια αγωγή για αποκάλυψη στρέφεται εναντίον των προσώπων τα οποία κατέχουν πληροφορίες, λόγω της ανάμειξης ή της διευκόλυνσης που παρείχαν στην τέλεση της παράνομης πράξης, έστω και αν οι ίδιοι δεν έχουν προσωπική ευθύνη. Επίσης στην υπόθεση Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd
(2002)UKHL 29, αναφέρθηκε πως η δικαιοδοσία έκδοσης διατάγματος Norwich Pharmacal δεν εξαρτάται από το κατά πόσο το διάταγμα στρέφεται εναντίον του αδικοπραγήσαντος ή παραβάτη των συμβατικών του υποχρεώσεων. Είναι ικανοποιητικό να αποδειχθεί ότι πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται το διάταγμα έλαβε μέρος ή αναμείχθηκε στην παράνομη πράξη που είναι η βάση της αίτησης για αποκάλυψη. Έτσι προκύπτει πως τόσο η Αγωγή όσο και η Αίτηση δύνανται να στραφούν εναντίον των Εναγομένων, λόγω ακριβώς της ιδιότητας τους ως το τραπεζικό ίδρυμα στο οποίο τηρούνται οι υπό αναφορά λογαριασμοί και κατά συνέπεια λόγω των όποιων ενεργειών τους προς συμμόρφωση και εκτέλεση των οδηγιών της κας Σαμιώτου και ή άλλων εξουσιοδοτημένων εν σχέσει με τους εν λόγω λογαριασμούς προσώπων. Αυτό είναι ικανό να τους αποδώσει ανυπαίτια (αθώα) συμμετοχή στις όποιες αδικοπραξίες έχουν διαπραχθεί εις βάρος του Εναγόντος. Ως εκ τούτου, λόγω ακριβώς της συμμετοχής αλλά και της δυνατότητας παροχής των αιτούμενων πληροφοριών, ορθώς και δικαίως ο Ενάγων προέβη στην καταχώριση της παρούσας Αγωγής και της Αίτησης εναντίον των Εναγομένων. Με βάση την προαναφερθείσα νομολογία καθίσταται σαφές πως παρέχεται εξουσία έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος αποκάλυψης εναντίον των Εναγομένων καθ΄ όσον αυτό αφορά στοιχεία τρίτων προσώπων. Με γνώμονα τη διαπίστωση της ανάγκης έγερσης αγωγής εναντίον της κας Σαμιώτου και τυχόν άλλων αδικοπραγούντων, κρίνεται πως οι αιτούμενες πληροφορίες είναι απαραίτητες για τη διακρίβωση τόσο της ακριβούς φύσης της αδικοπραξίας όσο και των προσώπων που εμπλέκονται σε αυτήν. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω, διαφαίνεται πως ο Ενάγων δεν γνωρίζει και δεν κατέχει ούτε και έχει άλλο τρόπο να λάβει αυτές τις πληροφορίες, λόγω της φύσης των λογαριασμών, του γεγονότος πως ο ίδιος δεν έχει οποιαδήποτε πρόσβαση σε αυτούς και της έλλειψης συνεργασίας και επικοινωνίας με την κα Σαμιώτου. Κρίνεται λοιπόν πως οι αιτούμενες πληροφορίες εμπίπτουν σαφώς εντός του σκοπού αλλά και της εμβέλειας των διαταγμάτων αποκάλυψης, καθότι το αιτούμενο διάταγμα δεν περιορίζεται μόνο στην αποκάλυψη της ταυτότητας των αδικοπραγούντων αλλά και στη συλλογή πληροφοριών οι οποίες είναι σχετικές προς υποστήριξη της αγωγής και της αιτούμενης θεραπείας εναντίον αυτών. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd (ανωτέρω) και Mercantile Group (Europe) AG v. Aiyela (ανωτέρω). Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου πως το αιτούμενο διάταγμα καλύπτει ένα ευρύ φάσμα στοιχείων και λεπτομερειών. Αυτό όμως κρίνεται δικαιολογημένο υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης καθότι αποσκοπεί στην εξακρίβωση των ποσών που βρίσκονται κατατεθειμένα στους υπό αναφορά τραπεζικούς λογαριασμούς, της διακίνησης αυτών και τέλος στον εντοπισμό του τελικού προορισμού τους. Μόνο με αυτά τα στοιχεία καθίσταται δυνατή και ολοκληρωμένη η ενημέρωση του Ενάγοντος, ο οποίος στο παρόν στάδιο βρίσκεται στο σκοτάδι, για το ύψος της περιουσίας, για τον τρόπο διαχείρισης της από την κα Σαμιώτου και ή άλλα πρόσωπα και για απαιτούμενες ενέργειες ως προς τον εντοπισμό της (περιουσίας), με στόχο την υποβοήθηση του στην έγερση της αγωγής και τη λήψη μέτρων για την προστασία αυτής της περιουσίας. Χωρίς αυτά τα στοιχεία το όλο φάσμα των γεγονότων θα παραμείνει ελλιπές και ως τέτοιο μη ικανό να εξυπηρετήσει τον σκοπό του αιτούμενου διατάγματος. Επί τούτου το Δικαστήριο επισημαίνει πως ο Ενάγων περιορίζεται στα υπόλοιπα των λογαριασμών από την ημερομηνία σύναψης της σύμβασης, ήτοι τις 3.9.14, και ευλόγως επεκτείνεται και σε οποιεσδήποτε μεταφορές χρημάτων από αυτούς σε οποιοδήποτε στάδιο λόγω ακριβώς των προθέσεων και της στάσης που φαίνεται να έχει επιδείξει η κα Σαμιώτου μετά τη σύμβαση. Επίσης κρίνεται λογική η προέκταση των αιτούμενων πληροφοριών ως το αιτητικό (iv) ανωτέρω, για να διαφανεί κατά πόσον η κα Σαμιώτου ως έχουσα αποκλειστική εξουσία διαχείρισης των λογαριασμών αποξένωσε χρήματα που ανήκαν στους εν λόγω λογαριασμούς με πρόθεση είτε να αποκρύψει την πραγματική αξία αυτών είτε και να τα μεταφέρει με τρόπο που θα καθιστούσε αδύνατο τον εντοπισμό του τελικού δικαιούχου αυτών και την όποια σύνδεση της ίδιας με αυτόν. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται πως στην υπό κρίση περίπτωση έχει αποκαλυφθεί μια σοβαρή υπόθεση πιθανής αδικοπραξίας εις βάρος του Ενάγοντος αφορώσα περιουσία τεράστιας αξίας, που περιλαμβάνει και εταιρείες με εμπιστεύματα, έτσι ώστε να δικαιολογείται η παροχή σε αυτόν όλων των αιτούμενων πληροφοριών για σκοπούς έγερσης αγωγής και διεκδίκησης των δικαιωμάτων του. Οι αιτούμενες πληροφορίες είναι απαραίτητες για τον εντοπισμό των χρημάτων και των αδικοπραγούντων και θα παρέχουν τη δυνατότητα στον Ενάγοντα να προωθήσει δικαστικές διαδικασίες και να λάβει μέτρα για διαφύλαξη των δικαιωμάτων του. Αυτή η διαπίστωση καταρρίπτει και τον λόγο ένστασης πως η Αίτηση αποτελεί προσπάθεια «ψαρέματος» μαρτυρίας, αφού αντιθέτως φαίνεται ξεκάθαρα πως αποσκοπεί σε μια γνήσια προσπάθεια συλλογής στοιχείων για σκοπούς έγερσης αγωγής. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου καταδεικνύουν πως υπάρχει δημόσιο συμφέρον στην αποκάλυψη το οποίο υπερτερεί έναντι της προστασίας της σχέσης εμπιστευτικότητας μεταξύ τράπεζας και πελάτη, την οποία επικαλούνται οι Εναγόμενοι. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Banker's Trust v. Shabira (ανωτέρω): «The plaintiff who has been defrauded has a right in equity to follow the money. He is entitled, in Lord Atkin's words, to lift the latch of the banker's door: see Banque Belge pour l' Entranger v. Hambrouck [1921] 1 K.B. 321, 355. The customer, who has prima facie been guilty of fraud, cannot bolt the door against him. Owing to his fraud, he is disentitled from relying on the confidential relationship between him and the bank: see Initial Services Ltd v. Putterill [1968] 1 Q.B. 396, 405. If the plaintiff's equity is to be of any avail, he must be given access to the bank's books and document - for that is the only way of tracing the money or knowing what has happened to it: see Mediterranea Raffineria Siciliana Petroli S.p.a. v. Mabanaft G.m.b.h. (unreported). So the court, in order to give effect to equity, will be prepared in a proper case to make an order on the bank for their discovery.» Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει επίσης η υπόθεση I.B.L. v. Planet
(1990)J.L.R. 294, η οποία παραπέμπει στην υπόθεση Norwich Pharmacal επί του θέματος, ως εξής: «The issue of confidentiality was considered in the Norwich Pharmacal case. The court was entitled to order discovery of documents for the purpose of legal proceedings if the public interest in the administration of justice required it. The court found that in the circumstances of the case the public interest in the confidentiality of the information was outweighed by the interests of justice. The court applies the incidental test in the present case. Of course, we have weighed confidentiality in the balance in reaching our decision. But we do not share Mr O'Connell's fears for the future of the finance industry. Confidentiality depends upon legitimate private business affairs being properly conducted, Here, there is strong prima facie case to the contrary. .» Η ίδια προσέγγιση υιοθετήθηκε στην υπόθεση Penderhill Holdings Ltd κ.ά. v. Darya Abramchyk κ.ά. (ανωτέρω) στην οποία λέχθηκε πως «Δεν χωρεί αμφιβολία ότι το δημόσιο συμφέρον υπερέχει έναντι της αρχής του απορρήτου όταν σκοπείται η αποκάλυψη πληροφοριών ή δεδομένων που αφορά σε δόλιες πράξεις .». Με βάση όσα αναφέρονται πιο πάνω, ικανοποιούμαι ότι συντρέχουν σωρευτικά τόσο οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 όσο και αυτές για την έκδοση του διατάγματος Norwich Pharmacal στο πλαίσιο της υπό κρίση Αίτησης. Οι Εναγόμενοι, μέσω της ένορκης δήλωσης της κας Παύλου, ισχυρίζονται πως σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος η προθεσμία των 7 ημερών είναι πιεστική. Μόνο στην αγόρευση της δικηγόρου των Εναγομένων γίνεται αναφορά πως θα πρέπει να τους δοθεί τουλάχιστον προθεσμία δύο μηνών για τον σκοπό ανεύρεσης των σχετικών εγγράφων. Θα πρέπει να επισημανθεί πως η αγόρευση δικηγόρου δεν αποτελεί μαρτυρία στα πλαίσια της Αίτησης και επομένως δεν θα ληφθεί υπόψιν. Όμως το Δικαστήριο, αξιολογώντας τη φύση της Αίτησης και τον σκοπό αυτής, καθώς επίσης τη φύση και τον όγκο των πληροφοριών, στοιχείων και εγγράφων που απαιτούνται προς τον σκοπό συμμόρφωσης με το αιτούμενο διάταγμα, θεωρεί πως το χρονικό διάστημα των 30 ημερών είναι εύλογο υπό τις περιστάσεις. Τέλος, όσον αφορά το διάταγμα φίμωσης, θεωρώ ότι αυτό είναι επικουρικής φύσης και εκδίδεται για να προσδώσει αποτελεσματικότητα στην άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου αναφορικά με την έκδοση του διατάγματος αποκάλυψης και στον σκοπό έκδοσης αυτού. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Banker's Trust Co v. Shapira (ανωτέρω) και TBF (Cuprus) Ltd κ.ά. v. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού κ.ά.
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 153. V. Κατάληξη Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, καταλήγω ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως εκδοθούν τα ακόλουθα διατάγματα: Α. Διάταγμα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal με το οποίο οι Εναγόμενοι - Καθ΄ ων διά των διοικητικών συμβούλων και ή αξιωματούχων και ή υπαλλήλων και ή υπηρετών και ή αντιπροσώπων και ή οποιωνδήποτε άλλων ενεργούντων διά λογαριασμό τους διατάσσονται όπως, εντός 30 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης του διατάγματος, αποκαλύψουν ενόρκως στον Ενάγοντα μέσω των Κυπρίων δικηγόρων του τα ακόλουθα στοιχεία και ή πληροφορίες και ή έγγραφα: (
  1. i)Όλους τους τραπεζικούς λογαριασμούς σε οποιοδήποτε νόμισμα, τους οποίους διατηρεί η κα Θεοδώρα Σαμιώτου, εξ Ελλάδος, στο τραπεζικό ίδρυμα των Εναγομένων, (
  2. ii)Τα υπόλοιπα των τραπεζικών λογαριασμών οι οποίοι αναφέρονται στην παρ. (
  3. i)ανωτέρω καθώς και αναλυτική κατάσταση αυτών από την υπογραφή της σύμβασης του Ενάγοντα με την κα Σαμιώτου, ήτοι από τις 3.9.14, (iii) Σε περίπτωση αποξένωσης και ή μεταφοράς των εν λόγω ποσών σε άλλους λογαριασμούς τηρούμενους από τους Εναγόμενους και ή σε άλλα τραπεζικά ιδρύματα και ή αλλού, όλες και κάθε τραπεζική μεταφορά (transfer) και ή πληρωμή και ή πίστωση και ή χρέωση (debit-credit) και ή κατάθεση (deposit) και ή ανάληψη και ή είσπραξη που έγινε από ή προς τους τραπεζικούς λογαριασμούς τους οποίους η κα Θεοδώρα Σαμιώτου διατηρεί στους Εναγόμενους, (
  4. iv)Όλους τους τραπεζικούς λογαριασμούς σε οποιοδήποτε νόμισμα, τηρουμένων επ΄ ονόματι εταιρειών στις οποίες η κα Σαμιώτου φαίνεται και ή έχει καταγραφεί ως τελικός δικαιούχος (ultimate beneficiary) περιλαμβανομένων αντιγράφων εταιρικών εγγράφων, καταπιστευμάτων (trust deeds), ψηφισμάτων μετόχων ή διοικητικών συμβούλων και ή οποιωνδήποτε άλλων εγγράφων που έχουν σχέση με το άνοιγμα και ή τη διακίνηση και ή τη λειτουργία των εν λόγω λογαριασμών βάσει των οποίων φαίνονται και ή δηλώνονται και ή αποκαλύπτονται οι τελικοί δικαιούχοι (ultimate beneficiaries) των εν λόγω τραπεζικών λογαριασμών και ή η πραγματική ταυτότητα και οι πλήρεις διευθύνσεις των φυσικών προσώπων που δηλώθηκαν ως τελικοί δικαιούχοι των μετοχών που αφορούν την κα Σαμιώτου ως και των ονομάτων, διευθύνσεων και στοιχείων των προσώπων τα οποία με την υπογραφή τους δεσμεύουν τους εν λόγω λογαριασμούς. Β. Διάταγμα με το οποίο να εξουσιοδοτείται και ή επιτρέπεται στον Ενάγοντα όπως χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε πληροφορία και ή έγγραφο ήθελε αποκαλυφθεί και ή παραδοθεί σε αυτόν και ή στους δικηγόρους του δυνάμει του ανωτέρω διατάγματος, μόνον προς υποστήριξη της αγωγής εναντίον της κας Σαμιώτου και ή των αδικοπραγούντων των οποίων η ταυτότητα θα αποκαλυφθεί. Το διάταγμα φίμωσης το οποίο εκδόθηκε μονομερώς ως η παρ. Γ της Αίτησης καθίσταται απόλυτο και θα ισχύει μέχρι την πλήρη συμμόρφωση των Εναγομένων - Καθ΄ ων με το πιο πάνω εκδοθέν διάταγμα ως η παρ. Α ανωτέρω. Όσον αφορά τα έξοδα συμμόρφωσης των Εναγομένων και τα έξοδα της Αίτησης, με βάση την κοινή δήλωση των δικηγόρων των δύο πλευρών, εκδίδεται διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο ο Ενάγων διατάσσεται όπως καταβάλει στους Εναγόμενους το συνολικό ποσό των €2.000, το οποίο αντιπροσωπεύει τόσο τα έξοδα συμμόρφωσης των Εναγομένων προς το εκδοθέν διάταγμα του Δικαστηρίου όσο και τα έξοδα της παρούσας Αίτησης υπέρ των Εναγομένων (συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ), εντός 7 ημερών από σήμερα. (Υπ.) ......... Έ. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.